identifier	taxonID	type	CVterm	format	language	title	description	additionalInformationURL	UsageTerms	rights	Owner	contributor	creator	bibliographicCitation
9E288790FFC2FFD598DE3793FA3EFE78.text	9E288790FFC2FFD598DE3793FA3EFE78.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Epipactis atrorubens subsp. spiridonovii (Devillers-Tersch. & Devillers) Kreutz	<div><p>Epipactis atrorubens Hoffm. ex Besser subsp. spiridonovii (Devillers-Tersch. &amp; Devillers) Kreutz</p><p>Orchidaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Epipactis atrorubens Hoffm. ex Besser subsp. spiridonovii (Devillers-Tersch. &amp; Devillers) Kreutz in Komp. Eur. Orch. 59 (2004).</p><p>Τύπος: [Βουλγαρία] "Mt. Pirin, alt. c. 1750 m", 3 Aug. 1994, in herb. J. &amp; P. Devillers-Terschuren sub. no. 1994- 5-2-1.</p><p>Συνώνυμα: Epipactis spiridonovii Devillers-Tersch. &amp; Devillers in Natural. Belges 76(3): 87 (1995).</p><p>Περιγραφή: Φυτό με βλαστό ύψους 20-50 cm. Φύλλα 5-7, σχεδόν επίπεδα,, πράσινα,, οριζόντια, ±δίσειρα, πλαπλα-- τιά ωοειδή έως αποστρογγυλωμένα, διαστάσεων 3-7,5 x 1,9-5,1 cm,, αρκετά μακρύτερα και πλατύτερα των μεμε-- σογονατίων διαστημάτων. Ανώτερα φύλλα βρακτιόμορφα, οξύληκτα. Ταξιανθία επιμήκης, ύψους 5-20 cm. Άνθη 6-17, μικρού μεγέθους, συνήθως αυτοεπικονιαζόμενα. Σέπαλα και πέταλα 5,5-7,5 x 2,5-3,5 mm,, κιτρινοπράσικιτρινοπράσι-- να έως ελαιοπράσινα εξωτερικά· λευκοπράσινα με ιώδεις αποχρώσεις εσωτερικά. Χείλος 5-6 mm.. Υποχείλιο καστακαστα-- νού χρώματος, στιλπνό εσωτερικά, λευκό έως πρασινωπό εξωτερικά, επιχείλιο καρδιόσχημο, κιτρινωπό, με δύο κιτρινωπού ή ρόδινου χρώματος διογκώσεις στη βάση. Ανθήρας ωχρο-κιτρινοπράσινος. Ωοθήκη σχεδόν σφαιρική, τριχωτή, πράσινη με ιώδη νεύρα ή εντελώς ιώδης. Ποδίσκος με ερυθρές αποχρώσεις, τριχωτός.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος - Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Εξαπλώνεται στο όρος Πιρίν της Βουλγαρίας (Devillers &amp; Devillers- Terschuren 1995), ενώ πρόσφατα βρέθηκε και στον Όρβηλο (A. Μακεδονία) (Tsifsis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοπος: Στην Βουλγαρία έχει καταγραφεί σε δάση Pinus heldreichii στο βέλτιστο στάδιο διαδοχής, καθώς επίσης και σε μικτά δάση Picea abies, Abies alba, Pinus peuce, Pinus sylvestris σε ασβεστολιθικά υποστρώματα (Devillers &amp; Devillers-Terschuren-TerschurenTerschuren 1995), ενώ στον Όρβηλο κατακατα-- γράφηκε σε μικτό δάσος Pinus sylvestris – P. heldreichii σε υψόμετρο 1.350 m (Tsifsis &amp; al. 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Διαφέρει από το υποείδος Epipactis atrorubens Hoffm. ex Besser subsp. atrorubens στα μεγάλα, πλατιά, σχεδόν επίπεδα φύλλα του, καθώς επίσης και από τα μικρότερα, κιτρινωπά άνθη του (Devillers &amp; Devillers- Terschuren 1999).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα η Epipactis atrorubens subsp. spiridonovii έχει καταγραφεί μόνο στο όρος Όρβηλος. Ο αριθμός των ατόμων που βρέθηκαν ήταν περίπου 120-130 (μέτρηση του 2009).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Epipactis atrorubens subsp. spiridonovii εντάσσεται στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D. Το κριτήριο D ισχύει με τα μέχρι σήμερα δεδομένα εξάπλωεξάπλω-- σης του υποείδους, διότι αφενός έχουν καταμετρηθεί συνολικά περίπου 120-130 άτομα, δηλαδή αρκετά λιγότερα από το όριο που θέτει το κριτήριο (D: &lt;250 άτομα) και αφετέρου επειδή είναι γνωστός στην Ελλάδα μόνο ένας πληθυσμός.</p><p>Προς το παρόν, η Epipactis atrorubens subsp. spiridonovii δε φαίνεται να διατρέχει κάποιον άμεσο κίνδυνο. Η τοποθεσία, στην οποία καταγράφηκε, βρίσκεται πλησίον των ελληνο-βουλγαρικών συνόρων, σε ασβεστολιθικό γεωλογικό υπόστρωμα και χαρακτηρίζεται από σχετικά μεγάλη κλίση. Ως αποτέλεσμα, θεωρείται σχεδόν αδύνατη η ανθρώπινη δραστηριότητα, που θα οδηγούσε στην εξαφάνιση των φυτών. Κατά το παρελθόν είχε εκδηλωθεί πυρκαγιά στην περιοχή, η οποία όμως δεν επεκτάθηκε στην κόμη των δέντρων αλλά έκαψε τον υπόροφο των δασών, χωρίς να επηρεάσει τον πληθυσμό του υποείδους. Δεδομένου, όμως, ότι το αναφερόμενο υποείδος απαντά αποκλειστικά σε σκιερές θέσεις εντός δασών, θεωρούμε ότι μια επικόρυφη πυρκαγιά θα επηρέαζε το συγκεκριμένο πληθυσμό. Υλοτόμηση των συγκεκριμένων συστάδων δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα, δεδομένης της απαγόρευσης που υπάρχει, επειδή βρίσκονται πλησίον των συνόρων. Επικείμενη υλοτόμηση αυτών των συστάδων μπορεί να προκαλέσει μείωση του πληθυσμού, κυρίως εξαιτίας της αύξησης της ηλιακής ακτινοβολίας που θα προσπίπτει στην επιφάνεια του εδάφους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή, προς το παρόν, η Epipactis atrorubens subsp. spiridonovii δεν διατρέχει κάποιον άμεσο κίνδυνο, ως μόνο μέτρο προτείνεται η ενημέρωση του Δασαρχείου Σερρών για την εξάπλωση του συγκεκριμένου υποείδους στον Όρβηλο, έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη στα διαχειριστικά σχέδια που συντάσσει.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσής &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFC2FFD598DE3793FA3EFE78	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFCFFFD798C7367CFA3EFC49.text	9E288790FFCFFFD798C7367CFA3EFC49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Epipactis cretica Kalop. & Robatsch	<div><p>Epipactis cretica Kalop. &amp; Robatsch</p><p>Orchidaceae</p><p>Kινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Epipactis cretica Kalop. &amp; Robatsch in Orchidee 31(4): 142 (1980).</p><p>Tύπος: To είδος περιγράφηκε από το όρος Ίδη (Ψηλορείτης) και τα Λασιθιώτικα Όρη. Oι Κalopissis &amp; Robatsch αναφέρουν ότι ο Ολότυπος έχει κατατεθεί στο Klagenfurt (KL).</p><p>Συνώνυμα: Epipactis troodi H. Lindb. subsp. cretica (Kalop. &amp; Robatsch) H. Baumann &amp; R. Lorenz in J. Eur. Orch. 37(3): 707 (2005).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με κάθετο ρίζωμα που φέρει 1(-4) πράσινους βλαστούς με ιώδεις αποχρώσεις, ύψους 10-40 cm.. Φύλλα 2-5, περίβλαστα, σχεδόν όσο τα μεσομεσο-- γονάτια διαστήματα ή λίγο μακρύτερα, δερματώδη, βαθυπράσινα με ιώδεις αποχρώσεις στην κατώτερη επιφάνειά τους, διαστάσεων 20-50 x 10-35 mm, κράσπεδα σχεδόν λεία. Κατώτερο βράκτιο υπενθυμίζον φύλλο, μήκους έως 4,5 cm.. Ταξιανθία που φέρει έως 20 μικρά, σχεδόν κωκω-- δωνοειδή άνθη χρώματος πράσινο-κεραμιδί, ελαφρώς κηρώδη, οριζόντια έως κρεμάμενα, με ποδίσκους έως 5 mm, που συχνά ανοίγουν ελάχιστα και είναι αυτόγαμα, με ελαφρύ άρωμα. Σέπαλα περίπου 9 x 5 mm, πρασινωπά, πέταλα λευκοπράσινα, με ρόδινες αποχρώσεις εξωτερικά και κοκκινωπές αποχρώσεις στο εσωτερικό τους. Υποχείλιο κυπελοειδές, πρασινωπό εξωτερικά, βαθυπράσινο έως καστανό και στιλπνό εσωτερικά, ή βαθύ καστανό, στιλπνό, με απολήξεις ενίοτε πορφυρές, επιχείλιο μήκους 4-5 x 4-5 mm με κέντρο πρασινωπό, ενίοτε ρόδινο και απολήξεις ± κυρτές προς τα μέσα, συνήθως λευκωπές έως ρόδινεςπορφυρές, με δυο επιμήκεις διογκώσεις που διαχωρίζονται από μεσαία επιμήκη αύλακα στη βάση του. Ανθήρας στενός με στείρο στίγμα (rostellum), αναποτελεσματικό μετά 3-4 ημέρες και ωοθήκη τριχωτή.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τις αρχές Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Πρόκειται για τοπικό ενδημικό είδος της Κρήτης, με γνωστούς υποπληθυσμούς στα Λευκά Όρη (με επιφύλαξη), το Ν. Ψηλορείτη και την Δίκτη (Αλιμπέρτης 1998, Kretzschmar &amp; al. 2004, Baumann &amp; al. 2006).</p><p>Βιότοπος: Σπάνιο φυτό, που εμφανίζεται σε ημισκιερές θέσεις και ξηρά έως δροσερά, αλκαλικά εδάφη, συνήθως σε μικτά δάση από πρίνους ( Quercus coccifera), κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) και σφενδάμια ( Acer sempervirens). Tα φυτά παρουσιάζονται ανάμεσα σε ξηρά φύλλα, σε πετρώδεις θέσεις και σε χαλίκια, σε υψόμετρο που κυμαίνεται μεταξύ 700-1.500 m. Πολλές φορές απαντώνται άτομα στους ίδιους βιότοπους με αυτούς της σπάνιας Cephalanthera cucullata, όμως ανθίζουν σαφώς αργότερα. Κάποιες φορές το είδος φύεται μαζί με το Himantoglossum samariense και την Epipactis microphylla, με την οποία μάλιστα μπορεί να υβριδίζει.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To ταξινομικά συγγενέστερο είδος της Epipactis cretica είναι η E. troodi H. Lindb. της Κύπρου, η οποία ξεχωρίζει, μεταξύ άλλων, εξαιτίας των μεγαλύτερων σεπάλων που έχουν μήκος 10-12 mm (περίπου 9 mm στην E. cretica). Tα δύο είδη υπάγονται στην ομάδα της E. phyllanthes G. E. Sm., που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από τα είδη E. cretica και E. exilis P. Delforge, ενώ η παρουσία της E. persica (Soó) Nannf. στην ηπειρωτική Ελλάδα ή τα νησιά του Αιγαίου χρειάζεται επιβεβαίωση.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι πληθυσμοί της Epipactis cretica υπόκεινται σε μείωση που βαίνει αυξανόμενη με τον χρόνο. Εντούτοις, εξαιτίας της εξάπλωσης του φυτού σε τοπικούς πληθυσμούς ορεινών θέσεων, η επιτόπια έρευνα χρειάζεται χρόνο και επαναλήψεις, ώστε τα δεδομένα να είναι καλά τεκμηριωμένα. Τα φυτά που είχαν βρεθεί παλαιότερα πάνω από το χωριό Καμάρες, δεν έχουν ελεγχθεί τα τελευταία 20 χρόνια. Στο φαράγγι του Ρούβα, όπου παλαιότερα είχαν εντοπισθεί τουλάχιστον 50 φυτά, κατά τις επισκέψεις του 2006 βρέθηκαν μόνο 3-5 άτομα και μάλιστα 10 μέρες αργότερα, όταν επαναλήφθηκε η επίσκεψη, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος τους. Στο βόρειο άκρο του Βοριζανού φαραγγιού, εντοπίσθηκαν τον Ιούνιο του 2008 4 άτομα και το 2009 πάνω από 20. Τα τελευταία 3 έτη αναζητήθηκε το είδος σε 2 διαφορετικές τοποθεσίες (κοντά στο χωριό Σύμη και στο φαράγγι του Ρούβα) όπου υπήρχε παλαιότερα ικανοποιητικός πληθυσμός από τουλάχιστον 50 άτομα σε κάθε θέση. Στις τελευταίες επισκέψεις βρέθηκαν μόνο 3 φυτά σε κάθε τοποθεσία.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι πληθυσμοί με τον πολύ μικρό αριθμό ατόμων του είδους και η συνεχιζόμενη υποβάθμιση των βιοτόπων τους συνεισφέρουν στον χαρακτηρισμό του ως Κινδυνεύον (EN) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Πληρούνται τα κριτήρια C1+2a. Το περιβάλλον, στο οποίο φύεται η Epipactis cretica, υπόκειται συχνά σε υπερεντατική βόσκηση, η οποία δεν επιτρέπει στα φυτά να ανθίσουν, να καρποφορήσουν και να διασπείρουν σπέρματα, με αποτέλεσμα η αύξηση του αριθμού των ατόμων να πραγματοποιείται με πολύ μεγάλη δυσκολία ή, συνηθέστερα, να αναχαιτίζεται πλήρως. Επιπλέον, η χρήση των ορεινών πηγών για την ύδρευση χωριών συμβάλει στην αλλαγή του μικροκλίματος στους βιοτόπους της E. cretica και μπορεί να σχετίζεται με την μείωση του αριθμού των ατόμων.</p><p>Αν διατηρηθούν οι ίδιες συνθήκες για μεγάλο χρονικό διάστημα και υπάρχει σαφής τεκμηρίωση του ρυθμού μείωσης των φυτών από αναλυτικές εργασίες πεδίου, ίσως χρειαστεί το είδος να ενταχθεί σε κατηγορία υψηλότερου κινδύνου.</p><p>Μέτρα προστασίας: Συνιστάται η ελάττωση της κτηνοτροφίας στις περιοχές όπου με βεβαιότητα έχουν εντοπισθεί πληθυσμοί της Epipactis cretica και η παρακολούθηση των πληθυσμών για αναμενόμενη ανάκαμψη. Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο το κατά πόσο οι αλλαγές του κλίματος, του μικροκλίματος και της υδρολογίας, καθώς και η αξιοποίηση των ορεινών υδάτων μπορεί να επηρεάσουν το φυτό, συνίσταται όμως πάντοτε προσεκτική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που θα μπορούσαν να επιφέρουν ανθρώπινα έργα στους σπάνιους οργανισμούς.</p><p>Νομίζουμε, πάντως, πως για τις περισσότερες απώλειες ευθύνεται η έλλειψη σεβασμού και παιδείας από τους ανθρώπους, οι οποίοι θα πρέπει να αρχίσουν να εκτιμούν περισσότερο το περιβάλλον και την φυσική τους κληρονομία, πριν πληγεί ανεπανόρθωτα.</p><p>Αντώνης Αλιμπέρτης &amp; Μανώλης Αβραμάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFCFFFD798C7367CFA3EFC49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFC9FFD198C7367CFA3EFE1D.text	9E288790FFC9FFD198C7367CFA3EFE1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Epipactis nauosaensis Robatsch	<div><p>Epipactis nauosaensis Robatsch</p><p>Orchidaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Epipactis nauosaensis Robatsch in Linzer Biol. Beitr. 21(1): 129 (1989).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (NC), Μακεδονία, Νομός Ημαθίας] "Mt. Vermion, 1450 m", 2 Aug. 1988 (KL).</p><p>Συνώνυμα: Epipactis leptochila (Godfery) Godfery sub-subsp. nauosaensis (Robatsch) Kreutz in Komp. Eur. Orch. 63 (2004).</p><p>Περιγραφή: Φυτό ριζωματώδες, συχνά με ομάδες στελεχών. Βλαστοί 20-40 cm, λεπτοί, εύκαμπτοι, πράσινοι, με υπόλευκο χνοώδες τρίχωμα (αραιό στο κατώτερο μέρος, πυκνότερο στο ανώτερο μέρος). Φύλλα βλαστού 4-7, αποκλίνοντα, σε ±σπειροειδή διάταξη, πράσινα, ελαφρώς κιτρινωπά, τα κατώτερα (1-2) βραχέα, κυκλικά, τα μεσαία (3-)7-9 x 1,8-3,5 mm, λογχοειδή, τα ανώτερα 7-8,5 mm, στενώς λογχοειδή. Ταξιανθία σχετικώς πυκνή, με 10- 30(-40) άνθη. Κατώτερα βράκτια 4-6 cm,, ανώτερα προπρο-- εξέχοντα των ανθέων. Άνθη μικρά, αυτoεπικονιαζόμενα, ανοικτά, κωδωνοειδή, κρεμάμενα. Σέπαλα 8-9 x 4-5 mm, ωοειδή, οξύληκτα, με τρόπιδα, πράσινα εξωτερικά, πράσινα με κιτρινοροδόχρωμες αποχρώσεις εσωτερικά. Πέταλα σχεδόν ισομεγέθη, με βαθύ ρόδινο χρώμα και πράσινα νεύρα. Υποχείλιο κυπελοειδές, νεκταροφόρο, ροδόχρωμο εξωτερικά, ροδοκάστανο, στιλπνό εσωτερικά· επιχείλιο ροδόλευκο, στενό με άκρο ελαφρά κυρτό προς τα πίσω, με 2, μάλλον εμφανείς προεκβολές στη βάση, με μία κατά μήκος αυλάκωση. Ανθήρας κίτρινος, οξύληκτος, προεξέχων του ρυγχίου. Ρυγχίο επίμηκες, συχνά με μη κολλώδη κορυφή. Στίγμα τετραγωνικό. Ωοθήκη αδρακτοειδής, χνοώδης, κιτρινοπράσινη. Ποδίσκος επιμήκης, κυρτός, χνοώδης, με ωχροκίτρινη βάση.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος - Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος εξαπλώνεται στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Στην Ελλάδα απαντάται στα όρη Βέρμιο, Φαλακρό και Μενοίκιο (Delforge 2006, Presser 2001, Tsifsis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοπος: Το είδος εμφανίζεται σε σχετικά υγρές θέσεις, σε πυκνά δάση οξυάς, επί ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Το υψομετρικό εύρος ανάπτυξής του κυμαίνεται από 1.100-1.800 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Epipactis nauosaensis κατατάσσεται στην ομάδα ειδών της Epipactis leptochila (Godfery) Godfery. Διακρίνεται από το E. olympica Robatsch στο σηση-- μείο ένωσης του υποχειλίου με το επιχείλιο, το οποίο στην E. nauosaensis είναι στενότερο, ενώ από την E. greuteri Baumann &amp; Künkeleünkelenkele διαφέρει κυρίως στα λιγότερο κρεκρε-- μάμενα, ανοικτά και χρωματισμένα άνθη της. Συχνά σχηματίζει υβρίδια με την E. helleborine (L.) Crantz.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα, το είδος έχει καταγραφεί σε τρία όρη (Βέρμιο, Φαλακρό και Μενοίκιο), στα οποία οι υποπληθυσμοί του αποτελούνται από περίπου 100, 10 και 15 άτομα αντιστοίχως.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D.. Το κριτήριο D ισχύει με τα μέχρι σήμερα δεδε-- δομένα εξάπλωσης του είδους, διότι έχουν καταμετρηθεί περίπου 150 άτομα, δηλαδή κάτω από το όριο που θέτονται από το κριτήριο (D: &lt;250 άτομα). Δεν αποκλείεται, το συγκεκριμένο είδος να ανευρεθεί στο μέλλον και σε άλλα ορεινά συγκροτήματα με αποτέλεσμα να υποβαθμισθεί η κατηγορία του σε Τρωτό (VU).</p><p>Η εμφάνιση του είδους σε άλλα ορεινά συγκροτήματα θεωρείται αρκετά πιθανή, δεδομένης της ύπαρξης καταλλήλων ενδιαιτημάτων σε όλα τα ασβεστολιθικά ορεινά συγκροτήματα της Κ. και Β. Ελλάδας, καθώς επίσης εξαιτίας της διάσπαρτης εξάπλωσής του σε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια της Βουλγαρίας.</p><p>Όσον αφορά στους πιθανούς κινδύνους, προς το παρόν, δεν φαίνεται οι τρεις υποπληθυσμοί να κινδυνεύουν από ανθρώπινες επιδράσεις, εκτός από το ενδεχόμενο των εκτεταμένων υλοτομιών. Οι εκτεταμένες υλοτομίες δεν μπορούν να αποκλεισθούν, αλλά υπάρχουν μικρές πιθανότητες να διενεργηθούν, τουλάχιστον για τους πληθυσμούς του Μενοικίου και του Φαλακρού. Οι δασικές υπηρεσίες του Νομού Δράμας δεν εκμεταλλεύονται τα συγκεκριμένα δάση με σκοπό την παραγωγή ξυλείας. Αντίθετα, στο όρος Βέρμιο διενεργούνται υλοτομίες στα δάση Oξυάς με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για τον πληθυσμό της E. nauosaensis λόγω της αλλαγής του μικροκλίματος των θέσεων στις οποίες φύεται.</p><p>Μέτρα προστασίας: Με βάση τα παραπάνω, το μόνο προτεινόμενο διαχειριστικό μέτρο είναι η ενημέρωση των αρμοδίων δασικών αρχών, προκειμένου να θέσουν εκτός δασικής διαχείρισης, με απαγόρευση της υλοτομίας, τις θέσεις όπου απαντά το είδος.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσής &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFC9FFD198C7367CFA3EFE1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFCBFFD398C7367CFA3EFD4F.text	9E288790FFCBFFD398C7367CFA3EFD4F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Epipactis pontica Taubenheim	<div><p>Epipactis pontica Taubenheim</p><p>Orchidaceae</p><p>Epipactis pontica Taubenheim in Orchidee 26(2): 68 (1975).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Τουρκία] "Pass Dorukhan geçidi, 800-900 m", 1 Aug. 1974, Taubenheim 74.343 (HEID).</p><p>Συνώνυμα: Epipactis helleborine (L.) Crantz subsp. pontica (Taubenheim) Sundermann in Eur. Medit. Orch. ed. 3: 41 (1980).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με 1(-2) λεπτούς βλαστούς. Βλαστοί ύψους 15-35 cm, πράσινοι, με σχετικώς μακρές και πυκνές τρίχες. Φύλλα βλαστού 3-7, σκούρα πράσινα, σε ±σπειροειδή διάταξη, απλωμένα έως όρθια, διαστάσεων 4,5-8,5 x 1-2,5 cm. Κατώτερο βράκτιο μήκους 1,2-4 cm,, προβάλλει πέρα από το άνθος. Ταξιανθία βραχεία, χαχα-- λαρή, συχνά στη μία πλευρά του βλαστού, ύψους 3-7 cm. Άνθη 3-15, μικρά, αυτεπικονιαζόμενα, ενίοτε κλειστόγαμα, κιτρινοπράσινα, ανοίγουν κατά το ήμισυ, κωδωνοειδή, κρεμάμενα έως σχεδόν οριζόντια. Σέπαλα μήκους 6,5-8 mm. Πέταλα υαλώδη. Υποχείλιο πρασινωπό έως λευκό εξωτερικά, στιλπνό πράσινο έως ελαιοπράσινο εσωτερικά· επιχείλιο λευκωπό, πράσινο στο κέντρο, 2,3-3 x 3-4,2 mm,, καρδιόσχημο με κυματοειδή περιθώρια, ακραίο τμήτμή-- μα του πλατύ και καμπτόμενο προς τα κάτω και πίσω, φέρει δύο πολύ ελαφρά, ωχροπράσινα εξογκώματα στη βάση του, ενώ η ένωσή του με το υποχείλιο είναι στενή. Ανθήρας λευκωπός, μεγάλος, προεξέχων από το βισκίδιο. Κλινάνδριο πολύ μικρό ή σχεδόν απόν. Ανθικός ποδίσκος βραχύς, με ιώδεις αποχρώσεις στη βάση του.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 40 (Delforge 2006).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος εξαπλώνεται κυρίως στις βόρειες περιοχές της Ανατολίας και πιο συγκεκριμένα στα όρη του Πόντου, απ' όπου πήρε το όνομά του. Τα τελευταία έτη έχει καταγραφεί σε διάφορες χώρες, όπως Ουγγαρία, Σλοβακία, Αυστρία, Σλοβενία, Ιταλία, καθώς επίσης στη Βουλγαρία (Petrova &amp; Venkova 2006) και την Ελλάδα (Tsifsis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοπος: H Epipactis pontica απαντά συνήθως σε σκιερές θέσεις δασών, κυρίως πλατυφύλλων ειδών, σε υψόμετρo 200-1.500 m (Baumann &amp; al. 2006). Στην Ελλάδα βρέθηκε σε δύο θέσεις σε δάση οξυάς και σε μία θέση σε θαμνώνες γαύρου-οστρυάς στην ευρύτερη περιοχή του Φρακτού (Ροδόπη), στο Νομό Δράμας. Και οι τρεις υποπληθυσμοί καταγράφηκαν σε σχετικώς αδιατάρακτα ενδιαιτήματα, με αρκετά υψηλά επίπεδα υγρασίας.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Epipactis pontica διακρίνεται από την E. persica (Soó) Nannfeldt εξαιτίας του χνοώδους άξονα της ταξιανθίας της, ενώ από τα άλλα μέλη της ομάδας της E. helleborine (L.) Crantz διαφέρει στα μικροτέρων διαστάσεων μορφομετρικά χαρακτηριστικά της και την απουσία χρωματισμών στα άνθη της (Renz &amp; Taubenheim 1984, Delforge 2006).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα το είδος έχει καταγραφεί σε τρεις θέσεις, στις οποίες οι υποπληθυσμοί του αποτελούνται από περίπου 70, 100 και 100 άτομα αντίστοιχα. Ο υποπληθυσμός με τα περίπου 70 άτομα βρέθηκε εκτός των φυσικών ορίων του δάσους Φρακτού, αλλά εντός του ομώνυμου δασικού συμπλέγματος. Οι άλλοι δύο υποπληθυσμοί καταγράφηκαν εντός του Φρακτού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2.1+2. Τα κριτήρια D1+21+2 ισχύουν με τα μέχρι σήμερα δεδε-- δομένα εξάπλωσης του είδους διότι αφενός έχουν καταμετρηθεί περίπου 300 άτομα, δηλαδή αρκετά λιγότερα από το όριο που θέτει το κριτήριο D1 (&lt;1.000 άτομα) και αφετέρου επειδή είναι γνωστοί μόνο τρεις υποπληθυσμοί του είδους στην Ελλάδα. Αν δηλαδή λάβουμε υπόψη ότι η κάθε καταγραφή αντιπροσωπεύει επιφάνεια 4 km2 (IUCN 2006) τότε η συνολική επιφάνεια των καταγραφών είναι μικρότερη από 20 km2. Εκτός από την συνολική επιφάνεια που καταλαμβάνει το είδος, που στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρότερη από το ανωτέρω όριο (0,1-0,3 εκτάρια) και ο αριθμός των καταγραφών είναι επίσης κατώτερος από το όριο που τίθεται.</p><p>Όσον αφορά στους επικείμενους κινδύνους, προς το παρόν δεν φαίνεται οι τρεις υποπληθυσμοί να διατρέχουν κάποιον ιδιαίτερο κίνδυνο εξαιτίας ανθρωπίνων επιδράσεων. Αντιθέτως προς τα ανωτέρω, το έτος 2007 οι αριθμοί των ατόμων και των τριών υποπληθυσμών ήταν κατά πολύ μειωμένοι, συγκριτικώς με τα προηγούμενα έτη, γεγονός που οφείλεται στις έντονα ξηρές κλιματικές συνθήκες των μηνών που προηγήθηκαν.</p><p>Επειδή η Epipactis pontica βρίσκεται στα όρια της γεωγραφικής της εξάπλωσης, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις κλιματικές μεταβολές. Μία τέτοια μεταβολή θα μπορούσε να προέλθει εξαιτίας οποιασδήποτε υλοτομίας στις θέσεις καταγραφής του είδους, που θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή του μικροκλίματος και κυρίως τη μείωση των επιπέδων υγρασίας του εδάφους και της σχετικής υγρασίας του μικροπεριβάλλοντος, λόγω των αυξημένων επιπέδων της ηλιακής ακτινοβολίας που θα φτάνει στο έδαφος.</p><p>Μέτρα προστασίας: Στηριζόμενοι στα παραπάνω, το μόνο διαχειριστικό μέτρο που πρέπει να ληφθεί είναι η ενημέρωση της αρμόδιας Δασικής Αρχής και συγκεκριμένως του Δασαρχείου Δράμας, προκειμένου να θέσει εκτός δασικής διαχείρισης, με απαγόρευση της υλοτομίας, τις θέσεις όπου βρέθηκε το είδος.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσής &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFCBFFD398C7367CFA3EFD4F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFF5FFEE98C7367CFA35FBB1.text	9E288790FFF5FFEE98C7367CFA35FBB1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Epipactis subclausa Robatsch	<div><p>Epipactis subclausa Robatsch</p><p>Orchidaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Epipactis subclausa Robatsch in Linzer Biol. Beitr. 20 (1): 167 (1988).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (NC), Μακεδονία, Νομός Πιερίας] "Mt. Olymp, ober Litochorion, 1200 m", 27 Aug. 1984, Robatsch (Ολότυπος: KL).</p><p>Συνώνυμα: Epipactis thessala B. Baumann &amp; H. Baumann in Mitt. Bl. Arbeitskr. Heim. Orch. Baden- Württ. 20 (1): 5 (1988).</p><p>Epipactis atrorubens (Hoffm.) Besser subsp. subclausa (Robatsch) Kreutz in Komp. Eur. Orch. 59 (2004).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με βραχύ ρίζωμα, από όπου εκφύονται ένας έως λίγοι βλαστοί. Στελέχη 15-50 cm, πορφυρού ή ιώδους-πρασινωπού χρώματος, καλυμμένα με πυκνό, βραχύ τρίχωμα, εκτός από τη βάση τους. Φύλλα βλαστού 7-11, σε σπειροειδή διάταξη, πρασινωπά και συνήθως με ισχυρή ιώδη απόχρωση και στις δύο επιφάνειες, επιμήκη-αντωοειδή, τα μεσαία διαστάσεων 30-70 x 13-26 mm,, συνήθως μακρύτερα των μεσογονατίων διδι-- αστημάτων. Ταξιανθία μήκους 5-15 cm, μονόπλευρη, με 10-30 άνθη. Βράκτια υποπράσινα, λογχοειδή. Σέπαλα και πέταλα 5-8 x 2,5-5 mm,, καστανοπράσινα, με ιώδεις αποαπο-- χρώσεις, εξωτερικώς τριχωτά. Χείλος μήκους 4,8-6,0 mm, υποχείλιο πρασινωπό, ημισφαιρικό, στιλπνό εσωτερικώς, λευκωπό έως πρασινωπό εξωτερικώς, επιχείλιο καρδιοειδές, διαστάσεων 2,2-2,5 x 3,5-5,0 mm, λευκοπράσινο με λευκό κέντρο και αποχρώσεις ρόδινου-ιώδους, φέρει στη βάση δύο υβώματα. Ανθήρας πρασινοκίτρινος, ωοθήκη και ποδίσκος πρασινοϊώδεις, καλυμμένοι με πυκνό, μακρύ, φαιό τρίχωμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μέσα Ιουλίου έως τέλος Αυγούστου, αναλόγως του υψομέτρου και της έκθεσης.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας. Η κύρια περιοχή εξάπλωσής του είναι η Κ. και Β. Ελλάδα (περιγράφηκε από τον Όλυμπο, Robatsch 1988). ΥπάρΥπάρ-- χουν, όμως, αναφορές ότι εξαπλώνεται και σε νοτιότερες περιοχές μέχρι την Αττική (βλέπε Βaumann &amp; Baumann 1988, Kalopissis 1988). Οι καταγραφές από ορεινές περιπερι-- οχές της Β. Πίνδου αυξάνουν τις πιθανότητες το είδος να φύεται επίσης στην Αλβανία.</p><p>Βιότοπος: Η Epipactis subclausa απαντά στον υπόροφο δασών και σε όρια δασικών εκτάσεων, σε σκιερά μέρη, που είτε συγκρατούν κάποια υγρασία είτε παραμένουν ξηρά για κάποια περίοδο του έτους, όμως, δεν υπερθερμαίνονται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Το έδαφος μπορεί να είναι πετρώδες ή χουμώδες, ορισμένες φορές με βλάστηση αγρωστωδών. Το είδος προτιμά τα ασβεστολιθικά ή δολομιτικά πετρώματα και μπορεί να αποικίζει είτε δάση Οξυάς, είτε δάση Ελάτης (Γιαννάκος 2007) ή περιοχές με μικτά δάση. Εξαπλώνεται σε υψόμετρο 700- 1700 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το ταξινομικώς πλησιέστερο είδος της Epipactis subclausa φαίνεται να είναι η ευρέως εξαπλωμένη E. atrorubens (Hoffm.) Besser, από την οποία διαφέρει στις ιώδεις αποχρώσεις των επιφανειών του φύλλου και του βλαστού, στα φύλλα που είναι σπειροειδώς τοποθετημένα στο βλαστό, στην τρίχωση και σε μικρότερα μορφολογικά γνωρίσματα των ανθέων. Συγγενής είναι επίσης η E. parviflora (A. Niesch. &amp; C. Niesch.) E. Klein της Δ. Μεσογείου, η οποία όμως δεν παρουσιάζει τις έντονες ιώδεις αποχρώσεις στα φύλλα και τα άνθη και έχει στενότερη βάση επιχειλίου (Delforge 2006). Παρά τις μορφολογικές διαφορές με τα συγγενή είδη, όλη η ομάδα χρειάζεται προσεκτική ταξινομική μελέτη στο μέλλον.</p><p>Το όνομα Epipactis thessala B.. Baumann &amp; H.. BauBau-- mann δημοσιεύτηκε για το είδος την ίδια χρονιά (Bau-Baumann &amp; Baumann 1988) με την δημοσίευση του Robatsch (1988), όμως αργότερα στο ίδιο ημερολογιακό έτος.</p><p>Η Epipactis thessala B.. Baumann &amp; H.. Baumann δη-δημοσιεύθηκε ως νέο είδος το ίδιο έτος με την E. subclausa, αλλά ημερολογιακώς αργότερα. Έτσι παραμένει η E.. sub-subclausa ως το ισχύον όνομα για το ίδιο φυτό.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To είδος είναι σπάνιο και σχησχη-- ματίζει ολιγομελείς πληθυσμούς, οι οποίοι συνήθως δεν υπερβαίνουν τον αριθμό των 100 ατόμων ανά γνωστή τοποθεσία εμφάνισης. Ο αριθμός των ατόμων στην ίδια περιοχή φαίνεται να ποικίλει κάθε έτος, όμως δεν είναι ακόμη γνωστό αν αυτό οφείλεται τεκμηριωμένα σε υποβάθμιση του πληθυσμού, σε μεταβολές των περιβαλλοντικών συνθηκών ή πρόκειται για περιοδικό φαινόμενο που σχετίζεται με τη βιολογία του είδους. Αν δεν ανακαλυφθούν νέες θέσεις, ενδέχεται ο ολικός πληθυσμός της Epipactis subclausa να είναι μικρότερος των 3.000 ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η καταστροφή των δασικών εκτάσεων, κυρίως από πυρκαγιές, ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην δημογραφία του είδους αλλά και στην τράπεζα σπερμάτων που πιθανώς διατηρείται στον βιότοπο. Περαιτέρω, οι δασικές πυρκαγιές μπορεί να επιφέρουν αλλαγές στην πυκνότητα της βλάστησης, καθώς και μείωση της σκίασης και της υγρασίας στον υπόροφο. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα και έτσι δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο πως επιδρά η πυρκαγιά στην μακροπρόθεσμη επιβίωση του συγκεκριμένου είδους ή άλλων ειδών του γένους. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η φύτρωση των σπερμάτων σε πολλά μέλη της οικογένειας Orchidaceae είναι μία ιδιαίτειδιαίτε-- ρη διαδικασία, η οποία προΰποθέτει συμβιωτικές σχέσεις με μύκητες, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης.</p><p>Σημαντικός κίνδυνος για τους πληθυσμούς του είδους είναι η μετεγκατάσταση κοπαδιών ζώων, τα οποία κατά την θερινή περίοδο, μετακινούνται σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές και εγκαθίστανται σε θέσεις όπου φύεται η Epipactis subclausa . Σε πολλές ορεινές περιοχές η βόσκηση τη θερινή περίοδο κατά την οποία το είδος ανθίζει γίνεται άναρχα, με πολλαπλάσιο αριθμό ζώων από την αντίστοιχη βοσκοϊκανότητα κάποιας περιοχής.</p><p>Με τα διαθέσιμα στοιχεία των μικρών πληθυσμών του είδους που είναι διάσπαρτοι σε λίγες περιοχές της Ελλάδας και υπόκεινται στον διαρκώς αυξανόμενο κίνδυνο αλλοίωσης του δασικού περιβάλλοντός τους, προτείνουμε η Epipactis subclausa να χαρακτηρισθεί ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) σύμφωνα με την IUCN (2001). Χρειάζεται παρακολούθηση των πληθυσμών της για πιθανές αλλαγές της κατηγορίας απειλής στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το είδος Epipactis subclausa και πολλά άλλα είδη της οικογένειας Orchidaceae χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία εξαιτίας του ευαίσθητου βιολογικού τους κύκλου. Η συλλογή των ειδών και το κόψιμο των ανθέων θα πρέπει να απαγορευθεί αυστηρά. Όλα τα είδη του γένους Epipactis θα πρέπει να προστατευθούν από τις δασικές πυρκαγιές, τις παράνομες ή απρόσεκτες υλοτομήσεις των δασών όπου φύονται και τις διαρκώς αυξανόμενες αλλοιώσεις του βιοτόπου τους. Επίσης, η εντατική κτηνοτροφία θα πρέπει να αποφεύγεται σε θέσεις κοντινές στους πληθυσμούς τους και να παρεμποδίζεται η είσοδος κτηνοτροφικών ζώων σε δασικές εκτάσεις που φιλοξενούν σπάνια είδη ή παρουσιάζουν προβλήματα αναγέννησης.</p><p>Τα είδη της οικογένειας Orchidaceae στην Ελλάδα προστατεύονται με Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο, όμως, χρειάζεται ενεργοποίηση και πρακτική εφαρμογή.</p><p>Θεοφάνης Καραμπλιάνης, Λάμπρος Γιαννάκος &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFF5FFEE98C7367CFA35FBB1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFF6FFE998DE367CFA3EFB9C.text	9E288790FFF6FFE998DE367CFA3EFB9C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Erysimum krendlii Polatschek	<div><p>Erysimum krendlii Polatschek</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Erysimum krendlii Polatschek in Phyton (Horn) 34: 192 (1994).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (NAe), Νήσος Σαμοθράκη] "oberhalb Chora, ca. 300-400 m", 29 Jun. 1983, F. Krendl 2901 (Ολότυπος: W. Ισότυπος: LD. Επιπρόσθετα δείγματα: C, ATH).</p><p>Συνώνυμα: Erysimum smyrnaeum auct., non Boiss. &amp; Balansa in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 5: 23 (1856).</p><p>Περιγραφή: Διετές ή μικρής διάρκειας πολυετές φυτό, το πρώτο έτος με απλή ή διακλαδιζόμενη ξυλώδη βάση βλαστού διαμέτρου έως 8 mm και το δεύτερο με 1-4 βλαστούς. Ύψος 14-35 cm κατά την ανθοφορία, 45-60 cm κατά την καρποφορία. Βλαστός απλός, με ρόδακα φύλλων βάσης συνήθως αποξηραμένο αρκετά πριν την άνθηση, με βραχέα εκβλαστήματα στις μεσαίες και ανώτερες μασχάλες των φύλλων και (5-)10 ή περισσότερα φύλλα βλαστού. Άνω τμήμα βλαστού κυλινδρικό με κατά μήκος αυλακώσεις, με πυκνές τρίχες στερεωμένες στο μέσον τους, πολλές τριακτινωτές και λίγες τετρακτινωτές. Φύλλα 30-55(-75) x 3-10(-13) mm, τα πρώτα έμμισχα, τα επόμενα ακέραια, όλα οδοντωτά με μερικούς δίληκτους οδόντες ή σχεδόν ακέραια με μικρούς οδόντες, όλα με πολλές πεντακτινωτές τρίχες, κάποιες εξακτινωτές και λίγες τρι- ή τετρακτινωτές. Ταξιανθία που συνήθως καταλαμβάνει το 1/3 έως το 1/2 του βλαστού, με 1-5(-7) κλάδους, εμφανώς επιμηκυμένους κατά την καρποφορία. Καρπός κέρας, ποδίσκοι 3-5 mm κατά την ανθοφορία, έως 6 mm κατά την καρποφορία, σχεδόν παρόμοιου πάχους με τους καρπούς, με πολλές τρι- και τετρακτινωτές τρίχες και λίγες πεντακτινωτές και δισχιδείς τρίχες. Άνθη κίτρινα. Σέπαλα 7-8 x 1,2-2,2 mm, ωοειδή-λογχοειδή, με πολλές τετρακτινωτές, μερικές πεντακτινωτές και λίγες τριακτινωτές τρίχες. Πέταλα 13-15 x 3,5-5 mm, ονυχοειδή, τριχωτά στην εξωτερική επιφάνεια με μερικές πεντακτινωτές και λίγες τετρακτινωτές και εξακτινωτές τρίχες. Καρποί 35-63 x 1-1,2 mm, κυλινδρικοί, με πολλές εξακτινωτές, μερικές πεντακτινωτές και λίγες τετρακτινωτές και επτακτινωτές τρίχες. Στύλοι αφανείς ή μικρότεροι των 0,5 mm, στενότεροι από τους καρπούς, με ανάμικτες τετρα-, πεντα- και εξακτινωτές τρίχες. Στίγμα με σφαιρική κορυφή. Σπέρματα 1,2 x 0,8 mm, ελλειψοειδή-φακοειδή, καστανά.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Polatschek 1997).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το Μάιο έως τα τέλη του Ιουλίου (αρχές Αυγούστου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνον από τη νήσο Σαμοθράκη (Polatschek &amp; Snogeup 2002).</p><p>Βιότοπος: Το είδος απαντά σε φρύγανα, πετρώδεις πλαγιές και λίγο-πολύ διαταραγμένα ενδιαιτήματα σε πλευρές δρόμων, σε διάφορα υποστρώματα. Φύεται μαζί με άλλα κοινά φυτά όπως τα: Micromeria juliana, Parietaria judaica, Hyoscyamus albus, Carduus taygeteus subsp. insularis, Tordylium apulum, Petrorhagia dubia, Smyrnium olusatrum, Crucianella latifolia, Silene italica, Urtica spp. κ.ά. Μέρος του βιοτόπου του έχει υποστεί έντονη επίδραση από ανθρωπογενείς δραστηριότητες (δημιουργία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων) και έχει δεχθεί εισβολή από το αλλόχθον είδος Chenopodium multifidum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Erysimum krendlii περιγράφηκε πριν περίπου 15 έτη (Polatschek 1994) και ανήκει σε μία ομάδα πολλών ειδών του sect. Erysimum, τα οποία χαρακτηρίζονται από διαφορετικού είδους τρίχες στα διάφορα φυτικά τμήματα. Προηγούμενες συλλογές του E. krendlii αναφέρονται στο στενά συγγενές είδος E. smyrnaeum Boiss. &amp; Balansa. Το τελευταίο είναι γνωστό στην Ελλάδα μόνον από τις νήσους Κω και Δ. Κρήτη και εξαπλώνεται κυρίως σε όλη την Ανατολία έως το Λίβανο και το όρος Χερμών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Erysimum krendlii σχηματίζει αραιούς υποπληθυσμούς με λιγοστά άτομα. Ο πληθυσμός, ο οποίος έχει εξετασθεί, απαριθμεί λιγότερα από 800 άτομα σε μία έκταση 3 ha και εντοπίζεται σε πετρώδεις πλαγιές κοντά στη Χώρα (Σαμοθράκη) και σε πλευρές δρόμων από τη Χώρα προς το λιμάνι Καμαριώτισσα, σε υψόμετρο 250-300 m. Πέραν αυτού του υποπληθυσμού, κάποιοι άλλοι φαίνεται να υπάρχουν στη Σαμοθράκη, σε ενδιάμεσα υψόμετρα (250-1.000 m) του όρους Φεγγάρι (Σάος). Αν και το E. krendlii έχει συλλεχθεί σε πετρώδεις πλαγιές του όρους Φεγγάρι σε υψόμετρο περίπου 1.500 m (18 Jun. 1936, K. Rechinger 9889, LD), οι A. Strid και P. Hartwig δεν επιβεβαιώνουν την παρουσία αυτού του υποπληθυσμού κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής βοτανικής αποστολής του 1997 στη Σαμοθράκη (Strid &amp; Tan 1998).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι υπάρχοντες υποπληθυσμοί του Erysimum krendlii κινδυνεύουν από ακατάλληλες ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η περιοχή εξάπλωσης του είδους στη Σαμοθράκη υπερβόσκεται και συγχρόνως παρουσιάζει μεγάλη επισκεψιμότητα τόσο από τουρίστες όσο και από τοπικούς κατοίκους. Σε απόσταση λιγότερη των 10 m από έναν υποπληθυσμό του E. krendlii, κατασκευάσθηκε ο κύριος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων της Χώρας που πιθανότατα κατέστρεψε τμήμα του αρχικού βιοτόπου. Τα κατασκευαστικά έργα και η διαπλάτυνση δρόμων, η φύτευση καλλωπιστικών φυτών και η αναδάσωση στην περιοχή απειλούν ή μπορεί να καταστρέψουν τον βιότοπο του E. krendlii . Για τον λόγο αυτό τέτοιες ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται. Τμήμα της περιοχής εξάπλωσης του φυτού έχει δεχθεί εισβολή από τα αλλόχθον είδος Chenopodium multifidum, το οποίο δεν βόσκεται. Σημαντικές αλλαγές στη χρήση γης, όπως διακοπή της βόσκησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των δενδρωδών ειδών στην περιοχή, π.χ. εξάπλωση Pinus halepensis που προέρχεται από την αναδασωμένη περιοχή.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής συνολικά έκτασης στην οποία φύεται το E. krendlii, του μικρού μεγέθους των υποπληθυσμών και του συνολικού αριθμού ενηλίκων ατόμων καθώς και της μεγάλης πιθανότητας η ποιότητα του οικοτόπου του να μεταβληθεί δραματικά στο μέλλον εξαιτίας ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), καθώς πληρούνται τα κριτήρια Β1a,b(iii)+2a,b(iii) και ενδεχομένως το D2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία του Erysimum krendlii . Ως αποτελεσματικές δράσεις για τη διατήρηση των υποπληθυσμών του προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης, η προσεκτική και συνεχόμενη απομάκρυνση των υπέργειων τμημάτων του εισβολικού αλλόχθονος φυτού Chenopodium multifidum καθώς και η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στους βιοτόπους της, όπως η ανέγερση κτισμάτων, η διαπλάτυνση οδικών αρτηριών, η φύτευση καλλωπιστικών ειδών ή ο καθαρισμός της βλάστησης. Η επίδραση της βόσκησης στους υποπληθυσμούς του όρους Σάος πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά. Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών μακροπρόθεσμα. Σπέρματα τριών διαφορετικών ατόμων συλλέχθηκαν προκειμένου να καλλιεργηθούν στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων, του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας, για την ex situ διατήρηση και προστασία του είδους.</p><p>Νικόλαος Κρίγκας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFF6FFE998DE367CFA3EFB9C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFF3FFE498C7367CFA36FD6A.text	9E288790FFF3FFE498C7367CFA36FD6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Euphorbia rechingeri Greuter	<div><p>Euphorbia rechingeri Greuter</p><p>Euphorbiaceae</p><p>Euphorbia rechingeri Greuter in Candollea 20: 170 (1965).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "inter loca Mávro Korfáli et Eklisídia dicta ad radices septemtrionales montis Páchnes, 1800-1900 m", Greuter 4849 (Ολότυπος: PAL-Greuter. Ισότυποι: G, LD, W, Z).</p><p>Συνώνυμα: Euphorbia myrsinites L. subsp. rechingeri (Greuter) Aldén in Strid (ed.), Mount. Fl. Greece, 1: 570 (1986).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, με κάπως σαρκώδη στελέχη που σχηματίζουν συστάδες,με μία μακρά,πασσαλώδη,διογκωμένη ρίζα πάχους 5-8 mm και με βάση βλαστών ξυλώδη, βραχεία, με πολλές διακλαδώσεις. Βλαστοί ανορθωμένοι ή καμπτόμενοι προς τα άνω, μήκους 10-12 cm και πάχους 2-3 mm, με φύλλα μόνο προς την κορυφή τους, άτριχοι. Φύλλα σχεδόν άμισχα, έντονα γλαυκά, με ιώδεις αποχρώσεις στα κράσπεδα και στο μεσαίο νεύρο της κάτω επιφάνειας, αντωοειδή, 9-16 x 6-9 mm, άτριχα και στις δύο επιφάνειες, κράσπεδα ακέραια, απόληξη με ακίδα. Συνταξιανθία πολύ βραχεία, συνήθως ένα σκιάδιο με 5 ακτίνες. Φύλλα κυρίων και δευτερευουσών ακτίνων παρεμφερή με τα υπόλοιπα φύλλα σε χρώμα και υφή, άτριχα. Φύλλα κυρίων ακτίνων αντωοειδή ή κυκλικά, με στρογγυλή απόληξη ή ακιδωτά. Φύλλα δευτερευουσών ακτίνων σχεδόν κυκλικά με απόληξη στρογγυλή ή ελάχιστα ακιδωτή. Αδένες κυαθίων 4, με χρώμα λαμπρό πορτοκαλί, ερυθρό ή ιώδες, απόληξη ευρέως ακρότομη, με δύο διογκωμένα κεράτια, κράσπεδα εν μέρει βλεφαριδωτά. Κάψα σχεδόν σφαιρική έως ελαφρώς τριγωνική, με ακανόνιστα μικροσκοπικά φυμάτια, βαλβίδες με πολύ αμβλεία καρίνα στην αποαξονική τους επιφάνεια. Σπέρματα ανοικτοκάστανα στην ωριμότητά τους, σφαιρικά-πρισματικά, λεία, με σαρκώδες ελαιόσωμα, λευκό, ακρότομο-πυραμιδοειδές, με βραχύ μίσχο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το Μάιο έως τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος του ορεινού όγκου των Λευκών Ορέων της Δ. Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Σχισμές ασβεστολιθικών κρημνών, λιθώνες και σάρες σε υψόμετρο 1.750-2.400 m. Ανάμεσα στα συνοδά είδη περιλαμβάνονται τα ακόλουθα (*= ενδημικό της Κρήτης): * Acantholimon androsaceum, * Anchusa cespitosa, * Asperula idaea, * Centaurea idaea, * Cynoglossum sphacioticum, Euphorbia herniariifolia, * Lactuca alpestris, Lysimachia serpyllifolia, * Pimpinella tragium subsp. depressa, Rhamnus saxatilis subsp. prunifolia και Satureja spinosa .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Euphorbia rechingeri είναι παρεμφερής και πιθανώς συγγενής με άλλα τρία μεσογειακά, νησιωτικά ενδημικά είδη: την E. corsica Req. από την Κορ-Κορσική, την E. fontqueriana Greuter από τις Βαλεαρίδες και την E. veneris M. S. Khan από την Κύπρο (Greuter 1965). Είναι επίσης παρεμφερής με την ευρύτερα εξαπλωμένη E. myrsinites L. από τη Ν. Ευρώπη και τη ΝΔ. Ασία, η οποία εμφανίζεται στην Ελλάδα, αλλά όχι στην Κρήτη (Greuter 1965). Στην Κρήτη, η E. rechingeri εμφανίζεται σε ανάλογους βιοτόπους με την E. herniariifolia και τα δύο είδη μπορεί επίσης να φύονται μαζί, όμως η E. herniariifolia έχει περισσότερα και λεπτότερα στελέχη, πολύ μικρότερα φύλλα (συνήθως 2-5 mm)),, αδένες κυαθίου με μακρύτεμακρύτε-- ρους, αιχμηρούς αδένες και κάψα με 2 ευκρινείς, αποαξονικές πτέρυγες.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον 6 υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από τα Λευκά Όρη. Ο συγγραφέας του άρθρου έχει παρατηρήσεις σε έναν από αυτούς, κατά μήκους του μονοπατιού μεταξύ του όρους Μοδάκι και του περάσματος Ρουσιές. Σε αυτή την θέση παρατηρήθηκαν περίπου 17 άτομα, από τα οποία 10 ήταν ενήλικα. Περίπου 700 m μακρύτερα παρατηρήθηκαν ακόμη 5 άτομα (δεν είναι πρακτικό να θεωρηθούν οι δύο αυτές θέσεις ως ξεχωριστοί υποπληθυσμοί διότι είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν φυτά και ενδιάμεσα των δύο θέσεων). Το μέγεθος των άλλων υποπληθυσμών δεν είναι γνωστό. Το εύρος στο οποίο τα φυτά εξαπλώνονται μπορεί να είναι μόνο 25 km2 και η περιοχή που καταλαμβάνουν μόνο 6 km2. Ο συνολικός πληθυσμός μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερα από 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Επειδή τα φυτά είναι τοξικά, φαίνεται απίθανο η βόσκηση να συνιστά έναν σημαντικό κίνδυνο για αυτά. Εντούτοις, η σπανιότητα του είδους και ο κίνδυνος της υπερσυλλογής από βοτανικούς και κηπουρούς θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε πιθανή εξαφάνιση. Σε πολύ μικρούς υποπληθυσμούς, όπου ο αριθμός των ατόμων έχει ελαττωθεί κάτω από ένα κρίσιμο όριο, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος της ολικής εξαφάνισης, εξαιτίας απρόσμενων περιβαλλοντικών καταστροφών ή εξαιτίας της αναπαραγωγικής κατάρρευσης, που οφείλεται σε έλλειψη γενετικής ποικιλότητας. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) VU)) για το είδος, σύμσύμ-- φωνα με την IUCN (2001), εξαιτίας των κριτηρίων D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Απαιτείται η έρευνα καταλλήλων βιοτόπων στα Λευκά Όρη, έτσι ώστε να ευρεθούν επιπρόσθετοι υποπληθυσμοί. Ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί κατόπιν αδείας (αν κάτι τέτοιο δεν συνιστά κίνδυνο) και να καλλιεργηθούν υποπληθυσμοί ex situ, από όπου θα μπορούσε να παραχθεί περισσότερο υλικό για διανομή σε Βοτανικούς Κήπους, ενώ προτείνεται τα σπέρματα να κατατεθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους στο φυσικό του περιβάλλον, ή της ενδυνάμωσης των φυσικών υποπληθυσμών, σε περίπτωση που αυτοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFF3FFE498C7367CFA36FD6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFFCFFE698DE378AFA36FC0F.text	9E288790FFFCFFE698DE378AFA36FC0F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Euphorbia sultan-hassei Strid, Bothmer, Engstrand & M. A. Gust.	<div><p>Euphorbia sultan-hassei Strid, B. Bentzer, Bothmer, Engstrand &amp; M. A. Gust.</p><p>Euphorbiaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Euphorbia sultan-hassei Strid, B. Bentzer, Bothmer, Engstrand &amp; M. A. Gust. in Willdenowia 19: 63 (1989).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Imbros ravine NE of Hora Sfakion (35ª13' N, 24ª10'E), lower and middle parts, 200-400 m," 12 May 1988, Strid &amp; al. 26697 (Ολότυπος: C. Ισότυποι: ATH, B, C, E, G, LD, UPA).</p><p>Περιγραφή: Χαλαρός, σχεδόν σφαιρικός θάμνος ύψους έως 1,5 m,, μη ακανθώδης, σχεδόν λείος. Κλαδίσκοι σχετισχετι-- κώς λεπτοί, διατηρούντες φύλλωμα στα ακραία 5-15 cm των τμημάτων τους, με διακλαδώσεις εμφανώς ψευδοδιχοτομικές, φέρουσες μόνιμες ουλές στη θέση των παλαιών φύλλων, φλοιός με χρώμα απαλό ερυθροκάστανο, με αβαθείς ακανόνιστες αυλακώσεις. Φύλλα με πυκνή σπειροειδή διάταξη, σχεδόν άμισχα, ελαφρώς γλαυκά και με μικροσκοπικές θηλές στην κάτω επιφάνεια, ωχροπράσινα στην άνω επιφάνεια, αντιλογχοειδή έως στενά ελλειπτικά, 3-5 cm x 5-9 mm,, με κράσπεδα ακέραια, κορυφή οξύληοξύλη-- κτη, μεσαίο νεύρο εμφανές στην κάτω επιφάνεια, πλευρικά νεύρα αφανή. Τα ανώτερα φύλλα ενίοτε φέροντα μικρή τούφα από τρίχωμα στη βάση τους. Βράκτια φύλλα όμοια με τα φύλλα του βλαστού, πράσινα, ίσα έως διπλάσια του μήκους των ακτίνων, βρακτίδια πράσινα στην άνθηση, στενώς αντωοειδή, 1-1,8 cm x 5-8 mm, αποπίπτοντα κατά την καρποφορία. Κύριες ακτίνες 3-5, μήκους 8-14 mm, η κάθε μία συνήθως φέρει μία απλή τριχοτόμηση, μασχαλιαίες ακτίνες απούσες, δευτερεύουσες ακτίνες μήκους c. 5 mm. Αδένες των κυαθίων 4, κιτρινωποί, νεφροειδείς, πλάτους c. 1,2 mm. Κάψα 3,8-4,8 x 4,4-5,8 mm, πυκνά καλυμμένη με κωνικά και πλευρικά σχετικώς συμπιεσμένα στις πλευρές τους φυμάτια, διαρρηγνυόμενη όταν έχει ακόμη πράσινο χρώμα. Στύλοι διακλαδισμένοι σχεδόν κατά το ήμισυ, στίγμα μικροσκοπικό, σφαιρικό. Σπέρματα καστανά, 2,7-3,2 x 2-2,3 mm, ρυτιδομένα-θηλοειδή από ομάδες υπερυψωμένων κυττάρων, ελαιόσωμα λευκωπό, ημισφαιρικό, πλάτους c. 1 mm.</p><p>Χρωμοσωματικοί αριθμοί: 2 n = 14 (Strid &amp; al. 1989).</p><p>Περίοδος άνθησης: Μάρτιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος των φαραγγιών της Επαρχίας Σφακίων, της ΝΔ. Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Υποχρεωτικό χασμόφυτο των ασβεστολιθικών βραχωδών πλευρών των φαραγγιών, απαντά από το επίπεδο της θάλασσας έως το υψόμετρο των 500 m.. ΣυνεμΣυνεμ-- φανιζόμενα χασμόφυτα είναι τα ακόλουθα (*= ενδημικό της Κρήτης): Brassica cretica subsp. cretica, * Centaurea argentea subsp. macrothysana, * Ebenus cretica, * Eryngium ternatum, * Ferulago thyrsiflora, * Galium fruticosum, Linum arboreum, * Petromarula pinnata, * Sanguisorba cretica, * Scutellaria sieberi, * Teucrium cuneifolium και * Verbascum arcturus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Euphorbia sultan-hassei ομοιάζει εκ πρώτης όψεως, με λεπτές, χασμοφυτικές μορφές του μεσογειακού είδους E. dendroides L. .,, το οποίο είναι ευρύευρύ-- τατα εξαπλωμένο στην Κρήτη. Η ομοιότητα αυτή εξηγεί εύλογα το γιατί η E. sultan-hassei δεν είχε ανακαλυφθεί μέχρι το 1987 (Fielding &amp; Turland 1995), αφού τα φυτά είχαν αγνοηθεί επειδή πιστευόταν ότι ανήκαν στην E. dendroides . Η ενδημική E. sultan-hassei διακρίνεται πολύ εύκολα από το E. dendroides, από τις κάψες που φέρουν φυμάτια (σε αντίθεση με τις κάψες του τελευταίου είδους που είναι λείες). Η E. sultan-hassei φαίνεται να συγγενεύει με τ ην E. hierosolymitana Boiss. από τη ΝΔ. Ασία και Αίγυπτο, και την E. bivonae Steud., που εξαπλώνεται στην Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Σικελία, Μάλτα, καθώς και σε μία ελληνική τοποθεσία στη βραχονησίδα του Δ. Αιγαίου, Βελοπούλα ή Παραπόλα, που βρίσκεται 45 km νότια της Ύδρας.Διαφέρει, όμως, από τα δύο συγγενικά της είδη κυρίως στο περίβλημα του σπέρματος, το οποίο εμφανίζεται ευκρινώς ρυτιδούμενο-θηλοειδές εξαιτίας ομάδων υπερυψωμένων κυττάρων, σε αντίθεση με τα εντελώς λεία και στιλπνά περιβλήματα σπερμάτων των E. bivonae και E. hierosolymitana .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Έξι υποπληθυσμοί της Euphorbia sultan-hassei είναι γνωστοί, όλοι από την Επαρχία Σφακίων. Από δυτικά προς ανατολικά βρίσκονται στα φαράγγια της Σαμαριάς, του Ελιγιά, της Αράδαινας, της Ιλίνγκας, της Ίμβρου και του Ασφένδου. Ο αριθμός των ωρίμων ατόμων είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εξαιτίας του δυσπρόσιτου μεγάλου τμήματος του βιοτόπου των απότομων πλαγιών. Ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει και τους έξι υποπληθυσμούς και έχει μετρήσει περισσότερα από 50 ώριμα άτομα στο φαράγγι του Ελιγιά, περισσότερα από 35 στο φαράγγι της Ιλίνγκας και περισσότερα από 30 στο φαράγγι της Ασφένδου. Οι υποπληθυσμοί στα φαράγγια της Αράδαινας και της Ίμβρου είναι μεγαλύτεροι, ο κάθε ένας τους με αριθμό, που ανέρχεται έως μερικές εκατοντάδες ώριμων ατόμων. Ο υποπληθυσμός στο φαράγγι της Σαμαριάς πιθανώς να είναι ακόμη μεγαλύτερος, αν λάβουμε υπόψη ότι ο βιότοπος περιλαμβάνει πολύ εκτεταμένες, απότομες πλαγιές, μεγάλο τμήμα του οποίου είναι δυσπρόσιτο. Επομένως, ο συνολικός πληθυσμός μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα άτομα. Η, συνολικώς, γνωστή περιοχή που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί, σύμφωνα με τα έξι φαράγγια και το ανώτερο όριο των 500 m, είναι περίπου 17 km2. Είναι, επίσης, πιθανό η E. sultan-hassei να εμφανίζεται και στο φαράγγι του Σφακιανού, ανατολικά της Χώρας των Σφακίων. Σύμφωνα με παρατηρήσεις του συγγραφέα, που πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 1990 και τον Απρίλιο του 1991, δεν εμφανίζεται στο φαράγγι Καπνής (μεταξύ των φαραγγιών της Ίμβρου και του Ασφένδου) και στα φαράγγια Καλλικρατιανό και Αργουλιανό (ανατολικά του φαραγγιού του Ασφένδου).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Τα φυτά προστατεύονται αποτελεσματικά από την βόσκηση των ζώων και την ανθρώπινη δραστηριότητα λόγω της υποχρεωτικής χασμοφυτικής προσαρμογής, σε βαθιά, στενά φαράγγια. Σε μερικές περιοχές η βλάστηση των απότομων πλαγιών εμφανίζεται αρκετά πυκνή, ώστε να μπορεί να καεί. Στην περίπτωση αυτή η φωτιά αποτελεί απειλή. Ακόμη και με αυτές τις ενδεχόμενες απειλές, φαίνεται απίθανο το είδος να μπορεί να καταταγεί ως Κινδυνεύον εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Επομένως, προτείνεται σύμφωνα με την IUCN (2001) η κατηγορία ΣχεΣχε-- δόν Απειλούμενο (ΝΤ).</p><p>Μέτρα προστασίας: Ένας υποπληθυσμός εντοπίζεται εντός του Εθνικού Δρυμού του Φαραγγιού της Σαμαριάς. Έρευνες θα πρέπει να διενεργηθούν και σε άλλα φαράγγια της ΝΔ. Κρήτης, όχι μόνο στο Σφακιανό φαράγγι, στα οποία είναι πιθανό να βρεθεί η Euphorbia sultan-hassei, αλλά επίσης και εκτός των γνωστών εκτάσεων εμφάνισής του, όπως είναι στα φαράγγια Αγία Ειρήνη, Τρυπητή και Κλάδος στα δυτικά, και στα φαράγγια Σκαλωτή, Αργουλιάνο και Ροδάκινο στα ανατολικά.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFFCFFE698DE378AFA36FC0F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFFEFFE798DE367CFA3EFAE1.text	9E288790FFFEFFE798DE367CFA3EFAE1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ferulago sartorii Boiss.	<div><p>Ferulago sartorii Boiss.</p><p>Umbelliferae</p><p>Ferulago sartorii Boiss., Fl. Or. 2: 299 (1872).</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (Kik), Κυκλάδες,, Νήσος Άνδρος]] "in pepe-- trosis ad viam inter Brachnon et coenobium Panagia Panachrantos ins. Andros", 22 Jul. 1857, J. Sartori 3619 [G-BOIS, βλέπε Bernardi (1979)].</p><p>Περιγραφή: Ποώδες πολυετές σκιαδοφόρο, όρθιο, ύψους 30-50(-100) cm, λείο, με ανεπτυγμένη ταξιανθία και πολύ σχισμένα φύλλα. Στέλεχος κυλινδρικό διαμέτρου 5(-10) mm,, με λίγα, μεγάλα, χαμηλά και μεσαία φύλλα και ποπο-- λυάριθμα, πυκνώς τοποθετημένα ανώτερα φύλλα. Φύλλα 2-4 φορές πτεροσχιδή, αυτά της βάσης και τα χαμηλότερα του βλαστού έμμισχα, τα ανώτερα άμισχα, τα αποληκτικά τμήματά τους ±κυλινδρικά, πλάτους 0,2-0,5 mm. Ταξιανθία διευθετημένη σε σύνθετο σκιάδιο, που περιλαμβάνει 6-10 σκιάδια, το κεντρικό μεγαλύτερο και νωρίτερα ανεπτυγμένο, η βάση της σύνθετης ταξιανθίας με αρκετά βράκτια παρεμφερή με αυτά που υποβαστάζουν κάθε σκάδιο. Σκιάδια με 10-18 ακτίνες μήκους 4-15 cm, βράκτια περίπου 10, ωοειδή, οξέα, μήκους περίπου 10 mm,, δευτερογενείς ακτίακτί-- νες μήκους 2-5 cm, άνισες. Σκιάδια με (10-)15-20 άνθη, ποδίσκοι ανθέων 3-8 mm, βρακτίδια συνήθως 5, ±στενώς ωοειδή, ακιδοφόρα. Άνθη κίτρινα. Σχιζοκάρπιο μήκους 10- 12 mm, με πλευρικά πτερύγια πλάτους περίπου 1 mm και 3 πυκνά τοποθετημένα ραχιαία επάρματα. Στυλοπόδιο κωνικό, μήκους περίπου 1 mm, με πλατειά βάση περίπου 1,5 mm, στίγματα μήκους 1,5 mm, όρθια στην βάση τους και στην πορεία τους καμπτόμενα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος έως Αύγουστος, παρατεινόμενη από την διαδοχική ανθοφορία των σκιαδίων.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από μία μικρή περιοχή της νήσου Άνδρου (ΒΔ. Κυκλάδες), η οποία πιθανώς περιορίζεται μόνο στα 2-3 km ΝΔ. της Χώρας Άνδρου, στην χαμηλότερη βόρεια πλαπλα-- γιά του όρους Γερακώνας. Παλαιές και νέες συλλογές, από τους Snogerup 1968, 1991 και Bothmer 1968, αναφέρονται μόνο από την περιοχή μεταξύ του χωριού Βραχνού και της Μονής Παναχράντου, εννοώντας με βεβαιότητα το παλαιό μονοπάτι μήκους περίπου 3 km.. Το 1991 αναφέραναφέρ-- θηκε και πάλι από την ίδια περιοχή. Το ιδιαίτερο αυτό είδος είναι πιθανόν ένα πραγματικό τοπικό ενδημικό της περιοχής μεταξύ του Βραχνού και της Μονής Παναχράντου (Snog-Snogerup &amp; al. 2006).</p><p>Βιότοπος: Το Ferulago sartorii αναπτύσσεται σε ξηρές ή με μικρή υγρασία θέσεις, σε ανοίγματα χαμηλών δασών ή θαμνώδους βλάστησης, σε διαβρωμένους σχιστόλιθους. Από του συλλέκτες ο βιότοπος περιγράφεται ως "πετρώδης" και "μικρή, βόρειας έκθεσης, κοιλάδα ρέματος".</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος έχει γίνει αποδεκτό από όλους τους συγγραφείς, χωρίς καμία αμφιβολία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Δεν έχει πραγματοποιηθεί λεπτομερής μελέτη. Ο πληθυσμός φαίνεται να είναι αρκετά μεγάλος και σταθερός, ώστε να έχει εντοπισθεί από διάφορους βοτανικούς κατά τη διάρκεια ενός διαστήματος 150 ετών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος θεωρείται Τρωτό (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), διότι απαντά μόνο σε μία και ίσως μοναδική μικρή περιοχή. Προς το παρόν δεν είναι γνωστοί κάποιοι παράγοντες που θα έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωση του είδους,αλλά θα μπορούσε να επηρεασθεί σημαντικά στο μέλλον από οποιαδήποτε αλλαγή χρήση γης στην βόρεια πλαγιά του όρους Γερακώνας.Μελλοντικές συλλογές θα πρέπει να αποφεύγονται, εκτός αν πρόκειται για επιστημονικές μελέτες, οι οποίες θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν έχουν ληφθεί ειδικά μέτρα προστασίας μέχρι σήμερα. Φαίνεται ότι το Ferulago sartorii δεν διατρέχει προς το παρόν κάποιον κίνδυνο, όμως, εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εξάπλωσής του, οποιαδήποτε δραστική αλλαγή στην χρήση γης της βόρειας πλαγιάς του όρους Γερακώνας πιθανόν να δημιουργήσει προβλήματα στην επιβίωσή του.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFFEFFE798DE367CFA3EFAE1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFF9FFE398C7367CFA3EFD4F.text	9E288790FFF9FFE398C7367CFA3EFD4F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria conica Boiss.	<div><p>Fritillaria conica Boiss.</p><p>Liliaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Fritillaria conica Boiss., Diagn. Pl. Orient. ser. 1, 7: 105 (1846).</p><p>Tύπος: [Eλλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Μεσσηνίας] "in Peloponneso prope Navarin", ann. 1845, Bory (Ολότυ-Ολότυπος: G-BOIS. Iσότυποι:?P, TCD).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο με βολβούς διαμέτρου μέχρι 2 cm. Βλαστός ύψους 7-33(-35) cm,, λείος. Φύλλα 5-8(-9), συσυ-- νήθως αντίθετα ή σχεδόν αντίθετα, ωοειδώς λογχοειδή έως λογχοειδή, διαστάσεων μέχρι 10 x 3 cm, λαμπερά πράσινα. Άνθη 1-2, κωνικά-κωνοειδή, ανοικτά προς τα έξω, φωτεινά κίτρινα, όχι ψηφιδωτά. Τέπαλα στενώς ελλειπτικά έως ρομβοειδή, οξύληκτα έως αμβλέα, 16-26 x 6-10 mm, τα εσωτερικά ελαφρώς πλατύτερα, μέχρι 12 mm.. Νεκτάρια στην βάση των τεπάλων,1-2 x 1 mm,, ωοειωοει-- δή έως κυκλικά, πράσινα ή κιτρινοπράσινα. Στύλος μήκους 7-11 mm, 3-σχιδής σχεδόν μέχρι το ήμισυ, λείος. Κάψα ημισφαιρική έως πλατέως κυλινδρική, μήκους μέχρι 2 cm, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (LaLa Cour 1978, ΖαΖα-- χάρωφ 1987, Kamari 1991 b, 1996).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μάρτιο έως και τον Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος στη ΝΔ. και Ν. Πελοπόννησο, απαντά κυρίως στην περιοχή μεταξύ Πύλου και Μεθώνης και φθάνει νότια μέχρι τη νησίδα Σαπιέντζα, ενώ ανατολικά φθάνει μέχρι την περιοχή της πόλης της Καλαμάτας, στο όρος Καλάθι (A. Αδαμόπουλος, φωτογραφικό υλικό και προσωπ. επικοινωνία). Παλαιότερες αναφορές του είδους από το όρος Παναχαϊκό, ΒΔ. Πελοπόννησο (Halácsy 1904), αλλά και πρόσφατες από την χερσόνησο του Μαλέα (Tan &amp; al. 2006) και από την χερσόνησο της Μάνης (A. Αδαμόπουλος, φωτογραφικό υλικό και προσωπ. επικοινωνία), πιθανότατα ανήκουν στα είδη F. davisii Turrill και F. graeca Boiss., τα οποία φύονται στις περιοχές αυτές.</p><p>Σε πολλά είδη του γένους Fritillaria έχουν συχνά παρατηρηθεί άτομα με κίτρινες ή πρασινοκίτρινες μορφές ανθέων, τόσο σε αμιγείς όσο και σε υβριδογενείς πληθυσμούς, όπως π.χ. στον υποπληθυσμό της F. obliquα KerGawler στην Κυνόσουρα, στους υβριδογενείς υποπληθυυποπληθυ-- σμούς της F. rhodokanakis Orph. x F. spetsiotica Kamari στην Αργολίδα, αλλά και στην F. ehrhartii Boiss. &amp; Orph. στους υποπληθυσμούς της στη νήσο Τήνο, από όπου έχει περιγραφεί αντίστοιχη ποικιλία, ως var. prasinantha Ka-Kamari (Kamari 1991b).</p><p>Η περιοχή της Ν. Πελοποννήσου θα πρέπει να μελετηθεί διεξοδικά, ώστε να καθορισθούν οι ακριβείς εξαπλώσεις των ειδών Fritillaria, οι οποίες απαντoύν εκεί, αφού σ' αυτή την περιοχή έχουν ευρεθεί και μελετηθεί πολυάριθμοι, υβριδογενούς προέλευσης, πληθυσμοί (Καμάρη αδημοσίευτα δεδομένα).</p><p>Βιότοπος: Η Fritillaria conica αναπτύσσεται σε χαμηλά υψόμετρα και μέχρι τα 400 m,, σε πετρώδεις ασβεστολιασβεστολι-- θικούς λόφους, συνήθως κοντά στη θάλασσα, οι οποίοι καλύπτονται από φρυγανώδη βλάστηση ή χαμηλή μακία, όπου κυριαρχούν τα είδη Quercus coccifera, Pistacia lentiscus και Phlomis fruticosa . Στη νησίδα Σαπιέντζα το είδος αυτό απαντά, συνήθως, σε ανοίγματα δάσους της Quercus coccifera .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria conica είναι ένα πολύ ενδιαφέρον είδος με κίτρινα άνθη, η οποία παρουσιάζει μία απομονωμένη εξάπλωση κυρίως στη ΝΔ. Πελοπόννησο και στη νησίδα Σαπιέντζα. Οι διαφορές μεταξύ της F. conica και των συγγενών της F. euboeica Rix, F. bithynica Βaker, F. forbesii Βaker με κίτρινα άνθη, αλλά και με την F. davisii Τurrill, η οποία έχει σκούρα καστανέρυθρα άνθη, συζητούνται από τους Rix (1975), Ζαχάρωφ (1987) και Kamari (1991 b, 1996).</p><p>Τα περισσότερα είδη του γένους Fritillaria με κίτρινα άνθη, τα οποία εξαπλώνονται κυρίως στις νήσους του Α. Αιγαίου και την Δ. Τουρκία, έχουν όλα αδιαίρετους στύλους. Όμως, τα δύο είδη Fritillaria με κίτρινα άνθη, δηλαδή η F. conica, που απαντά στην Πελοπόννησο και η F. euboeica, που απαντά στην Εύβοια, έχουν και τα δύο, λιγότερο ή περισσότερο διηρημένους στύλους. Επιπροσθέτως, η F. conica, όπως τα περισσότερα είδη του γένους Fritillaria της Ανατολίας με κίτρινα άνθη, έχει το δεύτερο σε μέγεθος μετακεντρικό ή υπομετακεντρικό ζεύγος χρωμοσωμάτων με δορυφόρους, σε αντίθεση με την F.. eu-euboeica. Η γεωγραφική εξάπλωση της F. conica είναι πολύ σημαντική στην βιογεωγραφική, ταξινομική και εξελικτική μελέτη του γένους Fritillaria (Kamari 1995b) .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Fritillaria conica είναι περιορισμένη κυρίως στην ΝΔ. Πελοπόννησο, όπου σχηματίζει τέσσερις υποπληθυσμούς. Ο μεγαλύτερος εμφανίζεται σε θαμνώδεις και πετρώδεις θέσεις στον λόφο του Αγίου Νικολάου, μεταξύ της Πύλου και της Μεθώνης, ο οποίος αποτελείται από περίπου 1.000 άτομα, τα οποία αναπτύσσονται κάτω από συνήθως χαμηλούς, ακανθωτούς θάμνους. Έτσι κατορθώνει να επιβιώνει από την υπερβόσκηση. O δεύτερος υποπληθυσμός, στη νησίδα Σαπιέντζα, αναπτύσσεται σε ασβεστολιθικές πετρώδεις θέσεις, σε αραιή μακία, όπου η Pistacia lentiscus και η Arbutus unedo υπερτερούν, καθώς και σε ανοίγματα του δάσους της Quercus coccifera .</p><p>Οι άλλοι δύο υποπληθυσμοί ευρίσκονται στο όρος Καλάθι, ανατολικά της πόλης της Καλαμάτας, στην διαδρομή προς το χωριό Αράχωβα και φύονται κάτω από πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Ο πρώτος απαντά κοντά στο χωριό Περιβολάκια (υψόμετρο περίπου 500 m) και αποτελείται από περίπου 15 ώριμα άτομα, ενώ ο δεύτερος πλησίον της Μονής Δημιόβης (σε υψόμετρο 700-800 m) αποτελείται από περίπου 150 άτομα. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα (άνω των 800 m), υπάρχει ένας, υβριδογενούς προέλευσης, υποπληθυσμός (περίπου 150 ατόμων) των ειδών Fritillaria conica x F. graeca Boiss., στον οποίον υπερτερεί η F. graeca (A. A.. Αδαμόπουλος, φωτογραφικό υλικό και προπρο-- σωπ. επικοινωνία).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: O μεγαλύτερος υποπληθυσμός της Fritillaria conica (μεταξύ Πύλου και Μεθώνης), ευρίσκεται κάτω από την πίεση υπερβολικής βόσκησης, αλλά και επιπροσθέτως κάτω από έντονες, ανθρώπινες δραστηριότητες (όπως πυρκαγιές) ή άλλες αρνητικές επιδράσεις, όπως τεχνικά έργα, τα οποία περιλαμβάνουν διαπλάτυνση δρόμων ή βελτίωση της κατάστασής τους. Επίσης, εξ' αιτίας της υπερβόσκησης από αιγοπρόβατα, τα οποία καταναλώνουν τα ανθοφόρα στελέχη των φυτών, η αναπαραγωγή τους μέσω σπερμάτων είναι δύσκολη. Είναι αργό και δύσκολο για τους αυτοφυείς πληθυσμούς να πολλαπλασιάζονται μόνο βλαστητικά με βολβούς και κατά συνέπεια ο κύριος και περισσότερος γνωστός υποπληθυσμός της F. conica έχει ελαττωθεί σημαντικώς στην διάρκεια των περίπου είκοσι ετών που τον παρακολουθούμε.</p><p>Tο 1991, όταν επανευρήκαμε τον υποπληθυσμό της F. conica στην μικρή νήσο Σαπιέντζα, διαπιστώσαμε ότι, δυστυχώς, βόσκεται εντατικά από τους περίπου 500 κρητικούς αιγάγρους (Capra aegagrus cretica) και από τα περισσότερα από 600 πρόβατα (Mouflon), τα οποία έχουν εισαχθεί στην νήσο για την δημιουργία "ελεγχόμενης περιοχής κυνηγίου". Τα έτη 2004 και 2006 επισκεφθήκαμε και πάλι τη νησίδα Σαπιέντζα και διαπιστώσαμε ότι ο πληθυσμός της F. conica είχε ήδη ελαττωθεί σημαντικά. Μόνο λίγα (λιγότερα από 10) ώριμα άτομα παρατηρήθηκαν, εκ των οποίων μόνο δύο ήσαν με ακέραια ανθοφόρα στελέχη, σε αντίθεση με τα πολυάριθμα (περίπου 200) πριν από 15 έτη.</p><p>Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός του είδους μεταξύ Πύλου και Μεθώνης υπολογίζεται ότι αποτελείται από λιγότερα των 1.000 ωρίμων ατόμων, ο δεύτερος στη νησίδα Σαπιέντζα αριθμεί πολύ λιγότερα των 50 ατόμων και οι άλλοι δύο υποπληθυσμοί, στο όρος Καλάθιον, Α. της πόλης της Καλαμάτας, αριθμούν συνολικά 160 άτομα. Προτείνεται για το είδος αυτό η κατηγορία Κινδυνεύον (EN), καθ' όσον πληροί τα κριτήρια Β1a,b(i,ii,iv,v)+2a,b((i,ii,iv,v) και C2b σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Η κεντρική περιοχή της νησίδας Σαπιέντζας, όπου αναπτύσσεται ένα υψηλό και πυκνό υπολειμματικό δάσος από δενδρώδεις μορφές της Quercus coccifera, Q. ilex, Arbutus unedo κ.λπ., έχει χαρακτηρισθεί ως "MνημείοMνημείονημείο της Φύσης". Έτσι, ένα μέρος του υποπληθυυποπληθυ-- σμού της F. conica που φύεται εκεί θα μπορούσε να είναι υπό προστασία. Όμως, ο πολυάριθμος πληθυσμός των κρητικών αιγάγρων, καθώς και των προβάτων (Mouflon), τα οποία έχουν εισαχθεί, κατατρώγουν τα άνθη της F.. con- conica και ο υποπληθυσμός της έχει ελαττωθεί επικινδύνως (περισσότερο από 80%) μέσα σε 15 έτη.</p><p>Αν οι σημερινοί ρυθμοί απώλειας ατόμων του είδους συνεχίσουν να δρούν, τότε η F. conica κινδυνεύει να υπαχθεί στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR) στο εγγύς μέλλον. Προτείνεται στην περιοχή του locus classicus αυτού του είδους, πλησίον της Πύλου, να δημιουργηθεί με την σύμφωνη γνώμη των αρχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Υπουργείου Περιβάλλοντος, μια περιοχή ως μικροαπόθεμα.</p><p>Εξάλλου, με σκοπό την ex situ διατήρηση της F.. coni-conica, καλλιεργούνται, επιτυχώς, από το 1983 μερικά άτομα στον ερευνητικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών και στον Βοτανικό Κήπο των Ι. &amp; Α. Διομήδους (Αθήνα).</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFF9FFE398C7367CFA3EFD4F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFE5FFFE98C7367CFA35FE1D.text	9E288790FFE5FFFE98C7367CFA35FE1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria elwesii Boiss.	<div><p>Fritillaria elwesii Boiss.</p><p>Liliaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Fritillaria elwesii Boiss., Fl. Orient. 5: 181 (1884).</p><p>Tύπος: [Tουρκία, ουρκία,, Mugla] "ininn Lycia prope fluvium DolloDollo-- mon (Dalaman Çay)", in 1874, H. J. Elwes (Ολότυπος: G).</p><p>Συνώνυμα: Fritillaria acmopetala sensu Baker in J. Linn. Soc. (Bot.) 14: 264 (1874), non Boiss. (1846).</p><p>F. sieheana Hausskn. ex Hayek in Ann. Naturh. Mus. Wien 25: 184 (1914).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2(-3) cm. Βλαστός ύψους (15-)20-30(-45) cm, λείος. Φύλλα 5-7(-9), αντίθετα, γραμμοειδή, 4-14(-16) x 0,3-1,1 cm, ελαφρώς αυλακοειδή, γλαυκoπράσινα. Τα μεσαία φύλλα μακρύτερα από τα ανώτερα και πολύ περισσότερα από τα κατώτερα. Άνθη συνήθως 1 ανά στέλεχος, σπανίως 2(-3), στενώς κωδωνοειδή έως σωληνοειδή, βαθέως καστανέρυθρα με πλατειά γλαυκoπράσινη λωρίδα κατά μήκος των τεπάλων. Τέπαλα όχι ψηφιδωτά, ελαφρώς καμπτόμενα προς τα έξω, τα εξωτερικά λογχοειδή, 20-32(-35) x 6-8(- 9) mm, τα εσωτερικά πλατύτερα (μέχρι 12 mm), αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα. Νεκτάρια λογχοειδή, μήκους 2-3 mm,, κιτρινοπράσινα. Στύλος μήκους 7-11 mm,, τρισχιτρισχι-- δής περίπου κατά το 1/3-1/2, εύρωστος, θηλωτός. Κάψα ημισφαιρική, μήκους περίπου 2-3 cm, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24, 36 (RixRix 1984, ΖαΖα-- χάρωφ 1987, σε καλλιεργημένο υλικό από την Τουρκία).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Fritillaria elwesii απαντά κυρίως στην Ν. Τουρκία (περιοχές Mugla, Antalya, Içel, Adana), ενώ στην Ελλάδα είναι γνωστή μόνο από τη νήσο Καστελόριζο (Greuter 1979, Rix 1984, Ζαχάρωφ 1987, Kamari 1991b).b)). Αναφορές του είδους από τα δυτικά παπα-- ράλια της Συρίας και του Λιβάνου (Mouterde 1966), θα πρέπει να θεωρούνται ως μη επιβεβαιωμένες, διότι σχετίζονται, πιθανότατα, με την F. assyriaca Baker, η οποία έχει ομοιότητες με τη F. elwesii και με την οποία σχηματίζει ενδιάμεσες μορφές στην περιοχή της Αντάλειας (Rix 1971). Στην Ανατολία το είδος είναι περιορισμένο, κυρίως στους νότιους λόφους και πλαγιές της οροσειράς του Ταύρου. Στο Καστελόριζο έχει αναφερθεί από αρκετές θέσεις (Greuter 1979), οι περισσότερες από τις οποίες όμως δεν επιβεβαιώθηκαν κατά την επίσκεψη δύο εκ των συγγραφέων του παρόντος άρθρου στη νήσο το 2008.</p><p>Βιότοπος: Η Fritillaria elwesii αναπτύσσεται σε πετρώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές, σε ανοίγματα δάσους Pinus halepensis subsp. brutia, κάτω από θάμνους μακίας βλάστησης ή φρυγάνων, σε άκρες καλλιεργημένων αγρών με αραβόσιτο ή σε ελαιώνες, σε υψόμετρo από 5 έως 1.200 m. Στο Καστελόριζο η παρουσία της επιβεβαιώθηκε είτε στο εσωτερικό μικρών περιφραγμένων εκτάσεων με καλλιέργειες, όπου τα φυτά ανθίζουν και καρποφορούν, είτε στις βόρειες και δυτικές πλαγιές του λόφου Μούντα όπου, όμως, βρέθηκαν μόνο φύλλα του είδους και κανένα άτομο σε ανθοφορία ή καρποφορία. Το υψόμετρο εδώ κυμαίνεται μεταξύ 5-170 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria elwesii συγχέεται με την F. acmopetala Boiss., μέλος της ομάδας της F.. messanen-messanensis Rafin., με την οποία έχει την ίδια περιοχή εξάπλωσης στην Τουρκία και αρκετές μορφολογικές ομοιότητες, κυρίως στην μορφή των φύλλων. Διαφέρει, όμως, από την τελευταία στην μορφολογία του άνθους (τέπαλα, νεκτάρια, στύλος κ.ά.). Η σύγχυση είναι, επιπλέον, ονοματολογική, διότι ο Baker (1874) έδωσε μία περιγραφή της F. elwesii υπό το όνομα της F. acmopetala . Το ίδιο, περίπου, συνέβη και με την συνώνυμή της F. sieheana Hausskn. (Turrill &amp; Sealy 1980).</p><p>H F. elwesii είναι, επίσης, συγγενής και παρουσιάζει σημαντικές μορφολογικές ομοιότητες, ιδιαίτερα στα φύλλα και στα άνθη με την F. caucasica J.F. Adam s.l., ένα πολυποίκιλο taxon που εξαπλώνεται κυρίως στη Β. και ΒΑ. Ανατολία, καθώς και με τη F. fleicheniana Steudel &amp; Hochst..,, ένα ιρανο-τουρανικό γεωστοιχείο. Από τα δύο τετε-- λευταία είδη διακρίνεται εξαιτίας της διάταξης των φύλλων και τον εύρωστο στύλο της (Rix 1971, 1975, 1984).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στο Καστελόριζο, η Fritillaria elwesii κατορθώνει να ολοκληρώνει τον βιολογικό της κύκλο και να παράγει σπέρματα μόνο σε προστατευμένες περιοχές με καλλιέργειες, στις οποίες απαγορεύεται η είσοδος ζώων, ιδιαιτέρως αιγών. Σε αρκετές από τις θέσεις, όπου συλλέχθηκε την δεκαετία του 1970 από τους W. Greuter και Ε. Σταματιάδου, δεν φαίνεται πλέον να επιβιεπιβι-- ώνει, ενώ υπάρχουν υπολείμματα παλαιότερων υποπληθυσμών που δεν παράγουν καρπούς, επειδή τα ανθοφόρα ή καρποφόρα στελέχη καταναλώνονται από τα ζώα ελεύθερης βοσκής.</p><p>Κατά τη διάρκεια τριών ημερών εργασίας πεδίου στο Καστελόριζο τον Απρίλιο του 2008 ανεβρέθηκαν μόνο δύο υποπληθυσμοί, οι οποίοι φιλοξενούν λιγότερα από 1.000 άτομα, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν καταφέρνει να παράγει σπέρματα. Η δραστική μείωση των υποπληθυσμών και του αριθμού των φυτών σε διάστημα 30 ετών, πιθανώς, οφείλεται σε εγκατάλειψη της αγροτικής οικονομίας και στην απελευθέρωση οικόσιτων ζώων, ιδιαιτέρως αιγών, τα οποία βόσκουν πλέον ανεξέλεγκτα σε πολλά σημεία του νησιού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής:. Η μεγάλη μείωση των υποπληθυσμών της Fritillaria elwesii οφείλεται πιθανότατα στη συνεχή και ανεξέλεγκτη βόσκηση ζώων, σε πολλά μέρη του νησιού, επί σειρά ετών. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή δεδομένα για το μέγεθος των υποπληθυσμών που καταγράφηκαν από τον Greuter (1979), νεότερες παρατηρήσεις έδειξαν ότι ορισμένοι υποπληθυσμοί έχουν εξαφανισθεί και η επιβίωση άλλων συνδέεται με την διατήρηση περιφραγμένων εκτάσεων με εντατικές καλλιέργειες. Θεωρούμε ότι για το είδος πληρούνται τα κριτήρια Β1a,b(i,ii,iii,iv)+2a,b(i,ii,iii,iv) και C1 ώστε να υπαχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), σύμφωνα με την IUCN (2001). Σε περίπτωση που οι περιφραγμένες εκτάσεις εξαλειφθούν στο μέλλον, το είδος ενδέχεται να περάσει στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR), τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η διατήρηση στο Καστελόριζο μικρών αγροτικών εκτάσεων, που καλλιεργούνται παραδοσιακά και διατηρούνται περιφραγμένες, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, γιατί συμβάλει όχι μόνο στην διατήρηση πληθυσμών της Fritillaria elwesii, αλλά προστατεύει και άλλα είδη με κύρια εξάπλωση στην Ασία, που εμφανίζονται στην Ελλάδα είτε μόνο στο Καστελόριζο ή σε λίγα ακόμη νησιά του Α. Αιγαίου. Η επιστροφή στην επιτηρούμενη κτηνοτροφία δεν φαίνεται πλέον ρεαλιστική στο Καστελόριζο, όπου οι περισσότεροι κάτοικοι δείχνουν να στρέφονται στον τουρισμό. Εντούτοις, θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια για ελάττωση ή εξάλειψη της ελεύθερης βοσκής, η οποία συμβάλλει σημαντικά στην υποβάθμιση της βλάστησης.</p><p>Η Fritillaria elwesii και άλλα σπάνια είδη της ελληνικής χλωρίδας θα πρέπει να ενταχθούν σε καθεστώς νομικής προστασίας, ώστε να αποθαρρυνθούν επίδοξοι συλλέκτες. Ένας μικρός αριθμός σπερμάτων (όχι βολβών), θα πρέπει επίσης να συλλεχθεί με ειδική άδεια, ώστε να επιτευχθεί η καλλιέργεια του είδους, να πολλαπλασιασθεί (απαιτούνται περίπου 3-4 χρόνια για να δημιουργηθούν ώριμα άτομα από σπέρματα) και στη συνέχεια να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους. Σπέρματα θα πρέπει, επίσης, να κατατεθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την πιθανότητα επαναεισαγωγής του είδους στον φυσικό του βιότοπο, αν χρειασθεί. Με σκοπό την ασφαλή ex situ προστασία του είδους, διατηρούνται φυτά σε καλλιέργεια, στον ερευνητικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Θεοφάνης Κωνσταντινίδης &amp; Ροίκος Θανόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFE5FFFE98C7367CFA35FE1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFE6FFF898DE367CFA36FE3E.text	9E288790FFE6FFF898DE367CFA36FE3E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria epirotica Rix	<div><p>Fritillaria epirotica Turrill ex Rix</p><p>Liliaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Fritillaria epirotica Turrill ex Rix in Kew Bull. 30(1): 160 (1975).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΝΡi), Νομός Ιωαννίνων] "Mt. Smolikas", 30 Jun. 1937, Balls 3434 (Oλότυπος: E. Iσότυπος: K).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2 cm. Βλαστός ύψους μέχρι 10(-13) cm. Φύλλα (5-)7-10(-16), αντίθετα, λογχοειδή έως γραμμοειδή-λογχοειδή, γλαυκά, συνήθως συνεστραμμένα. Άνθη 1, σπανίως 2, ευρέως κωδωνοειδή, βαθέως καστανέρυθρα, εξωτερικά με όχι ευκρινείς ψηφίδες και χωρίς πράσινες λωρίδες, ενώ εσωτερικά με ευκρινείς κιτρινοπράσινες και καστανέρυθρες ψηφίδες. Τέπαλα εξωτερικά στενώς ωοειδή, ελαφρώς οξύληκτα, 20-25(-35) x 6-10 mm, τα εσωτερικά πλατύτερα, μέχρι 13(-15) mm,, αντωοειδή, συνήθως αμβλέα. Νεκτάρια μήμή-- κους 10-15 mm,, γραμμοειδή έως ωοειδή-λογχοειδή, κικι-- τρινοπράσινα ή κιτρινοκάστανα. Στύλος μήκους 8-11 mm, τρισχιδής μέχρι το 1/3 του μήκους του, λείος. Κάψα αντωοειδής, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24+0-3 B (Zαχάρωφ 1987, Kamari 1991b, c).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μάιο έως και τον Ιούνιο, αναλόγως του υψομέτρου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των ορέων της Β. Πίνδου (Διάβαση Κατάρας και στα όρη Μηλιά, Κράτσοβο, Σμόλικας και Μπουχέτσι).</p><p>Βιότοπος: Βραχώδεις θέσεις, ασταθείς σάρες ή ενίοτε σε ανοίγματα δάσους Pinus ή Quercus, σε σερπεντινικά εδάφη και σε υψόμετρο (1.050-)1.600-2.600 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria epirotica είναι ένα σερπεντινόφιλο ενδημικό είδος, του οποίου η φυλογενετική θέση αποτελεί αίνιγμα, ως προς τα συγγενικά του taxa. Ο Rix (1974, 1975) υπέθεσε ότι ίσως αυτό το είδος έχει εξελιχθεί από την F. messanensis, ως ένας οικότυπος των υψηλών υψομέτρων, αλλά αυτό δεν φαίνεται να ευσταθεί, λόγω των ευδιακρίτων διαφορών σε αρκετά μορφολογικά γνωρίσματα τους. Η Zacharof (1988), μετά από μία φαινοτυπική μελέτη σε μερικά ελληνικά είδη Fritillaria, έδειξε μία σύνδεση μεταξύ της F. epirotica και της ομάδας της F. graeca .</p><p>Σύμφωνα με τους Kamari &amp; Phitos (2006) η F.. epirot-epirotica είναι στενή συγγενής της F. montana, η οποία είναι ένα πολύ υψηλότερο, εύρωστο φυτό που απαντά συνήθως σε ασβεστολιθικά εδάφη ή σπανίως σε σχιστολίθους (αντίστοιχα taxa).</p><p>Η F. epirotica έχει, επίσης, συγγένεια με την F.. mac- macedonica, ένα taxon το οποίον απαντά στην ΝΔ. FYROM. και την ΚΑ. Αλβανία, η οποία, όμως, έχει πολύ βραχύτερα νεκτάρια.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Fritillaria epirotica είναι περιορισμένη στα σερπεντινικά εδάφη των ορέων της Β. Πίνδου, όπου σχηματίζει λίγους, μικρούς, διασκορπισμένους υποπληθυσμούς (Kamari 1991b, c), κυρίως σε πετρώδεις, ανοικτές θέσεις των δασών Pinus ή Quercus .</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened plants of Greece (Κamari 1995c) η Fritillaria epirotica είχε προταθεί ως "Rare". Όμως, λόγω της υπερβολικής βόσκησης της περιοχής, κυρίως από αιγοπρόβατα, τα άνθη της καταστρέφονται, και η αναπαραγωγή της δια των σπερμάτων εμποδίζεται. Οι Baxter &amp; Baxter (1974) αναφέρουν ότι παρακολούθησαν δύο αποικίες από Fritillaria, κοντά στο Μέτσοβο, τις οποίες προσπάθησαν να προφυλάξουν με πυκνώς διακλαδισμένους θάμνους, διότι κάθε χρόνο τα ζώα έτρωγαν τα άνθη τους. To ίδιο, δυστυχώς, συμβαίσυμβαί-- νει σχεδόν σε όλους τους μικρούς υποπληθυσμούς της F. epirotica, με αποτέλεσμα το είδος αυτό, με μεγάλη πιθανότητα, μπορεί να μεταπέσει στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) στο εγγύς μέλλον.</p><p>Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων της Fritillaria epirotica είναι μικρότερος των 1.000, ενώ σχεδόν σε καθένα από τους μικρούς υποπληθυσμούς της ο αριθμός των ατόμων δεν πρέπει να ξεπερνά τα 100. Προτείνεται για το είδος η κατηγορία Τρωτό (VU), αφού πληρούνται τα κριτήρια B1a,c(i,ii,iii,iv)+2a,c(i,i i,iii,iv) και C1+2a(i), σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέτρα προστασίας είναι δύσκολο να ληφθούν, επειδή η Fritillaria epirotica απαντά σε μικρούς διασκορπισμένους υποπληθυσμούς. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός της στην Διάβαση της Κατάρας, ο οποίος ανθίζει ενωρίτερα από εκείνους των μεγαλυτέρων υψομέτρων, έχει την ευκαιρία να πολλαπλασιάζεται με σπέρματα, καθώς τα αιγοπρόβατα δεν μεταφέρονται εκεί μέχρι το τέλος Μαΐου. Φυτά από την περιοχή αυτή καλλιεργούνται, στον ερευνητικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών, χωρίς επιτυχία, αφού δυστυχώς, δεν παρήχθησαν ώριμα σπέρματα και οι περισσότεροι βολβοί κατεστράφησαν, ίσως λόγω των τοπικών οικολογικών συνθηκών. Η καλλιέργεια της F. epirotica ex situ φαίνεται να απαιτεί ειδικές οικολογικές συνθήκες και ποιότητα εδάφους και είναι δύσκολη σε περιοχές χαμηλού υψομέτρου με ήπιο χειμώνα και θερμό καλοκαίρι.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFE6FFF898DE367CFA36FE3E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFE0FFFB98DE367EFA3EFA85.text	9E288790FFE0FFFB98DE367EFA3EFA85.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria euboeica Rix	<div><p>Fritillaria euboeica Rix</p><p>Liliaceae</p><p>Fritillaria euboeica Rix in Kew Bull. 30(1): 158 (1975).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [Ελλάς (WAe),Νήσος Εύβοια] "in cacumine montis Delphi Euboeae, 5500'", 30 Apr. 1865, Orphanidis 470 (Ολότυπος: G-BOIS. Iσότυπος: ATHU).</p><p>Συνώνυμα: Fritillaria sibthorpiana auct. balcan., non (Sm.) Baker in J. Linn. Soc. (Bot.) 14: 275 (1874).</p><p>F. rixii Zacharof in Nordic J. Bot. 6: 727 (1986).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2 cm. Βλαστός ύψους 5-20(-25) cm, εύρωστος. Φύλλα 5-8(- 10), συνήθως κατ' εναλλαγήν ή σχεδόν αντίθετα, στενώς έως ευρέως λογχοειδή, γλαυκoπράσινα. Άνθη 1-2, στην καλλιέργεια μέχρι 5, στενώς κωδωνοειδή, βαθέως κίτρινα, χωρίς ψηφίδες, ερυθρωπά κατά την ωρίμανση. Τέπαλα εξωτερικά ελλειπτικά, συνήθως αμβλέα, 16-24(-28) x 6-8 mm, τα εσωτερικά πλατύτερα (μέχρι 10 mm), κίτρινα με ελαφρώς πράσινες ή ερυθρές ραβδώσεις. Νεκτάρια στενώς λογχοειδή, μήκους 2-3 mm, συνήθως κιτρινοκάστανα ή σπανίως πράσινα. Στύλος μήκους 7-11 mm, τρισχιδής έως το 1/3 του μήκους του, λείος η ελαφρώς θηλωτός, λεπτοφυής. Κάψα διαμέτρου μέχρι 2 cm,, ημισφαιρική, χωχω-- ρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Zαχάρωφ 1987, Kamari 1991b, c, 1996).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Φεβρουαρίου έως και τον Απρίλιο, αναλόγως του υψομέτρου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος. Απαντά στα όρη της Κ. και Β. Εύβοιας (Δίρφυς, Καντήλι, Πυξαριά, Ξηρόν), συνήθως σε υψόμετρο 700-1.700 m. Πρoσφάτως (2009), ο δεύτερος από τους συγγραφείς του άρθρου εντόπισε την Fritillaria euboeica κοντά στο χωριό Πολιτικά της ΚΔ. Ευβοίας, σε υψόμετρο 100 m.. Παλαιότερη αναανα-- φορά και δείγμα βοτανικής συλλογής του είδους (Γκανιάτσας 1282, TΑU) ΑU)U)) από το Άγιο Όρος, παρά τις επανειλημεπανειλημ-- μένες προσπάθειες, δεν επιβεβαιώθηκε μέχρι σήμερα. (Α. Καρύδας, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Βιότοπος: Η Fritillaria euboeica φύεται συνήθως σε ασβεστολιθικά εδάφη (στα όρη Δίρφυς, Πυξαριά, Ξηρόν), αλλά και σε οφιολίθους (όρος Καντήλι), σε διάφορα υψόμετρα (100-1.700 m) και διαφόρους οικοτόπους, όπως πετρώδη ανοίγματα δάσους Abies cephalonica, Pinus halepensis ή μεταξύ και κάτω από θάμνους Juniperus oxycedrus, Buxus sempervirens κ.ά. Eιδικώςιδικώς στην περιοχή του χωριού ΠοΠο-- λιτικά φύεται σε ακαλλιέργητους ελαιώνες ή σε αραιούς θάμνους των ειδών Pistacia lentiscus και Cotinus coggygria .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria euboeica αναφερόταν παλαιότερα ως Tulipa sibthorpiana Sm. (Sibthorp &amp; Smith 1809, 1823), έως ότου ο Rix (1975) την διαχώρισε από άλλα είδη Fritillaria με κίτρινα άνθη του Α. Αιγαίου και της Τουρκίας [ F. sibthorpiana (Sm.) Baker, F. bithynica Baker, F. carica Rix και F. forbesii Baker κ.ά.] και την περιπερι-- έγραψε ως ιδιαίτερο είδος, στηριζόμενος κυρίως στον διηρημένο και λείο στύλο της. Όμως, διηρημένο στύλο έχει επίσης και το δεύτερο είδος Fritillaria με κίτρινα άνθη, της ηπειρωτικής Ελλάδας, η F. conica Boiss., η οποία απαντά στην Ν. Πελοπόννησο και από την οποία η F. euboeica διαφέρει κυρίως στο χρώμα και το σχήμα των νεκταρίων και των φύλλων της (Kamari 1991b, c, 1996). Η Zaharof (1986) διαχώρισε τα φυτά από τα όρη Ξηρόν και Καντήλι, λόγω κυρίως των μεγαλυτέρου μεγέθους τους (κυρίως του ύψους των βλαστών) και του ελαφρώς τριχωτού στύλου τους και περιέγραψε ένα ιδιαίτερο είδος, την F. rixii Zacharof, η οποία είναι συνώνυμο της F. euboeica, διότι, όπως αναφέρει και η Zaharof (1986) και Ζαχάρωφ (1987), υπάρχουν και φυτά με ενδιάμεσα γνωρίσματα στο όρος Πυξαριά. Είναι γεγονός ότι η F. euboeica είναι σχετικώς πολυποίκιλο είδος και αυτό ίσως οφείλεται στην μεγάλη ποικιλομορφία των οικοτόπων και του υψομέτρου, στα οποία φύεται.</p><p>Ένα ακόμη συγγενές είδος της F. euboeica είναι η F.. dre-drenovskii Degen &amp; Stoj..,, η οποία διαφέρει από την πρώτη κυκυ-- ρίως στο χρώμα των τεπάλων, το οποίον εξωτερικώς είναι βαθύ καστανέρυθρο. Όμως, τα άνθη της F. euboeica γίνονται, επίσης, ελαφρώς καστανέρυθρα κατά την ωρίμανση.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Fritillaria euboeica είναι γνωστή μόνο από πέντε μικρούς υποπληθυσμούς, οι οποίοι φύονται σε ποικιλομορφία οικοτόπων. Κάθε ένας από αυτούς αποτελείται από περίπου 100-200, διάσπαρτα, ώριμα άτομα. Οι μεγαλύτεροι υποπληθυσμοί είναι αυτός του όρους Δίρφυς καθώς και ο εμφανιζόμενος σε υψόμετρο 100 m, πλησίον του χωριού Πολιτικά. Στον τελευταίο υποπληθυσμό την άνοιξη του 2009, σε μια έκταση περίπου 1.080 m2 καταμετρήθηκαν 160 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (PhitosPhitos &amp; al.. 1995) το είδος είχε προπρο-- ταθεί ως Rare (Σπάνιο). Όμως, οι συχνές πυρκαγιές στην περιοχή εξάπλωσής του κατά τα τελευταία έτη, κατέστρεψαν μέρος των δασών Pinus halepensis και Juniperus oxycedrus, στα οποία η F. euboeica αναπτύσσεται, με αποτέλεσμα την ελάττωση του μεγέθους των υποπληθυσμών της. Ειδικότερα, ο υποπληθυσμός πλησίον του χωριού Πολιτικά απειλείται, κυρίως, από την έντονη οικιστική και τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Επιπροσθέτως, η υπερβολική βόσκηση όλων των υποπληθυσμών, από πολυάριθμα αιγοπρόβατα, συντελεί στην συνεχή ελάττωση του αριθμού των ατόμων τους και στην δυσκολία της αναπαραγωγής τους με σπέρματα. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων και στους πέντε γνωστούς υποπληθυσμούς της F. euboeica είναι μικρότερος των 1.500, ενώ σε κάθε υποπληθυσμό υπάρχουν λιγότερα των 250 ατόμων. Προτείνεται το είδος να καταταγεί στη κατηγορία των Τρωτών (VU), καθώς πληροί τα κριτήρια B1a,b(i,ii,iv,)+2a,b(i,ii,iv,v) και D1 σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα ρεαλιστικό μέτρο δεν είναι δυνατόν να ληφθεί για την προστασία και την in situ διατήρηση της Fritillaria euboeica, αφού αυτή δεν φύεται σε καμία από τις προστατευμένες περιοχές. Επίσης, είναι αρκετά δύσκολο να προστατευθούν οι περιοχές εξάπλωσης του είδους από πιθανές πυρκαγιές κατά την διάρκεια των θερινών μηνών, αφού η βλάστηση της περιοχής (κυρίως θαμνώνες ή δάσος Pinus halepensis), η έντονη οικοτουριστική ανάπτυξη και οι κλιματικές αλλαγές ευνοούν ανάλογα φαινόμενα. Επιπλέον, σχεδόν όλες οι περιοχές εξάπλωσής της υπόκεινται σε έντονη βόσκηση.</p><p>Ως εκ τούτου, τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την ex situ διατήρηση της F. euboeica είναι η προστασία των βιοτόπων της από την ανεξέλεκτη βόσκηση, αλλά, κυρίως, από την έντονη και μη προγραμματισμένη οικοτουριστική ανάπτυξη. Επίσης, θα πρέπει να ενισχυθεί η καλλιέργειά της σε Βοτανικούς Κήπους και η κατάθεση των σπερμάτων της σε Tράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Με σκοπό την ασφαλή προστασία αυτού του είδους, διατηρούνται καλλιέργειες για περισσότερα από 30 έτη στον ερευνητικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Ερωτόκριτος Καλογερόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFE0FFFB98DE367EFA3EFA85	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFEDFFF798C7378AFA3DFBB1.text	9E288790FFEDFFF798C7378AFA3DFBB1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria obliqua subsp. obliqua Ker-Gawler	<div><p>Fritillaria obliqua Ker-Gawler subsp. obliqua</p><p>Liliaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Fritillaria obliqua Ker-Gawler in Bot. Mag. 22: 857 (1805) subsp. obliqua.</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Αττικής] "St Geo: Crefcent", 1 Aug. 1805, Curtis, fig. 857 (Σύντυπος: ΒΜ).</p><p>Συνώνυμα: Fritillaria tristis Heldr. &amp; Sart. in Boissier, Diagn. Pl. Or. Nov. 3(4): 104 (1859).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2,5(- 3) cm. Βλαστός ύψους (15-)20-35(-45) cm, λείος. Φύλλα 7-11(-15), αντίθετα, λογχοειδή έως στενώς λογχοειδή, 6-14(-16) x 1,0-2,5(-3,0) cm,, γλαυκoπράσινα, oπράσινα πράσινα, ενίοτε ελιελι-- κοειδή. Άνθη 1-3(-5) ανά στέλεχος, κωνικά έως κωνικάκωδωνοειδή, ελαφρώς συγκλίνοντα προς το άνω μέρος, βαθέως καστανέρυθρα ή καστανοπόρφυρα έως καστανόμαυρα, με ελαφρώς γλυκιά οσμή. Τέπαλα εξωτερικά 15-27(-35) x 8-10(-13) mm,, τα εσωτερικά ελαφρώς πλαπλα-- τύτερα (μέχρι 15 mm), αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα χωρίς ψηφίδες. Νεκτάρια γραμμοειδή-λογχοειδή, μήκους 2-5 mm,, κιτρινοπράσινα. Στύλος μήκους 7-12 mm,, τριτρι-- σχιδής, λιγότερο από το 1/3 του μήκους του, λείος. Κάψα ημισφαιρική, μήκους περίπου 1,5-2,0 cm, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24+0-2Β (Rix 1971, La Cour 1978, Kamari 1984a, Zαχάρωφ 1987).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Φεβρουαρίου έως τις αρχές Απριλίου, αναλόγως του υψομέτρου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το υποείδος Fritillaria obliqua subsp. obliqua είναι ενδημικό της Α. Στερεάς Ελλάδας (Αττική) και της Κ. Ευβοίας, ενώ το υποείδος F. obliqua subsp. tuntasia (Heldr. ex Halácsy) Kamari είναι ενδημικό στις Δ. Κυκλάδες (νήσοι Κύθνος, Γυάρος, Σέριφος).</p><p>Βιότοπος: Το υψομετρικό εύρος των θέσεων εμφάνισης της Fritillaria obliqua subsp. obliqua στην Αττική κυμαίνεται από το επίπεδο της θάλασσας, στην περιοχή του Σχοινιά, έως και τα περίπου 1.000 m στην Πάρνηθα. Προτιμά τα ασβεστολιθικά βραχώδη ή πετρώδη εδάφη με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, όμως, συχνά φύεται στις παρυφές δασών Pinus halepensis . Στον Σχοινιά του Μαραθώνα το υποείδος απαντά σε θαμνώνες στους οποίους επικρατούν η Juniperus phoenicea (τύπος οικοτόπου με κωδικό 5212) και η Euphorbia dendroides (τύπος οικοτόπου με κωδικό 5331). Στις θέσεις Στρογγυλή και Παλιομήλεσι της Πάρνηθας, οι υποπληθυσμοί απαντούν στα όρια δασών Pinus halepensis και μεσογειακών θαμνώνων, όπου επικρατoύν τα είδη Quercus coccifera και Pistacia lentiscus . Τέλος, το υποείδος απαντά και σε θέσεις με φρύγανα (Τουρκοβούνια και Εύβοια) και σε περιοχές όπου η τυπική βλάστηση αειφύλλων σκληροφύλλων έχει υποβαθμισθεί, πιθανώς λόγω βόσκησης, όπως στην κορυφή Μπελέτσι (Πάρνηθα) και την Κ. Εύβοια (όρος Όλυμπος και Οχθωνιά).</p><p>Αν και οι πληθυσμοί της Fritillaria obliqua subsp. obliqua εντοπίζονται σε μάλλον ανοικτές θέσεις και συνήθως όχι εντός πυκνής βλάστησης, πολλά άτομα αναπτύσσονται, επίσης, στη σκιά των εκάστοτε επικρατούντων θάμνων.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria obliqua s.l. αναφέρεται από τον Rix (1971) ότι αποτελεί παλαιοενδημικό είδος, πολύ καλά διαφοροποιημένο από όλα τα άλλα είδη του γένους, ως προς τη μορφή και τον αριθμό των ανθέων του, των νεκταρίων του, την γλυκιά οσμή τους και τα πολλά συνήθως ελικοειδή φύλλα του. Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει, επίσης, τη μεγάλη ομοιότητα των θεωρούμενων τότε ως δύο ιδιαιτέρων ειδών, δηλαδή της F. obliqua και της F. tuntasia Heldr. ex Halácsy. Η μεγάλη ομοιότητα των δύο taxa, καθώς και η εύρεση πολλών ατόμων σε διαφορετικούς πληθυσμούς με ενδιάμεσα μορφολογικά γνωρίσματα, οδήγησαν την πρώτη των συγγραφέων αυτού του άρθρου να θεωρήσει τα δύο taxa, καταρχήν, ως συνώνυμα (Κamariamari 1984a)a)) και αργότερα να τα ταξινοταξινο-- μήσει αυτά στο επίπεδο του υποείδους (Κamari 1991b), βασιζόμενη κυρίως στην διακεκομμένη γεωγραφική τους εξάπλωση. Το τυπικό υποείδος απαντά στην Αττική και την Κ. Εύβοια, ενώ το υποείδος F. obliqua subsp. tuntasia (Heldr. ex Halácsy) Kamari στις Κυκλάδες. Σύμφωνα με την ίδια συγγραφέα (Κamari 1991b) το είδος ανήκει στην ομάδα του γένους Fritillaria με σχεδόν καστανόμαυρα άνθη και με εξάπλωση κυρίως στο Κ. και Δ. Αιγαίο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι γνωστοί και μέχρι σήμερα μελετημένοι πληθυσμοί της Fritillaria obliqua subsp. obliqua είναι οι εξής:</p><p>1. Σχοινιάς Μαραθώνα: Διακρίνονται δύο θέσεις, στη χερσόνησο της Κυνόσουρας και εντός του οικισμού Δικαστών και Εισαγγελέων. Η αναφορά για την παρουσία του υποείδους και σε τρίτη θέση, κοντά στο χωριό του Μαραθώνα (Zαχάρωφ 1987), δεν έχει επαναβεβαιωθεί, και πιθανολογείται ότι ο πληθυσμός έχει καταστραφεί από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, οι οποίες έχουν εν τω μεταξύ δημιουργηθεί. Η F. obliqua subsp. obliqua στη χερσόνησο της Κυνόσουρας, φύεται συνήθως σε συναθροίσεις μερικών ατόμων. Κατά την περίοδο ανθοφορίας του έτους 2007 εντοπίσθηκαν δύο ομάδες, αποτελούμενες από περίπου 70 και 150 άτομα, αντιστοίχως. Η πρώτη βρίσκεται σε επικλινή βραχώδη θέση, όπου επικρατεί η Juniperus phoenicea και η δεύτερη σε θέση με ηπιότερες κλίσεις, όπου επικρατεί η Euphorbia dendroides . Το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού της Κυνόσουρας, σήμερα, υπερβαίνει κατά πολύ τα περίπου 500 άτομα, τα οποία αναφέρθησαν από την Kamari (1995d),d)),, και εκτιμάται ότι ανέρχεται πεπε-- ρίπου στα 3.000 άτομα (Kokkoris &amp; Arianoutsou 2004), παρότι ο αριθμός αυτός ποικίλει ανά έτος, αναλόγως των κλιματικών συνθηκών.</p><p>Την περίοδο ανθοφορίας του υποείδους, το 2008, εντοπίσθηκε μια ομάδα 30 περίπου ατόμων του υποείδους να επιβιώνει σε οικόπεδο εντός του οικισμού Δικαστών και Εισαγγελέων στον Σχοινιά, σε μικρή απόσταση από τη χερσόνησο της Κυνόσουρας. Εκτιμάται ότι ο συνολικός αριθμός ατόμων δεν υπερβαίνει τα 100, αφού μόνο μεμονωμένα άτομα εντοπίζονται σποραδικά στην ευρύτερη περιοχή, σε μη δομημένα οικόπεδα. Η παρουσία των ατόμων αυτών, εκτός της χερσονήσου της Κυνόσουρας, υποδηλώνει ότι ο αρχικός πληθυσμός διέθετε συνεχή και μεγαλύτερη εξάπλωση προς το εσωτερικό της περιοχής του Σχοινιά, η οποία διακόπηκε εξαιτίας της ανάπτυξης του οικισμού τα τελευταία 30 έτη.</p><p>2. Όρος Πεντέλη: Το υποείδος απαντά σε τέσσερις τουλάχιστον τοποθεσίες (Ε. Μπαλιούσης, προσωπ. επικοινωνία), οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί. Σποραδικές αναφορές μεμονωμένων ατόμων υπάρχουν και στην Ζαχάρωφ (1987). Μεμονωμένα άτομα έχουν, επίσης, επισημανθεί από την πρώτη εκ των συγγραφέων στην περιοχή του Διονύσου, στα όρια της κατοικημένης περιοχής.</p><p>3. Όρος Πάρνηθα: Διακρίνονται τέσσερις θέσεις στον ευρύτερο ορεινό όγκο της Πάρνηθας: θέση Παλιομήλεσι, θέση Μόλα, κορυφή Μπελέτσι και κορυφή Στρογγυλή. Στη θέση Παλιομήλεσι, η F. obliqua subsp. obliqua σχηματίζει πληθυσμό που εκτιμάται σε 100 περίπου άτομα. Από την περιοχή της Μόλας υπάρχει δείγμα βοτανικής συλλογής (Stamatiadou 27295, ΑΤΗ), αλλά στοιχεία για την κατάσταση του πληθυσμού δεν είναι διαθέσιμα. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός στην Πάρνηθα εκτιμάται ότι είναι εκείνος στην κορυφή Στρογγυλή, ανατολικά του Κατσιμιδίου, με περισσότερα από 250 ώριμα άτομα. Στη θέση Μπελέτσι το μέγεθος του πληθυσμού εκτιμάται σε περίπου 200 ώριμα άτομα.</p><p>4. Λόφος Τουρκοβούνια: Η περιοχή αυτή είναι ο locus classicus της F. obliqua subsp. obliqua. Το υποείδος αναφέρεται από την ευρύτερη περιοχή του λόφου των Τουρκοβουνίων από τον 19ο αιώνα, στη θέση " supra Hagia Glykeria pr. Patisia " (Halácsy 1901). Η εκκλησία της Αγίας Γλυκερίας απέχει περίπου 500 m ΒΔ. από τα ΤουρκοβούΤουρκοβού-- νια. Η εν λόγω αναφορά υποδηλώνει την παρουσία του είδους και σε πεδινές τοποθεσίες του λεκανοπεδίου, πριν την οικιστική επέκταση της Αθήνας. Σήμερα, η εξάπλωση του πληθυσμού στα Τουρκοβούνια έχει περιορισθεί σε θέσεις όπου δεν έγιναν εργασίες για τη δημιουργία του Αττικού Άλσους ή δεν έχουν οικοδομηθεί. Στον οικισμό Γ. Παπανδρέου καταγράφηκαν κατά την περίοδο ανθοφορίας του υποείδους, το 2007, περισσότερα από 200 άτομα. Το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού εκτιμάται ότι ήταν μεγαλύτερο, δεδομένης της παρουσίας φυτών και στις ανατολικές εκθέσεις του λόφου, κοντά στο Παλαιό Ψυχικό. Πριν 35 χρόνια είχαν καταμετρηθεί στη θέση αυτή και μέχρι την κορυφή περισσότερα από 200 άτομα, ενώ πριν 5 έτη βρέθηκαν μόνο 6 μεμονωμένα άτομα σε μη οικοδομημένα οικόπεδα.</p><p>5. Όρος Μερέντα - Μαρκόπουλο: Από την περιοχή Μαρκόπουλου υπάρχει δείγμα βοτανικής συλλογής (Stamatiadou 27295, ΑΤΗ). Στοιχεία για την κατάσταση του πληθυσμού δεν είναι διαθέσιμα. Όμως, στην περιοχή αυτή φύεται και η F. graeca Boiss. &amp; Spruner, της οποίας οι σκούρες μορφές των ανθέων συχνά συγχέονται με την F. obliqua subsp. obliqua.</p><p>6. Εύβοια: Στην Εύβοια είναι μέχρι σήμερα γνωστοί δύο υποπληθυσμοί. Ο πρώτος ανακαλύφθηκε το 1984 από την Ζαχάρωφ (1987) στο όρος Όλυμπος και ο δεύτερος το 1995, από την πρώτη των συγγραφέων, στο όρος Οχθωνιά (Κamari 1995d). O πρώτος υποπληθυσμός κάηκε προσφάτως και δεν υπάρχουν νεότερα δεδομένα. Το 2008 διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος υποπληθυσμός στην Οχθωνιά αποτελείται από περίπου 250 εύρωστα άτομα, πολλά από τα οποία είχαν 3-5 άνθη, πολλά φύλλα, και σε μερικά άτομα τα φύλλα ήσαν εμφανώς ελικοειδή, γνώρισμα που χαρακτηρίζει το υποείδος F. obliqua subsp. tuntasia.</p><p>Τα άτομα του πληθυσμού της Κυνόσουρας είναι τα περισσότερο εύρωστα μεταξύ των πληθυσμών της Αττικής, ως προς το ύψος των ατόμων, τον αριθμό και το μέγεθος των φύλλων και των ανθέων τους, παρότι φυτά από τα Τουρκοβούνια και την Πάρνηθα, μετά από συνεχή καλλιέργεια για περισσότερο από 20 χρόνια στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Πανεπιστημίου Πατρών, έδειξαν, επίσης, τα ίδια μορφολογικά γνωρίσματα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το taxon χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Τα κριτήρια που σήμερα καλύπτει ή που ίσως μπορεί να καλύπτει στο εγγύς μέλλον, είναι τα Β2a,c και C2b, καθόσον η καταλαμβανόμενη συνολικά έκτασή του είναι μικρότερη από 2.000 km2, είναι κατακερματισμένη και υπάρχουν φυτά σε όχι περισσότερες από 10 περιοχές και συγχρόνως παρουσιάζει μία συνεχή μείωση, παρατηρούμενη κυρίως στον αριθμό των ωρίμων ατόμων και του μεγέθους των υποπληθυσμών του. Ειδικότερα:</p><p>Στο Σχοινιά, ο κυριότερος υποπληθυσμός βρίσκεται στη χερσόνησο της Κυνόσουρας, εντός του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά-Μαραθώνα (Κωδικός GR3000003 3000003). Η ΚυνόΚυνό-- σουρα έχει χαρακτηρισθεί ζώνη Α2 δηλαδή ζώνη προστασίας της φύσης, στην οποία οι μόνες επιτρεπόμενες δραστηριότητες είναι η περιβαλλοντική εκπαίδευση και η επιστημονική έρευνα (ΦΕΚ 395/Δ/3.7.2000). Παρόλα αυτά, η βόσκηση αιγοπροβάτων συνεχίζεται παρανόμως, γεγονός που περιορίζει το αναπαραγωγικό δυναμικό του υποπληθυσμού και θέτει σε κίνδυνο τη διατήρησή του. Σημειώνεται, επίσης, ότι η παρουσία της F. obliqua subsp. obliqua στην Κυνόσουρα είναι η πλέον γνωστή και η ευκολότερα προσβάσιμη θέση για την Αττική και ως εκ τούτου στην εν λόγω θέση το υποείδος υφίσταται το μεγαλύτερο κίνδυνο καταστροφής από συλλέκτες, αλλά και εξαιτίας εκτεταμένων μεταβολών των χρήσεων γης (π.χ. έντονη οικοδομική δραστηριότητα).</p><p>Παρότι η Πάρνηθα προστατεύεται ως Εθνικός Δρυμός (Κωδικός GR3000001 3000001)),, οι θέσεις παρουσίας του υποείυποεί-- δους βρίσκονται εκτός του πυρήνα, με την εξαίρεση της θέσης Μόλα. Από τις διάφορες θέσεις εμφάνισης του υποείδους έχει ήδη καταγραφεί η καταστροφή μέρους του πληθυσμού στα ΒΑ. του όρους Μπελέτσι, εξαιτίας ανέγερσης οικοδομής.</p><p>Σημαντικό τμήμα του πληθυσμού στα Τουρκοβούνια έχει καταστραφεί από τις εργασίες για τη δημιουργία του Αττικού Άλσους (εκβραχισμοί, μπαζώματα, φυτεύσεις), ενώ εκκρεμούν αποφάσεις για περαιτέρω φυτεύσεις στα Τουρκοβούνια. Οι θέσεις, όπου απαντά η F. obliqua subsp. obliqua, υποβαθμίζονται διαρκώς από την ανεξέλεγκτη απόθεση απορριμμάτων. Τμήμα του πληθυσμού της βρίσκεται σε αδόμητα προς το παρόν οικόπεδα εντός του συνοικισμού Γ. Παπανδρέου και ως εκ τούτου κινδυνεύει από την οικοδομική δραστηριότητα. Τέλος, τα άνθη της Fritillaria obliqua subsp. obliqua συλλέγονται αδιακρίτως από τους περιοίκους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Fritillaria obliqua s. l ..l. l.. έχει συμπεσυμπε-- ριληφθεί σε όλους τους καταλόγους και τα διατάγματα προστασίας ειδών της Ελληνικής Χλωρίδας: Ερυθρός κατάλογος της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, ΕυΕυ-- ρωπαϊκός Ερυθρός Κατάλογος των Παγκοσμίως Απειλούμενων Ζώων και Φυτών, Κατάλογος του Συμβουλίου της Ευρώπης, Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, Σύμβαση της Βέρνης 1992, Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, ΦΥΣΗ 2000. Συμπεριλαμβάνεται επίσης και στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995).</p><p>Τόσο για την περιοχή του Σχoινιάoινιάινιά όσο και της ΠάρνηΠάρνη-- θας, η ύπαρξη των προστατευομένων περιοχών θέτει νομικό πλαίσιο που υποστηρίζει τη διατήρηση της Fritillaria obliqua subsp. obliqua, εφόσον εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις. Ωστόσο, σε πιθανή μελλοντική αναθεώρηση των ορίων των ζωνών προστασίας εκτιμάται ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι θέσεις παρουσίας της Fritillaria obliqua subsp. obliqua, έπειτα από ενδελεχή χαρτογράφησή τους.</p><p>Επειδή ο πληθυσμός στα Τουρκοβούνια κινδυνεύει με πλήρη καταστροφή, εξαιτίας έργων πρασίνου και οικοδόμησης της περιοχής, προτείνεται η λήψη μέτρων, ώστε αντίστοιχες μελλοντικές εργασίες να μη θίξουν θέσεις όπου εξαπλώνεται το υποείδος. Η παρουσία του υποείδους εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας δίνει τη δυνατότητα η διατήρησή του να αποτελέσει αντικείμενο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, ώστε να περιορισθεί ο κίνδυνος από τη συλλογή του, ειδικά στις περιοχές όπου η πρόσβαση είναι εύκολη, όπως στα Τουρκοβούνια και την Κυνόσουρα.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Παύλος Ανδριόπουλος &amp; Μαργαρίτα Αριανούτσου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFEDFFF798C7378AFA3DFBB1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFE9FFF298C7378AFA36FBFB.text	9E288790FFE9FFF298C7378AFA36FBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria obliqua subsp. tuntasia (Halacsy) Kamari	<div><p>Fritillaria obliqua Ker-Gawler subsp. tuntasia (Heldr. ex Halácsy) Kamari</p><p>Liliaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Fritillaria obliqua Ker-Gawler subsp. tuntasia (Heldr. ex Halácsy) Kamari in Bot. Chron.10: 259 (1991).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚiΚ), Κυκλάδες Νήσοι, Νήσος Κύθνος] "in collibus saxosis inter phrygana in insula Cythnos Cycladum", 16 Apr. 1901, Tuntas 1694 (Oλότυπος: W. Iσότυπος: ATHU).</p><p>Συνώνυμα: Fritillaria tuntasia Heldr. ex Halácsy, Consp. Fl. Graec. 3: 222 (1904).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2,5(- 3) cm. Βλαστός ύψους (10-)15-35(-40) cm,, λείος. ΦύλΦύλ-- λα 8-18(-25), αντίθετα, στενώς λογχοειδή, 6-10(-14) x 1,0-1,5(-2,0) cm, γλαυκoπράσινα, ελικοειδή έως εντόνως σπειροειδή. Άνθη 1-3(-6) ανά στέλεχος, κωνικά έως κωνικά-κωδωνοειδή, βαθέως καστανέρυθρα έως πορφυροκάστανα, με ελαφρώς γλυκιά οσμή. Τέπαλα 15-27(-30) x 7-9(-11) mm, τα εσωτερικά ελαφρώς πλατύτερα (μέχρι 13 mm), αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα χωρίς ψηφίδες. Νεκτάρια γραμμοειδή-λογχοειδή, μήκους 2-5 mm,, κιτρικιτρι-- νοπράσινα. Στύλος μήκους 8-12 mm, σχεδόν αδιαίρετος έως ελαφρώς τρισχιδής μέχρι 1,5 mm,, λείος. Κάψα ημιημι-- σφαιρική, μήκους περίπου 1,5-2,3 cm, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Kamari 1984a από τη νήσο Γυάρο, La Cour 1978 και Zαχάρωφ 1987 από τη νήσο Κύθνο).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Φεβρουαρίου έως τις αρχές Απριλίου, αναλόγως του υψομέτρου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το υποείδος Fritillaria obliqua subsp. tuntasia είναι ενδημικό των Δ. Κυκλάδων. H νήσος Κύθνος είναι ο locus classicus του υποείδους και εθεωρείτο από τον Rix (1971) ως η μοναδική θέση εξάπλωσης αυτού του taxon. Αργότερα, ο ίδιος (Rix 2000), αλλά και πριν από αυτόν ο Broussalis (1978), καθώς και οι Livani-Livaniou-Tiniakou-TiniakouTiniakou &amp; al.. (2003) το αναφέρουν από τη νήσο ΣέριΣέρι-- φο. Στη νήσο Γιάρο βρέθηκε από τον Τzanoudakis (1981). Αναφορές του taxon από τη νήσο Φολέγανδρο, τη νησίδα Πιπέρι και τη νήσο Κέα (RunemarkRunemark 1969) δεν έχουν επιβεεπιβε-- βαιωθεί μέχρι σήμερα. Υλικό από την Κέα, το οποίο είδαμε, ανήκει με βεβαιότητα στην F. graeca Boiss. και όχι στην F. obliqua subsp. tuntasia. Το τυπικό υποείδος F. obliqua subsp. obliqua απαντά στην Α. Στερεά Ελλάδα (Αττική) και την Κ. Εύβοια (όρη Όλυμπος και Οχθωνιά).</p><p>Βιότοπος: Το υψομετρικό εύρος των θέσεων παρουσίας της Fritillaria obliqua subsp. tuntasia κυμαίνεται από 20- 500(-650) m.. Φύεται σε ποικιλία εδαφών, όπως ασβεστόασβεστό-- λιθοι, γρανίτες, αλλά κυρίως προτιμά τους σχιστολίθους. Πάντοτε φύεται σε πετρώδη εδάφη, με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση.</p><p>Αν και οι πληθυσμοί της F. obliqua subsp. tuntasia εντοπίζονται σε μάλλον ανοικτές θέσεις και συνήθως όχι εντός πυκνής βλάστησης, τα άτομα του είδους περιορίζονται στην σκιά των εκάστοτε επικρατούντων ακανθωτών θάμνων ή φρυγάνων, όπως το Sarcopoterium spinosun, όπου, επιπλέον, εξασφαλίζεται προστασία από την βόσκηση.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα δύο υποείδη της Fritillaria obliqua αναφέρονται από τον Rix (1971, 1980) ως ιδιαίτερα παλαιοενδημικά taxa, πολύ καλά διαφοροποιημένα από όλα τα άλλα είδη του γένους, ως προς την μορφή και τoν αριθμό των ανθέων και των νεκταρίων τους, την χαρακτηριστική γλυκιά οσμή τους και τα πολλά, συνήθως ελικοειδή φύλλα. Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει, επίσης, την μεγάλη ομοιότητα των μέχρι τότε ιδιαιτέρων ειδών F. obliqua και F. tuntasia . Η μεγάλη ομοιότητα των δύο υποειδών, καθώς και η εύρεση πολλών ατόμων σε διαφορετικούς πληθυσμούς (κυρίως στην Κυνόσουρα Αττικής και την Οχθωνιά της Κ. Ευβοίας) με ενδιάμεσα μορφολογικά γνωρίσματα, οδήγησαν την συγγραφέα αυτού του άρθρου να θεωρήσει τα δύο taxa καταρχήν ως συνώνυμα (Κamari 1984a) και αργότερα να ταξινομήσει αυτά στο επίπεδο του υποείδους (Κamariamari 1991b),b)), βασιζόμενη στην διακεδιακε-- κομμένη γεωγραφική εξάπλωσή τους. Το τυπικό υποείδος απαντά στην Αττική και Κ. Εύβοια, ενώ το υποείδος F.. obli-obliqua subsp. tuntasia στις Κυκλάδες. Σύμφωνα με την ίδια συγγραφέα, η F. obliqua ανήκει στην ομάδα του γένους Fritillaria με σχεδόν καστανόμαυρα άνθη και με εξάπλωση κυρίως στο Κ. και Δ. Αιγαίο (Κamari 1991b). Ο Rix (1971) αναφέρει, επίσης, ότι τα δύο taxa έχουν πρωτόγονα μορμορ-- φολογικά γνωρίσματα και ομοιάζουν με την ομάδα του υπογένους Theresia (C. C.. Kock)) Benth.. &amp; Hook.. f.. και κυρίκυρί-- ως με το είδος F. persica L. από το οποίο διαφέρουν στο πολύ μεγάλο μέγεθος της ταξιανθίας του τελευταίου. Η F. persica εξαπλώνεται από το ΒΔ. Ιράν (όρη Zagros), μέσω Ιορδανίας, Λιβάνου, Συρίας, Παλαιστίνης, ΝΑ. Τουρκίας και φθάνει δυτικά μέχρι την Κύπρο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι γνωστοί και, μέχρι σήμερα, μελετημένοι πληθυσμοί της Fritillaria obliqua subsp. tuntasia είναι οι εξής:</p><p>Στην νήσο Κύθνο αναφέρονταν (ZαχάρωφZαχάρωφαχάρωφ 1987) μέμέ-- χρι σήμερα δύο θέσεις. Η μία πάνω από το χωριό Μέριχας και η άλλη κοντά στην Χώρα, στο κέντρο του νησιού. Και οι δύο περιοχές, όπως διαπιστώσαμε το 2007, βόσκονται εντατικά, με αποτέλεσμα να διατηρούνται σε καρποφορία ελάχιστα άτομα (5-10). Το 2008 βρήκαμε μία ακόμα θέση, στο Κάστρο της Ωριάς, στο ΒΔ. άκρο της νήσου. Εδώ εντοπίσαμε μόνο 2 άτομα σε καρποφορία. Ο Rix (2000) αναφέρει, ότι το 1938 o P. Davis παρατήρησε στην νήσο πολύ εύρωστα άτομα με 6 άνθη, ενώ ο M. Joung ότι τα 50% των ατόμων είχαν 1 άνθος, το 30% είχαν 2, το 15% είχαν 3 και μόνο το 5% είχαν 4 άνθη, χωρίς να αναφέρει τον αριθμό των ατόμων που μετρήθηκαν.</p><p>Στη νήσο Σέριφο, ο Rix (2000) αναφέρει ότι το taxon είναι σπάνιο και ότι μόνο τρεις μικρές αποικίες των 50 ατόμων η μία και των 20 περίπου ατόμων οι άλλες. Πράγματι οι Livaniou- Tiniakou &amp; al. (2003) αναφέρουν την εύρεσή του στη νήσο. Ειδικότερα, η Α. Τηνιακού (προσωπ. επικοινωνία) υπέδειξε ότι εντοπίσθηκαν 3 υποπληθυσμοί: ο μεγαλύτερος αποτελούμενος από περίπου 200 άτομα εντοπίζεται σε μια έκταση 4 στρεμμάτων, σε υπόστρωμα μαρμάρου και βρίσκεται στο ΚΔ. τμήμα της νήσου. Ο δεύτερος, σε σχιστολιθικό έδαφος, βρίσκεται στο Β. τμήμα της νήσου και αποτελείται από 25 ή λιγότερα άτομα. Τέλος, ο τρίτος βρισκόταν στο κέντρο της νήσου, σε έδαφος γρανίτη και αποτελείται από περίπου 20 άτομα. Όλα τα άτομα της Σερίφου είναι γενικώς μικρότερα σε μέγεθος, έχουν τα λιγότερα φύλλα των πληθυσμών του υποείδους και γενικά εμφανίζονται λιγότερο εύρωστα. Μετά από συνεχή καλλιέργεια για περισσότερο από 7 έτη στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Πανεπιστημίου Πατρών, διατηρούν σταθερά τα ίδια μορφολογικά γνωρίσματα.</p><p>Ο Tzanoudakis (1981) αναφέρει για πρώτη φορά την ύπαρξη της F. obliqua subsp. tuntasia στη νήσο Γυάρο. Βρέθηκε στο κέντρο της νήσου ένας μόνο πληθυσμός, αποτελούμενος από περίπου 15 άτομα. Μετά από συνεχή καλλιέργεια για περισσότερο από 25 έτη στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Πανεπιστημίου Πατρών, τα άτομα διατηρούν σταθερά τα πολλά και εντόνως ελικοειδή φύλλα τους.</p><p>Η κατάσταση των πληθυσμών στη νήσο Φολέγανδρο και τη νησίδα Πιπέρι (Runemark 1969) δεν είναι γνωστή, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι και εκεί οι πληθυσμοί θα είναι μικροί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το υποείδος F. obliqua subsp. tuntasia χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001, 2006), με βάση τα κρικρι-- τήρια Β2a,b(i,ii,iv,v),c(i,ii,iv,v) και D1, διότι εκτιμάται ότι η πραγματική έκταση που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί του είναι μικρότερη από 2.000 km2, ενώ υπάρχουν δεδομένα ότι αυτό εμφανίζεται σε λιγότερες από 10 περιοχές και επίσης ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων του είναι κατά πολύ μικρότερος των 1.000. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν η έντονη βόσκηση σε όλες της νήσους των Κυκλάδων, η οποία σε συνδυασμό με τις πιθανές κλιματικές μεταβολές ίσως θα καταστήσουν αναγκαία την ένταξή του σε βαθμίδα υψηλότερου κινδύνου.</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα δύο υποείδη της Fritillaria obliqua, ως ιδιαίτερα taxa, έχoυν συμπεριληφθεί σε όλους σχεδόν τους καταλόγους και τα διατάγματα προστασίας ειδών της Ελληνικής Χλωρίδας: Ερυθρός κατάλογος της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, Ευρωπαϊκός ΕρυΕρυ-- θρός Κατάλογος των Παγκοσμίως Απειλούμενων Ζώων και Φυτών, Κατάλογος του Συμβουλίου της Ευρώπης, Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, Σύμβαση της Βέρνης 1992, Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Όμως, ουσιαστικά, κανένας πληθυσμός αυτού του υποείδους δεν προστατεύεται με αποτελεσματικό τρόπο.</p><p>Δυστυχώς, το αναφερόμενο υποείδος δεν φύεται σε καμία από τις προστατευμένες περιοχές και επιπλέον βρίσκεται σε περιοχές με έντονη βόσκηση και σημαντική ανθρωπογενή επίδραση. Ως εκ τούτου, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι η προστασία των βιοτόπων του και, κυρίως, η προστασία των φυτών από την ανεξέλεγκτη βόσκηση. Επίσης, θα πρέπει να αποτραπεί η συλλογή των αυτοφυών ατόμων με σκοπό την καλλιέργειά τους σε κήπους, δεδομένου ότι το υποείδος εκτιμάται εξαιτίας της εμφάνισής του και των εύοσμων ανθέων του που έχουν ιδιαίτερα χρώμα. Η καλλιέργεια του υποείδους σε Βοτανικούς Κήπους θα πρέπει να γίνεται με σπέρματα. Οι καλλιεργημένοι πληθυσμοί μπορεί να διανεμηθούν περαιτέρω, ώστε να μειωθεί η πίεση στους αυτοφυείς πληθυσμούς. Τέλος, η ex situ διατήρησή του με την κατάθεση σπερμάτων σε Tράπεζες Γενετικού Υλικού, κατά προτίμηση από καλλιεργούμενα άτομα, είναι ιδιαιτέρως επιθυμητή.</p><p>Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFE9FFF298C7378AFA36FBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFEAFF8D98DE367CFA3EFC49.text	9E288790FFEAFF8D98DE367CFA3EFC49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria pelinaea Kamari	<div><p>Fritillaria pelinaea Kamari</p><p>Liliaceae</p><p>Fritillaria pelinaea Kamari in Bocconea 5: 227 (1996).</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Tύπος: [Ελλάς (EAe), Νήσος Χίος] "Island of Chios, Mt. Pelineo, W-facing slopes, above Spartounda, 38º 32' N, 26º 00' E, under Acer sp., alt. 760 m", 22 Apr. 1990, Phitos &amp; al. 22122 (Ολότυπος: UPA. Iσότυποι: B, C, G).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2 cm. Βλαστός ύψους μέχρι 20(-25) cm, εύρωστος. Φύλλα 7-10(-12), συνήθως αντίθετα ή σχεδόν αντίθετα, ευρέως λογχοειδή έως ευρέως ωοειδή, βαθέως γλαυκoπράσινα. Τα ανώτερα, όπως και τα μεσαία, συχνά σε σπονδύλους. Άνθη 1-2(-3), στενώς κωδωνοειδή, βαθέως κίτρινα, χωρίς ψηφίδες. Τέπαλα εξωτερικά ευρέως ελλειπτικά, αμβλέα, 17-22 x 6-9 mm, τα εσωτερικά πλατύτερα (μέχρι 12 mm), ευρέως ωοειδή, αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα. Νεκτάρια λογχοειδή, μήκους 2-3 mm, κιτρινοπράσινα. Στύλος μήκους 7-10 mm, αδιαίρετος, λείος η ελαφρώς θηλωτός, λεπτοφυής. Κάψα διαμέτρου μέχρι 2 cm, κυλινδρική έως ευρέως κυλινδρική, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Kamari 1996).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Μαρτίου έως και τον Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της νήσου Χίου. Είναι περιορισμένο στις δυτικές, βόρειες και βορειοανατολικές πλαγιές του όρους Πελιναίου, όπου σχηματίζει αντιστοίχως τρεις μικρούς υποπληθυσμούς, επάνω από τα χωριά Σπαρτούντα, Βίκιον και Αμάδες (Kamari 1996, Snogerup &amp; al. 2001).</p><p>Βιότοπος: Η Fritillaria pelinaea αναπτύσσεται σε πετρώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές, σε δασώδεις περιοχές με Acer sempervirens ή Pinus halepensis subsp. brutia, σπανίως κάτω από θάμνους, σε υψόμετρo από (350-)500 έως 1.000 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria pelinaea, το μοναδικό ενδημικό taxon της νήσου Χίου, αναφερόταν προηγουμένως είτε ως F. sibthorpiana Baker (Meikle 1954) είτε ως F. bithynica Baker (RixRix 1975) μέχρις ότου το 1979, συλσυλ-- λέξαμε μερικά νεαρά φυτά επάνω από την Σπαρτούντα. To είδος περιγράφηκε λίγα έτη αργότερα (Kamari 1996), αφού προηγήθηκαν λεπτομερείς παρατηρήσεις στο φυσικό του περιβάλλον. Διαπιστώσαμε έτσι, ότι η F. pelinaea, είναι ένα πολύ ευδιάκριτον είδος, μεταξύ αυτών με κίτρινα άνθη, που φύονται στις νήσους του Α. Αιγαίου και την Δ. Τουρκία. Όλα τα taxa αυτής της ομάδας έχουν αδιαίρεαδιαίρε-- τους στύλους και διαφέρουν φυλογενετικώς από τα είδη του γένους Fritillaria με κίτρινα άνθη, της ηπειρωτικής Ελλάδας, τα οποία έχουν διηρημένους στύλους. Οι σημαντικότερες μορφολογικές διαφορές αυτού του είδους από τα στενότερα συγγενή του με κίτρινα ή κιτρινοπράσινα άνθη είναι: ο πολύ εύρωστος βλαστός του, τα βαθέως γλαυκοπράσινα, σαρκώδη, ευρέα στην βάση τους φύλλα, καθώς και οι ευρέως κυλινδρικές, χωρίς πτερύγια κάψες του (Kamari 1996).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Fritillaria pelinaea είναι γνωστή μόνο από τρεις μικρούς υποπληθυσμούς, από τις δυτικές, βόρειες και βορειοανατολικές πλαγιές του όρους Πελιναίου. Οι δύο πρώτοι υποπληθυσμοί αναπτύσσονται σε δασώδεις περιοχές κάτω από Acer sempervirens ή Pinus halepensis subsp. brutia (επάνω από τα χωριά Σπαρτούντα και Βίκιον), ενώ ο τρίτος (επάνω από το χωριό Αμάδες) σε θαμνώδεις θέσεις. Σε κανένα από τους υποπληθυσμούς της F. pelinaea δεν καταγράφηκαν περισσότερα από 250 ώριμα άτομα. Αυτό το είδος μοιράζεται συχνά τους ίδιους βιοτόπους με μερικά άλλα γεώφυτα, όπως τα: Galanthus elwesii, Colchicum boissieri, Crocus pulchellus, Gagea peduncularis, Ornithogalum fibriatum, Scilla bifolia κ.ά. (Snogerup &amp; al. 2001).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Kamari 1995e) το είδος είχε προταθεί ως Vulnerable (Τρωτό). Όμως, οι συχνές πυρκαγιές στην περιοχή εξάπλωσής της F. pelinaea κατά τα τελευταία έτη είναι υπεύθυνες για την ελάττωση του μεγέθους των υποπληθυσμών της και ιδιαιτέρως του μεγαλύτερου από αυτούς, επάνω από το χωριό Σπαρτούντα, αφού κατέστρεψαν τα δάση της Pinus και του Acer. Επιπροσθέτως, η υπερβολική βόσκηση όλων των υποπληθυσμών, από πολυάριθμα αιγοπρόβατα, συντελεί πολύ περισσότερο στην συνεχή ελάττωση του αριθμού των ατόμων της.</p><p>Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων και των τριών υποπληθυσμών της F. pelinaea είναι κατά πολύ μικρότερος των 2.500 ωρίμων ατόμων. Σε κάθε υποπληθυσμό μετρήθηκαν λιγότερα από 250 άτομα, ενδέχεται όμως να υπάρχουν ακόμη κάποιες ομάδες ατόμων στις πλαγιές του Πελιναίου. Εντούτοις, εξαιτίας της βόσκησης, είναι πολύ αμφίβολο αν τα αναπαραγωγικώς ώριμα άτομα κατορθώνουν να καρποφορήσουν, ώστε να συμβάλλουν στον εγγενή πολλαπλασιασμό του είδους.</p><p>Προτείνεται να υπαχθεί το είδος στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001), αφού πληρούνται τα κριτήρια Β2a,b(i,ii,iv,v) και C1+2a(i),b, για όλους τους υποπληθυσμούς του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα μέτρο προστασίας για την υπερβόσκηση από τα πολυάριθμα αιγοπρόβατα, τα οποία συντελούν στην ελάττωση του αριθμού των ατόμων σε όλους τους υποπληθυσμούς της F. pelinaea, δεν φαίνεται να είναι ρεαλιστικό. Επίσης, είναι αρκετά δύσκολο να προστατευθούν οι περιοχές εξάπλωσης του είδους από πιθανές πυρκαγιές, κατά την διάρκεια των θερινών μηνών. Προτείνεται μια μικρή περιοχή του όρους Πελιναίου να τεθεί υπό νομικό καθεστώς παρακολούθησης και προστασίας, ως μικροαπόθεμα, σε συνεννόηση με τους τοπικούς παράγοντες και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, καθώς η F. pelinaea αποτελεί το μοναδικό ενδημικό είδος της νήσου Χίου, και συγχρόνως ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και ελκυστικό φυτό. Ένας μικρός αριθμός σπερμάτων (όχι βολβών), θα μπορούσε επίσης να συλλεχθεί για να επιτευχθεί η ex situ προστασία και καλλιέργεια του φυτού, να αναπαραχθεί (απαιτούνται περίπου 4 χρόνια για να δημιουργηθούν ώριμα άτομα) και στη συνέχεια να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους. Σπέρματα του είδους θα πρέπει, επίσης, να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την πιθανότητα επανεισαγωγής του είδους στον φυσικό του βιότοπο, αν κάτι τέτοιο χρειασθεί.</p><p>Με σκοπό την ασφαλή ex situ προστασία αυτού του είδους, καλλιεργείται ήδη για περισσότερα από 28 έτη, στον ερευνητικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών.</p><p>Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFEAFF8D98DE367CFA3EFC49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF97FF8898C7367CFA36FC49.text	9E288790FF97FF8898C7367CFA36FC49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria rhodokanakis (Kamari 1995) Baker	<div><p>Fritillaria rhodokanakis Orph. ex Baker</p><p>Liliaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Fritillaria rhodokanakis Orph. ex Baker in J. Bot. (London) 16: 323 (1878).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Νήσος Ύδρα] "in insula Hydra", 3-10 April. 1876, Heldreich s.n., (Ισότυποι: ΑΤΗU, Κ, ΜΒ). Στην Βοτανική Συλλογή του Κew (K) υπάρχει ένα δείγμα του Heldreich, προερχόμενο από την συλλογή Reichenbach ["ex Herbario Reichenbach fil."], τo οποίo χρησιμοποίησε ο Baker στον πρωτόλογό του. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο Ολότυπος του είδους, εάν ήταν βέβαιο ότι είναι το μοναδικό δείγμα που χρησιμοποίησε ο Baker.. Μπορεί, πάπά-- ντως, να χαρακτηρισθεί ως Λεκτότυπος.</p><p>Συνώνυμα: Fritillaria rhodokanakis Orph.. ex Baker sub-subsp. argolica Zacharof in Willdenowia 16: 343 (1987).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2,5 cm. Βλαστός ύψους (8-)10-25(-30) cm, λείος. Φύλλα 5-7(- 9), αντίθετα, λογχοειδή έως στενώς λογχοειδή, 4-10(-12) x 0,8-2,0(-2,3) cm, γλαυκoπράσινα, τα ανώτερα εντόνως στενούμενα. Άνθη 1-2(-3) ανά στέλεχος, κωδωνοειδή έως βραχέως κωδωνοειδή ή σπανίως κωνικά-κωδωνοειδή, βαθέως καστανέρυθρα έως καστανοπόρφυρα στην βάση, κίτρινα έως χρυσοκίτρινα, περίπου στο κατώτερο ήμισυ. Τέπαλα 13-20(-25) x 6-10 mm, τα εσωτερικά ελαφρώς πλατύτερα (μέχρι 13 mm)),, οξύληκτα έως αμβλέα, τα εσωεσω-- τερικά με ελαφρές ψηφίδες, εντονότερες στην εσωτερική τους επιφάνεια. Νεκτάρια γραμμοειδή-λογχοειδή, μήκους 3-5 mm, καστανά έως βαθυπράσινα. Στύλος μήκους 7-10 mm, τρισχιδής περίπου κατά το ήμισυ, συνήθως λείος. Κάψα ημισφαιρική, μήκους περίπου 1,2-2,0 cm, χωρίς πτερύγια, συχνά με έντονο καστανέρυθρο χρώμα στην κορυφή.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24+0-5Β [La Cour 1953, 1978, Rix 1971, Kamari (1986) 1993, Zacharof 1987, Zαχάρωφ 1987].</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Τέλος Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Fritillaria rhodokanakis είναι ενδημικό είδος της νήσου Ύδρας και των μικρών νησίδων ευρισκομένων μεταξύ αυτής και της ΒΑ. Πελοποννήσου (Δοκός, Πετροθάλασσα κ.λπ.). Απαντά, επίσης, και στις απέναντι περιοχές του Ν. Αργολίδας. Όμως, στην Αργολίδα, η F. rhodokanakis συναντά την από τον νότο ανερχόμενη F. spetsiotica Kamari και την από βορά κατερχόμενη F. graeca Boiss. με τις οποίες υβριδίζει έντονα, έτσι ώστε να μην έχει βρεθεί κανένας αμιγής πληθυσμός της. Μάλιστα, από την περιοχή του Πόρου (Α. Αργολίδα) περιγράφηκε (Zacharof 1987) το υποείδος subsp. argolica Zacharof, το οποίο όμως είναι συνώνυμο της F. rhodokanakis και αποτελεί ενδιάμεση μορφή των δύο ειδών Fritillaria, τα οποία απαντούν εκεί [Kamari 1986 (1993)].</p><p>Βιότοπος: Το υψομετρικό εύρος των θέσεων εμφάνισης της Fritillaria rhodokanakis κυμαίνεται σχεδόν από το επίπεδο της θάλασσας, στη νησίδα Δοκό, αλλά και στις μικρές νησίδες μεταξύ Ύδρας και Αργολίδας, έως και τα 500 m στην περιοχή της Αργολίδας (όρη Αραχναίο και Δίδυμο, όπου όμως υπερτερεί η F. graeca). Πάντοτε προτιμά τα ασβεστολιθικά βραχώδη ή πετρώδη εδάφη με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, συχνά τις παρυφές δασών Pinus halepensis, ελαιώνων ή, όπως στον locus classicus, σε αμπελώνες. Οι υποπληθυσμοί της F.. rhodokana-rhodokanakis εντοπίζονται συνήθως σε σχετικά ανοικτές θέσεις και όχι εντός πυκνής βλάστησης, όμως συχνά, πολλά άτομα αναπτύσσονται στη σκιά των εκάστοτε επικρατούντων θάμνων, όπου προστατεύονται από την βόσκηση.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria rhodokanakis αποτελεί ένα ιδιαίτερο, πολύ καλά διαφοροποιημένο είδος, κυρίως, ως προς την μορφή και το χρώμα των ανθέων του. Εντός του γένους Fritillaria (Rix 1971) υπάρχουν ακόμη μόνο 2 είδη με παρόμοια άνθη, τα οποία φύονται σε πολύ απομακρυσμένες περιοχές και σε υψόμετρα 2.000-3.000 m: η F. michailovskyi Fomin,, η οποία απαντά στην ΒΑ. ΤουρΤουρ-- κία, στην περιοχή της Τιφλίδας και του Καυκάσου και η F. reuteri Boiss.,., η οποία απαντά στο ΝΔ. Ιράν, στα όρη Za-Zagros. Στην Ελλάδα συγγενή της είδη είναι όλα τα taxa της ομάδας με σχεδόν καστανόμαυρα άνθη και με εξάπλωση κυρίως στο Κ. και Δ. Αιγαίο, από τα οποία, όμως, διαφέρει στα χαρακτηριστικά δίχρωμα (κατά το ήμισυ καστανόμαυρα και κατά το ήμισυ χρυσοκίτρινα) άνθη της (Κamari 1991b).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι γνωστοί μέχρι σήμερα μελετημένοι και γενετικώς καθαροί υποπληθυσμοί της Fritillaria rhodokanakis είναι δύο μικροί υποπληθυσμοί στη νήσο Ύδρα, ο ένας στον δρόμο από την Χώρα προς την Μονή του Προφήτη Ηλία, στα όρια μικρών αμπελώνων (υψόμετρο περίπου 100 m) και ο δεύτερος κατά μήκος του δρόμου προς Μανδράκι (υψόμετρο περίπου 30 m). Και οι δύο περιοχές υπόκεινται σε έντονη οικιστική και τουριστική πίεση. Στη νησίδα Δοκό υπάρχει επίσης ένας μικρός πληθυσμός (περίπου 20 άτομα) σε μικρή χαράδρα (υψόμετρο περίπου 10-20 m).</p><p>Στην Αργολίδα (από την Ερμιόνη μέχρι τον Πόρο) και σε συνέχεια στην Κορινθία (μέχρι το Σοφικό) υπάρχουν διάσπαρτοι μικροί υβριδογενείς υποπληθυσμοί, οι οποίοι φύονται κυρίως σε φρύγανα ή σε όρια καλλιεργημένων αγρών, κυρίως ελαιώνων, στους οποίους όμως λόγω του υβριδισμού της F. rhodokanakis με την F. spetsiotica (στην περιοχή της Ν. Αργολίδας) και με την F. graeca (στην Β. Αργολίδα-Κορινθία και σε μεγαλύτερα υψόμετρα), τα μορφολογικά της γνωρίσματα ποικίλουν, ενώ υπάρχουν όλες οι ενδιάμεσες μορφές με τα ανωτέρω taxa.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Fritillaria rhodokanakis χαρακτηρίζεται ως είδος Tρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), αφού εκτιμάται ότι είναι δεδομένη η συρρίκνωση των γενετικώς καθαρών υποπληθυσμών του επί της νήσου Ύδρας, δεδομένου ότι φύεται στην περιοχή με έντονη οικοτουριστική ανάπτυξη. Τα κριτήρια που σήμερα πληροί η F. rhodokanakis είναι τα Β1a,b(i,ii,iv,v)+2a,b(i,ii,iv,v),c(i,i i,iii,iv), αφού η καταλαμβανόμενη συνολικώς έκταση των γενετικώς καθαρών υποπληθυσμών της είναι μικρότερη από 500 km2, σε λιγότερες από πέντε περιοχές και συγχρόνως παρουσιάζει μία συνεχή μείωση, παρατηρούμενη κυρίως στον αριθμό των ωρίμων ατόμων, αλλά και στο μέγεθος των υποπληθυσμών της. Ειδικότερα, στην Αργολίδα κινδυνεύει, εκτός από την βόσκηση, και από την έντονη τουριστική και οικιστική δραστηριότητα της περιοχής, αλλά και από τον έντονο υβριδισμό με τα άλλα δύο είδη Fritillaria, τα οποία φύονται στην ίδια περιοχή και στους ιδίους βιοτόπους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Fritillaria rhodokanakis είναι ένα είδος που έχει συμπεριληφθεί σε όλους σχεδόν τους καταλόγους και τα διατάγματα προστασίας ειδών της ελληνικής χλωρίδας, όπως στον Ερυθρό Κατάλογο της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλούμενων Ζώων και Φυτών, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπης, στο Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, στη Σύμβαση της Βέρνης 1992, στην Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (ως Σπάνιο, Rare). Επίσης, συμπεριλαμβάνεται στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Kamari 1995f), ως Τρωτό (Vulnerable).</p><p>Θα πρέπει να προστατευθούν, κυρίως, οι γενετικώς καθαροί υποπληθυσμοί του είδους στην νήσο Ύδρα, οι οποίοι κινδυνεύουν από την έντονη τουριστική και οικιστική ανάπτυξη. Επίσης, θα πρέπει να ενημερωθεί ο κόσμος για το όμορφο, σπάνιο είδος Fritillaria που φύεται τόσο κοντά στην πόλη της Ύδρας και να αποτελέσει αυτό αντικείμενο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, έτσι ώστε, όχι μόνο να περιορισθεί ο κίνδυνος από τη συλλογή του, αλλά να βοηθηθεί και η μελλοντική του επιβίωση.</p><p>Βολβοί τόσο του γενετικώς καθαρού πληθυσμού της Ύδρας, όσο και των υβριδογενών της Αργολίδας, χρησιμοποιούνται ευρέως για καλλιέργειά και πωλούνται ακόμη και μέσω διαδικτύου (internet). Το είδος καλλιεργείται, επίσης, στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής, του Πανεπιστημίου Πατρών, για περισσότερα από 35 χρόνια, με μεγάλη επιτυχία, παρότι αν δεν προσεχθεί, εύκολα υβριδίζει με τα συγγενή του είδη.</p><p>Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF97FF8898C7367CFA36FC49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF90FF8B98DE367CFA3EFBE6.text	9E288790FF90FF8B98DE367CFA3EFBE6.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria spetsiotica Kamari	<div><p>Fritillaria spetsiotica Kamari</p><p>Liliaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Fritillaria spetsiotica Kamari in Proceed. 5th 0PTIMA Meeting, Instanbul, 8-15 Sept. 1986 (1993) &amp; in Bot. Chron. 10: 259 (1991).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe) Pe),), Νήσος Σπέτσες] " Ins. Ins.. Spetses,, ad lo-locum Zagoria, in apertis silvae Pinus halepensis, alt. ca 50 m", 10 Mart. 1972, Phitos &amp; Kamari 18942 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2,0 cm, σπανίως μέχρι 2,5 cm. Βλαστός ύψους (13-)16-25(-32) cm, λείος. Φύλλα (4-)5-6(-7), αντίθετα, όρθια, γλαυκά, τα κατώτερα ωοειδή-λογχοειδή, 4,5-10(-12,8) x (1,2-)1,5-2,4(-3,2) cm, τα μεσαία και τα ανώτερα ελλειπτικάλογχοειδή, οξύληκτα έως επιμήκως λογχοειδή, οξέα. Άνθη 1-2, σπανίως 3 ανά στέλεχος, κωδωνοειδή, βαθέως πορφυροκάστανα. Τέπαλα εξωτερικά (12-)18-28(-33) x 7-12 mm, με μόλις διακρινόμενες ψηφίδες, εντονότερες στην εσωτερική τους επιφάνεια και σπανίως με μόλις διακρινόμενη πράσινη λωρίδα κατά μήκος. Τέπαλα εσωτερικά ελαφρώς πλατύτερα (μέχρι 14 mm)) των εξωτερικών, αμαμ-- βλέα. Νεκτάρια 4-6 x 3-5 mm, ωοειδή έως ελλειπτικώς ωοειδή, φαιά. Στύλος μήκους 7-9(-10) mm, περίπου κατά το ήμισυ τρισχιδής, ενίοτε αδενώδης. Κάψα ημισφαιρική, μήκους περίπου 1,2-2,0 cm, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2n = 24+0-3Β [(Kamari 1986) (1993)].</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Τέλος Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Fritillaria spetsiotica είναι ενδημικό είδος των Σπετσών και της απέναντι περιοχής της Πελοποννήσου (Νομός Αργολίδας) από τα χωριά Δίδυμα και Τολό έως τα περίχωρα του Ναυπλίου. Στην Αργολίδα συναντά την από ανατολάς ερχόμενη F. rhodokanakis Orph. ex Baker και την από βορά (Ν. Κορινθίας) κατερχόμενη F. graeca Boiss. με τις οποίες υβριδίζεται τόσον, ώστε να μην έχει βρεθεί σχεδόν κανένας αμιγής υποπληθυσμός της F. spetsiotica στην Αργολίδα, εκτός αυτών που βρίσκονται πλησίον της πόλης του Ναυπλίου.</p><p>Βιότοπος: Η Fritillaria spetsiotica απαντά σε χαμηλά υψόμετρα από 10-100(-220) m. Υβρίδιά της με την F. graeca, στην κεντρική περιοχή της Αργολίδας (όρη Αραχναίο και Δίδυμο), φύονται και σε μεγαλύτερα υψόμετρα (μέχρι 500 m). Πάντοτε προτιμά τα ασβεστολιθικά βραχώδη ή πετρώδη εδάφη με φρύγανα ή αραιή θαμνώδη βλάστηση, συχνά στις παρυφές δασών χαλεπίου Πεύκης, ή ελαιώνων και άλλων ακαλλιέργητων αγρών. Οι υποπληθυσμοί της F. spetsiotica εντοπίζονται συνήθως σε μάλλον ανοικτές θέσεις και όχι εντός πυκνής βλάστησης, όμως συχνά, αναπτύσσονται στη σκιά ακανθωτών θάμνων, όπου και προστατεύονται από την βόσκηση.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria spetsiotica αποτελεί ένα ιδιαίτερο, πολύ καλά διαφοροποιημένο είδος, κυρίως, ως προς την μορφή και το χρώμα των ανθέων και την μορφή των φύλλων του. Συγγενή της είδη (σχιζοενδημικά) είναι τα taxa της ομάδας με σχεδόν καστανόμαυρα άνθη, τα οποία έχουν εξάπλωση στο Κ. και Δ. Αιγαίο (Κamari 1991b).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι γνωστοί και μέχρι σήμερα μελετημένοι, γενετικώς καθαροί πληθυσμοί της Fritillaria spetsiotica είναι μόνο τρείς μικροί υποπληθυσμοί στη νήσο Σπέτσες. Ο ένας είναι στην περιοχή Ζαγόρια ή Ζογεριά (locus classicus), ο οποίος κινδύνευσε πριν λίγα χρόνια από πυρκαγιά και ο δεύτερος πάνω από τον παραθαλάσσιο οικισμό Λιγονέρι, περιοχή με έντονη οικιστική και τουριστική πίεση. Η Ζαχάρωφ (1987), την αναφέρει από την τελευταία περιοχή ως F. rhodokanakis. Ο τρίτος υποπληθυσμός (Α. Γιαννίτσαρος, πρωσωπ. επικοινωνία) βρίσκεται λίγο μακρύτερα των άλλων δύο, στο κέντρο της νήσου, στην κορυφή Δασκαλάκι (υψόμετρο περίπου 250 m), κοντά στην Μονή του Προφήτη Ηλία και σε υψόμετρο περίπου 220 m.</p><p>Στην Αργολίδα οι δύο υπάρχοντες αμιγείς, μικροί υποπληθυσμοί (Ναύπλιο,Τολό) της F. spetsiotica βρίσκονται και οι δύο σε περιοχή με έντονη οικιστική και τουριστική πίεση.</p><p>Τέλος, οι διάσπαρτοι μικροί υβριδογενείς υποπληθυσμοί της F. spetsiotica στην Αργολίδα φύονται κυρίως σε φρύγανα ή στα όρια καλλιεργημένων αγρών, κυρίως ελαιώνων, και παρουσιάζουν όλες τις ενδιάμεσες μορφές με τα αναφερθέντα taxa που συνυπάρχουν εκεί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Fritillaria spetsiotica χαρακτηρίζεται ως Tρωτό (VU) είδος με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), αφού, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, είναι γεγονός η συρρίκνωση των γενετικώς καθαρών υποπληθυσμών τόσο στις Σπέτσες, όσο και στην Αργολίδα, οι οποίοι φύονται πλησίον περιοχών με έντονη οικιστική και τουριστική ανάπτυξη. Τα κριτήρια που σήμερα πληροί η F. spetsiotica είναι τα Β1a,b(i,ii,iv,v)+2a,b(i,ii,iv,v),c(i,ii,iii,iv), καθόσον η καταλαμβανόμενη συνολικά έκταση του γενετικώς καθαρών υποπληθυσμών της είναι μικρότερη από 500 km2, σε λιγότερες από πέντε περιοχές και συγχρόνως παρουσιάζει μία συνεχή μείωση, παρατηρούμενη κυρίως στον αριθμό των ωρίμων ατόμων και του μεγέθους των υποπληθυσμών της.</p><p>Ειδικότερα, στην Αργολίδα, εκτός από την βόσκηση, κινδυνεύει, επίσης, από την έντονη τουριστική και οικιστική αξιοποίηση της περιοχής και από τον έντομο υβριδισμό με τα άλλα δύο είδη Fritillaria, τα οποία φύονται στην ίδια περιοχή και στους ιδίους βιοτόπους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Fritillaria spetsiotica δεν έχει συμπεριληφθεί σε κανένα κατάλογο προστατευομένων ειδών, διότι περιγράφηκε σχετικώς πρόσφατα, αλλά και διότι συχνά συγχεόταν με την F. rhodokanakis ή την F. graeca . Συμπεριλαμβάνεται στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Kamari 1995g), ως είδος Τρωτό (Vulnerable).</p><p>Οι γενετικώς καθαροί υποπληθυσμοί του είδους κυρίως στη νήσο Σπέτσες, όσο και, εν μέρει, στην περιοχή της Ν. Αργολίδας (Ναύπλιο, Τολό), οι οποίοι κινδυνεύουν άμεσα από τουριστική και οικιστική ανάπτυξη, θα πρέπει να προστατευθούν. Πρέπει, επίσης, να ενημερωθούν οπωσδήποτε οι πολίτες για το όμορφο και σπάνιο αυτό είδος Fritillaria που φύεται τόσο κοντά τους. Καθώς ανθίζει ενωρίς την Άνοιξη, θα μπορούσε να αποτελέσει πόλο έλξης και αντικείμενο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, έτσι ώστε, όχι μόνο να περιορισθεί ο κίνδυνος από τη συλλογή του, αλλά να βοηθηθεί και η μελλοντική του επιβίωση.</p><p>Βολβοί, τόσο του γενετικώς καθαρού είδους από την νήσο Σπέτσες, όσο και από την περιοχή της Ν. Αργολίδας (Ναύπλιο, Τολό), αλλά και των υβριδογενών πληθυσμών της Αργολίδας, καλλιεργούνται στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής, του Πανεπιστημίου Πατρών για περισσότερα από 35 χρόνια με μεγάλη επιτυχία, παρότι αν δεν προσεχθεί, εύκολα υβριδίζεται με τα συγγενή του είδη. Βολβοί του καλλιεργούνται, επίσης, και σε άλλους Βοτανικούς Κήπους και πωλούνται μέσω του διαδικτύου.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF90FF8B98DE367CFA3EFBE6	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF9DFF8698C7367CFA36FBFB.text	9E288790FF9DFF8698C7367CFA36FBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria sporadum Kamari	<div><p>Fritillaria sporadum Kamari</p><p>Liliaceae</p><p>Fritillaria sporadum Kamari in Willdenowia 14: 331 (1984).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (WAe), Βόρειοι Σποράδες, Nήσοςήσος Γιού-Γιούρα] "Island Youra, the top area, alt. 500-750 m", 25 Apr. 1972, Snogerup 43378 (Oλότυπος: LD. Iσότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 1,5 cm. Βλαστός ύψους συνήθως μέχρι 20(-30) cm,, λείος. ΦύλΦύλ-- λα 5-9(-12), αντίθετα, τα ανώτερα συνήθως κατ' εναλλαγή, λογχοειδή, πράσινα έως γλαυκoπράσινα. Άνθη 1-2, συνήθως βραχέως κωδωνοειδή, εξωτερικά σκοτεινώς καστανoπόρφυρα, εσωτερικά με ασαφείς ψηφίδες και με μία μικρή κιτρινοπράσινη απόληξη. Τέπαλα εξωτερικά 1,5- 1,8 x 0,6-0,8 mm, αντιλογχοειδή, τα εσωτερικά ευρύτερα, πλάτους μέχρι 11 mm, αντωοειδή. Νεκτάρια λογχοειδή, μήκους 3-5 mm,, πράσινα.. Στύλος μήκους 7-10 mm,, τρι-τρισχιδής έως το ήμισυ, λείος. Κάψα ημισφαιρική, μήκους περίπου 2 cm, χωρίς πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Kamari 1984b).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Μαρτίου έως και τον Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των Βορείων Σποράδων. Περιγράφηκε από την νήσο Γιούρα (Kamari 1984b, Kamari &amp; al.. 1988), αλλά αργότερα ανακαλύφθηκε, επίεπί-- σης, και στην γειτονική νήσο Κυρά Παναγιά (Snogerup &amp; al. 1991). Μία προηγούμενη αναφορά της F. ehrhartii Boiss. &amp; Orph (Bentzer &amp; al. 1971) από τη νήσο Κυρά Παναγιά, με βεβαιότητα ανήκει στην F. sporadum, η οποία είναι το μοναδικό taxon του γένους Fritillaria, που φύεται στην εν λόγω νήσο.</p><p>Βιότοπος: H Fritillaria sporadum φύεται σε βραχώδεις ή πετρώδεις ασβεστολιθικές θέσεις με φρύγανα ή σε ανοίγματα δάσους Quercus coccifera, σχεδόν από το επίπεδο της θάλασσας (10 m) έως τα 600-700 m. Στην νήσο Κυρά Παναγιά, απαντά, συνήθως, σε ανοικτή μακία.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Fritillaria sporadum ανήκει σε μία ομάδα σχιζοενδημικών ειδών με σκοτεινά καστανοπόρφυρα άνθη, τα οποία απαντούν στις κεντρικές και νοτιοδυτικές νήσους του Αιγαίου και στην γειτονική ηπειρωτική περιοχή. Είναι ένα ευδιάκριτο είδος, με απομονωμένη γεωγραφική εξάπλωση και με σημαντικές ταξινομικές διαφορές από τα συγγενή του taxa, F. obliqua Ker- Gawler και F. ehrhartii (Kamari 1984b, 1991b). Διακρίνεται από αυτές, από τα βαθυπράσινα φύλλα της, τον διηρημένο κατά το ήμισυ στύλο της, καθώς επίσης, από τα βραχέως κωδωνοειδή με σκοτεινές ψηφίδες άνθη της.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Fritillaria sporadum απαντά σε μικρούς διασκορπισμένους υποπληθυσμούς. Στη νήσο Γιούρα υπάρχουν 4 μικροί υποπληθυσμοί (Kamari &amp; al. 1988), ο κάθε ένας εκ των οποίων αποτελείται από λιγότερα των 50 ατόμων, ενώ στην Κυρά Παναγιά υπάρχουν δύο μεγαλύτεροι υποπληθυσμοί με περίπου 100 άτομα έκαστος. Όμως, η παρουσία των περίπου 500 αγριοκάτσικων (Capra aegagrus dorcas) στη νήσο Γιούρα και περισσοτέρων των 2.000 κατσικιών που βόσκουν ελεύθερα στην Κυρά Παναγιά, είναι εμπόδιο στην περαιτέρω αύξηση των πληθυσμών αυτού του είδους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Στον έργο The Red Data Book of Rare and Threatened plants of Greece (Kamari 1995h), η Fritillaria sporadum αναφέρεται ως Rare (Σπάνιο), διότι πιστεύαμε ότι, εφ' όσον δύο νήσοι Γιούρα και Κυρά Παναγιά περιλαμβάνονταν στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο των Β. Σποράδων, σύμφωνα με την οδηγία της EEC του 1992, θα προστατευόπροστατευό-- ταν, επίσης, και η χλωρίδα και η πανίδα των μικρών αυτών νησιών. Όμως, καμία πρόνοια δεν έχει ληφθεί για την προστασία από την υπερβόσκηση, που οφείλεται στα πολυάριθμα αιγοπρόβατα, τα οποία εισάγονται κυρίως στην νήσο Κυρά Παναγιά, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε μελέτη για την βοσκοϊκανότητα της νήσου. Η ανεξέλεγκτη βόσκηση οδήγησε, μετά από παρακολούθηση in situ επί 5 συνεχή έτη, στην βαθμιαία ελάττωση του αριθμού των ατόμων της F. sporadum και στις δύο νήσους.</p><p>Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων, σε όλους τους υποπληθυσμούς της F. sporadum, είναι πολύ μικρότερος των 1.000 ατόμων (και σε κάθε ένα από αυτούς μικρότερος του 50). Επιπροσθέτως, οι δύο πληθυσμοί, ο ένας στη νήσο Γιούρα και ο άλλος στην Κυρά Παναγιά, είναι διασπασμένοι σε λιγότερες των 10 θέσεων. Προτείνεται για την F. sporadum η κατηγορία Τρωτό (VU), καθώς πληροί τα κριτήρια B1a,b(i,ii,iv,v)+2a,b(i,ii,iv, v), σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεδομένου ότι στη νήσο Γιούρα ζει το προστατευόμενο είδος αγριοκάτσικου, Capra aegagrus dorcas, η δημιουργία ενός μικροαποθέματος για την in situ προστασία της Fritillaria sporadum θα ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμη, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιβίωση αυτού του είδους στον locus classicus. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν συγχρόνως να προστατευθούν μερικά από τα σπάνια ή ενδημικά είδη της νήσου. Σε ότι αφορά τον πληθυσμό του είδους στη Κυρά Παναγιά, το κύριο πρόβλημα για την διατήρησή του σ' αυτήν τη νήσο προέρχεται, κυρίως, από τον ανεξέλεκτον αριθμό αιγοπροβάτων, τα οποία βόσκουν ελεύθερα.</p><p>Η διαχείριση του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Β. Σποράδων δεν θα πρέπει να αφορά μόνον στους θαλάσσιους οργανισμούς, αλλά και στην χλωρίδα και πανίδα των νήσων των Βορείων Σποράδων με την πλούσια βιοποικιλότητά τους.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF9DFF8698C7367CFA36FBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF9EFF8198DE367CFA3EFBFB.text	9E288790FF9EFF8198DE367CFA3EFBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Fritillaria theophrasti Kamari & Phitos	<div><p>Fritillaria theophrasti Kamari &amp; Phitos</p><p>Liliaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Fritillaria theophrasti Kamari &amp; Phitos in Biol. Gall.-Hell., Suppl. 26: 70 (2000).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (EAe), Νήσος Λέσβος] "Insula Lesbos, in olivetis, 11 Apr. 1957, L.C. Pinatzi 14136 (Ολότυπος: UPA. Iσότυποι: Herb. L.C. Pinatzi).</p><p>Συνώνυμα: Fritillaria pontica Wahlenb. var. substipelata P.C. Candargy in Bull. Soc. Bot. France 44: 450 (1897).</p><p>F. pontica auct. fl. graec. [non Wahlenb. in Isis 21: 984 (1828)].</p><p>Περιγραφή: Γεώφυτο, με κύριο βολβό διαμέτρου μέχρι 1,5 cm και με πολυάριθμα μικρά βολβίδια. Βλαστός ύψους μέχρι 25-40(-45) cm, εύρωστος, λείος. Φύλλα (8-)7-13, διαστάσεων (5-)6-10 x 1-1,7(-2,0) cm,, συνήθως αντίθεαντίθε-- τα ή σχεδόν αντίθετα, ευρέως λογχοειδή, γλαυκoπράσινα. Ανώτερα φύλλα, όπως και τα μεσαία, συχνά σε σπονδύλους ανά τρία. Άνθη 1-2(-3), κωδωνοειδή, πρασινoκίτρι-oκίτρι-κίτρινα χωρίς ψηφίδες, με πλατειά λωρίδα, πορφυροκάστανη στην απόληξη. Τέπαλα εξωτερικά επιμήκως αντιλογχοειδή, αμβλέα, 3,5-4,8 x 1,1-1,8(-2,0) cm, εντόνως καμπτόμενα προς την απόληξη, τα εσωτερικά πλατύτερα (μέχρι 2,3 cm), m)),, ευρέως αντωοειδή, αμβλέα έως αποστρογγυλωμέαποστρογγυλωμέ-- να. Νεκτάρια λογχοειδή, μεγέθους 0,9 x 0,3 cm, πράσινα, στην βάση τους μαυροπράσινα, σε απόσταση περίπου 5-7 mm από την βάση των τεπάλων. Στύλος μήκους 10-15 mm,, τρισχιδής μέχρι περίπου το μέσον του, λείος, λεπτολεπτο-- φυής. Κάψα μήκους μέχρι 2 cm, κυλινδρική με 6 πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Kamari &amp; Phitos 2000).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Μαρτίου έως και τον Mάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της νήσου Λέσβου. Η Fritillaria theophrasti είναι περιορισμένη στις νότιες και δυτικές περιοχές της νήσου. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός είναι διασκορπισμένος στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το όρος Όλυμπος. Ένας δεύτερος υποπληθυσμός απαντά μεταξύ των χωριών Άγρα και Πτερούντα και ο τρίτος, που είναι ο μικρότερος σε μέγεθος, περιορίζεται πέριξ της Μονής Λειμώνος, πλησίον του χωριού Καλλονή (Kamari &amp; Phitos 2000, Μπαζός 2005).</p><p>Βιότοπος: Η Fritillaria theophrasti αναπτύσσεται σε διαφορετικούς οικοτόπους, κυρίως όμως σε δάση Castanea sativa, Pinus halepensis subsp. brutia και Platanus orientalis, αλλά και σε ακαλλιέργητους ελαιώνες και σε θαμνώνες, σε υψόμετρo από 500 έως 800 m και σε διαφορετικά εδάφη (π.χ. σε σχιστολίθους, στην περιοχή της Αγιάσου και σε ηφαιστειακά πετρώματα στην περιοχή της Άγρας).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Fritillaria theophrasti είναι στενότοπο, ενδημικό είδος της νήσου Λέσβου και το μοναδικό είδος του γένους, το οποίο απαντά εδώ. Ορισμένες μορφολογικές διαφορές των φυτών της νήσου Λέσβου από την τυπική F. pontica Wahlenb .. είχαν ήδη επισημανεπισημαν-- θεί πολύ ενωρίς και τα φυτά αυτά είχαν περιγραφεί ως var. substipelata από τον P. C. Candargy (1897). Την διαφοροποίηση αυτή την είχαν επισημάνει αργότερα και ο Brussallis (1978), αλλά και ο Λ. Κ. Πινάτσης, ο οποίος στα πολυάριθμα δείγματα της βοτανικής συλλογής του (Ηerb. L.C. Pinatzi 4204, 7920, 14136) σημειώνει στην ετικέτες τους το όνομα " F. lesbia ". Περιγράψαμε την F. theophrasti ως ξεχωριστό είδος (KamariKamari &amp; Phitos 2000), αφού μεμε-- λετήσαμε πολυάριθμο υλικό, τόσο απεξηραμένο όσο και ζωντανό (in situ και ex situ) και διαπιστώσαμε ότι τα μορφολογικά γνωρίσματα του είδους διατηρούνταν σταθερά και είναι διαφορετικά από τα αντίστοιχα της F. pontica . Οι σημαντικότερες μορφολογικές διαφορές αυτού του είδους από την F. pontica είναι τα πολύ εύρωστα φυτά με τα πολλά, συνήθως αντίθετα ή σε σπονδύλους φύλλα της, καθώς και τα μεγαλύτερα σχεδόν κυλινδρικά άνθη της, με τις απολήξεις των τεπάλων συνήθως καμπτόμενες προς τα έξω (Kamari &amp; Phitos 2000).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός της Fritillaria theophrasti είναι αυτός που ευρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του όρους Όλυμπος, σε θέσεις με υψηλή δασική βλάστηση με Castanea sativa και Pinus halepensis subsp. brutia, στον υπόροφο της οποίας απαντούν μαζί με την F. theophrasti μερικά ενδιαφέροντα σημαντικά βολβώδη φυτά, όπως είναι τα: Crocus biflorus subsp. nubigena , Epipactis heleborine, Galanthus elwesii, Muscari comosum, Orchis provincialis, Scilla bifolia κ.ά. Οι δύο μικρότεροι υποπληθυσμοί αναπτύσσονται στην δυτική ημιορεινή περιοχή της νήσου Λέσβου, συνήθως σε φρυγανώδη βλάστηση, σε ηφαιστειακά πετρώματα με κυρίαρχα τα είδη Cistus creticus, C. salviifolius και Erica manupuliflΟra.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η μεγαλύτερη απειλή για την Fritillaria theophrasti είναι η καταστροφή ή και η υποβάθμιση των βιοτόπων της. Είναι πιθανόν όλες οι νότιες ημιορεινές περιοχές της νήσου Λέσβου να αποτελούσαν δύο μεγάλους υποπληθυσμούς του είδους. Όμως, η αλλαγή ή η εγκατάλειψη των παραδοσιακών καλλιεργειών και η καταστροφή της δασώδους βλάστησης της νήσου είχαν ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό των υποπληθυσμών και την συρρίκνωσή τους. Επιπροσθέτως, η υπερβολική βόσκηση, όλων των υποπληθυσμών, από πολυάριθμα αιγοπρόβατα, συντελεί στην συνεχή ελάττωση του αριθμού των ατόμων αυτού του είδους.</p><p>Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων, και των τριών υποπληθυσμών της F.. theophra- theophrasti είναι μικρότερος των 2.500 και έτσι προτείνεται το είδος αυτό να υπαχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληρούνται τα κριτήρια Β2a,b(i,ii,iv,v) και C1+2a(i),b.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η επιτόπια προστασία των υποπληθυσμών της Fritillaria theophrasti από την υπερβόσκηση είναι δύσκολη. Χρειάζεται προσεκτική εκτίμηση στο πεδίο του ποσοστού των φυτών που καρποφορούν, ως προς το σύνολο των ατόμων που καταναλώνονται από τα ζώα, ώστε να υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα της επίδρασης της βόσκησης στην εγγενή αναπαραγωγική ικανότητα του είδους.</p><p>Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός της F. theophrasti απαντά σε περιοχή ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και συνιστάται η δημιουργία και η αξιοποίηση μικροαποθέματος στην περιοχή Σανατόριο, πλησίον του παραδοσιακού χωριού της Αγιάσου, όπου εκτός της F. theophrasti φύονται πολλά άλλα σημαντικά είδη, τα οποία χρειάζονται προστασία.</p><p>Συνεπώς, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ex situ διατήρηση και διαχείριση της F. theophrasti είναι η προστασία των βιοτόπων της από την ανεξέλεγκτη βόσκηση, αλλά επίσης, από την έντονη ανάπτυξη. Επιπλέον, η συλλογή βολβών του είδους πρέπει να απαγορευθεί, ενώ χρειάζεται να ενισχυθεί η καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους μόνο με τη χρησιμοποίηση σπερμάτων. Τα καλλιεργημένα φυτά μπορεί να δώσουν περισσότερα σπέρματα, ώστε να κατατεθούν σε Tράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Με σκοπό την ασφαλή προστασία αυτού του είδους, καλλιεργούνται άτομα για περισσότερα από 30 χρόνια στον ερευνητικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής, του Πανεπιστημίου Πατρών.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF9EFF8198DE367CFA3EFBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF9BFF9C98C7367CFA35F97B.text	9E288790FF9BFF9C98C7367CFA35F97B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Galanthus nivalis L.	<div><p>Galanthus nivalis L.</p><p>Amaryllidaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Galanthus nivalis L., Sp. Pl. 1: 288 (1753).</p><p>Λεκτότυπος [Davis in Jarvis &amp; al. 1993, Regnum Veg. 127: 48]: [Ευρώπη] Herb. Linn. no. 409.1 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Galanthus imperati Bertol., Fl. Ital. 4: 4 (1834).</p><p>G. montana Schur, Enum. Pl. Transsilv.: 658 (1866).</p><p>G. alexandrii Porcius in Anal. Acad. Române 14: 274 (1893).</p><p>G. nivalis L. subsp. imperati (Bertol.) Baker, Handb. Amaryll.: 17 (1888).</p><p>G. nivalis L. subsp. humboldtii N. Zeybek in Doga Turk. J. Bot 12(1): 97 (1988).</p><p>G. plicatus M. Bieb. subsp. subplicatus N. Zeybek in Doga Turk. J. Bot 12(1): 99 (1988).</p><p>G. nivalis L. subsp. subplicatus (N. Zeybek) N. Zeybek &amp; E. Sauer in Türk. Kardelenleri 1: 47, fig. 9 (1995).</p><p>Στα συνώνυμα δεν αναφέρονται οι πολυάριθμες ποικιλίες και μορφές.</p><p>Περιγραφή: Πολυετές γεώφυτο, με βολβό διαμέτρου μέχρι 2 cm. Φύλλα γραμμοειδή, διαστάσεων μέχρι 15(-25) x 0,5(-1,4) cm, ελαφρώς έως εντόνως πράσινα στην επάνω επιφάνεια, ελαφρώς γλαυκά στην κάτω επιφάνεια. Στέλεχος ύψους μέχρι 20 cm, πράσινο. Σπάθη μήκους μέχρι 3,5 cm. Ποδίσκος ίσος ή μακρύτερος της σπάθης. Τέπαλα εξωτερικά διαστάσεων μέχρι 2,5(-3) x 1,1(-1,5) cm, λευκά, ευρέως λογχοειδή, εσωτερικά μέχρι 1,5 x 1 cm, με ωοειδή βάση και μία δίλοβη πράσινη κηλίδα πλησίον της κορυφής. Καρπός, πολυσπερμική, συγκαρπική, σφαιρική κάψα, διαμέτρου 1-1,5 cm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24+0-1Β &amp; 2 n = 36. Πολυάριθμες μετρήσεις από όλη την Ευρώπη και από την Ελλάδα (Κamari 1981, Papanicolaou &amp; Zacharof 1983).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τις αρχές Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ο Galanthus nivalis είναι μεσευρωπαÏκό είδος, το οποίο εξαπλώνεται από την Ουκρανία μέχρι τα Πυρηναία, με βόρειο όριο την Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, ενώ φθάνει νότια μέχρι τη Σικελία και την Β. Ελλάδα. Ο G. nivalis έχει επεκτείνει κατά πολύ τα όρια της εξάπλωσης του προς Βορά, μέχρι την Σκανδιναβία και προς Δυσμάς μέχρι την Μ. Βρετανία, κυρίως λόγω της έντονης καλλιέργειάς του ως καλλωπιστικού φυτού.</p><p>Στην Ελλάδα πιθανώς κατήλθε κατά την περίοδο των παγετώνων. Απαντά στο Πισοδέρι Φλώρινας, στα σύνορα Ελλάδας με FYROM (Kamari 1995i) και στη χερσόνησο του Αγίου Όρους, περιοχή των Καρυών στο κέντρο περίπου της χερσονήσου (Ganiatsas 1963, Papanicolaou &amp; Zacharof 1983, Davis 1999, Kαρύδας 2007), η οποία αποτελεί το νοτιότερο όριο εξάπλωσής του. Προσφάτως βρέθηκε στην περιοχή του χωριού Γομάτι, στον κεντρικό τμήμα της Χαλκιδικής.</p><p>Βιότοπος: Ο Galanthus nivalis φύεται γενικώς σε φυλλοβόλα δάση Fagus, Quercus, Carpinus κ.ά. και σε υψόμετρο από 100-1.400 m.. Στη χερσόνησο του Αγίου Όρους, απααπα-- ντά σε υγρά εδάφη μικτών δασών Castanea, στην ευρύτερη περιοχή των Καρυών και σε υψόμετρο περίπου 350-550 m. Παρότι στην Χερσόνησο του Αγίου Όρους υπάρχουν και σε άλλες περιοχές δάση Καστανέας, δεν παρατηρήθηκαν άτομα του είδους. Τα φυτά Galanthus, συνήθως, φύονται εδώ σε μικρές ομάδες των 3 έως 20 ατόμων, σε σκιερές και σπανιότερα σε εκτεθειμένες θέσεις. Σε αυτές τις θέσεις συνυπάρχουν και δασικά ποώδη είδη, όπως τα Doronicum orientale, Mycelis muralis, Fritillaria pontica, Scilla bifolia κ.ά. (Καρύδας 2007).</p><p>Στην περιοχή του χωριού Γομάτι, ο Galanthus nivalis φύεται σε σκιερά μέρη, κοντά ή και μέσα στην αμμώδη κοίτη ενός χειμάρρου, σε υψόμετρο μόλις 145 m. Ο χείμαρρος γειτνιάζει με καθαρά γεωργικές περιοχές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την καλλιέργεια σιτηρών. Τα κυρίαρχα δενδρώδη είδη στην περιοχή αυτή είναι τα Platanus orientalis και Quercus pubescens, μαζί με θαμνώδη είδη, όπως τα: Crataegus monogyna, Rosa canina, Rubus sanctus, Ruscus aculeatus και συνοδεύεται από ποώδη είδη, όπως τα: Dracunculus vulgaris, Anemone pavonina και Rumex acetosa.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: O Galanthus nivalis είναι ένα ελκυστικό, πολυποίκιλο και ιδιαιτέρως καλλιεργούμενο είδος στις ευρωπαϊκές χώρες, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί και περιγραφεί πολυάριθμα taxa κάτω από αυτό. Ομοιάζει με τον G. reginae - olgae Orph. subsp. vernalis Kamari, ο οποίος ανθίζει επίσης την άνοιξη, ενώ το τυπικό G. reginae-olgae ανθίζει το φθινόπωρο. Η περίοδος άνθησης είναι σημαντικό ταξινομικό γνώρισμα για το γένος Galanthus, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές (Αrtjušenko 1970, 1974, Κamari 1982), ενώ για άλλους όχι (Webb 1980) Για τον λόγον αυτό πολλοί συγγραφείς ταξινομούσαν το G. reginae-olgae ως υποείδος του G. nivalis (Stern 1956, Webb 1980, Brickell 1984). Όμως, σύμφωνα με την Κamari (1982) και τον Davis (1999), το τυπικό G. reginaeolgae και το υποείδος του G. reginae-olgae subsp. vernalis είναι διακριτά taxa από το G. nivalis, κυρίως από την μορφή και το χρώμα των φύλλων τους. Σ' αυτό συνηγορεί και η πρόσφατη δημοσίευση των Lledo &amp; al. (2004) με την χρήση μοριακών τεχνικών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Χερσόνησο του Αγίου Όρους, ο Galanthus nivalis σχηματίζει 4 ξεχωριστούς, ολιγομελείς και περίπου ισοδύναμους υποπληθυσμούς. Συνολικώς εντοπίσθηκαν λιγότερα από 100 άτομα σε 7 διαφορετικά σημεία, σε δάση Καστανέας του κεντρικού τμήματος της Χερσονήσου (Καρύδας 2007). Στην περιοχή του Γοματίου Χαλκιδικής, εντοπίσθηκαν περισσότερα από 1.000 άτομα που συνιστούν ενιαίο πληθυσμό. Στην περιοχή του Πισοδερίου Φλώρινας είναι άγνωστη η κατάσταση του πληθυσμού του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), κυρίως εξαιτίας του συνολικώς μικρού αριθμού των ενηλίκων ατόμων του, καθώς και της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του στην Ελλάδα.</p><p>Εκτός από το μικρό μέγεθος των πληθυσμών του, ο Galanthus nivalis αντιμετωπίζει κινδύνους, λόγω της σχετικώς ευπρόσιτης φύσης των βιοτόπων του, σε όλες τις περιοχές όπου απαντά. Χρησιμοποιείται για καλλωπιστικούς και φαρμακευτικούς σκοπούς και ως εκ τούτου συλλέγεται έντονα.</p><p>Οι κίνδυνοι, οι οποίοι απειλούν το είδος στη Χερσόνησο του Αγίου Όρους, προέρχονται κυρίως από τις υλοτομικές δραστηριότητες, που πραγματοποιούνται στα δάση καστανιάς. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες, με τη διάδοση της πρεμνοφυούς διαχείρισης των δασών καστανιάς στη χερσόνησο, δημιουργήθηκαν σχεδόν αμιγείς, ομήλικες, πρεμνοφυείς συστάδες. Η οικονομική σημασία των πρεμνοφυών δασών της καστανιάς είναι σημαντική γιατί αποτελούν κύρια πηγή πόρων για αρκετές Ιερές Μονές. Η υλοτομία λοιπόν αποτελεί μία σημαντική διαταραχή του βιότοπου του. Επιπλέον, οι πρεμνοφυείς συστάδες δημιουργούν ιδανικές συνθήκες γρήγορης επέκτασης μιας πυρκαγιάς, ιδιαιτέρως αν υπάρχουν υπολείμματα προηγούμενων αποψιλωτικών υλοτομιών. Αυτό συμβαίνει επειδή οι κορμοί είναι πυκνοί και με μικρή διάμετρο, βοηθώντας την ταχεία μετατροπή της φωτιάς σε επικόρυφη, ενώ οι άφθονες ποσότητες βιομάζας ενισχύουν τις πυρκαγιές μεγάλης έντασης που διατηρούνται θερμές για αρκετές ώρες ή και ημέρες μετά την κατάσβεση της.</p><p>Ο πληθυσμός πλησίον του χωριού Γομάτι Χαλκιδικής περιορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, στην κοίτη και στα πρανή ενός χειμάρρου. Ο βιότοπός του περιστοιχίζεται από χωράφια όπου καλλιεργούνται σιτηρά και είναι εμφανής η πίεση από την γεωργική χρήση και την επέκταση των γειτονικών αγρών. Ωστόσο, η ίδια η επέκταση των καλλιεργειών ή η επιχωμάτωση του χειμάρρου δεν αποτελούν σοβαρό κίνδυνο, καθώς η περιοδική συγκέντρωση και εκτόνωση των υδάτων θα προκαλούσε διαβρώσεις και καταστροφές στις καλλιέργειες. Ο κίνδυνος που διατρέχει ο πληθυσμός αυτός σχετίζεται, κυρίως, με την απόθεση απορριμμάτων και υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στον χείμαρρο, μία συνηθισμένη πρακτική στην ελληνική ύπαιθρο ή με πιθανές εργασίες εκσκαφής και εκβάθυνσης του χειμάρρου.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο Galanthus nivalis περιλαμβάνεται στο έργο Τhe Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (KamariKamari 1995i),i)),, στον Ερυθρό ΚατάλοΚατάλο-- γο της κατάστασης διατήρησης των φυτών της IUCN και προστατεύεται από τη Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο των Κινδυνευόντων Ειδών (CITES) και την Οδηγία 92/43/ ΕΟΚ</p><p>Προς το παρόν, δεν εφαρμόζονται μέτρα προστασίας για το είδος αυτό. Θα πρέπει να σημανθεί η περιοχή εξάπλωσής του και να παρακολουθούνται οποιεσδήποτε ενέργειες θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά και να υποβαθμίσουν τον βιότοπό του (in situ προστασία). Τέτοιες ενέργειες αποτελούν οι υλοτομικές δραστηριότητες, οι ακατάλληλες γεωργικές πρακτικές και η συλλογή των φυτών. Ακόμη, οι δασικές πυρκαγιές θα πρέπει να προληφθούν με κάθε τρόπο. Ως μέσο που θα βοηθούσε στην διατήρηση του είδους αυτού, προτείνεται η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός του σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπους (ex situ προστασία). Τέλος, η καταγραφή και η παρακολούθηση των ατόμων του είδους, μακροπρόθεσμα, θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών του.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Αντώνης Καρύδας &amp; Ιωάννης Συλλιγνάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF9BFF9C98C7367CFA35F97B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF84FF9E98DE378AFA36FC93.text	9E288790FF84FF9E98DE378AFA36FC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Geocaryum creticum (Boiss. & Heldr.) Hartvig	<div><p>Geocaryum creticum (Boiss. &amp; Heldr.) Hartvig</p><p>Umbelliferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Geocaryum creticum (Boiss. &amp; Heldr.) Hartvig in Strid (ed.), Mount. Fl. Greece, 1: 676 (1986).</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ) ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Ηρακλείου/Λα-/Λα-Λασιθίου] "in lapidosis montium Lassiti Cretae ad nivem deliquescentem, alt. 5000'-6000'", 1848, Heldreich s.n. (Ολότυπος: G-BOIS, Iσότυποι: G-DC, W, WU-Hal).</p><p>Συνώνυμα: Butinia cretica Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 1, 10: 50 (1849).</p><p>Biasolettia cretica (Boiss. &amp; Heldr.) Nyman, Consp. Fl. Eur. 2: 303 (1879).</p><p>Freyera cretica (Boiss. &amp; Heldr.) Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 2, 2: 101 (1856).</p><p>Huetia cretica (Boiss. &amp; Heldr.) P. W. Ball in Feddes Repert. 79: 16 (1968).</p><p>Περιγραφή: Μικρό, κονδυλώδες, πολυετές είδος. Κόνδυλος σχεδόν σφαιρικός, διαμέτρου 0,8-1,8 mm σε ανθοανθο-- φόρα φυτά. Βλαστός λεπτοφυής, ύψους 3-12 cm,, υπόυπό-- γειο τμήμα μακρύ και καμπτόμενο, υπέργειο τμήμα έρπον, συχνά με αποχρώσεις καστανές-ιώδεις, διακλαδώσεις 1 ή 2(-5), ισχυρά αποκλίνουσες. Φύλλα βάσης με μίσχο έως 10 cm, έλασμα με ευρέως τριγωνικό περίγραμμα, δις ή τρις πτερωτό, λοβοί βάσης με μακρύ μίσχο, μήκους 1-2 cm, αποληκτικοί λοβοί γλαυκοί, ελλειπτικοί, 3-6 x 2 mm περίπου, άκρη σχεδόν αμβλεία. Φύλλα βλαστού με λοβούς παρεμφερείς αυτών των φύλλων βάσης, ανώτερα φύλλα πολύ περιορισμένα, ο μίσχος τους αποτελούμενος από κολεό, λοβοί ελάσματος συνήθως απλώς πτερωτοί. Σκιάδια (1-)2-4(-7), ποδίσκοι ταξιανθίας 0,35-4,5 cm, ακραίο σκιάδιο με 1-3 ακτίνες, ακτίνες 0,5-2,2 cm, βράκτια απόντα, βρακτίδια 2 ή 3, πολύ ποικίλα σε σχήμα, ωοειδή ή λογχοειδή έως τριγωνικά, διαστάσεων 2,5 x 1 mm περίπου, κράσπεδα ενίοτε μεμβρανώδη, βλεφαριδωβλεφαριδω-- τά ή λεία, ποδίσκοι χωρίς οδόντες στο άκρον τους. Όλα τα άνθη σχεδόν ακτινόμορφα. Πέταλα λευκά. Ανθήρες βαθέως ερυθροί.. Στυλοπόδιο λευκό κατά την άνθηση.. ΣχιΣχι-- ζοκάρπια μαύρα, γραμμοειδή-λογχοειδή, μήκους 5-6 mm, με προεκβάλλουσες επιμήκεις ακμές, χωρίς ελαιοφόρους αγωγούς κατά την ωρίμανση, άκρη που βαθμιαία στενεύει σε ένα βραχύ ράμφος, στυλοπόδιο και στύλοι μακρύτεροι των 1,5 mm, στύλοι ισχυρά καμπτόμενοι προς τα πίσω.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 20 (Engstrand 1977).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Το είδος ανθίζει από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο, ενώ οι καρποί του ωριμάζουν από το τέλος του Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος των υψηλών ορέων της Κ. και Α. Κρήτης (όρη Κέδρος, Ψηλορείτης και Δίκτη).</p><p>Βιότοπος: Εμφανίζεται σε βλάστηση αποτελούμενη από προσκεφαλόμορφους, ακανθωτούς θάμνους, σε ανοιχτό έδαφος ή σε πετρώδεις πλαγιές και σάρες, ενίοτε κοντά σε χιόνι που τήκεται. Συχνά φύεται ανάμεσα σε ακανθωτούς μικρούς θάμνους, όπως οι Astragalus creticus και Berberis cretica, σε υψόμετρο 1.300-2.035 m. Ανάμεσα στα συνοδά είδη περιλαμβάνονται τα ακόλουθα (*= ενδημικό της Κρήτης): * Centaurea idaea, Euphorbia acanthothamnos, * Lactuca alpestris και Prunus prostrata .</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Ο ονοματολογικός συνδυασμός Geocaryum creticum πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Engstrand (1977) σε μία διδακτορική διατριβή, όμως η δημοσίευση δεν είναι έγκυρη από ονοματολογική άποψη, σύμφωνα με το άρθρο 30.5 του κώδικα της Βιέννης (McNeill &amp; al. 2006). Ο συνδυασμός δημοσιεύθηκε έγκυρα από τον Hartvig (1986).</p><p>Ο Engstrand (1977) σημείωσε ότι το Geocaryum creticum μπορεί να ξεχωρίσει από όλα τα άλλα είδη εξαιτίας των στύλων του, οι οποίοι κάμπτονται προς τα πίσω με ενιαίο τρόπο, όμως τα βλεφαριδωτά του βρακτίδια δεν αποτελούν διαγνωστικό στοιχείο, επειδή ενίοτε εμφανίζονται λεία, ενώ τα βρακτίδια άλλων ελληνικών ειδών φέρουν, ενίοτε, βραχείες βλεφαρίδες.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Tουλάχιστον 8 υποπληθυσμοί είναι γνωστοί στην Κρήτη: ένας στο όρος Κέδρος και 7 στο όρος Δίκτη. Υπάρχουν επίσης ιστορικές αναφορές από τον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη (HalácsyHalácsyácsycsy 1900-1901, Re-Rechinger 1943), οι οποίες παραπέμπουν στον Heldreich που βρήκε το είδος εκεί. Ο συγγραφέας του άρθρου έχει παρατηρήσει 4 υποπληθυσμούς στην Δίκτη, όπου οι αριθμοί των ενήλικων ατόμων ποικίλουν από αρκετές δεκάδες μέχρι λίγες εκατοντάδες. Συνεπώς, φαίνεται βέβαιο ότι ο συνολικός πληθυσμός ξεπερνά τα 1.000 ενήλικα άτομα. Η περιοχή που το είδος καταλαμβάνει είναι πιθανώς μόλις 10 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tοο είδος απειλείται κυρίως από την υπερβόσκηση των αιαι-- γοπροβάτων, που συνεχίζεται πάνω από το δασικό όριο των υψηλών ορέων της Κρήτης, όλο το καλοκαίρι. Αυτό βλάπτει τα φυτά, μειώνει τις ποσότητες των σπερμάτων που παράγονται και αναστέλλει την εγκατάσταση νεαρών ατόμων. Προτείνεται το είδος να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU) VU)) σύμφωνα με την IUCN (2001), ακολουακολου-- θώντας το κριτήριο D2, επειδή η περιοχή που το είδος καταλαμβάνει είναι μικρότερη από 20 km2, όμως όχι σύμφωνα με το κριτήριο D1, επειδή ο συνολικός πληθυσμός πιθανώς υπερβαίνει τα 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ένας από τους υποπληθυσμούς του είδους θα μπορούσε να περιφραχθεί ώστε να αποκλεισθούν τα ζώα που βόσκουν. Έτσι, θα μπορούσε να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή έξω από την περίφραξη ως μάρτυρα. Στην περίπτωση που τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά θα μπορούσε να διερευνηθεί η δυνατότητα περίφραξης περισσότερων περιοχών, με την κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γης, των τοπικών κτηνοτρόφων και χωρικών. Η συλλογή των φυτών θα πρέπει να ελέγχεται, αν και συνιστάται η συλλογή μικρής ποσότητας σπερμάτων (αν αυτή ή ίδια δεν αποτελεί κίνδυνο) ώστε να καλλιεργηθούν υποπληθυσμοί ex situ, από όπου θα αναπαραχθεί περισσότερο υλικό για διανομή σε Βοτανικούς Κήπους και θα τοποθετηθούν σπέρματα σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την επιλογή της επαναεισαγωγής στο μέλλον ή την διεξαγωγή πειραμάτων ενίσχυσης των πληθυσμών, σε περίπτωση που οι αυτοφυείς υποπληθυσμοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF84FF9E98DE378AFA36FC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF86FF9898DE367CFA36FDF4.text	9E288790FF86FF9898DE367CFA36FDF4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Geranium thessalum Franzen	<div><p>Geranium thessalum Franzén</p><p>Geraniaceae</p><p>Geranium thessalum Franzén in Nordic J. Bot. 2: 549 (1982).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [Ελλάς (NC), Μακεδονία, Νομός Κοζάνης] "Mt Siniatsikon (Askion), 6 km SEE of the village of Vlasti, stony calcareous soils, 1.750-2.100 m", 28 Jan. 1979, L.- Å. Gustavson &amp; R. Franzén 8063 (Ολότυπος: LD. Ισότυποι: ATH, B, C).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, ύψους έως 25 cm με πασπασ-- σαλώδη, μη διακλαδιζόμενη ή ελαφρώς διακλαδιζόμενη ρίζα, φέρουσα υπολείμματα των παραφύλλων στο ανώτερο τμήμα της. Η πλειονότητα των φύλλων εκφυόμενη από την βάση του φυτού, μίσχοι 4-10 cm, έλασμα με διάμετρο 1,5-4 cm, παλαμοειδώς διαιρεμένο μέχρι τα 4/5 σε αντωοειδείς λοβούς με σφηνοειδή βάση, λοβοί σχεδόν λείοι έως τριχωτοί, ακέραιοι ή ακανόνιστα διαιρεμένοι σε 2-3 τμήματα μήκους 4-5 mm. Ποδίσκοι 6-14 cm με καμπτόμενο τρίχωμα, καταλήγοντες σε δύο άνθη. Βράκτια μήκους 3-5 mm,, γραμμοειδή, τριχωτά, κράσπεκράσπε-- δα με μακρές, λευκές τρίχες. Σέπαλα μήκους 7-12 mm, όρθια-αποκλίνοντα στην ανθοφορία, σχεδόν όρθια στην καρποφορία, με τρίχωμα από βραχείες, λευκές τρίχες και αποληκτική ακίδα μήκους 0,5-2 mm,, μεμβρανώδες περιπερι-- θώριο πλάτους περίπου 0,25 mm. Πέταλα μήκους 10-16 mm, ευρέως ωοειδή, ρόδινα-πορφυρά, με λευκή βάση και πορφυρές νευρώσεις. Νήματα περίπου 6 mm,, λευκά, αναν-- θήρες 2,0-2,5 mm,, κίτρινοι. Στύλος περίπου 6 mm,, λευλευ-- κός κατά την ανθοφορία, ράμφος περίπου 30 mm κατά την καρποφορία. Μερικάρπια μήκους περίπου 6 mm, με μεταξώδες τρίχωμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος μέχρι τέλη Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Geranium thessalum εμφανίζεται στο όρος Άσκιο (Σινιάτσικο) του νομού Κοζάνης της ΒΔ. Μακεδονίας. Επίσης απαντά και στην γειτονική FYROM.</p><p>Βιότοπος: Το είδος αυτό φύεται σε ασβεστολιθικά πετρώματα και απαντά σε πετρώδεις πλαγιές, και σχισμές βράχων στην υπαλπική ζώνη του όρους Άσκιου, από τα 1.673 μέχρι και την κορυφή (2.111 m)).. Στην περιοχή αυτή κυρικυρι-- αρχεί η χαμηλή βλάστηση, ενώ υπάρχουν μέχρι τα 1.700 περίπου μέτρα, διάσπαρτα άτομα των: Fagus sylvatica και Juniperus oxycedrus . Μαζί του φύονται, επίσης, τα: Daphne oleoides, Aubrieta deltoidea, Paronychia macedonica κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Geranium thessalum περιγράφηκε το 1982. Ανήκει στην sect. Subacaulia του υπογένους Erodioidea, που περιλαμβάνει 15 taxa από τα Βαλκάνια και την Ανατολία (Aedo &amp; al. 1998). Το G. thessalum είναι το μόνο taxon της ομάδας, αυτής, το οποίο δεν διαθέτει μακρές λευκές τρίχες στα σέπαλα. Στην ίδια ομάδα ανήκει επίσης το G. subcaulescens DC., με το οποίο έχει τη μεγαλύτερη συγγένεια (Persson 1986) και από το οποίο διαφέρει στον στύλο (μαύρος στην ανθοφορία στο G. subcaulescens, λευκός στο G. thessalum) στο αραιότερο τρίχωμα των φύλλων και στους λιγότερους, ακανόνιστα σχισμένους, σχεδόν οξείς λοβούς του ελάσματος.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To Geranium thessalum σχηματίζει ενιαίο πληθυσμό, πάνω από το δασικό όριο του όρους Άσκιου. Τα άτομα του πληθυσμού είναι διασκορπισμένα στην βραχώδη κορυφή. Ο πληθυσμός αποτελείται από περίπου 400 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο βιότοπος του Geranium thessalum βρίσκεται μακριά από οικισμούς και γενικώς από εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητες. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί βόσκηση αιγοπροβάτων τους καλοκαιρινούς μήνες, κάτι που θα μπορούσε να αποτελεί απειλή για το είδος, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο βιότοπός του υπερβόσκεται. Επιπλέον, οι πυρκαγιές της δασικής ζώνης ενδέχεται να επηρεάσουν τα άτομα που βρίσκονται κοντά στο δασικό όριο και μπορεί να αποτελούν δυνητική απειλή. Το είδος αυτό δεν προστατεύεται από την εθνική ή τη διεθνή νομοθεσία και δεν περιλαμβάνεται σε κάποιον από τους καταλόγους προστατευμένων ειδών.</p><p>Εξαιτίας της περιορισμένης έκτασης, στην οποία φύεται το είδος, καθώς και του μικρού υπολογιζόμενου συνολικού αριθμού των ενηλίκων ατόμων (που δεν υπερβαίνουν τα 1.000), το Geranium thessalum πληροί τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001) ώστε να ενταχθεί ως Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για το Geranium thessalum . Προκειμένου να προστατευθεί το είδος, προτείνεται η αποφυγή κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας που θα ήταν καταστροφική για τα άτομα και τον βιότοπό τους, ενώ η βόσκηση στην περιοχή θα πρέπει να ρυθμισθεί προσεκτικά. Επίσης, προτείνεται η απαγόρευση συλλογής φυτικού υλικού από τον βιότοπό του. Η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός του είδους αυτού σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπους, ως μέτρο για την e x situ προστασία του, θα συμβάλει στην διατήρηση βοτανικού υλικού που θα μπορούσε να διανεμηθεί περαιτέρω και να καλύψει εμπορικούς ή ανθοκομικούς σκοπούς, ώστε να μειωθεί η πιθανή συλλογή αυτοφυούς υλικού. Τέλος, θεωρείται χρήσιμη η καταγραφή και η παρακολούθηση του είδους μακροπρόθεσμα, η οποία θα επιτρέψει μία πληρέστερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του.</p><p>Αντώνιος Καρύδας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF86FF9898DE367CFA36FDF4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF80FF9A98DE378AFA36FBFB.text	9E288790FF80FF9A98DE378AFA36FBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Gymnadenia rhellicani (Teppner & E. Klein) Teppner & E. Klein	<div><p>Gymnadenia rhellicani (Teppner &amp; E. Klein) Teppner &amp; E. Klein</p><p>Orchidaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Gymnadenia rhellicani (Teppner &amp; E. Klein) Teppner &amp; E. Klein in Phyton (Horn) 38(1): 221 (1998).</p><p>Τύπος: [Αυστρία] "Gurktaler Alps, alt. c. 1900 m", 17 Jul. 1986, H. Teppner @ E. Klein (GZU).</p><p>Συνώνυμα: Nigritella rhellicani Teppner &amp; E. Klein in Phyton (Horn, Austria) 31(1): 7 (1990).</p><p>N. nigra Rchb. f. subsp. rhellicani (Teppner &amp; E. Klein) H. Baumann, Künkele &amp; R. Lorenz in J. Eur. Orch. 36(3): 776 (2004).</p><p>Περιγραφή: Φυτό με μακρείς παλαμοειδείς κονδύλους και δύο φυλλοειδείς κολεούς στη βάση, ύψους 5-30 cm. Φύλλα 7-11, σε ρόδακα βάσης, αποκλίνοντα ή όρθια, παχιά, γραμμοειδή, οξύληκτα, με αυλάκωση, βαθυπράσινα επάνω, φωτεινά πράσινα κάτω, με παρυφές λεπτώς οδοντωτές, τα ανώτερα 2-3 βρακτιόμορφα, συχνά με ερυθρές παρυφές. Ταξιανθία πολυανθής, πυκνή, 1,5-2 cm, βραχεία, στην αρχή κωνική, μετά σφαιροειδής, σχεδόν κυλινδρική στο τέλος της άνθησης. Βράκτια πράσινα, με ερυθροϊώδεις αποχρώσεις, τα κατώτερα σχεδόν ισομήκη με τα άνθη, θηλώδη στις παρυφές τους. Άνθη μικρά, αυτεπικονιαζόμενα, μαυροερυθροϊώδη, πολύ σπανίως ερυθρά, ροδόχρωμα, κιτρινωπά, πορτοκαλόχρωμα ή λευκά, με έντονη οσμή βανίλιας. Λοβοί περιανθίου οξύληκτοι, αποκλίνοντες. Σέπαλα 4,5-7,5 x 0,2 mm, λογχοειδή. Πέταλα σχεδόν ίσα. Xείλος ακέραιο μέχρι πολύ ελαφρώς τρίλοβο, 4,5-7 x 3-5 mm, ωοειδές, οξύληκτο μέχρι σχεδόν ρομβοειδές, κοίλο, αποκλίνον. Πλήκτρο βραχύ (1-1,6 mm), κυρτό, ερυθροϊώδες μέχρι λευκοροδόχρωμο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 40 (Teppner &amp; Klein 1990).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Εξαπλώνεται κυρίως στις υπαλπικές και αλπικές περιοχές της Κ. Ευρώπης (Άλπεις, Καρπάθια, Πυρηναία κ.α.). Στην Ελλάδα καταγράφηκε στο όρος Φαλακρό, ενώ υπάρχουν παλαιές αναφορές για τον Ταύγετο, την Οίτη, τον Τυμφρηστό, το Βέρμιο, το Πίνοβο και το Βόρα (Καϊμάκ Τσαλάν, περιοχή χιονοδρομικού κέντρου σε υψόμετρο 2.200-2.400 m) (Voliotis 1981). Η Gymnadenia rhellicani, εκτός από το Φαλακρό, δεν έχει καταγραφεί στα υπόλοιπα ορεινά συγκροτήματα της Α. Μακεδονίας (Μενοίκιο, Παγγαίο και Όρβηλος), στα οποία τα υπαλπικά λιβάδια καταλαμβάνουν σημαντική επιφάνεια (Tsifsis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοπος: Το είδος απαντά αποκλειστικώς σε υπαλπικά και αλπικά λιβάδια σε υψόμετρα πάνω από 1.600 m (But-Buttler 1991).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τους Teppner &amp; Klein (1990) τα είδη του γένους Nigritella (νυν Gymnadenia) που έχουν σκουρόχρωμα άνθη ονομάζονταν Nigritella nigra Rchb. f. Με την εργασία των Teppner &amp; Klein (1990) έγινε διαχωρισμός σε δύο είδη, τα οποία διαφέρουν στα χαρακτηριστικά των ανθέων και των σπερμάτων καθώς επίσης και στον τρόπο αναπαραγωγής. Από τα δύο αυτά είδη η Gymnadenia (Nigritella) rhellicani εξαπλώνεται στα όρη της Κ. και Ν. Ευρώπης, ενώ η Gymnadenia nigra subsp. nigra εξαπλώνεται στη Β. Ευρώπη. Κατόπιν των ανωτέρω, οι καταγραφές του είδους Nigritella nigra στην Ελλάδα αφορούν το είδος Gymnadenia rhellicani .</p><p>Η Gymnadenia rhellicani ομοιάζει με την G. austriaca (Teppner &amp; E. Klein) P. Delforge που εξαπλώνεται στην περιοχή των Άλπεων. Διαφέρουν στο μέγεθος και το σχήμα της ταξιανθίας, που είναι πιο μεγάλη και κυλινδρική στην G. rhellicani, καθώς επίσης και στα μικρότερα μορφομετρικά χαρακτηριστικά του άνθους της. Τέλος, ο χρωμοσωματικός αριθμός του είδους G. austriaca είναι 2 n = 80 (Brütsch 2000).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα ο μόνος επιβεβαιωμένος υποπληθυσμός του είδους υπάρχει στο όρος Φαλακρό, αποτελούμενος από c. 100 άτομα (Gembardt &amp; Gölz 2002). Σύμφωνα με τους ίδιους συγγραφείς, το είδος δεν βρέθηκε στον Βόρα στην θέση που αναφέρει ο VoliVoli-- otis (1981), ενώ η θέση στον Ταύγετο αναφέρεται με επιεπι-- φύλαξη από τον Καλοπίση (1988). Ομοίως, η ύπαρξη του είδους στο Βέρμιο και την Οίτη δεν επιβεβαιώνεται από τους Χοχλιούρο (2005) και Καρέτσο (2002) αντιστοίχως, κατά τη διάρκεια των χλωριδικών και φυτοκοινωνιολογικών τους ερευνών. Για τις λοιπές θέσεις, που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, δεν υπάρχουν σχετικές πληροφορίες.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D1, ενώ με επιφύλαξη θα μπορούσαμε να επικαλεσθούμε ότι ισχύει και το κριτήριο D2. Το κριτήριο D1 ισχύει διότι ο επιβεβαιωμένος υποπληθυσμός του Φαλακρού αριθμεί περίπου 100 άτομα, ενώ στοιχεία για το είδος στις άλλες θέσεις δεν υπάρχουν. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι κατά τις έρευνες και μελέτες που έγιναν δεν καταγράφηκε το είδος στα υπόλοιπα ορεινά συγκροτήματα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι είτε δεν υπάρχει πλέον εκεί είτε οι αριθμοί των ατόμων του είναι πολύ περιορισμένοι, έτσι ώστε στο σύνολό τους να μην υπερβαίνουν τα 1.000.</p><p>Όσον αφορά στο κριτήριο D2 2, μπορούμε να θεωρήθεωρή-- σουμε ότι πληρούνται οι προΰποθέσεις του διότι οι αρχικές πληροφορίες για την εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα αφορούν επτά θέσεις. Από το σύνολο των θέσεων, δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή του στις τρεις από αυτές, ενώ για άλλες τρεις δεν υπάρχουν πληροφορίες. Αν λοιπόν λάβουμε υπόψη ότι στο Φαλακρό η επιφάνεια, την οποία καταλαμβάνει το είδος, είναι περίπου 10-15 εκτάρια και ο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων καταγράφηκε σε περίπου 0,5 εκτάριο, συμπεραίνουμε ότι το σύνολο των θέσεων δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 20 km2. Αυτό γίνεται με την παραδοχή υπολογισμού της επιφάνειας σε μεγαλύτερη κλίμακα.</p><p>Οι κίνδυνοι που διατρέχει το συγκεκριμένο είδος στο Φαλακρό αφορούν την καταστροφή των υποπληθυσμών του από α) την επέκταση του χιονοδρομικού κέντρου που μπορεί να σχετίζεται με την κατασκευή δρόμων, το κτίσιμο ξενώνων ή άλλων οικοδομημάτων και β) την υπερβόσκηση. Στον Βόρα ο υποπληθυσμός του είδους, σε περίπτωση που δεν έχει καταστραφεί, κινδυνεύει επίσης από την επέκταση του χιονοδρομικού κέντρου. Αξίζει να σημειωθεί η απουσία του είδους από τα τμήματα των υπαλπικών λιβαδιών του Φαλακρού, στα οποία υπήρχε απουσία βόσκησης. Ως αποτέλεσμα, το μεγάλο ύψος των αγρωστωδών, κυρίως, ειδών και η μεγάλη τους πυκνότητα καθιστούσαν αδύνατη την ανάπτυξη της Gymnadenia rhellicani .</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή το είδος εξαπλώνεται εντός της ευρύτερης περιοχής του χιονοδρομικού κέντρου του Φαλακρού, θα πρέπει να ενημερωθούν οι τοπικές και περιφερειακές αρχές για τις θέσεις ύπαρξής του, έτσι ώστε να αποτραπούν οποιεσδήποτε ενέργειες επέκτασης των υπαρχουσών υποδομών εις βάρος των ατόμων του είδους. Επιπλέον, προτείνεται περίφραξη της θέσης όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων και η ανά τακτά χρονικά διαστήματα εφαρμογή ήπιας έντασης βόσκησης ή μηχανικής κοπής των ποωδών ειδών προκειμένου το ύψος τους να διατηρείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσής &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF80FF9A98DE378AFA36FBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF82FF9498DE378AFA36FD3B.text	9E288790FF82FF9498DE378AFA36FD3B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Gymnospermium altaicum subsp. peloponnesiacum Phitos	<div><p>Gymnospermium altaicum (Pallas) Spach subsp. peloponnesiacum Phitos</p><p>Berberidaceae</p><p>Σχεδόν Aπειλούμενο (NT)</p><p>Gymnospermium altaicum (Pallas) Spach subsp. peloponnesiacum Phitos in Strid &amp; Tan (eds), Flora Hellenica, 2: 81 (2002).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Αχαΐας] "Μons Panachaikon, in declivibus occidentalibus, alt. 1.400- 1.500 m, in petrosis calc.", 13 May. 1987, Phitos &amp; Kamari 19922 (Oλότυπος: UPA. Ισότυπος: C).</p><p>Συνώνυμα: Gymnospermium altaicum subsp. odessanum sensu Kosenko in Bot. Zurn. (Moscow &amp; Leningrand) 62: 238 (1977) και Phitos &amp; Kamari in Phitos &amp; al. (1995: 302) [non E. Mayer &amp; Pulevic in Willdenowia 13: 278 (1983)].</p><p>Περιγραφή: Πολυετής, λεία πόα. Κόνδυλος σφαιρικός, διαμέτρου 1-3,5 cm,, σχηματίζων έναν ή μερικούς ανθοανθο-- φόρους βλαστούς και μερικά φύλλα βάσης. Βλαστοί 10- 20 cm με υπόγειο μέρος 5-10 cm.. Φύλλα βάσεως σύνσύν-- θετα, τριμερή, το κύριο μέρος έμμισχο και παλαμοειδώς διηρημένο σε 4-7 ακέραιους, αντωοειδείς-ελλειπτικούς αμβλείς λοβούς, μήκους 10-20 mm, το κεντρικό μέρος βραχέως έμμισχο και πλατύτερο από τους άμισχους ή σχεδόν άμισχους πλάγιους λοβούς. Φύλλα βλαστού συνήθως μεμονωμένα, ακριβώς κάτω από την ταξιανθία, σχεδόν άμισχα, με παράφυλλα. Άνθη 4-15, σε έναν απλό, τελικό με βράκτια βότρυ. Βράκτια πλατέως ελλειπτικά έως ημιδισκοειδή, ακέραια. Σέπαλα 6, μήκους 7-10 mm,, επιμήεπιμή-- κως ελλειπτικά, αμβλέα, χρυσοκίτρινα. Πέταλα (νεκτάρια) 6, σφηνοειδή, ενίοτε οδοντωτά στην κορυφή. Στήμονες 6, μακρύτεροι των πετάλων και ανθήρες ανοιγόμενοι με γλωσσοειδείς βαλβίδες. Καρποφόρος ποδίσκος κυρτός. Καρπός, ημισφαιρική κάψα. Περικάρπιο λεπτό, νωρίς διαρρηγνυόμενο και αποκαλύπτον τα σπέρματα. Σπέρματα 2-3(-4), ωοειδή-αντωοειδή, λεία, παραμένοντα επί μακρόν πράσινα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (Phitos &amp; Kamari 1990).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μάρτιο μέχρι τις αρχές Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από λίγες τοποθεσίες της Πελοποννήσου: Σπάνιο στα όρη Παναχαϊκό και Μαίναλο, τοπικά συχνό στο όρος Κλωκός. Μία αναφορά του Bornmüller (1928) από το Μέγα Σπήλαιο, βορείως των Καλαβρύτων, δεν έχει προσφάτως επιβεβαιωθεί.</p><p>Βιότοπος: Εμφανίζεται, γενικώς, σε ανοικτές θέσεις δασών Abies cephalonica, αλλά και σε υπαλπικούς βοσκοτόπους, σε εδάφη ασβεστολιθικά. Στο όρος Παναχαϊκό (Β. Πελοπόννησος) είναι γνωστοί δύο υποπληθυσμοί, οι οποίοι απέχουν μεταξύ τους 2 km και βρίσκονται σε υψόμευψόμε-- τρο 1.400-1.500 m και σε ασβεστολιθικό έδαφος. Ο ένας από αυτούς φύεται γύρω από μία πηγή (Βρύση Βεΐκου), η οποία χρησιμοποιείται για το πότισμα κοπαδιών αιγοπροβάτων, τα οποία βόσκουν στην περιοχή κατά το καλοκαίρι. Διάφορα είδη Medicago, Trifolium κ.λπ. φύονται στην ίδια περιοχή. Αυτή είναι η πρώτη θέση όπου ανεκαλύφθη αυτό το taxon Gymnospermium για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Halácsy (1893).</p><p>Αραιή είναι, επίσης, η εμφάνισή του στο όρος Μαίναλο, σε ασβεστολιθικό έδαφος, σε υψόμετρο 1.600 m. Αντιθέτως, συχνότερη είναι η εμφάνισή αυτού του taxon στο όρος Κλωκός, σε υψόμετρο 1.400-1.700 m,, όπου φύφύ-- εται μαζί με την Corydalis solida subsp. incisa, σε ανοικτά, πετρώδη, ασβεστολιθικά, υγρά λιβάδια. Επίσης, φύεται σε ανοικτές θέσεις δάσους Abies cephalonica σε υψόμετρο 1.300 m.. Τα εμφανιζόμενα άτομα στο όρος Κλωκός υπουπο-- λογίζονται περίπου στα 500.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To Gymnospermium altaicum διακρίνεται σε τέσσερα υποείδη, των οποίων οι γεωγραφικές περιοχές εξαπλώσεως είναι σημαντικώς απομακρυσμένες μεταξύ τους. Το τυπικό υποείδος εμφανίζεται στα όρη Αλτάι του Καζακστάν E. Mayer &amp; Pulevic στην περιοχή της Κριμαίας μέχρι την Α. Ρουμανία, το subsp. scipetarum (E. Mayer &amp; Pulevic) Kit Tan &amp; Mullaj στην Αλβανία και Μαυροβούνιο και το subsp. peloponnesiacum στην Πελοπόννησο.</p><p>Το ελληνικό υποείδος διαφέρει από τα δύο πρώτα κυρίως στο σχήμα και στο μέγεθος των τμημάτων των φύλλων της βάσεως και του βλαστού. Στο subsp. peloponnesiacum τα τμήματα των φύλλων έχουν μήκος μέχρι 20 mm, είναι πλατέως αντωοειδή και επιφυή ή σχεδόν επιφυή, ενώ τα τμήματα των δύο προηγούμενων υποειδών έχουν μήκος μέχρι 38 mm, συνήθως λογχοειδή έως στενώς ελλειπτικά, σπανίως ωοειδή και κυρίως έμμισχα. Το subsp. peloponnesiacum είναι περισσότερο συγγενές προς το subsp. scipetarum, του οποίου τα τμήματα των φύλων έχουν μήκος 22-35 mm.</p><p>Οι Karl &amp; Strid (2009) τοποθετούν το subsp. peloponnesiacum στην βαθμίδα του είδους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Αυτό το taxon εμφανίζεται σε μικρούς και απομακρυσμέαπομακρυσμέ-- νους πληθυσμούς, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν αριθμούν περισσότερα από 100 άτομα.</p><p>Η εν λόγω διασπορά των πληθυσμών, όπως και το ότι αυτό το taxon είναι ένα γεώφυτο αποτελούν θετικά στοιστοι-- χεία για την επιβίωσή του. Πάντως, δεν αποκλείεται η αλλαγή χρήσεως της γης στο απώτερο μέλλον να επηρεάσει τους βιοτόπους του, με πιθανό αποτέλεσμα την μείωση των πληθυσμών.</p><p>Σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001) προτείνεται η κατάταξή του στα Σχεδόν Απειλούμενα (ΝΤ), καθώς έχει πολύ μικρούς, διασκορπισμένους πληθυσμούς, για τους οποίους παραμένει η ελπίδα ότι δεν θα μειωθούν δραματικά στο κοντινό μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: H καλύτερη προστασία για το Gymnospermium altaicum subsp. peloponnesiacum, δηλαδή για ένα φυτό ιδιαιτέρου φυτογεωγραφικού ενδιαφέροντος και σπάνιο ενδημικό υποείδος στην χώρα μας, μπορεί να προσφερθεί από επαγγελματίες και ερασιτέχνες βοτανικούς. Ας αφεθεί ανενόχλητο, στου τόπους που φύεται.</p><p>Δημήτριος Φοίτος &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF82FF9498DE378AFA36FD3B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF8CFF9798DE367CFA3EFCB4.text	9E288790FF8CFF9798DE367CFA3EFCB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Haberlea rhodopensis Friv.	<div><p>Haberlea rhodopensis Friv.</p><p>Gesneriaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Haberlea rhodopensis Friv. in Magyar Tud. Társ. Évk. 2: 249 (1835).</p><p>Τύπος: [Bουλγαρία] ουλγαρία] Το είδος συλλέχθηκε από τους Fri-Frivaldsky &amp; Manolesko τον Απρίλιο του 1835 (Ισότυπος: GOET).</p><p>Συνώνυμα: Haberlea ferdinandi-coburgii Urum. in Period. Spis. Bulg. KniZ. DruZ. 63: 573 (1902).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με φύλλα σε παράρριζο ρό-ρόδακα.. Ρόδακες πολλοί, χοανοειδούς σχήματος, σχηματίσχηματί-- ζοντες μεγάλα προσκεφάλια. Φύλλα (4-)6-12 x 1,5-3,5 cm, με δυσδιάκριτο μίσχο, αντιλογχοειδή-αντωοειδή, οξυκόρυφα, αδρώς οδοντωτά-πριονωτά, πράσινα και αραιώς τριχωτά με ασαφή νεύρα στην πάνω επιφάνεια, καστανωπά ή πορφυρόχρωμα και μάλλον πυκνά τριχωτά με προεξέχοντα νεύρα στην κάτω επιφάνεια. Στελέχη 1-3 από κάθε ρόδακα,, 8-18 cm. Στελέχη, ποδίσκοι και κάλυκάλυ-- κας με πολυκύτταρες, μη αδενώδεις τρίχες. Σκιάδια με 2 έως 5 άνθη. Βράκτια μέχρι 14 mm,, γραμμοειδή. ΚάλυΚάλυ-- κας 5-λοβος, καστανωπός-πορφυρός, με λοβούς περίπου ισομήκεις του σωλήνα, διαστάσεων περίπου 5 x 2 mm, στενά τριγωνικούς, οξείς έως βραχέως οξύληκτους. Στεφάνη 18-30 mm,, δίχειλη, σωλήνας ραχιαία διαπλατυδιαπλατυ-- σμένος, μήκους μέχρι το διπλάσιο των λοβών, χρώματος κυανού-πορφυρού επάνω και λευκωπού κάτω, με κίτρινα και πορφυρόχρωμα στίγματα στο εσωτερικό του λαιμού, τριχωτός εσωτερικά, λοβοί κάτω χείλους 3, μέχρι 10 x 8 mm, πλατιά αντωοειδείς, λευκοί ή ελαφρώς κυανοϊώδεις, λοβοί άνω χείλους 2, βραχύτεροι. Στήμονες 4, σε 2 ζεύγη. Τα βραχύτερα νήματα περίπου 7 mm, ενώ τα μακρύτερα περίπου 9 mm και ισχυρώς κυρτά στο πάνω μέρος τους. Ανθήρες μικροί, βαθύχρωμοι, συμφυείς ανά ζεύγη ή και οι 4. Ωοθήκη κωνική, στύλος c.. 7 mm,, ευθύς. Κάψα ελαελα-- φρώς εξέχουσα του κάλυκα, σχεδόν γυμνή, πολύσπερμη.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 48 (Contandriopoulos 1966), 2 n = 38 (Borhidi 1968).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως μέσα Ιουλίου ανάλογα με το υψόμετρο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: ΒΑ. Ελλάδα, Κ. και ΝΚ. Βουλγαρία (VelchevVelchev 1984, Vassilev 2006). Στη ΒΑ. Ελλάδα εμεμ-- φανίζεται στα όρη Παπίκιο, Παγγαίο, Φαλακρό, Μενοίκιο, Ροδόπη (μεταξύ Θερμιών και Φρακτού, Στάμνα), καθώς και σε χαμηλά υψόμετρα στα Στενά του Νέστου (Voliotis 1985, Strid 1991 a, 2006, Αραμπατζής κ.ά. 1998).</p><p>Βιότοπος: Υγρές, σκιαζόμενες θέσεις, σε ρωγμές βράχων και βραχώδεις εξάρσεις, συνήθως σε ορεινές περιοχές, σποραδικά μέχρι τα 1.950 m, ή χαμηλά μέχρι σχεδόν το επίπεδο της θάλασσας (σε φαράγγια), γενικώς σε ασβεστόλιθο.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Haberlea rhodopensis είναι ένα ευδιάκριτο, εντυπωσιακό και ελκυστικό είδος ενός μονοτυπικού γένους της οικογένειας Gesneriaceae, που είναι μία μεγάλη οικογένεια με κυρίως τροπικά είδη. Στην Ευρώπη εμφανίζονται μόνο πέντε είδη. Τα τέσσερα από αυτά απαντούν στη Βαλκανική Χερσόνησο, τα H. rhodopensis, Jankaea heldreichii Boiss., Ramonda nathaliae Panc. &amp; Petrov., R. serbica Panc., ενώ ένα στα Πυρηναία, το R. myconi (L.) Rchb. Όλα τα ευρωπαϊκά είδη πιστεύεται ότι είναι υπολείμματα της Τριτογενούς περιόδου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Haberlea rhodopensis έχει περιορισμένη εξάπλωση και απαντά σε σχετική αφθονία, σε απόμερες και συνήθως δύσκολα προσβάσιμες θέσεις. Ο ακριβής αριθμός των ωρίμων ατόμων, που εμφανίζονται στις βραχώδεις εξάρσεις στην Ελλάδα είναι δύσκολο να υπολογισθεί. Αν και η περιοχή εξάπλωσής της είναι σχετικώς μεγάλη, στην πραγματικότητα η περιοχή εμφάνισής της είναι πολύ μικρή, &lt;2.000 km2, εξαιτίας κυρίως του εξειδικευμένου βιοτόπου στον οποίον εμφανίζεται.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηγοκατηγο-- ριοποίηση της IUCN (2001, 2006), σύμφωνα με το κριτήκριτή-- ριο D2 2,, κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμεμ-- φάνισής του. Αν και η Haberlea rhodopensis δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, ωστόσο, ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή μπορεί να προκαλέσουν μείωση του πληθυσμού της. Για παράδειγμα, η κατασκευή ενός δασικού δρόμου μπορεί να καταστρέψει τους βιοτόπους της. Μεταξύ των κυριοτέρων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων συγκαταλέγονται τα τεχνικά έργα και η εκμετάλλευση των οικοσυστημάτων, στα οποία εμφανίζεται (π.χ. δασικές εργασίες, υλοτομίες). Τα τεχνικά έργα αφορούν, κυρίως, την κατασκευή δασικών δρόμων. Επίσης, οι εργασίες υλοτομίας, καθώς και η μετατόπιση του ξύλου, είναι δυνατόν να επηρεάσουν αρνητικά τους πληθυσμούς του είδους.</p><p>Τμήματα των ορέων Παγγαίου, Φαλακρού, Μενοίκιου, της οροσειράς της Ροδόπης, καθώς και των Στενών του Νέστου, έχουν περιληφθεί στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000. Κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην μελλοντική επιβίωση της H. rhodopensis . Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα κάποια ένδειξη μείωσης των πληθυσμών της, ούτε συγκεκριμένη απειλή, ακόμη και εξαιτίας συλλογής των ατόμων της.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οποιεσδήποτε αλλαγές, που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του φυσικού ενδιαιτήματος της Haberlea rhodopensis, θα πρέπει να αποφευχθούν. Η κατασκευή ενός δρόμου μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού του είδους καταστρέφοντας τους βιοτόπους του. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να προληφθεί με κάθε τρόπο. Οι περισσότεροι κίνδυνοι που απειλούν το είδος είναι κυρίως τυχαία γεγονότα ή ακούσιες ενέργειες των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται μέσα στα δάση και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοιά τους για την εμφάνιση και τη σημαντικότητα του είδους.</p><p>Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται η ενημέρωση τόσο των αρμόδιων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου πληθυσμού που διαβιεί ή δραστηριοποιείται στα δάση της περιοχής εξάπλωσής της. Επίσης, θα πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή και παρακολούθηση του πληθυσμού του είδους.</p><p>Η H. rhodopensis είναι ελκυστική και καλλιεργείται εύκολα σε Βοτανικούς Κήπους, ιδιαίτερα ως φυτό βραχόκηπων.</p><p>Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος, Ελένη Ελευθεριάδου, Ιωάννης Τσιριπίδης &amp; Δημήτριος Σαμαράς</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF8CFF9798DE367CFA3EFCB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF89FF9298C7367CFA35FB77.text	9E288790FF89FF9298C7367CFA35FB77.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Haplophyllum megalanthum Bornm.	<div><p>Haplophyllum megalanthum Bornm.</p><p>Rutaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Haplophyllum megalanthum Bornm. in Mitt. Thür. Bot. Ver. 23: 25-26 (1908).</p><p>Λεκτότυπος (Townsend 1986: 253): [Τουρκία, Λυδία] "in monte Kara-Tscham supra Burnabad, in regione subalpina, 900-1000 m", 2 Jun. 1906, Bornmüller 9234 (K. Ισο-Ισολεκτότυποι: ΒΜ, P, W).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές ύψους 20-30 cm, ξυλώδες και διακλαδιζόμενο στη βάση, με πολυάριθμους όρθιους βλαστούς, καλυμμένο με πυκνές λευκές, μακριές, απλωτές ή κυρτές προς τα έξω τρίχες. Αδένες πολύ ωχροί και δυσδιάκριτοι. Φύλλα απλά, ακέραια, 7-28 x 2-10 mm,, πυπυ-- κνά τοποθετημένα κατά μήκος των βλαστών, συνεχόμενα έως τις ταξιανθίες και με τις δύο επιφάνειες καλυμμένες με μακριές, λευκές, ανερχόμενες έως ελαφρώς πεπιεσμένες τρίχες και με πολυάριθμους πολύ μικρούς, σκοτεινόχρωμους αδένες. Τα κατώτερα φύλλα λογχοειδή έως ελλειπτικά, τα ανώτερα εμφανώς ρομβοειδή-λογχοειδή. Ταξιανθίες συμπαγείς, πολυανθείς, σχεδόν επίπεδες στην κορυφή, διαμέτρου περίπου 3-8 cm,, με κλάδους καλυμκαλυμ-- μένους από μακριές μεταξώδεις τρίχες και δυσδιάκριτους αδένες. Βράκτια πολυάριθμα, τα κατώτερα μεγάλα, φυλλόμορφα, έως περίπου 10 x 4 mm, τα ανώτερα στενότερα έως γραμμοειδώς λογχοειδή με εριώδεις λευκές τρίχες. Σέπαλα λογχοειδώς ελλειπτικά, ελεύθερα ή συμφυή στο άκρο της βάσης, πράσινα, με εριώδη λευκή τρίχωση, 3-4,5 x 1,5-1,75 mm, με μικροσκοπικούς αδένες. Πέταλα 10- 14 x 6-7 mm, ελλειπτικά έως επιμήκη-ωοειδή, με αμβλύ άκρο, βραχύ και πλατύ όνυχα, λεία, λευκά ή ωχρόλευκα, με πολυάριθμους πολύ μικρούς αδένες. Νήματα στημόνων ελεύθερα, 5-6 mm, με πλάτος που μειώνεται σταδιακά από τη βάση προς την κορυφή, με πολυάριθμους αδένες σε όλο τους το μήκος και μακριές λευκές τρίχες στη βάση. Ανθήρες ωχροκίτρινοι, επιμήκεις, περίπου 2 mm. Νεαρή ωοθήκη με 5 τμήματα, καλυμμένα με πυκνή λευκή εριώδη τρίχωση και μικρούς φυματιώδεις αδένες. Χώροι ωοθήκης με δύο σπερμοβλάστες. Στύλος λεπτοφυής, λείος, περίπου 3 mm.. Νεαρή κάψα πυκνά καλυμμένη με λευκές, μεταμετα-- ξώδεις-εριώδεις τρίχες. Τμήματα ώριμης κάψας περίπου 2,5-3 x 2 mm με πολλά φυμάτια και πολλές μεταξώδειςεριώδεις τρίχες. Σπέρματα 1-2 σε κάθε χώρο της κάψας, περίπου 1,5 x 1 mm,, νεφροειδή, ρυτιδωτά, ανοικτού κακα-- στανού χρώματος με γλαυκό παχνώδες επίχρισμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος-Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Γνωστό από τρεις τοποθεσίες στο όρος Ρούτφας κοντά στο χωριό Άγρα της Δ. Λέσβου και από μία μικρή γεωγραφική περιοχή γύρω από το όρος Yamanlar Dagh, μία προέκταση του όρους Σίπυλος στη Δ. Μικρά Ασία (περιοχή Σμύρνης). Στη Λέσβο βρέθηκε για πρώτη φορά σχετικά πρόσφατα από τους Hansen &amp; Nielsen (1993). Το είδος αυτό μαζί με κάποια άλλα συνδέσυνδέ-- ουν φυτογεωγραφικά την περιοχή του όρους Ρούτφας της Λέσβου με την περιοχή του όρους Σίπυλος της Μ. Ασίας.</p><p>Βιότοπος: Στην Τουρκία φύεται σε ακάλυπτες κορυφές ορέων, σε πλαγιές με νότια έκθεση, σε ξηρούς θαμνώνες και σε αραιά δάση Pinus, σε υψόμετρο μεταξύ 200 και 1.200 m (Townsend 1986). Στη Λέσβο είναι γνωστό μέχρι σήμερα από λίγες τοποθεσίες του όρους Ρούτφας. Σε μία από αυτές, που βρίσκεται λίγο έξω από τον οικισμό Λεύκα, φύεται σε πετρώδη μέρη και σε υψόμετρο περίπου 500 m. Στις άλλες τοποθεσίες, οι οποίες είναι γειτονικές και βρίσκονται ΒΑ. της Άγρας, φύεται σε ξηρά, ανοικτά, πετρώδη μέρη με αραιά φρύγανα και σε υψόμετρο μεταξύ 600 και 700 m. Άλλα ενδιαφέροντα είδη, που φύονται μαζί του είναι τα: Anthemis wiedemanniana, Ranunculus isthmicus, Sedum confertiflorum και Veronica grisebachii .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τον Townsend (1967, 1986) η ταξινομική θέση του Haplophyllum megalanthum είναι αμφίβολη. Θα μπορούσε να πρόκειται για μία μεγανθή ποικιλία του ενδημικού είδους της Τουρκίας H.. myrtifo- myrtifolium Boiss..,, αν και για να επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο χρειάχρειά-- ζεται περαιτέρω μελέτη περισσότερου υλικού από όλη την περιοχή εξάπλωσής του. Παρόλα αυτά το σχήμα των φύλλων είναι σταθερό και οι τρίχες, ειδικότερα στα ανώτερα φύλλα, είναι μακρύτερες και πιο μεταξώδεις. Επιπλέον, τα νήματα των στημόνων είναι περισσότερο πεπλατυσμένα και αδενώδη στη βάση τους. Όπως επισημαίνουν οι HanHan-- sen &amp; Nielsen (1993) το σχήμα των στημόνων ποικίλει σημαντικά ακόμη και σε άνθη του ίδιου ατόμου. Μέχρι σήμερα δεν ήταν γνωστή η ώριμη κάψα και τα σπέρματα του φυτού και τα στοιχεία που αναφέρονται εδώ δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Μαζί με τα είδη H. myrtifolium και H. vulcanicum Boiss. &amp; Heldr. αποτελούν μία απομονωμένη ομάδα ειδών, που έχουν ως χαρακτηριστικό τους τα ωχροκίτρινα άνθη και την παχνώδη, επιφάνεια των ραφών της κάψας (Townsend 1967). Η ομάδα αυτή είναι δύσκολη από ταξινομική άποψη και δεν έχει μελετηθεί μέχρι σήμερα ικανοποιητικά.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Haplophyllum megalanthum σχηματίζει μικρούς, σχετικώς κοντινούς πληθυσμούς στη Δ. Λέσβο. Ο μικρότερος σε μέγεθος βρίσκεται στα όρια του οικισμού Λεύκα, κοντά στην Άγρα. Οι υπόλοιποι εμφανίζονται σε αποστάσεις από 2-5 km BA. της Άγρας, με τον μεγαλύτερο να βρίσκεται κοντά στον χωμάτινο δασικό δρόμο που συνδέει τα χωριά Άγρα και Πτερούντα στη θέση Καρτάλ-Καγιάς (Πέτρα του Αετού). Η θέση αυτή είναι γνωστή και ως Ράχη και σε κάποιους χάρτες αναφέρεται με το όνομα Αετοράχη. Το ακριβές μέγεθος των πληθυσμών δεν έχει υπολογισθεί, αλλά με μία πρώτη εκτίμηση ο συνολικός αριθμός των ατόμων δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κακα-- τηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D, λόγω του μικρού μεγέθους των υποπληθυσμών του, οι οποίοι δε φαίνεται να υπερβαίνουν τα 1.000 άτομα (D1), αλλά και λόγω των λίγων θέσεων και της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής τους (D2). D2 2)).. Ο πληθυσμός, που βρίβρί-- σκεται στα όρια του οικισμού Λεύκα μπορεί να κινδυνεύσει σοβαρά με οποιαδήποτε οικιστική επέκταση. Οι υπόλοιποι πληθυσμοί δε φαίνεται προς το παρόν να αντιμετωπίζουν κάποιον σοβαρό κίνδυνο. Η ευρύτερη περιοχή εμφάνισης του Haplophyllum megalanthum είναι από τις κύριες κτηνοτροφικές και γαλακτοπαραγωγές περιοχές της Λέσβου και η βόσκηση είναι έντονη. Εντούτοις δεν παρατηρήθηκαν βοσκημένα άτομα του είδους, γεγονός που κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην παρουσία αλκαλοειδών ουσιών, οι οποίες φαίνεται ότι δρουν αποτρεπτικά στα βόσκοντα στην περιοχή ζώα. Άλλωστε η παρουσία αλκαλοειδών είναι διαπιστωμένη στα συγγενικά του H. megalanthum είδη, H. myrtifolium και H. vulcanicum (Gözler &amp; al. 1996, Saglam &amp; al. 2001). Άμεσοι κίνδυνοι μείωσης των πληθυσμών αυτών δεν είναι ορατοί, θα μπορούσαν όμως να προκύψουν στο μέλλον κυρίως λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ως δυνητικοί κίνδυνοι για τη μείωση του μεγέθους των υποπληθυσμών, θα μπορούσαν να αναφερθούν η διαπλάτυνση του υπάρχοντος δασικού δρόμου ή η διάνοιξη νέων, η πιθανή εκμετάλλευση (π.χ. εγκατάσταση κεραιών) της γειτονικής κορυφής και οι πυρκαγιές.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το Haplophyllum megalanthum είναι ένα φυτό αρκετά ελκυστικό, ιδιαίτερα κατά την περίοδο ανθοφορίας, για το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει προταθεί και δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας. Για την in situ διατήρηση προτείνεται η λεπτομερής καταγραφή των πληθυσμών, η εκτίμηση του μεγέθους τους και η μετέπειτα παρακολούθησή τους. Επιπρόσθετα προτείνεται η συλλογή σπερμάτων για τη διατήρησή τους σε Τράπεζες Σπερμάτων και την καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους.</p><p>Ιωάννης Μπαζός &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF89FF9298C7367CFA35FB77	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF8AFFAD98DE367EFA3DFBC5.text	9E288790FF8AFFAD98DE367EFA3DFBC5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hedysarum grandiflorum Pall.	<div><p>Hedysarum grandiflorum Pall.</p><p>Leguminosae</p><p>Kινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Hedysarum grandiflorum Pall., Reise Russ. Reich. 2: 743 (1773).</p><p>Tύπος: Δεν αναζητήθηκε. Δείγμα του Ηedysarumedysarum gran-grandiflorum συλλεγμένο από τον P. S. von Pallas στην Ρωσία βρίσκεται κατατεθειμένο στο Bergius Herbarium (SBT) με τα στοιχεία: " Ηedysarumedysarum grandiflorum nova species, SibeSibe-- ria ", χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Δεν είναι γνωστό αν το συγκεκριμένο δείγμα μπορεί να θεωρηθεί ως Τύπος.</p><p>Περιγραφή: Πολυετές,ποώδες είδος δίχως βλαστό, βάση του φυτού με λίγα υπολείμματα παλαιότερων φύλλων και παράφυλλων. Παράφυλλα ενωμένα, φύλλα σχηματίζοντα έναν ή περισσότερους ρόδακες ανά φυτό, σύνθετα, με 2-5 ζεύγη φυλλαρίων, φυλλάρια 8-22 x 6-17 mm,, ωοειωοει-- δή έως επιμήκη-ελλειψοειδή με αραιό αργυρόχρωμο τρίχωμα στην επάνω επιφάνεια και στιλπνό, μεταξώδες, πιεσμένο τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια, σπανιότερα σχεδόν λεία, αποληκτικό φυλλάριο ίσου μεγέθους ή ελαφρώς μεγαλύτερο των πλευρικών. Ταξιανθία σε ποδίσκο 5-20 cm, συνήθως με 10-25 άνθη, περίπου ίση ή μακρύτερη των φύλλων, με πιεσμένο και σχεδόν αφιστάμενο τρίχωμα. Κάλυκας κωδωνοειδής, βραχύτερος της στεφάνης, οδόντες τουλάχιστον τριπλάσιου μήκους του σωλήνα, στενώς τριγωνικοί-γραμμοειδείς, οξύληκτοι. Στεφάνη ωχροκίτρινη έως ρόδινη, πέτασος 18-25 mm,, μακρύτερος της τρότρό-- πιδας, πτέρυγες περίπου ισομήκεις του κάλυκα. Καρπός λομεντοειδής θραυστόκαρπος διαιρούμενος σε 1-3 τμήματα, σχεδόν λείος ή με βραχέα ακανθωτά επάρματα στην επιφάνειά του, με ένα σπέρμα σε κάθε τμήμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Kυρίως από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τον Απρίλιο, σπανιότερα μέχρι τις αρχές του Μαΐου. Τα υπολείμματα της στεφάνης παραμένουν επάνω στο φυτό κατά τη διάρκεια της καρποφορίας.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος έχει ευρεία εξάπλωση στην Ουκρανία, Ρωσία, Καζακστάν, Ρουμανία και Βουλγαρία.Οι πληθυσμοί της Βουλγαρίας έχουν περιγραφεί ως ένα ιδιαίτερο υποείδος ( subsp. bulgaricum) με βάση ορισμένα ποσοτικά χαρακτηριστικά και μικρές διαφορές στο τρίχωμα, δεδομένα που εμφανίζονται αρκετά ποικιλόμορφα όταν εξετασθεί σημαντικός αριθμός δειγμάτων και χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση. Στην Ελλάδα, το Hedysarum grandiflorum είναι γνωστό μόνο από μία θέση, στους πρόποδες των Γερανείων Ορέων, περίπου 8-9 km BΔ. των Αγίων Θεοδώρων. Ανακαλύφθηκε μόλις το 2008 και σχηματίζει έναν μικρό πληθυσμό. Παλαιότερη έρευνα των Γερανείων Ορέων (Κωνσταντινίδης 1997) δεν έδειξε την ύπαρξη του φυτού στην περιοχή, ίσως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης εξάπλωσής του. Ο ελληνικός πληθυσμός του είδους είναι πολύ απομακρυσμένος από τους υπόλοιπους γνωστούς πληθυσμούς, με πλησιέστερο αυτόν της Βουλγαρίας.</p><p>Βιότοπος: Το Hedysarum grandiflorum φύεται σε μικρά διάκενα πυκνής μακίας βλάστησης και αραιού δάσους Pinus halepensis, σε διαβρωμένες ή κομμένες πλαγιές λόφων κοντά σε δρόμο και επίσης στις παρυφές ενός ελαιώνα. Λίγα άτομα βρέθηκαν στα πρανή ή την κοίτη αβαθών ξηρών χειμάρρων που εμφανίζουν νερό μόνο μετά από παρατεταμένες βροχοπτώσεις ή καταιγίδες. Τα συγκεκριμένα άτομα έχουν προφανώς προκύψει της μεταφοράς σπερμάτων από θέσεις μεγαλύτερου υψομέτρου. Το έδαφος της περιοχής είναι μαργαϊκό, λευκωπό και εύθρυπτο, σε ορισμένα σημεία χαλικώδες.</p><p>Όταν το φυτό δεν βρίσκεται σε ανθοφορία τα χαρακτηριστικά του υπενθυμίζουν πολύ τα είδη Astragalus monspessulanus, Α. spruneri και ιδιαίτερα το ενδημικό είδος Εbenus sibthorpii, τα οποία επίσης φύονται στην περιοχή εξάπλωσής του. Τα κυριαρχούντα ξυλώδη είδη στον βιότοπο του H. grandiflorum είναι τα ακόλουθα: Anthyllis hermanniae, Arbutus unedo, Cistus creticus, C. parviflorus, Globularia alypum,, E.. manipuliflora manipuliflora,,, Phillyrea latifolia,, Pis-Pistacia lentiscus, Quercus coccifera, Satureja thymbra, κ.ά. Ο μεγαλύτερος αριθμός φυτών του H. grandiflorum βρέθηκε σε υψόμετρο 460-480 m,, ενώ μεμονωμένα άτομα κατακατα-- γράφηκαν μέχρι τα 350 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τουλάχιστον δύο πληθυσμοί του Hedysarum grandiflorum από την Βουλγαρία έχουν περιγραφεί ως ανεξάρτητο υποείδος, το subsp. bulgaricum KoZuharov, το οποίο διαφέρει στις μικρότερες διαστάσεις των φυλλαρίων καθώς και σε μορφολογικά γνωρίσματα του κάλυκα και του τριχώματος. Ο ελληνικός πληθυσμός παρουσιάζει γνωρίσματα ενδιάμεσα μεταξύ του subsp. bulgaricum και του subsp. grandiflorum. H μελέτη δειγμάδειγμά-- των από το Βοτανικό Μουσείο του Βερολίνου (Β) έδειξε ότι το Η. grandiflorum είναι ένα ποικιλόμορφο είδος και τα ελληνικά φυτά δεν είναι δυνατόν να διακριθούν ως διαφορετικά, στην κατηγορία του είδους ή του υποείδους, παρότι γεωγραφικώς είναι πολύ απομονωμένα.</p><p>Σύμφωνα με τις ταξινομικές αλλαγές που έχουν προταθεί εντός του γένους Hedysarum (Choi &amp; Ohashi 2003), το H. grandiflorum είναι πλέον ο μόνος εκπρόσωπος του γένους στην Ελλάδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Hedysarum grandiflorum σχηματίζει μόνο έναν πληθυσμό στην Ελλάδα, που αριθμεί περίπου 250 ενήλικα φυτά, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται κοντά στις πλευρές δρόμου που συνδέει την κωμόπολη των Αγίων Θεοδώρων με τους πρόποδες των Γερανείων Ορέων. Σχεδόν το σύνολο των ατόμων εντοπίζεται σε δύο μόνο θέσεις που απέχουν μεταξύ τους περίπου 700-1.000 m. Ελάχιστα φυτά βρέθηκαν περίπου 1-2 km νοτιότερα, στις παρυφές ξηρών χειμάρρων. Η συνολισυνολι-- κά γνωστή έκταση που καταλαμβάνει το είδος δεν είναι μεγαλύτερη από 1 km2.</p><p>Η αναζήτηση νέων υποπληθυσμών τον Μάιο του 2008 και τον Απρίλιο του 2009 σε γειτονικές περιοχές δεν ήταν επιτυχής. Το Η. grandiflorum δεν βρίσκεται κοντά σε οικισμούς, όμως υπάρχουν στην περιοχή εξάπλωσής του λίγα κτίσματα (κυρίως αγροικίες) και ένα μοναστήρι, ενώ τμήμα του δάσους έχει καταστραφεί για τη δημιουργία ελαιώνα. Ένας καλλιεργητής του ελαιώνα υπέδειξε ότι παρεμφερή φυτά υπάρχουν σε περιοχή με θάμνους και καλλιέργειες, περίπου 1,5 km ΒΑ. του βιοτόπου του είδους, η οποία επίεπί-- σης χαρακτηρίζεται από μαργαϊκό έδαφος. Η έρευνα της περιοχής που υποδείχθηκε τον Απρίλιο του 2009 οδήγησε στην εύρεση μόνο ατόμων του Ebenus sibthorpii, η παρεμφερής μορφολογία των οποίων μπορεί να έχει λανθασμένα εκληφθεί ως Η. grandiflorum . Εντούτοις, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν περισσότερες θέσεις εξάπλωσης του είδους στις νότιες πλαγιές των Γερανείων Ορέων σε ανοίγματα θαμνώνων με μαργαϊκό έδαφος.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο βιότοπος και ο μικρός πληθυσμός του Hedysarum grandiflorum απειλούνται από ανθρώπινες δραστηριότητες και τυχαία γεγονότα. Μία πιθανή διαπλάτυνση του δασικού δρόμου θα καταστρέψει σχεδόν το 90% του πληθυσμού. Ομοίως, η εντατική καλλιέργεια του ελαιώνα, στα κράσπεδα του οποίου φύονται άτομα του είδους, θα οδηγήσει σε εξαφάνιση περίπου το 50% του πληθυσμού.</p><p>Η επιτόπια έρευνα έδειξε ότι τα φυτά αδυνατούν να αναπτυχθούν σε πυκνοφυείς θαμνώνες ή σε κλειστό δάσος και αποικίζουν μόνο ανοίγματα ή προσωρινά διαταραγμένες περιοχές. Μία πιθανή επέκταση της ξυλώδους βλάστησης (π.χ. εξαιτίας εγκατάλειψης των καλλιεργειών) θα μειώσει δραστικά τις κατάλληλες θέσεις ανάπτυξης του είδους.</p><p>Εντάσσουμε το H. grandiflorum στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ) σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), διότι καταμετρήθηκαν περίπου 250 ενήενή-- λικα άτομα στον μοναδικό ελληνικό πληθυσμό του (κριτήριο D), αλλά επίσης, διότι σχεδόν το σύνολο των ατόμων μπορεί να εξαφανισθεί από μία μόνο καταστροφική ενέργεια: την βελτίωση ή την διαπλάτυνση του οδικού άξονα της περιοχής.</p><p>Μέτρα προστασίας: Προτείνεται η μικρότερη δυνατή παρέμβαση στον βιότοπο του Hedysarum grandiflorum, η αποφυγή καθαρισμού της βλάστησης, ως μέτρο προληπτικό των πυρκαγιών στην περιοχή όπου φύεται το είδος και η περιοδική καταγραφή των ατόμων του πληθυσμού, ιδιαίτερα την περίοδο που τα φυτά είναι σε ανθοφορία. Περισσότεροι υποπληθυσμοί θα πρέπει να αναζητηθούν σε κατάλληλους βιοτόπους των Γερανείων Ορέων. Η πύκνωση της ξυλώδους βλάστησης μπορεί να μειώσει τις κατάλληλες θέσεις για την ανάπτυξη του είδους και θα πρέπει, τουλάχιστον τοπικά, να αποφευχθεί. Δεν παρατηρήθηκε βόσκηση του H. grandiflorum από οικόσιτα ζώα.</p><p>Στον ιδιοκτήτη του ελαιώνα της περιοχής υποδείχθηκε η σημασία και η σπουδαιότητα των ατόμων του H.. gran- grandiflorum και ο ενθουσιασμός του ερμηνεύθηκε ως ένδειξη της επιθυμίας του για προστασία του είδους.</p><p>Το Η. grandiflorum έχει μεγάλα άνθη σε πυκνές ταξιανθίες και είναι ένα ελκυστικό φυτό σε ανθοφορία. Προτείνεται η καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους ως μέτρο ex situ προστασίας, ενώ τα σπέρματά του συνιστάται να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF8AFFAD98DE367EFA3DFBC5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFB7FFA898C7367CFA36FC6A.text	9E288790FFB7FFA898C7367CFA36FC6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Helichrysum doerfleri Rech. f.	<div><p>Helichrysum doerfleri Rech. f.</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Helichrysum doerfleri Rech. f. in Magyar Bot. Lapok 33: 15 (1934), ως " Dörfleri ".</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ) ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Λασιθίου]] "Gip-Gipfel des Aphendi Kavusi", 2 Aug. 1904, Dörfler Iter Creti-Creticum no. 1056 (Ολότυπος: W).</p><p>Περιγραφή: Νανώδης ημίθαμνος που δημιουργεί πυκνούς τάπητες ή προσκεφαλόμορφους σχηματισμούς από πυκνούς βλαστούς και ρόδακες φύλλων. Aνθικά στελέχη ύψους έως 8 cm, με φύλλα φέροντα πιεσμένο, λευκωπό εριώδες-πιληματώδες τρίχωμα και (1-)2-4 κεφάλια. Φύλλα ρόδακα γραμμοειδή-σπατουλοειδή, 0,5-1,5 cm x 2-3 mm, με πιεσμένο λευκωπό εριώδες-πιληματώδες τρίχωμα ώστε να εμφανίζονται λευκoπράσινα, με βάση βαθμιαία στενότερη, ακέραια κράσπεδα και αμβλεία κορυφή. Φύλλα βλαστού πολυάριθμα, τα χαμηλότερα στενώς αντιλογχοειδή-σπατουλοειδή, 2-3 cm x 2-4 mm,, με οξύληκτη κοκο-- ρυφή, τα ανώτερα στενώς γραμμοειδή, πλάτους περίπου 1 mm. Κεφάλια πεπλατυσμένως σφαιρικά, περίπου 1 x 1,5 cm. Βράκτια περιβλήματος πολυάριθμα, επικαλυπτόμενα, σε 4 ή 5 σειρές, στιλπνά υπόλευκα, πλάτους περίπου 1,5 mm, μεμβρανώδη, τα εξωτερικά ωοειδή, τα εσωτερικά λογχοειδή, με ακανόνιστα πριονωτή ή σχισμένη κορυφή. Ανθίδια κίτρινα, νηματοειδή-σωληνοειδή, μήκους περίπου 5 mm,, λοβοί στεφάνης περίπου 5 mm,, με οξύληκτη κοκο-- ρυφή. Αχαίνια καστανά, περίπου 1 mm, με μικρά λευκωπά στίγματα, τρίχες πάππου λευκές, περίπου 6 mm,, όχι πτεπτε-- ρωτές με πολύ μικρές προεκβολές.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 28 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος έως Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Α. Κρήτης, γνωστό μόνο από το όρος Αφέντης Καβούσι και το όρος Κλήρος στα ΒΑ. της νήσου.</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικό βραχώδες έδαφος με φρύγανα και ανοικτές περιοχές χωρίς πυκνή βλάστηση. Συχνά αναπτύσσεται σε σχισμές και κοιλότητες βράχων ή κάτω από ακανθώδεις, νανώδεις θάμνους (όπου προστατεύεται από τα ζώα που βόσκουν), σε υψόμετρο 800-1.400 m. Μεταξύ των συνοδών ειδών μπορούν να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: Daphne sericea, Rhamnus lycioides subsp. oleoides και Thymbra capitata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Helichrysum doerfleri ανήκει στο H. sect. Virginea (DC.) DC.).) Fiori,, του οποίου τα υπόλοιπα ελελ-- ληνικά μέλη είναι τα H. amorginum Boiss. &amp; Orph. από τις Κυκλάδες, το H. sibthorpii Rouy ( H. virgineum (Sm.) Griseb., non DC.) από το όρος Άθως, και το H. taenari Rothm. από τη χερσόνησο της Μάνης και το ακρωτήριο Μαλέα στην Πελοπόννησο. Μεταξύ αυτών, το H. sibthorpii είναι το κοντινότερο μορφολογικά και πιθανώς το περισσότερο συγγενές ταξινομικά στο H. doerfleri .</p><p>Υβρίδια του Helichrysum doerfleri με το H.. congloba- conglobatum (Viv.) Steud. ( H. barrelieri (Ten.) Greuter, H. stoechas subsp. barrelieri (Ten.) Nyman) έχουν αναφερθεί στο όρος Αφέντης Καβούσι από τους Jahn &amp; Schönfelder (1995). Ο συγγραφέας έχει δει μία ψηφιακή φωτογραφία του δείγματος που συλλέχθηκε από τον Jahn (Jahn, προσωπ. επικοινωνία), και μπορεί να βεβαιώσει ότι το υβρίδιο είναι πράγματι ενδιάμεσο μεταξύ των δύο γονέων, όπως θα αναμενόταν.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο τέσσερις υποπληθυσμοί του είδους είναι γνωστοί: τρεις στο όρος Αφέντης Καβούσι και ένας στο όρος Κλήρος (Σκλήρος ή Μπέμπονας) στα βορειοανατολικά. Ο αριθμός των ωρίμων ατόμων στους δύο δυτικότερους υποπληθυσμούς του όρους Αφέντης Καβούσι είναι μεταξύ λίγων εκατοντάδων και λίγων χιλιάδων, με βάση τις παρατηρήσεις των Δ. Φοίτου, Γ. Καμάρη και του συγγραφέα τον Μάιο του 2008. Εξαιτίας της βόσκησης και της καταστροφής του βιοτόπου, λόγω της κατασκευής δρόμου, προβλέπεται ότι μελλοντικά θα υπάρχει συνεχής μείωση του αριθμού των ωρίμων ατόμων. Η συνολική γνωστή έκταση που καταλαμβάνει το είδος είναι περίπου 4 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Στο όρος Αφέντης Καβούσι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, κατασκευάσθηκε δρόμος που οδηγεί στην κορυφή, ο οποίος διέρχεται βόρεια αυτής και πολύ κοντά σε οροπέδιο που βρίσκεται στα 1.300-1.350 m,, όπου αναανα-- πτύσσεται το Helichrysum doerfleri . Μία μεγάλη ορθογώνια περιοχή διαστάσεων 50 x 40 m στο οροπέδιο, προς την πλευρά του δρόμου, ισοπεδώθηκε με αποτέλεσμα να καταστραφεί σημαντικό τμήμα του βιoτόπου του Helichrysum . Επιπλέον, εξαιτίας του δρόμου αναμένεται να επισκέπτεται το όρος μεγαλύτερος αριθμός επισκεπτών, και ενδέχεται επίσης να αποτελέσει κίνητρο ώστε οι βοσκοί να προβούν σε αύξηση των κοπαδιών τους στην περιοχή. Τα φυτά στο όρος βόσκονται ήδη από αιγοπρόβατα, ώστε η ανεμπόδιστη ανάπτυξη, η άνθηση και η παραγωγή αχαινίων να είναι δυνατή μόνο σε αυτά που βρίσκουν καταφύγιο σε σχισμές ή κοιλότητες βράχων και ακανθώδεις νανώδεις θάμνους. Η μεταφορά επιπρόσθετου αριθμού ζώων στο όρος θα αποτελούσε σημαντική απειλή για την επιβίωση του H. doerfleri . Επίσης, η αύξηση του αριθμού των επισκεπτών θα επέφερε αυξημένο κίνδυνο για υπερσυλλογή των φυτών από βοτανικούς και κηποτέχνες. Σύμφωνα με τα κριτήρια B1ab(iii)+2ab(iii), C2a(i) (IUCN 2001) προτείνεται η ένταξη του είδους στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN).</p><p>Μέτρα προστασίας: Mέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας του είδους. Η νομική προστασία του όρους Αφέντης Καβούσι θα βοηθούσε στη διατήρηση του πληθυσμού του Helichrysum doerfleri . Κάθε περαιτέρω κατασκευή, επέκταση ή διαπλάτυνση δρόμων, καθώς και η ισοπέδωση του χώρου, πρέπει να απαγορευθούν. Για την εξακρίβωση του μεγέθους των υποπληθυσμών θα πρέπει να διεξαχθεί εξονυχιστική έρευνα στα όρη Αφέντης Καβούσι και Κλήρος. Επίσης, θα πρέπει να διερευνηθεί αν υπάρχουν επιπλέον υποπληθυσμοί στο όρος Ορνό, στα βορειοανατολικά του όρους Κλήρος.</p><p>Τμήμα τουλάχιστον ενός από τους υποπληθυσμούς πρέπει να περιφραχθεί για τον αποκλεισμό των ζώων που βόσκουν στην περιοχή και η αναγέννηση της βλάστησης πρέπει να παρακολουθηθεί για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή που βρίσκεται εκτός της περίφραξης ως μέτρο ελέγχου. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο περαιτέρω περίφραξης, με την κατάλληλη αποζημίωση στους παραδοσιακούς χρήστες, τους τοπικούς κτηνοτρόφους και τους χωρικούς.</p><p>Το είδος καλλιεργείται εύκολα σε Βοτανικούς Κήπους, όπου θα πρέπει να διατηρηθούν εκτός τόπου υποπληθυσμοί, με σκοπό την προστασία τους.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFB7FFA898C7367CFA36FC6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFB0FFAA98DE367CFA36FE8F.text	9E288790FFB0FFAA98DE367CFA36FE8F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Helichrysum heldreichii Boiss.	<div><p>Helichrysum heldreichii Boiss.</p><p>Compositae</p><p>Helichrysum heldreichii Boiss., Fl. Orient. 3: 229 (1875).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in rupibus faucis Hagia Rumeli Cretae", Jul. 1846, Heldreich s.n. (Oλότυπος: G-BOIS. Iσότυπος: BM).</p><p>Περιγραφή: Νανώδης θάμνος, με οσμή ελαφρώς της Trigonella foenum-graecum, πυκνώς καλυπτόμενος σε όλα του τα μέρη (εκτός του κεφαλίου) με λευκωπό, αραχνοειδές-εριώδες τρίχωμα. Βλαστοί ανερχόμενοι, ύψους έως 40 cm, εύκαμπτοι, όχι πολύ ξυλώδεις, καταλήγοντες κατακείμενοι. Φύλλα κατ' εναλλαγή, απλά, γραμμοειδή, 2-7,5 x 0,1-0,3 cm, περιθώριο ακέραιο, με στρεφόμενα άκρα. Ταξιανθία σύνθετη, σχηματίζουσα έναν σύνθετο ακραίο κόρυμβο διαμέτρου 3-8 cm, κατανεύουσα μέχρι την ωρίμανση και αποτελούμενη από πολλά μικρά κεφάλια. Κεφάλια ωοειδή πριν την ωρίμανση, αργότερα κωδωνοειδή, διαμέτρου 3-5 mm, το καθένα περικλειόμενο από χαλαρώς λεπιοειδή φυλλάρια, με υφή χαρτιού. Φυλλάρια φωτεινού ανοικτού κίτρινου χρώματος, στενώς ωοειδή έως στενώς λογχοειδή, τα εσωτερικά μακρύτερα, με βάση εριώδη. Ανθίδια πορτοκαλόχροα έως κίτρινα, σωληνοειδή, υπερβαίνοντα ελαφρώς τα φυλλάρια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 28 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος έως Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Επαρχίας Σφακίων στην ΝΔ. Κρήτη, γνωστό μόνον από δύο φαράγγια στο νότιο τμήμα των Λευκών Ορέων.</p><p>Βιότοπος: Ένα υποχρεωτικό χασμόφυτο των ασβεστολιθικών βράχων και των φαραγγιών, που απαντά σε υψόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 500 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Κρίνεται απαραίτητη περαιτέρω έρευνα, με την χρησιμοποίηση μοριακών τεχνικών, προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι ταξινομικές σχέσεις του Helichrysum heldreichii .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνον δύο υποπληθυσμοί είναι γνωστοί: ένας στο φαράγγι της Σαμαριάς και ο άλλος στο φαράγγι της Αράδενας, 8,5 km ανατολικά. Ο αριθμός των ωρίμων ατόμων στο φαράγγι της Σαμαριάς είναι, πιθανώς, τουλάχιστον λίγες εκατοντάδες, αν και ο ιδιαίτερα δυσπρόσιτος και δυσθεώρητος βιότοπος του είδους πιθανό να φιλοξενεί ακόμη περισσότερα άτομα. Η κατάσταση του πληθυσμού στο φαράγγι της Αράδενας είναι πιθανώς παρόμοια, αν και ο κατάλληλος βραχώδης βιότοπος σε αυτή την περιοχή είναι περισσότερο περιορισμένος. Η περιοχή εξάπλωσης του είδους είναι περίπου 50 km2 και η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί του περίπου 8 km2. Δεν έχει παρατηρηθεί, αλλά και ούτε φαίνεται πιθανή συνεχής μείωση ή δραστικές μεταβολές στον αριθμό των ωρίμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Τα άτομα του Helichrysum heldreichii προστατεύονται αποτελεσματικά από την βόσκηση και τις ανθρώπινες επιδράσεις, λόγω της χασμοφυτικής βιολογίας τους και της εμφάνισής τους σε βαθειά, στενά φαράγγια. Σε μερικές θέσεις η βλάστηση των βράχων είναι αρκετά πυκνή ώστε να κινδυνεύει από μία πιθανή πυρκαγιά, η οποία αποτελεί έναν δυνητικό κίνδυνο για το είδος. Η πολύ περιορισμένη εξάπλωση θέτει το είδος σε κίνδυνο να μειωθεί ο πληθυσμός του εξαιτίας της υπερβολικής συλλογής του από βοτανικούς και καλλιεργητές, ιδιαίτερα διότι οι υποπληθυσμοί απαντούν σε μία περιοχή της Κρήτης, την οποία επισκέπτεται μεγάλος αριθμός τουριστών. Με βάση αυτούς τους κινδύνους και την διάρθρωση των υποπληθυσμών, προτείνεται η κατηγορία Σχεδόν Απειλούμενο (NT) για το είδος, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Ένας υποπληθυσμός του Helichrysum heldreichii βρίσκεται εντός του Εθνικού Πάρκου του Φαραγγιού της Σαμαριάς, όπου η συλλογή φυτών είναι ελεγχόμενη. Τα γειτονικά φαράγγια, όπως της Αγίας Ειρήνης, της Τρυπητής, του Κλάδου, του Ελιγιά, του Ίλλιγγα και του Σφακιανού, θα πρέπει να ερευνηθούν προκειμένου να εντοπισθούν πιθανοί νέοι υποπληθυσμοί του. Τα φαράγγια αυτά δεν είναι πολύ γνωστά στους βοτανικούς και στην χλωρίδα τους πιθανώς να περιλαμβάνεται και το H. heldreichii, ενώ τα φαράγγια που είναι ακόμη ανατολικότερα (Ίμπρος, Καπνής, Άσφενδος, Καλλικρατιανό κ.λπ.) είναι καλύτερα μελετημένα και το H. heldreichii φαίνεται να απουσιάζει.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFB0FFAA98DE367CFA36FE8F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFB2FFA498DE367CFA36FD60.text	9E288790FFB2FFA498DE367CFA36FD60.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Helichrysum sibthorpii Rouy	<div><p>Helichrysum sibthorpii Rouy</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύoν (EN)</p><p>Helichrysum sibthorpii Rouy, Illustr. Pl. Eur. Rar. 13:103, tab. 313 (1900).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρους] "in monte Atho", Sibthorp (OXF, Εικ. στην Flora Graeca, Sibthorp &amp; Smith, 9: tab. 860 (1839).</p><p>Συνώνυμα: Gnaphalium virgineum Sm., Fl. Graec. Prodr. 2: 170 (1813).</p><p>Helichrysum virgineum (Sm.) Griseb., Spic. Fl. Rumel. 2: 197 (1846) [non DC. 1838].</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, προσκεφαλόμορφο, ύψους 5-17 cm, με σκουρόχρωμα περιβλήματα χάρτινης υφής στην βάση του. Φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακες, ακέραια, 15-70 x 7-22 mm, επιμήκως ελλειψοειδή έως λογχοειδή. Ανθοφόρα στελέχη μήκους 5-17 cm. Άνθη σε (1-)2-3(-4) κεφάλια στην άκρη των βλαστών, διαστάσεων 8-12,5 x 11-20 mm,, σχεδόν σφαιρικά στους ανθιανθι-- κούς οφθαλμούς, ημισφαιρικά κατά την άνθηση, βράκτια περιβλήματος λευκωπά-ημιδιαφανή. Άνθη ερμαφρόδιτα. Αχαίνια περίπου 1-1,4 x 0,4 mm,, κυλινδρικά με αποαπο-- στρογγυλωμένα άκρα, και με διάσπαρτους αδένες. Πάππος αχαινίου με τραχιές τρίχες, ίσου μήκους με τα ανθίδια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 28 ± 1Β (Constantini-Constantinidis &amp; Kamari 1995).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Helichrysum sibthorpii είναι ενδημικό είδος, χασμόφυτο, της βραχώδους κορυφής του όρους Άθωνα, στη Χερσόνησο του Αγίου Όρους (Strid &amp; Papanicolaou 1985).</p><p>Βιότοπος: Το Helichrysum sibthorpii αναπτύσσεται σε υψόμετρο από τα 1.840 μέχρι τα 2.023 m, στα ανώτερα τμήματα και την βραχώδη κορυφή του όρους Άθωνα. Τα φυτά φύονται αποκλειστικώς σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, συνήθως ανεξάρτητα ή σε μικρές ομάδες των 2 με 4 ατόμων,με μέγιστο αριθμό τα 12 άτομα. Προτιμά τις νότιες, νοτιοδυτικές και δυτικές εκθέσεις, αλλά καταγράφονται άτομα και σε άλλες εκθέσεις. Ειδικά, στις νοτιοδυτικές και δυτικές εκθέσεις συνοδεύεται από άλλα χασμόφυτα και συγκεκριμένα από τα: Aethionema orbiculatum,, ArabisArabis bryoi-bryoides, Asperula suberosa, Draba lasiocarpa subsp. lasiocarpa, Silene orphanidis . Στις ανατολικές εκθέσεις αναπτύσσεται με τα: Draba lasiocarpa subsp. lasiocarpa και Potentilla speciosa subsp. speciosa . Το είδος πιθανώς να φύεται, επίσης, στις απρόσιτες βόρειες πλαγιές του Άθωνα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Helichrysum sibthorpii ανήκει στη H. sect. Virginea, που περιλαμβάνει τουλάχιστον πέντε είδη της Κ. και Α. Μεσογείου. Στην ομάδα αυτή ανήκουν, επίσης, τα ελληνικά ενδημικά H. amorginum Boiss. &amp; Orph .. της Αμοργού και λίγων ακόμη νησίδων των ΚυΚυ-- κλάδων, H. taenari Rothm. της Πελοποννήσου και το H. doerfleri Rech. f. της Κρήτης.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Helichrysum sibthorpii σχηματίζει ενιαίο πληθυσμό, στον οποίο μετρήθηκαν, συνολικά, 102 άτομα διάσπαρτα σε 32 σημεία. Περισσότερα φυτά ενδέχεται να υπάρχουν στους απόκρημνους και απρόσιτους κρημνούς των ανωτέρων τμημάτων του Άθωνα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Ο μοναδικός πληθυσμός του Helichrysum sibthorpii βρίσκεται στην υπαλπική ζώνη του όρους Άθωνα, μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητες. Κοπάδια αιγοπροβάτων ή βοοειδών δεν υπάρχουν στην Χερσόνησο του Αγίου Όρους, οπότε το είδος δεν απειλείται από τη βόσκηση. Ωστόσο, το πολύ μικρό μέγεθος του πληθυσμού του ενδέχεται να δημιουργεί προβλήματα στην απρόσκοπτη επιβίωσης του είδους στο μέλλον, ιδιαίτερα αν έστω και λίγα άτομα αφαιρούνται κάθε έτος από τον βιότοπό του, από βοτανικούς ή καλλιεργητές. Το είδος αυτό περιλαμβάνεται στους Καταλόγους της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλουμένων Ζώων και Φυτών, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπης, στον κατάλογο απειλουμένων φυτών του εγχειριδίου CORINE, προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης, από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 και τέλος συμπεριλαμβάνεται στο παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.</p><p>Εξαιτίας της, συνολικώς, πολύ μικρής έκτασης, στην οποία φύεται το Helichrysum sibthorpii, καθώς και του υπολογιζόμενου συνολικού αριθμού των ενήλικων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 250, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕN), N)), σύμσύμ-- φωνα με την κατάταξη της ΙUCNUCN (2001), αφού εκπληρώεκπληρώ-- νει το κριτήριο D.</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την ουσιαστική προστασία του Helichrysum sibthorpii . Μία πρόταση για τη διατήρηση του πληθυσμού του είδους αυτού, αποτελεί η ενημέρωση όλων των επισκεπτών του όρους για την σπανιότητά του και η αυστηρή απαγόρευση της συλλογής του. Μία τέτοια οδηγία θα πρέπει, με την φροντίδα των μοναχών, να περιληφθεί στις συστάσεις ή τους κανόνες που διέπουν τις υποχρεώσεις των επισκεπτών στο Άγιον Όρος. Ακόμη, θα πρέπει να αποφευχθεί οποιαδήποτε καταστροφική ενέργεια στον βιότοπό του.</p><p>Η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός του είδους σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπους θεωρείται απαραίτητη, ώστε να επιτευχθεί η ex situ προστασία του. Τέλος, η καταγραφή και παρακολούθηση του είδους αυτού μακροπρόθεσμα θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του, ενώ επίσης θα εντοπίσει εγκαίρως οποιαδήποτε αλλαγή στην κατηγορία απειλής του.</p><p>Αντώνιος Καρύδας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFB2FFA498DE367CFA36FD60	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFBCFFA798DE367CFA3EFA5C.text	9E288790FFBCFFA798DE367CFA3EFA5C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Helichrysum taenari Rothm.	<div><p>Helichrysum taenari Rothm.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Helichrysum taenari Rothm. in Bot. Jahrb. Syst. 73: 443 (1944).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "in fissuris rupium calc. umbros. supra Portokallion in ascensu versus Lajia peninsulae Mani (resp. Taenaron), ad 300 m alt., raro", Maj. 1942, Rothmaler (Oλότυπος: B†). To δείγμα του Rothmaler που κατατέθηκε στο Βοτανικό Μουσείο του Βερολίνου καταστράφηκε κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Strid (1986) υπέδειξε τον ακόλουθο Νεότυπο: [Greece, Peloponnisos, Nomos Lakonias, Eparchia Epidavrou Limiras] "ravine 1 km SSE of village Korogonia Nika (sic), c. 6 km N of Cape Tenaron, c. 240 m", 16 May 1984, Strid 23050 (B, B,, ΙσονεΙσονε-- ότυποι ATH, C, G, K, LD, M, UPA, WU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με αποξυλωμένο, διακλαδισμένο στέλεχος βάσης (μήκους 20 cm ή περισσότερο σε φυτά μεγάλης ηλικίας) φέρον υπολείμματα βλαστών και φύλλων και 3-25 ή περισσότερους ρόδακες φύλλων. Φύλλα βάσης ελλειπτικά έως αντιλογχοειδή, 10-50 x 4-10 mm, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, φαιοπράσινα, αραχνοειδή-τριχωτά και στις δύο επιφάνειες. Φύλλα βλαστού βαθμιαίως μικρότερα και στενότερα, λογχοειδή έως επιμήκη, μήκους 4-18 mm.. Βλαστοί εύθραυστοι, ανορθωανορθω-- μένοι ή σε πλάγια διάταξη, μήκους 4-30 cm, εκφυόμενοι ένας από κάθε ρόδακα φύλλων, εριώδεις ιδιαίτερα κάτω από την ταξιανθία. Ταξιανθία συνήθως από 5-25 κεφάλια, συγκεντρωμένη σε επάκρια ομάδα. Κεφάλια κωδωνοειδή, διαμέτρου 3-6 mm, βράκτια περιβλήματος λευκά με πρασινωπή βάση που φέρει αδένες, στιλπνά, μεμβρανώδη, επικαλυπτόμενα, τα κατώτερα πρασινωπά, μεσαία βράκτια 3,5-4,5 x 2-2,5 mm,, αντωοειδή, απόληξη ακέραια ή με λίλί-- γες σχισμές, ανώτερα βράκτια μακρύτερα, με μεσαία οξύληκτη προεκβολή. Ανθίδια κίτρινα, 2,5-3,2 mm,, αδενώαδενώ-- δη, λοβοί τριγωνικοί. Πάππος λευκός, με τραχείες τρίχες ίσες ή λίγο μακρύτερες των ανθιδίων. Aχαίνια κυλινδρικά, καστανά, μήκους 1,5-2 mm, φέρουν αραιούς διαφανείς αδένες.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος μέχρι τις αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ν. Πελοποννήσου, γνωστό μόνο από δύο ανεξάρτητους πληθυσμούς κοντά στις απολήξεις των ακρωτηρίων Ταίναρο και Μαλέα. Ο πληθυσμός του ακρωτηρίου Ταίναρου βρίσκεται νότια του χωριού Λάγια και ήταν γνωστός ήδη από την δεκαετία του 1940 (Rothmaler 1944), η επανεύρεσή του όμως δημοσιεύθηκε το 1986. Ο πληθυσμός του ακρωτηρίου Μαλέα ανακαλύφθηκε πολύ πρόσφατα από τον Ε. Κοκμοτό και επιβεβαιώθηκε από τους Ε. Καλπουτζάκη και Θ. Κωνσταντινίδη το 2008. Εμφανίζεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τον πληθυσμό του Ταινάρου.</p><p>Βιότοπος: Το Helichrysum taenari αποικίζει όψεις ασβεστολιθικών βράχων και κρημνούς που είτε αντικρίζουν τη θάλασσα είτε δέχονται την υγρασία από θαλασσινούς ανέμους. Στο ακρωτήριο Ταίναρο εμφανίζεται σε βράχους ή στα τοιχώματα της χαράδρας που συνδέει τα χωριά Κορογονιάνικα και Αχίλλειο, με τα φυτά να προτιμούν τη βόρεια έκθεση. Αν και παλαιότερα η χαράδρα εξυπηρετούσε την επικοινωνία των δύο χωριών σήμερα η διέλευση μέσα από αυτή είναι πολύ δύσκολη εξαιτίας της πυκνής βλάστησης. Τα φυτά εδώ εμφανίζονται σε μικρές ομάδες, σε σχετικά σκιερές ρωγμές, σχισμές ή μικρές προεξοχές βράχων καθώς και σε λιθόχτιστούς τοίχους, σε υψόμετρο 200-280 m, μαζί με Calycotome villosa, Centaurea raphanina subsp. mixta,, Ηellenocarumellenocarumarum multiflorum, Eu-Euphorbia acanthothamnos,, E.. dendroides,, LamyropsisLamyropsis cyna-cynaroides, Micromeria juliana, Onosma frutescens, Parietaria cretica, Phlomis fruticosa, Ptilostemon chamaepeuce, Stachys canescens . Ορισμένοι βράχοι εμφανίζονται εντός εγκαταλειμμένου ελαιώνα.</p><p>Στην περιοχή του ακρωτηρίου Μαλέα το είδος εμφανίζεται σε ασβεστολιθικούς βράχους και κρημνούς ύψους 1-25 m. Αποικίζει σχεδόν όλα τα σημεία, από τις βάσεις ως τα υψηλότερα τμήματα των βραχωδών συστημάτων και μπορεί επίσης να επικρέμεται από λείες επιφάνειες ή επάρματα με ελάχιστη βλάστηση. Καταγράφηκε σε υψόμετρo 300-400 m. Φύεται μαζί με Asperula taygetea, Coridothymus capitatus, Erica manipuliflora, Inula rotundifolia, Pistacia lentiscus, Ptilostemon chamaepeuce, Quercus coccifera, Sesleria sp., Stachys chrysantha και τοπικά μπορεί να είναι το επικρατούν είδος.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Helichrysum taenari ανήκει στη H. sect. Virginea που περιλαμβάνει κυρίως τοπικά ενδημικά είδη της μεσογειακής περιοχής με λευκά ή λευκωπά βράκτια στο περίβλημα του κεφαλίου. Συγγενεύει με το Η. amorginum Boiss., ένα σπάνιο είδος λίγων νήσων των Κυκλάδων (Αμοργός, Κέρος, Άνυδρος ή Αμοργοπούλα), από το οποίο διαφέρει μεταξύ άλλων στα μικρότερων διαστάσεων φύλλα που φέρουν διαφορετικού τύπου τρίχωμα, στο συνήθως μεγαλύτερο αριθμό κεφαλίων ανά ταξιανθία, τα οποία όμως έχουν μικρότερο μέγεθος και στις διαφορετικές διαστάσεις των βρακτίων. Με τα άλλα μέλη της sect. Virginea οι μορφολογικές διαφορές είναι μεγαλύτερες και η συγγένεια πιθανότατα μικρότερη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η περιοχή του Ταινάρου φιλοξενεί τουλάχιστον 500 ενήλικα άτομα του είδους. Ο ακριβής αριθμός δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί επειδή ορισμένα σημεία της περιοχής εξάπλωσης είναι απρόσιτα. Ο πληθυσμός επικεντρώνεται εντούτοις σε πολύ μικρή έκταση βράχων και πιθανότατα καταλαμβάνει λιγότερο των 2.000 m2. Ο πληθυσμός εμφανίζεται υγιής, με ικανοποιητική αναγέννηση.</p><p>Στην περιοχή του Μαλέα καταμετρήθηκαν περισσότερα από 1.000 άτομα σε τουλάχιστον τρία βραχώδη συστήματα. Ο αριθμός εδώ αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερος, αφού η περιοχή δεν έχει ακόμη ικανοποιητικά ερευνηθεί. Η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος στον Μαλέα είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτή του Ταινάρου. Παρατηρήθηκαν επίσης φυτά σε όλα τα στάδια ανάπτυξης, από νεαρούς ρόδακες, ενός ή δύο ετών, που εγκαθίστανται σε βραχώδεις θέσεις μέχρι άτομα μεγάλης ηλικίας, με πολυάριθμους ρόδακες φύλλων και μακρύ, ξυλώδες στέλεχος.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι βιότοποι του Helichrysum taenari δεν υπόκεινται άμεσα σε ανθρώπινες δραστηριότητες. Ιδιαίτερα ο πληθυσμός του ακρωτηρίου Μαλέα βρίσκεται μακριά από οποιοδήποτε οδικό δίκτυο και προστατεύεται ικανοποιητικά από το έντονο τοπογραφικό ανάγλυφο της περιοχής. Προς το παρόν το είδος δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα από κινδύνους. Εντούτοις, εντάσσουμε το είδος στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001), επειδή η περιοχή που καταλαμβάνουν οι δύο γνωστοί πληθυσμοί του είναι πολύ μικρή και μπορεί να επηρεαστεί άμεσα από τυχαία γεγονότα ή ακατάλληλες ανθρώπινες δραστηριότητες (πυρκαγιές, εγκατάσταση αιολικών πάρκων, διάνοιξη δρόμων και ανατίναξη βράχων). Συνίσταται περιοδική επιτήρηση των γνωστών βιοτόπων για πιθανή αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η επίδραση που μπορεί να έχει μία πυρκαγιά στους πληθυσμούς του είδους δεν είναι γνωστή, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι οι πληθυσμοί του Ταινάρου επιβίωσαν ανάλογων καταστροφών στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, ενδέχεται η φωτιά να επιφέρει μείωση των ατόμων του πληθυσμού, ο οποίος έτσι υπόκειται σε καταπόνηση. Συνιστάται η ικανοποιητική πυροπροστασία της χαράδρας του Ταινάρου, που φιλοξενεί το είδος και βρίσκεται πολύ κοντά στο οδικό δίκτυο.</p><p>Υπάρχουν σχέδια για την λειτουργία αιολικού πάρκου στον βιότοπο του είδους στην περιοχή του ακρωτηρίου Μαλέα. Οποιαδήποτε επέμβαση τέτοιου είδους θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με πολύ προσοχή, στοχεύοντας κατά προτίμηση σε περιοχές όπου το είδος απουσιάζει. Επιπλέον, η διάνοιξη οποιουδήποτε οδικού δικτύου στην περιοχή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέπει ή να ελαχιστοποιεί τις επιβλαβείς επιδράσεις στον υπάρχοντα πληθυσμό του είδους.</p><p>Το Helichrysum taenari είναι ένα ελκυστικό φυτό, προσαρμοσμένο στο μεσογειακό περιβάλλον και κατάλληλο για βραχόκηπους. Αν και καλλιεργείται για σειρά ετών σε Βοτανικούς Κήπους του εξωτερικού, δεν φαίνεται να έχει συστηματικά καλλιεργηθεί στον ελλαδικό χώρο. Η προσπάθεια καλλιέργειας και ex situ διατήρησης του είδους στην Ελλάδα θα πρέπει να ενισχυθεί, κατά προτίμηση σε περισσότερα του ενός Ινστιτούτα ή Βοτανικούς Κήπους.</p><p>Eυθύμιος Κοκμοτός, Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFBCFFA798DE367CFA3EFA5C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFB9FFA298C7367CFA35F810.text	9E288790FFB9FFA298C7367CFA35F810.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hippuris vulgaris L.	<div><p>Hippuris vulgaris L. Τρωτό (VU)</p><p>Hippuridaceae</p><p>Hippuris vulgaris L., Sp. Pl. 1: 4 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Ö. Nilsson in Jonsell &amp; Jarvis 2002, Nordic J. Bot. 22(1): 83): [Ευρώπη] "Habitat in Europae fontibus", Herb. Clifford: 3, Hippuris 1 (BM-000557511).</p><p>Συνώνυμα: Hippuris tetraphylla L. f., Suppl. 81 (1781).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, υδρόβιο, εύρωστο, ποώδες είδος. Βλαστοί μη διακλαδιζόμενοι, με φύλλα πολλά, σε σπονδύλους. Φύλλα και βλαστοί ποικιλόμορφοι, ανάλογα με το αν αναπτύσσονται κάτω ή επάνω από την επιφάνεια του νερού. Βυθισμένα τμήματα του φυτού μαλακά, εύκαμπτα, με πολύ μακριά φύλλα. Αναδυόμενα τμήματα άκαμπτα και ευθυτενή, με βραχέα, στενά φύλλα. Βλαστοί φυλλώδεις, (4-)30-60(-150) cm, εκφυόμενοι από παχέα, έρποντα ριζώματα, σε στάσιμα νερά όρθιοι (μερικές φορές κάμπτονται προς τα μέσα), σε ρέοντα νερά λυγίζουν προς τη φορά του ρεύματος, ξαπλωμένοι στην επιφάνεια. Σε αβαθή νερά, ακραία τμήματα των βλαστών σκληρά (άκαμπτα), συνήθως αναδυόμενα στην επιφάνεια του νερού. Φύλλα ακέραια, αντωοειδή έως γραμμοειδώς λογχοειδή (0,5-)5-8(-10) cm, αναπτυσσόμενα σε σπονδύλους ανά (2-)6-12(-18). Τα ευρισκόμενα εκτός ύδατος (αναδυόμενα) αντωοειδή έως γραμμοειδή, με αμβλείες, σκληρές ακμές, κατευθύνονται προ τα πάνω, με σκούρο πράσινο χρώμα, μήκους 0,5-2,5 cm και πλάτους έως 3 mm.. ΥποΥπο-- βρύχια φύλλα κατευθυνόμενα προς το βυθό, λεπτότερα, εύκαμπτα και μακρύτερα από τα αναδυόμενα. Άνθη, μικροσκοπικά, αφανή, τα ανώτερα επιφυή, τα κατώτερα συνήθως με βραχύ ποδίσκο, μονήρη, εκφυόμενα στις μασχάλες των μέσων και ανώτερων φύλλων. Στο ίδιο άτομο ενίοτε ποικίλουν και μπορεί να είναι διγενή, μονογενή άρρενα ή θήλεα ή και άγονα. Σέπαλα και πέταλα ανύπαρκτα. Στήμονας 1, ανθήρας με ερυθρό χρώμα. Ωοθήκη υποφυής, από 1 καρπόφυλλο, μονόχωρη με μία σπερμοβλάστη. Καρπός κάρυο, ωοειδής και λείος, μήκους 2-3 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμό ς: 2 n = 32 (Lövkvist &amp; Hultgård 1999).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος - Σεπτέμβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το ταξινομικό και φυτογεωγραφικό ενδιαφέρον του είδους εστιάζεται στο γεγονός πως αποτελεί τον μοναδικό αντιπρόσωπο του γένους Hippuris, το οποίο στην περίπτωση αυτή θεωρείται ένα μονοτυπικό γένος. Η περιοχή εξάπλωσής του περιλαμβάνει τις αρκτικές, βόρειες και εύκρατες περιοχές της Ευρώπης (μέχρι την Ισλανδία και τη Β. Νορβηγία), τη Γροιλανδία, τη Δ. Ασία, τη Β. Αμερική και τμήμα της Ανταρκτικής στη Ν. Αμερική και την Αυστραλία. Είναι ένα από τα λίγα υδρόφυτα που αναπτύσσονται σε αρκτικά λιμνίδια και λίμνες. Η εξάπλωσή του στη Βαλκανική Χερσόνησο είναι πολύ περιορισμένη. Οι Greuter &amp; al. (1986) θεωρούν πως το είδος απουσιάζει και αναφέρεται λανθασμένα από την Ελλάδα, αν και υπάρχουν παλαιές μη επιβεβαιωμένες αναφορές από την Κρήτη (Γεννάδιος 1959, Cook 1968), την Κέρκυρα (Stephanides 1948a), την Ήπειρο (Stephanides 1948b, Quézel &amp; Contandriopoulos 1965, Quézel 1967) και τη χερσόνησο του Άθω (Ganiatsas 1975). Η ανεύρεσή του στο έλος Λάκκα Τσουμάνη στην Ήπειρο, επιβεβαιώνει την παρουσία του στην Ελλάδα (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al.. 1997, Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999). Το έλος αυτό βρίβρί-- σκεται 1,8 km ΒΒΑ της κορυφής Αστράκα της Τύμφης, σε υψόμετρο 1.800 m και έχει έκταση περίπου 18 στρέμματα.</p><p>Βιότοπος: Η Hippuris vulgaris είναι γνωστή από γλυκά ή υφάλμυρα, στάσιμα ή και αργά ρέοντα ύδατα, πλούσια σε βάσεις. Αναπτύσσεται σε όχθες λιμνών, ελών, σε ποτίστρες ζώων και σε χαντάκια με αμμώδες ή αργιλώδες έδαφος. Στην Ελλάδα, στην τοποθεσία της πρόσφατης ανεύρεσής του, τη NΔ. πλευρά του έλους Λάκκα Τσουμάνη (Ήπειρος), αναπτύσσεται σε αβαθή νερά μαζί με τα είδη Equisetum palustris και Eleocharis palustris . Η Hippuris vulgaris είναι γνωστή από στάσιμα ή ελαφρώς ρέοντα, εύτροφα (PassargePassarge 1964) έως υπερεύτροφα (PelechatyPelechaty &amp; KalusKalus-- ka 2002) αλλά και ολιγότροφα νερά (Olsen 1950). Στη Λάκκα Τσουμάνη, οι συνθέσεις της κοινωνίας Eleocharito palustris- Hippuridetum vulgaris, όπου αναπτύσσεται το είδος, εμφανίζονται σε αβαθή, μετρίως θερμά νερά (μέσο βάθος 0,33 m, μέση θερμοκρασία 21,2 οC)),, με μικρή διδι-- αφάνεια και ελαφρώς αλκαλικό pH, μετρίως πλούσια σε ηλεκτρολύτες και διττανθρακικά ιόντα, πολύ πλούσια σε ανόργανο άζωτο (κυρίως νιτρικό) και πλούσια σε φώσφορο (Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999, Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 2003).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Hippuris εθεωρείτο μέχρι πρόσφατα το μοναδικό γένος της οικογένειας HippuridaHippurida-- ceae η οποία εθεωρείτο συγγενής των Haloragaceae και ετοποθετείτο στην τάξη Haloragales. Εμβρυολογικές και φυτοχημικές έρευνες δείχνουν κάποια σχέση με την τάξη Tubiflorae, ενώ μερικοί συγγραφείς θεωρούσαν ότι η οικογένεια πρέπει να σχετίζεται με τα Cornaceae (Cook 1978) . Σύμφωνα με νεότερες φυλογενετικές έρευνες από την Ομάδα Φυλογένεσης των Αγγειοσπέρμων (APG, Angiosperm Phylogeny Group 2003), το γένος Hippuris πρέπει να ενταχθεί στην οικογένεια Plantaginaceae και τo όνομα Hippuridaceae να παραμείνει ως nomen conservadum.</p><p>Το γένος περιλαμβάνει ένα έως τρία είδη ανάλογα με την ταξινομική θεώρηση. Ορισμένοι συγγραφείς αποδέχονται μόνο το είδος Hippuris vulgaris, θεωρώντας τα άλλα ( Hippuris montana Ledeb., Hippuris tetraphylla L. f.) ως συνώνυμά του. Ο Cook (1968) θεωρεί ότι το είδος αυτό είναι πολύ εύπλαστο και αναφέρει πως τα χαρακτηριστικά πολύ βραχέα, αντωοειδή φύλλα, 4 σε κάθε σπόνδυλο, εξαιτίας των οποίων η Hippuris tetraphylla συχνά αναγνωρίζεται ως ξεχωριστό είδος, βρίσκονται ως ένα βαθμό κάτω από περιβαλλοντικό έλεγχο και μπορεί να επηρεάζονται από συνθήκες υψηλής αλατότητας ή χαμηλής θερμοκρασίας. Η υπόσταση τέτοιων παραλλαγών είναι επομένως αμφίβολη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η φυτοκοινωνία Eleocharito palustris-Hippuridetum-HippuridetumHippuridetum vulgaris δημιουργεί μικρές νησίνησί-- δες εντός της συνεχόμενης και πυκνά δομημένης CariceCarice-- tum rostratae. Οι δύο αυτές φυτοκοινωνίες δημιουργούν ένα μωσαϊκό στη NΔ. πλευρά του έλους Λάκκα Τσουμάνη, στο οποίο εκτός από τα χαρακτηριστικά είδη της τάξης και της κλάσης ( Hippuris vulgaris, Eleocharis palustris, Equisetum palustris, Carex rostrata, Veronica beccabunga, Carex acuta) συμμετέχουν ως συνοδά και άλλα είδη, όπως τα: Potamogeton trichoides, Ranunculus trichophyllus, Alopecurus aequalis, Blysmus compressus κ.ά. (SarikaHatzinikolaou &amp; al. 2003). Μόνο σε δύο από τις δεκατρείς δειγματοληπτικές επιφάνειες (η κάθε μία με έκταση 30 m2) που αναλύθηκαν φυτοκοινωνιολογικά στην εν λόγω περιοχή, για τη μελέτη του τύπου βλάστησης η οποία αντιστοιχεί στην Eleocharito palustris- Hippuridetum vulgaris, το είδος Hippuris vulgaris συμμετείχε με πολλά άτομα που σχημάτιζαν μικρές αποικίες και κάλυπταν από 50% έως και περισσότερο από 75% της επιφάνειας. Στις υπόλοιπες εμφανιζόταν είτε με λίγα μεμονωμένα άτομα που κάλυπταν μικρή έκταση, είτε με λίγα άτομα σε μικρές ομάδες, τα οποία κάλυπταν το 5-25% της επιφάνειας, είτε με πολλά μεμονωμένα άτομα που κάλυπταν όμως λιγότερο από το 5% της επιφάνειας.</p><p>Σύμφωνα με τα δεδομένα που διαθέτουμε, μπορούμε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε πως ο πληθυσμός της H. vulgaris στο έλος Λάκκα Τσουμάνη δεν υπερβαίνει τα 1.000 έως 1.500 άτομα. Για τις παλαιές αναφορές του είδους από την Ελλάδα δεν υπάρχουν στοιχεία, αφού καμία από αυτές δεν έχει επιβεβαιωθεί πρόσφατα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Σύμφωνα με το κριτήριο D2 2 των κατηγοριών επικινδυνόεπικινδυνό-- τητας της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως ΤρωΤρω-- τό (VU) VU)) κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης εμφάνιεμφάνι-- σής του στον ελληνικό χώρο. Ο αλπικός υγρότοπος στον οποίο το είδος αυτό βρέθηκε πρόσφατα είναι εκτεθειμένος σε επιδράσεις βόσκησης κατά τους θερινούς μήνες. Στο έλος Λάκκα Τσουμάνη υπάρχουν πρόχειρες σταβλικές εγκαταστάσεις. Τα ζώα (κυρίως πρόβατα, λίγες αγελάδες και άλογα) βόσκουν ελεύθερα στην πλούσια βλάστηση γύρω από το έλος αλλά και μέσα σε αυτό, ποδοπατώντας και πιθανόν καταστρέφοντας μερικώς τους πληθυσμούς των ποωδών κυρίως ελοφύτων. Έτσι ο σχετικά μικρός πληθυσμός της Hippuris vulgaris στο έλος Λάκκα Τσουμάνη, επειδή είναι ο μοναδικός, γνωστός με βεβαιότητα έως τώρα, στην Ελλάδα, πιθανόν κινδυνεύει από το ποδοπάτημα και τη βόσκηση καθώς το είδος αναπαράγεται κυρίως βλαστητικά μέσω ριζωμάτων και σπάνια με σπέρματα.</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα μέτρα προστασίας για την Hippuris vulgaris φαίνεται να αφορούν γενικότερα σε μέτρα προστασίας του έλους Λάκκα Τσουμάνη από την βόσκηση η οποία διεξάγεται στην περιοχή χωρίς σχεδιασμό και στόχο. Αντίθετα, η ελεγχόμενη βόσκηση ωφελεί τα υγροτοπικά ενδιαιτήματα γιατί αυξάνει τη δομική τους ποικιλότητα και παρεμποδίζει την εξάπλωση δενδροθαμνώδους βλάστησης σε βάρος των ποωδών και των άλλων υγροτοπικών διαπλάσεων (Johnson 1998). Η απόφαση για το αν ένας υγρότοπος μπορεί να βόσκεται ή όχι, πρέπει να λαμβάνεται πάντα με βάση την ιδιαιτερότητα της θέσης και η βόσκηση θα πρέπει να διεξάγεται με καλά καθορισμένους διαχειριστικούς στόχους. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν αποτιμάται η χρήση της βόσκησης ως εργαλείο διαχείρισης, είναι η γεύση, η αυξητική μορφή και η ευρωστία των φυτικών ειδών, το επίπεδο διαταραχής που έχει υποστεί η τοποθεσία, ο χρόνος που έχει περάσει από τότε που ξεκίνησε η βόσκηση, το είδος των ζώων και ο ρυθμός εκτροφής, η εποχή, η περιοδικότητα και η διάρκεια της βόσκησης (Meurk &amp; al. 1989).</p><p>Προτεινόμενο μέτρο για την προστασία και διατήρηση της φυσικής χλωρίδας και βλάστησης και άλλων αξιών του έλους Λάκκα Τσουμάνη είναι ο έλεγχος της βόσκησης με δημιουργία τεχνητής περίφραξης (παροδικής ή μόνιμης), τουλάχιστον σε θέσεις που φαίνεται πως υφίστανται μεγαλύτερη πίεση. Η περίφραξη παρέχει στα φυτά τη μεγαλύτερη δυνατή ευκαιρία αναγέννησης στο μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Έτσι, προτείνεται αποφυγή της βόσκησης στις θέσεις αυτές μέχρι να σταθεροποιηθεί το έδαφος και να καλυφθεί από πλούσια βλάστηση. Επίσης, να αποφεύγεται η βόσκηση νωρίς την άνοιξη γιατί τα εδάφη είναι κορεσμένα και ευαίσθητα στο ποδοπάτημα και να επιτρέπεται μόνο στο τέλος αυτής της περιόδου. Επίσης προτείνεται η αποφυγή της βόσκησης το θέρος και το φθινόπωρο επειδή τότε τα ζώα έχουν την τάση να καταναλώνουν ολοσχερώς τη φυτική βιομάζα. Η κατασκευή αναχωμάτων ή τεχνητών λιμνίων είναι μια πρακτική πολύ χρήσιμη για το πότισμα των ζώων όταν η προσέγγιση στο νερό του υγροτόπου εμποδίζεται για να διασφαλισθεί η προστασία της παρόχθιας βλάστησης. Επιπλέον, οι πηγές που υπάρχουν κοντά στον υγρότοπο μπορεί να αξιοποιηθούν ως εξαιρετικοί πόροι αποθεμάτων νερού με εκβάθυνση, καθαρισμό, επιστέγαση ή διασφάλιση διευκολύνσεων συλλογής, αποθήκευσης και διάθεσης του νερού εκεί όπου χρειάζεται να υπάρχει.</p><p>Μαρία Σαρίκα &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFB9FFA298C7367CFA35F810	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFBAFFBC98DE378AFA36FCDC.text	9E288790FFBAFFBC98DE378AFA36FCDC.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hyacinthella leucophaea subsp. atchleyi (A. K. Jacks. & Turrill) K. Perss. & Jim. Perss.	<div><p>Hyacinthella leucophaea (K. Koch) Schur subsp. atchleyi (A. K. Jacks. &amp; Turrill) K. Perss. &amp; Jim. Perss.</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Hyacinthaceae</p><p>Hyacinthella leucophaea (K. Koch) Schur subsp. atchleyi (A. K. Jacks. &amp; Turrill) K. Perss. &amp; Jim. Perss. in Candollea 55: 222 (2000).</p><p>Λεκτότυπος (Persson &amp; Persson 2000: 222): [Ελλάς (StE), Στερεά Έλλας, Νομός Βοιωτίας] "Mt. Kitheron, dry hillsides, 620 m", Apr. 1934, S. C. Atchley 1852 (Λεκτό-Λεκτότυπος: K).</p><p>Συνώνυμα: Bellevalia atchleyi A. K. Jacks. &amp; Turrill in Hook. Ic. Pl. 34: tab. 3329 (1937).</p><p>Hyacinthella atchleyi (A. K. Jacks. &amp; Turrill) Feinbrun in Bull. Res. Council Israel, sect. D, Bot. 10: 339 (1961).</p><p>Περιγραφή: Βολβώδες πολυετές είδος. Βολβός στενώς ωοειδής έως ωοειδής- σφαιρικός, c. (1-)1,5-2,5(-3) x (0,8-)1-2,5-2,52,5,55 cm. Φύλλα 2, ή ενίοτε 3, αν είναι παρόντα 2 ανθοανθο-- φόρα στελέχη, το τρίτο φύλλο εμφανίζεται περίπου στο 1/4-1/3(-1/2) της απόστασης από τη βάση του στελέχους, όρθια, ή ελαφρώς δρεπανοειδή αν τα φύλλα είναι στενά, γραμμοειδή ή λογχοειδή-γραμμοειδή έως επιμήκη ή αντιλογχοειδή-επιμήκη, ελαφρώς αποληκτικά, επίπεδα με εμφανείς νευρώσεις (που ανυψώνονται κατά τη ξήρανση), το πρώτο φύλλο διαστάσεων (3-)4-12(-20) cm x (4-)5-15(-17) mm, το δεύτερο με το μισό πλάτος ή ακόμη στενότερο, κράσπεδα λεία ή ελαφρώς τραχέα, συχνά ελαφρώς κυματιστά. Στελέχη μήκους 6-20(-25) cm, ελαφρώς επιμηκυμένα κατά την καρποφορία. Βότρυς μήκους 1-4 cm, με (5-)8-30(-35) άνθη, σχετικά αραιός έως πυκνός, επιμήκης έως ελλειπτικός, με όρθιους-αποκλίνοντες έως αποκλίνοντες ποδίσκους μήκους συνήθως 2-5 mm,, φέροφέρο-- ντες μικροσκοπικά βράκτια. Περιάνθιο γαλάζιο έως βαθύ κυανούν, συχνά με ιώδεις αποχρώσεις πριν την ωρίμανση, παραμένον κατά την ανθοφορία, όρθιο-αποκλίνον έως αποκλίνον, ενίοτε κρεμάμενο, μήκους 4,5-6(-7) mm,, σωσω-- ληνοειδές-κωδωνοειδές, με μάλλον ευρεία αποστρογγυλεμένη βάση, λοβοί συχνά βραχύτεροι του σωλήνα (c. 1/3 έως 2/5 του μήκους του περιανθίου), σπάνια ισομήκεις, αποκλίνοντες, ωοειδείς-επιμήκεις έως ωοειδείς, σχεδόν αμβλείς, με μικρή ακίδα. Στήμονες προσφυόμενοι στο άνω τμήμα του σωλήνα. Ανθήρες κυανόμαυροι, μήκους 1-1,3 mm,, με νήματα τριχοειδή, ελαφρώς βραχύτερα των ανθήανθή-- ρων, γυρεόκοκκοι υποκίτρινοι έως στακτοκίτρινοι. Κάψα πιεσμένη-σφαιρική, 3-5 mm σε διάμετρο, βαλβίδες αποαπο-- στρογγυλεμένες στη ράχη, με παχέα τοιχώματα. Σπέρματα μαύρα, με δικτυωτή- ρυτιδώδη επιφάνεια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Persson &amp; Persson 2000), 20 (Popova 1972a, 1972 b, Persson &amp; Wendelbo 1981, 1982, Speta 1982, Persson &amp; Persson 2000). Όλες οι καταγραφές από την Ελλάδα είναι 2 n = 20.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Στην Ελλάδα το είδος ανθίζει πολύ νωρίς την άνοιξη, κυρίως τον Φεβρουάριο και το Μάρτιο στα χαμηλά υψόμετρα, αλλά εκτείνεται μέχρι τον Απρίλιο, τουλάχιστον στη Μακεδονία.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σχετικώς διάσπαρτο στην Ελλάδα, τη Δ. Βουλγαρία και την Α. Σερβία. Στην Ελλάδα μέχρι στιγμής έχει καταγραφεί από τη Μακεδονία (όρος Βούρινος και πρόποδες, καθώς και Ν. των Γρεβενών) και από τη Στερεά Ελλάδα (περιοχή του όρους Κιθαιρώνα κοντά στο χωριό Ερυθρές, μεταξύ των Θηβών και του Αμπελοχωρίου, πέριξ της περιοχής της Τραγάνας του Νομού Φθιώτιδας, σε παραθαλάσσιες περιοχές Β. και Ν. της Χαλκίδας, δηλαδή στην Εύβοια και την απέναντι ηπειρωτική Ελλάδα καθώς και στη βόρεια Εύβοια). Πρόσφατα το είδος βρέθηκε επίσης στη ΝΑ. Πελοπόννησο (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Βιότοπος: Χαλικώδεις πλαγιές λόφων και λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές, μακία βλάστηση ( Cistus salviifolius, Pistacia lentiscus, Calycotome villosa, Arbutus unedo), ξέφωτα και παρυφές δάσους κωνοφόρων, σε ασβεστόλιθο, φλύσχη και σερπεντίνη, μεταξύ 100 και 1.800 m.. Στις νοτιοανοτιοα-- νατολικές θέσεις της Στερεάς Ελλάδας συχνά μαζί με Colchicum atticum και Crocus cancellatus subsp. mazziaricus.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Tοο συγκεκριμένο υποείδος περιπερι-- γράφηκε αρχικά σε επίπεδο είδους, ως μέλος του γένους Bellevalia, στις συλλογές του Atchley από τον Κιθαιρώνα της Βοιωτίας (ο Λεκτότυπος επιλέχθηκε από τους PersPers-- son &amp; Persson 2000). Οι Jackson &amp; Turrill (1937) παραπαρα-- δέχθηκαν ότι το νέο taxon ανήκει χωρίς αμφιβολία στο γένος Hyacinthella Schur sensu Chouard (1931), όμως επέλεξαν να ακολουθήσουν τον Boissier (1882) και να συμπεριλάβουν την Hyacinthella εντός της Bellevalia . Αργότερα, η Feinbrun (1961) πραγματοποίησε τον επίσημο ονοματολογικό συνδυασμό στην Hyacinthella, αλλά ταυτοχρόνως εξέφρασε κάποιες αμφιβολίες για την ταξινομική του θέση, υποδεικνύοντας ότι το επίπεδο υποείδους ή ποικιλίας θα ήταν ίσως καταλληλότερο για το είδος, Οι Persson &amp; Persson (2000) μελέτησαν την Hyacinthella σε όλη την περιοχή της Βαλκανικής και κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι η διάκριση μεταξύ της H. atchleyi (A. K. Jacks. &amp; Turrill) Feinbrun και της H. leucophaea (Κ. Koch. Schur) δεν είναι ξεκάθαρη, ενώ πολλές ενδιάμεσες μορφές εμφανίζονταν στα κεντρικά τμήματα της Χερσονήσου. Ως αποτέλεσμα, προτάθηκε (Persson &amp; Persson 2000) το επίπεδο του υποείδους για τα δύο taxa. Στην ίδια εργασία η περιοχή εξάπλωσης του subsp. atchleyi τεκμηριώθηκε και εκτείνεται στη Δ. Βουλγαρία και την Α. Σερβία.</p><p>Οι τυπικές μορφές του subsp. atchleyi διακρίνονται από τα σχεδόν κωδωνοειδή άνθη με χρώμα γαλάζιο του ουρανού έως βαθύ γαλάζιο και από τους σχετικά μακρούς, συχνά αφιστάμενους ποδίσκους μίας ευρέως επιμήκους έως ελλειψοειδούς ταξιανθίας. Το subsp. leucophaea έχει στην τυπική του μορφή σχεδόν λευκά έως αχνογάλαζα άνθη που είναι περισσότερο σωληνοειδή, με σχετικώς στενή βάση, καθώς και βραχύτερους (συνήθως, μήκους περίπου 1-3 mm)) και περισσότερο ανορθωμένους ποδίποδί-- σκους σε μία βραχέως-επιμήκη έως στενώς κυλινδρική ταξιανθία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πληθυσμοί είναι γενικώς αρκετά διάσπαρτοι σε μικρές περιοχές. Τα φυτά φαίνεται να μη πολλαπλασιάζονται αγενώς σε σημαντικό βαθμό. Μέσω της εργασίας πεδίου έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 1.000 φυτά μεταξύ των Θηβών και του Αμπελοχωρίου, c. 500 φυτά στο όρος Κιθαιρώνα, τουλάχιστον 50 άτομα στην ΝΑ. Πελοπόννησο (όμως ο πληθυσμός εδώ μπορεί να είναι αρκετά μεγαλύτερος) και τουλάχιστον 50.000 άτομα στην περιοχή της Τραγάνας, όπου το υποείδος σχηματίζει έναν από τους μεγαλύτερους γνωστούς πληθυσμούς στην Ελλάδα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Hyacinthella leucophaea subsp. atchleyi δεν φαίνεται να υπόκειται σε κάποιον άμεσο κίνδυνο. Εντούτοις, οι αλλαγές στη χρήση γης στις παραλιακές περιοχές βόρεια και νότια της Χαλκίδας (στην Εύβοια και την απέναντι ενδοχώρα) καθώς και στην περιοχή της Τραγάνας θα μπορούσαν, μακροπρόθεσμα, να δημιουργήσουν απειλή. Υποθέτουμε ότι τα φυτά μπορούν να επιβιώσουν μετά από μία περιοδική και ήπια βόσκηση από αιγοπρόβατα. Για το συγκεκριμένο υποείδος προτείνεται ο χαρακτηρισμός του ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), σύμφωνα με τις κατηγορίες κατάταξης της IUCN (2001), βασιζόμενοι στο κριτήριο D2, κυρίως επειδή η συνολική περιοχή εξάπλωσής του στην Ελλάδα είναι αρκετά περιορισμένη.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οποιεσδήποτε αλλαγές θα μπορούσαν να επηρεάσουν ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του φυσικού βιοτόπου της Hyacinthella leucophaea subsp. atchleyi θα πρέπει να αποφευχθούν. Αν και το είδος μπορεί να επιβιώσει εξαιτίας των βολβών του, εντούτοις οποιαδήποτε αύξηση της βόσκησης μπορεί να επηρεάσει την αναγέννηση των πληθυσμών μέσω σπερμάτων και συνιστάται να αποφευχθεί. Για τις σημαντικές αλλαγές στη χρήση γης, ιδιαίτερα για την αγροτική εκμετάλλευση μεγάλων περιοχών καθώς και για τις οικοδομικές δραστηριότητες στις παραθαλάσσιες περιοχές της Εύβοιας και της απέναντι Στερεάς Ελλάδας θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπόψη η μελλοντική επιβίωση των πληθυσμών της H. leucophaea subsp. atchleyi . Tοο είδος είναι ελκυελκυ-- στικό και μπορεί εύκολα να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους, ιδιαίτερα σε βραχόκηπους ή σε θερμοκήπια, όπου ταυτόχρονα δημιουργείται μία Τράπεζα Γενετικού Υλικού και οι συνθήκες για περαιτέρω πολλαπλασιασμό του στο μέλλον.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFBAFFBC98DE378AFA36FCDC	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFA4FFBF98DE367CFA3EFC93.text	9E288790FFA4FFBF98DE367CFA3EFC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hypericum aciferum (Greuter) N. Robson	<div><p>Hypericum aciferum (Greuter) N. Robson</p><p>Guttiferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Hypericum aciferum (Greuter) N. Robson in Feddes Repert. 74: 23 (1967).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "ad ostia faucium Domata, 20-40 m", Greuter 4669, planta longistyla, Greuter 4669a, planta brevistyla (Oλότυπος: PAL-Greuter. Iσότυποι: G, LD, W, Z).</p><p>Συνώνυμα: Elodes acifera Greuter in Candollea 20: 215 (1965).</p><p>Περιγραφή: Χαμηλός, κατακείμενος, προσκεφαλοειδής θάμνος, ύψους 20-30 cm και μήκους έως 130 cm. Φύλλα 5-12 mm, στενούμενα, γραμμοειδή-σπατουλοειδή, δερματώδη, γλαυκοπράσινα, μη κεραμοειδώς τοποθετημένα. Άνθη (1-)3, με ποδίσκους διαφορετικού μήκους. Σέπαλα σχεδόν όρθια, ελλειπτικά. Πέταλα κίτρινα, εύπτωτα, περίπου 9 mm. Στήμονες πολυάριθμοι, παραμένοντες,, κιτρινωποί, ενωμένοι σε 3 ομάδες, φυτά ετερόστυλα. Ωοθήκη με δύο σπερμοβλάστες σε κάθε χώρο. Καρπός τρίχωρη κάψα, 4-5 x 2-3 mm (δεν περιλαμβάνονται οι στύλοι), επιμήκης-λογχοειδής σε πλάγια όψη, σχεδόν ίση με τον κάλυκα. Οι ώριμες κάψες διαρρηγνύονται κατά μήκος όταν βρίσκονται σε ξηρό περιβάλλον και ξανακλείνουν όταν βρεθούν σε υγρό περιβάλλον (φαινόμενο ξηροχασίας). Σπέρματα επιμήκη, μήκους 1,5-1,7 mm, υποκυλινδρικά, ελαφρώς κυρτά με σαρκώδες φυμάτιο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος έως και Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eίναιίναι σπάνιο και στενότοπο ενεν-- δημικό είδος, γνωστό από δύο μόνο υποπληθυσμούς μεταξύ Σούγιας και Αγίας Ρουμέλης, στο νότιο μέρος του Ν. Χανίων (ΦΥΣΗ 2000-GR4340008).</p><p>Βιότοπος: Το είδος είναι υποχρεωτικό χασμόφυτο σε σκιερές ασβεστολοθικές πλαγιές, που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα, σε υψόμετρο 4-70 m και συνυπάρχει με άλλα παραθαλάσσια χασμόφυτα όπως τα: Allium bourgeaui subsp. creticum, Centaurea argentea, Dianthus fruticosus subsp. creticus, Origanum dictamnus, Ornithogalum creticum και Staehelina fruticosa .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Hypericum aciferum μαζί με το συγγενές του είδος Η. aegypticum L. ανήκουν στην sectio Τriadenia, riadenia,, η οποία περιλαμβάνει taxa με άνθη ετερόστυετερόστυ-- λα, σε ομάδες των 3 στο πρώτο και μονήρη στο δεύτερο, όμως, πάντοτε απαντούμενα σε παραθαλάσσιους βράχους (Robson 1968, 1993). Είναι, επίσης, συγγενές του H. russeggeri (Fenzl) R. Keller ενός σπανίου είδους που απαντά στην Ν. Τουρκία και την ΒΔ. Συρία (Κypriotakis 1995).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο Greuter (1965) περιέγραψε για πρώτη φορά το Hypericum aciferum από την παραλία Δώματα. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι υπάρχει σύγχυση ως προς τα τοπωνύμια των παραλιών Δώματα και Χάλαρα. H παραλία στην έξοδο του φαραγγιού του Κλάδου και ανατολικότερα, ονομάζεται Δώματα, ενώ δίπλα ακριβώς βρίσκεται η παραλία Χάλαρα. Οι επισκέπτες της περιοχής χρησιμοποιούν το ίδιο όνομα για δύο τοποθεσίες.</p><p>Τον πληθυσμό στην έξοδο του φαραγγιού της Τρυπητής δημοσίευσε για πρώτη φορά ο Turland (1992). Από την Τρυπητή το αναφέρει και ο Κυπριωτάκης (1998).</p><p>Στα πλαίσια του προγράμματος "Προστασία του περιβάλλοντος και βιώσιμη ανάπτυξη: καταγραφή πληθυσμών, παρακολούθηση και προστασία τριών φυτικών ειδών προτεραιότητας του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 92/43 ΕΟΚ στα Λευκά όρη" (MAIChMAICh 2003) καταγράφονται δύο διαδια-- κριτοί υποπληθυσμοί μεταξύ της Σούγιας και Αγίας Ρουμέλης: ένας στην περιοχή της Τρυπητής και ένας δεύτερος στην περιοχή Φουρνωτή ανατολικότερα.</p><p>Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT για την εκτίμηση του πληθυσμού έγιναν καταμετρήσεις αριθμού φυτών με επιτόπιες παρατηρήσεις, με τη χρήση τηλεφακού και διοπτρών. Στα δυσπρόσιτα σημεία έγινε προσέγγιση των κρημνών με πλωτό σκάφος (MAICh 2005).</p><p>Το είδος εντοπίζεται σε δύο διακριτές περιοχές κατά μήκος της νότιας ακτής του Ν. Χανίων: σε μια πρώτη ζώνη, από την ανατολική πλευρά της παραλίας Δώματα και προς τα ανατολικά μέχρι το ακρωτήριο Καλόγηρος, που περιλαμβάνει και τα σημεία Χάλαρα και Φουρνωτή και σε μια δεύτερη ζώνη, ανατολικά και δυτικά του φαραγγιού της Τρυπητής και μέσα σε αυτό, μέχρι το υψόμετρο των 30 m περίπου. Στην ενδιάμεση των δύο αυτών ζωνών περιοχή (μήκους περίπου 2,5 km) δεν παρατηρήθηκαν άτομα του είδους Στη πρώτη περιοχή καταγράφηκαν 3.000 έως 4.000 άτομα που συνολικώς καταλαμβάνουν απόσταση περίπου 2 km. Στη δεύτερη περιοχή (Τρυπητή), ο αριθμός των ατόμων υπολογίζεται σε 500-1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση τoo κριτήριο D22 (IUCNIUCN 2001). Η μικρή εξάπλωση των υποπληθυυποπληθυ-- σμών του το καθιστούν ευάλωτο σε διαταράξεις, φυσικές ή μη, αλλά δεν φαίνεται προς το παρόν να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα. Το φυτό δεν βόσκεται, αλλά στην περιοχή της Τρυπητής έχουν αναπτυχθεί διάφορες δραστηριότητες από τους κτηνοτρόφους (στάνες, παράνομα κτίσματα και καλλιέργειες), που υποβαθμίζουν το φυσικό περιβάλλον της περιοχής. Στα δύο φαράγγια, της Φουρνωτής και της Τρυπητής, υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς στο πευκοδάσος με Pinus brutia που υπάρχει στη περιοχή.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οποιεσδήποτε αλλαγές θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος του Hypericum aciferum πρέπει να αποφευχθούν.</p><p>Το Hypericum aciferum προστατεύεται από τη Συνθήκη της Βέρνης, περιλαμβάνεται στα παραρτήματα ΙΙ* και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στο Κόκκινο Βιβλίο Σπανίων και Απειλουμένων Φυτών της Ελλάδας (Kypriotakis 1995), ως Κινδυνεύον (Endangered).</p><p>Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT ορίσθηκε το μικροαπόθεμα του φυτού σε μια έκταση 6,5 ha στην περιοχή της παραλίας Φουρνωτή και στο εσωτερικό του φαραγγιού, σε υψόμετρο όπου απαντάται το είδος. Στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος έγινε μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των τοπικών φορέων και κατοίκων για την ανάδειξη και προστασία του φυτού.</p><p>Σπέρματα του φυτού διατηρούνται στην Τράπεζα Σπερμάτων του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων (ΜΑΙΧ) και καλλιεργείται με επιτυχία στον Βοτανικό Κήπο του ίδιου Ινστιτούτου.</p><p>Χριστίνα Φουρναράκη &amp; Κώστας Α. Θάνος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFA4FFBF98DE367CFA3EFC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFA1FFB998C7367CFA3EFB52.text	9E288790FFA1FFB998C7367CFA3EFB52.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hypericum fragile Boiss.	<div><p>Hypericum fragile Heldr. &amp; Sartori ex Boiss.</p><p>Guttiferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Hypericum fragile Heldr. &amp; Sart. ex Boiss., Diagn. Pl. Orient. ser. 2,1: 108 (1854).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (WAe), Νήσος Εύβοια] "Ιn fissuris rupium inferioris Mt. Dirphys, pr. Steni, Euboeae ", Sartori. Ο τύτύ-- πος ενδεχομένως αντιστοιχεί στο δείγμα Sartori 1975, χρειάζεται, όμως, περαιτέρω έρευνα.</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, με ξυλώδη βάση. Βλαστοί 4-11(-16) cm,, λεπτοί, κατακείμενοι έως ανερχόμενοι, αραρ-- θρωτοί, έντονα διακλαδισμένοι στη βάση τους, γλαυκοί. Φύλλα αντίθετα, 2-8 x 2-3,5 mm,, ωοειδή έως ελλειπτιελλειπτι-- κά, γλαυκά και στις δύο επιφάνειες, με εμφανείς ωχροπράσινους αδένες κατά μήκος των περιθωρίων και συχνά διάσπαρτους στην επάνω επιφάνειά τους. Ταξιανθία με 1-14 άνθη, υποκορυμβοειδής. Βράκτια μήκους 1,5-3 mm, λογχοειδή έως επιμήκη-λογχοειδή, με ποδισκοφόρους μαύρους αδένες στα περιθώρια. Σέπαλα μήκους 2-4 mm, λογχοειδή έως επιμήκη-ωοειδή, με ποδισκοφόρους μαύρους αδένες στα περιθώρια. Πέταλα κίτρινα, μήκους 7-12 mm, ευρέως σπατουλοειδή, περιεστραμμένα κατά την ωριμότητα και καλύπτοντα πλήρως την κάψα. Ανθήρες κίτρινοι. Στύλοι 3. Κάψα 2-3 x 1,7-2,5 mm, ωοειδής έως επιμήκης-ωοειδής. Σπέρματα μήκους 1,5-2 mm,, κυλινδρικυλινδρι-- κά, ελαφρώς κυρτά, γλαυκοκάστανα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Τρίγκας 2003).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως Ιούνιος και Ιούλιος, μπορεί να επεκταθεί μέχρι τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας. Εξαπλώνεται σε χαμηλά και μεσαία υψόμετρα στο ανατολικό τμήμα της Κ. Εύβοιας και στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Κανδήλι στη Β. Εύβοια.</p><p>Βιότοπος: Το Hypericum fragile αναπτύσσεται σε κάθετους ασβεστολιθικούς βράχους, συνήθως βόρειας έκθεσης, που προσφέρουν περισσότερο ή λιγότερο σκιερό περιβάλλον και είναι υγροί κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, σε υψόμετρο 5-500 m. Οι περιοχές όπου αναπτύσσεται ανήκουν στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ήπιο ή ψυχρό. Τα άτομα του είδους δεν αναπτύσσονται σε σχισμές των βράχων, όπως τα περισσότερα χασμόφυτα, αλλά απευθείας στο ασβεστολιθικό υπόστρωμα, το οποίο διαπερνούν με το ριζικό τους σύστημα.Η διαδικασία αυτή φαίνεται να υποβοηθείται από τις υγρές γενικώς συνθήκες των θέσεων, όπου αναπτύσσονται οι πληθυσμοί του είδους. Μετά το θάνατο των ατόμων, στο βράχο παραμένουν οπές διαμέτρου ίσης με τη διάμετρο της ισχυρής ξυλώδους ρίζας του ατόμου που κατείχε τη θέση. Συχνά, λόγω του δυσμενούς περιβάλλοντος, οι υποπληθυσμοί του H. fragile δεν συνοδεύονται από την παρουσία άλλων φυτικών taxa. Όπου παρατηρήθηκαν συνυπάρχοντα taxa, αυτά ήταν τυπικά χασμόφυτα, συχνά σπάνια και ταξινομικώς ενδιαφέροντα, π.χ. Athamanta macedonica, Aubrieta scyria, Amelanchier parviflora subsp. chelmea, Silene multicaulis subsp. sporadum, Scrophularia heterophylla, Teucrium flavum subsp. hellenicum, Stachys tetragona, Brassica cretica subsp. aegaea, Asperula euboea κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Hypericum fragile ανήκει στη sect. Taeniocarpium Jaub. &amp; Spach (Robson 1977, 1981). Η εξάπλωση αυτής της sectio καλύπτει σχεδόν το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου και εκτείνεται νότια μέχρι το Ισραήλ και ανατολικά μέχρι την Κ. Σιβηρία. Εκτός όμως από τα δύο ευρέως εξαπλωμένα είδη της ( H. hirsutum L. και H. pulchrum L.), παρουσιάζει περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση σε απομονωμένες περιοχές της Β. Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.</p><p>Στην Ελλάδα εξαπλώνονται δύο είδη της sectio, το H. fragile και το H. taygeteum Quèzel &amp; Contandr., στενότοπο ενδημικό της Ν. Πελοποννήσου (βλέπε Quézel &amp; Contandriopoulos 1967). Τα δύο είδη είναι στενώς συγγενή, όσον αφορά στα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά, και αναπτύσσονται σε παρόμοιους βιότοπους. Διακρίνονται μεταξύ τους κυρίως από τα χαρακτηριστικά των βρακτίων και των σεπάλων (στο H. fragile φέρουν ποδισκοφόρους μαύρους αδένες στα περιθώρια, ενώ τα αντίστοιχα του H. taygeteum είναι ακέραια), και της ταξιανθίας (τα άνθη του H. fragile αναπτύσσονται ανά 1-14 σε υποκορυμβοειδή ταξιανθία, ενώ τα άνθη του H. taygeteum αναπτύσσονται συνήθως μονήρη και είναι μεγαλύτερα).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Hypericum fragile είναι γνωστό από λίγους διάσπαρτους υποπληθυσμούς, οι οποίοι εμφανίζονται από την περιοχή της Κύμης μέχρι το όρος Κανδήλι στη Β. Εύβοια (Τρίγκας 2003). Από τους 6 συνολικά γνωστούς υποπληθυσμούς του είδους (Άνω Στενή, νότια του χωριού Μετόχι, παραλία Χιλιαδούς, φαράγγι κοντά στο χωριό Μανίκια, φαράγγι Αγάλης, ανατολικοί πρόποδες του όρους Κανδήλι), ο μεγαλύτερος πληθυσμός φαίνεται ότι είναι αυτός που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μανίκια, ο οποίος εκτιμάται ότι αριθμεί αρκετές εκατοντάδες άτομα. Ο πληθυσμός στην παραλία Χιλιαδούς περιλαμβάνει 200 άτομα περίπου. Οι υπόλοιποι υποπληθυσμοί είναι σημαντικώς μικρότεροι και αριθμούν λίγες δεκάδες άτομα ο καθένας. Οι μικρότεροι υποπληθυσμοί παρατηρήθηκαν νότια του χωριού Μετόχι (7 άτομα) και στο φαράγγι της Αγάλης (&lt;20 άτομα). Ο συνολικός πληθυσμός του είδους εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει τα 2.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το Hypericum fragile κατατάσσεται ως Τρωτό (VU) VU)) σύμφωσύμφω-- να με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006) βάσει του κριτηρίου D2. Αναπτύσσεται σε ειδικευμένο βιότοπο, με περιορισμένη εμφάνιση στην περιοχή εξάπλωσής του. Η εξάπλωσή του στις περιοχές της Κ. και Β. Εύβοιας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπολειμματική και η πιθανότητα κατάληψης νέων θέσεων είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Επιπρόσθετα, ο βιότοπός του είναι ευάλωτος σε πιθανές αλλαγές των κλιματικών συνθηκών, ιδιαίτερα στη μείωση του ετήσιου ύψους βροχής για σειρά ετών.</p><p>Οι ιδιαίτερα δυσπρόσιτες θέσεις, όπου αναπτύσσεται το είδος, το προστατεύουν αποτελεσματικά από τη βόσκηση και από ανθρωπογενείς επιδράσεις. Το μικρό μέγεθος των υποπληθυσμών του, ωστόσο, σε συνδυασμό με τη δυσχερή εγκατάσταση νέων ατόμων στα περιβάλλοντα όπου αναπτύσσεται και ο κίνδυνος εντατικής συλλογής του είναι οι σημαντικότερες άμεσα ορατές απειλές για το σπάνιο αυτό είδος. Αξίζει επίσης να επισημανθεί, ότι η πλειοψηφία των υποπληθυσμών του είδους δεν συμπεριλαμβάνονται στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η λεπτομερής καταγραφή και η συλλογή δημογραφικών δεδομένων είναι απαραίτητες για την ανάλυση της βιωσιμότητας των υποπληθυσμών του H. fragile . Οι μικροί υποπληθυσμοί, ιδιαίτερα, λόγω του πολύ μικρού αριθμού ωρίμων ατόμων, φαίνεται να αντιμετωπίζουν σημαντικό κίνδυνο εξαφάνισης. Όλοι οι υποπληθυσμοί είναι απομονωμένοι και η ανταλλαγή γενετικού υλικού μεταξύ τους μοιάζει εξαιρετικά δυσχερής. Οι μορφολογικές διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των ατόμων διαφορετικών υποπληθυσμών (κυρίως σε ποσοτικούς μορφολογικούς χαρακτήρες) ενισχύουν αυτήν την άποψη. Τα παραπάνω συνηγορούν υπέρ της προσπάθειας διατήρησης όλων των υποπληθυσμών του είδους, ώστε να επιτευχθεί η διατήρηση της γενετικής του ποικιλότητας.</p><p>Οι θέσεις όπου αναπτύσσεται το είδος είναι δυσπρόσιτες και άμεσα μέτρα προστασίας από ανθρώπινες επιδράσεις και την βόσκηση δεν κρίνονται ως απαραίτητα. Ο κίνδυνος να πληγούν οι υποπληθυσμοί του από πυρκαγιές είναι επίσης περιορισμένος. Η ex situ διατήρηση του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και Τράπεζες Σπερμάτων θα λειτουργούσε θετικά προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικής προστασίας του.</p><p>Παναγιώτης Τρίγκας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFA1FFB998C7367CFA3EFB52	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFA3FFBA98C7367CFA36FB2B.text	9E288790FFA3FFBA98C7367CFA36FB2B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hypericum jovis Greuter	<div><p>Hypericum jovis Greuter</p><p>Guttiferae</p><p>Χαμηλού Kινδύνου (LC)</p><p>Hypericum jovis Greuter in Colloque OPTIMA Crète, Guide Excurs.: 25 (1975).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ηρακλείου] "NHang des Berges Kofinas, 1100 m ü.M.", 27 Mai 1962, Greuter 4571 (Ολότυπος: PAL-Greuter. Iσότυποι: G, LD, M, UPA, W, Z).</p><p>Περιγραφή: Νανώδης θάμνος με πολλές διακλαδώσεις, λείος, σχηματίζων τάπητα ή προσκεφαλόμορφους σχηματισμούς, διαμέτρου έως 40 cm. Βλαστοί λεπτοί με πυκνό φύλλωμα. Φύλλα σε σπονδύλους ανά 4, απλά, γραμμοειδή, 3-8 x 0,8-1,3 mm, με επιφάνεια κατάστικτη από μαύρους αδένες, περιθώριο ακέραιο, αναδιπλούμενο. Ταξιανθία ακραία, κυματοειδής, με λίγα άνθη. Ανώριμα άνθη σφαιρικά. Σέπαλα περίπου 1 mm.. Πέταλα 5, εκτεεκτε-- ταμένα, έντονου κίτρινου χρώματος, ελλειπτικά, περίπου 7 mm,, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα σέπαλα. Στήμονες εκεκ-- φανείς, σε ομάδες ανά 3, νηματοειδείς. Στύλοι 3, νηματοειδείς, παραμένοντες κατά την καρποφορία. Καρπός κάψα με 3 βαλβίδες, καστανή κατά την ωρίμανση, επιμήκηςλογχοειδής στην πρόσοψη, 4-5 x 2-3 mm (εξαιρουμένων των στύλων), ρητινώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως Μάιος με την καρποφορία από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό ορισμένων φαραγγιών και κρημνών σε όρη της Κ. Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Χασμόφυτο ασβεστολιθικών κρημνών, το οποίο απαντά σε υψόμετρο 550-1.550 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Hypericum jovis ομοιάζει και είναι στενώς συγγενές με το H. amblycalyx Coustur. &amp; Gand. Το δεύτερο είδος είναι ενδημικό της Α. Κρήτης και διαφέρει, γενικώς, στο μεγαλύτερο μέγεθός του. Από το όρος Κοφινάς, στην νότια ακτή της Κ. Κρήτης, έχουν αναφερθεί άτομα που θεωρούνται υβρίδια μεταξύ του H. jovis και ενός άλλου συγγενούς είδους, του H. empetrifolium Willd. (Greuter &amp; al. 1985). Τα φυτά αυτά έχουν ενδιάμεσα χαρακτηριστικά των γονέων, οι οποίοι απαντούν στην περιοχή, και φαίνεται να εμφανίζουν μειωμένη γονιμότητα. Το Hypericum jovis μπορεί επίσης να έχει φαρμακευτική αξία: δύο νέα παράγωγα φλωρογλυκινόλης, τα Hyperjovinol A και Hyperjovinol B, απομονώθηκαν από το είδος (Athanasas &amp; al. 2004) και έδειξαν σημαντική αντιοξειδωτική δράση.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα είναι γνωστοί επτά υποπληθυσμοί, οι οποίοι εξαπλώνονται από τις Δ. πλαγιές του Ψηλορείτη μέχρι ανατολικά το όρος Γιούχτας και νότια το όρος Κόφινας. Σε τουλάχιστον έναν από τους υποπληθυσμούς, στο φαράγγι δυτικά του χωριού Καμάρες, στο Ν. τμήμα του Ψηλορείτη, τα φυτά είναι άφθονα στους κρημνούς και απαριθμούν μερικές εκατοντάδες ωρίμων ατόμων. Η περιοχή εξάπλωσης είναι 550 km2 και η συνολική περιοχή που το είδος καταλαμβάνει είναι περίπου 13 km2. Δεν έχει παρατηρηθεί, αλλά ούτε φαίνεται πιθανή μία συνεχής μείωση ή δραστικές μεταβολές στον αριθμό των ωρίμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Τα φυτά είναι ασφαλώς προστατευμένα από την βόσκηση και τις ανθρώπινες δραστηριότητες, λόγω της χασμοφυτικής προσαρμογής τους. Μία πιθανή πυρκαγιά θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο σε περιοχές των κρημνών, όπου η βλάστηση είναι αρκετά πυκνή ώστε να συντηρήσει μία φωτιά ή στην περίπτωση που ο βιότοπος είναι κοντά σε πλαγιά πυκνά καλυπτόμενη με εύφλεκτη βλάστηση. Δεδομένης της δομής του πληθυσμού και του σχετικώς μικρού βαθμού κινδύνου, προτείνεται η κατηγορία Χαμηλού Κινδύνου (LC) σύμφωνα με την IUCN (2001) για το είδος.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν έχει μέχρι στιγμής ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας. Άλλα κατάλληλα φαράγγια και κρημνοί της Κ. Κρήτης θα πρέπει να ερευνηθούν, προκειμένου να εντοπισθούν νέοι υποπληθυσμοί.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFA3FFBA98C7367CFA36FB2B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFADFFB598C7367CFA3EFBC5.text	9E288790FFADFFB598C7367CFA3EFBC5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hypericum kelleri Bald.	<div><p>Hypericum kelleri Bald.</p><p>Guttiferae</p><p>Σχεδόν Aπειλούμενο (NT)</p><p>Hypericum kelleri Bald. in Malpighia 9: 67 (1895).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "ad margines agrorum in Omalo", 7 Jul. 1893, Baldacci Iter Creticum 1893 no. 58 (Σύντυποι: BM, G, K, W, WU, WUHal).</p><p>Περιγραφή: Νανώδες, λείο, πολυετές είδος, σχηματίζον χαμηλή στρώση με έρποντα, ριζοβολούντα στελέχη, με πολλές διακλαδώσεις και λεπτοφυείς βλαστούς. Φύλλα 1,5-6,5 x 0,7-2 mm,, επιμήκη ή ελλειπτικά, με λίγους μαύμαύ-- ρους αδένες, κυματοειδή, με φυμάτια έως σχεδόν λεία. Ταξιανθία πολύ βραχεία, συνήθως αποτελούμενη από ένα άνθος. Άνθη συνήθως τετραμερή,ενίοτε τριμερή ή πενταμερή, σέπαλα μήκους 3-4(-5) mm,, επιμήκη-ελλειπτικά έως λογλογ-- χοειδή, στα κράσπεδα βλεφαριδωτά ή στικτά με μαύρους αδένες. Πέταλα μήκους 6-7(-8) mm, ελλειπτικά, κίτρινα με ερυθρές αποχρώσεις στην κάτω επιφάνεια, και με λίγους μαύρους αδένες. Καρπός ωοειδής κάψα, μήκους 3-4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα τέλη Μαΐου έως και τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό ενδημικό είδος. Γνωστό μόνο από τον όγκο των Λευκών Ορέων στην Δ. Κρήτη. Δύο αναφορές δυτικά των Λευκών Ορέων (μεταξύ των χωριών Καλλικράτη και Αργυρούπολης και των χωριών Σπήλι και Κισσός) είναι σχεδόν βέβαιο ότι βασίζονται σε λανθασμένους προσδιορισμούς και πιθανότατα αντιπροσωπεύουν το κάπως παρεμφερές Hypericum trichocaulon .</p><p>Βιότοπος: Το Hypericum kelleri είναι, συνήθως, οικολογικά εντοπισμένο σε επίπεδες εκτάσεις με βαθύ, αργιλώδες έδαφος, όπως τα κατώτερα τμήματα των δολινών, σε υψόμετρο μεταξύ 1.050 m και 2.150 m. Σχετικώς ξηρές θέσεις, οι οποίες δεν κατακλύζονται περιοδικά, προτιμούνται από το είδος. Η θέση, απ' όπου προέρχεται ο Τύπος του είδους, δηλαδή οι παρυφές αγρών στο οροπέδιο του Ομαλού, αντιπροσωπεύουν έναν ανάλογο βιότοπο. Αυτές οι θέσεις εξαρτώνται από παράγοντες, όπως η βόσκηση από τα αιγοπρόβατα και ο καθαρισμός (στον οποίο περιλαμβάνεται και η καύση) των θάμνων της Berberis cretica που γίνεται από κτηνοτρόφους, προκειμένου να διατηρηθούν ανοικτές εκτάσεις. Άλλα είδη που μπορεί να φύονται με το H. kelleri περιλαμβάνουν χαμηλής ανάπτυξης φυτά, ή φυτά που σχηματίζουν τάπητα και μπορεί να είναι χαρακτηριστικά τέτοιων βιοτόπων, όπως η Anchusa cespitosa (επίσης ενδημική στα Λευκά Όρη), η Anthemis rigida, η Hypochaeris tenuiflora (ενδημική στα όρη της Κρήτης) και η Spergularia rubra .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Hypericum kelleri καλλιεργείται, ορισμένες φορές, στην Ευρώπη με το λανθασμένο όνομα H. trichocaulon . Το τελευταίο είναι ένα άλλο ενδημικό είδος της Κρήτης, το οποίο μπορεί να φύεται πλησίον του H. kelleri σε ορισμένες θέσεις, αν και σε περισσότερο βραχώδη περιβάλλοντα, και συχνά παρεισφρύει με τα μακρά του στελέχη σε ακανθώδεις, νανώδεις θάμνους. Τα δύο είδη είναι κάπως παρεμφερή στην εμφάνιση αλλά όχι συγγενή. Τα υπολειμματικά ενδημικά είδη, όπως το H. kelleri, παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιατί προσφέρουν μία καλή εικόνα της εξέλιξης και της φυτογεωγραφίας. Η εξάπλωσή τους συχνά συνδυάζεται με την εξάπλωση άλλων ενδημικών ειδών. Ο πλησιέστερος συγγενής του H.. kel-kelleri φαίνεται να είναι το H. aviculariifolium Jaub. &amp; Spach, ιδιαιτέρως τα φυτά της ΝΑ. Ανατολίας που ανήκουν στην var. bourgaei (Boiss.) N. Robson (Robson &amp; Strid 1986).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Tουλάχιστονουλάχιστον 24 υποπληθυυποπληθυ-- σμοί του Hypericum kelleri είναι γνωστοί από τα Λευκά Όρη. Οι είκοσι έχουν χαρτογραφηθεί από τον Egli (1993). Σε ορισμένες θέσεις τα ενήλικα άτομα είναι άφθονα, όπως για παράδειγμα στο λεκανοπέδιο Λιβάδα, βόρεια του όρους Σβουριχτή. Δεν έχει μετρηθεί συνεχιζόμενη μείωση ή ακραίες μεταβολές των ενηλίκων ατόμων του είδους, τα οποία με αρκετή βεβαιότητα ξεπερνούν τα 1.000. Επιπλέον, η έκταση που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί πιθανώς ξεπερνά τα 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το Hypericum kelleri υπόκειται σε υπερβόσκηση και ποδοπάτημα από τα αιγοπρόβατα, τα οποία όχι μόνο προκαλούν άμεση βλάβη στα φυτά, αλλά επίσης ελαττώνουν τις κάψες με σπέρματα που παράγονται και αναστέλλουν την δημιουργία νεαρών φυτών. Ως ένα βαθμό τα φυτά προστατεύονται από την καταστροφή της υπερβόσκησης, εξαιτίας της κατακείμενης μορφής τους και των πολύ διακλαδισμένων στελεχών που ριζοβολούν. Στην πραγματικότητα, η συνεχιζόμενη χρήση της γης για βόσκηση από αιγοπρόβατα μπορεί να είναι σημαντική γιατί διατηρεί το βιότοπο κατάλληλο για το συγκεκριμένο είδος. Χωρίς βόσκηση και καθαρισμό οι επίπεδες ανοικτές εκτάσεις όπου φύεται το Hypericum, θα μπορούσαν τελικά να καλυφθούν από αδιαπέραστους θάμνους Berberis cretica, κάτω από τους οποίους το Hypericum ίσως δεν θα επιβίωνε. Σε περίπτωση επίσης που η βόσκηση σε αυτές τις περιοχές μειωνόταν, είναι πιθανό να υπήρχε γρηγορότερη ανάπτυξη της Vicia tenuifolia, ένα βοσκούμενο είδος που είναι ανταγωνιστικό του H. kelleri .</p><p>Ο κίνδυνος υπερσυλλογής του είδους από βοτανικούς και κηπουρούς είναι σχετικά μικρός, αν ληφθεί υπόψη ο μεγάλος αριθμός των ατόμων.</p><p>Αν και το είδος ίσως ενταχθεί στο μέλλον στην κατηγορία των Τρωτών (VU) της IUCN (2001), σε περίπτωση που οι πληθυσμοί του παρουσιάσουν κάποια μείωση, προς το παρόν δεν πληροί κάποια από τα κριτήρια ένταξης στη συγκεκριμένη κατηγορία και κατά συνέπεια κατατάσσεται ως Σχεδόν Aπειλούμενο (NT).</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα προς το παρόν. Επιλεγμένοι υποπληθυσμοί θα πρέπει να παρακολουθούνται για αρκετά έτη (ή δεκαετίες), ώστε να ανιχνευθεί μία πιθανή μείωση ή μεταβολή του αριθμού των ατόμων τους. Εκτάσεις που φιλοξενούν πληθυσμούς του Hypericum kelleri θα πρέπει να περιφραχθούν ώστε να εμποδισθεί η είσοδος σε αιγοπρόβατα και να δοθεί η δυνατότητα στα φυτά να αναπτυχθούν, να παράγουν σπέρματα και να δημιουργήσουν νέα άτομα. Είναι, παρόλα αυτά, απαραίτητο να εποπτεύεται με προσοχή η αύξηση των ανταγωνιστικών ειδών σε μία τέτοια έκταση, ώστε να καταστεί βέβαιο ότι οι πληθυσμοί του Hypericum ωφελούνται από αυτή την πρακτική. Η συλλογή του φυτού θα πρέπει να ελεγχθεί με αυστηρότητα, αν και ένας μικρός αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί (εάν αυτό το ίδιο δεν δημιουργεί κάποιον κίνδυνο) για να επιτευχθεί η καλλιέργεια του φυτού, να πολλαπλασιασθεί και στη συνέχεια να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους. Τα σπέρματά του θα πρέπει επίσης να κατατεθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την πιθανότητα επανεισαγωγής του είδους στον φυσικό του βιότοπο ή θα δώσει την δυνατότητα πειραμάτων ενίσχυσης των φυσικών πληθυσμών, στην περίπτωση που τα άτομα, τα οποία έχουν απομείνει, μειωθούν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFADFFB598C7367CFA3EFBC5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFAFFFB098C7378AFA35F91C.text	9E288790FFAFFFB098C7378AFA35F91C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Hypericum taygeteum Quezel & Contandr.	<div><p>Hypericum taygeteum Quézel &amp; Contandr.</p><p>Guttiferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Hypericum taygeteum Quézel &amp; Contandr. in Taxon 16: 240 (1967).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "in rupibus umbrosis loco dicto 'langada de Tripi' in monte Taygeto", 700 m, Quézel &amp; Contandriopoulos (Ολότυπος: herb. P. Quézel, AIX).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με ξυλώδη βάση και αρκετά λεπτά, εύθραυστα στελέχη μήκους 3-20 cm, συνήθως κρεμάμενα σε βράχους, σχηματίζοντα μικρές συστάδες. Φύλλα αντίθετα, απλά, με μίσχο έως 1,5 mm, ακέραια, ωοειδή έως ελλειπτικά-ωοειδή, διαστάσεων 2-8 x 1-4 mm, άτριχα, με αμβλεία ή αποστρογγυλεμένη απόληξη, πράσινα ή γλαυκοπράσινα, χωρίς μαύρους αδένες και με διάσπαρτους, διαυγείς αδένες μεταξύ του μεσαίου νεύρου και του κράσπεδου. Άνθη συνήθως μονήρη ή σπανίως σε ομάδες των 2-3, διαμέτρου 12-16 mm.. Βράκτια λογχοειλογχοει-- δή, μήκους 2-3 mm,, λεία. Σέπαλα 5, συνενωμένα στο κακα-- τώτερο 1/4 του μήκους τους, ωοειδή-λογχοειδή, αμβλέα έως οξέα, μήκους 3-4 mm,, μεμβρανώδη, κράσπεδα ακέακέ-- ραια ή με 1-2 βλεφαρίδες. Στεφάνη με 5 πέταλα, ελεύθερα, φωτεινά κίτρινα, ωοειδή-λογχοειδή, μήκους 7-9 mm, με αμβλεία ή οξεία απόληξη, ακέραια, με 10-12 νευρώσεις. Στήμονες πολυάριθμοι, σε 3 δέσμες. Καρπόφυλλα 3, ωοειδή, μήκους 3-5 mm,, που διαρρηγνύονται στην εσωεσω-- τερική τους ραφή κατά την ωρίμανση, στύλοι μήκους 2,5- 3 mm, νηματοειδείς, παραμένοντες. Σπέρματα κυλινδρικά, μήκους 1,7-1,8 mm, με αμβλείες ή αποστρογγυλεμένες απολήξεις, καμπτόμενα στη μία τους πλευρά, με υαλώδη φυμάτια στη βάση τους και με δικτυωτή νεύρωση.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα μέσα Ιουνίου. Οι ώριμοι καρποί παρουσιάζονται τον Ιούλιο (μέχρι τις αρχές Αυγούστου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σπάνιο, ενδημικό είδος της Ν. Πελοποννήσου. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό από τα όρη Ταύγετος και Πάρνωνας, καθώς και από τα μικρότερα όρη Χιονοβούνι και Κορακιά, που εκτείνονται νότια του Πάρνωνα και τα οποία ανήκουν στην οροσειρά του Ζάρακα (Tan &amp; Iatroú 2001, Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Βιότοπος: Το Hypericum taygeteum ανήκει στα χασμοφυτικά είδη και φύεται σε κατακόρυφους ή σχεδόν κατακόρυφους ασβεστολιθικούς κρημνούς, σε σκιερές ή ημισκιερές και σχετικά προφυλαγμένες θέσεις.Σπανίως έχει παρατηρηθεί στη βάση των βράχων που φιλοξενούν πληθυσμούς του, ίσως γιατί εκεί υπόκειται σε βόσκηση από ζώα και αναπτύσσεται με δυσκολία.</p><p>Στον Ταύγετο, το είδος εμφανίζεται στα ανώτερα τμήματα της Λαγκάδας, σε βραχώδεις θέσεις, οι οποίες περιβάλλονται από μακία βλάστηση. Ορισμένες ομάδες φυτών που εντοπίζονται στα βραχώδη πρανή χειμάρρου της χαράδρας αναπτύσσονται σε ημισκιερά μέρη, κάτω από Platanus orientalis, συχνά σε βορεινή έκθεση μαζί με Stachys chrysantha και Cymbalaria microcalyx .</p><p>Οι πληθυσμοί του Πάρνωνα εμφανίζονται στους σκιερούς βράχους δυτικής-βορειοδυτικής έκθεσης, υψηλότερα από το χωριό Πολύδροσο (Τζίτζινα), μέσα σε δάσος Abies cephalonica .</p><p>Στα όρη Κορακιά και Χιονοβούνι οι βιότοποιείναι ημισκιαζόμενοι, κατακόρυφοι, ασβεστολιθικοί κρημνοί με βόρεια ή βορειοανατολική έκθεση, που προεκτείνονται μεταξύ της μακίας βλάστησης. Στα νότια τμήματα του Χιονοβουνίου, σε πλαγιές ανατολικής έκθεσης, παρατηρείται το χαμηλότερο υψόμετρο ανάπτυξης του είδους (400 m), σε μία περιοχή, όπου υπάρχουν πολλά ακόμη σπάνια και ενδημικά είδη της Ελλάδας.</p><p>Οι γνωστοί πληθυσμοί του Hypericum taygeteum αναπτύσσονται σε υψομετρικό εύρος από τα 400 έως τα 1.200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Hypericum taygeteum ανήκει στη H. sect. Taeniocarpium (Robson 1977) και συγγενεύει με το H. fragile Heldr. &amp; Sart. ex Boiss. το οποίο φύεται σε ορεινές περιοχές της Κ. Εύβοιας. Από το τελευταίο διαφέρει κυρίως στα ακέραια κράσπεδα των σεπάλων και στο ότι τα άνθη του είναι συνήθως μονήρη. Εντούτοις, παρατηρήσαμε ότι φυτά της Κορακιάς συχνά φέρουν ταξιανθίες με τρία άνθη και τα πέταλά τους είναι οξέα, όχι αμβλέα ή ακρότομα. Ανάλογες παρατηρήσεις έγιναν και στον υποπληθυσμό του Χιονοβουνίου, όπου παρατηρήθηκαν άτομα με καρπούς σε ομάδες των δύο. Επιπλέον, ορισμένα φυτά στον Πάρνωνα και στο Χιονοβούνι εμφανίζουν μία μεγάλη ανάπτυξη βλαστών, οι οποίοι συχνά κρέμονται από το βραχώδες υπόστρωμα. Τέτοιες μορφολογικές διαφοροποιήσεις θα πρέπει να θεωρούνται ότι εντάσσονται στην ποικιλότητα του είδους και δεν φαίνεται να έχουν κάποια ταξινομική αξία (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Hypericum taygeteum απαντά σε βραχώδεις θέσεις και ορισμένες φορές σε απρόσιτους βιοτόπους. Κατά την περίοδο ανθοφορίας τα φυτά γίνονται εύκολα αντιληπτά, εξαιτίας των φωτεινών κίτρινων ανθέων τους, όμως τις υπόλοιπες περιόδους μπορεί να διαφύγουν της προσοχής. Οι πληθυσμοί του είδους είναι τοπικοί. Το φυτά συχνά απουσιάζουν από φαινομενικά κατάλληλες θέσεις, ακόμα και αν αυτές γειτνιάζουν με γνωστούς πληθυσμούς.</p><p>Στον Ταύγετο, η μοναδική περιοχή όπου μέχρι σήμερα έχει βρεθεί το H. taygeteum είναι η χαράδρα της Λαγκάδας, σε απόκρημνους βράχους τμήμα των οποίων χρησιμοποιείται ως αναρριχητικό πεδίο. Εκεί έχουν καταμετρηθεί περίπου 1.000 άτομα του είδους. Ενδέχεται όμως λεπτομερής έρευνα στο όρος να αποκαλύψει νέους υποπληθυσμούς.</p><p>Στον Πάρνωνα,πάνω από το χωριό Πολύδροσο (Τζίτζινα), έχουν τεκμηριωθεί δύο υποπληθυσμοί, οι οποίοι περιλαμβάνουν περίπου 100-150 φυτά ο καθένας, ενδέχεται όμως να υπάρχουν επιπλέον υποπληθυσμοί σε δύσβατα σημεία της περιοχής. Ο πληθυσμός της Κορακιάς περιλαμβάνει περίπου 60 φυτά και καταλαμβάνει μια πολύ μικρή έκταση σε κρημνούς της περιοχής. Στις ανατολικές πλαγιές του Χιονοβουνίου έχουν παρατηρηθεί δύο σχετικώς μεγάλοι υποπληθυσμοί, οι οποίοι απέχουν μεταξύ τους περίπου 800-1.000 m και περιλαμβάνουν συνολικώς πεπε-- ρίπου 450 άτομα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005). Από νεότερες έρευνες των συγγραφέων έχουν εντοπισθεί μερικοί ακόμη πολύ μικροί υποπληθυσμοί στους δυσπρόσιτους κρημνούς της περιοχής.</p><p>Σε όλους τους υποπληθυσμούς του είδους παρατηρήσαμε ένα μικρό αριθμό νεαρών ατόμων, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα αρτίβλαστα εγκαθίστανται με δυσκολία στο βραχώδες υπόστρωμα και η αύξηση ή η ανανέωση των υποπληθυσμών πραγματοποιείται με πολύ αργούς ρυθμούς. Εκτιμούμε ότι ο συνολικός αριθμός φυτών του είδους δεν υπερβαίνει τα 4.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Αρκετοί βιότοποι του Hypericum taygeteum εντάσσονται σε περιοχές με ήπια ανθρώπινη δραστηριότητα, (κτηνοτροφία, θέσεις δασικής αναψυχής, θρησκευτικά προσκυνήματα, επαρχιακά οδικά δίκτυα). Οι πληθυσμοί του είδους προστατεύονται αποτελεσματικά στους απρόσιτους κατακόρυφους κρημνούς και μόνο τα φυτά που αναπτύσσονται στα χαμηλότερα τμήματα των βράχων βόσκονται από τα ζώα. Εντούτοις, τα τελευταία έτη ένα τμήμα του πληθυσμού του H. taygeteum στη χαράδρα της Λαγκάδας κινδυνεύει από την δημιουργία αναρριχητικού πεδίου, το οποίο καλύπτει σημαντικό τμήμα του κάθετου βράχου του βιότοπού του.</p><p>Επιπλέον, ενδεχόμενες αλλαγές του κλίματος, με παρατεταμένες περιόδους ξηρών και ζεστών καλοκαιριών πιθανότατα επηρεάζουν αρνητικά το είδος. Όμως, οι πληροφορίες που αναφέρονται στις επιδράσεις, που έχουν οι μεταβολές του κλίματος πάνω στα σπάνια είδη είναι λίγες και συχνά περιορίζονται μόνο σε άμεσες και μικρής κλίμακας παρατηρήσεις. Όπως συμβαίνει με αρκετά σπάνια φυτά της Ελλάδας, στοιχεία τα οποία σχετίζονται με την παρακολούθηση των πληθυσμών για μία περίοδο ετών απουσιάζουν συστηματικά.</p><p>Κατατάσσουμε το H. taygeteum στην κατηγορία των Τρωτών (VU) VU)) σύμφωνα με την IUCN (2001), επειδή πληπλη-- ροί κυρίως το κριτήριο D2. Περισσότερη έρευνα χρειάζεται για την πιθανότητα να ισχύουν επίσης τα κριτήρια C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίας: Είναι σημαντικό να αποτραπεί κάθε προσπάθεια περαιτέρω επεμβάσεων στις περιοχές και τους βιοτόπους όπου φύεται το είδος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ενδεχόμενη δημιουργία του ανατολικού οδικού άξονα της Πελοποννήσου, η χάραξη του οποίου θα πρέπει να συνοδεύεται από μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η πιθανότητα επιπλέον διατάραξης του οικοσυστήματος ανάμεσα στα χωριά Χάρακας και Κυπαρίσσι θα πρέπει να αποτραπεί γιατί στην περιοχή φιλοξενούνται πλήθος ενδημικά και σπάνια είδη.</p><p>Όλοι οι γνωστοί πληθυσμοί του Hypericum taygeteum αναπτύσσονται σε περιοχές που περιλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 με τις σημαντικές οικολογικά περιοχές της Ελλάδας. Η εφαρμογή των ειδικών πρακτικών και μέτρων που διέπουν τις συγκεκριμένες περιοχές είναι ικανή να προφυλάξει το είδος από πολλούς κινδύνους. Στα πλαίσια αυτά, οι αναρριχητικές δραστηριότητες στη χαράδρα της Λαγκάδας θα πρέπει να επανεξετασθούν, ώστε να μην γίνουν αιτία για την καταστροφή ατόμων στον πληθυσμό του Ταΰγέτου.</p><p>Δεν είναι γνωστές οι συνθήκες φύτρωσης των σπερμάτων του H. taygeteum και οι αποτελεσματικές τεχνικές καλλιέργειάς του. Μελέτες πάνω στην καλλιέργεια και τον πολλαπλασιασμό του είδους θα βοηθήσουν την εγκατάστασή του σε Βοτανικούς Κήπους (ex situ προστασία), όπου το φυτό είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για βραχόκηπους.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης, Χαράλαμπος Κυριακόπουλος &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFAFFFB098C7378AFA35F91C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFA8FFB298DE378AFA36FE78.text	9E288790FFA8FFB298DE378AFA36FE78.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Isatis tinctoria subsp. athoa (Boiss.) Papan.	<div><p>Isatis tinctoria L. subsp. athoa (Boiss.) Papan.</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Isatis tinctoria L. subsp. athoa (Boiss.) Papan. in Strid (ed.), Mount. Fl. Greece 1: 238 (1986).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρους] "In monte Atho", ann. 1873, Pichler (G).</p><p>Συνώνυμα: Isatis tinctoria L. var. stenocarpa Griseb., Spicil. Fl. Rumel.1: 286 (1843).</p><p>Isatis athoa Boiss., Fl. Orient. Suppl.: 64 (1888).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, βραχύβιο, ποώδες φυτό με πολλούς βλαστούς μήκους 25-45 cm, άτριχους ή με ελαφρύ πίλημα στη βάση. Φύλλα βάσης με μίσχo, τουλάχιστον του ιδίου μήκους με το έλασμα των φύλλων, 4-6 x 1-1,5 cm, μήκους, λεία ή τριχωτά, πράσινα, αντωοειδή, με αμβλεία κορυφή. Φύλλα βλαστού μικρότερα, επιμήκη ή αντιλογχοειδή, ακέραια, με αμβλεία κορυφή, άτριχα ή ελαφρώς τριχωτά, ωτοειδή. Ταξιανθία αραιή φόβη. Σέπαλα 2-2,5(- 3) mm, λεία, με μεμβρανώδη περιθώρια. Πέταλα μήκους 3-4,5 mm, αντωοειδή, λεία, κίτρινα. Ποδίσκος βραχύτερος από τον καρπό. Καρπός κέρας, διαστάσεων 10-16 x 2-4 mm, επιμήκης-σπατουλοειδής, με αποστρογγυλωμένη ή κοίλη κορυφή, πυκνώς χνοώδης, με πλατιά πτερύγια στα χείλη του. Σπέρματα επιμήκη, λεία.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 28+0-2Β (Papanico-Papanicolaou 1986, Tan 2002).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Αρχές Απριλίου μέχρι αρχές Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Isatis tinctoria subsp. athoa είναι ενδημικό taxon του Άθωνα, στην Χερσόνησο του Αγίου Όρους.</p><p>Βιότοπος: Το είδος αυτό φύεται σε ασβεστολιθικά πετρώματα και απαντά σε πετρώδεις πλαγιές, σάρες και σχισμές βράχων στην ορεινή ζώνη του Άθωνα από τα 1.500 μέχρι τα 1.800 m, μαζί με τα Prunus prostrata, Pterocephalus perennis subsp. perennis, Daphne oleoides, Crepis athoa, Alyssoides utriculata, Sedum ochroleucum, Semprevivum marmoreum, Viola athois κ.ά. Επίσης, αναπτύσσεται σε πετρώδη διάκενα των δασικών ορίων που σχηματίζουν τα είδη Abies borisii-regis, Cotoneaster integerrimus, Crataegus heldreichii και Juniperus communis subsp. hemisphaerica, μαζί με τα Berberis cretica, Anthyllis vulneraria subsp. pulchella, Centaurea athoa subsp. athoa κ.ά. (Καρύδας 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το τυπικό υποείδος της Isatis tinctoria απαντά, επίσης, στην χερσόνησο του Αγίου Όρους, αλλά σε χαμηλά υψόμετρα. Τα δύο υποείδη διαφέρουν κυρίως στο μέγεθος και την τρίχωση των καρπών τους.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Isatis tinctoria subsp. athoa σχηματίζει έναν πληθυσμό, ο οποίος εξαπλώνεται στα δασικά όρια και στα χαμηλότερα σημεία της ανώτερης ζώνης του Άθωνα. Ο πληθυσμός αριθμεί αρκετές εκατοντάδες ατόμων, τα οποία είναι διασκορπισμένα στις πετρώδεις πλαγιές, κυρίως κοντά στο εκκλησάκι της Παναγίας, στα 1.500 m, συνήθως σε μικρές ομάδες (Καρύδας 2007).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το taxon χαρακτηρίζεται ως Tρωτόρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), κυρίως εξαιτίας της περιοπεριο-- ρισμένης περιοχής εμφάνισής του και λόγω του αριθμού των ενηλίκων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 1.000 (κριτήριο D).</p><p>Ο πληθυσμός της Isatis tinctoria subsp. athoa είναι διασκορπισμένος σε θέσεις του Άθωνα όπου υπάρχουν ελάχιστες ανθρώπινες δραστηριότητες. Η βόσκηση δεν επιτρέπεται στη χερσόνησο και έτσι δεν αποτελεί απειλή για το taxon αυτό, ενώ μόνον η ήπια βόσκηση από ορισμένες δεκάδες ελεύθερα μουλάρια είναι πιθανό να βλάπτει τον πληθυσμό της. Ακόμη, η ανέγερση ενός κτηρίου φιλοξενίας προσκυνητών και η επέκταση του υπάρχοντος κτηρίου στην περιοχή της Παναγίας, πιθανόν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον βιότοπο του υποείδους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το είδος αυτό περιλαμβάνεται στους Καταλόγους της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπης, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλουμένων Ζώων και Φυτών, ενώ επίσης προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.</p><p>Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για την Isatis tinctoria subsp. athoa . Προτείνεται η καταγραφή και η παρακολούθηση του taxon αυτού μαμα-- κροπρόθεσμα, κάτι που θα παρέχει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του. Ακόμη, πρέπει να αποφευχθεί η συλλογή φυτικού υλικού από τον βιότοπό του, κυρίως με την ενημέρωση των μοναχών και των επισκεπτών. Τέλος, κρίνονται χρήσιμες οι προσπάθειες της e x situ προστασίας του, με την καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους και Ερευνητικά Κέντρα.</p><p>Αντώνιος Καρύδας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFA8FFB298DE378AFA36FE78	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FFAAFF4D98DE367CFA3EFB08.text	9E288790FFAAFF4D98DE367CFA3EFB08.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Jurinea taygetea Halacsy	<div><p>Jurinea taygetea Halácsy</p><p>Compositae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύoν (CR)</p><p>Jurinea taygetea Halácsy in Magyar Bot. Lapok 11: 203 (1912).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "in mt. Taygetos, loco Koromilia dicto", Zahn 1154 (Ολότυ-Ολότυπος: WU-Hal).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, καλυπτόμενο από πυκνές, αραχνοειδείς, λευκές τρίχες, με ρίζωμα σχετικώς λεπτό. Βλαστός μονήρης, ύψους 2-4(-6) cm.. Φύλλα σχηματίζοσχηματίζο-- ντα ρόδακα με αραχνοειδές, λευκόφαιο τρίχωμα, συνήθως λυροειδή ή πτεροσχιδή με μεγάλους ακέραιους λοβούς που συχνά φθάνουν μέχρι το κεντρικό νεύρο, σπανίως αδιαίρετα (κυρίως κατά τα πρώτα έτη) οπότε ελλειψοειδήαντιλογχοειδή. Φύλλα βλαστού ελλατούμενα σε μέγεθος ή ελλείποντα. Κεφάλια μεμονωμένα, στο κέντρο του ρόδακα φύλλων. Περίβλημα κωδωνοειδές με διάμετρο έως 25 mm. Φυλλάρια περιβλήματος σε αρκετές σειρές (μέχρι 5), με αραιό, αραχνοειδές-εριώδες, λευκόφαιο τρίχωμα, χρώματος γλαυκοπράσινου, εκτός της εσωτερικής σειράς που γίνονται πορφυρά τουλάχιστον κατά το άνω ήμισυ, λογχοειδή, καμπτόμενα κατά την ωρίμανση στην κορυφή, καταλήγοντα σε μικρή ακίδα. Εξωτερικά ανθίδια ιώδη, μακρύτερα από τα εσωτερικά φυλλάρια, μερικά από τα κεντρικά ελαφρώς πορφυρά. Ανθικός δίσκος με πολυάριθμα λέπια. Αχαίνια αντιπυραμιδοειδή, μήκους μέχρι 4 mm, ελαφρώς γραμμοειδή-ραβδωτά, με μικρούς οδόντες στις ραβδώσεις. Πάππος από λεπτές, πάχους μέχρι 0,1 mm, μακρές (μήκους μέχρι 20 mm), συνενωμένες στην βάση τρίχες, με βραχείες, οξείες, αραιές θηλές, οι εξωτερικές τρίχες όχι πολύ βραχύτερες των εσωτερικών.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα τέλη Ιουνίου έως τις αρχές Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο, ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μέχρι σήμερα μόνο από την περιοχή του Προφήτη Ηλία (η υψηλότερη κορυφή του Ταΰγέτου). Αναφορές αυτού του είδους από την Βουλγαρία και FYROM δεν έχουν επιβεβαιωθεί.</p><p>Βιότοπος: Η Jurinea taygetea εμφανίζεται αποκλειστικά στις ανατολικές παρυφές της υψηλότερης κορυφής Προφήτης Ηλίας του Ταΰγέτου, σε πετρώδεις ή χαλικώδεις πλαγιές ήπιας ή έντονης κλίσης, και σε σημεία όπου η υψηλή ξυλώδης βλάστηση απουσιάζει. Προτιμά φωτεινές θέσεις στα διάκενα των ασβεστολιθικών βράχων και λίθων. Εμφανίζεται σε υψόμετρο μεταξύ 2.000-2.250 m, μαζί με άλλα είδη όπως τα Euphorbia herniariifolia, Sesleria taygetea, Cerastium candidisimum, αλλά και τα τοπικά ενδημικά Aethionema carlsbergii, Draba laconica, καθώς και το τοπικό ενδημικό μονοτυπικό γένος Phitosia crocifolia .</p><p>Η J. taygetea είναι προσαρμοσμένη, φυόμενη σε βραχώδες ή χαλικώδες έδαφος, ασβεστολιθικής σύστασης.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Jurinea φαίνεται να έχει καταγωγή από την Ιρανο-Τουρανική περιοχή και την Κ. Ασία. Στην περιοχή της Μεσογείου αναφέρονται 42 είδη (14 από τα οποία αμφισβητούνται) και στην Ελλάδα απαντούν 7 από αυτά (Greuter &amp; Raab- Straube 2008). Η J. mollis (L.) L.).) Rchb.. είναι ένα ευρύτοπο είδος που εξαπλώνεεξαπλώνε-- ται από την Κ. &amp; ΝΑ. Ευρώπη μέχρι την Δ. Ανατολία. Στην Ελλάδα απαντά από την Β. Πίνδο μέχρι μερικά όρη της Στερεάς Ελλάδας, καθώς και στις νήσους του Α. Αιγαίου. Η J. consanguinea DC. και η J. kilaea Azn .. έχουν την κύκύ-- ρια εξάπλωσή τους στην Τουρκία και στην Ελλάδα, όπου απαντούν είτε στην Θράκη και τις νήσους του Α. Αιγαίου η πρώτη είτε μόνο στην ΒΑ. Ελλάδα η δεύτερη. Οι αμφισβητούμενες J. glycantha (Sm.) DC., J. polycephala Formáneck και η J. cadmea Boiss. έχουν, επίσης, την κύρια εξάπλωση τους στην Τουρκία και την Ελλάδα και απαντούν είτε στην Θράκη (οι 2 πρώτες), είτε στις νήσους του Α. Αιγαίου (η τελευταία).</p><p>Η Jurinea taygetea είναι υπολειμματικό, στενότοπο, ενδημικό είδος της Ελλάδας, το οποίο έχει συλλεχθεί λίγες φορές στον Ταύγετο και κατά συνέπεια δεν είναι πολύ καλά γνωστό. Η αναφορά της J. taygetea από την Βουλγαρία είναι πιθανότατα λανθασμένη (Strid 1991 b, Tan &amp; Iatroú 2001) και το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει για την περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας.Το περισσότερο συγγενές είδος της J. taygetea φαίνεται να είναι η J. cadmea .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Jurinea taygetea σχηματίζει ενιαίο πληθυσμό, στην υψηλότερη κορυφή του Ταΰγέτου, αποτελούμενο από μερικές μικρές ομάδες φυτών, καμία από τις οποίες δεν ξεπερνά σε αριθμό τα 10 άτομα. Μόνο σε μια επιφάνεια χαλικώδους πλαγιάς 100 x 100 m κακα-- ταμετρήθηκαν συνολικά περίπου 100-150 ώριμα άτομα. Νεαρά άτομα παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 20% επί του συνόλου των ατόμων που παρατηρήθηκαν στην διαδρομή προς την κύρια κορυφογραμμή, και σε υψόμετρο 2.200 m.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής. Η Jurinea taygetea αναπτύσσεται σε χαλικώδες έδαφος με ποικίλη κλίση, σε ηλιόλουστες θέσεις, με ανατολική έκθεση και σε περιοχή έντονης βόσκησης από αιγοπρόβατα. Εντούτοις, δεν παρατηρήθηκαν βοσκημένα φυτά, γεγονός που δείχνει ότι το είδος δεν προτιμάται από τα ζώα. Το είδος, όμως, κινδυνεύει από το ποδοπάτημα των ζώων, καθώς φύεται σε σχετικά εκτεθειμένες θέσεις από τις οποίες περνούν τα κοπάδια που βόσκουν στην περιοχή της κορυφής του Ταΰγέτου.</p><p>Μία, ακόμη, πιθανή απειλή για το είδος είναι η υπερσυλλογή του. Το φυτό έχει εντυπωσιακή ταξιανθία και εμφανίζει καλλωπιστικό ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως φυτό βραχόκηπων, γεγονός που το κάνει επιθυμητό σε βοτανικούς και κηποτέχνες.</p><p>Ωστόσο, η σημαντικότερη απειλή για την J. taygetea προέρχεται από την πολύ περιορισμένη παρουσία της, σε ένα μόνο μικρό πληθυσμό, εκτάσεως πολύ μικρότερης των 10 km2, στον οποίο τα καταμετρημένα ώριμα άτομα δεν υπερβαίνουν συνολικώς τα 150-200. Εξαιτίας των παραπάνω, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), καθ' όσον πληροί τα κριτήρια Β1a,b, B2a,b και C2a(ii).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της Jurinea taygetea . Οι φυσικές ή ανθρωπογενείς μεταβολές που θα υποβάθμιζαν τον βιότοπο του είδους θα είχαν ιδιαίτερα αρνητική επίδραση στον πληθυσμό του. Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του πληθυσμού της J. taygetea προτείνεται η προστασία της από υπερβολική συλλογή, με ταυτόχρονη αποφυγή καταστροφικών μεταβολών στη δομή της βλάστησης και στον βιότοπό της. Η συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών μακροπρόθεσμα.</p><p>Ένας ακόμη αποτελεσματικός τρόπος προστασίας του είδους είναι η ανακήρυξη του Ταΰγέτου σε Εθνικό Δρυμό. Κάτι τέτοιο θα προσφέρει προστασία σε πολλά σπάνια, στενότοπα ή ελληνικά ενδημικά είδη, όπως τα: Achillea taygetea, Aethionema carlsbergii, Aquilegia ottonis subsp. taygetea, Astragalus taygeteus, Beta nana, Campanula papillosa, C. radicosa, Cerastium candidisimum, Dianthus androsaceus, Draba laconica, Nepeta camphorata, Onosma leptantha, Petrorhagia illyrica subsp. taygetea, Rindera graeca, Scutelaria rupestris subsp. rupestris, Sedum laconicum, Sesleria taygetea, Sideritis clandestina subsp. clandestina, Silene taygetea, Viola chelmea κ.ά., καθώς και στο τοπικό ενδημικό, μονοτυπικό γένος Phitosia crocifolia .</p><p>Επιπλέον, πρέπει να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και Ερευνητικά Ινστιτούτα, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρησή του και η επαναφορά του στον βιότοπό του αν και όποτε αυτό χρειασθεί.</p><p>Χαράλαμπος Κυριακόπουλος, Νicholas Turland &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FFAAFF4D98DE367CFA3EFB08	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF57FF4F98C7367CFA3EFC93.text	9E288790FF57FF4F98C7367CFA3EFC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Klasea cretica (Turrill) Holub	<div><p>Klasea cretica (Turrill) Holub</p><p>Compositae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Klasea cretica (Turrill) Holub in Folia Geobot. Phytotax. 12: 305 (1977).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Βetween Mouliana and Tourloti", Jun. 1957, C. N. Goulimy s.n. (Ολότυπος: K. Iσότυπος: W).</p><p>Συνώνυμα: Klasea flavescens (L.) Holub subsp. cretica (Turrill) Greuter &amp; Wagenitz in Willdenowia 33: 59 (2003).</p><p>Serratula cichoracea (L.) DC. subsp. cretica Turrill in Kew Bull. 12: 391 (1957).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, ποώδες είδος με υπόγειο ρίζωμα. Βλαστός συνήθως μονήρης, ύψους 20-70(-85) cm, όρθιος, σπανιότερα ανερχόμενος, ακέραιος ή με 1-3 διακλαδώσεις στο μεσαίο ή ανώτερο τμήμα του. Φύλλα βάσης λίγα, συνήθως ξηρά κατά την ανθοφορία. Κατώτερα φύλλα βλαστού 3-13 x 1-4 cm, λεία, σχεδόν ωοειδή ή ελλειπτικά-αντιλογχοειδή, ακιδωτά, κράσπεδα ακέραια ή ελαφρώς οδοντωτά, καταλήγοντα βαθμιαία σε μίσχο περίπου 3 cm, μεσαία φύλλα βλαστού μικρότερου μεγέθους, ελλειπτικά-λογχοειδή, με κράσπεδα κατερχόμενα στον βλαστό, ανώτερα φύλλα βλαστού, συχνά, ακόμη μικρότερου μεγέθους, βρακτιόμορφα ή ελλείποντα. Κεφάλια 1 ανά στέλεχος (σπανιότερα 2-3), σε ποδίσκους 2-6 cm, διαστάσεων 3,5-5 x 3-5 cm,, ημισφαιρικά. Βράκτια πεπε-- ριβλήματος σε πολλές σειρές, δερματώδη, λεία, με 3-5 νευρώσεις, πλάτους συνήθως μεγαλύτερου των 3,5 mm με αποληκτική άκανθα μήκους 2-5 mm, καμπτόμενη κατά την ωρίμανση, κράσπεδα ενίοτε βλεφαριδωτά. Aνθοδόχη τριχωτή, τρίχες περίπου 1 cm. Άνθη ερμαφρόδιτα, ρόδιναιώδη, σωληνοειδή, με 5 στενούς λοβούς. Αχαίνια (ανώριμα) αντωοειδή, πάππος με αρκετές σειρές ελευθέρων τριχών με μικροσκοπικές προεκβολές, εξωτερικές τρίχες μήκους 1-2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Δεν είναι γνωστός. Το γένος Klasea έχει χρωμοσωματικό αριθμό βάσης x = 15, σε αντίθεση με το x = 11 του γένους Serratula . H διαφορά στον χρωμοσωματικό αριθμό σε συνδυασμό με μορφολογικά και μοριακά δεδομένα υποστηρίζουν την διατήρηση της Klasea ως γένους διακριτού από την Serratula (Mar-Martins &amp; Hellwig 2005).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ανθίζει τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας,με γνωστή εξάπλωση στην Α. Κρήτη και τη ΝΑ. Πελοπόννησο, όπου καταγράφηκε σχετικώς πρόσφατα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006). Όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί του στην Α. Κρήτη βρίσκονται στην Επαρχία Σητείας (Νομός Λασιθίου). Ο Turrill (1957), στηριζόμενος σε πληροφορίες του Γουλιμή, αναφέρει ότι το είδος φύεται σε μία ζώνη ενός μιλίου που ξεκινά περίπου 500 m A.. της ΤουρλωΤουρλω-- τής και συνεχίζει προς την κατεύθυνση του χωριού Μέσα Μουλιανά. Όλοι οι υποπληθυσμοί της Πελοποννήσου καταγράφηκαν στην επαρχία Επιδαύρου-Λιμηράς του Νομού Λακωνίας, κυρίως στην κοιλάδα του Λαμπόκαμπου, Ν. του χωριού Κρεμαστή και στα γύρω μικρά όρη (οροσειρά Ζάρακα), μέχρι Δ. του όρους Κουλοχέρα.</p><p>Βιότοπος: Η Klasea cretica στην Α. Κρήτη φύεται σε πετρώδεις πλαγιές, κρημνούς και βράχους, σε υψόμετρο 200- 600 m (Turland &amp; al. 1993, Fielding &amp; Turland 2005).</p><p>Στην A.. Πελοπόννησο φύεται σε ανοίγματα θαμνώθαμνώ-- δους βλάστησης, συνήθως χαμηλής ανάπτυξης, σε πετρώδεις και χαλικώδεις πλαγιές ή σε εγκαταλειμμένους, πετρώδεις, σχεδόν επίπεδους αγρούς, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα ή συχνά σε terra rossa, σε υψόμετρο 300- 850 m.. H θαμνώδης βλάστηση των βιοτόπων της περιπερι-- λαμβάνει συνήθως τα είδη Quercus coccifera, Phillyrea latifolia και Genista acanthoclada . Στην Πελοπόννησο δεν παρατηρήθηκε κάποιος υποπληθυσμός ή έστω μεμονωμένα άτομα να φύονται σε κρημνούς ή βράχους.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Αρχικά τα δείγματα της Πελοποννήσου προσδιορίσθηκαν ως Klasea flavescens (L.) Holub subsp. mucronata (Desf.) Cantó &amp; S. Rivas- Martinez, στη συνέχεια, όμως, ο προσδιορισμός εναρμονίσθηκε με τα δεδομένα της διδακτορικής διατριβής του L. Martins, ο οποίος το κατέταξε στην K. cretica . Μορφολογικά τα δύο παραπάνω taxa είναι πολύ συγγενή, όμως η K. cretica έχει γενικά πλατύτερα βράκτια κεφαλίου (&gt; 3,5 mm), φύλλα στελέχους περισσότερο αμβλυκόρυφα με μικρή ακίδα παρά οξυκόρυφα-ακιδωτά και οι επιφάνειες των φύλλων είναι λείες, σε αντίθεση με την K. flavescens subsp. mucronata, στην οποία παρουσιάζονται πολυκυττάριες τρίχες κατά μήκος των νεύρων. Ωστόσο, μεταξύ των πληθυσμών της Κρήτης και της Πελοποννήσου υπάρχουν κάποιες μορμορ-- φολογικές διαφορές.. Τα φυτά της Κρήτης έχουν περισσόπερισσό-- τερα, μεγαλύτερα φύλλα που καλύπτουν σχεδόν όλο το μήκος του βλαστού, ενώ η βάση τους κατέρχεται ευκρινώς στον βλαστό. Τα φυτά της Πελοποννήσου έχουν αραιότερα τοποθετημένα φύλλα, τα οποία δεν κατέρχονται ή κατέρχονται ελαφρώς στον βλαστό, ενώ το ανώτερο 1/3 του βλαστού είναι συνήθως γυμνό. Η μορφή των τελευταίων πλησιάζει πολύ το σκίτσο της Serratula cichoreacea DC. subsp. mucronata (Desf.) Jahandiez &amp; Maire από τη Λιβύη, όπως έχει σχεδιασθεί στους Jafri &amp; El- Gadi (1983).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Για τους υποπληθυσμούς της Α. Κρήτης δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία που να αφορούν στο μέγεθος και στην κατάστασή τους, φαίνεται όμως ότι το είδος είναι σχετικά σπάνιο. Οι υποπληθυσμοί της ΝΑ. Πελοποννήσου είναι αρκετοί (τουλάχιστον 10 τοποθεσίες έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα) με μέγεθος που ποικίλει από λίγα άτομα μέχρι μερικές εκατοντάδες ατόμων. Το είδος δημιουργεί υπόγεια ριζώματα, με τα οποία επεκτείνεται σε γειτονικές θέσεις και η καταμέτρηση ανεξάρτητων ατόμων είναι δύσκολη. Επιπλέον, συχνά τα ανθοφόρα στελέχη καταναλώνονται από τα ζώα και η διάκριση μεταξύ νεαρών και ενηλίκων ατόμων είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Τα φυτά, τα οποία αναπτύσσονται σε ανοίγματα της θαμνώδους βλάστησης στις πλαγιές ή στα περιθώρια εγκαταλειμμένων αγρών, είναι καλά εγκαταστημένα και σχηματίζουν υγιείς υποπληθυσμούς. Το συνολικό μέγεθος των γνωστών υποπληθυσμών στη ΝΑ. Πελοπόννησο εκτιμάται σε 5.000-10.000 άτομα, από τα οποία όμως μόνο ένα μικρό ποσοστό (ίσως 200-1.000) καταφέρνει να ανθήσει κάθε έτος. Ωστόσο, αρκετές θέσεις της περιοχής εξάπλωσης του είδους στην Πελοπόννησο βρίσκονται ακόμη υπό μελέτη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Όσοι από τους υποπληθυσμούς του είδους στην Α. Κρήτη αναπτύσσονται μέσα σε φαράγγια, κατακόρυφους κρημνούς και βράχους προστατεύονται αποτελεσματικά από τα ζώα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στην Α. Πελοπόννησο το είδος αναπτύσσεται σε θέσεις μη προφυλαγμένες. Άτομα που φύονται στα κράσπεδα ή στο εσωτερικό εγκαταλειμμένων αγρών απειλούνται, διότι η εγκατάλειψη των καλλιεργημένων εκτάσεων μπορεί να είναι προσωρινή. Οι ρόδακες των φυτών του είδους συνήθως δεν καταναλώνονται από τα αιγοπρόβατα, ποδοπατούνται όμως από τα ζώα. Αντιθέτως, πολλά στελέχη και ανθισμένα κεφάλια καταναλώνονται άμεσα, σε μεγάλο ποσοστό. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των αχαινίων ελαττώνεται και ελάχιστα αρτίβλαστα προέρχονται από τη φύτρωση σπερμάτων. Η πλειονότητα των νέων ατόμων δημιουργούνται μέσω υπόγειων ριζωμάτων και είναι κλώνοι ενός ή λίγων ατόμων, με αποτέλεσμα τη μείωση της γενετικής ποικιλότητας εντός του υποπληθυσμού.</p><p>Με βάση τα λίγα στοιχεία της Κρήτης και τα δεδομένα της Πελοποννήσου, θεωρούμε ότι το είδος δεν πληροί τα κριτήρια για ένταξη σε υψηλή κατηγορία απειλής. Προτιμούμε να το κατατάξουμε ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) σύμφωνα με την IUCN (2001), επισημαίνοντας την ανάγκη για ακριβείς εκτιμήσεις του πληθυσμού της Κρήτης και για περιοδική παρακολούθηση, τουλάχιστον των μεγαλύτερων πληθυσμών της Πελοποννήσου.</p><p>Μέτρα προστασίας: Μικρές εκτάσεις που περιλαμβάνουν εντοπισμένους υποπληθυσμούς του είδους θα μπορούσαν να προστατευθούν, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στα φυτά να παράγουν αχαίνια και να αναπαραχθούν εγγενώς. Οι πληθυσμοί αυτού του είδους και άλλων σπάνιων ειδών που εντοπίζονται σε περιοχές που ανήκουν στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000 θα πρέπει να τύχουν αποτελεσματικής προστασίας, τουλάχιστον μέσω των τοπικών φορέων της κάθε περιοχής. Η καλλιέργεια του είδους σε Ινστιτούτα και Βοτανικούς Κήπους (ex situ διατήρηση) μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως προβλήματα.</p><p>Θεοφάνης Κωνσταντινίδης &amp; Ελευθέριος Καλπουτζάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF57FF4F98C7367CFA3EFC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF51FF4A98C7367CFA36F9C8.text	9E288790FF51FF4A98C7367CFA36F9C8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lathraea rhodopea Dingler	<div><p>Lathraea rhodopea Dingler</p><p>Scrophulariaceae</p><p>Lathraea rhodopea Dingler in Bot. Zeit. 35: 74 (1877).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΝΕ) ΝΕ),), Θράκη,, Νομός Ροδόπης]] "in FageFage-- tis umbrosis Rhodopes meridionalis Thraciae prope Gümüldschinam, altitud. 3500-3800 ped. Plantam rarissimam fructiferam medio Majo legi [Karlykdagh oberhalb des Dorfes Essekköi, 17 Maj. 1876]", Dingler (B, έχει κακα-- ταστραφεί).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής, παρασιτική πόα, χωρίς χλωροφύλλη. Βλαστός σαρκώδης, μήκους 15-35 cm,, κιτρινοκιτρινο-- κάστανος, λευκωπός ή ελαφρώς ιώδης έως κοκκινωπός. Φύλλα βρακτιόμορφα, κατ' εναλλαγή, ημικυκλικά με περίβλαστη, καρδιοειδή βάση και διατασσόμενα κυκλικώς στο βλαστό (προτάσσονται προς όλες τις διευθύνσεις). Ταξιανθία πυκνός, σταχυόμορφος βότρυς, που καταλαμβάνει τουλάχιστον τα 2/3 του βλαστού. Άνθη με ποδίσκους 1-2 mm,, κυκλικώς διατασσόμενα στην ταξιανθία (προτάσσοπροτάσσο-- νται προς όλες τις διευθύνσεις). Άνθη σε οριζόντια θέση. Βράκτια παρεμφερή με τα φύλλα. Κάλυκας κωδωνοειδής, τετράλοβος, μήκους 5-7 mm,, με αδενώδεις τρίχες. ΣτεΣτε-- φάνη μήκους περίπου 10 mm, με κυλινδρικό σωλήνα και δίχειλη κορυφή, χρώματος ρόδινου, άνω χείλος ελαφρώς κυρτό, ακέραιο, κάτω χείλος αβαθώς τρίλοβο. Στήμονες τέσσερις, δύο βραχείς και δύο μακρύτεροι, με τριχωτούς ανθήρες. Καρπός κάψα, 9-10 x c. 7 mm, με λίγα σπέρματα (συνήθως 4).</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Βαλκανικό ενδημικό είδος που εξαπλώνεται στη Ν. Βουλγαρία (όρος Όρβηλος, όρος Ρίλα, δυτικό, κεντρικό και ανατολικό τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης και χαμηλού υψομέτρου περιοχές στην επαρχία του Πλόβντιβ, Vassilev 2006), στη ΒΑ. Ελλάδα, ενώ πρόσφατα βρέθηκε στο νησί της Θάσου. Στην Ελλάδα έχει βρεθεί σε διάφορες περιοχές (Dingler 1877, Zaganiaris 1940, Strid 1995, Elefheriadou &amp; Raus 1996, ElefheElefhe-- riadou &amp; al. 1998, Strid &amp; Tan 1998, αδημοσίευτο υλικό στο Βοτανικό Μουσείο του Βερολίνου, Β), κυρίως, κατά μήκος της οροσειράς της Ροδόπης (δυτική και ανατολική). Ειδικότερα, έχει βρεθεί στο Νομό Δράμας (Ροδόπη: περιοχή Φρακτό, Μαύρο Βουνό: περιοχή μεταξύ Περιθωρίου και Βαθύτοπου, Φαλακρό: Φαράγγι Πύργων και περιοχή μεταξύ Δεντράκια και Λιβαδερό, περιοχή Παρανεστίου: 1 km Ν. του χωριού Παρανέστι), στο Νομό Ξάνθης (Ροδόπη: περιοχή Δρυμός και περιοχή Θέρμες), στο Νομό Ροδόπης (Παπίκιο όρος: περιοχή Πανδρόσου) και στο Νομό Καβάλας (όρος Υψάριο στη νήσο Θάσο και όρη Λεκάνης: ΒΔ. του χωριού Σκοπός).</p><p>Βιότοπος: Το είδος παρασιτεί σε ρίζες δέντρων των γενών Corylus, Alnus, Fagus, Picea, καθώς και άλλων γενών (Vassilev 2006). Στην Ελλάδα βρέθηκε να παρασιτεί σε ρίζες κυρίως Fagus sylvatica (και στα δύο υποείδη, subsp. sylvatica και subsp. orientalis) και σε ρίζες Corylus avellana, ενώ σπάνια σε ρίζες Salix caprea.</p><p>Εμφανίζεται, κυρίως, μέσα σε πυκνές συστάδες από Fagus sylvatica ή σε θαμνώνες με Corylus avellana και σε υγρά κοιλώματα ή σε υγρές μισγάγγειες με μικρή κλίση. Το γεωλογικό υπόστρωμα στις θέσεις που βρέθηκε το είδος είναι πυριτικό (κυρίως γνεύσιος) ή μάρμαρο. Το είδος εμφανίζεται κυρίως σε υπο-ορεινές ή ορεινές περιοχές, αλλά έχει βρεθεί και σε χαμηλότερα υψόμετρα (υψομετρικό εύρος θέσεων καταγραφής: 100-1.800 m).</p><p>Στα δάση Fagus sylvatica εμφανίζεται, κυρίως, σε μεσόφιλες κοινωνίες (SoldanelloSoldanello rhodopaeae-Fagetum-FagetumFagetum syl-sylvaticae και Pulmonaria rubra - Fagus sylvatica κοινότητα) ή σε θερμόφιλες κοινωνίες με πολύ καλή όμως ποιότητα εδάφους και υδατική οικονομία ( Melittis melissophyllum subsp. albida - Fagus sylvatica κοινότητα) (Tsiripidis et al. 2007). Στις θέσεις εμφάνισης του είδους, στα δάση Fagus sylvatica, το έδαφος έχει ένα παχύ ορίζοντα και χούμο τύπου mull.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Lathraea rhodopea ξεχωρίζει εύκολα από το άλλο είδος του γένους που υπάρχει στην Ελλάδα, τη L. squamaria, από την κυλινδρική της ταξιανθία (τα άνθη προτάσσονται προς όλες τις διευθύνσεις) και από τα μικρότερα άνθη (κάλυκας μήκους 5-7 mm, στεφάνη μήκους περίπου 10 mm). Στη L. squamaria η ταξιανθία είναι μονόπλευρη. Επιπλέον, ο κάλυκας έχει μήκος περίπου 10 mm και η στεφάνη 14-17(-20) mm (Webb 1972).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι μεγαλύτεροι υποπληθυσμοί του είδους βρέθηκαν στην περιοχή Δρυμός, στο φαράγγι των Πύργων και στην περιοχή μεταξύ Περιθωρίου και Βαθύτοπου. Σε κάθε μία από αυτές τις περιοχές καταμετρήθηκαν περισσότερα από 100 άτομα. Στις υπόλοιπες περιοχές βρέθηκαν λίγα άτομα (1-10). Γενικώς, η εμφάνιση των υποπληθυσμών του είδους φαίνεται να συσχετίζεται σημαντικά με τις συνθήκες του βιοτόπου (όπως περιγράφηκαν παραπάνω).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2. Το κριτήριο D1 ισχύει σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, γιατί συνολικά τα άτομα του είδους που έχουν βρεθεί είναι λιγότερα των 1.000. Το κριτήριο D2 εφαρεφαρ-- μόζεται διότι (1) μόνο σε τέσσερις από τις δέκα θέσεις εύρεσης του είδους ο υποπληθυσμός που βρέθηκε ήταν αρκετά μεγάλος, (2) σε όλες τις θέσεις ο υποπληθυσμός κάλυπτε έκταση αρκετά μικρότερη από 1 km2 (συνήθως η έκταση δεν υπερέβαινε τα 1-2 ha)) και (3) διότι θεωθεω-- ρείται ότι οι υποπληθυσμοί του είδους είναι ευάλωτοι σε τυχαία περιστατικά που μπορούν σε μικρό χρονικό διάστημα να μειώσουν σημαντικά τον τοπικό πληθυσμό του είδους. Επιπλέον, δεν είναι γνωστό αν οι υποπληθυσμοί του είδους στη Βουλγαρία μπορούν να επηρεάσουν τους αντίστοιχους υποπληθυσμούς στην Ελλάδα μέσω της διασποράς των σπερμάτων τους. Αυτό ίσως δεν είναι δυνατόν, διότι ο βιότοπος του είδους εμφανίζεται με την μορφή απομονωμένων νησίδων. Επομένως, δεν κρίθηκε σκόπιμη η υποβάθμιση της κατηγορίας επικινδυνότητας (IUCN 2003). Η γνώση της εξάπλωσης του είδους μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Παρόλα αυτά, και δεδομένου ότι οι υποπληθυσμοί εμφανίζονται με τη μορφή μικρών κηλίδων, η ανακάλυψη στο μέλλον περισσότερων υποπληθυσμών μπορεί να οδηγήσει στη υποβάθμιση της κατηγορίας επικινδυνότητας σε Σχεδόν Απειλούμενο (NT).</p><p>Οι πιθανοί κίνδυνοι που διατρέχει το είδος είναι η καταστροφή υποπληθυσμών του και των βιοτόπων τους από: α) τεχνικά έργα, β) από την εκμετάλλευση των οικοσυστημάτων στα οποία εμφανίζεται (π.χ. δασικές εργασίες, υλοτομίες) και γ) από πυρκαγιά. Τα τεχνικά έργα, τα οποία είναι πιθανά στις περιοχές εύρεσης του είδους, είναι η κατασκευή δασικών δρόμων και τρακτερόδρομων. Τα δάση Fagus sylvatica, στα οποία εμφανίζεται το είδος, είναι υψηλής παραγωγικότητας και η κατασκευή των παραπάνω τεχνικών έργων είναι αρκετά πιθανή. Η δασική εκμετάλλευση αφορά, κυρίως, στα δάση Fagus sylvatica . Υπερβολική αραίωση της κομοστέγης, καθώς και η μετατόπιση του ξύλου είναι πιθανόν να επηρεάσει αρνητικά τους υποπληθυσμούς του είδους. Ιδιαιτέρως, η μετατόπιση του ξύλου είναι αρκετά πιθανός κίνδυνος, καθώς οι μισγάγγειες, στις οποίες βρέθηκαν κάποιοι υποπληθυσμοί χρησιμοποιούνται κατά τη μηχανική μετατόπιση του ξύλου. Η υπερυλοτόμευση στα δάση Fagus sylvatica μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση του βιοτόπου του είδους. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η διάνοιξη της κομοστέγης μέσω της υλοτομίας, οδηγεί τα μεσόφιλα δάση Fagus sylvatica σε μια πορεία διαδοχής προς τα οξύφιλα, με αποτέλεσμα την πιθανή μείωση της έκτασης των κατάλληλων βιοτόπων για το είδος. Ο κίνδυνος πυρκαγιάς αφορά στους υποπληθυσμούς που βρίσκονται στο φαράγγι των Πύργων και στην περιοχή μεταξύ Δεντράκια και Λιβαδερό.</p><p>Ο υποπληθυσμός του είδους στη περιοχή του Φρακτού δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο καθώς βρίσκεται εντός του διατηρητέου μνημείου του Παρθένου Δάσους Φρακτού.</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή οι περισσότεροι κίνδυνοι που διατρέχει το είδος αφορούν τυχαία γεγονότα και ακούσιες ενέργειες, που μπορούν να λάβουν χώρα λόγω της άγνοιας της ύπαρξης του είδους στις συγκεκριμένες θέσεις και επειδή οι θέσεις εμφάνισης του είδους είναι πολύ μικρής έκτασης, προτείνεται ως μέτρο προστασίας η σήμανση των θέσεων εμφάνισης του είδους και η ενημέρωση των αρμόδιων διαχειριστικών αρχών. Αυτό το μέτρο προστασίας προτείνεται κυρίως για τους υποπληθυσμούς του είδους στην περιοχή Δρυμός και στην περιοχή μεταξύ Περιθωρίου και Βαθύτοπου. Για τον υποπληθυσμό στο Φαράγγι των Πύργων δεν υπάρχει κίνδυνος ανθρώπινης επέμβασης, οπότε και το παραπάνω μέτρο προστασίας δεν χρειάζεται. Επιπρόσθετα, προτείνεται παρακολούθηση του είδους κυρίως στις περιοχές που καταγράφηκαν οι μεγαλύτεροι υποπληθυσμοί του.</p><p>Ιωάννης Τσιριπίδης, Ελένη Ελευθεριάδου, Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος, Σπυρίδων Τσιφτσής &amp; Κωνσταντίνος Βιδάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF51FF4A98C7367CFA36F9C8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF52FF4598DE367CFA3EFBB1.text	9E288790FF52FF4598DE367CFA3EFBB1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lathraea squamaria L.	<div><p>Lathraea squamaria L.</p><p>Scrophulariaceae</p><p>Ανεπαρκή Δεδομένα (DD)</p><p>Lathraea squamaria L, Sp. Pl. 606 (1753).</p><p>Tύπος: [Ευρώπη] Ευρώπη]] "HabitatHabitat in Europae frigidioris umbrosissimis" Herb. Linn. no. 761/3 (LINN).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, παρασιτικό φυτό στερούμενο χλωροφύλλης. Ρίζωμα εύρωστο, διακλαδισμένο. Ανθοφόρα στελέχη συνήθως απλά, ύψους 10-30 cm, ρόδινα έως πορφυρά, λεία ή με αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες. Φύλλα μεταμορφωμένα σε λέπια, εναλλασσόμενα, ημικυκλικά, άμισχα, έως 10 x 13 mm.. Ταξιανθία συχνά μομο-- νόπλευρη, πυκνή, με πολλά άνθη διατεταγμένα σε βότρυ, ομοιάζοντα με στάχυ. Βράκτια ωοειδή, 9-12 x 8-10 mm. Ποδίσκοι σχεδόν οριζόντιοι, μήκους 5-6 mm. Κάλυκας κωδωνοειδής, τετράλοβος, μήκους περίπου 10 mm,, διευδιευ-- ρυνόμενος στην καρποφορία, σωλήνας μήκους περίπου 6 mm, λοβοί τριγωνικοί-ωοειδείς, σχεδόν ίσοι, μήκους 4-5 mm. Στεφάνη δίχειλη, ρόδινη έως πορφυρή, μήκους 11- 17 mm, σωλήνας κυλινδρικός, μήκους 7-11 mm, άνω χείλος ακέραιο, κάτω χείλος τρίλοβο, λοβοί σχεδόν ίσοι, λευκοί. Κάψα ωοειδής-ημισφαιρική, βαθμιαία οξύληκτη, διαστάσεων περίπου 10 x 9 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως από αργά τoν Mάρτιο μέχρι νωρίς τον Μάιο, εξαρτώμενη από το υψόμετρο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος έχει ευρεία εξάπλωση στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων τμημάτων της Ρωσίας και εκτείνεται ανατολικά μέχρι το Πακιστάν και τα Ιμαλάια. Στην Ελλάδα, η Lathraea squamaria είναι γνωστή από τα όρη Άθως (Zαγανιάρης 1940, Γκανιάτσας 1963), Όλυμπος, Κάτω Όλυμπος και Όσσα (Strid 1976, Bergmeier 1988), την χαράδρα του Βίκου και το όρος Τύμφη (Χούσου-Πολυδούρη &amp; Ζήκος, προσωπ. επικοινωνία), τα Ακαρνανικά Όρη (Kαραμπλιάνης 2007) και τα Όρη Βάλτου (Γιαννάκος 2007). Αναμένεται ότι θα βρεθεί σε περισσότερες θέσεις στην Ελλάδα, αν ερευνηθούν κατάλληλοι βιότοποι σε δασικές περιοχές.</p><p>Βιότοπος: Η Lathraea squamaria είναι παρασιτικό φυτό στις ρίζες θάμνων και δένδρων. Μέλη των γενών Alnus, Carpinus,, Corylus,, Ostrya,, Platanus,, Picea,, Quercus,, Rho-Rhododendron έχουν αναγνωρισθεί ως ξενιστές. Στην Ελλάδα, έχει βρεθεί να παρασιτεί τα είδη Carpinus orientalis ,, Cory-Corylus avellana, Quercus ilex και Ostrya carpinifolia αλλά μπορεί επίσης να βρεθεί σε άλλα ξυλώδη είδη. Σχεδόν όλες οι γνωστές θέσεις της εμφανίζουν περίπου τον ίδιο βιότοπο: κάθυγρα ή με αυξημένη υγρασία σκιερά μέρη με γόνιμο χώμα πλούσιο σε χούμο, σε συστάδες θάμνων και δένδρων. Στα Όρη Βάλτου βρέθηκε στον υπόροφο συστάδων Platanus orientalis, σε μία υγρή περιοχή που διασχίζεται από ρυάκια. Στα Ακαρνανικά Όρη έχει συλλεχθεί σε τρεις διαφορετικές θέσεις, συνήθως σε πλαγιές βόρειας έκθεσης, σε βραχώδεις πλαγιές με αυξημένη υγρασία ή κοντά σε έναν μικρό καταρράχτη εποχικής ροής. Στον Κάτω Όλυμπο αναφέρεται σε μικτά δάση με μάλλον πλούσιο υπόροφο (BergmeierBergmeier 1988). Στην Ελλάδα το είδος φύεφύε-- ται σε υψόμετρο που ποικίλει μεταξύ των 750 και 1.350 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To γένος Lathraea τοποθετείται ενίοτε στην οικογένεια Orobanchaceae, εξαιτίας της αποκλειστικά παρασιτικής φύσης του και της μονόχωρης ωοθήκης, όμως, μορφολογικά και ανατομικά δεδομένα υποδεικνύουν την σωστή του θέση στην οικογένεια Scrophulariaceae . Στην Ελλάδα αντιπροσωπεύεται από δύο είδη, τα οποία είναι παράσιτα στις ρίζες διαφόρων θάμνων και δέντρων. Η L. rhodopea Dingl. διαφέρει από την L. squamaria στο ότι όλο το φυτό έχει κιτρινοκάστανο χρώμα, με τα άνθη να κατανέμονται κατά μήκος μίας πυκνής, μη μονόπλευρης ταξιανθίας, ενώ έχει επίσης βραχύτερο κάλυκα και στεφάνη. Εξαπλώνεται στην ΒΑ. Ελλάδα, συμπεριλαμβανόμενης της Θάσου, καθώς και στη Βουλγαρία. Συγκριτικά με την L. squamaria έχει πολύ στενότερη περιοχή εξάπλωσης και θεωρείται από τον Strid (1995) Σπάνιο (Rare).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα το είδος έχει βρεθεί σε μικρούς πληθυσμούς, οι οποίοι, όμως, έχουν μία ευρεία κατανομή τόσο στα δυτικά όσο και στα ανατολικά τμήματα της χώρας. Πέντε από τους πληθυσμούς της υπολογίζεται να περιέχουν από 1 έως 30 άτομα. Αν και ο αριθμός των ατόμων σε κάθε τοποθεσία είναι πολύ μικρός, το είδος είναι πολύ πιθανό να εμφανίζεται σε αρκετές άλλες κατάλληλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καταγραφεί ακόμη. Για το λόγο αυτό, δάση αείφυλλων ή φυλλοβόλων θα πρέπει να ερευνώνται νωρίς, κατά την διάρκεια του Απριλίου μέχρι τις αρχές του Μαΐου. Το είδος είναι ευκρινές και εύκολο να αναγνωρισθεί, ακόμη και αν δεν είναι σε ανθοφορία. Εξαιτίας του πολυετούς ριζώματός του, το φυτό εξακολουθεί να παραμένει επί σειρά ετών στις περιοχές όπου εντοπίζεται, όμως δεν είναι ακόμη σαφές κατά πόσο η διαθέσιμη υγρασία και/ή οι βροχοπτώσεις επηρεάζουν την ανθοφορία του στην Ελλάδα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Προτείνουμε το είδος να ενταχθεί στην κατηγορία των Ανεπαρκών Δεδομένων (DD) της IUCN (2001), επειδή υποπτευόμαστε ότι είναι περισσότερο διαδεδομένο στην Ελλάδα από ότι δείχνουν τα διαθέσιμα δεδομένα και δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο σε ποια κατηγορία επικινδυνότητας της IUCN (2001) πρέπει να ενταχθεί, αν κάτι τέτοιο χρειχρει-- άζεται. Περαιτέρω, δεν υπάρχουν ακόμη ακριβή δεδομένα σχετικά με την αφθονία των ατόμων και/ή την ακριβή εξάπλωση των πληθυσμών του είδους στην χώρα. Στην Ελλάδα, η Lathraea squamaria είναι αναμφισβήτητα σπάνιο είδος και βρίσκεται στα άκρα της συνολικής του εξάπλωσης. Όμως, δεν είναι ακόμη γνωστό κατά πόσο αυτή η σπανιότητα πληροί τα κριτήρια για ένταξη σε κάποια από τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN, ενώ δεν είναι επίσης σαφείς οι κίνδυνοι που μπορεί να απειλούν τον κάθε πληθυσμό. Υποθέτουμε, όμως, ότι καταστροφικά γεγονότα όπως, π.χ. η καταστροφή των δασών από φωτιά, επηρεάζουν τους βιότοπους του είδους και ίσως συνιστούν έναν σημαντικό κίνδυνο. Επίσης, αλλαγές στο μικροκλίμα στις θέσεις των γνωστών πληθυσμών, ιδιαίτερα όσον αφορά στην διαθεσιμότητα υγρασίας στο έδαφος, ίσως επηρεάσουν αρνητικά το είδος.</p><p>Η λεπτομερέστερη χλωριδική έρευνα των βιοτόπων του είδους σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η αναμενόμενη ανακάλυψη νέων πληθυσμών θα είναι σημαντικά στοιχεία που θα συμβάλουν σε μία πληρέστερη αξιολόγηση του είδους στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: Είναι σημαντικό οι δασικές περιοχές με υγρές, σκιερές θέσεις να ερευνηθούν χλωριδικά τον Απρίλιο ή νωρίς το Μάιο για την πιθανή ανακάλυψη νέων πληθυσμών. Η βιολογία του είδους στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των οικολογικών αναγκών του και του τρόπου αναπαραγωγής του, θα πρέπει επίσης να μελετηθούν με λεπτομέρεια.</p><p>Η πρόληψη δασικών πυρκαγιών και η διατήρηση της υδατικής διαθεσιμότητας στους γνωστούς βιότοπους της Lathraea squamaria αναμένεται να έχουν ευεργετική επίδραση στους πληθυσμούς της. Δεν είναι γνωστό στους συγγραφείς αν έχουν γίνει προσπάθειες καλλιέργειας του είδους στην Ελλάδα. Θα είχε όμως ενδιαφέρον να γίνουν πειράματα καλλιέργειάς του στις ρίζες κατάλληλων δενδρωδών ειδών, χρησιμοποιώντας σπέρματα συλλεγμένα με πολύ προσοχή από αυτοφυείς πληθυσμούς.</p><p>Θεοφάνης Κωνσταντινίδης, Θεοφάνης Καραμπλιάνης &amp; Λάμπρος Γιαννάκος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF52FF4598DE367CFA3EFBB1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF5FFF4798C6367CFA3EFCDC.text	9E288790FF5FFF4798C6367CFA3EFCDC.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lathyrus neurolobus Boiss. & Heldr.	<div><p>Lathyrus neurolobus Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Lathyrus neurolobus Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 1, 9: 125 (1849).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "ad rivulos scaturigines et in pratis paludosis castanetorum loco Enneachoria dicto Eparchiae Kissamos Cretae, alt. 1000'-1500'", Heldreich s.n. (Ολότυπος: G).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό, εξ ολοκλήρου λείο. Στελέχη έρποντα ή αναρριχώμενα, λεπτά, μήκους 15-50 cm, με πτερύγια. Παράφυλλα γραμμοειδή, 2-3 mm, φύλλα με 1 ζεύγος φυλλαρίων, έλικα απούσα στα κατώτερα φύλλα, τα ανώτερα φύλλα με μία απλή έλικα, φυλλάρια επιμήκη έως ωοειδή-επιμήκη, 5-12 x 1-4 mm. Tαξιανθία μασχαλιαίος βότρυς, με 1 ή 2 άνθη. Κάλυκας με ισομεγέθεις οδόντες. Στεφάνη κυανή, 6-10 mm. Καρπός, κατά την ωρίμανση, καστανός, 2-3 cm x 3-4 mm με εντόνως προεξέχοντα επιεπι-- μήκη νεύρα, λείος. Σπέρματα 3-6, λεία, χείλος σπερμάτων περίπου το 1/6 της περιφέρειας.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Brunsberg 1965, Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος έως Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Δ. Κρήτης, στις σχιστολιθικές περιοχές Δ. και ΒΔ. των Λευκών Ορέων. Επίσης, ένας απομακρυσμένος υποπληθυσμός, Α. των Λευκών Ορέων, μεταξύ των χωριών Καλλικράτης και Ασί Γωνιά.</p><p>Βιότοπος: Υγρόφιλο είδος παρόχθιων δασών με Platanus orientalis, υγρόφιλης μακίας, ελών, κάθυγρων λιβαδιών, και σε ρυάκια, λίμνες, χαντάκια δρόμων, πηγές, κάθυγρες πλαγιές και υγρούς σκιερούς βράχους, σε υψόμετρα 180- 810 m.</p><p>Το είδος φύεται αποκλειστικά σε βράχους από φυλλίτες, οι οποίοι εμφανίζονται συχνότερα Δ. και ΒΔ. των Λευκών Ορέων. Για μία λεπτομερή περιγραφή της οικολογίας του είδους βλέπε Bergmeier &amp; Abrahamczyk (2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Lathyrus neurolobus και το ευρέως εξαπλωμένο, ευρωπαϊκό μονοετές είδος L. nissolia L. καταλαμβάνουν μία απομονωμένη θέση εντός του γένους. Τα δύο αυτά είδη είναι αδελφά taxa και μαζί αποτελούν αδελφική ομάδα των υπολοίπων ειδών του γένους Lathyrus (Kenicer &amp; al. 2005).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μεταξύ του 1996 και του 2005 αναφέρθηκαν είκοσι δύο υποπληθυσμοί από τους Bergmeier and Abrahamczyk (2007). Ο συγγραφέας παπα-- ρατήρησε έναν εικοστό τρίτο υποπληθυσμό μεταξύ των χωριών Παπαδιανά και Νέα Ρούματα στις 14 Ιουνίου 2006 και την 1η Ιουλίου 2007. Ένας επιπλέον υποπληθυσμός, στο έλος τύρφης μεταξύ των χωριών Καλλικράτης και Ασή Γωνιά, ο οποίος αντιπροσώπευε το ανατολικότερο όριο του είδους (Fielding &amp; al. 2005), φαίνεται να έχει εξαφανισθεί. Το είδος καταγράφηκε επίσης από την τεχνητή λίμνη στην Αγιά, ΝΔ. των Χανίων, από τους Gradstein &amp; Smittenberg (1977), με αφορμή μία μελέτη της βλάστησης, που διεξήχθη το 1967, αλλά έκτοτε δεν ξαναβρέθηκε εκεί. Oι τελευταίοι δύο υποπληθυσμοί δεν αποτελούσαν μόνο τους ανατολικότερα εμφανιζομένους, αλλά επίσης τους περισσότερο ακραίους υψομετρικά, εμφανιζόμενους στο χαμηλότερο (50 m) και υψηλότερο υψόμετρο (810 m), αντιστοίχως.</p><p>Το μέγεθος των υποπληθυσμών κυμαίνεται από μερικά ώριμα άτομα έως μερικές εκατοντάδες ατόμων. Επομένως, ο συνολικός πληθυσμός αριθμεί πιθανότατα χιλιάδες φυτών, αλλά χωρίς να είναι μεγαλύτερος των 10.000 ωρίμων ατόμων. Με εξαίρεση τις εμφανείς εξαφανίσεις του είδους στις δύο αναφερθείσες περιοχές, υπάρχουν λίγα δεδομένα για το αν οι υποπληθυσμοί μειώνονται ή αυξομειώνονται. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν είναι σχεδόν βέβαιο ότι υπερβαίνει τα 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο Lathyrus neurolobus απειλείται από την αποξήρανση των υγροτόπων, την υδρομάστευση των πηγών, τη διαπλάτυνση των δρόμων, την απορροή που μεταφέρει φορτίο λιπασμάτων από παρακείμενες καλλιεργούμενες εκτάσεις και την ανάπτυξη εξαιρετικά ανταγωνιστικής βλάστησης στα ευτροφικά περιβάλλοντα. Ο υποπληθυσμός μεταξύ των χωριών Καλλικράτης και Ασή Γωνιά εξαφανίσθηκε μεταξύ του 1994 και 2001, μετά την αποξήρανση της πηγής που τροφοδοτούσε το έλος. Η ύπαρξη του υποπληθυσμού της λίμνης της Αγιάς δεν έχει επαναβεβαιωθεί από το 1967 και πιθανότατα έχει χαθεί από τη διαταραχή του οικοτόπου του ή από τον μεγάλο ανταγωνισμό της εύρωστης βλάστηση που δημιουργήθηκε σε ένα ευτροφικό περιβάλλον. Σύμφωνα με την IUCN (2001) το είδος πληροί τα κριτήρια C2a(i) και προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Δύο βιότοποι του Παραρτήματος I της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (Habitats Directive) συμπίπτουν με αυτόν του Lathyrus neurolobus: 6420 "Υγροί μεσογειακοί λειμώνες με υψηλές πόες από (λευκέςλευκές θίνες)) Molinio-HoMolinio-Ho-- loschoenion", και 92C0 "Δάση Platanus orientalis και Liquidambar orientalis ( Platanion orientalis)". Ατυχώς, όμως, ο L. neurolobus είναι απών από τη λίστα με τα φυτικά είδη του Παραρτήματος II της Οδηγίας των Οικοτόπων. Οι πεπε-- ρισσότεροι, αλλά σίγουρα όχι όλοι, από τους υπάρχοντες υποπληθυσμούς του L. neurolobus εμφανίζονται εντός των δύο περιοχών του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000: GR4340004 (Έλος-Τοπόλια-Σάσαλος-Άγιος Δίκαιος) και GR4340006 (Λίμνη Αγιάς-Πλατανιάς-Ρέμα και εκβολή Κερίτη-κοιλάδα Φασά) (Dafis &amp; al. 1996). Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα μέτρα προστασίας οι Bergmeier &amp; Abrahamczyk (2007) έγραψαν: "Η αυξανόμενη κατανάλωση και εκμετάλλευση των πηγαίων και επιφανειακών υδάτων χρειάζεται να κατανοηθεί όπως ακριβώς είναι - μία σοβαρή απειλή των μικρής κλίμακας υγροτοπικών οικοσυστημάτων και μία παραβίαση των σκοπών της Οδηγίας των Οικοτόπων."</p><p>Τα καλύτερα παραδείγματα των υγροτοπικών βιοτόπων σε φυλλιτικά πετρώματα της Δ. Κρήτης πρέπει να προστατευθούν, τόσο στην πράξη όσο και νομικά, όχι μόνο για την προστασία του L. neurolobus, αλλά επίσης για την προστασία άλλων σπανίων και απειλουμένων υγροφίλων taxa στην Ελλάδα, όπως τα Anagallis tenella, Carex cretica, Osmunda regalis, Sibthorpia europaea και Woodwardia radicans .</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF5FFF4798C6367CFA3EFCDC	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF59FF4298C7367CFA35FBFB.text	9E288790FF59FF4298C7367CFA35FBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lavandula cariensis Boiss.	<div><p>Lavandula cariensis Boiss.</p><p>Labiatae</p><p>Lavandula cariensis Boiss., Diagn. Pl. Orient. Nov. 5: 3 (1844).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Λεκτότυπος (Upson &amp; Andrews 2004: 241): [Tουρκία] "Caria interiori", 1843, C. Pinard s.n. (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: L. pedunculata var. cariensis (Boiss.) Benth. in DC. Prodr. 12: 144 (1848).</p><p>L. stoechas subsp. cariensis (Boiss.) Boiss.).) Rozeira in BroBro-- téria 18: 70 (1949).</p><p>L. spectabilis K. Koch in Linnaea 21: 646 (1848).</p><p>L. pedunculata subsp. cariensis (Boiss.) Upson &amp; S. Andrews, The genus Lavandula: 241 (2004).</p><p>Περιγραφή: Μικρός αρωματικός θάμνος με ανερχόμενους έως όρθιους βλαστούς ύψους 40-60(-80) cm. Φύλλα επιφυή, γραμμοειδή έως στενώς ελλειπτικά, συνήθως με κράσπεδα εντόνως γυριστά προς τα πίσω, 2-2,5 x 0,2-0,3 cm,, τρίχωση αποτελούμενη από διακλαδισμέδιακλαδισμέ-- νες τρίχες, ιδιαίτερα πυκνές στους νεότερους βλαστούς, επιφυείς αδένες και αδενώδεις τρίχες με στέλεχος. Άνθη κατά σταχυόμορφες, κυματώδεις ταξιανθίες. Ποδίσκοι ταξιανθιών μη διακλαδιζόμενοι (5-)10-25 cm, πυκνώς χνοώδεις με μακρές απλές τρίχες. Ταξιανθίες συμπαγείς, εύρωστες, κυλινδρικές, ±ωοειδείς στο περίγραμμα, 2-2,5 x 1 cm. Βράκτια γόνιμων ανθέων μεγάλα και κυκλικά, αμβλέα έως ελαφρώς αποστρογγυλωμένα στην κορυφή, με ακίδα, 0,4-0,5 x 0,3-0,5 cm, καλύπτοντα το 1/3 του μήκους του κύματος, με ευκρινή δικτυωτή νεύρωση και με ιώδες-ρόδινο χρώμα. Βρακτίδια πολύ μικρά περίπου 1 mm, γραμμοειδή. Κορυφαία βράκτια 2-4(-6), στενώς ελλειπτικά έως αντωοειδή, όρθια, 1-2 cm, ιώδη-ρόδινα, συχνά με τρίχωση από βραχείες διακλαδισμένες τρίχες. Κάλυκας περίπου 1 cm,, οι τέσσερις πρόσθιοι λοβοί τριγωτριγω-- νικοί και με προσάρτημα από δύο ευδιάκριτους πτερυγιοφόρους λοβούς, 1-2 mm πλατύτερους από τον κάλυκα, με εριώδη τρίχωση από απλές και διακλαδισμένες (μία ή δύο φορές) τρίχες και πολυάριθμους επιφυείς αδένες. Στεφάνη με σωλήνα διευρυνόμενο στον φάρυγγα, οι ανώτεροι λοβοί περίπου 2-3 φορές μεγαλύτεροι των κατώτερων λοβών, όλοι καμπτόμενοι προς τα πίσω, με χρώμα πολύ βαθύ πορφυρό. Στίγμα κεφαλωτό. Καρπίδια ευρέως ελλειπτικά έως κυκλικά.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάρτιος έως Ιούνιος, σπανίως μέχρι Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα η Lavandula cariensis είναι γνωστή από τις νήσους Λέσβο και Χίο. Η συνολική της εξάπλωση περιλαμβάνει επίσης περιοχές της Δ. Τουρκίας (Ασιατικής και Ευρωπαϊκής). Στη Λέσβο είναι γνωστή από δύο γειτονικές τοποθεσίες (Σείστρια και λόφος Ασώματος) κοντά στο χωριό Μεσότοπος (Γιαννίτσαρος 1997, 2007, Μπαζός και Γιαννίτσαρος 2005). Μία ακόμη τοποθεσία αναφέρεται από τον P. C. Candargy (1897) κοντά στο χωριό Ασώματος, αλλά η αναφορά αυτή πρέπει να είναι λανθασμένη και οφείλεται σε σύγχυση. Ο ίδιος αναφέρει για πρώτη φορά και την παρουσία του είδους από την περιοχή του Μεσότοπου χωρίς άλλα στοιχεία ("AdAd pagos Assomati et Mesotopos")."). Τέλος ο RechRech-- inger (1943) αναφέρει το είδος αυτό από το χωριό Αγία Μαρίνα της Λέσβου. Η συγκεκριμένη αναφορά όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί από άλλους ερευνητές. Είδαμε το δείγμα ("Insula Mytilini (Lesbos). Montes Amali, in lapidosis serpentinicis ad Hag. Marina, ca. 200 m., 18-24.5.1934, K.H. &amp; F. Rechinger " R. 5482 (G!) στο οποίο στηρίζεται η εν λόγω αναφορά και διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για μία τυπική Lavandula stoechas L. subsp. stoechas και ως εκ τούτου η αναφορά της L. cariensis στη "Flora Aegaea" πρέπει να οφείλεται σε σύγχυση. Εξάλλου, το δείγμα αυτό αναφέρεται ορθώς από τον Mill (1982) ως L. stoechas subsp. stoechas.</p><p>Από την Χίο το είδος είναι γνωστό μόνο από μία θέση πάνω από τη Δ. πλευρά της παραλίας Γιόσωνας, όπου βρέθηκε πρόσφατα (Snogerup &amp; al. 2001). Το είδος αυτό μαζί με άλλα συνδέει φυτογεωγραφικώς τις νήσους Λέσβο και Χίο μεταξύ τους και με τη Δ. Μικρά Ασία.</p><p>Βιότοπος: Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για τους βιοτόπους, στους οποίους φύεται το είδος στην Τουρκία. Οι δύο θέσεις της Λέσβου, από όπου είναι γνωστή η L. cariensis, βρίσκονται περίπου 1,8 km ΝΝΑ. του χωχω-- ριού Μεσότοπος. Οι τοποθεσίες αυτές (Σείστρια και λόφος Ασώματος) είναι γειτονικές και ουσιαστικά τα φυτά ανήκουν σε ένα πληθυσμό. Η απόσταση από τη θάλασσα είναι περίπου 2-2,5 km και το υψόμετρο ±50 m. Εκεί η L. cariensis φύεται επάνω σε πολύ διαβρωμένα ηφαιστειακά πετρώματα με πολύ αραιή βλάστηση και σε άκρες μονοπατιών. Άλλα taxa που φύονται στην περιοχή είναι: Lavandula stoechas subsp. stoechas, Cistus creticus, Pinus pinea (εγκλιματισμένο) κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι ταξινομικές συγγένειες και η ταξινομική θέση της Lavandula cariensis δεν είναι εντελώς σαφή. Περιγράφηκε από τον Boissier (1844) ως ιδιαίτειδιαίτε-- ρο είδος, αλλά από τότε η ταξινομική της θέση έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί. Σύντομα θεωρήθηκε (Bentham 1848) απλή ποικιλία του είδους της Ιβηρικής Χερσονήσου Lavandula pedunculata (Mill.) Cav., με την οποία έχει αρκετούς κοινούς μορφολογικούς χαρακτήρες, με κυριότερο τους μακρούς ποδίσκους των ταξιανθιών. Πολύ αργότερα θεωρήθηκε (Rozeira 1949) υποείδος του ευρέως εξαπλωμένου μεσογειακού είδους Lavandula stoechas L. και αυτό υιοθετείται στα μεγάλα χλωριδικά έργα (Guinea 1972, Mill 1982, Greuter &amp; al. 1986). Ομοίως, οι Upson &amp; Andrews (2004) στη μονογραφία τους για το γένος Lavandula, στηριζόμενοι αποκλειστικά στους μορφολογικούς χαρακτήρες, την επαναφέρουν στη L. pedunculata, ως υποείδος, με την οποία φαίνεται να έχει μεγαλύτερη συγγένεια. Εδώ, προτιμούμε να τη διατηρήσουμε ως ιδιαίτερο είδος και πιστεύουμε ότι λεπτομερέστερη έρευνα με μελέτη των χρωματοσωμάτων καθώς και φυτοχημικά και μοριακά δεδομένα θα ρίξουν περισσότερο φως στο ταξινομικό αυτό πρόβλημα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Lavandula cariensis στην περιοχή του χωριού Μεσότοπος, στη Δ. Λέσβο, από όπου είναι περισσότερο γνωστή στην Ελλάδα, εμφανίζεται με σποραδικά άτομα στις θέσεις Σείστρια και Ασώματος, συνήθως μαζί με το υποείδος L. stoechas subsp. stoechas . Ο αριθμός των ατόμων εκεί δεν έχει υπολογισθεί, αλλά με μία πρώτη εκτίμηση πρέπει να είναι λιγότερα από 200. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχουν μεμονωμένα διάσπαρτα άτομα και σε άλλες θέσεις της ευρύτερης περιοχής του Μεσότοπου, οι οποίες δεν έχουν επαρκώς ερευνηθεί. Για τον πληθυσμό της θέσης Γιόσωνας της Χίου από όπου συλλέχθηκε σχετικά πρόσφατα (17.6.1991) από τους S. &amp; B. Snogerup δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία εκτός του ότι φύεται, όπως και στη Λέσβο, μαζί με την L. stoechas subsp. stoechas (Snogerup &amp; al. 2001).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Με τα στοιχεία που υπάρχουν έως σήμερα για τους ελληνικούς πληθυσμούς, το είδος χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ως Τρωτό, με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) σύμφωνα με το κριτήριο D2. Στην περιοχή του Μεσότοπου Λέσβου, στις θέσεις Ασώματος και Σείστρια, ο πληθυσμός είναι πολύ μικρός (λιγότερα από 200 άτομα) και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει είναι εμφανείς. Τα φυτά φύονται σε πολύ διαβρωμένα, ξηρά ηφαιστειακά πετρώματα με ελάχιστη και σε πολλά σημεία ανύπαρκτη βλάστηση. Επιπλέον, στην ευρύτερη περιοχή των θέσεων αυτών γίνεται βόσκηση προβάτων. Δεν παρατηρήθηκαν βοσκημένα άτομα του είδους, αλλά συγχρόνως δεν παρατηρήθηκαν νεαρά άτομα, γεγονός που υποδηλώνει δυσκολία ανανέωσης του πληθυσμού.</p><p>Ένας ακόμη κίνδυνος προέρχεται από την άμεση παρέμβαση του ανθρώπου. Κάτοικοι της περιοχής συλλέγουν ταξιανθίες του φυτού μαζί με ταξιανθίες της L. stoechas subsp. stoechas, η οποία φύεται στις ίδιες τοποθεσίες και την ευρύτερη περιοχή του χωριού Μεσότοπος, κάθε χρόνο κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα για τη χρήση του σε εκκλησιαστικές τελετές της Μ. Παρασκευής και του Μ. Σαββάτου (Γιαννίτσαρος 1999, 2007).</p><p>Έτσι, ο σχηματισμός σπερμάτων περιορίζεται σημαντικά. Ως δυνητικούς κινδύνους για τον πληθυσμό αυτό θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την πιθανή διάνοιξη αγροτικών δρόμων και τις πυρκαγιές.</p><p>Η κατάσταση του πληθυσμού στον Γιόσωνα της Χίου δεν μας είναι γνωστή. Έτσι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τους υπάρχοντες κινδύνους. Για τους λόγους αυτούς στο εγγύς μέλλον, εάν η κατάσταση του πληθυσμού αυτού γίνει γνωστή, πιθανόν να χρειασθεί να επανεκτιμηθεί ο χαρακτηρισμός επικινδυνότητας του είδους και να μεταφερθεί σε άλλη κατηγορία.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Lavandula cariensis είναι ένα ενδιαφέρον αρωματικό φυτό, το οποίο, εκτός από τη βιολογική του σημασία, κατά την περίοδο της ανθοφορίας έχει και διακοσμητική αξία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βραχόκηπους κ.λπ. Εντούτοις, μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας για το είδος παρά τη σπανιότητά του. Στο παρελθόν είχαμε επισημάνει το θέμα αυτό και την ανάγκη μελέτης των πληθυσμών του για να γίνουν προτάσεις για την προστασία του (Γιαννίτσαρος 1979). Σήμερα, η ανάγκη για τη λεπτομερή καταγραφή των πληθυσμών, την εκτίμηση του μεγέθους τους και τη συνεχή παρακολούθησή τους γίνεται επιτακτική. Ως μέτρα προστασίας προτείνονται ο περιορισμός της βόσκησης στις περιοχές εξάπλωσής του και η κατάλληλη ενημέρωση των κατοίκων του χωριού Μεσότοπος για την αποφυγή συλλογής των ταξιανθιών του.</p><p>Δεν υπάρχει πρόβλημα για τη συλλογή των ταξιανθιών της L. stoechas subsp. stoechas, η οποία υπάρχει σε μεγαλύτερους αριθμούς στην περιοχή και σε αρκετές άλλες τοποθεσίες της Λέσβου και έτσι μπορεί να διατηρείται και η τοπική θρησκευτική και εκκλησιαστική παράδοση. Η διάκριση των δύο taxa είναι σχετικώς εύκολη από τους μεγάλους ποδίσκους των ταξιανθιών (συνήθως 10-25 cm) της L. cariensis και τους κοντούς έως σχεδόν ανύπαρκτους (0,5-2,5 cm) της L. stoechas subsp. stoechas . Επιπροσθέτως, προτείνεται η συλλογή σπερμάτων για τη διατήρησή τους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού και την καλλιέργειά του φυτού σε Βοτανικούς Κήπους.</p><p>Aρτέμιος Γιαννίτσαρος &amp; ΙωάννηςΜπαζός</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF59FF4298C7367CFA35FBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF5AFF5D98DE367CFA3EF931.text	9E288790FF5AFF5D98DE367CFA3EF931.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Leontice leontopetalum L.	<div><p>Leontice leontopetalum L.</p><p>Berberidaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Leontice leontopetalum L. Sp. Pl.: 312 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Browicz in Rechinger 1973, Fl. Iranica 101: 7): Herb. Linn. no. 433.1 (LINN).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές κονδυλώδες φυτό, ύψους 20- 50(-80) cm. Κόνδυλος φυόμενος σε βάθος εδάφους 10- 40 cm, διαμέτρου 4-8(-10) cm, σχεδόν σφαιρικός ή πεπιεσμένος, φαιός, με διάσπαρτα οζίδια και ριζίδια. Βλαστός συνήθως απλός, ανορθωμένος, εύρωστος, με διάμετρο 6-9(-13) mm, γλαυκός. Φύλλα βάσης συνήθως 2, με ευδιάκριτο κολεό, που εισέρχονται στο έδαφος αρκετά επάνω από τον κόνδυλο, μήκους 8-25 cm, σχεδόν δίχως τρίχωμα. Έλασμα φύλλου τριμερές, με μακρύμισχες πρωτογενείς διαιρέσεις οι οποίες είναι τριμερείς ή δις τριμερείς και με επάκρια τμήματα ευρέως ωοειδή, ακέραια. Ταξιανθία σύνθετη, ευρέως πυραμιδοειδής, διαστάσεων 8-20 x 12- 30 cm, αποτελούμενη από 3-7 βότρεις, καθένας αναπτυσσόμενος στην βάση ενός φύλλου παρόμοιας μορφολογίας αλλά μικρότερων διαστάσεων σε σχέση με τα φύλλα βάσης. Βότρεις κατά την ανθοφορία μήκους 6-15 cm, συνήθως με 15-30 άνθη. Κατώτερα βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, με μίσχους περίπου 20 mm, ανορθωμένους ή κεκλιμένους κατά την ανθοφορία, επιμηκυνόμενους και σκληρούς κατά την καρποφορία. Άνθη εντόνως κίτρινα. Σέπαλα συνήθως 6, εύπτωτα, μήκους περίπου 8 mm, στενά αντωοειδή. Πέταλα 6, αρκετά μικρότερα από τα σέπαλα, με μελιτογόνους αδένες. Στήμονες 6, με ανθήρες ανοίγοντες μέσω επικαλυπτομένων βαλβίδων. Ωοθήκη αντωοειδής. Καρπός διαστάσεων 3-4 x 2-3 cm, εμφανώς διογκωμένος, με δικτυωτό περικάρπιο. Σπέρματα 1-2, διαμέτρου 5-9 mm, σχεδόν σφαιρικά, παραμένοντα πράσινα επί μακρύ χρονικό διάστημα. Ολόκληρος ο βλαστός με την ταξιανθία συχνά αποσπάται και διασπείρεται.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16,?18 (Toren 1962).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: H ανθοφορία αρχίζει από τον Φεβρουάριο και τελειώνει περίπου στα μέσα Απριλίου, αναλόγως του υψομέτρου και της έκθεσης.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Απαντά σποραδικά στην Πελοπόννησο, το ανατολικό τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας και τις νήσους του Αιγαίου. Η συνολική εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Ν. Βουλγαρία, την Α. Μεσόγειο έως το Β. Ιράκ και το Β. Ιράν, την Αρμενία, το Τουρκεστάν και το Δ. Πακιστάν (Coode 1965).</p><p>Βιότοπος: Το είδος είναι αποτελεί ένα αρχαιόφυτο, ζιζάνιο σιταγρών και αρόσιμης γης και απαντά συνήθως σε βαθιά αργιλώδη εδάφη που συμπιέζονται κατά την θερινή περίοδο, σε υψόμετρα έως 300(-1.100) m. Συχνά απαντά μαζί με άλλα μη κοινά βολβόρριζα ή κονδυλώδη φυτά όπως τα: Bellevalia ciliata, Ornithogalum nutans, Tulipa undulatifolia, Geranium tuberosum . Mπορεί να φύεται μαζί με άλλα κοινά μονοετή φυτά όπως τα Aegilops triuncialis, Alopecurus myosuroides, Consolida regalis, Dasypyrum villosum, Cerastium semidecandrum, Anacyclus clavatus, Brassica geniculata, Lathyrus cicera, Papaver rhoeas, Delphinium peregrinum, Ranunculus muricatus, διετή φυτά όπως τα Centaurea calcitrapa, C. solstitialis subsp. solstitialis, Mantisalca salmantica, Scolymus hispanicus και ποπο-- λυετή, όπως τα Reseda lutea, Eryngium campestre, Cardopatum corymbosum, Hypericum triquetrifolium, Marrubium vulgare κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος Leontice leontopetalum έχει διακριθεί σε τρία υποείδη (Coode 1965). Το subsp. leontopetalum εξαπλώνεται από την Ελλάδα, τη Ν. Βουλγαρία και την Α. Μεσόγειο έως το Β. Ιράκ και το Β. Ιράν, το subsp. ewersmannii (Bunge) Coode εξαπλώνεται στο Τουρκεστάν, Ιράν και Δ. Πακιστάν, ενώ το subsp. armeniacum (Boivin) Coode εξαπλώνεται στην Ιορδανία, τη Συρία και την Αρμενία (Coode 1965). Στις ανατολικές περιοχές εξάπλωσής του το είδος αυτό απαντά σε ημιφυσικές περιοχές με βλάστηση παρόμοια με εκείνη της στέπας. Η αγροφυτική ποικιλία (ορολογία σύμφωνα με τους Κρίγκα &amp; Δαρδιώτη 2008) που απαντά στην Α. Μεσόγειο ( subsp. leontopetalum), θεωρείται ότι εξελίχθηκε ως οικότυπος με την ανάπτυξη της γεωργίας (Phitos &amp; Strid 2002).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Leontice leontopetalum χαρακτηρίζεται ως σπάνιο για την Ελλάδα (Phitos &amp; Strid 2002) και ανήκει σε μια μικρή ομάδα βολβόρριζων ή κονδυλωδών φυτών αροσίμων γαιών, τα οποία έχουν αρχίσει να εκλείπουν από πολλές περιοχές (α) ως αποτέλεσμα των συγχρόνων μεθόδων καλλιέργειας (Galil 1970, Rix 1982) και (β) λόγω της αστικοποίησης αροσίμων εκτάσεων και άλλων περιοχών με σκοπό την τουριστική ή άλλου είδους αξιοποίηση.</p><p>Αν και παλαιότερα το είδος L. leontopetalum αποτελούσε κοινό ζιζάνιο στη μεγαλύτερη πεδινή έκταση της χώρας (π.χ. Δημάδης 1923), δεδομένα μετά από 60 περίπου έτη δεν φαίνεται πλέον να το εντάσσουν ως κύριο ζιζάνιο με οικονομικές επιπτώσεις στις καλλιέργειες της Ελλάδας (Δαμανάκης 1979, 1983, Γιαννοπολίτης &amp; al. 1985), γεγονός που καταδεικνύει τη φθίνουσα συχνότητα εμφάνισής του.</p><p>Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα περίπου 60 απομονωμένοι μεταξύ τους υποπληθυσμοί του L. leontopetalum από την ηπειρωτική χώρα και άλλοι 66 υποπληθυσμοί από τη νησιωτική χώρα (Karl &amp; Strid 2009). Περίπου 20% αυτών των αναφορών δεν έχουν επιβεβαιωθεί τα τελευταία 40-100 ή περισσότερα έτη. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η πλειονότητα αυτών των καταγραφών δεν έχει επιβεβαιωθεί τα τελευταία 15-35 έτη. Ως παράδειγμα, αναφέρεται ότι η L. leontopetalum αποτελούσε κοινό ζιζάνιο μεταξύ αμπέλων και σπαρτών πριν το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (Ζαγανιάρης 1939). Ήδη μετά τη δεκαετία του 1950, οι υποπληθυσμοί του είδους στην περιοχή φαίνεται ότι άρχισαν να φθίνουν (Oberdorfer 1954, Lavrentiades 1979) και σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες έρευνες πεδίου το είδος φαίνεται να περιορίζεται πια σε δύο ολιγομελείς υποπληθυσμούς (Κρίγκας 2004). Οι υποπληθυσμοί που εξετάσθηκαν στο πεδίο, αποτελούνται συνήθως από διάσπαρτα άτομα (1-3 άτομα ανά m2) ή ολιγομελείς συστάδες των 10-100(-500) ατόμων. Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται σε περιοχές της Αττικής, ιδιαίτερα γύρω από μεγάλα αστικά κέντρα.</p><p>Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο το είδος φαίνεται να είναι ακόμα κοινό σε τοπική κλίμακα, όπως για παράδειγμα σε περιοχές της Κ. και ΒΑ. Πελοποννήσου, της Α. Στερεάς Ελλάδας και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου, όπως η Χίος και η Αστυπάλαια (Phitos &amp; Strid 2002). Η έκταση που καταλαμβάνουν συνολικά οι υποπληθυσμοί του L. leontopetalum στην Ελλάδα δεν πρέπει να ξεπερνά τα 2.000 km2. O συνολικός αριθμός ατόμων του L. leontopetalum στη φύση ενδέχεται να μη ξεπερνά τα 10.000 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η περιοχή εξάπλωσης του είδους εκτείνεται από χαμηλά έως ενδιάμεσα υψόμετρα και δέχεται πιέσεις εξαιτίας (α) της οικιστικής, παραθεριστικής και τουριστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, (β) της εγκατάλειψης των αρόσιμων εκτάσεων και την αλλαγή χρήσεων γης και (γ) της εκτεταμένης εφαρμογής ζιζανιοκτόνων και εντατικών μορφών καλλιέργειας. Οι γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους κινδυνεύουν καθώς μπορούν να επηρεασθούν αρνητικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητες (ιδιαιτέρως εκείνοι που εντοπίζονται κοντά σε αστικές περιοχές). Ενέργειες, όπως τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα και οι δραστικές αλλαγές στη χρήση της γης, απειλούν να μεταβάλουν ή να καταστρέψουν τα ενδιαιτήματα αυτού του είδους και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή.</p><p>Επιπροσθέτως, οι βιότοποι του είδους είναι ευπαθείς στην εισβολή αλλόχθονων φυτών, όπως τα: Conyza canadensis, Amaranthus spp., Xanthium spinosum, X.. stru-strumarium subsp. cavanillesii, Solanum elaeagnifolium, Oxalis pes-caprae και Ailanthus altissima .</p><p>Εξαιτίας της σχετικώς περιορισμένης περιοχής εξάπλωσης του είδους, των διάσπαρτων και μικρoύoύύ ή ενδιαενδια-- μέσου μεγέθους πληθυσμών που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του στην Ελλάδα, της ιδιαιτερότητας του βιοτόπου του, της σταδιακής συρρίκνωσης των παλαιότερων πληθυσμών και των αλλαγών που σχετίζονται με την αξιοποίηση ή την εντατική καλλιέργεια των αγροτικών γαιών και στηριζόμενοι στα κριτήρια Α4(c), Β1b(iii),c(iii) και C2a(i) της IUCN (2001) που πληρούνται, προτείνεται το είδος Leontice leontopetalum να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την απρόσκοπτη επιτόπια διατήρηση και προστασία των πληθυσμών της Leontice leontopetalum . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των πληθυσμών στο φυσικό περιβάλλον, προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή των υφιστάμενων βιοτόπων και η συνέχιση της παρούσας χρήσης γης στις περιοχές εμφάνισης του είδους. Επιπλέον, προτείνεται η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών σε περιοχές όπου αναπτύσσονται άτομα του είδους (κατασκευαστικά έργα, εκτεταμένη τουριστική εκμετάλλευση). Οι καλλιεργητικές τεχνικές, τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές με μεγάλους πληθυσμούς του είδους, πρέπει κατά το δυνατόν να διατηρηθούν στην παραδοσιακή τους μορφή. Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας καλύτερης εικόνας της δυναμικής των πληθυσμών του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση.</p><p>Στο πλαίσιο της εκτός τόπου διατήρησης και προστασίας του είδους, 5 ζωντανά άτομα και σπέρματα από 10 διαφορετικά άτομα συλλέχθηκαν από το φυσικό περιβάλλον και καλλιεργούνται στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων.</p><p>Νικόλαος Κρίγκας, Θεοφάνης Κωνσταντινίδης &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF5AFF5D98DE367CFA3EF931	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF47FF5F98C7367CFA3EFBFB.text	9E288790FF47FF5F98C7367CFA3EFBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Leucojum aestivum L.	<div><p>Leucojum aestivum L.</p><p>Amaryllidaceae</p><p>Leucojum aestivum L. Syst. Nat. ed. 10, 2: 975 (1759).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Ευρώπη] Herb. Linn. no. 410.2 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Nivaria monadelpha Medic., Acta Acad. Theod.-Palat. 6(Phys.): 422 (1790).</p><p>Nivaria aestivalis Moench, Meth. Pl. Suppl. 93 (1802).</p><p>Polyanthemum aestivale Bubani, Fl. Pyren. 4: 155 (1902).</p><p>Περιγραφή: Βολβός σφαιρικός, διαμέτρου 30-40 mm, χιτώνας χρώματος καστανού. Κολεός μεμβρανώδης, μήκους 30-60 mm. Στύπος ύψους μέχρι (25-)70 cm, ίσος ή ελαφρώς βραχύτερος από τα φύλλα, εύρωστος, με εσωτερική κοιλότητα, με 2 κατά μήκος πτέρυγες. Φύλλα μήκους (20-)30-60 cm και πλάτους 5-25 mm. Σκιάδιο αποτελούμενο από 2-5(-7) άνθη. Σπάθη μήκους 30-50 mm, με 1 βαλβίδα. Ποδίσκοι μήκους 25-70 mm, ο μεγαλύτερος ίσος ή μακρύτερος της σπάθης. Τμήματα περιανθίου λευκά, μήκους (8-)12-20 mm, με μία πράσινη κηλίδα στην κορυφή. Στύλος λεπτός, ροπαλοειδής, συνήθως προεξέχων των στημόνων. Σπέρματα 5-7 mm, μαύρα, υπόλειμμα λώρου αφανές.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 22 (Bareka &amp; al. 1998, 2003, Μπαρέκα 2001 με την αντίστοιχη βιβλιογραφία, Ignatova &amp; al. 2006).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα τέλη Μαρτίου έως τα μέσα Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ιρλανδία, K. Ευρώπη, N. Ιταλία, Ελλάδα. Η γεωγραφική εξάπλωσή του εκτείνεται ανατολικά μέχρι την Κριμαία και τον Καύκασο. Πληθυσμοί του Leucojum aestivum έχουν καταγραφεί από τα Δέλτα των ποταμών Έβρου, Πηνειού και Ενιπέα, τις πηγές του Αχέροντα, την Καστοριά, το Λιτόχωρο και τις νήσους Θάσο, Σαμοθράκη, Σκιάθο και Εύβοια. Επιπλέον, ένας πληθυσμός στην περιοχή των Καλαβρύτων, αποτελεί το νοτιότερο άκρο εξάπλωσης του είδους στην Ελλάδα (Μπαρέκα 2001).</p><p>Βιότοπος: Στην Ελλάδα εμφανίζονται διάσπαρτοι πληθυσμοί του Leucojum aestivum, κυρίως σε δέλτα ποταμών και σε υγρές και σκιερές περιοχές,περιοδικώς καλυπτόμενες με νερό. Το είδος αυτό σχηματίζει, συνήθως, μεγάλους πληθυσμούς και στο Δέλτα του Πηνειού χαρακτηρίζει τη βλάστηση της περιοχής,σχηματίζοντας την φυτοκοινωνία LeucojoFraxinetum Glavac 59 (Athanasiadis &amp; Drosos 1992).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Παλαιότερα, το γένος Leucojum διακρινόταν σε τέσσερα υπογένη ( Leucojum L., Aerosperma Stern, Acis (Salisb.) Baker και Ruminia (Parl.) Baker), τα είδη των οποίων οριοθετούνται με βάση τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά, τους χρωμοσωματικούς τους αριθμούς, την οικολογία και τη γεωγραφική τους εξάπλωση. Πρόσφατη φυλογενετική μελέτη είχε ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό του γένους σε δύο διαφορετικά γένη (Lledó &amp; al. 2004). Το γένος Leucojum, που αντιστοιχεί στα υπογένη Leucojum και Aerosperma και στο γένος Acis Salisb., που περιλαμβάνει τα είδη των υπογενών Acis και Ruminia . Το γένος Leucojum περιλαμβάνει δύο είδη, τα L. vernum L. και L. aestivum . Ο Stearn (1956) διαχωρίζει το Leucojum aestivum σε δύο ποικιλίες: το L. aestivum var. aestivum, το οποίο απαντά σε όλη την περιοχή εξάπλωσης του είδους, και το L. aestivum var. pulchellum (Salisb.) Fiori, που εντοπίζεται στις Βαλεαρίδες νήσους και τη Σαρδηνία. Ο Webb (1980) αναβάθμισε αυτές τις ποικιλίες σε υποείδη.Το subsp. pulchellum διαφέρει από το τυπικό υποείδος στις μικρότερες διαστάσεις και στην εποχή ανθοφορίας του, δεδομένου ότι ανθίζει τρεις με τέσσερις εβδομάδες ενωρίτερα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός τη Σκιάθου, ο οποίος είχε καταγραφεί το 1969 (Οικονομίδου 1969) έχει εξαφανισθεί, ενώ οι πληθυσμοί της Καστοριάς και του Λιτόχωρου (GoulimisGoulimis 1960) χρειάζονται πρόσφατη αξιοαξιο-- λόγηση. Οι γνωστοί σήμερα πληθυσμοί του L. aestivum αριθμούν από μερικές εκατοντάδες έως περίπου 5.000 ώριμα άτομα, εν τούτοις η άμεση παρατήρηση των πληθυσμών από την συγγραφέα κατέδειξε μείωση του αριθμού των ωρίμων ατόμων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30% κατά τη διάρκεια των τελευταίων οκτώ ετών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι ανθρωπογενείς επιδράσεις αποτελούν τον σημαντικότερο κίνδυνο για την επιβίωση του είδους αυτού στον ελληνικό χώρο. Σημαντική διαταραχή των περιοχών, όπου φύεται το L. aestivum επέρχεται με την αποξήρανση των βιοτόπων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τόσο στις περιοχές των δέλτα των ποταμών, όσο και στην περιοχή των Καλαβρύτων. Επιπλέον, το είδος κινδυνεύει από την έντονη οικιστική δραστηριότητα και την τουριστική ανάπτυξη που πραγματοποιείται κοντά στους νησιωτικούς πληθυσμούς. Παράλληλα, το L. aestivum μπορεί να κινδυνεύσει εξαιτίας της ανεξέλεγκτης συλλογής των ανθέων και των βολβών του για διακοσμητικούς λόγους αλλά και ως πηγή της γαλανθαμίνης, ενός αλκαλοειδούς της οικογένειας Amaryllidaceae,, το οποίο χρηχρη-- σιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς.</p><p>Σύμφωνα με τα κριτήρια A33 &amp; A44 της IUCN (2001) προπρο-- τείνεται να χαρακτηρισθεί το L. aestivum ως Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: H in situ διατήρηση του Leucojum aestivum συνίσταται στην προστασία των βιοτόπων του, η οποία θα συμβάλει παράλληλα και στην προστασία άλλων σπάνιων και απειλούμενων υγρόφιλων taxa στην ΕλλάΕλλά-- δα. Δύο από τις περιοχές όπου εμφανίζονται υποπληθυσμοί του είδους ανήκουν στις περιοχές του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000: GR1110001 (Δέλτα Έβρου) και GR1420002 (Δέλτα Πηνειού) (Dafis &amp; al. 1996). Εντούτοις, οι σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τις συνθήκες επιβίωσης του είδους δεν έχουν εξαλειφθεί. Παράλληλα με τη θέσπιση μέτρων προστασίας προτείνεται και η παρακολούθηση των πληθυσμών, προκειμένου να καταγραφεί η δυναμική τους. Το ανθοκομικό και φαρμακευτικό ενδιαφέρον του L. aestivum, αλλά και οι δυσκολίες για την αποτελεσματική διατήρηση των πληθυσμών του στη φύση, καθιστά την ex situ διατήρησή του σε Βοτανικούς κήπους και Ινστιτούτα όχι μόνο ενδεικνυόμενο, αλλά και απαραίτητο μέτρο προστασίας.</p><p>Πέπη Μπαρέκα</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF47FF5F98C7367CFA3EFBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF41FF5B98C7367CFA3DF959.text	9E288790FF41FF5B98C7367CFA3DF959.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lilium candidum L.	<div><p>Lilium candidum L.</p><p>Liliaceae</p><p>Lilium candidum L., Sp. Pl. 1: 302 (1753).</p><p>Τύπος: Έχει περιγραφεί από την Παλαιστίνη και την Συρία. Δεν έχει ορισθεί Λεκτότυπος. Herb. Linn. no. 420.1 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Lilium candidum var. salonikae Stoker in Lily Year Book 4: 10 (1935).</p><p>Περιγραφή: Βολβώδες είδος, με βολβό σχεδόν σφαιρικό, διαμέτρου 5-10 cm.. Βλαστός ύψους 50-130 cm.. ΦύλΦύλ-- λα ελικοειδώς εκφυόμενα σε όλο το μήκος του βλαστού, σμικρυνόμενα από κάτω προς τα άνω, λεία, κατώτερα αντιλογχοειδή, μήκους 12-25 cm,, πλάτους 4-8 cm,, εμφαεμφα-- νιζόμενα το φθινόπωρο και παραμένοντα τον χειμώνα, τα υπόλοιπα αναπτυσσόμενα την άνοιξη, πολύ βραχύτερα, τα ανώτερα λογχοειδή ή ακόμη και ωοειδή. Άνθη μεγάλα, χιονόλευκα. Τμήματα περιανθίου γραμμοειδή-αντιλογχοειδή, 55-65(-80) x 6-13(-20) mm, λεία, κηρώδη, καμπτόμενα προς τα πίσω μόνο στο ανώτερο 1/3. Νήματα στημόνων 47-50(-57) mm.. Ανθήρες 9-11 mm, γυρεόκοκκοι χρυσοχρυσο-- κίτρινοι. Στύλος 35-50(-60) mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (διάφοροι συγγραφείς στον Fedorov 1969).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως κατά την διάρκεια του Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Lilium candidum είναι χλωριδικό στοιχείο της Α. Μεσογείου. Απαντά στις χώρες των Βαλκανίων και στην Δ. Ανατολία. Είναι είδος ευρύτατα καλλιεργούμενο για λόγους καλλωπιστικούς, αλλά και θρησκευτικούς, καθώς είναι συνυφασμένο με την χριστιανική πίστη (το κοινό του όνομα είναι κρίνος της Παναγίας). Η διάκριση των αυτοφυών πληθυσμών από τους ημιαυτοφυείς, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί από την διαφυγή ατόμων από την ευρύτατη καλλιέργεια του είδους, είναι πολύ δύσκολη. Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως για τον ελλαδικό χώρο. Οι Γιαννίτσαρος &amp; Φεραίος (1998) έχουν δημοσιεύσει τον χάρτη εξαπλώσεως αυτού του είδους στην Ελλάδα, όπου σημειώνονται 42 θέσεις εμφανίσεώς του. Όπως αναφέρουν οι εν λόγω συγγραφείς, "η εικόνα του χάρτη εξάπλωσης αυτού του φυτού στην Ελλάδα είναι ασαφής, όσον αφορά τους ιθαγενείς και τους μη ιθαγενείς πληθυσμούς του". Πράγματι, πολλοί από αυτούς - ίσως οι περισσότεροι - δεν είναι αυτοφυείς. Ως παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε ότι, κατά την άποψη μας, οι πληθυσμοί των Ιονίων νήσων - για τους οποίους έχουμε προσωπικήν αντίληψη - δεν είναι αυτόχθονες. Εκτός από τους πληθυσμούς της Κρήτης, για τους οποίους γίνεται κατωτέρω ιδιαίτερος λόγος, οι περισσότεροι πραγματικώς αυτόχθονες πληθυσμοί του L. candidum στην Ελλάδα απαντούν στην Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Δ. Μακεδονία.</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Βιότοπος: Φύεται σε θέσεις με φρύγανα ή σε αραιές θαμνώδεις, πετρώδεις ή βραχώδεις θέσεις, ενίοτε σε κρημνούς και σε έδαφος συνήθως ασβεστολιθικό, σπανίως οφιολιθικό και σε υψόμετρο 10-1.500 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Lilium candidum είναι, από ταξινομικής απόψεως, ένα εξαιρετικώς ευδιάκριτο είδος, με ευρεία γεωγραφική εξάπλωση και συγχρόνως ευρύτατα καλλιεργημένο στους βοτανικούς κήπους της Ευρώπης. Αποτέλεσμα τούτου είναι το γεγονός ότι έχουν περιγραφεί και ονομασθεί πλήθος ποικιλιών, που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων δεν έχουν καμία συστηματική ή ταξινομική αξία. Εδώ, αναφέρεται μόνον η var. salonikae Stoker, εγκύρως δημοσιευμένη (StokerStoker 1935). Είναι μία παραλλαπαραλλα-- γή του τυπικού είδους που βρέθηκε να καλλιεργείται στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης και μεταφέρθηκε για καλλιέργεια σε διαφόρους Βοτανικούς Κήπους της Αγγλίας το 1916.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To Lilium candidum εμφανίζεται με διάσπαρτους πληθυσμούς ή υποπληθυσμούς σχεδόν σε ολόκληρο τον ελλαδικο χώρο, έστω και αν τα φυτά πολλών από τις γνωστές θέσεις εμφανίσεώς τους δεν θεωρούνται αυτόχθονα. Οι θεωρούμενοι ως αυτόχθονες πληθυσμοί ή υποπληθυσμοί του είναι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, ολιγομελείς. Κατά τους Γιαννίτσαρο &amp; Φεραίο (1998), από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς είναι εκείνος πλησίον της Καστοριάς, ο οποίος αριθμεί μερικές εκατοντάδες ατόμων, καθώς και ο πληθυσμός της Μονεμβασιάς με περίπου 130 άτομα. Αναλόγου μεγέθους πληθυσμό παρατηρήσαμε και πλησίον της ΒΔ. όχθης της λίμνης Πρέσπας. Οι υπόλοιποι πληθυσμοί ή υποπληθυσμοί φαίνεται να αποτελούνται από σημαντικώς λιγότερα άτομα, όπως και εκείνος που εντοπίσθηκε προσφάτως στις κλιτύες του ποταμού Νέδωνα στην περιοχή της Καλαμάτας (N. N.. TurTur-- land και Χ. Κυριακόπουλος, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Αφήνουμε τελευταίο τον πληθυσμό της Κρήτης, όχι μόνο γιατί είναι αυτόχθων, αλλά και γιατί είναι από τους μεγαλύτερους στην χώρα μας. Πρόκειται για έναν πληθυσμό, ο οποίος εμφανίζεται περί τα 40 χιλιόμετρα βορείως της πόλεως του Αγίου Νικολάου (επαρχία Μεραμπέλου) και αναπτύσσεται εντός μιας ασβεστολιθικής, βραχώδους χαράδρας, που αρχίζει περίπου από τα 300 m και κατακατα-- λήγει στην θάλασσα. Τον πληθυσμόν αυτόν ανεύρε για πρώτη φορά ο δεύτερος συγγραφέας αυτού του άρθρου, ο οποίος με δημοσιεύματά του (1999) ανακοίνωσε ότι τον πληθυσμό αποτελούσαν 80-90 άτομα. Το 2002 εμετρήθησαν από τον ίδιον και τον αρχαιολόγο P.M. Warren περί τα 515 άτομα. Το 2008 οι συγγραφείς του άρθρου εξερεύνησαν την αναφερομένη περιοχή. Πρόκειται πράγματι για ένα αυτοφυή πληθυσμό του Lilium candidum που τον αποτελούν περί τα 500 άτομα τα οποία εμφανίζονται μεταξύ 30 και 170 m.. Τους ασβεστολιθικούς βράχους της χαράχαρά-- δρας καλύπτει φρυγανώδης ή αραιή θαμνώδης βλάστηση με κυριαρχούντα τα είδη: Calicotome villosa, Genista acanthoclada, Euphorbia dendroides, E. acanthothamnos, Sarcopoterium spinosum, Quercus coccifera κ.ά. Παρότι η περίοδος επίσκεψής μας συνέπεσε με αυτήν της ανθήσεως του Κρίνου, ο αριθμός των ατόμων που διατηρούσαν ανθοφόρους βλαστούς ήσαν, συγκριτικώς προς τον συνολικόν αριθμόν τους, πολύ μικρός. Ήταν προφανές ότι οι περισσότεροι ανθοφόροι βλαστοί είχαν καταναλωθεί από τα αιγοπρόβατα της περιοχής.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το Lilium candidum είναι ένα από τα πλέον προσφιλή φυτά για καλλιέργεια στους κήπους, κυρίως των περιοχών της Ν. Ευρώπης, όχι μόνο γιατί είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό, αλλά και για λόγους θρησκευτικούς. Γι' αυτό η συλλογή -με την εκρίζωση των βολβών του- προκειμένου να μεταφερθεί στην καλλιέργεια, είναι ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους για την διατήρησή του στη φύση. Αλλά εξ' ίσου σοβαρός είναι και ο κίνδυνος από τα αιγοπρόβατα, δεδομένου ότι γι' αυτά, οι βλαστοί και τα άνθη του κρίνου αποτελούν εκλεκτή τροφή.</p><p>Προτείνουμε να ενταχθεί το είδος αυτό στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ), σύμφωνα με την IUCN (2001). Αν αποδειχθεί συνεχής μείωση των ατόμων του είδους λόγω υπερβόσκησης ή μεταφοράς των βολβών του για καλλωπιστικούς σκοπούς, όπως δείχνουν οι πρώτες παρατηρήσεις, τότε ίσως χρειασθεί επαναξιολόγηση του είδους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεδομένου ότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί του Lilium candidum είναι εξαπλωμένοι σε όλη την Ελλάδα, δεν φαίνεται πρακτική η λήψη κοινών μέτρων προστασίας του για όλη την χώρα. Για τους λόγους αυτούς, νομίζουμε ότι οι κατά τόπους αρμόδιες Υπηρεσίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αξίζει να προστατεύσουν τον πάλλευκο Κρίνο με τον καταλληλότερο και ιδιαίτερο τρόπο για κάθε περιοχή εμφανίσεως του. Προτείνεται η ανά τακτά χρονικά διαστήματα παρακολούθηση των μεγαλυτέρων πληθυσμών του είδους, ώστε να μπορούν να επισημανθούν εγκαίρως μεταβολές στους αριθμούς των ατόμων τους.</p><p>Ιδιαίτερη σημασία για την προϊστορία της Κρήτης έχει η ανεύρεσή του αυτόχθονος πληθυσμού του Lilium candidum στη νήσο Κρήτη. Το είδος αυτό αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον Greuter (1971), ο οποίος ανεύρε δύο ή τρία άτομα πλησίον της Μονής Καθολικού στο Ακρωτήρι της Κρήτης. Ο συγγραφέας θεώρησε τα φυτά αυτά, ως προερχόμενα από καλλιέργεια και εγκλιματισθέντα στην θέση όπου ευρέθησαν.</p><p>Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο δεύτερος από τους συγγραφείς αυτού του άρθρου ανακοίνωσε με δημοσίευμά του την εύρεση στην Κρήτη ενός αυτόχθονος πληθυσμού του Lilium candidum στην επαρχία Μεραμπέλου. Ο πάλλευκος Κρίνος υπήρξε το σύμβολο της Κρήτης κατά τους Μινωϊκούς χρόνους. Στις τοιχογραφίες του Μεγάρου της αρχαίας πόλεως της Κρήτης Αμνισού (περί το 1600 π.Χ.) έχουμε την αρχαιότερη, αλλά και φυσικότερη απεικόνιση του L. candidum (Μαρινάτος, ανακοίνωση στην Ακαδημία Αθηνών, 1956). Την ίδια περίοδο, περί το 1600 π.Χ., έχουμε ακόμη μία παράσταση του Κρίνου στα Ανάκτορα της Κνωσσού. Πρόκειται για τον Ιερέα Βασιλέα ή Πρίγκηπα με τα κρίνα.</p><p>Για τους αναφερθέντες λόγους, προτείνουμε ενθέρμως στους Τοπικούς Φορείς του Αγίου Νικολάου (Τοπική Αυτοδιοίκηση, Περιβαλλοντικούς συλλόγους κ.ά.) να μεριμνήσουν για την προστασία ολόκληρης της περιοχής του Φαραγγιού με τον πληθυσμό του πάλλευκου Κρίνου. Τούτο θα αποτελέσει μεγίστη προσφορά στην προστασία του περιβάλλοντος, στην ανάδειξη και την καλώς εννοούμενη αξιοποίηση της ευρύτερης περιοχής, αλλά κυρίως θα αποτελούσε έκφραση σεβασμού στην ιστορία της νήσου.</p><p>Δημήτριος Φοίτος, Γεώργιος Αφορδακός, Γεωργία Καμάρη &amp; Νicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF41FF5B98C7367CFA3DF959	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF4DFF5698C7367CFA35FABB.text	9E288790FF4DFF5698C7367CFA35FABB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lilium rhodopaeum Delip.	<div><p>Lilium rhodopaeum Delip.</p><p>Liliaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Lilium rhodopaeum Delip. in Nauch. Trud. Agron. Fak. Plovdiv 1: 129 (1952).</p><p>Τύπος: [Βουλγαρία] Βουλγαρία]] "in pratis ca. vic. Sivino, distr. SmoSmo-- ljan", 1300 m, 22 Jun 1952, D. Delipavlov 12460 (Ολότυ-Ολότυπος: SOM, Ισότυπος: SOA).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, ποώδες, με βολβό. Βολβός μεγάλος (3-4,5 cm), ωοειδής, αποτελούμενος από αρκετά λευκωπά, επικαλυπτόμενα λέπια. Βλαστοί όρθιοι, ισχυροί, ύψους 50-80(-100) cm.. Φύλλα εναλλασσόμενα σπειροσπειρο-- ειδώς, πυκνά, βαθμιαίως σμικρυνόμενα προς την κορυφή, μήκους μέχρι 14 x 1,5 cm, γραμμοειδή έως λογχοειδή, οξύληκτα, στιλπνά πράσινα στην επάνω επιφάνεια, βλεφαριδωτά και χνοώδη κατά μήκος των νεύρων στην κάτω επιφάνεια. Άνθη (1-)2-5, μεγάλα, χωρίς βράκτια, σχηματίζοντα σκιάδια. Ποδίσκοι καμπτόμενοι ελαφρώς προς τα κάτω κατά την ανθοφορία, σχεδόν όρθιοι στην καρποφορία. Τμήματα περιανθίου (τέπαλα) 6, ελεύθερα, πεταλοειδή, 8-12,5 x 1,5-2,5 cm, καμπτόμενα προς τα έξω στην κορυφή, στιλπνά, λεία, κίτρινα, χωρίς στίγματα, εύπτωτα. Ανθήρες καστανέρυθροι με κίτρινα, γραμμοειδή νήματα. Στύλος μακρύς, με τρίλοβο στίγμα. Καρπός επιμήκης έως αντωοειδής κάψα, ±6-γωνιώδης. Σπέρματα πολυάριθμα, στιλπνά, καστανά, επίπεδα με μικρά πτερύγια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24, 36 (Popova 1967, Fedorov 1969).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος μέχρι Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της οροσειράς της Ροδόπης στα σύνορα της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Οι πληθυσμοί του στη Βουλγαρία περιορίζονται στην Κ. Ροδόπη (περιοχές Smolyan και Sivino και στα χωριά Progled,, Manastir και Chepelare)) και Α. Ροδόπη (κορυκορυ-- φή Veikata στο Gyumourdzhinski Snezhnik) (Delipavlov 1952, Velchev 2006). Στην Ελλάδα, έχει βρεθεί στο Νομό Δράμας (Παρθένο Δημόσιο Δάσος περιοχής Παρανεστίου Νομού Δράμας και δασικό σύμπλεγμα Τραχωνίου - Διποτάμων) και στον Νομό Ξάνθης (κοντά στο χωριό Λειβαδίτης, στην κορυφή Ερύμανθος και βορειότερα στη θέση Μετέωρα) (Strid &amp; Franzén 1982, Σφήκας 1985, Τan 1995, Elefheriadou &amp; Raus 1996, Elefheriadou &amp; al. 1998)</p><p>Βιότοπος: Σε μετρίως υγρές θέσεις, σε λιβάδια και βραχώδεις πλαγιές, στην ορεινή ζώνη των δασών Οξυάς και των Κωνοφόρων, σε υψόμετρο 1.200-1.800 m. Συνήθως σχηματίζει αραιούς πληθυσμούς. Άλλα είδη που συνεμφανίζονται είναι τα Pteridium aquilinum, Genista lydia, Calamagrostis arundinacea, C. varia, Anthoxanthum odoratum, Inula hirta, Geranium sanguineum, Vincetoxicum hirundinaria, καθώς και διάσπαρτα άτομα Pinus sylvestris, Juniperus communis, Corylus avellana, Crataegus sp., Rosa sp. κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Lilium rhodopaeum μαζί με το Lilium carniolicum subsp. albanicum (Griseb.) Griseb.).) Hayek απο-αποτελούν τους μοναδικούς αντιπροσώπους του γένους στην Βαλκανική με κίτρινα άνθη. Το L. rhodopaeum διαφέρει από το L. carniolicum εκτός από το μεγαλύτερο ύψος του (50-100 cm, αντί των 20-50 cm του δεύτερου) και στα πολύ μεγαλύτερα άνθη του με τέπαλα μήκους 8-12 cm και ελαφρώς καμπτόμενα προς την κορυφή, αντί των 3-7 cm και εντόνως καμπτόμενων του δεύτερου.</p><p>Το L. rhodopaeum έχει μεγαλύτερη ομοιότητα και συγγένεια με το L. monadelphum Bieb., ένα είδος επίσης με κίτρινα άνθη, το οποίο φύεται στον Καύκασο και από το οποίο διαφέρει κυρίως στην έλλειψη στιγμάτων στα τέπαλα, καθώς και στο χρώμα των ανθήρων του (καστανέρυθρους αντί κίτρινους στο δεύτερο).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός του Lilium rhodopaeum στην Ροδόπη εμφανίζεται αρκετά διασπασμένος σε μικρές ομάδες. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός απαντά στην περιοχή Τραχωνίου - Διποτάμων, σε ένα μεγάλο λιβάδι, όπου απαριθμήθηκαν τουλάχιστον 500 άτομα. Η εμφάνιση ξυλωδών ειδών όπως η Pinus sylvestris υποδηλώνει ότι η πορεία της φυσικής αναγέννησης είναι η σταδιακή δάσωση των λιβαδιών αυτών με αποτέλεσμα τη μεταβολή των οικολογικών συνθηκών τους και πιθανότατα την αντικατάστασή τους από δάση. Οι υπόλοιποι υποπληθυσμοί είναι σαφώς μικρότεροι και το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει τις μερικές δεκάδες άτομα ανά περιοχή εμφάνισης.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D1, κυρίως εξαιτίας του πολύ μικρού πληθυσμού του. Αν και δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, οι πληθυσμοί του θα πρέπει να παρακολουθούνται, ώστε να διαπιστωθούν έγκαιρα πιθανές αλλαγές του επιπέδου απειλής.</p><p>Στην Βουλγαρία το Lilium rhodopaeum έχει συμπεριληφθεί στο Red Data Book of PR Bulgaria (Velchev 1984) και προστατεύεται από τον νόμο (Biodiversity Law 2002). Για την Ελλάδα, το είδος έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο του Π.Δ. 67/1981, στον κατάλογο της IUCN (1982) για την Ελλάδα στην κατηγορία Σπάνιο (R) και στο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Tan 1995) στην κατηγορία Vulnerable (Τρωτό). Σε διεθνές επίπεδο, περιλαμβάνεται στον διεθνή κατάλογο της IUCN (Walter &amp; Gillett 1998) στην κατηγορία R για την Ελλάδα και V για τη Βουλγαρία.</p><p>Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί το Lilium rhodopaeum είναι η φυσική εξέλιξη των δασών της περιοχής, δεδομένου ότι ήδη έχει αρχίσει η εγκατάσταση ξυλωδών ειδών εντός της περιοχής εμφάνισης του μεγαλύτερου υποπληθυσμού, με αποτέλεσμα να διασπάται ο οικότοπος του. Η πιθανή πλήρης δάσωση της περιοχής θα έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των οικολογικών συνθηκών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη μπορέσει αυτό να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό των άλλων ειδών.</p><p>Επιπλέον, ένας άλλος κίνδυνος είναι η συνεχώς αυξανόμενη τουριστική ανάπτυξη στον ορεινό χώρο της Ροδόπης με αποτέλεσμα την συχνότερη παρουσία του ανθρώπου στον χώρον αυτό. Το L. rhodopaeum, λόγω της φυσικής του ομορφιάς κατά την ανθοφορία, ελκύει τους επισκέπτες, οι οποίοι συχνά το ξεριζώνουν για να το μεταφέρουν στους κήπους τους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει το είδος, είναι η εξέλιξη της βλάστησης και η φυσική διαδοχή, η οποία θα οδηγήσει στη δάσωση των διακένων και την καταστροφή του ιδανικού βιοτόπου για την ευδοκίμηση του είδους, θα πρέπει, κατά την άσκηση της διαχείρισης των παραπάνω δασικών εκτάσεων, να γίνονται οι σωστοί δασοκομικοί χειρισμοί, ώστε να ευνοηθεί η διατήρηση των διακένων και κατά συνέπεια και οι βιότοποι εμφάνισης του είδους.</p><p>Επομένως, είναι απαραίτητη η ενημέρωση των αρμοδίων δασικών αρχών. Επιπλέον θα πρέπει να ενημερωθεί το κοινό (τόσο ο τοπικός πληθυσμός, όσο και οι επισκέπτες), ώστε να μην ξεριζώνουν φυτά του συγκεκριμένου είδους. Απαγορευτικές, καθώς και ενημερωτικές πινακίδες κοντά στους βιοτόπους εμφάνισής του θα βοηθούσαν πολύ στην προστασία του.</p><p>Τέλος, η καλλιέργεια του είδους με σπέρματα σε Βοτανικούς Κήπους, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη διατήρηση και επιβίωσή του.</p><p>Ελένη Ελευθεριάδου, Γεωργία Καμάρη &amp; Ιωάννης Συλλιγνάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF4DFF5698C7367CFA35FABB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF4EFF5098DE367CFA36FD3B.text	9E288790FF4EFF5098DE367CFA36FD3B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium aphroditae Artelari & Georgiou	<div><p>Limonium aphroditae Artelari &amp; Georgiou</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Limonium aphroditae Artelari &amp; Georgiou in Bot. J. Linn. Soc. 131: 401 (1999).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Νήσος Κύθηρα] "Limnaria bay, 1.7 km NW of Moni Mirtidion, on calcareous maritime rocks, alt. 0-5 m, 36° 13' N, 22° 55' E", 7 Jul. 1997, Artelari &amp; Georgiou 1500 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος, λείο, ύψους μέχρι 45 cm. Φύλλα (1,5-)3-4,5 x (0,7-)1-1,6(-2) cm, αντιστρόφως τριγωνικά-σπατουλοειδή έως σπατουλοειδή, αμβλέα, με σκληρή, βραχεία, απότομη προεξοχή (μήκους 0,1-0,3 mm)) καμπτόμενη προς τα πίσω, καταλήγουσα βαθμιαίβαθμιαί-- ως σε μίσχο βραχύτερο από το έλασμα, με καμπτόμενα κράσπεδα και με στενό, συνήθως κυματιστό, χόνδρινο περιθώριο, πλάτους 0,1-0,2 mm, με 1-3 νεύρα. Βλαστοί όρθιοι, διακλαδισμένοι από το κατώτερο 1/3 του φυτού, σπανίως με ρόδακες φύλλων στις διακλαδώσεις. Άγονοι βλαστοί ελλείποντες ή 1-2 στο κατώτερο τμήμα, γόνιμοι ζιγκ-ζαγκ έως τοξοειδείς, που σχηματίζουν γωνίες 17°- 50°. Ταξιανθία ρομβοειδής φόβη με το πλατύτερο τμήμα στο άνω ήμισυ. Στάχεις μήκους (0,7-)1-3,5(-5,5) cm,, όρόρ-- θιοι. Σταχύδια μήκους 4-4,7 mm (συμπεριλαμβανομένου του κάλυκα), ελαφρώς κυρτά, μονόπλευρα έως δίστιχα, (3-)5-8 ανά cm, με 2-3 άνθη. Εξωτερικό βράκτιο μήκους 1,2-1,7(-2) mm,, τριγωνικό έως τριγωνικό-ωοειδές, οξύοξύ-- ληκτο· εσωτερικό βράκτιο 2,8-3,3(-3,8) x 2,4-3,2 mm, ελλειψοειδές έως αντωοειδές-ελλειψοειδές, αμβλύ έως αποστρογγυλωμένο ή μερικές φορές με εγκόλπωση, με ερυθροκάστανο και λευκό μεμβρανώδες περιθώριο πλάτους 0,8-0,9 mm (λευκό τμήμα του περιθωρίου πλάτους 0,2-0,3 mm)),, με το ελλειψοειδές πράσινο τμήμα του βραβρα-- κτίου να σχηματίζει προεξοχή μήκους περίπου 0,8 mm που φθάνει σχεδόν μέχρι την άκρη του. Κάλυκας μήκους 3,7-4,2 mm, μονόπλευρα αραιώς τριχωτός στο σωλήνα, με χείλος ίσο ή μακρύτερο από το σωλήνα και με λοβούς μήκους 0,3-0,5 mm, ημιελλειψοειδείς έως τριγωνικούςαμβλείς, με μικρή κορυφή. Στεφάνη μήκους 5,5-6 mm, με ανοικτό ιώδες χρώμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 27 (ArtelariArtelari &amp; Geor-Georgiou 1999).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Ελλάδας. Γνωστό μέχρι σήμερα από τη δυτική ακτή των Κυθήρων και συγκεκριμένα την ακτή Λιμνάρια, η οποία απέχει 1,7 km από τη Μονή Μυρτιδίων.</p><p>Βιότοπος: Το Limonium aphroditae φύεται σε μια απομονωμένη ακτή στη δυτική πλευρά των Κυθήρων, όπου σχηματίζει ένα μικρό πληθυσμό στους απόκρημνους ασβεστολιθικούς βράχους της παραλίας. Μαζί του αναπτύσσονται τα είδη Cakile maritima, Silene sedoides, Helichrysum stoechas subsp. barrelieri, Pistacia lentiscus κ.ά. Μία τόσο περιορισμένη περιοχή εξάπλωσης είναι συνήθης για είδη του γένους Limonium . Παρόλα αυτά, επειδή οι δυτικές ακτές των Κυθήρων είναι πολύ απόκρημνες και δύσβατες, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη του L. aphroditae σε γειτονικούς μη προσιτούς βράχους. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι η θέση συλλογής αυτού του taxon περιλαμβάνεται στην περιοχή εκείνη των Κυθήρων, η οποία παρουσιάζει σημαντική συγκέντρωση ενδημικών taxa (Snogerup 1991).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To Limonium aphroditae είναι ένα πολύ ευδιάκριτο είδος που χαρακτηρίζεται από λεπτούς στάχεις, με μικρά σταχύδια και αντιστρόφως τριγωνικάσπατουλόμορφα φύλλα με καμπτόμενα περιθώρια. Έχει μικρό εσωτερικό βράκτιο και κάλυκα, οι διαστάσεις των οποίων είναι παρόμοιες με αυτές του L. cornarianum Kypriotakis &amp; Artelari, το οποίο είναι ενδημικό της ΝΑ. Κρήτης (Kypriotakis &amp; Artelari 1998). Όμως, διακρίνεται σαφώς από αυτό στο διαφορετικό σχήμα και μέγεθος των φύλλων του, τις μικρότερες γωνίες της ταξιανθίας, το διαφορετικό σχήμα του εσωτερικού βρακτίου και τον μεγαλύτερο κάλυκα. Με βάση τα μορφολογικά τους γνωρίσματα, τα δύο παραπάνω είδη φαίνεται να σχηματίζουν μία μικρή ομάδα, η οποία διαφοροποιείται από τις άλλες ομάδες Limonium του Αιγαίου και χαρακτηρίζεται από τους μικρότερους χαρακτήρες των σταχυδίων. Η ομάδα αυτή παρουσιάζει ομοιότητα με την ομάδα του L. minutiflorum Kuntze, η οποία περιλαμβάνει τριπλοειδή και τετραπλοειδή taxa εξαπλωμένα στην Κ. Μεσόγειο (Brullo &amp; Pavone 1980, Greuter &amp; al. 1989).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός του Limonium aphroditae, που φύεται στα απόκρημνα ασβεστολιθικά βράχια της απομονωμένης παραλίας Λιμνάρια, περιλαμβάνει λίγα άτομα κυριολεκτικώς "χωμένα" σε σχισμές ή σε σημεία, στα οποία μπορούν να προστατεύονται από τα δυνατά κύματα που φθάνουν μέχρι τις θέσεις όπου φύονται. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη του L. aphroditae σε γειτονικούς μη προσιτούς βράχους, δεδομένου ότι η ακτή είναι εξαιρετικά δύσβατη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος αυτό φύεται σε απομονωμένο και απόκρημνο βιότοπο χωρίς ανταγωνισμό από άλλα είδη. Δεν υπάρχει, προς το παρόν, τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή λόγω της σχετικά δύσκολης πρόσβασης στην συγκεκριμένη ακτή.</p><p>Επειδή όμως, από όσο είχαμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε, ο πληθυσμός του καταλαμβάνει μικρή περιοχή εξάπλωσης και αποτελείται περίπου από 25 έως 30 ώριμα άτομα, πληροί το κριτήριο D της IUCN (2001) και συνεπώς προτείνεται το L. aphroditae να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) ειδών.</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα μέχρι σήμερα. Απαραίτητο για την προστασία του L. aphroditae είναι να μην υπάρξουν καταστρεπτικές αλλαγές στο βιότοπό του και η τουριστική ανάπτυξη της περιοχής να είναι ήπια. Απαραίτητη, επίσης, είναι η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων του πληθυσμού για την καλύτερη γνώση της δυναμικής του. Επίσης θα πρέπει να διατηρηθούν σπέρματα του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρέα Αρτελάρη &amp; Ουρανία Γεωργίου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF4EFF5098DE367CFA36FD3B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF48FF5298DE367CFA35FE8F.text	9E288790FF48FF5298DE367CFA35FE8F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium calliopsium A. Mayer	<div><p>Limonium calliopsium A. Mayer</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Limonium calliopsium A. Mayer in Libri Botanici 15: 91(1995).</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ρεθύμνης] "5 km W of Rethymno, below the road to Chania''. Limestone/beachrock reef extremely rugged, close to the water line, 24ª 25' E 35ª 22' N, 1.5 m, exposition NW, inclination 10ª; sand size medium, gravel, cobbles, boulders present,, reef exposed by 50-90%; extreme draindrain-- age, extreme high salinity, 14 Jul. 1990, A. Mayer 0654 B (Ολότυπος: Μ. Iσότυπος: Herb.-Mayer).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, με λίγους βλαστούς. Βλαστοί κυλινδρικοί, ύψους 40-50 cm,, ανωρθούμενοι, εύκαμπτοι, διδι-- ακλαδιζόμενοι από το κατώτερο 1/3 τους, ενίοτε με φύλλα στις διακλαδώσεις. Τμήματα των βλαστών 2,5-4,0 cm, κυλινδρικά, γλαυκοπράσινα, φέροντα διάσπαρτες μικρές θηλοειδείς προεξοχές. Φύλλα σχηματίζοντα ρόδακα, ακέραια, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, 25-35 x 7-8 mm, σπατουλοειδή, χωρίς μεμβρανώδες περιθώριο, με κορυφή αποστρογγυλωμένη έως οξεία, με έλασμα επίπεδο,ομαλό, γλαυκοπράσινο, με ένα κεντρικό νεύρο ορατό στην κάτω επιφάνεια. Ταξιανθία σε τριγωνικό σχήμα, χωρίς άγονους κλάδους ή με πολύ λίγους. Στάχεις χαλαροί, μήκους (3-)5-5,7(-8,5) cm, με 2 σταχύδια ανά cm, καμπτόμενοι προς τα κάτω. Σταχύδια μονόπλευρα, με 2(-3) άνθη. Εξωτερικό βράκτιο 2,5-2,8 x 2,0-2,2 mm, τριγωνικό, οξύληκτο, ελαφρώς καστανό, με στενό μεμβρανώδες περιθώριο. Εσωτερικό βράκτιο 8,0-8,5 x 3,8-4,2 mm, ελλειψοειδές, με καρίνα στη ράχη, με ανοικτό-γλαυκό, σαρκώδες, ποώδες κεντρικό τμήμα, περιβαλλόμενο από σκούρα πορφυρή ζώνη και μεμβρανώδες περιθώριο, πλάτους 0,1 mm. Κάλυκας μήκους 7-8 mm, ευθύς, χοανοειδής, με αραιές τρίχες στα νεύρα. Στεφάνη κυανοϊώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από μία θέση στην βόρεια ακτή της Κρήτης, περίπου 5 km Δ. του Ρεθύμνου.</p><p>Βιότοπος: Το Limonium calliopsium αναπτύσσεται στα εντόνως διαβρωμένα ασβεστολιθικά βράχια της ακτής, που βρίσκονται κάτω από την κεντρική αρτηρία ΡεθύμνουΧανίων. Είναι σχεδόν χασμόφυτο, σε απότομους παραθαλάσσιους βράχους ή σε στενή ζώνη άμμου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Κατά τον Mayer (1995) τα περισσόπερισσό-- τερο συγγενή είδη προς το Limonium calliopsium είναι τα L. sieberi (Boiss.) O. Kuntze και L. graecum (Poiret) Rech. f. Το L. sieberi είναι, και κατά τη άποψή μας, το συγγενέστερο, αλλά οι μορφολογικοί χαρακτήρες στους οποίους τα δύο αυτά taxa διαφέρουν, σύμφωνα με τον ίδιο συγσυγ-- γραφέα, δεν φαίνεται να είναι σταθεροί.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Limonium calliopsium αναπτύσσεται σε δύο κυρίως θέσεις, οι οποίες αποτελούνται από περίπου 50 άτομα εκάστη. Τα άτομα αυτά φύονται εκεί που σχεδόν κανένα άλλο είδος δεν μπορεί να επιβιώσει.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Άμεσοι κίνδυνοι δεν φαίνεται να απειλούν το Limonium calliopsium λόγω κυρίως του δυσπρόσιτου βιοτόπου του. Όμως, αλλαγή του βιοτόπου, λόγω διαπλάτυνσης της κεντρικής αρτηρίας Ρεθύμνου-Χανίων, όπου σχεδόν δίπλα φύεται το αναφερόμενο είδος, σίγουρα θα επιφέρει ολική εξαφάνισή του.</p><p>Το L. calliopsium, λόγω κυρίως του πολύ μικρού μεγέθους του μοναδικού πληθυσμού του, ο οποίος αποτελείται από λιγότερα των 250 ατόμων, κατατάσσεται στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ) ειδών, καθώς πληροί το κριτήριο D, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του πληθυσμού του Limonium calliopsium προτείνεται η προστασία από υπερβολική συλλογή και κυρίως η αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στον βιότοπό του. Η συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση του πληθυσμού θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του. Θα πρέπει επίσης να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους, σε Βοτανικούς Κήπους και Ερευνητικά Ινστιτούτα, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρησή του και η επαναφορά του στον βιότοπό του όποτε τούτο χρειασθεί.</p><p>Ρέα Αρτελάρη, Γεωργία Καμάρη &amp; Ιωάννης Συλλιγνάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF48FF5298DE367CFA35FE8F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF4AFF6C98DE378AFA36FCB4.text	9E288790FF4AFF6C98DE378AFA36FCB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium corinthiacum (Boiss. & Heldr.) O. Kuntze	<div><p>Limonium corinthiacum (Boiss. &amp; Heldr.) O. Kuntze</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Limonium corinthiacum (Boiss. &amp; Heldr.) O. Kuntze in Revis. Gen. Pl. 1: 395 (1891).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Φωκίδας] "Hab. in saxosis maritimis ad sinum Corinthiacum in promontorio Macro Nicolaos (Makrynikolas) dicto", Heldreich (G).</p><p>Συνώνυμα: Statice corinthiaca Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. Ser. 2(4): 69 (1859).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, λείο, με λίγους βλαστούς, ύψους μέχρι 40 cm.. Φύλλα (1-)2-4(-7) x 0,4-1(-1,5) cm,, αντωαντω-- οειδή έως ελλειψοειδή-σπατουλόμορφα, αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα, χωρίς ή με σκληρό, βραχύ, απότομο άκρο μήκους 0,1-0,2 mm κυρτό προς τα πίσω, με χόνδρινο επίπεδο περιθώριο συνήθως κυματιστό, πλάτους 0,1-0,2 mm, καταλήγοντα σταδιακά σε μίσχο μακρύτερο ή ίσο με το έλασμα, με 1-3 νεύρα. Βλαστοί όρθιοι, διακλαδισμένοι στο 1/2 μέχρι 1/3 του μήκους τους (σπανίως στο 1/4), χωρίς άγονους κλάδους (σπανίως ένας στο κατώτερο τμήμα), με τους γόνιμους κλάδους ζιγκ-ζαγκ έως ελαφρώς τοξοειδείς σχηματίζοντες γωνίες (10°-) 25°-60°. Ταξιανθία φόβη, ρομβοειδής με το πλατύτερο τμήμα στο άνω ήμισυ.Στάχεις μήκους 1-2,5(-3,5) cm, όρθιοι ή ελαφρώς κυρτοί. Σταχύδια μήκους 4-5 mm (συμπεριλαμβανομένου του κάλυκα), δίστιχα, κεραμοειδώς τοποθετημένα, (5-)7-10 ανά cm,, με (2-)4-7 άνθη. Εξωτερικό βράκτιο μήμή-- κους 1-1,5 mm, τριγωνικό, οξύληκτο. Εσωτερικό βράκτιο 2,5-3,5 x 2,5-3,5 mm, σχεδόν στρογγυλό, στην κορυφή αποστρογγυλωμένο ή μερικές φορές με εγκόλπωση, κυρτό στη ράχη, με ερυθροκάστανο και λευκό μεμβρανώδες περιθώριο πλάτους 0,8-1 mm,, με το ελλειψοειδές, ποπο-- ώδες τμήμα του βρακτίου να σχηματίζει κορυφή μήκους περίπου 0,8 mm που σχεδόν φθάνει μέχρι την άκρη του. Κάλυκας μήκους 3-3,8 mm,, μονόπλευρα τριχωτός στο κακα-- τώτερο τμήμα του σωλήνα, με τρίχες κατακείμενες μήκους 0,3-0,5 mm, με χείλος ίσου ή μεγαλύτερου μήκους από τον σωλήνα, με λοβούς μήκους 0,4-1 mm, τριγωνικούςαμβλείς. Στεφάνη μήκους 5-5,6 mm, ιώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Ο locus classicus του είδους ευρίσκεται στο ακρωτήριο Μακρυνικόλας του Κορινθιακού κόλπου. Μετά την πρώτη συλλογή του δεν επανεβρέθηκε στην ίδια θέση. Βρέθηκε όμως από τους συγγραφείς του άρθρου το 2002 στη γειτονική παραλία Γυαλινάμμος (Γυάλινη Άμμος), βόρεια του ακρωτηρίου Πάγκαλος.</p><p>Βιότοπος: Το Limonium corinthiacum αναπτύσσεται σε προστατευμένες κοιλότητες μεταξύ ασβεστολιθικών βράχων της απομονωμένης παραλίας Γυαλινάμμος, όπου σχηματίζει ένα μικρό πληθυσμό. Στην ίδια περιοχή, σε διπλανές θέσεις αναπτύσσονται και άτομα του είδους L. narbonense . Η πρόσβαση στην παραλία αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολη, όπως είναι γενικά δύσκολη η εξερεύνηση όλης της περιοχής λόγω ανυπαρξίας έστω και χωματόδρομων που να προσεγγίζουν τις ακτές. Έτσι, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξή του σε γειτονικούς απρόσιτους βράχους.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Pignatti (1972) αναφέρει το Limonium corinthiacum ως συνώνυμο του L. ocymifolium (Poiret) Poiret)) O.. Kuntze.. Οι Greuter &amp; al.. (1989) το τοποθετοποθε-- τούν ως ιδιαίτερο είδος στην ομάδα του L. ocymifolium, η οποία εξαπλώνεται στην Πελοπόννησο, τα Κύθηρα, το Κ. και ΝΑ. Αιγαίο και την Κύπρο. Η μελέτη του υλικού που συλλέχθηκε προσφάτως έδειξε ότι το εν λόγω είδος είναι ευδιάκριτο, και διαφοροποιείται από όλα τα άλλα είδη της ομάδας, επειδή έχει πολύ μικρότερα σταχύδια. Από το L. ocymifolium, που είναι το πλησιέστερό του, διακρίνεται επίσης από τους μικρότερους και πυκνότερους στάχεις με τα κεραμοειδώς τοποθετημένα σταχύδια και τη διαφορετική τρίχωση του κάλυκα, η οποία στο L. ocymifolium είναι πυκνότερη, αφιστάμενη και καλύπτει όλο τον σωλήνα.</p><p>Οι μικροί και πυκνοί στάχεις του Limonium corinthiacum θυμίζουν το L. densiflorum Guss. .,, το οποίο, όμως, διαφέδιαφέ-- ρει σαφώς ως προς τα φύλλα, που είναι πολύ μεγαλύτερα, αντιλογχοειδή και οξύληκτα, και τα μεγαλύτερα σταχύδια.</p><p>Αξίζει να σημειωθεί ότι το Limonium densiflorum παρουσιάζει διακεκομμένη εξάπλωση στη Μεσόγειο και στην Ελλάδα απαντά μόνο στη Λευκάδα, σε βαλτώδη βιότοπο στην παραλία της Γύρας και χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (Ar-Artelari 1995).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός του Limonium corinthiacum, ο οποίος βρέθηκε στην παραλία Γυαλινάμμος, αποτελείται από λίγα άτομα (50-80), τα οποία βρίσκονται σε προστατευμένες κοιλότητες ανάμεσα στους ασβεστολιθικούς βράχους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξή του είδους αυτού και σε άλλα γειτονικά απρόσιτα βράχια, λόγω του ότι η εξερεύνηση της περιοχής είναι εξαιρετικά δύσκολη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η περιοχή, στην οποία βρέθηκε το Limonium corinthiacum, δεν αντιμετωπίζει προς το παρόν κίνδυνο από τουριστική ανάπτυξη, λόγω της δύσκολης πρόσβασης. Το είδος φύεται σε απομονωμένο βιότοπο, χωρίς ανταγωνισμό από άλλα είδη.</p><p>Στο βαθμό που είχαμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε την ακτή, ο πληθυσμός καταλαμβάνει σχετικώς πολύ μικρή περιοχή εξάπλωσης και με σύνολο ωρίμων ατόμων περίπου 50-80. Θεωρούμε ότι το είδος πληροί το κριτήριο D, εξαιτίας κυρίως της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, ώστε να υπαχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), σύμφωνα με την IUCN (2001). Σε περίπτωση που ο βιότοπός του γίνει προσβάσιμος και η τουριστική αξιοποίηση της περιοχής εντατικότερη στο μέλλον, το είδος ενδέχεται να περάσει στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR).</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα μέχρι σήμερα. Σημαντικό για την προστασία του είδους θα είναι να διατηρηθεί ο βιότοπός του και η παραλία στην παρθένα κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, και αυτό θα γίνει μόνο αν η πρόσβαση σε αυτήν παραμείνει δύσκολη.</p><p>Χρήσιμη θα ήταν επίσης η ετήσια καταγραφή και η παρακολούθηση των ατόμων του πληθυσμού για την καλύτερη γνώση της δυναμικής του.</p><p>Τέλος, θα πρέπει να διατηρηθούν σπέρματά του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού δια την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρέα Αρτελάρη &amp; Ουρανία Γεωργίου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF4AFF6C98DE378AFA36FCB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF74FF6E98DE367CFA36FDAA.text	9E288790FF74FF6E98DE367CFA36FDAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium cornarianum Kypr. & Artelari	<div><p>Limonium cornarianum Kypr. &amp; Artelari</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Limonium cornarianum Kypr. &amp; Artelari in Phyton (Horn, Austria) 38(1): 144 (1998).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Moni Kapsa, on calcareous maritime rocks", 35° 01' N, 26° 03' E, 20 Oct. 1994, Kypriotakis 8534 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος, λείο, ύψους μέχρι 60 cm. Φύλλα (2,7-)3,5-9 x 1-2 cm, αντιλογχοειδήσπατουλόμορφα, οξύληκτα έως ελαφρώς οξύληκτα, με σκληρή, βραχεία, απότομη προεξοχή, με το μεγαλύτερο πλάτος τους στο κέντρο του ελάσματος, καταλήγοντα απότομα σε μίσχο μακρύτερο από το έλασμα, με στενό χόνδρινο επίπεδο περιθώριο πλάτους περίπου 0,1 mm, με 1-3 νεύρα και χρώμα ανοικτό πράσινο. Βλαστοί ζιγκζαγκ, διακλαδισμένοι στο ανώτερο 1/3 τους, χωρίς άγονους κλάδους ή σπάνια με 2-3 στο κατώτερο τμήμα τους. Ταξιανθία ρομβοειδής φόβη, με το πλατύτερο τμήμα στο κατώτερο ήμισυ. Στάχεις μήκους 1,2-2,5(-3) cm. Σταχύδια μήκους 4-4,5 mm (συμπεριλαμβανομένου του κάλυκα), κυρίως δίστιχα, (3-)4-6 ανά cm.. Εξωτερικό βράκτιο μήμή-- κους 1,3-1,7 mm,, τριγωνικό-ωοειδές, οξύληκτο. ΕσωτεΕσωτε-- ρικό βράκτιο (2,8-)3-3,5(-3,8) x 2,7-3 mm, αντωοειδές, αμβλύ έως αποστρογγυλωμένο, με μεμβρανώδες περιθώριο πλάτους 0,5-0,8 mm και με το ποώδες τμήμα του να σχηματίζει προεξοχή μήκους 0,4-0,5 mm που δεν φθάνει μέχρι την άκρη του. Κάλυκας μήκους 3,2-3,8 mm, πυκνά τριχωτός κυρίως στη μια πλευρά, με μακρές τρίχες (μήκους περίπου 0,5 mm), με λοβούς μήκους 0,3-0,4 mm, ελλειψοειδείς, αμβλείς. Στεφάνη μήκους περίπου 5 mm, ιώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n&gt; 40 (Αρτελάρη, αδημοσίευτα στοιχεία).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Γνωστό μέχρι σήμερα από την παραλία κάτω από την Μονή Καψά, στην ΝΑ. Κρήτη (περιοχή Σητείας).</p><p>Βιότοπος: Το Limonium cornarianum φύεται στα παραθαλάσσιους ασβεστολιθικούς βράχους που βρίσκονται κάτω από τη Μονή Καψά, καθώς επίσης και στις σχισμές των απόκρημνων ασβεστολιθικών βράχων του ομώνυμου φαραγγιού (που καταλήγει στην παραλία), σε μια απόσταση προς το εσωτερικό μέχρι 1.000 m από την ακτή. Μέσα στο φαράγγι αναπτύσσεται μαζί με τα κρητικά ενδημικά Thymbra calostachya, Dianthus fruticosus subsp. sitiacus, Campanula pelviformis και Galium graecum subsp. pseudocanum, το ενδημικό του N. Αιγαίου Melica rectiflora, καθώς και τα Parietaria cretica και Trachynia distachya . Στα παραθαλάσσια βράχια, η βλάστηση αποτελείται από Salsola aegaea, Reichardia picroides, Cichorium spinosum, Lolium rigidum, Dactylis glomerata και Euphorbia acanthothamnos .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Limonium cornarianum είναι στενά συγγενές με το L. aphroditae R. Artelari &amp; Georgiou. Σχηματίζουν μία μικρή ομάδα, η οποία διαφοροποιείται από τις άλλες ομάδες Limonium του Αιγαίου και χαρακτηρίζεται από τους μικρότερους χαρακτήρες των σταχυδίων. Παρουσιάζει ομοιότητα, ως προς το γνώρισμα αυτό, με τα είδη της ομάδας του L. minutiflorum (Guss.) O. Kuntze της Κ. Μεσογείου.</p><p>Από τα κρητικά είδη του Limonium, τα συγγενέστερα προς το L. cornarianum είναι το L. hierapetrae Rech. f., το οποίο φύεται επίσης στην ΝΑ. Κρήτη και συγκεκριμένα στην ευρύτερη δυτική παραθαλάσσια περιοχή της Ιεράπετρας και το L. creticum R. Artelari, από την περιοχή των Ματάλων στην ΚΝ. Κρήτη. Από τα δύο αυτά είδη διαφέρει ως προς τα φύλλα που έχουν σκληρή, βραχεία και απότομη προεξοχή, τα μικρότερα εξωτερικά και εσωτερικά βράκτια, το αντωοειδές εσωτερικό βράκτιο και τον μικρότερο και με πυκνότερη τρίχωση κάλυκα (Kypriotakis &amp; Artelari 1998).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο υποπληθυσμός του L.. cor-cornarianum, που φύεται στα ασβεστολιθικά βράχια της παραλίας κάτω από την Μονή Καψά, είναι εξαιρετικά μικρός και αποτελείται μόνον από 13 άτομα. Μερικά ακόμη άτομα αναπτύσσονται στις σχισμές των απόκρημνων ασβεστολιθικών βράχων στο εσωτερικό του φαραγγιού και σε απόσταση μέχρι περίπου 1.000 m από την ακτή.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το Limonium cornarianum είναι ένα σπάνιο, στενότοπο ενδημικό είδος, το οποίο σχηματίζει 2 μικρούς υποπληθυσμούς σε μικρή έκταση. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων εκτιμάται ότι είναι μικρότερος των 100. Εξαιτίας των παραπάνω και επειδή δεν είναι ακόμη γνωστό αν ο πληθυσμός του είδους απειλείται από την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής, θεωρούμε ότι τούτο πρέπει να υπαχθεί προς το παρόν, στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Το σημαντικότερο μέτρο προστασίας του Limonium cornarianum είναι η διατήρηση των φυσικών βιοτόπων του στην σημερινή τους κατάσταση και η αποφυγή δραστικών ανθρωπίνων επεμβάσεων στο μέλλον.</p><p>Πολλά είδη Limonium εμφανίζουν αντοχή στην ξηρασία και τις υψηλές θερμοκρασίες, ανθίζουν το καλοκαίρι που λίγα φυτά ανθοφορούν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε εξειδικευμένους κήπους, που χρειάζονται μικρή κατανάλωση νερού κατά τις θερμότερες εποχές του έτους.</p><p>Εξαιτίας της πολύ περιορισμένης εξάπλωσής του και του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει λόγω της συγγένειας του με τα είδη της ομάδας του L. minutiflorum της Κ. Μεσογείου, το είδος θα μπορούσε να καλλιεργηθεί σε εξειδικευμένους Βοτανικούς Κήπους για την ex situ προστασία του.</p><p>Ζαχαρίας Κυπριωτάκης &amp; Ρέα Αρτελάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF74FF6E98DE367CFA36FDAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF76FF6898DE367CFA36FD89.text	9E288790FF76FF6898DE367CFA36FD89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium cythereum Artelari & Georgiou	<div><p>Limonium cythereum Artelari &amp; Georgiou</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Limonium cythereum Artelari &amp; Georgiou in Bot. J. Linn. Soc. 131: 404 (1999).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Νήσος Κύθηρα] "Chalkos bay, NW of Cape Kapello, on calcareous maritime rocks", alt. 0-4 m, 36° 08' N, 23° 02' E, 6 Jul. 1997, Artelari &amp; Georgiou 1501 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος, λείο, ύψους 25-60 cm. Φύλλα (1-)2-4,5(-5,5) x (0,4-)0,6-1,4 cm, αντωοειδήσπατουλόμορφα, αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα ή ενίοτε με μικρή εγκόλπωση, με σκληρή, απότομη προεξοχή (μήκους 0,1-0,5 mm), καμπτόμενη προς τα πίσω, χωρίς ή με πολύ στενό χόνδρινο κυματιστό περιθώριο, καταλήγοντα αποτόμως σε μακρύ μίσχο, ίσο ή μακρύτερο από το έλασμα, με ένα νεύρο πορφυρού χρώματος, καταλήγον στο άκρο. Βλαστοί όρθιοι έως τοξοειδείς, διακλαδισμένοι στο κατώτερο 1/2 ή 1/3 τους, ενίοτε με ρόδακες φύλλων στις διακλαδώσεις, με (2-)3-5(-7) άγονους κλάδους ή σπανίως με 2-3 στο κατώτερο τμήμα τους, με γόνιμους κλάδους μορφής ζιγκ-ζαγκ έως ελαφρώς τοξοειδείς, σχηματίζοντες γωνίες 30°- 45°. Ταξιανθία ρομβοειδής φόβη, με το πλατύτερο τμήμα στο ανώτερο ήμισυ. Στάχεις μήκους (1,3-)2-5(-7) cm, όρθιοι ή σχεδόν όρθιοι. Σταχύδια μήκους 5,5-6,5 mm (συμπεριλαμβανομένου του κάλυκα), μονόπλευρα, 2-4 ανά cm, με 3-5(-8) άνθη. Εξωτερικό βράκτιο μήκους 1,6-2,2(-2,4) mm, τριγωνικό-ωοειδές, ±οξύληκτο, με πολύ μικρές, αραιές τρίχες στο κεντρικό τμήμα του. Εσωτερικό βράκτιο 4-5(-5,2) x 3,5-4,5 mm, ελλειψοειδές, αμβλύ έως αποστρογγυλωμένο, με τρίχες στο επάνω μέρος του, με ερυθροκάστανο και λευκό μεμβρανώδες περιθώριο πλάτους 0,6-0,8 mm με το ποώδες τμήμα του βρακτίου επίμηκες-ελλειψοειδές σχηματίζον προεξοχή μήκους 0,5-0,7 mm. Κάλυκας μήκους 4,5-5 mm, πυκνά τριχωτός στο σωλήνα και τριχωτός μέχρι την άκρη των νεύρων, με χείλος ίσο ή βραχύτερο από τον σωλήνα, με λοβούς μήκους 0,3-0,4 mm, ελλειψοειδείς έως τριγωνικούς-αμβλείς. Στεφάνη μήκους ±6 mm, με ανοικτό ιώδες χρώμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 52 (ArtelariArtelari &amp; Geor-Georgiou 1999).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Γνωστό μέχρι σήμερα μόνον από τη Ν. και την Α. ακτή των Κυθήρων.</p><p>Βιότοπος: Το Limonium cythereum φύεται στη νότια ακτή των Κυθήρων, στις παραλίες Χαλκός και Βρουλέας. Στον Χαλκό, τα φυτά αναπτύσσονται σε ασβεστολιθικούς βράχους στο νότιο τμήμα της παραλίας μαζί με το L. sieberi (ενδημικό της Α. Μεσογείου) και το ελληνικό ενδημικό L. runemarkii . Υπάρχουν, όμως, και άτομα σε χαλικώδες έδαφος σε απόσταση μέχρι και 100 m από τη θάλασσα. Στον Βρουλέα, αναπτύσσεται στους ασβεστολιθικούς βράχους της παραλίας μαζί με το L. sieberi . Στην ανατολική ακτή των Κυθήρων, το L. cythereum φύεται στην παραλία Αβλέμων, όπου σχηματίζει ένα μικρό πληθυσμό επάνω σε ασβεστολιθικούς βράχους. Μαζί του φύονται, επίσης, τα L. sieberi και L. runemarkii σε πυκνότερους πληθυσμούς.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Limonium cythereum ανήκει στην ομάδα του L. ocymifolium (Artelari &amp; Georgiou 2002), η οποία εξαπλώνεται στην Πελοπόννησο, τα Κύθηρα, το Κ. και ΝΑ. Αιγαίο και την Κύπρο. Από τα είδη της ομάδας είναι συγγενέστερο με το ελληνικό ενδημικό L.. ocymifolium (Poiret) O. Kuntze, από το οποίο διαφέρει ως προς τα μικρότερα σταχύδια, το ελλειψοειδές εσωτερικό βράκτιο, που φέρει τρίχες στο επάνω μέρος του, την διαφορετική τρίχωση του κάλυκα (πυκνή τρίχωση μόνο στον σωλήνα και κυρίως στη ράχη του), τους περισσότερους άγονους κλάδους και τον διαφορετικό χρωμοσωματικό αριθμό ( L. ocymifolium: 2 n = 43).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι υποπληθυσμοί του Limonium cythereum, που φύονται στη νότια ακτή (Χαλκός και Βρουλέας), περιλαμβάνουν περίπου 250-300 άτομα ο καθένας, ενώ ο υποπληθυσμός της ανατολικής ακτής (Αβλέμων) αποτελείται από πολύ λίγα άτομα (περίπου 30). Οι βιότοποί του βρίσκονται σε τουριστικές περιοχές και τους θερινούς μήνες, που το είδος ανθοφορεί, υφίστανται ανθρωπογενή πίεση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Εκτιμάται ότι ο σημαντικότερος κίνδυνος για το είδος είναι η έντονη τουριστική ανάπτυξη των Κυθήρων. Ειδικότερα, η περιοχή του Αβλέμονα είναι πολύ επιβαρυμένη με κτίσματα που φθάνουν μέχρι τους ασβεστολιθικούς βράχους της ακτής. Δεδομένου ότι ο συνολικός αριθμός των ατόμων του είδους δεν ξεπερνά τα 1.000, προτείνεται το Limonium cythereum να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο μέχρι σήμερα. Απαραίτητο για την προστασία του Limonium cythereum είναι η αποφυγή καταστρεπτικών μεταβολών του βιοτόπου του, η ελεγχόμενη ανέγερση κτισμάτων και η ήπια τουριστική εκμετάλλευση της περιοχής, Πρέπει, επίσης, να γίνεται ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, η οποία θα επιτρέψει την καλύτερη γνώση της δυναμικής των υποπληθυσμών του.</p><p>Επίσης, θα πρέπει να διατηρηθούν σπέρματά του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρέα Αρτελάρη &amp; Ουρανία Γεωργίου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF76FF6898DE367CFA36FD89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF70FF6B98DE367CFA3EFD60.text	9E288790FF70FF6B98DE367CFA3EFD60.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium elaphonisicum A. Mayer	<div><p>Limonium elaphonisicum A. Mayer</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Limonium elaphonisicum A. Mayer in Libri Botanici 15: 96 (1995).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νομός Χανίων, Νησίδα Ελαφόνησος] "Βay between the island of Elafonisos and the cape of Krios", collapsed beachrock/conglomerate reef partially covered by grey sands of medium size, 23ª 33' E 35ª 16' N, alt. 3 m, exposure SE, inclination 14ª, gravels, cobbles, large boulders present, 20 Jun. 1990, A. Mayer 0681 (Ολότυπος: Μ. Iσότυπος: Herb. Mayer).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, με πολυάριθμους λείους βλαστούς. Βλαστοί ύψους 25-30 cm,, όρθιοι, σχηματίσχηματί-- ζοντες ζιγκ-ζαγκ, διακλαδισμένοι από τη βάση, σπανίως με φύλλα στις διακλαδώσεις. Τμήματα των βλαστών 20- 31 mm, κυλινδρικά, γλαυκοπράσινα, με λεπτά φυμάτια. Φύλλα σε βασικό ρόδακα, ακέραια, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, 15-30 x 3-5 mm, σπατουλοειδή με στενό μεμβρανώδες περιθώριο 0,1-0,2 mm, οξύληκτα, σε τομή σχήματος V, με λεπτά φυμάτια που δημιουργούν τραχιά υφή, γλαυκοπράσινα, με ένα κεντρικό νεύρο ορατό στην κάτω επιφάνεια. Ταξιανθία σε σχήμα ρόμβου, με λίγους άγονους κλάδους και γωνίες διακλαδώσεων 20-30ª. Στάχεις χαλαροί, λεπτοί, μήκους 30-50 mm,, ευθυτενείς. ΣταΣτα-- χύδια μονόπλευρα ή δίστιχα (αμφίπλευρα), κατακείμενα στον άξονα του στάχυ, με μόνον ένα άνθος, αραιά τοποθετημένα, 2(-3) ανά cm. Εξωτερικό βράκτιο μήκους 3,5 mm, τριγωνικό, οξύληκτο, με ποώδες κεντρικό τμήμα και μεμβρανώδες περιθώριο· εσωτερικό βράκτιο 8-9 x 3-3,5 mm, με ορθογώνιο σχήμα, λείο με νευρώσεις, με ελαφρά καρίνα στη ράχη, με κεντρικό τμήμα γλαυκοπράσινο, ποώδες, που περιβάλλεται από μία ευκρινή πορφυρή ζώνη και ένα μεμβρανώδες περιθώριο πλάτους 0,6-1,0 mm.. ΚάΚά-- λυκας μήκους 8-8,5 mm, ελαφρώς κυρτός, χοανοειδής, με πυκνές μαλακές τρίχες στο κατώτερο ήμισυ. Στεφάνη κυανοϊώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος μέχρι και τον Οκτώβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Ελλάδας. Γνωστό από τις νοτιοδυτικές ακτές της Κρήτης και συγκεκριμένως από τον κόλπο που εκτείνεται από το Ελαφονήσι μέχρι το ακρωτήριο Κριός (ΝΔ. του Νομού Χανίων).</p><p>Βιότοπος: Το Limonium elaphonisicum αναπτύσσεται στα κροκαλοπαγή βράχια, αλλά και στην άμμο της παραλίας, η οποία καλύπτει εν μέρει και τα βράχια. Στο Ελαφονήσι αναπτύσσεται, κυρίως, στις αμμοθίνες μαζί με το Silene succulenta, την Centaurea pumilio και άλλα σπάνια ενδημικά είδη της ελληνικής χλωρίδας.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Κατά τον Mayer (1995), το Limonium elaphonisicum είναι συγγενές με το L. virgatum (Willd.) Fourr. και το L. graecum (Poiret) Rech. f. Σύμφωνα με τις δικές μας παρατηρήσεις το είδος αυτό φαίνεται να είναι πλησιέστερο προς το L. hyssopifolium (Girard) Rech. f., το οποίο ανήκει στην ομάδα του L. graecum και φύεται επίσης στην Κρήτη. Περαιτέρω λεπτομερής μελέτη των δύο αυτών taxa είναι απαραίτητη για την διευκρίνιση της φυφυ-- λογενετικής τους σχέσης.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός του Limonium elaphonisicum είναι διάσπαρτος και καταλαμβάνει όλη την παραθαλάσσια ζώνη του όρμου Βρουλιά, που εκτείνεται από την νησίδα Ελαφονήσι (ΝΔ. άκρο της Κρήτης) και φθάνει ανατολικά μέχρι το ακρωτήριο Κριός, ΝΔ. του Νομού Χανίων. Η ζώνη αυτή περιλαμβάνει βραχώδεις εξάρσεις, μεγάλες κροκαλλοπαγείς περιοχές, άλλοτε καλυπτόμενες και άλλοτε όχι από λεπτή άμμο και στην νησίδα Ελαφονήσι σχηματίζει επίσης μεγάλες αμμοθίνες. Στο Ελαφονήσι καταμετρήθηκαν περίπου 100 ώριμα άτομα, ενώ στην υπόλοιπη παραλιακή ζώνη περίπου 300 άτομα. Το σύνολο των ωρίμων ατόμων σε ολόκληρο τον πληθυσμό δεν υπερβαίνει τα 500 περίπου άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η παραθαλάσσια ζώνη του όρμου Βρουλιά, όπου το Limonium elaphonisicum απαντά, δέχεται έντονες ανθρώπινες επεμβάσεις, καθώς είναι μία από τις γνωστότερες τουριστικές περιοχές της Κρήτης. Λόγω του μικρού (λιγότερα από 1.000 άτομα), μοναδικού πληθυσμού του (καταλαμβάνει έκταση μικρότερη των 20 km2), το L. elaphonisicum κατατάσσεται στην κατηγορία των Τρωτών, καθώς πληροί τα κριτήρια D1+2,1+2, σύμφωνα με την IUCN (2001). ΕξάλΕξάλ-- λου, επειδή το είδος ανθοφορεί μέσα στο καλοκαίρι, όπου οι οικοτουριστικές επιδράσεις είναι πολύ εντονότερες, είναι πιθανόν η μελλοντική επιβίωσή του να επηρεασθεί αρνητικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, ίσως χρειασθεί να καταταγεί σε υψηλότερο βαθμό επικινδυνότητας στο άμεσο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν έχει ληφθεί καμία ειδική φροντίδα για την προστασία του Limonium elaphonisicum και δεν συμπεριλαμβάνεται σε καμία σχετική οδηγία. Όμως, η περιοχή της νησίδας Ελαφονήσι έχει χαρακτηρισθεί ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (SCI), με τον κωδικό GR-4340002, οπότε θα πρέπει να προστατεύεται. Αν λοιπόν, γίνει ουσιαστική η προστασία της νησίδας Ελαφονήσι, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, υπάρχει, επίσης, η πιθανότητα διατήρησης (in situ) του είδους.</p><p>Ο δεύτερος προτεινόμενος τρόπος είναι η διατήρηση των σπερμάτων του είδους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, για την ex situ διατήρησή του, και την, εν καιρώ, χρησιμοποίησή τους προς ενίσχυση του φυσικού πληθυσμού, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο χρειασθεί. Η λήψη μέτρων προστασίας στις υπόλοιπες αμμώδεις παραλίες της χώρας, όπου η οικοτουριστική πίεση είναι πολύ έντονη, θεωρείται πολύ δύσκολη.</p><p>Ρέα Αρτελάρη, Γεωργία Καμάρη &amp; Ιωάννης Συλλιγνάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF70FF6B98DE367CFA3EFD60	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF7DFF6598C7367CFA3EFDAA.text	9E288790FF7DFF6598C7367CFA3EFDAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium kardamylii Artelari & Kamari	<div><p>Limonium kardamylii Artelari &amp; Kamari</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Limonium kardamylii Artelari &amp; Kamari in Phyton (Horn) 35(1): 132 (1995).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Μεσσηνίας] "ad pagum Kardamylii, in conglomeratis litoreis, 36ª 53' N, 22ª 13' E", 23 Sept. 1990, Phitos &amp; Kamari 20789 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος, λείο, ύψους μέχρι 40 cm. Φύλλα (1,5-)2-3(-5,5) x (0,2-)0,3-0,4(-0,8) cm,, αντιλογαντιλογ-- χοειδή, αμβλέα, με κλίση προς τα επάνω, με καμπτόμενα περιθώρια, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο πολύ μακρύτερο από το έλασμα, με ένα νεύρο, τα περισσότερα ξηρά κατά την εποχή της ανθήσεως. Βλαστοί όρθιοι, εύθραυστοι, καθόλου ή λίγο διακλαδισμένοι, χωρίς άγονους κλάδους ή με λίγους στο κατώτερο τμήμα του φυτού. Ταξιανθία σύνθετος στάχυς, κορυμβοειδής. Στάχεις μήκους (2,5-)5-9(-10) cm, εύθραυστοι, χαλαροί. Σταχύδια μήκους 5-6 mm (συμπεριλαμβανομένου του κάλυκα), 2-3 ανά cm. Εξωτερικό βράκτιο μήκους 1,5-2 mm, τριγωνικό-ωοειδές, ±οξύληκτο· εσωτερικό βράκτιο 3-4 x 2,3-2,5 mm,, ελλειελλει-- ψοειδές, ελαφρώς οξύληκτο έως αμβλύ, με διαφανές περιθώριο πλάτους 0,2-0,5 mm, και με το ποώδες τμήμα του να καταλήγει σε λεπτή απόληξη μήκους (0,2-)0,5-0,8 mm.. Κάλυκας μήκους 4,5-5 mm,, αραιά τριχωτός, με βραβρα-- χείες κατακείμενεςτρίχες, με χείλος περίπου ίσου μήκους με τον σωλήνα και λοβούς μήκους 0,6-1,0 mm, αμβλείς. Στεφάνη μήκους 7-7,5 mm, ιώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Artelari &amp; Kamari 1995).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από την Ν. Πελοπόννησο (Νομός Μεσσηνίας) στις παραλίες της Καρδαμύλης, Στούπας και Αγίου Νικολάου.</p><p>Βιότοπος: Το Limonium kardamylii αναπτύσσεται στα κροκαλοπαγή βράχια της παραλίας της Καρδαμύλης και των νοτιότερων κοντινών παραλιών Στούπας και Αγίου Νικολάου. Τα φυτά φύονται στις μικρές εσοχές των βράχων, μαζί με το Crithmum maritimum, ώστε να προστατεύονται από την άμεση επίδραση των κυμάτων.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Limonium kardamylii ανήκει στην ομάδα των διπλοειδών ελληνικών ενδημικών ειδών του Ιονίου (Αρτελάρη 1984, Artelari &amp; Kamari 1995, 2000) και στην ευρύτερη ομάδα του L. dictyophorum (Tausch) Degen (Greuter &amp; al. 1989). Το συγγενέστερό του είδος είναι το L. messeniacum Artelari &amp; Kamari,, το οποίο απααπα-- ντά βορειότερα στην περιοχή των Κιτριών και της Αβίας. Διαφέρει από το τελευταίο από τους καθόλου ή λίγο διακλαδισμένους βλαστούς, τα αντιλογχοειδή με καμπτόμενα περιθώρια φύλλα του, τα οποία είναι ξηρά κατά την εποχή της ανθήσεως του, τους μακρύτερους και αραιότερους στάχεις, και τα ελλειψοειδή και με στενότερο διαφανές περιθώριο εσωτερικά βράκτιά του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο υποπληθυσμός του Limonium kardamylii που βρίσκεται στην παραλία της Καρδαμύλης, στον locus classicus του είδους, είναι σήμερα πολύ περιορισμένος και αποτελείται από 100 περίπου άτομα, τα οποία απειλούνται από την έντονη τουριστική δραστηριότητα (Συλλιγνάκης προσωπ. επικοινωνία). Παλαιότερα και μέχρι το 1995, στην περιοχή όπου αυτό φύεται, η τουριστική αξιοποίηση ήταν μηδαμινή και ο πληθυσμός αποτελείτο από πολλά (περισσότερα των 200), εύρωστα άτομα. Οι υποπληθυσμοί των περιοχών Στούπας και Αγίου Νικολάου ήταν, κατά το καλοκαίρι του 1991, αρκετά εκτεταμένοι και ο αριθμός των ατόμων τους υπερέβαινε επίσης τα 200. Για την παραλία της Στούπας δεν διαθέτουμε πρόσφατα στοιχεία, πρόκειται όμως για μια περιοχή με σημαντική αύξηση του τουρισμού κατά τα τελευταία χρόνια. Για την παραλία του Αγίου Νικολάου έγιναν προσπάθειες καταγραφής του υποπληθυσμού (Συλλιγνάκης 2008, προσωπ. επικοινωνία), αλλά δεν επιβεβαιώθηκε η παρουσία του είδους εκεί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Το είδος αυτό φαίνεται να κινδυνεύει άμεσα από τις έντονες τουριστικές, αλλά και τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες που αναπτύσσονται στους βιοτόπους του. Το ότι ανθίζει κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, κατά τους οποίους η τουριστική κίνηση στην περιοχή είναι αυξημένη, δημιουργεί ακόμη δυσκολότερες συνθήκες για την επιβίωσή του. Οι τρεις υποπληθυσμοί του είναι μικροί, και συνεχώς ελαττώνονται.</p><p>Λόγω του μικρού αριθμού των υποπληθυσμών του και του περιορισμένου αριθμού ατόμων από τα οποία αυτοί συνίστανται, αλλά και διότι σε κανένα από αυτούς δεν καταμετρήθηκαν περισσότερα από 200 ώριμα άτομα, σύμφωνα με τα κριτήρια B2a,b(i,ii,iv,v), C2a(i) και D1,2 της IUCN (2001), το είδος κατατάσσεται στην κατηγορία των Τρωτών (VU), με πιθανότητα να μεταταχθεί στο εγγύς μέλλον σε ανώτερη κλίμακα απειλής.</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα μέχρι σήμερα. Είναι σημαντικό να αποφεύγονται οι καταστρεπτικές αλλαγές στους βιοτόπους του Limonium kardamylii και να υπάρχει ήπια τουριστική αξιοποίηση της περιοχής. Χρειάζεται, επίσης, παρακολούθηση και ετήσια καταγραφή του αριθμού των ατόμων του, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες για την καλύτερη γνώση της δυναμικής των πληθυσμών του, καθώς και η κατάθεση σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρέα Αρτελάρη, Γεωργία Καμάρη &amp; Ιωάννης Συλλιγνάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF7DFF6598C7367CFA3EFDAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF7FFF6798C7367CFA3EFDAA.text	9E288790FF7FFF6798C7367CFA3EFDAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Limonium messeniacum Artelari & Kamari	<div><p>Limonium messeniacum Artelari &amp; Kamari</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Limonium messeniacum Artelari &amp; Kamari in Bot. Chron. 13: 45 (2000).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Μεσσηνίας] "ad pagum Kitries, in saxosis maritimis", 36° 56' N, 22° 09' E, 22 Sept. 1990, Phitos &amp; Kamari 20788 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό, λείο, ύψους μέχρι 30(-40) cm.. Φύλλα (1-)1,5-4(-5) x (0,2-) 0,4-0,8(-0,9) cm,, σπασπα-- τουλοειδή-λογχοειδή, αμβλέα, επίπεδα ή με ελαφρώς καμπτόμενα περιθώρια, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο μακρύτερο ή περίπου ίσου μήκους με το έλασμα, με ένα νεύρο, τα περισσότερα παραμένοντα πράσινα κατά την εποχή της ανθήσεως. Βλαστοί όρθιοι, εύθραυστοι, πολύ διακλαδισμένοι από τη βάση. Κλάδοι τοξοειδείς ή με μορφή ζιγκ-ζαγκ, που σχηματίζουν γωνίες 45°-85°(-90°), με τμήματα στενούμενα ελαφρώς στα γόνατα, άγονοι λίγοι στο κατώτερο τμήμα του φυτού, οι ανώτεροι γόνιμοι. Ταξιανθία κορυμβοειδής φόβη. Στάχεις μήκους 0,8-3(-4) cm,, οι ακραίοι μέχρι 4,5(-5,5) cm,, ή μεμονωμένα σταχύσταχύ-- δια στις άκρες των κλάδων. Σταχύδια μήκους 5-5,5 mm (συμπεριλαμβανομένου του κάλυκα), συχνά ελαφρώς κυρτά, συνήθως μονόπλευρα, (3-)4-6 ανά cm. Εξωτερικό βράκτιο μήκους (0,8-)1-1,6(-1,8) mm, τριγωνικό-ωοειδές, ±οξύληκτο. Εσωτερικό βράκτιο (3-)3,3-3,8(-4) x 2,4-2,5 mm,, ωοειδές-ελλειψοειδές, ελαφρώς οξύληκτο, με διαδια-- φανές περιθώριο πλάτους 0,5-0,8 mm και με το ποώδες τμήμα του να καταλήγει σε λεπτή προεκβολή μήκους 0,7- 0,9 mm.. Κάλυκας μήκους 4,5-5 mm,, ±κυρτός, αραιά τριτρι-- χωτός, με βραχείες κάθετες τρίχες, με χείλος περίπου ίσου μήκους ή βραχύτερο από τον σωλήνα, και λοβούς μήκους 0,7-1,0 mm, αμβλείς. Στεφάνη μήκους 6-7 mm, ιώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Artelari &amp; Kamari 2000).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος έως Οκτώβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από δύο υποπληθυσμούς, στην Ν. Πελοπόννησο (Νομός Μεσσηνίας), στις παραλίες των Κιτριών και Αβίας.</p><p>Βιότοπος: Το Limonium messeniacum αναπτύσσεται στους ασβεστολιθικούς παραθαλάσσιους βράχους της παραλίας των Κιτριών και της κοντινής (περίπου 7 km) παραλίας της Αβίας. Τα φυτά φύονται στις μικρές εσοχές των βράχων, προστατευόμενα από την άμεση επίδραση των κυμάτων.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Limonium messeniacum, ανήκει στην ομάδα των διπλοειδών ελληνικών ενδημικών ειδών του Ιονίου (Αρτελάρη 1984, Artelari&amp; Kamari 1995, 2000) και στην ευρύτερη ομάδα του L. dictyophorum (Tausch) Degen (Greuter &amp; al. 1989), με συγγενέστερο προς αυτό είδος το L. kardamylii R.. Artelari &amp; Kamari,, το οποίο απααπα-- ντά στην περιοχή της Καρδαμύλης. Διαφέρει ως προς το τελευταίο στους πολύ διακλαδισμένους από τη βάση βλαστούς του, που σχηματίζουν κλάδους τοξοειδείς ή σε μορφή ζιγκ-ζαγκ, στα σπατουλοειδή-λογχοειδή φύλλα του, στους βραχύτερους και πυκνότερους στάχεις του με τα ελαφρώς κυρτά σταχύδια, και στα ωοειδή-ελλειψοειδή και με πλατύτερο διαφανές περιθώριο εσωτερικά βράκτιά του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο αριθμός των ατόμων του Limonium messeniacum και στους δύο υποπληθυσμούς τους οποίους σχηματίζει, είναι πολύ περιορισμένος (μικρότερος των 250 ατόμων), κυρίως λόγω των ανθρωπίνων επεμβάσεων στην περιοχή εξάπλωσής του. Ο βιότοπός του βρίσκεται σε μια αρκετά τουριστική περιοχή και ιδιαιτέρως κατά τους θερινούς μήνες, που το είδος ανθοφορεί, υπόκειται σε μεγάλη ανθρωπογενή πίεση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος Limonium messeniacum, όπως τα περισσότερα είδη του γένους, φύεται σε σχετικώς δυσπρόσιτους βιοτόπους, στους οποίους λίγοι είναι οι ανταγωνιστές του. Επίσης, τα άτομα δεν κινδυνεύουν από την βόσκηση. Όμως, ο κύριος κίνδυνος για τα φυτά και για τον βιότοπό τους σχετίζεται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Επειδή τα φυτά ανθίζουν την εποχή που οι βιότοποί τους δέχονται την μεγαλύτερη τουριστική κίνηση, τα άτομα κινδυνεύουν από απρόσεκτες δραστηριότητες, ποδοπάτημα, συλλογή, κ.λπ. Εξαιτίας του μικρού μεγέθους του πληθυσμού του,το είδος κινδυνεύει άμεσα. Στηριζόμενοι στην πολύ μικρή περιοχή εξάπλωσής του L. messeniacum, στους δύο ολιγομελείς υποπληθυσμούς του (συνολικός πληθυσμός μικρότερος των 250 ατόμων) και της υφιστάμενης ανθρώπινης πίεσης και αφού πληρούνται τα κριτήρια Β2a,b(ii+iii+iv) και D της IUCN (2001), προτείνεται το L. messeniacum να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ) ειδών.</p><p>Μέτρα προστασίας: Κανένα μέχρι σήμερα. Χρήσιμα μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν για την προστασία του Limonium messeniacum είναι η αποφυγή καταστρεπτικών μεταβολών στον βιότοπό του, η ήπια τουριστική αξιοποίηση της περιοχής, καθώς και η ενημέρωση των επισκεπτών για την διατήρηση των υποπληθυσμών του.</p><p>Πρέπει, επίσης, να γίνεται περιοδική καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη γνώση της δυναμικής των πληθυσμών του.</p><p>Τέλος, σπέρματα του είδους θα πρέπει να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, για την ex situ προστασία και διατήρησή του.</p><p>Ρέα Αρτελάρη &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF7FFF6798C7367CFA3EFDAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF79FF6298C7367CFA35F944.text	9E288790FF79FF6298C7367CFA35F944.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Linum hellenicum Iatrou	<div><p>Linum hellenicum Iatroú</p><p>Linaceae</p><p>Linum hellenicum Iatroú in Willdenowia 19: 69 (1989).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "Prope pagum Hellenicon, inter Monemvasia et Neapolis", in petrosis, substrato calcareo, 400-500 m, 2 Maj. 1987, Iatroú 2741 (Oλότυπος: UPA. Ισότυπος: B).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με ξυλώδες τμήμα βάσης, με αρκετά όρθια ή ανορθούμενα, πράσινα έως γλαυκοπράσινα στελέχη με προεκβάλλουσες ακμές, ύψους έως 22 cm. Φύλλα βάσης σε ρόδακες, διαστάσεων 8-20 x 3-8 mm,, συνήθως σπατουλοειδή, συχνά με έλασμα στρογγυστρογγυ-- λό, αμβλύ, ακιδωτό, λείο, ελαφρώς τριχωτό ή με μικρά φυμάτια, συνήθως με μία εμφανή νεύρωση και με βραχύ μίσχο. Φύλλα βλαστού εναλλασσόμενα, πρασινωπά, με καστανούς αδένες στη βάση τους, τα χαμηλότερα επιμήκη-σπατουλοειδή, αμβλέα, ακιδωτά, με 1-3 νεύρα, 10-16 x 2,5-4 mm, λεία ή με φυμάτια, τα μεσαία και ανώτερα επιμήκη-αντωοειδή έως ωοειδή-λογχοειδή, μικρότερα σε διαστάσεις. Ταξιανθία με 1-16 άνθη, ποδίσκοι λείοι, μήκους 1,5-2 mm.. Άνθη ετερόστυλα, σέπαλα ωοειωοει-- δή-λογχοειδή, λεία, οξέα, με στενό συχνά βλεφαριδωτό μεμβρανώδες περιθώριο και μεσαία επιμήκη προεκβολή, διαστάσεων 7-9 x 2-2,5 mm. Πέταλα ρόδινα-ιώδη έως λευκά, ευρέως αντωοειδή, αμβλέα, 15-22 x 6-11 mm, συνενωμένα στους όνυχες για 5-7 mm. Στύλοι 5-7 mm ή 8-12 mm,, ελεύθεροι, στίγμα επίμηκες-κορυνοειδές. ΑνΑν-- θήρες επιμήκεις, 1,6-2,1 mm σε νήματα 6-9 mm που συσυ-- νενώνονται στη βάση. Ωοθήκη λεία, κάψα ωοειδής, 3,5-5 mm, με προεκβολή μήκους έως 1,5 mm. Σπέρματα 3-3,5 x 1,5-2 mm, βαθέως καστανά όταν ωριμάζουν.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 28 (Iatroú 1989).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Τέλος Απριλίου μέχρι μέσα Μαΐου, με αιχμή το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της ΝΑ. Πελοποννήσου, γνωστό από λίγους πληθυσμούς, οι οποίοι οριοθετούν δύο κύριες περιοχές εξάπλωσης που απέχουν λίγα χιλιόμετρα μεταξύ τους. Η μία περιοχή, από όπου το είδος ήταν αρχικά γνωστό, βρίσκεται κοντά στο χωριό Ελληνικό της χερσονήσου του Μαλέα. Η δεύτερη περιοχή εξάπλωσης του είδους δημοσιεύθηκε πρόσφατα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006), εντοπίζεται λίγα χιλιόμετρα βορειότερα και περιλαμβάνει την περιοχή των ορέων Κορακιά, Κουλοχέρα και Μεγάλο Βουνό της οροσειράς του Ζάρακα (Ζάραξ). Όλοι οι μέχρι σήμερα γνωστοί πληθυσμοί του είδους ανήκουν γεωγραφικά στην Επαρχία Επιδαύρου-Λιμηράς του Νομού Λακωνίας.</p><p>Βιότοπος: Το Linum hellenicum στην περιοχή του Ελληνικού αναπτύσσεται σε ανοικτές αμμώδεις θέσεις, καθώς και σε θέσεις με θρυμματισμένα ψαμμιτικά ή ασβεστολιθικά εδάφη, μεταξύ θάμνων και φρυγάνων, σε υψόμετρο 400-500 m.. Η βλάστηση στη περιοχή περιλαμβάνει κυρίκυρί-- ως τα είδη Quercus coccifera, Pistacia lentiscus, Arbutus andrachne, Genista acanthoclada (Phitos &amp; Iatroú 1995) . Επίσης έχει αναφερθεί η παρουσία του σε σχιστολιθικό υπόστρωμα (TanTan &amp; Iatroú 2001). Στο Μεγάλο ΒουΒου-- νό το είδος αναπτύσσεται σε ασβεστολιθικές πετρώδεις ή βραχώδεις θέσεις, συχνά στη βάση μικρών θάμνων οι οποίοι το προφυλάσσουν. Ο πληθυσμός αυτός βρίσκεται σε υψόμετρο 550-580 m, η βλάστηση της περιοχής είναι χαμηλή, όμως σχετικά πυκνή και αποτελείται κυρίως από τα είδη Quercus coccifera, Phillyrea latifolia και Genista acanthoclada .Οι δύο γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους στο όρος Κορακιά εντοπίζονται στη βορειοδυτική και βορειοανατολική πλαγιά αντίστοιχα, γύρω ή πάνω σε θέσεις με μάργες, σπανιότερα σε σημεία όπου έχει αποκαλυφθεί το μητρικό πέτρωμα, σε υψόμετρο 600-650 m. Πολλά άτομα εδώ επίσης προφυλάσσονται από θάμνους. Σποραδικά παρατηρήθηκαν άτομα σε πετρώδεις, ασβεστολιθικές θέσεις. Η βλάστηση της περιοχής περιλαμβάνει κυρίως τα είδη Quercus coccifera, Arbutus unedo, Cotinus coggygria, Genista acanthoclada, Erica manipuliflora, Phlomis cretica, Globularia alypum, Cistus salviifolius, Hypericum empetrifolium subsp. empetrifolium, Putoria calabrica . Στο όρος Κουλοχέρα το είδος εξαπλώνεται στα νότια-νοτιοδυτικά τμήματα του, σε χαλικώδεις ή αμμώδεις θέσεις με μάργες, σε υψόμετρο 800-1.000 m. Το υψόμετρο αυτό είναι μεγαλύτερο από αυτό των προηγούμενων περιοχών. Στην περιοχή επίσης υπάρχουν άτομα σε πετρώδεις, ασβεστολιθικές θέσεις. Η βλάστηση εδώ είναι χαμηλή και αραιή και αποτελείται κυρίως από τα είδη Quercus coccifera, Genista acanthoclada, Phlomis cretica, Erica manipuliflora, Globularia alypum, Coridothymus capitatus, Asperula taygetea, A. rigidula, Onosma erecta subsp. erecta .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Linum hellenicum ανήκει στη L. sect. Syllinum, η οποία περιλαμβάνει είδη με κίτρινα και λευκά πέταλα ανθέων. Το είδος είχε θεωρηθεί ότι διαφέρει από τα υπόλοιπα είδη της ομάδας του εξαιτίας του ρόδινου-ιώδους χρώματος των πετάλων του. Εντούτοις, νεότερα δεδομένα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006) δείχνουν ότι οι πληθυσμοί της Κορακιάς και της Κουλοχέρας περιλαμβάνουν ένα ποσοστό ατόμων (έως 25%) που εμφανίζουν λευκά πέταλα, ενώ ορισμένα φυτά φέρουν δύο χρώματα πετάλων (ρόδινο-ιώδες και λευκό) σε άνθη της ίδιας ταξιανθίας ή σε διαφορετικές ταξιανθίες του ίδιου ατόμου. Η πιθανότητα υβριδισμού του L. hellenicum με κάποιο είδος με λευκά πέταλα, πιθανά το Linum phitosianum Christod. &amp; Iatroú, το οποίο επίσης απαντά στην ΝΑ. Πελοπόννησο, αποκλείσθηκε, επειδή μετά από έρευνα στην γύρω περιοχή δεν εντοπίστηκε κάποιο άτομο του τελευταίου είδους. Επιπλέον, τα φυτά που φέρουν άνθη με λευκά πέταλα δεν παρουσιάζουν άλλες μορφολογικές διαφορές με αυτά που φέρουν ρόδινα-ιώδη πέταλα. Εξαιτίας των παραπάνω, το L. hellenicum πρέπει να θεωρηθεί ότι εμφανίζεται στη φύση με δύο χρώματα πετάλων, ρόδινο ή λευκό, με το ρόδινο να είναι συχνότερο.Το λευκό χρώμα των πετάλων του L. hellenicum το συνδέει με άλλα λευκανθή είδη Linum της sect. Syllinum.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι περισσότεροι πληθυσμοί ή υποπληθυσμοί του είδους είναι μικροί. Κοντά στο χωριό Ελληνικό ο πληθυσμός δεν αναμένεται να είναι μεγάλος. Στο Μεγάλο Βουνό ο πληθυσμός περιλαμβάνει λίγα, διασκορπισμένα άτομα. Οι πληθυσμοί της Κορακιάς και της Κουλοχέρας περιλαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων. Οι αρχικές εκτιμήσεις έδειξαν ότι φύονται περίπου 500 άτομα σε κάθε όρος, νεότερες όμως έρευνες ανεβάζουν τον αριθμό σε 1.000 περίπου ενήλικα άτομα για καθένα από τα όρη. Οι πληθυσμοί είναι υγιείς, με ένα ικανοποιητικό βαθμό αναγέννησης, δεδομένου ότι παρατηρήθηκαν αρκετά άτομα μικρής ηλικίας.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι γνωστοί βιότοποι του Linum hellenicum είναι εύκολα προσβάσιμοι. Η βασικότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στις περιοχές όπου αναπτύσσεται το είδος είναι η κτηνοτροφία, η οποία παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονη στην Κουλοχέρα και την Κορακιά. Κατά τη βόσκηση, φαίνεται ότι τα ζώα δεν προτιμούν το είδος για τη διατροφή τους, όμως ένας αριθμός φυτών ποδοπατείται. Αν και τα δύο τελευταία όρη περιλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 των οικολογικά σημαντικών περιοχών της Ελλάδας και αυτό αναμένεται να έχει θετική επίπτωση στη μελλοντική επιβίωση του είδους, προς το παρόν δεν έχει ληφθεί κάποιο ιδιαίτερο μέτρο προστασίας του. Ένας άλλος πιθανός κίνδυνος είναι τα σχέδια για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών στα χαμηλά όρη του νομού Λακωνίας και η πλήρης ισοπέδωση των κορυφών μικρών ορέων και λόφων. Τέλος, ο κίνδυνος της πυρκαγιάς είναι υπαρκτός στην περιοχή, εντούτοις η συμπεριφορά του είδους μετά από κάποια πυρκαγιά δεν είναι πλήρως γνωστή.</p><p>Το Linum hellenicum είναι ένα σπάνιο είδος, το οποίο σχηματίζει μικρούς υποπληθυσμούς σε μικρή έκταση. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων εκτιμάται στις 3.000- 5.000. Εξαιτίας των παραπάνω θεωρούμε ότι το είδος πρέπει να υπαχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU) VU)) σύμσύμ-- φωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Η συμπεριφορά του είδους μετά από μία μεγάλη πυρκαγιά δεν είναι γνωστή, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι κατάφερε να επιβιώσει από τουλάχιστον μία πυρκαγιά στο πρόσφατο παρελθόν, η οποία έπληξε της περιοχές του Μεγάλου Βουνού και της Κουλοχέρας. Εντούτοις, δεν είναι γνωστό αν η πυρκαγιά προκάλεσε αλλαγές στα πληθυσμιακά δεδομένα του είδους.</p><p>Θα πρέπει να αποφευχθεί η εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην Κουλοχέρα και την Κορακιά, τόσο επειδή τουλάχιστον ένα τμήμα τους ανήκει σε προστατευόμενη περιοχή, αλλά και εξαιτίας του ότι φιλοξενούν πλήθος σπανίων και ενδημικών ειδών. Επίσης, θα πρέπει να μετριασθεί η ένταση και η πίεση της βόσκησης της περιοχής με έναν αποτελεσματικό έλεγχο του αριθμού των ζώων, δεν συνιστάται όμως η διακοπή της βόσκησης. Aκόμη, θα πρέπει να ασκείται έλεγχος πυρασφάλειας της περιοχής, ώστε να αποφευχθεί ή να αντιμετωπισθεί έγκαιρα η εκδήλωση μίας μεγάλης πυρκαγιάς. Τέλος, το είδος θα πρέπει να διασφαλισθεί ex situ, σε καλλιέργεια σε Ινστιτούτα και Βοτανικούς Κήπους, ενώ τα σπέρματά του θα πρέπει να διατηρηθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF79FF6298C7367CFA35F944	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF7AFF7C98DE367CFA35F9C8.text	9E288790FF7AFF7C98DE367CFA35F9C8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lolium subulatum Vis.	<div><p>Lolium subulatum Vis.</p><p>Gramineae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Lolium subulatum Vis., Fl. Dalm. 1: 90, t. 3 (1842).</p><p>Tύπος: [Κροατία] "in satis circa Bergato prope Ragusa", D. Neumayer. (Ολότυπος: PAD. Ισότυπος (?): W).</p><p>Συνώνυμα: Lolium rigidum Weiss ex Nyman, Consp. Fl. Eur.: 845 (1882), non Gaudin (1811).</p><p>Lolium rigidum var. subulatum (Vis.) Charrel in OesOes-- terr. Bot. Z. 42: 411 (1892).</p><p>Lolium temulentum L. var. subulatum (Vis.) Husnot, Gram. France, Belg., Brit., Suisse: 86. (1896-99).</p><p>Lolium suffultum Sieber ex Huter in Oesterr. Bot. Z. 58: 33 (1908), Sieber, Avis Pl.: 3 (1821), μόνο ως όνομα.</p><p>Περιγραφή: Mονοετές είδος. Βλαστοί όρθιοι, ύψους 20- 65 cm,, με μόνο 1-3 γόνατα, άτριχοι. Έλασμα φύλλων διαδια-- στάσεων 15-27 x 2-5 cm, με κατερχόμενο τραχύ τρίχωμα στην ανώτερη επιφάνεια, λείο και στιλπνό στην κατώτερη επιφάνεια. Γλωσσίδιο μήκους έως 2,5 mm,, ακρότμηακρότμη-- το, ωτοειδές ή όχι. Στάχυς μήκους 14-25 mm, συνήθως ευθύς, σπανίως ελαφρώς καμπτόμενος, η βάση του περιλαμβάνεται στους κολεούς των φύλλων, με 7-18 σταχίδια. Ράχη κυλινδρική, διογκωμένη, πλάτους (1-)2-3 mm στα γόνατα, άτριχη. Σταχίδια σε μεγάλο βαθμό βυθισμένα στην ενσκαπτόμενη ράχη, με 2-4 επίπεδα, γόνιμα ανθίδια και 0-1 ατροφικά ανθίδια. Ανώτερο λέπυρο διαστάσεων 12-22 x 1-3 mm, λογχοειδές, παχύ και διογκωμένο στη βάση του, ίσου μήκους με το αντίστοιχο μεσογονάτιο διάστημα, μακρύτερο του σταχυδίου, το οποίο καλύπτει πλήρως. Χιτώνας 6-10 mm, ωοειδής-λογχοειδής, άγανο απόν στα κατώτερα ανθίδια, έως 3-5 mm στα ανώτερα γόνιμα ανθίδια. Ανθήρες μήκους 2-3 mm.. Καρπός καρύοψις διαδια-- στάσεων 4,5-8 x 1,3-2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος-Mάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Lolium subulatum είναι ένα γεωστοιχείο της Α. Μεσογείου, γνωστό από την Κροατία, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο, τη Συρία, το Λίβανο, το Ισραήλ και την Ιορδανία (Terrell 1968). Σε κάθε μία από την χώρες αυτές θεωρείται ως αρκετά σπάνιο, προφανώς όχι εξαιτίας ανεπαρκούς χλωριδικής έρευνας (βλέπε, για παράδειγμα, Bergmeier 2005, ο οποίος συνάντησε μόνο έναν πληθυσμό ανάμεσα σε 60 κατάλληλες θέσεις της ΝΑ. Πελοποννήσου). Στην Ελλάδα, το είδος φαίνεται να περιορίζεται μόνο στο Ν. τμήμα της χώρας, με διάσπαρτες αναφορές από την ενδοχώρα (Aρκαδία, Aρκαδία ρκαδία, βορείως του ΛεωΛεω-- νίδιου) και τις νήσους Κρήτης, Γαύδου, Κάσου, Καρπάθου και Κω (RechingerRechinger 1944, Hansen 1980, Raus 1996, Berg-Bergmeier &amp; al. 1997, Böhling &amp; Scholz 2003, Bergmeier 2005, 2006, συμπεριλαμβανομένου αδημοσίευτου υλικού βοτανικής συλλογής που ελέγχθηκε από τους συγγραφείς του άρθρου).</p><p>Βιότοπος: Το Lolium subulatum εμφανίζεται κυρίως ως ζιζάνιο σε παραδοσιακές καλλιέργειες σιτηρών (Berg-Bergmeier 2006), αλλά μπορεί επίσης να εμφανισθεί σε μέρη με απορρίμματα (Terrell 1968). Τα χαρακτηριστικά του εδάφους χαρακτηρίζονται από αμμώδη έως αργιλώδη με μαργαϊκό ή φλυσχογενές μητρικό πέτρωμα, σε ξηρές θέσεις (Bergmeier 2006). Στη Γαύδο, το είδος βρέθηκε να είναι διαγνωστικό του τύπου κοινωνίας Soncho oleraceiLotetum tetragonolobi subass. chrysanthemetosum coronarii (BergmeierBergmeier 2005), συνήθως συνοδευόμενο από πλήπλή-- θος μονοετών ειδών, όπως τα Biscutella didyma, Glebionis coronaria, Plantago lagopus, P. afra, Tordylium apulum, Sonchus oleraceus κ.ά. (BergmeierBergmeier 2006). Μία δομή ζιζι-- ζανίων με ανάλογη σύνθεση συνοδεύει το L. subulatum στις καλλιέργειες σιτηρών και στους χέρσους αγρούς τριγύρω από τη θέση Άργος της Κάσου, όπου εν μέρει το Sarcopoterium spinosum έχει επιτυχώς επανεγκατασταθεί στη βλάστηση ως αποτέλεσμα της διαδοχής (Θανόπουλος, παρατηρήσεις το 2009).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Λανθασμένα, το Lolium subulatum είχε θεωρηθεί παλαιότερα ως συνώνυμο του L. rigidum Gaudin,, κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ως αποτέλεαποτέλε-- σμα σύγχυσης (βλέπε Rechinger 1944, Meikle 1985, Raus 1996, Charmet &amp; al.. 1996). Μόνο ο Terrell (1968) επέεπέ-- λυσε το ταξινομικό πρόβλημα, δεικνύοντας ότι οι τύποι των L. subulatum και L. loliaceum (Bory &amp; Chaub.) Hand.- Mazz. (= L. rigidum subsp. lepturoides Sennen &amp; Mauricio) που είχαν λανθασμένα θεωρηθεί ως συνώνυμα, αντιπροσωπεύουν δύο taxa, οι διαφορές των οποίων είναι "τόσο μεγάλες ή ίσως μεγαλύτερες από τις διαφορές μεταξύ taxa όπως το L. temulentum και το L. remotum ή μεταξύ του L. perenne και του L. multiflorum ". Οι Bergmeier &amp; al. (1997) παρέθεσαν αδημοσίευτα δεδομένα των Bergmeier &amp; Raus, οι οποίοι διακρίνουν το L. subulatum, σε σύγκριση με το L. rigidum s.l.,. l., l..,, με βάση την ακόλουθη ομάδα χαραχαρα-- κτήρων: βλαστοί όρθιοι, ευθυτενείς, άξονας διογκωμένος, οι κοιλότητες συνήθως περικλείουν ξεκάθαρα τα σταχίδια, λέπυρα πιεσμένα στον άξονα και μακρύτερα από τα αντίστοιχα σταχίδια.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Lolium subulatum στην Γαύδο περιλαμβάνει δύο υποπληθυσμούς, έναν κοντά στο Καστρί και τον άλλο στην Άμπελο, ενώ η παρουσία του χαρακτηρίζεται ως σπάνια (Bergmeier &amp; al. 1997). Στον Άργο της Κάσου ο πληθυσμός υπολογίζεται σε λίγες εκα-εκατοντάδες άτομα (Θανόπουλος, παρατηρήσεις το 2009). Οι πληθυσμοί στην Αγία Κυριακή της Κάσου και στην Αυλώνα της Καρπάθου, που βρέθηκαν το 1984 (Raus 1996), δεν έγινε κατορθωτό να επιβεβαιωθούν το 2009 (Θανόπουλος, παρατηρήσεις). Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι το είδος έχει εξαφανιστεί στις αντίστοιχες περιοχές αλλά μάλλον ότι θα πρέπει να θεωρείται ως σπάνιο. Στο Λεωνίδιο της Αρκαδίας ο πληθυσμός θα πρέπει να είναι σε καλή κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη ότι υποπληθυσμοί του παρατηρήθηκαν σε 6 διαφορετικές θέσεις κατά το διάστημα δύο ετών (Bergmeier 2005).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι κίνδυνοι για το είδος προέρχονται από την αλλαγή της χρήσης γης και των καλλιεργητικών πρακτικών. Η εγκατάσταση ελαιώνων σε παλαιότερους αγρούς σιτηρών αλλάζει με βεβαιότητα τη σύνθεση της αυτοφυούς χλωρίδας και αν λάβουμε υπόψη την επέκταση και επικράτηση της Oxalis pes-carpae στους ελαιώνες (Αβραμιώτης κ.ά. 2006), τότε η επιβίωση του L. subulatum κινδυνεύει. Η εγκατάλειψη των καλλιεργειών με σιτηρά, που μετατρέπει τους αγρούς σε χέρσους ή σε βοσκότοπο, θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει απώλειες στους πληθυσμούς του είδους. Το L. subulatum φαίνεται ότι επιβιώνει με δυσκολία σε πολύ πυκνές επιφάνειες, είτε σε καλλιέργειες σιτηρών (παρατηρήσεις στην Αυλώνα) είτε σε εγκαταλειμμένους αγρούς όπου δεσπόζει το είδος Glebionis coronaria (παρατηρήσεις στην Αγία Κυριακή). Η εντατικοποίηση της καλλιέργειας μπορεί να δημιουργεί άλλον ένα κίνδυνο. Στην Αυλώνα, παραδοσιακά αφήνουν μεταξύ δύο ετών καλλιέργειας ένα έτος αγρανάπαυσης. Σήμερα έχουν αντικαταστήσει το έτος αγρανάπαυσης με καλλιέργεια ψυχανθών. Μία τέτοια πρακτική μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην επιβίωση του είδους. Άλλοι, άγνωστοι, αλλά σημαντικοί παράγοντες μπορεί να σχετίζονται με την βιωσιμότητα των σπερμάτων και τον λήθαργο. Αυτές οι παράμετροι θα πρέπει να συνδυάζονται με την ικανότητα του είδους να ανταπεξέρχεται σε διαφορετικά βιοτικά περιβάλλοντα (π.χ. καλλιέργειες, χέρσα μέρη).</p><p>Συνολικά, υπάρχουν 6 τοποθεσίες του είδους, από τις οποίες οι 2 (Άργος και Λεωνίδιο) διατηρούν πληθυσμούς σε καλή κατάσταση ενώ στους υπόλοιπους το είδος είναι σπάνιο. Ο αριθμός των ατόμων υπολογίζεται σε περίπου 1.000. Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια της IUCN (2001) το L. subulatum χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα δεδομένα B2a,c.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ένα βασικό μέτρο προστασίας είναι να διατηρηθούν οι ίδιες συνθήκες διαχείρισης, χαμηλής παραγωγικότητας και αγρανάπαυσης στους αγρούς σιτηρών όπου εμφανίζεται το είδος. Επιπροσθέτως, η μελέτη της βιολογίας και της οικολογίας του είδους, ιδιαίτερα σε σχέση με την καλλιέργεια και τα διαφορετικά συστήματα διαχείρισης, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καλύτερη γνώση του κύκλου ζωής του, ώστε να σχεδιαστούν περισσότερο εξειδικευμένα μέτρα προστασίας. Σε χέρσους αγρούς, όπου αναπτύσσεται βλάστηση garigue που τείνει να δημιουργήσει πολύ κλειστά περιβάλλοντα, θα πρέπει να δημιουργηθεί χώρος για μονοετή φυτά, που περιλαμβάνουν το L. subulatum . Η συλλογή γενετικού υλικού είναι επείγουσα, για πιθανή επανεισαγωγή του είδους, αν κάτι τέτοιο χρειασθεί. Οι περισσότερες από τις θέσεις του περιλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000: η νήσος Γαύδος με τον κωδικό GR4340013, η βόρεια Κάρπαθος με τον κωδικό GR4210003, η Κάσος με το GR4210001 και το Λεωνίδιο-όρος Πάρνωνας με τους κωδικούς GR252005 και GR252006 252006.. Η ανωτέρω πρόνοια συμβάλλει στην προπρο-- στασία του L. subulatum .</p><p>Thomas Raus &amp; Ροίκος Θανόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF7AFF7C98DE367CFA35F9C8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF64FF7F98DE3799FA3EFC93.text	9E288790FF64FF7F98DE3799FA3EFC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Lomelosia minoana subsp. asterusica (Greuter) Greuter & Burdet	<div><p>Lomelosia minoana (P. H. Davis) Greuter &amp; Burdet subsp. asterusica (Greuter) Greuter &amp; Burdet</p><p>Dipsacaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Lomelosia minoana (P. H. Davis) Greuter &amp; Burdet subsp. asterusica (Greuter) Greuter &amp; Burdet in Willdenowia 15: 75 (1985).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ρεθύμνης] "dis-distr. Monofatsi, ad cacumen montis Kόfinas, 1200 m", 27 Maj. 1962, Greuter 4574 (Ολότυπος: PAL-Greuter. Greuter. Greuter.. ΙσότυΙσότυ-- ποι: G, W, Z).</p><p>Συνώνυμα: Scabiosa minoana (P. P.. H.. Davis)) Greuter sub-ubsp. asterusica Greuter in Candollea 22: 241 (1967).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής, προσκεφαλόμορφος ημίθαμνος, ύψους 10-30 cm.. Φύλλα αντίθετα, με βραχύ μίσχο, πλαπλα-- τέως ελλειψοειδή, ακέραια, 2-4 x 1-2 cm ((συμπεριλαμβανομένου του μίσχου), καλυμμένα και στις δύο επιφάνειες από πυκνές και μακρές, πεπιεσμένες, αργυρόχρωμες σκληρές τρίχες.Ανθικός ποδίσκος λεπτός, συνήθως με ένα ζεύγος φυλλόμορφων βρακτίων. Ταξιανθία κεφάλιο με διάμετρο 2-3 cm, περίπου ημισφαιρική. Στεφάνη ανθιδίων ρόδινη, με βραχύ σωληνίσκο και πεντάλοβη, οι λοβοί άνισοι μεταξύ τους, βραχύτερη για τα κεντρικά ανθίδια και μακρύτεροι για τα περιφερειακά, έτσι ώστε προεξέχουν ακτινωτά. Κεφάλιο σε καρποφορία σφαιρικό, πυκνό, ο κάθε καρπός με μία ανοικτόχρωμη, χοανοειδή, μεμβρανώδη κορόνα στην απόληξή του.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Montmollin 1982, ως Scabiosa minoana).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος - Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενοενδημικό της κορυφής του Κόφινα των Αστερουσίων ορέων, στο νότιο τμήμα του Νομού Ηρακλείου της Κρήτης, όπου φύεται σε έναν ανοικτό κρημνό με νότια έκθεση. Σύμφωνα με μία παλαιά και αμφίβολη αναφορά, το υποείδος καταγράφηκε και στην περιοχή μεταξύ Νίδας και Κρουσώνα στον Ψηλορείτη (Ίδη), αλλά η παρουσία του εκεί δεν έχει επιβεβαιωθεί από νεότερα στοιχεία.</p><p>Βιότοπος: Σχισμές ασβεστολιθικών βράχων κατακόρυφου ανοιχτού κρημνού, ως αποκλειστικό χασμόφυτο, σε υψόμετρο 1.150-1.200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Πρόκειται για ένα εκ των δύο αντιστοίχων υποειδών, με διακριτές γεωγραφικές κατανομές, που αντιπροσωπεύουν το ενδημικό είδος της Κρήτης Lomelosia minoana, το οποίο είχε αρχικά περιγραφεί ως Scabiosa minoana (P.H. Davis) Greuter &amp; Burdet subsp. asterusica Greuter (GreuterGreuter 1967) και ανήκει στα υπολειμματικά στοιστοι-- χεία της χλωρίδας της Κρήτης. To τυπικό υποείδος της L. minoana απαντά σε ασβεστολιθικούς βράχους της οροσειράς της Δίκτης, σε μεσαίο και μεγάλο υψόμετρο και διαφέρει από το subsp. asterusica κυρίως ως προς το σχήμα των φύλλων, που είναι ελλειψοειδές έως αντωοειδές, με μήκος 1,5-1,75 φορές μεγαλύτερο από το πλάτος τους, και ως προς το τρίχωμα των φύλλων. Δύο ακόμη είδη του γένους Lomelosia Rafin. (από τα πέντε που συνολικά υπάρχουν στην Κρήτη), η L. albocincta (Greuter) Greuter &amp; Burdet, και η L. sphaciotica (Roemer &amp; Schultes) Greuter &amp; Burdet, είναι ενδημικά της νήσου. Άλλα στενά συγγενικά είδη, τα οποία αν και δεν παρουσιάζουν έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, είναι ευδιάκριτα και οι χωρικές τους κατανομές ξεκάθαρες, είναι η L. variifolia (Boiss.) Greuter &amp; Burdet, στο ΝΑ. Αιγαίο (νησιωτικό σύμπλεγμα Καρπάθου, Ρόδος και γειτονικές ακτές Μικράς Ασίας), η L. hymettia (Boiss. &amp; Spruner) Greuter &amp; Burdet, (περιοχές Δυτικού Αιγαίου από Βόρειες Σποράδες, Εύβοια, Αττική και νοτιότερα μέχρι την ΝΑ. Πελοπόννησο) και L. cretica (L.) Greuter &amp; Burdet, στην Κ. και Δ. Μεσόγειο (Ιταλία και Βαλεαρίδες νήσοι).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μοναδικός πληθυσμός που έχει εντοπισθεί είναι ενιαίος και τα άτομά του κατανέμονται αραιά σε σχισμές σε όλο το ύψος του ασβεστολιθικού κρημνού, μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες των 2-3 ατόμων ή μαζί με άλλους χασμοφυτικούς θάμνους. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων υπολογίσθηκε σε μερικές δεκάδες, αλλά λόγω της δυσκολίας προσέγγισης και της έλλειψης προσιτών σημείων με πλήρη ορατότητα προς τον βιότοπο, δεν ήταν δυνατόν να καταμετρηθεί ο ακριβής αριθμός των ατόμων. Πρόσφατη in situ ανάλυση της φωτοσυνθετικής απόδοσης με μη παρεμβατικές μεθόδους, ανίχνευσε καταπόνηση των φωτοσυνθετικών οργάνων του υποείδους (Navakoudis &amp; al. 2005).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηγοκατηγο-- ριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D, λόγω του μικρού αριθμού των ατόμων και της πολύ περιορισμένης περιοχής εξάπλωσης. Τα δύο αυτά στοιχεία την καθιστούν ευαίσθητη σε οποιαδήποτε διαταραχή, που θα μπορούσε να μειώσει τον αριθμό των ατόμων ή να καταστρέψει το βιότοπό της. Όμως, ο βιότοπος αυτός είναι δυσπρόσιτος, σε περιοχή απομακρυσμένη από ανθρώπινες δραστηριότητες, και δεν κινδυνεύει άμεσα από ανθρώπινες παρεμβάσεις. Όσον αφορά στη βόσκηση, η ένταση της οποίας έχει επιφέρει ορατά αρνητικά αποτελέσματα σχεδόν σε ολόκληρο τον ορεινό όγκο των Αστερουσίων, δε φαίνεται να επηρεάζει το συγκεκριμένο βιότοπο, λόγω της απότομης κλίσης του κρημνού, όπου τα ζώα δεν μπορούν να προσεγγίσουν.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Lomelosia minoana (ως S.. minoa-minoana) περιλαμβάνεται στα είδη του Προεδρικού Διατάγματος 67/1981 " Περί πρΟστασίας της αυτΟφυΟύς χλωρίδΟς και αγρίας πανίδΟς και καθΟρισμΟύ διαδικασίας συντΟνισμΟύ και ελέγχΟυ της ερεύνης επ' αυτών ", τα οποία έχουν κηρυχθεί προστατευτέα. Επίσης, ολόκληρη η περιοχή των Αστερουσίων Oρέωνρέων έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό Δίκτυο προσταπροστα-- τευόμενων περιοχών ΦΥΣΗ 2000 (Ντάφης κ.ά 1997), ως τόπος κοινοτικής σημασίας και ζώνη ειδικής προστασίας (GR4310005 ως Αστερούσια (Κόφινας) και GR4310008 ως Ανατολικά Αστερούσια) και έχουν εκπονηθεί ειδική περιβαλλοντική μελέτη και διαχειριστικό σχέδιο το 2004, στα οποία η L. minoana subsp. asterusica καταγράφεται ως ενδημικό και σημαντικό είδος της χλωρίδας. Περιλαμβάνεται, επίσης, στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece της ελληνικής χλωρίδας ως Vulner-Vulnerable (Turland 1995). Όμως, ουσιαστικά δεν εφαρμόζεται κανένα μέτρο προστασίας της,όπως άλλωστε συμβαίνει και για ολόκληρη την περιοχή και τα είδη της, με εξαίρεση τον γυπαετό (LIFE - NATURE 1998).</p><p>Άννα Ν. Καγιαμπάκη, Νικόλαος Ε. Ιωαννίδης &amp; Μιχάλης Δαμανάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF64FF7F98DE3799FA3EFC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF61FF7998C7367CFA3EFBFB.text	9E288790FF61FF7998C7367CFA3EFBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Marsilea quadrifolia L.	<div><p>Marsilea quadrifolia L.</p><p>Marsileaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Marsilea quadrifolia L., Sp. Pl. 2: 1099 (1753).</p><p>Τύπος: Το είδος έχει περιγραφεί από τις Ινδίες, Σιβηρία, Γαλλία. Ο τύπος του δεν έχει ορισθεί.</p><p>Συνώνυμα: Marsilea vulgaris Bel. &amp; Bory, Voy. IndesOrientales, Botan. II Cryptogamie: 5 (1833).</p><p>Pteris quadrifoliata L., Syst. Nat., ed. 10, 2: 1321 (1759).</p><p>Marsilea quadrifoliata (L.) L., Sp. Pl., éd. 2: 1563 (1763).</p><p>Περιγραφή: Υδρόβια πτέρη, δημιουργούσα διάσπαρτες αποικίες, με τετραμερή φύλλα, ομοιάζοντα με αυτά του γένους Trifolium . Φυτά δημιουργούντα διάσπαρτες αποικίες. Ρίζωμα πάχους 0,5-1,3 mm, ερυθρωπό, καστανό ή μαύρο, με διάσπαρτο τρίχωμα έως λείο, φέρον μεσογονάτια διαστήματα πάχους 0,2-0,3 mm και μήκους 0,6-5 cm. Ρίζωμα μέσα στο νερό πάχους 0,9-2,0 mm,, πράσινο, λείο, αερεγχυαερεγχυ-- ματικό, μεσογονάτια διαστήματα μήκους 4-12 cm. Φύλλα επιπλέοντα σε βαθιά νερά ή ανορθωμένα σε ρηχά νερά ή στο έδαφος. Χερσαία φύλλα με κυλινδρικό μίσχο μήκους 5,4-16,5 cm και πάχους 0,5-1,0 mm, φυλλάρια 0,7-2,1 x 0,6-1,9 cm, συμμετρικά, ριπιδοειδή, λεία ή με μερικές μη επικαλυπτόμενες τρίχες. Επιπλέοντα φύλλα με κυλινδρικό μίσχο μήκους 14-30 cm και πάχους 1,0-1,5 mm, φυλλάρια 1,3-3 x 2-3,1 cm, Φύλλα αναπαραγωγής αναπτυσσόμενα στο έδαφος (σπανίως στο νερό) σε μακρείς ή βραχείς μίσχους, φέροντες 1-3 σποροκάρπια σε διακλαδισμένους ή όχι ποδίσκους, φθάνοντες 1-12 mm πάνω από την έμμισχη βάση. Μη διακλαδισμένοι ποδίσκοι ή ακραίες διακλαδώσεις των ποδίσκων μήκους 3-16 mm, το κοινό σώμα των διακλαδισμένων ποδίσκων ή οι τελικές διακλαδώσεις των ποδίσκων μήκους 1-4 mm (σπάνια 2-3 μη διακλαδιζόμενοι ποδίσκοι φθάνοντες ξεχωριστά στον ίδιο μίσχο). Σποριοκάρπια 4,0-5,6 x 3,1-4,0 mm, πάχους 2,3-2,8 mm, κυκλικά, ωοειδή ή ελλειπτικά σε πλάγια όψη, ελλειπτικά έως σχεδόν κυκλικά σε εγκάρσια τομή, βαθυκάστανα έως μαύρα, τριχωτά αλλά γρήγορα γίνονται άτριχα, με ράμφος μήκους 1,4- 1,9 mm, οι κατώτεροι οδόντες συνήθως απουσιάζουν ή έχουν μήκος 0,1-0,2 mm,, αιχμηροί. Νευρώσεις των σποροσπορο-- καρπίων περί τις 20, διχασμένες στο μέσον από το μεσαίο νεύρο, οι διακλαδώσεις αναστομώνονται ακριβώς πριν τις κορυφές ή είναι ελεύθερες. Σωροί 10-17 ανά σποριοκάρπιο, με ελεύθερο αιχμηρό άκρο, περίπου 12 μικροσποριάγγεια και 3-7 μεγασποριάγγεια ανά σωρό. Μικροσπόρια περίπου 43 ανά σποριάγγειο, 56-61 μmm σε διάμετρο. ΜεΜε-- γασπόρια μήκους 560-610 μm, πλάτους 55 μm, με ακραία προεκβολή μήκους 60 μm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 40 (Dehont &amp; al. 2005).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Αζόρες, Ευρώπη και ανατολικά μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία. Είναι αυτοφυές στην Ευρώπη και εισήχθη στην Αμερική πιθανώς το 1862. Θεωρείται είδος εισβολέας στη Νέα Αγγλία και πιθανώς εμποδίζει την ανάπτυξη των ιθαγενών ειδών σχηματίζοντας πολύ πυκνούς πληθυσμούς. Στην Ελλάδα απαντά μόνον στη λίμνη Κερκίνη του Νομού Σερρών.</p><p>Βιότοπος: Κυρίως στα αβαθή ύδατα των λιμνών και άλλων αβαθών υδατοσυλλογών ή ακόμη στα ήσυχα τμήματα των ποταμών και ρυακιών και των υγρών όχθεων. Επίσης αναπτύσσεται σε ορυζοκαλλιέργειες και σε μερικές περιπτώσεις δημιουργεί προβλήματα στις λίμνες και τα αρδευτικά κανάλια. Πολύ συχνό σε ορυζοκαλλιέργειες και σε ζεστά, αβαθή και λασπώδη τμήματα γλυκέων υδάτων από τις ακτές έως περίπου βάθος 0,5 m (Holm &amp; al. 1997, Johnson 1986). Το είδος αναπαράγεται με την μεταφορά των σπορίων του με τα πουλιά και τα ρέοντα ύδατα (Johnson 1986), αλλά και βλαστητικά με τη βοήθεια των ριζωμάτων ή διασπορά και εγκατάσταση με τμήματα ριζών (Holm &amp; al. 1997).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Marsilea quadrifolia είναι εύκολο να διαχωρισθεί από τα άλλα είδη Marsilea, κυρίως γιατί τα φύλλα της είναι λεία ή σχεδόν λεία. Ακόμη οι μίσχοι και η χερσαία μορφή των φύλλων αυτού του είδους τείνουν να είναι κατακείμενα, παρά ανορθωμένα, όπως στα άλλα είδη. Το διακλαδισμένο σποροκάρπιο της M. quadrifolia βρίσκεται μόνο στη M. macropoda Engelm .. Όμως, το τετε-- λευταίο αυτό είδος είναι τριχωτό και δεν έχει οδόντες στο μεγάλο σποροκάρπιο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Marsilea quadrifolia σχηματίζει μικρούς και απομονωμένους υποπληθυσμούς στη λίμνη Κερκίνη του Νομού Σερρών (Β. Ελλάδα), οι οποίοι καλύπτουν σχετικά πολύ μικρή έκταση. Θεωρείται πολύ σπάνιο είδος για την Eλλάδα και σχετικώς σπάνιο για τα Βαλκάνια. Αναφέρεται από το δέλτα του Δούναβη στη Ρουμανία (Sarbu &amp; al. 2006) και τη Βουλγαρία (Peev &amp; al. 2005) ως Κινδυνεύον (ΕΝ) είδος.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Marsilea quadrifolia περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΕ (HabitatsHabitats Directive)) και στο ΠαράρτηΠαράρτη-- μα Ι της Σύμβασης της Βέρνης ως κινδυνεύον και σπάνιο είδος σε ευρωπαικό επίπεδο.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN) σύμφωνα με τα κριτήρια B2, C της IUCN (2001), κυρίως λόγω του ότι η περιοχή ανεύρεσής του είναι πολύ περιορισμένη και υπόκειται σε έντονες ανθρωπογενείς πιέσεις. Η λίμνη Κερκίνη βρίσκεται στη Β. Ελλάδα, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υγροτόπους της χώρας και προστατεύεται από τη σύμβαση Ραμσάρ, ειδικά ως περιοχή με πολύ σημαντικούς πληθυσμούς ορνιθοπανίδας, ενώ προσφάτως έχει προταθεί ως προστατευόμενη περιοχή διεθνούς σημασίας στο ευρωπαϊκό Δίκτυο προστατευόμενων περιοχών ΦΥΣΗ 2000. Αν και η λίμνη Κερκίνη είναι προστατευόμενη περιοχή, οι κυριότεροι κίνδυνοι για το είδος αυτό είναι η αποξήρανση και η αποκάλυψη των ακτών της λίμνης λόγω κυρίως των ακραίων αυξομειώσεων της υδάτινης στάθμης στη διάρκεια της βλαστητικής περιόδου (Παπαστεργιάδου 1990, PapasterPapaster-- giadou &amp; Babalonas 1993). Το είδος επίσης κινδυνεύει και από τις αποξηράνσεις τμημάτων της λίμνης κυρίως για επέκταση των αγροτικών καλλιεργειών.</p><p>Μέτρα προστασίας: Αλλαγές, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά ή υποβαθμίζουν την ποιότητα του ενδιαιτήματος του είδους Marsilea quadrifolia πρέπει να αποφεύγονται. Θα πρέπει άμεσα να ληφθούν διαχειριστικά μέτρα στην περιοχή της λίμνης Κερκίνης, τα οποία θα αποτρέπουν την περαιτέρω αυξομείωση της στάθμης του νερού, καθώς επίσης θα περιορίζουν την υπεράντληση των υδάτων για άρδευση. Μέτρα προστασίας πρέπει επίσης να ληφθούν και σε ότι αφορά την καταπάτηση των υγροτοπικών εκτάσεων και την επέκταση των καλλιεργειών μέσα στον υγρότοπο, όπως επίσης και για τη βοσκή, τη φωτιά ή το κόψιμο της βλάστησης στην παράκτια ζώνη της λίμνης τα οποία πρέπει να γίνονται κατόπιν προσεκτικού σχεδιασμού. Τέλος συνίσταται η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των τοπικών κατοίκων για την προστασία του είδους στην περιοχή. Γενικώς, όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, τα σπόρια της Marsilea παραμένουν ζωντανά για δεκαετίες, ακόμη και στις συνθήκες των βοτανικών συλλογών (Gibby &amp; Dyer 2002) και έτσι το φυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους ή σε άλλους Ερευνητικούς Φορείς με σκοπό την ex situ διατήρηση.</p><p>Εύα Παπαστεργιάδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF61FF7998C7367CFA3EFBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF63FF7B98C7367CFA3EFBE6.text	9E288790FF63FF7B98C7367CFA3EFBE6.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago carica (Hub. - Mor.) E. Small	<div><p>Medicago carica (Hub.-Mor.) E. Small</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Medicago carica (Hub.-Mor.) E. Small in Willdenowia 16: 433 (1987).</p><p>Τύπος: [Τουρκία] "Mugla-Kale, Kalkgeröll in Pinus brutia - Wald, 16 km nordöstlich von Mugla", 1250 m, 28 May 1962, Hub.-Mor. 16553 &amp; D. Dudley 35081 (Ολότυπος: BASBG, Herb.-Hub.-Mor. Iσότυπος: Ε).</p><p>Συνώνυμα: Trigonella carica Hub.-Mor. in Bauhinia 2: 299 (1965).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα ύψους 8-20 cm, με πιεσμένο τρίχωμα. Στελέχη όρθια έως ανορθούμενα, διακλαδισμένα από τη βάση τους. Παράφυλλα λογχοειδή, οδοντωτά ή με βαθύτερες σχισμές, τα ανώτερα σχεδόν ακέραια, μήκους 2-3 mm. Φύλλα με μίσχο 5-20 mm και 3 αντωοειδήρομβοειδή έως σφηνοειδή φυλλάρια με οδοντώσεις στο ανώτερο τμήμα τους, μεγέθους 3,5-9 x 3-7 mm. Ποδίσκος ταξιανθίας μήκους 8-30 mm, καταλήγων σε ομάδα 2-3 ανθέων. Άνθη με ποδίσκο περίπου 1 mm, έως 2,5 mm κατά την καρποφορία. Κάλυκας κωδωνοειδής, μήκους 5-6 mm,, οδόντες λογχοειδείς-γραμμοειδείς, ελαφρώς μακρύμακρύ-- τεροι του σωλήνα. Στεφάνη κίτρινη, πέτασος 8-10 mm, πτέρυγες c. 7 mm. Καρπός χέδρωπας, ανορθούμενος έως όρθιος, επιμήκης, ευθύς, πιεσμένος πλευρικά, διαστάσεων 20-35 x 2-3 mm, σχεδόν λείος (στα ελληνικά δείγματα), με περισσότερες από 100 εγκάρσιες, ανάγλυφες νευρώσεις, πυκνά τοποθετημένες και αναστομούμενες, περιέχων 8-12 σπέρματα. Σπέρματα επιμήκη, λεία, διαστάσεων περίπου 1,5 x 1 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Στις ελληνικές νήσους κυρίως το Μάρτιο και τον Απρίλιο, ενώ σε περιοχές μεγαλύτερου υψομέτρου της Τουρκίας, η ανθοφορία παρατείνεται μέχρι το Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Medicago carica εξαπλώνεται κυρίως στη ΝΔ. Τουρκία, από τη Μαρμαρίδα μέχρι και νοτιότερα του Kas (Huber- Morath 1965, 1970). Στην Ελλάδα φύεται αποκλειστικώς στις νήσους Μεγίστη (Καστελόριζο) και Στρογγύλη (Greuter 1979), απέναντι από τα Μικρασιατικά παράλια. Πρόκειται για ένα σπάνιο είδος, του οποίου οι ελληνικοί πληθυσμοί έχουν ιδιαίτερα περιορισμένη εξάπλωση και είναι πολύ εντοπισμένοι.</p><p>Βιότοπος: Στην Μεγίστη, η Medicago carica έχει βρεθεί σε βραχώδεις ασβεστόλιθους με φρύγανα (Ε. Σταματιάδου προσωπ. επικοινωνία), καθώς και σε καρστικούς βράχους και πετρώδες ασβεστολιθικό έδαφος, σε λιβάδια με πόες και αείφυλλους θάμνους. Είναι φυτό που εμφανίζεται στις περισσότερο ξηρές θέσεις των φρυγάνων (Greuter 1979). Στην Στρογγύλη το είδος φύεται σε οπές και σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, όπου δημιουργούνται μικροί θύλακες που συγκεντρώνουν γόνιμο έδαφος, σε πλαγιά που αντικρίζει την θάλασσα. Η βλάστηση της περιοχής αποτελείται από φρύγανα και θάμνους με κοινότερα τα Coridothymus capitatus, Pistacia lentiscus, και Teucrium brevifolium . Στην Ελλάδα, το υψόμετρο όπου έχει αναφερθεί το είδος κυμαίνεται μεταξύ 10-150 m (Greuter 1979).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος αρχικά περιγράφηκε από τον Huber- Morath ως Trigonella, με την ονομασία T. carica (Huber-MorathHuber-Morath-MorathMorath 1965). Στην συνέχεια όμως, παρατηρήπαρατηρή-- θηκε ότι διαθέτει τον μηχανισμό της εκρηκτικής απελευθέρωσης των αναπαραγωγικών οργάνων από την τρόπιδα κατά τη διαδικασία της επικονίασης από έντομα κατάλληλου μεγέθους. Με βάση αυτό το μηχανισμό και επιμέρους μορφολογικά στοιχεία του άνθους οι Small et al. (1987) ενέταξαν την T. carica στο γένος Medicago . Οι Small &amp; Jomphe (1989) κατατάσσουν περεταίρω το είδος στη Μ. sectio Buceras με βάση το σχήμα του χέδρωπα (ευθύς, επιμήκης και κυλινδρικός έως ελαφρώς επίπεδος) και στη subsectio Erectae με βάση την ανορθωμένη και ευθυτενή θέση των ανθέων. Ο μορφολογικά εγγύτερος συγγενής της M. carica είναι η M. pampylica (Ηub.-Mor. &amp; Sirj.) E. Small, η οποία εξαπλώνεται στη Ν. Τουρκία (Ανατολία) και δεν έχει αναφερθεί στην Ελλάδα. Η M. pampylica διαφέρει στο μεγαλύτερο αριθμό ανθέων ανά ταξιανθία (3-6), στον βραχύτερο κάλυκα (3,5-4 mm) και στον στενότερο χέδρωπα που παρουσιάζει κυματιστές ραφές και φέρει περίπου 80 εγκάρσιες, αναστομούμενες νευρώσεις.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα η Medicago carica έχει αναφερθεί σε 4 ελληνικές θέσεις, δύο στη νήσο Μεγίστη (Καστελόριζο) και δύο στη Στρογγύλη (Greuter 1979). Οι θέσεις αυτές είναι σχετικά απομακρυσμένες μεταξύ τους. Περισσότερο συγκεκριμένα, στη Μεγίστη αναφέρεται από το λόφο Μούντα,βορειοδυτικά του κύριου οικισμού της νήσου, όπου όμως εργασία πεδίου από τους συγγραφείς τον Απρίλιο του 2008 δεν εντόπισε κάποιο άτομο. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείει εντελώς την ύπαρξή του είδους, υποδεικνύει όμως πιθανότατα μία πολύ περιορισμένη εμφάνιση. Η δεύτερη θέση εντοπίζεται στο νοτιοανατολικό άκρο της νήσου. Στη Στρογγύλη το είδος ανευρέθηκε νοτιοανατολικά του φάρου, όμως ο αριθμός των ατόμων εδώ ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος, πιθανότατα μικρότερος των 200.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Με κριτήρια τις θέσεις παρουσίας του είδους που έχουν καταγραφεί και την έκταση που ο κάθε πληθυσμός καταλαμβάνει η Medicago carica χαρακτηρίζεται προσωρινά ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001). Η συλλογή περισσοτέρων πληροφοριών για τον υποπληθυσμό της κάθε θέσης και η πιθανή εξάλειψη κάποιων υποπληθυσμών ίσως μετατρέψουν το χαρακτηρισμό του σε Κινδυνεύον (EN) EN)) στο εγγύς μέλλον. Ο σοβασοβα-- ρότερος κίνδυνος για την M. carica φαίνεται να προέρχεται από την αλλαγή στη διαχείριση της βόσκησης στις νήσους. Η αυξημένη πίεση βόσκησης, που παρατηρείται κυρίως από το μεγάλο αριθμό ζώων που βόσκουν ανεξέλεγκτα, μπορεί να οδηγεί στη μείωση των υποπληθυσμών του είδους, καθώς και του αριθμού των ατόμων. Όμως, η πλήρης έλλειψη βόσκησης επιτρέπει την υπερβολική ανάπτυξη των θαμνωδών ειδών και οδηγεί στη μείωση ή στην εξαφάνιση των ανοιγμάτων στη βλάστηση αλλά και του υπορόφου των ποωδών ειδών. Η παλαιότερη πρακτική των κτηνοτρόφων να καίνε τα φρύγανα για να ευνοήσουν τα ποώδη είδη και να εξασφαλίσουν καλύτερη βόσκηση πιθανώς να επέτρεπε την ασφαλέστερη διατήρηση της M. carica .</p><p>Μέτρα προστασίας: Όλοι οι βιότοποι του είδους ανήκουν στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, στην περιοχή με κωδικό GR4210004 που περιλαμβάνει την Μεγίστη, τις νησίδες Ρω και Στρογγύλη και την παράκτια θαλάσσια ζώνη.</p><p>Η μελέτη της βιολογίας και της οικολογίας της Medi-edicago carica καθώς και η διαχείριση τόσο της βόσκησης όσο και της βλάστησης κρίνονται απαραίτητες για την επιβίωση του είδους. Οι πληθυσμοί της Μεγίστης και της Στρογγύλης θα πρέπει να προστατευθούν, κατά προτίμηση in situ, ενώ οι κάτοικοι και οι αρχές της Μεγίστης θα πρέπει να ενημερωθούν για τα σπάνια φυτικά είδη που εμφανίζονται στην περιοχή τους. Η συλλογή σπερμάτων του είδους και η φύλαξή τους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού κρίνεται επίσης ιδιαίτερα σημαντική.</p><p>Ροίκος Θανόπουλος &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF63FF7B98C7367CFA3EFBE6	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF6DFF7698C7367CFA35F931.text	9E288790FF6DFF7698C7367CFA35F931.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago carstiensis Wulfen	<div><p>Medicago carstiensis Wulfen</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Medicago carstiensis Wulfen in Jacq., Collectanea 1: 86 (1787).</p><p>Τύπος: [Σλοβενία] Το είδος περιγράφηκε από την CarCar-- niola της σημερινής Σλοβενίας ("inin montibus Carstiensi-Carstiensibus Carnioliae"), ενδεχομένως βασισμένο σε δείγμα του F. Χ. von Wulfen, συλλογές του οποίου διατηρούνται στην Βιέννη (W). W).). Εντούτοις, ο Ν. J.. Jacquin αναφέρει ότι έλαέλα-- βε σπέρματα του φυτού από τον V. Brufati ("... ubi clar. Valentinus Brufati detexit,, mecumque semina commucommu-- nicavit.".")),, καλλιέργησε το φυτό και συμπεριέλαβε ζωγραζωγρα-- φική απεικόνιση του είδους στο τρίτομο έργο του Ιcones Plantarum Rariorum (1781-1793).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με λεπτά υπόγεια ριζώματα και στελέχη, υπέργειοι βλαστοί ύψους έως 60 cm,, άτριάτρι-- χοι ή με αραιό, απλό τρίχωμα. Παράφυλλα τριγωνικά, οδοντωτά, σπανιότερα ακέραια στο ανώτερο τμήμα του βλαστού. Φύλλα με τρία φυλλάρια, άτριχα ή με αραιό τρίχωμα κατά μήκος των νεύρων και στα κράσπεδα, το μεσαίο με ποδίσκο 2-5 mm, φυλλάρια διαστάσεων 11-28 x 7-14 mm, ελλειπτικά έως ωοειδή, με οδοντωτά-πριονωτά κράσπεδα στο μεγαλύτερο τμήμα τους. Ποδίσκος ταξιανθίας με 5-12 άνθη, μακρύτερος του μίσχου του συνοδού φύλλου, καταλήγει συνήθως σε ακίδα 1-3 mm. Άνθη με ποδίσκο ίσο ή ελαφρώς μακρύτερο του σωλήνα του κάλυκα, βράκτιο βραχύτερο του ποδίσκου, κάλυκας μήκους 3,5-4 mm, οδόντες λογχοειδείς, βραχύτεροι του σωλήνα. Στεφάνη μήκους 8-10 mm, κίτρινη, πέτασος αντωοειδής, με ερυθροκάστανες νευρώσεις, πτέρυγες ισομήκεις ή ελαφρώς μακρύτερες της τρόπιδας. Καρποί χέδρωπες, μαύροι κατά την ωρίμανση, βραχέως κυλινδρικοί, με 5-8 σπείρες διαμέτρου 5-8 mm (χωρίς τις άκανθες) και διογκωμένο νεύρο στα κράσπεδα, ανώτερη και κατώτερη σπείρα μικρότερου μεγέθους, με δίκτυο ανάγλυφων νευρώσεων στις πλευρές τους, που απολήγουν σε 22-38 λεπτές, εύκαμπτες, ευθείες ή καμπτόμενες, όχι αγκιστροειδείς άκανθες σε κάθε σπείρα, μήκους 5-9 mm. Σπέρματα 1,7-2,5 x 1,2-1,7 mm, ανοικτοκίτρινα έως καστανά.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (Lesins &amp; Lesins 1979).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα, η Medicago carstiensis έχει βρεθεί μέχρι σήμερα σε μία μικρή περιοχή του Παγγαίου όρους. Σχολιάζοντας τα είδη του γένους Medicago στη Βουλγαρία, ο KoZuharovZuharovuharov (1965) αναανα-- φέρει τη M. carstiensis στο νοτιοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας (ΒΔ. του Σιδηροκάστρου). Kατάατά συνέπεια, το είδος είεί-- ναι πιθανό να ευρεθεί και σε άλλα ορεινά συστήματα βορειότερα του Παγγαίου.</p><p>Εκτός της Ελλάδας, η M. carstiensis εξαπλώνεται στη Β., Κ. και ΒΑ. Ιταλία, τη ΒΑ. Αυστρία, τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, την Αλβανία και τη Βουλγαρία (HayekHayek 1925, Small &amp; Jom-Jomphe 1989). Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, το όρος ΠαγΠαγ-- γαίο αποτελεί το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης του είδους.</p><p>Βιότοπος: Η Medicago carstiensis έχει καταγραφεί σε υψόμετρο από τα 1.050 m μέχρι τα 1.250 m, όπου φύεται σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Τα φυτά συμμετέχουν στον υπόροφο, συχνά μαζί με άλλα σκιόφιλα ποώδη, αραιού δάσους οξυάς ( Fagus sylvatica) ή εντοπίζονται σε συστάδες με φτέρες Pteridium aquilinum ή ανάμεσα σε δέντρα οξυάς και σημύδας ( Betula tremula, πιθανότατα εισηγμένη στο όρος). Σε αντίθεση με πολλά άλλα είδη Medicago, η M. carstiensis αναπτύσσεται σε σκιερές και προφυλαγμένες θέσεις, σε σκιερές παρυφές δασικών δρόμων και μονοπατιών, στις βάσεις βραχωδών εξάρσεων και σε σκιερά ανοίγματα, δημιουργώντας συνήθως μικρές ομάδες. Η προτίμησή της για σκιερά περιβάλλοντα έχει ήδη επισημανθεί από τους Lesins &amp; Lesins (1979). Στο ΠαγΠαγ-- γαίο όρος φύεται μαζί με άλλα, δασικά κυρίως είδη όπως τα: Calystegia silvatica, Campanula persicifolia, Clinopodium vulgare, Digitalis viridiflora, Epilobium angustifolium, Fragaria viridis, Mycelis muralis, Nepeta nuda, Rubus sp., Silene latifolia, S. vulgaris, Urtica urens κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος είναι ταξινομικώς ευδιάκριτο και το μοναδικό μέλος της M. sect. Carstiensae. Μορφολογικά ξεχωρίζει, εξαιτίας του πολυετούς κύκλου ζωής του, των υπόγειων ριζωμάτων και βλαστών που ριζώνουν και των μεγάλων, μαύρων σε πλήρη ωρίμανση καρπών που φέρουν μακρές και εύκαμπτες άκανθες. Οι Piano &amp; al. (1996) αναφέρουν ότι υπόγειοι βλαστοί που ριζώνουν, μπορούν επίσης να παρατηρηθούν στη M. sativa L. sub-ubsp. sativa από τη Β. Ισπανία, στη M. sativa subsp. falcata (L.) Arcang., καθώς και στο μεταξύ τους υβρίδιο. Όμως, οι καρποί της M. carstiensis με τις μακρές, μαύρες άκανθες είναι πολύ χαρακτηριστικές και επιτρέπουν τον εύκολο διαχωρισμό της από τα παραπάνω taxa ή τα μεταξύ τους υβρίδια.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Medicago carstiensis είναι γνωστή από τουλάχιστον 3 θέσεις στο όρος Παγγαίο, η μέγιστη απόσταση μεταξύ των οποίων δεν ξεπερνά τα 4 km. Σε δύο από τις περιοχές είχαν παλαιότερα συλλέξει δείγματα ο S. Snogerup το 1971 (Papanicolaou 1985) και ο Α. Strid το 1985. Η τρίτη περιοχή, ανάμεσα στις δύο προηγούμενες, βρέθηκε από τους συγγραφείς το 2008.</p><p>Ο αριθμός των φυτών σε κάθε θέση υπολογίζεται περίπου μεταξύ 150-200 ατόμων. Οι υποπληθυσμοί που σχηματίζονται μπορεί να είναι συνεχείς, με διάσπαρτα άτομα ή μικρές ομάδες ατόμων σε όλη την έκταση που καταλαμβάνει ο υποπληθυσμός ή ασυνεχείς, με τις ομάδες ατόμων να εμφανίζονται συνήθως σε απόσταση 20-300 m μεταξύ τους. Εξαιτίας της ύπαρξης υπόγειων βλαστών που ριζώνουν, οι υποπληθυσμοί μπορεί να δημιουργηθούν αγενώς, από ένα ή λίγα μόνο φυτά. Σε αυτή την περίπτωση αναμένεται να παρουσιάζουν μικρή γενετική ποικιλότητα, σε αντίθεση με υποπληθυσμούς, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί από διασπορά σπερμάτων, όπου η ποικιλότητα είναι μεγαλύτερη.</p><p>Εντούτοις, λεπτομερή στοιχεία της βιολογίας των ελληνικών υποπληθυσμών δεν είναι γνωστά, ούτε η σχετική επιτυχία στην αναπαραγωγή και τη διασπορά του είδους με αγενή ή εγγενή τρόπο. Λεπτομερής έρευνα κατάλληλων βιοτόπων που συγκεντρώνουν τα αβιοτικά χαρακτηριστικά, που προτιμά το είδος στο όρος Παγγαίο, ενδέχεται να οδηγήσουν στην ανακάλυψη περισσότερων υποπληθυσμών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι θέσεις όπου έχει βρεθεί η Medicago carstiensis στην Ελλάδα μέχρι σήμερα είναι μόνο 3, ενώ ο συνολικός αριθμός των ατόμων που έχουν καταμετρηθεί δεν υπερβαίνει τα 700. Η συνολική έκταση που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί είναι περιορισμένη και πολύ μικρότερη των 20 km2. Mε βάση τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001), το είδος κατατάσσεται ως Τρωτό (VU) στην Ελλάδα.</p><p>Αν και δεν υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα από παλαιότερους συλλέκτες, η επανεύρεση του είδους στις δύο γνωστές θέσεις του μετά από 37 και 23 έτη αντίστοιχα, υποδεικνύει ότι οι παλαιότεροι υποπληθυσμοί δεν έχουν εξαφανιστεί. Η περιοχή όπου φύεται το είδος βοσκιέται από βοοειδή, η πίεση της βόσκησης όμως είναι ήπια και μη επιλεκτική, ενώ η παρουσία των ζώων δεν κρίνεται ανησυχητική, εφ' όσον διατηρηθεί σταθερός ο σημερινός τους αριθμός.</p><p>Επιτόπιες παρατηρήσεις έδειξαν ότι το είδος αντιμετωπίζει εντομολογικές προσβολές από προνύμφες της οικογένειας Geometridae ( Lepidoptera), από έντομα που ανήκουν στα Diptera,, από ακάρεα της οικογένειας TetranyTetrany-- chidae καθώς και μυκητολογικές προσβολές, με τις τελευτελευ-- ταίες να είναι πολύ εκτεταμένες. Είναι άγνωστη η επίπτωση που μπορεί να έχουν οι συγκεκριμένες προσβολές στην υγιή ανάπτυξη και διατήρηση των υποπληθυσμών.</p><p>Η ευρύτερη περιοχή του Παγγαίου διατηρεί αμιγές και συνεχές δάσος και δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ιδιαίτερες οικιστικές πιέσεις. Η αύξηση της πυκνότητας του δάσους σε περιοχές που φιλοξενούν υποπληθυσμούς του είδους ή η κατάληψη ανοιγμάτων με πτέριδες από τη δασική βλάστηση αναμένεται να επιδράσει αρνητικά στη μακροχρόνια διατήρηση των γνωστών υποπληθυσμών.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η συνολική έκταση που καταλαμβάνει το είδος στο όρος Παγγαίο είναι πολύ περιορισμένη. Όλοι οι βιότοποι είναι εύκολα προσβάσιμοι και σε μικρή απόσταση από το οδικό δίκτυο. Είναι σημαντικό να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα διαχείρισης της βλάστησης στις περιοχές όπου φύεται το είδος, ώστε να διατηρηθούν τα σκιερά ανοίγματα στο δάσος Fagus καθώς και οι εκτάσεις που καλύπτονται με φτέρες, σε καλή κατάσταση. Ο αριθμός των βοοειδών που βόσκουν στο Παγγαίο μπορεί να παραμείνει στα σημερινά επίπεδα, ενώ δεν θα πρέπει να εισαχθούν πρόβατα στην περιοχή που φύεται το είδος. Οι θέσεις όπου εντοπίζεται η M. carstiensis περιλαμβάνονται στην περιοχή GR1150005 του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 με την ονομασία "Κορυφές Όρους Παγγαίου". Ως συνέπεια, τα μέτρα διαχείρισης και προστασίας του είδους μπορούν να ενταχθούν στην κατάρτιση του διαχειριστικού σχεδίου της περιοχής.</p><p>Οι μικροί υποπληθυσμοί του είδους χρειάζονται παρακολούθηση σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να προληφθεί ή να αποφευχθεί οποιαδήποτε ενέργεια μπορεί να τους βλάψει. Είναι επίσης σημαντικό να ερευνηθεί καλύτερα το Παγγαίο αλλά και άλλα όρη στα βόρεια (π.χ. το όρος Μενοίκιο) για την εύρεση περισσότερων υποπληθυσμών. Κάτι τέτοιο θα συμβάλλει στην καλύτερη γνώση της εξάπλωσης του είδους στην Ελλάδα και στην αποτελεσματικότερη προστασία του.</p><p>Συνιστάται, τέλος, η προσεκτική συλλογή σπερμάτων, η φύλαξή τους σε Τράπεζες Σπερμάτων και η καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και Ινστιτούτα για την ex situ προστασία του είδους.</p><p>Ροίκος Θανόπουλος &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF6DFF7698C7367CFA35F931	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF6EFF7198DE367CFA3EFB2D.text	9E288790FF6EFF7198DE367CFA3EFB2D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago heyniana Greuter	<div><p>Medicago heyniana Greuter</p><p>Leguminosae</p><p>Medicago heyniana Greuter in Candollea 25: 190 (1970).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κάρπαθος] "in latere austroorientali et ad cacumen montis Kollas insulae Karpathos perrara", 750 - 900 m, 17 Maj. 1963, Greuter 5346 (Ολό-Ολότυπος: PAL-Greuter).</p><p>Περιγραφή: Μονοετές είδος με αρκετούς βλαστούς διακλαδιζόμενους από τη βάση τους. Βλαστοί κατακείμενοι ή ανορθωμένοι στο ανώτερο τμήμα τους, μήκους έως 45 cm, με αραιό, σχεδόν πιεσμένο τρίχωμα αποτελούμενο από μονοκύτταρες, μη αδενώδεις τρίχες. Φύλλα τριμερή, παράφυλλα λεία, τριγωνικά-λογχοειδή, κροσσωτά, φυλλάρια διαστάσεων 3-10 x 3-8 mm,, αντωοειδή, με απόληαπόλη-- ξη ακρότομη ή με εγκόλπωση και μεσαία ακίδα, λεία, με αραιή τρίχωση στη μεσαία νεύρωση της κάτω επιφάνειας και μεμονωμένες τρίχες στα δευτερεύοντα νεύρα, πράσινα, συχνά με αποχρώσεις ιώδους, με αβαθείς οδοντώσεις στο ανώτερο τμήμα τους, μεσαίο φυλλάριο με μικρό μίσχο μήκους έως 2 mm. Ποδίσκος ταξιανθίας μήκους 9-18 mm.. Άνθη 1-2, με ποδίσκο μήκους 2-3 mm κατά την καρκαρ-- ποφορία, καμπτόμενος κοντά στη βάση του. Κάλυκας μήκους 3-3,5 mm, αραιά τριχωτός, με οξύληκτους οδόντες σχεδόν ισομήκεις του σωλήνα. Στεφάνη μήκους 5-8 mm, κίτρινη, πέτασος αντωοειδής, τρόπιδα ελαφρώς μακρύτερη των πτερύγων. Καρπός σπειροειδής σε 3-5 κύκλους, προεκβάλλει πλευρικά από τον κάλυκα, λείος, πρασινοκίτρινος με ιώδεις αποχρώσεις, διαμέτρου 9-12 mm (χωρίς τις άκανθες), δισκοειδής έως υποκυλινδρικός, με λεπτές, ευκρινείς και αναστομωμένες νευρώσεις στις πλευρές του και με άκανθες μήκους έως 4 mm, προεκβάλλουσες τόσο από το κύριο όσο και από το δευτερεύον νεύρο του κράσπεδου. Σπέρματα κιτρινοκάστανα, διαμέτρου c. 3 mm, λοξώς ωοειδή-τριγωνικά, με κυρίως εγκάρσιες πτυχώσεις και ρυτιδώσεις.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (LesinsLesins &amp; Les-Lesins1979, Kamari &amp; Matthäs1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: H Medicago heyniana εξαπλώνεται σε ορισμένα νησιά του Ν. Αιγαίου, καθώς και στην χερσόνησο της Μαρμαρίδας στην Τουρκία (Carlström 1987). Ο Turland (1995) αναφέρει την εξάπλωση του είεί-- δους στις νήσους Κάρπαθο, Τήλο, Αμοργό, και Ρόδο. Ο Thanopoulos (2007) λαμβάνοντας υπόψη την βιβλιογραβιβλιογρα-- φία (RausRaus 1996) καθώς και δείγματα βοτανικών συλλοσυλλο-- γών (κυρίως των LD και UPA)) καταγράφει νέες τοποθετοποθε-- σίες στην Κάσο, στην Ανάφη, στη νησίδα Ζαφορά (ανατολικά της Καλύμνου) καθώς και από μία νέα θέση στις νήσους Ρόδο, Τήλο και Κάρπαθο. Στα παραπάνω νησιά η Medicago heyniana είναι γνωστή από μια θέση, με εξαίρεση την Ρόδο που έχει βρεθεί σε τρεις και την Τήλο και Κάρπαθο σε δύο θέσεις.</p><p>Βιότοπος: Το είδος έχει βρεθεί σε βραχώδεις περιοχές και σε πετρώδεις πλαγιές με ήπια ή μεγάλη κλίση, σε ασβεστολιθικό μητρικό πέτρωμα και αργιλώδες έδαφος. Συνήθως αναπτύσσεται σε μετρίου μεγέθους ακανθώδη βλάστηση (garrigue), κυρίως με Sarcopoterium spinosum, καθώς επίσης και σε καμένο δάσος με Pinus halepensis subsp. brutia που στη συνέχεια έχει αναγεννηθεί, αλλά παρουσιάζει μεγάλα διάκενα που επιτρέπουν την ανάπτυξη θαμνώδους και ποώδους υπορόφου. Επιπλέον, έχει εντοπιστεί σε καλλιεργούμενο έδαφος (Carlström 1987). Στους παραπάνω βιότοπους φύεται, μεταξύ άλλων, μαζί με Salvia fruticosa, Hypochoeris achyrophorus, Pallenis spinosa, Medicago coronata,, Lotus ornithopodioides,, TrifoliumTrifolium stel-stellatum κ.ά. Οι βιότοποι της Medicago heyniana βόσκονται σε ορισμένες θέσεις από μικρά μηρυκαστικά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Medicago heyniana είναι το μοναδικό μέλος της Μ. sect. Heynianae Greuter και ως εκ τούτου φαίνεται να κατέχει μία διακριτή θέση μέσα στο γένος. Διακρίνεται από τα άλλα είδη, εξαιτίας του χέδρωπα που ορισμένες φορές έχει ιώδεις αποχρώσεις, σπείρες μεγάλης διαμέτρου με διπλές άκανθες και ιδιαίτερα, ανάγλυφα σπέρματα με ρυτιδώσεις. Δείγμα του είδους είχε στο παρελθόν προσδιορισθεί ως M. polymorpha L., πριν αναθεωρηθεί (Lassen 1983). Aπό το τελευταίο είδος η M. heyniana διαφέρει τόσο στις νευρώσεις του καρπού όσο και στο ανάγλυφο των σπερμάτων. Ο καρπός της M. heyniana, από πλευράς μεγέθους, προσομοιάζει με αυτόν της M. carstiensis Wulfen. Όμως το τελευταίο είδος είναι πολυετές, με μαύρο ώριμο καρπό και πολύ διαφορετική εξάπλωση. Ρυτιδώσεις στα σπέρματα παρουσιάζουν επίσης τα είδη M. orbicularis (L.) Bartal. και M. rotata Boiss., τα οποία όμως εμφανίζουν σημαντικές ταξινομικές διαφορές στην μορφολογία των καρπών. Διασταυρώσεις της M. heyniana με τα δύο τελευταία είδη ήταν ανεπιτυχείς, γεγονός που υποστηρίζει την ένταξή της σε ιδιαίτερο secsec-- tio, της οποίας είναι η αποκλειστική εκπρόσωπος (Lesins &amp; Lesins 1979).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πληθυσμοί της Medicago heyniana, εξαιτίας της νησιωτικής κατανομής τους, εμφανίζουν γεωγραφική απομόνωση. Από την επιτόπια έρευνα φαίνεται ότι στην τοποθεσία Πλατάνια της Ρόδου υπάρχουν περίπου 100 άτομα. Εντούτοις, σε άλλες δύο τοποθεσίες της νήσου (Θέρμες και Ατάβυρος) δεν βρέθηκαν φυτά, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πληθυσμοί είναι πιθανότατα μικροί και εντοπισμένοι. Ανάλογα δεδομένα φαίνεται να ισχύουν για την Κάσο και τη μία τοποθεσία της Καρπάθου (κόλπος Ευγωνύμου).</p><p>Στη δεύτερη θέση της Καρπάθου, μεταξύ των χωριών Απέρι και Μερτώνα, από όπου το είδος έχει περιγραφεί (locus classicus, Greuter 1970), εντοπίστηκαν συνολικά πέντε άτομα βόρεια και νότια ενός ενεργού λατομείου. Τα φυτά που βρίσκονται νότια απέχουν μόλις 30 m από το χείλος του λατομείου. Ο πληθυσμός του locus classicus φαίνεται ότι πάντα ήταν μικρός, αφού ο Greuter (1970) επίσης αναφέρει ότι εντοπίστηκαν πολύ λίγα φυτά. Όσον αφορά στα πληθυσμιακά δεδομένα από άλλα νησιά υπάρχει η εκτίμηση των Πανίτσα &amp; Τζανουδάκη (2000) για την Τήλο, όπου η κατάσταση του πληθυσμού κρίνεται ικανοποιητική.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Από τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία και παρατηρήσεις, φαίνεται ότι οι πληθυσμοί της Medicago heyniana αντιμετωπίζουν πιέσεις από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Η βόσκηση των κτηνοτροφικών ζώων δεν αποτελεί άμεσο κίνδυνο, με βάση τόσο τις παρατηρήσεις πεδίου, όσο και το συμπέρασμα που εξάγεται από τους Πανίτσα &amp; Τζανουδάκη (2000) ότι στην Τήλο υπάρχει μεν έντονη βόσκηση όμως ο πληθυσμός του είδους διατηρείται σε καλή κατάσταση. Σε έναν από τους βιοτόπους της Καρπάθου υπάρχουν οικόσιτα ζώα που βόσκουν και ο αριθμός των φυτών παραμένει μικρός τα τελευταία 45 έτη, ενώ στα Πλατάνια της Ρόδου εντοπίσθηκαν 100 άτομα παρά την παρουσία ζώων βοσκής. Συνολικά, φαίνεται ότι ο τρόπος διαχείρισης της βόσκησης που έχει εφαρμοσθεί μέχρι σήμερα στους βιοτόπους του είδους δεν δημιουργεί άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης αλλά ενδεχομένως δυσχεραίνει την αύξηση του αριθμού των ατόμων.</p><p>Οι πυρκαγιές πολύ πιθανόν ευνοούν την εξάπλωση του είδους καταστρέφοντας, τουλάχιστον παροδικά, τη δασική και θαμνώδη βλάστηση, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη ετήσιων ειδών. Αντιθέτως, η επικράτηση πυκνών θαμνώνων αναμένεται να δημιουργεί προβλήματα ανταγωνισμού. Επιπλέον, άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η δημιουργία λατομείων και οι επεκτάσεις οικισμών μπορούν να καταστρέψουν οριστικά τους βιότοπους της. Η εύρεση του είδους σε μία απομονωμένη νησίδα (Ζαφορά) εξασφαλίζει την επιβίωση του εκεί χωρίς άμεσες ανθρωπογενείς πιέσεις.</p><p>Με βάση την συνολική εκτίμηση του πληθυσμού της M. heyniana, που θεωρούμε ότι περιλαμβάνει λιγότερα από 800 άτομα, χαρακτηρίζουμε το είδος ως Τρωτό (VU), VU)),, σύμσύμ-- φωνα με το κριτήριο D1 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα μέτρα προστασίας της Medicago heyniana είναι σημαντικό να περιλαμβάνουν κατά το δυνατόν περισσότερες θέσεις όπου εμφανίζεται το είδος, ώστε να διατηρηθεί η ενδοειδική και γενετική ποικιλότητά του.</p><p>Σε ορισμένες περιοχές υπάρχουν πολύ λίγα άτομα και οποιαδήποτε διαταραχή μπορεί να επιδράσει καταλυτικά στη μελλοντική επιβίωσή τους. Θεωρείται αναγκαίο να ελέγχεται η ένταση της βόσκησης, ώστε να αποφευχθεί τόσο η υπερβόσκηση, που θα μπορούσε να καταστρέψει άμεσα τα φυτά, όσο και η υποβόσκηση, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πύκνωση της θαμνώδους βλάστησης και περιορισμό του κατάλληλου περιβάλλοντος για το είδος. Αν ο έλεγχος της θαμνώδους βλάστησης δεν μπορεί να ελεγχθεί με την βόσκηση τότε θα πρέπει να γίνει με άλλα μέσα και τεχνικές (π.χ. μηχανικά μέσα). Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί ιδιαίτερα στη δασική βλάστηση, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα διάκενα για την επιβίωση του είδους. Παράλληλα χρειάζεται να μελετηθεί προσεκτικά η οικολογία του είδους για την εφαρμογή κατάλληλων διαχειριστικών μέτρων.</p><p>Οι περιοχές κοντά σε οικισμούς (Πλατάνια Ρόδου) ή λατομεία (Κάρπαθος) είναι απαραίτητο να οριοθετηθούν και να προστατευθούν ώστε μην χαθούν οι πληθυσμοί του είδους που εμφανίζονται εκεί. Οι περισσότερες θέσεις της M. heyniana συμπεριλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην προστασία της. Οι οικότοποι αυτοί είναι: GR4210006 Ρόδος: Προφήτης Ηλίας - Επτά Πηγές - Πεταλούδες, GR4210005 Ρόδος: Ακραμύτης, Αρμενιστής, Ατάβυρος και Θαλάσσια Ζώνη (Καραβόλα - Όρμος Γλυφάδα), GR4210002 Κεντρική Κάρπαθος: Καλή Λίμνη, GR4210003 Βόρεια Κάρπαθος και Σαρεία και Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη και GR4210001 Κάσος και Κασονήσια - Ευρύτερη Θαλάσσια Περιοχή. Η προσεκτική συλλογή σπερμάτων για μελλοντική καλλιέργεια και ex situ προστασία, ιδιαίτερα από θέσεις που είτε δέχονται πιέσεις είτε διατηρούν μικρούς πληθυσμούς, κρίνεται απαραίτητη.</p><p>Ροίκος Θανόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF6EFF7198DE367CFA3EFB2D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF6BFF7398C7367CFA3EFD89.text	9E288790FF6BFF7398C7367CFA3EFD89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago hypogaea E. Small	<div><p>Medicago hypogaea E. Small</p><p>Leguminosae</p><p>Medicago hypogaea E. Small in Taxon 33(4): 633 (1984).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [Αίγυπτος] "habitat in Aegypto inferiore prope Mariut in collibus calcareis m. Febr. Florif", Ascherson 1880 (Ολότυπος: B†, Νεότυπος: Small F177, DAO, βλέπε Small &amp; Brookes 1984).</p><p>Συνώνυμα: Factorovskya aschersoniana (Urban) Eig in Bull. Inst. Agr. Nat. Hist. (Tel-Aviv) 6: 18 (1927).</p><p>Trigonella aschersoniana Urban in Verh. Bot. Vereins Prov. Brandenburg 23: 67 (1882).</p><p>Περιγραφή: Κατακείμενη μονοετής πόα, διακλαδισμένη από τη βάση,, λεία έως αραιά τριχωτή, σχηματίζουσα μικρούς τάπητες διαμέτρου έως 20 cm. Παράφυλλα ωοειδή έως λογχοειδή, οξύληκτα, 1-4 x 0,5-1,5 mm, με βαθιές σχισμές ή κροσσούς, εν μέρει με στενούς, μακρείς οδόντες. Φύλλα τριμερή, μίσχος λεπτός, μήκους 3-6(-12) mm, λείος ή σχεδόν λείος, με αβαθή αυλάκωση στην ανώτερη επιφάνεια. Φυλλάρια ευρέως αντισφηνοειδή, με αραιό τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια, 2-4 x 2-4 mm, με 3-4 προεκβάλλοντα ζεύγη νεύρων, απόληξη εγκολπούμενη, με ακίδα, κράσπεδα εμφανώς οδοντωτά, με 2-4 ευρέως δελτοειδείς οδόντες. Ποδίσκος ταξιανθίας λεπτός, μήκους 2-6 mm,, σχεδόν λείος ή με αραιή τρίχωση, επιεπι-- μηκυνόμενος μέχρι τα 20 mm στην καρποφορία. Βράκτια μικροσκοπικά, μόλις ανεπτυγμένα, ποδίσκος άνθους βραχύς, μήκους 0,3-1,5 mm, επιμηκυνόμενος έως τα 2 mm ή περισσότερο κατά την καρποφορία. Άνθη μήκους 3-4 mm, κίτρινα, κάλυκας στενώς κωδωνοειδής, περίπου 1,5 x 0,6 mm wide, τριχωτός, οδόντες σχεδόν ίσοι, δελτοειδείς, οξείς, μήκους περίπου 0,5 mm.. Πέτασος ευρέως αντωοειαντωοει-- δής, διπλωμένος κατά τον επιμήκη του άξονα, μήκους 3-4 mm, απόληξη εγκολπούμενη. Πτέρυγες μήκους περίπου 2,5 mm, τρόπιδα μήκους 2,5-3 mm. Στήμονες 2,5-3 mm, ανθήρες διαμέτρου 0,3 mm περίπου. Ωοθήκη λεία, με 2 ωάρια, στύλος λεπτός, μήκους περίπου 1 mm,, στρεφόμεστρεφόμε-- νος διχαλωτά ή αρθρωτά προς τα άνω, λείος, γυνοφόριο επιμηκυμένο μέχρι τα 3-5 (-10) cm μετά την γονιμοποίηγονιμοποίη-- ση. Χέδρωπας υπόγειος, διαμέτρου περίπου 4-5 mm,, αποαπο-- τελούμενος από δύο φακοειδείς, μονόσπερμους λοβούς, συνήθως με πυκνό εριώδες τρίχωμα. Σπέρματα νεφροειδή έως σχεδόν κυκλικά, πολύ πιεσμένα, διαμέτρου 2,5-4 mm, με επιφάνεια υποκάστανη, λεία.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Small &amp; Brookes 1984).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Φεβρουάριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eίδος της Α. Μεσογείου και των γειτονικών περιοχών. Εξαπλώνεται στη Ν. Τουρκία, την Κύπρο, την Συρία, το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Κυρηναϊκή της Λιβύης και την Ρόδο. Δύο από τους πληθυσμούς της Ρόδου εντοπίζονται δυτικά του Αρχάγγελου και ένας δυτικά της Λίνδου. Αυτές είναι οι μόνες θέσεις εξάπλωσης του είδους στην Ελλάδα και οι βοριοδυτικότερες της συνολικής εξάπλωσής του.</p><p>Βιότοπος: Οι βιότοποι των τριών γνωστών υποπληθυσμών του είδους διαφέρουν σημαντικά. Δύο από αυτούς φύονται σε φυσικά περιβάλλοντα, σε υπερβοσκημένα λεπτόκοκκα εδάφη με αραιά φρύγανα και υπολείμματα ξυλώδους βλάστησης από Quercus aucheri και Q. coccifera . Ανάμεσα στα συνοδά είδη περιλαμβάνονται τα Ranunculus bullatus s.l., Parentucellia latifolia, Crepis pusilla (στη θέση της Λίνδου), Trifolium suffocatum, T. subterraneum, Plantago weldenii, P. lagopus ., P. cretica, Poa bulbosa s.l. και Urginea maritima . Ο τρίτος υποπληθυσμός φύεται στα διάκενα του πετρόκτιστου δαπέδου της αυλής ενός παλαιού μοναστηριού, καθώς και στον γύρω χώρο. Όλοι οι πληθυσμοί εμφανίζονται σε υψόμετρο 100 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι Small &amp; Brookes (1984) έδειέδει-- ξαν ότι ο μικρός αινιγματικός χέδρωπας του γαιοκαρπικού είδους που αποτελούσε το γένος Factorovskya ανήκει ουσιαστικά στην Medicago . Ένα νέο όνομα για είδος ήταν απαραίτητο, εξαιτίας της ύπαρξης του παλαιότερου M. aschersoniana Urban.</p><p>Tοο είδος αναγνωρίζεται εύκολα από το μακρύ γυνογυνο-- φόριο, το οποίο παραχώνει τον αναπτυσσόμενο καρπό στο έδαφος (περιγραφή σύμφωνα με τους Meikle 1977, Small &amp; Brookes 1984 και με τις δικές μας παρατηρήσεις).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Όλοι οι υποπληθυσμοί της Medicago hypogaea έχουν μικρό μέγεθος. Σχηματίζουν εν μέρει πυκνούς τάπητες που μετρήθηκαν το 2006 σε περισσότερα από 2.000 άτομα, σε έκταση περίπου 200 m2 (κοντά στον Αρχάγγελο) και περίπου 1.000 άτομα κοντά στην Λίνδο (μέτρηση του 2008). Ο υποπληθυσμός του μοναστηριού είναι μικρότερος και υπολογίζεται περίπου στα 200 άτομα. Μέχρι στιγμής το είδος είναι γνωστό μόνο από αυτούς τους 3 υποπληθυσμούς. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότεροι υποπληθυσμοί, όμως πιθανότατα περιορίζονται στα δυτικά τμήματα της Ρόδου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: To είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001, 2006), εξαιεξαι-- τίας του μικρού μεγέθους του πληθυσμού του (κριτήριο D2). 2). Tοο συγκεκριμένο είδος θα μπορούσε να αλλάξει επίεπί-- πεδο επικινδυνότητας στο εγγύς μέλλον, μεταπηδώντας στα Κρισίμως Κινδυνεύοντα (CR) CR)) ή ακόμη και στα ΕξαΕξα-- φανισθέντα είδη (EX) της Ρόδου, αφού ο πληθυσμός του Αρχάγγελου φύεται δίπλα σε έναν αυτοκινητόδρομο και οι εξελισσόμενες οικοδομικές δραστηριότητες βρίσκονται σε απόσταση μόλις 200 m. Ομοίως, η επιβίωση του δεύτερου υποπληθυσμού εξαρτάται από την παραμέληση της φροντίδας της αυλής και του περιβάλλοντος χώρου του μοναστηριού. Τέλος, ο υποπληθυσμός της Λίνδου βρίσκεται μόλις μακρύτερα από μία περιοχή οικοδόμησης θερινών κατοικιών.</p><p>Μέτρα προστασίας: Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα προστασίας κατευθείαν στις περιοχές που φύονται οι υποπληθυσμοί του είδους, ώστε να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας από τις οικοδομικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται τριγύρω τους.</p><p>Μichael Ristow, Andreas Kleinsteuber &amp; Ulrike Doyle</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF6BFF7398C7367CFA3EFD89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF15FF0D98C7367CFA3EFB9C.text	9E288790FF15FF0D98C7367CFA3EFB9C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago medicaginoides (Retz.) Small	<div><p>Medicago medicaginoides (Retz.) Small</p><p>Fabaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Medicago medicaginoides (Retz.) Small in Willdenowia 16: 434 (1987).</p><p>Τύπος: To είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον A. J. Retzius (1781) ως Lotus medicaginoides ( Lotus medicaginoides, leguminibus umbellatis, foliolis obcordatis denticulatis), χωρίς στοιχεία του τόπου συλλογής. Η βοτανική συλλογή του Retzius φυλάσσεται στο Βοτανικό Μουσείο της Lund (LD), όπου ενδέχεται να υπάρχει ο Τύπος.</p><p>Συνώνυμα: Lotus medicaginoides Retz. in Observ. Bot. 2: 23 (1781).</p><p>Trigonella arcuata C. Α. Meyer, Verz. Pfl. Casp. Meer. 136 (1831).</p><p>T. cancellata Pers., Syn. Pl. 2: 355 (1807).</p><p>T. striata L. f.., Suppl. Pl. 340 (1782).</p><p>T.tenuis Fisch.ex ΜΒ., Fl. Taur.-Caucas.3: 514 (1820).</p><p>Περιγραφή: Ετήσιο ποώδες φυτό με όρθιους έως ανορθούμενους βλαστούς μήκους 5-30 cm,, συχνά διακλαδιζόδιακλαδιζό-- μενους στη βάση και καλυπτόμενους με αραιό, πιεσμένο τρίχωμα. Παράφυλλα ημιτοξοειδή, ακέραια ή με οδοντώσεις. Φύλλα σύνθετα, με τρία ελλειπτικά έως αντωοειδή φυλλάρια 5-12 x 3-8 mm, το μεσαίο έμμισχο, λεία ή με αραιό τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια, κράσπεδα οδοντωτά. Ταξιανθία βοτρυοειδές σκιάδιο, φέρον έως 5 άνθη. Άνθη με ποδίσκο 1 mm, κάλυκας κωδωνοειδής, μήκους 3-5 mm,, οδόντες γραμμοειδείς-οξείς, ελαφρώς μακρύτεμακρύτε-- ροι του σωλήνα. Στεφάνη μήκους 4-6 mm,, κίτρινη. ΚαρΚαρ-- πός χέδρωπας, 15-35 x 1,3-2 mm,, ανορθούμενος, γραμγραμ-- μοειδής, ελαφρώς καμπύλος, λείος ή με αραιή πιεσμένη τρίχωση, με κάθετες αναστομούμενες νευρώσεις, με 10- 14 σπέρματα. Σπέρματα μήκους 1,5-2,5 x 1 mm,, ρομβοειρομβοει-- δή-κυλινδρικά, με μικρές θηλές και ρυτιδώσεις.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (Astanova 1981, ως Trigonella arcuata).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος-Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα η Medicago medicaginoides είναι ιδιαιτέρως σπάνιο και έχει συλλεχθεί μέχρι σήμερα από δύο μόνο περιοχές. Η πρώτη αντιστοιχεί στα ορεινά τμήματα του όρους Τυμφρηστού, όπου πραγματοποιήθηκαν συλλογές από τους Dimitrellos(809 &amp; 1103, UPA)) και Gustavsson (5154, LD)),, σε τρεις διαφορεδιαφορε-- τικές, σχετικά κοντινές τοποθεσίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους περίπου 5 km, στα βορειοδυτικά και ανατολικά της πόλης του Καρπενησίου (Νομός Ευρυτανίας). Η δεύτερη συλλογή έχει πραγματοποιηθεί στο όρος Κλωκός (Νομός Αχαΐας) σε τοποθεσία κοντά στην κορυφή, από τους Tan &amp; Strid (20590, LD)).. Το συγκεκριμένο είδος, σύμφωσύμφω-- να με τους Small &amp; Jomphe (1989) είναι κυρίως ασιατιασιατι-- κό και εξαπλώνεται από τη Ν. και Κ. Ασία στη ΝΔ. πρώην Σοβιετική Ένωση, Μικρά Ασία και μέχρι τα Βαλκάνια (Βουλγαρία και πρώην Γιουγκοσλαβία). Είναι ενδιαφέρον ότι οι δύο ελληνικοί πληθυσμοί είναι απομονωμένοι τόσο μεταξύ τους όσο και από τους βορειότερους βαλκανικούς πληθυσμούς. Η τοποθεσία στον Κλωκό είναι το κατώτερο όριο της νοτιοδυτικής εξάπλωσης του είδους.</p><p>Βιότοπος: Απαντά σε ορεινά λιβάδια, βραχώδη ή μη, σε χαμηλούς κρημνούς και σάρες, καθώς και σε φωτεινά διάκενα πολύ αραιών συστάδων Juniperus foetidissima που ευρύτερα περιβάλλονται από δάση Ελάτης, σε υψόμετρο 1.000-1.800 m (Dimitrellos &amp; Christodoulakis 1995). Εμφανίζεται σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Στους πληθυσμούς του Τυμφρηστού, η Medicago medicaginoides φύεται μαζί με Melilotus graecus,, Trifolium campestre,, Medi-Medicago orbicularis, Leontodon crispus, Arenaria serpyllifolia, Silene parnassica κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Medicago medicaginoides ανήκει στο subsectio Erectae της sectio Buceras . Το είδος αυτό, μαζί με άλλα είδη του γένους Trigonella, μεταφέρθηκαν στο γένος Medicago με βάση τον μηχανισμό της εκρηκτικής απελευθέρωσης των στημόνων και του στύλου, ο οποίος θεωρείται ως ταξινομικό κριτήριο διαχωρισμού των δύο γενών (Small &amp; al. 1987). Το μήκος του ποδίσκου της ταξιανθίας εντός του είδους ποικίλει και χρειάζεται προσοχή στη χρήση του ως ταξινομικό κριτήριο, ανάμεσα σε άλλους χαρακτήρες, (Small &amp; Jomphe 1989). H M. medicaginoides ενδεχομένως δεν είναι διακριτή από τη M. orthoceras (Kar. &amp; Kir.) Trautv. και θεωρείται ότι τα δύο είδη συμπεριλαμβάνονται στην ποικιλομορφία της M. polyceratia (L.) Trautv (P. Lassen προσωπ. επικοινωνία). Εντούτοις, χρειάζεται περισσότερη μελέτη πριν την αποδοχή της συγκεκριμένης άποψης. Οι Small &amp; al. (1987) θεωρούν τη M. medicaginoides και τη M. polyceratia ως στενά συνδεόμενες, οι οποίες όμως διαφοροποιούνται ικανοποιητικά ώστε να δημιουργούν ξεχωριστά είδη, ενώ οι M. polyceratia και M. Οrthoceras φαίνεται να συνδέονται ακόμη στενότερα. Σημειώνεται ότι η M. polyceratia έχει συλλεγεί στην Οίτη από τον Gustavsson (5154, LD) και η M. orthoceras από τους Sintenis &amp; Bornmüller (LD) το 1891, σε λόφους κοντά στην Αλεξανδρούπολη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πληθυσμοί του είδους είναι πολύ περιορισμένοι και απομονωμένοι. Στον Κλωκό η παρουσία του θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από πολυάριθμα άτομα, αλλά είναι εντοπισμένη σε μία μόνο τοποθεσία. Στα ανωδασικά λιβάδια της τοποθεσίας Ροβόλακα του Τυμφρηστού ο πληθυσμός αντιπροσωπεύεται από 30-50 άτομα σε μικρές ομάδες. Στην ευρύτερη τοποθεσία της Πέτρας του Τυμφρηστού ο πληθυσμός υπολογίζεται σε 20-25 διάσπαρτα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Με βάση τον αριθμό των τοποθεσιών που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα, το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)),, σύμσύμ-- φωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001). Οι πληθυσμοί της M. medicaginoides στην περιοχή του Τυμφρηστού δέχονται ισχυρές πιέσεις εξαιτίας της υπερβόσκησης. Επιπλέον, η αντίδραση της M. medicaginoides στον ανταγωνισμό με άλλα φυτικά είδη είναι άγνωστη και θα πρέπει να αξιολογηθεί στο πεδίο. Ενδέχεται, όμως, να επηρεάζει επίσης σοβαρά την επέκταση του είδους σε γειτονικές περιοχές και να το περιορίζει σε τοποθεσίες πολύ μικρής έκτασης.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι περισσότερες θέσεις της Medicago medicaginoides ευρίσκονται σε περιοχές που εντάσσονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (Ντάφης κ.ά. 1997): όρος Τυμφρηστός (Βελούχι) - GR2430001 (δύο θέσεις) και όρη Μπαρμπάς και Κλωκός-Φαράγγι Σελινούντα - GR2320005 (μία θέση). Μία ακόμη θέση στον Τυμφρηστό φαίνεται να μη περιλαμβάνεται στο ίδιο δίκτυο. Η εκπόνηση διαχειριστικών σχεδίων προστασίας των περιοχών αναμένεται να έχει θετική επίπτωση στην μακροχρόνια επιβίωση του είδους. Επιτακτική είναι η ανάγκη διαχείρισης της βόσκησης στις συγκεκριμένες περιοχές, ώστε να ελέγχονται οι πιέσεις στους φυτικούς πληθυσμούς και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα σε περιπτώσεις υπερβόσκησης.Τέλος, με δεδομένο ότι το είδος είναι μονοετές, θα πρέπει κάθε χρόνο να διασφαλίζεται η ωρίμανση των καρπών και των σπερμάτων, ώστε να εμπλουτίζεται η τράπεζα σπερμάτων του εδάφους. Λόγω της περιορισμένης εξάπλωσης του είδους κρίνεται απαραίτητη η προσεκτική συλλογή σπερμάτων από τους υπάρχοντες πληθυσμούς και η φύλαξή τους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, ώστε να μπορεί να γίνει επαναεισαγωγή στους βιοτόπους του σε περίπτωση πλήρους απώλειας των πληθυσμών στη φύση.</p><p>Γιώργος Δημητρέλλος &amp; Ροίκος Θανόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF15FF0D98C7367CFA3EFB9C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF17FF0F98C7367CFA3EFBFB.text	9E288790FF17FF0F98C7367CFA3EFBFB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago muricoleptis Tineo	<div><p>Medicago muricoleptis Τineo</p><p>Leguminosae</p><p>Medicago muricoleptis Tineo, Pl. Rar. Sicil. 1: 18 (1817).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Λεκτότυπος: [Ιταλία, Σικελία, Heyn 1963: 131]: "prope Panormum", Tineo (G).</p><p>Συνώνυμα: Medicago decandollei Tineo ex Guss., Fl. Sicul. Syn. 2(1): 369 (1844).</p><p>M. muricoleptis Tineo var. minor Tin. ex Loj. &amp; Poj., Fl. Sic. 1, 2: 68 (1891).</p><p>M. intertexta Mill. var. muricoleptis (Tineo) Fiori in Fiori &amp; Paol. Fl. It. 2: 41. (1900).</p><p>Περιγραφή: Φυτό μονοετές, μήκους 15-70 cm, βλαστοί κατακείμενοι έως ανορθωμένοι, λείοι έως σχεδόν λείοι. Παράφυλλα με 8-11 λεπτές, βαθιές οδοντώσεις. Φύλλα τριμερή, φυλλάρια 10-17 x 7-15 mm, επιμήκη-αντωοειδή, ανώτερο τμήμα πριονωτό, νευρώσεις εμφανείς. Ποδίσκος ταξιανθίας με 2-6 άνθη, ίσου μήκους ή μακρύτερος του μίσχου, ποδίσκος ανθέων ίσος ή βραχύτερος του σωλήνα του κάλυκα. Κάλυκας μήκους 3-4 mm,, λείος ή με πιεσμέπιεσμέ-- νες τρίχες, οδόντες περίπου ίσου μήκους με τον σωλήνα. Άνθη μήκους 5-7,5 mm,, στεφάνη φωτεινή κίτρινη, πέταπέτα-- σος ευρέως ωοειδής, πτέρυγες περίπου ισομήκεις με την τρόπιδα. Νεαρός καρπός λείος (πολύ σπάνια με αδενώδεις τρίχες), ώριμος χέδρωπας φαιός έως βαθυκάστανος, δισκοειδής έως βραχέως κυλινδρικός, ακανθώδης, σπείρες 3-6,5 σε αριθμό, διαμέτρου 8-12 mm, η κάθε μία με 7-10 ελαφρώς καμπτόμενες νευρώσεις που φέρουν αναστομώσεις κοντά στη βάση τους, με ένα νεύρο εισερχόμενο στη βάση της άκανθας, άκανθες λεπτές, 16-24 σε κάθε σπείρα, προσανατολισμένες σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Σπέρματα μαύρα, 4-5 x 2-2,5 mm, περίπου 1-3 σε κάθε σπείρα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (Lesins &amp; Lesins 1979)</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος-Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η εξάπλωση του είδους εκτείνεται στο βόρειο τμήμα της Μεσογείου, με γνωστές θέσεις στην Γαλλία, στη Ν. Ιταλία συμπεριλαμβανομένης της Σικελίας (Lesins &amp; Lesins 1979), όπου θεωρείται σπάνιο είδος (Heyn 1963, Small &amp; Jomphe 1989) και στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα έχει βρεθεί σε δύο νήσους του Ιονίου (Bornmüller 1928) και σε τρεις θέσεις στα δυτικά της ηπειρωτικής χώρας (StridStrid &amp; Lassen,, προσωπ. επικοινωεπικοινω-- νία και συλλογές του πρώτου συγγραφέα). Στην Κέρκυρα το είδος αναφέρεται από τον Gutermann (1995), χωρίς όμως ακριβή τοποθεσία και παρουσιάζεται στον χάρτη εξάπλωσης περίπου στο κέντρο της νήσου. Μια ενδιαφέρουσα θέση του, μακριά από την κύρια περιοχή εξάπλωσης του είδους στην περιοχή του Ιονίου, έχει βρεθεί δυτικά της Καβάλας (J.-M. Prosperi, προσωπ. επικοινωνία). Η διασπορά των θέσεων συλλογής του στον ελληνικό χώρο επιτρέπει την υπόθεση ότι μπορεί να βρεθεί και σε άλλες τοποθεσίες, κατόπιν επισταμένης αναζήτησης. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η Ελλάδα είναι το ανατολικότερο όριο εξάπλωσης του είδους.</p><p>Βιότοπος: Το είδος Medicago muricoleptis φύεται σε λιβάδια με συμπαγές και υγρό έδαφος, συνήθως κοντά στην θάλασσα, σε ελαιώνες και σε πρανή δρόμων. Στους Σαγιάδες της Θεσπρωτίας έχει βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή ενός υφάλμυρου έλους. Ανάμεσα στα είδη που το συνοδεύουν περιλαμβάνονται πολλά κοινά είδη της ελληνικής χλωρίδας όπως τα: Anagallis arvensis, Cichorium intybus, Erodium cicutarium, Galactites tomentosa, Hordeum murinum subsp. leporinum, Malva sylvestris, Medicago polymorpha, M. orbicularis, Pallenis spinosa, Phlomis fruticosa, Ranunculus muricatus, Rumex pulcher, Vicia sativa subsp. nigra κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Medicago muricoleptis ανήκει στη M. sectio Spirocarpos subsectio Intertextae (Small &amp; Jomphe 1989). Στην ίδια subsectio περιλαμβάνονται επίσης τα είδη M. intertexta (L.) Miller, M. ciliaris (L.) Krocker - η Heyn (1963) θεωρεί το δεύτερο ως υποείδος του πρώτου - και M. granadensis Willd. Εντός της sectio Spirocarpos η subsectio Intertextae διακρίνεται εξαιτίας του χρώματος των σπερμάτων (μαύρο ή καστανοκόκκινο) και των νευρώσεων στις σπείρες των καρπών, οι οποίες εισέρχονται στην αποληκτική άκανθα από τη μία μόνο πλευρά (Small &amp; Jomphe 1989). Από τα στενά συγγενή της, η Medicago muricoleptis διαφέρει τόσο από τη M. intertexta όσο και τη M. ciliaris στο σχήμα του καρπού της που είναι βραχύ κυλινδρικό, με 3-6,5 σπείρες (Lesins &amp; Lesins 1979, Small &amp; Jomphe 1989). Η M. granadensis έχει περισσότερο αποστρογγυλωμένο-σφαιρικό καρπό, αραιές σπείρες και φυλλάρια μεγαλύτερου μήκους, συνήθως 13-24 mm (Small &amp; Jomphe 1989). Η M. granadensis είναι είδος της Α. Μεσογείου, το οποίο εξαπλώνεται από την Τουρκία έως την Αίγυπτο (Heyn 1963). Η Medicago muricoleptis μπορεί να διασταυρωθεί με τις M. intertexta και M. ciliaris, όχι όμως με τη M. granadensis (Lesins &amp; Lesins 1979) .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι γνωστοί πληθυσμοί της Medicago muricoleptis εκτιμάται ότι αποτελούνται από περίπου 70-100 άτομα ο καθένας. Ορισμένοι απ' αυτούς υπόκεινται σε σημαντική βόσκηση από μικρά και μεγάλα μηρυκαστικά. Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα από την εργασία στο πεδίο και τη διεθνή βιβλιογραφία (Heyn 1963, Lesins &amp; Lesins 1979, Small &amp; Jomphe 1989), το είδος είναι σπάνιο και οι πληθυσμοί του, στις περισσότερες των περιπτώσεων, μικροί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Η Medicago muricoleptis έχει μέχρι σήμερα βρεθεί σε λίγες θέσεις στην Ελλάδα και σε μικρό αριθμό ατόμων εντός του κάθε πληθυσμού. Κινδυνεύει από αλλαγές στη χρήση της γης (π.χ. καλλιέργειες ή αλλαγές στις καλλιεργητικές τεχνικές), από πιθανή κατασκευή έργων στις θέσεις όπου φύεται και από ενδεχόμενη υπερβόσκηση. Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και του γεγονότος ότι ο συνολικός πληθυσμός στην Ελλάδα αναμένεται να είναι μικρότερος των 1.000 ατόμων, προτείνεται η ένταξή της στην κατηγορία των Τρωτών (VU) της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Το είδος θεωρείται αναγκαίο να προστατευθεί εξαιτίας της σπανιότητάς του, τόσο στον ελληνικό όσο και στον μεσογειακό χώρο. Χρειάζεται να ελέγχεται προσεκτικά η κατασκευή έργων ή η διαχείριση της γης (π.χ. διαπλατύνσεις δρόμων, αποξηράνσεις, εκχερσώσεις ή αποθέσεις αδρανών υλικών) στις περιοχές όπου φύεται το είδος, ώστε να μην πληγούν οι πληθυσμοί του. Η πιθανή αύξηση της βόσκησης στις ίδιες περιοχές ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά το είδος.</p><p>Από τις μέχρι σήμερα γνωστές θέσεις του, οι δύο περιλαμβάνονται σε περιοχές του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 με τους αντίστοιχους κωδικούς GR2120001 και την ονομασία Εκβολές (Δέλτα) Καλαμά και GR2240001 με την ονομασία Λιμνοθάλασσες Στενών Λευκάδας (Παλιόνης-Αυλιμών) &amp; Αλυκές Λευκάδας. Στα πλαίσια της διαχείρισης αυτών των οικοτόπων η Medicago muricoleptis χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη στα μέτρα διαχείρισης και προστασίας.</p><p>Η συλλογή σπερμάτων και η καλλιέργεια του είδους θεωρούνται απαραίτητες πρακτικές για την ex situ προ-προστασία του.</p><p>Ροίκος Θανόπουλος &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF17FF0F98C7367CFA3EFBFB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF11FF0998C7378AFA3EF819.text	9E288790FF11FF0998C7378AFA3EF819.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Medicago strasseri Greuter, Matthas & Risse	<div><p>Medicago strasseri Greuter, Matthäs &amp; Risse</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Medicago strasseri Greuter, Matthäs &amp; Risse in Willdenowia 12: 201 (1982).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ρεθύμνης] "in faucibus Petres a pago Karoti septentriones versus'', 35º20'30'' N / 24º31'30'' E, alt. 30 m, 26 Maj. 1982, W. &amp; J. J. Greuter, Matthäs &amp; Risse 19362 (Ολότυπος: B).</p><p>Συνώνυμα: Medicago arborea L. subsp. strasseri (Greuter, Matthäs &amp; Risse) Sobrino &amp; Ceresuela in Portug. Acta Biol. 19(1-4): 236 (2000).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές θαμνώδες είδος, ύψους έως περίπου 1,5 m,, με φαιό φλοιό και νέους κλάδους που φέφέ-- ρουν πιεσμένο, εριώδες-βελούδινο τρίχωμα. Παράφυλλα στη βάση του μίσχου των φύλλων στενώς τριγωνικά έως μυτερά, ενωμένα με τον μίσχο. Φύλλα με τρία φυλλάρια, το μεσαίο με ποδίσκο, αντισπατουλοειδή, με μήκος περίπου τριπλάσιο του πλάτους, φέρουν αραιό έως πυκνό βελούδινο τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια και αραιό πιεσμένο τρίχωμα στη επάνω επιφάνεια. Άνθη 6-12, κίτρινα, σε ταξιανθία βότρυ, με μικρούς ποδίσκους. Κάλυκας κωδονοειδής-σωληνοειδής, μήκους 4-5 mm. Στεφάνη με τρόπιδα ισομήκη ή ελαφρώς μακρύτερη του πετάσου. Καρπός χέδρωπας περιελισσόμενος σε 1,5-2,5(-3) σπείρες, διαμέτρου 5-7 mm, με στύπο ίσο ή μεγαλύτερο του κάλυκα. Νευρώσεις καρπού σε δικτύωση, εκκινούν από το κέντρο του καρπού σχηματίζοντας οξεία γωνία και καταλήγουν σε ένα ημιπεριφερειακό νεύρο, κοντά στο οποίο μπορεί να υπάρχουν μικρές άκανθες 1-2 mm. Σπέρματα μήκους 2-2,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 4x = 32 (Juan &amp; al. 2003).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάρτιος έως Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eνδημικό είδος της Κρήτης, με τις περιοχές όπου φύεται να εντοπίζονται κατά κανόνα στη βόρεια πλευρά της νήσου. Η ανατολικότερη γνωστή εμφάνιση βρίσκεται στο φαράγγι Πετρές του Νομού Ρεθύμνου, η δυτικότερη στην περιοχή της Χερσονήσου και η νοτιότερη στο φαράγγι Ξυνιάκο του Νομού Ηρακλείου. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία του στη βραχονησίδα Παξιμάδι, βόρεια της πόλης του Ηρακλείου (Κυπριωτάκης 1998).</p><p>Βιότοπος: Η Medicago strasseri είναι είδος των χαμηλών υψομέτρων, φθάνοντας μέχρι τα 600 m. Τα φυτά εμφανίζονται συνήθως σε βραχώδεις πλαγιές φαραγγιών και κρημνούς, σε σχιστολιθικό ή ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Τα φαράγγια όπου ενδημεί είναι βαθιά και σκιερά και οι κρημνοί έχουν κυρίως βόρεια έκθεση. Φύεται ανάμεσα σε άλλους θάμνους και ποώδη είδη όπως τα Rhamnus lycioides subsp. oleoides, Tamus communis, Phagnalon graecum, Petromarula pinnata, Reichardia picroides, Asplenium ceterach, Smyrnium creticum, Euphorbia dendroides, που στην ενδοχώρα αντικαθίσταται με E. characias, Allium bourgeaui subsp. creticum, Scariola acanthifolia, Parietaria judaica, P. cretica, Scaligeria napiformis, κ.ά. Στη βραχονησίδα Παξιμάδι το είδος επικρατεί και φύεται μαζί Allium και Lavatera, ενώ στους βιότοπους του Αβδού και των Γουρνών είναι επίσης το επικρατούν είδος.</p><p>Η Medicago strasseri είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στη βόσκηση και προστατεύεται σε απρόσιτα τμήματα των φαραγγιών και των κρημνών, όπου εμφανίζεται ως τυπικό χασμόφυτο (GreuterGreuter &amp; al.. 1982) ή αποκλειστικώς χαχα-- σμόφυτο (Κυπριωτάκης 1998, Kypriotakis &amp; Tzanoudakis 2001).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα είδη του γένους Medicago που εμφανίζονται στην Ελλάδα ανέρχονται, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, σε 34 (Thanopoulos 2007). Η Medicago strasseri ανήκει στη Μ. sectio Dendrotelis (Greuter &amp; al. 1982) μαζί με τα M. αrborea L. και M. citrina (Font Quer) Greuter,, τα οποία αποτελούν τους τρεις μοναδικούς θάθά-- μνους στα συνολικά 83 είδη του γένους (Small &amp; Jomphe 1989). Η M. arborea εμφανίζεται στη λεκάνη της Μεσογείου, είτε ως αυτοφυές, είτε ως καλλιεργούμενο είδος. Η M. citrina ενδημεί στις Βαλεαρίδες νήσους ανατολικά της Ιβηρικής χερσονήσου (Juan &amp; al. 2004), ενώ η M. strasseri φύεται αποκλειστικώς στην Κρήτη. Οι κύριες μορφολογικές διαφορές που διαχωρίζουν τη M. strasseri από τη M. αrborea εντοπίζονται στη διάμετρο του καρπού (5-7 και 12-15 mm αντίστοιχα),στον αριθμό των σπειρών του καρκαρ-- πού (1,5-3 και 0,5-1,5 αντίστοιχα), στο διαφορετικό πρότυπο νευρώσεων του καρπού, στο μήκος (2-2,5 και 3,5-4 mm αντίστοιχα), καθώς και σε άλλα χαρακτηριστικά των σπερμάτων τους (Greuter &amp; al. 1982, González- Andrés &amp; al. 1999). Oι Sobrino &amp; al. (2000) χρησιμοποιώντας καλλιεργημένο υλικό από μόνο μία θέση, ταξινομούν το M. strasseri ως υποείδος του M. arborea . Εντούτοις, πριν γίνει αποδεκτή η θεώρησή τους, χρειάζεται λεπτομερής κατανόηση της ποικιλομορφίας των δύο ειδών. Το τρίτο είδος της sectio, η M. citrina, διαφέρει στον χρωμοσωματικό της αριθμό (2 n = 6x = 48), στη μεγαλύτερη διάμετρο του καρπού (11-20 mm) και το μεγαλύτερο μέγεθος των σπερμάτων (Sobrino &amp; al. 2000, Juan &amp; al. 2003).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Medicago strasseri είναι διεσπαρμένη σε 10 γνωστές μέχρι σήμερα θέσεις που σχηματίζουν, γεωγραφικώς τουλάχιστον, διακριτούς πληθυσμούς και υποπληθυσμούς. Ο αριθμός των φυτών σε κάθε θέση κυμαίνεται από 20-150. Οι θέσεις με λίγα φυτά θα πρέπει να θεωρούνται πληθυσμιακά οριακές, αλλά παράλληλα σημαντικές για την ενδοειδική ποικιλότητα του είδους. Με τα μέχρι σήμερα στοιχεία το σύνολο των φυτών υπολογίζεται σε 570.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Με βάση το πλήθος των φυτών που έχουν καταγραφεί, το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D11 της IUCN (2001). Όμως, δεν υπάρχουν στοιστοι-- χεία που να επιτρέπουν συγκρίσεις για την ποσοτική εξέλιξη των πληθυσμών στο χρόνο. Τέτοιου είδους στοιχεία σε συνδυασμό με τον αριθμό των θέσεων είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε αναθεώρηση του χαρακτηρισμού επικινδυνότητας του είδους. Η φυσική προστασία που προσφέρουν στο είδος οι απόκρημνες θέσεις (φαράγγια και κρημνοί) εμποδίζουν τη δράση των μεγάλων χορτοφάγων ζώων και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Όμως, άλλοι κίνδυνοι, όπως πυρκαγιές ή εντομολογικές προσβολές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Το έντομο Icerya purchasi θεωρείται υπεύθυνο για την απώλεια σε μια νησίδα των Βαλεαρίδων το 1997-1998 του 44% του τοπικού πληθυσμού της M. citrina (Juan &amp; al. 2004). Σημειώνεται ότι η M. strasseri αποδεδειγμένα αποτελεί ξενιστή εντόμων των γενών Icerya, Bruchidius και Apion (Θανόπουλος &amp; al. 2008).</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο περιορισμός του είδους σε απρόσιτες τοποθεσίες το προστατεύει από τη βόσκηση, που φαίνεται να αποτελεί τον κύριο περιοριστικό παράγοντα εξάπλωσής του.</p><p>Η μοναδική νησιωτική παρουσία του είδους στη νησίδα Παξιμάδι χρειάζεται προστασία από τυχόν μεταφορά ζώων για βόσκηση, που αποτελεί διαδεδομένη πρακτική σε άλλες νησίδες. Προτείνεται επίσης η επέκταση της περιοχής GR4310003 του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, και αφορά στη νήσο Δία, ώστε να περιλάβει και τη νησίδα Παξιμάδι. Προκειμένου να προστατευθούν οι νησιωτικοί βιότοποι του είδους, προτείνεται η απαγόρευση βοσκής από το αρμόδιο Δασαρχείο, η ανάρτηση πληροφοριακών πινακίδων και η επιτόπια επιτήρηση.</p><p>Από τους γνωστούς βιοτόπους της Medicago strasseri ένας μόνο ανήκει στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, ο GR4330004 με την ονομασία Πρασιανό φαράγγι-Πατσός-Σφακορύακο ρέμα-παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, του οποίου το τυποποιημένο δελτίο δεδομένων αναφέρει το είδος ως Τρωτό. Θεωρείται αναγκαίο στα πλαίσια της προστασίας της ενδοειδικής ποικιλότητας του είδους να ορισθεί τουλάχιστον μια ακόμα νέα περιοχή του δικτύου ΦΥΣΗ 2000 στο ανατολικό όριο εξάπλωσής του.</p><p>Η παρακολούθηση των εντομολογικών προσβολών στο είδος θεωρείται αναγκαία, λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση της Ισπανίας που αφορά στη Medicago citrina . Η καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπους, η συλλογή σπερμάτων και η φύλαξη τους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού είναι ενέργειες, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν (ex situ) στη αντιμετώπιση περιπτώσεων καταστροφής των πληθυσμών. Τέλος, η χρήση του ως καλλωπιστικού θάμνου μπορεί να εξετασθεί, αξιοποιώντας την υπάρχουσα εμπειρία της M. arborea .</p><p>Ζαχαρίας Κυπριωτάκης &amp; Ροίκος Θανόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF11FF0998C7378AFA3EF819	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF13FF0B98C5367CFA3EFC49.text	9E288790FF13FF0B98C5367CFA3EFC49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Micromeria taygetea P. H. Davis	<div><p>Micromeria taygetea P.H. Davis</p><p>Labiateae</p><p>Micromeria taygetea P. H. Davis in Kew Bull. 4: 110 (1949).</p><p>Κινδυνεύον (EΝ)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "in rupium calcareorum fissuris montis Taygeti, supra pagum Trypi", c. 1500-1900 m, 2 Oct. 1938, Davis (Ολό-Ολότυπος: K. Ισότυπος: E).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, με ξυλώδη βάση και αρκετούς λεπτούς βλαστούς, ύψους μέχρι 20 cm. Ανθοφόροι βλαστοί όρθιοι ή ανορθούμενοι, απλοί ή σπανίως διακλαδισμένοι. Φύλλα ακέραια, ωοειδή έως ευρέως ωοειδή, με κορυφή αποστρογγυλωμένη, καταλήγοντα σε βραχύ (έως 2 ή 3 mm) μίσχο, 5-15(-17) x 5-10 cm, αδενώδη, με κάλυμμα τεφρό, βελούδινο. Ταξιανθίες βραχείες, σε σπονδύλους των 2-10 ανθέων, με βραχείς ποδίσκους, οι κατώτεροι βραχύτεροι από τα περιβάλλοντα βράκτια. Κάλυκας μήκους 2-3 mm,, χνοώδης, με λείο φάρυγγα, οδόοδό-- ντες ισομεγέθεις, ίσοι με το 1/3 του σωλήνα, τριγωνικοί. Στεφάνη δίχειλη, 4-6 mm,, ελαφρώς πορφυροϊώδης, κακα-- τώτερο χείλος τρίλοβο. Στίγμα και στήμονες προεξέχοντες της στεφάνης. Κάρυα ωοειδή, περίπου 1 mm,, αμβλέα, λελε-- πτώς θηλώδη.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου έως τις αρχές Σεπτεμβρίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνο από λίγες θέσεις, στα μεσαία κυρίως υψόμετρα, του όρους Ξεροβούνα του βορείου ορεινού συγκροτήματος του Ταΰγέτου, στη Ν. Πελοπόννησο (Βaden 1991).</p><p>Βιότοπος: Η Micromeria taygetea αναπτύσσεται αποκλειστικώς σε ασβεστολιθικά πετρώματα, σε πετρώδεις πλαγιές ήπιας ή έντονης κλίσης και σε σημεία όπου η υψηλή ξυλώδης βλάστηση απουσιάζει. Προτιμά ημισκιερές, αλλά και σχετικώς φωτεινές θέσεις στα διάκενα των ασβεστολιθικών βράχων. Εμφανίζεται σε υψόμετρο μεταξύ 1.600- 1.750(-1.900) m, μαζί με άλλα είδη όπως τα Astragalus angustifolius, Campanula versicolor, Daphne oleoides, Pimpinella tragium, Rhamnus sibthorpiana, Satureja parnasssica subsp. parnassica, Sideritis clandestina subsp. clandestina, αλλά και τα επίσης τοπικά ενδημικά Draba laconica, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, καθώς και το ενδημικό μονοτυπικό γένος Phitosia crocifolia .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Micromeria taygetea, σύμφωνα με τους Burtt &amp; Davis (1949), θεωρείται ένα ευκρινώς διαφοροποιημένο και γεωγραφικώς απομονωμένο είδος, από όλα τα άλλα είδη του γένους που απαντούν στην Βαλκανική. Το συγγενέστερο είδος, θεωρείται η Μ. carica P. H. Davis, η οποία απαντά στην ΝΔ. Ανατολία, και από την οποία, επίσης, διαφέρει σημαντικά σε πολλούς μορφολογικούς χαρακτήρες. Τα δύο τελευταία είδη ανήκουν στην ίδια ομάδα, τη sectio Pseudomelissa.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Micromeria taygetea σχηματίζει ολιγομελείς υποπληθυσμούς, κανένας από τους οποίους δεν ξεπερνά σε αριθμό τα 100 άτομα. Οι υποπληθυσμοί εμφανίζονται στις παρυφές των κορυφών Τσούγκα της Ξεροβούνας και στη κορυφή Πυργάκι, στο βόρειο τμήμα του Ταΰγέτου. Συνολικώς έχουν εντοπισθεί 9 θέσεις, όπου το είδος σχηματίζει ομάδες από 6 έως 100 άτομα. Οι υποπληθυσμοί της κορυφής Τσούγκα της Ξεροβούνας είναι ολιγομελείς, αποτελούμενοι από περίπου 10-50 άτομα. Δύο υποπληθυσμοί που εμφανίζονται στις παρυφές της κορυφής Πυργάκι παρουσιάζουν πληθυσμιακή συγκέντρωση 6 ατόμων σε επιφάνεια 14 m2, και 40 ατόμων σε επιφάνεια 50 m2 ασβεστολιθικού βράχου, αντιστοίχως. Οι δύο μεγαλύτερες ομάδες ατόμων της M. taygetea εντοπίζονται στη θέση Νεραϊδόβραχος, νότια της κορυφής Πυργάκι, και αριθμούν 160 περίπου άτομα. Νεαρά άτομα παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 10-20% επί του συνόλου, κυρίως στη θέση Νεραϊδόβραχος.</p><p>Όλα τα άτομα της Micromeria taygetea αναπτύσσονται αποκλειστικώς επάνω σε βραχώδεις, πολλές φορές απόκρημνες, ασβεστολιθικές θέσεις.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής. Οι υπάρχοντες υποπληθυσμοί της Micromeria taygetea δεν φαίνεται να κινδυνεύουν από την υπερβολική βόσκηση, που πραγματοποιείται σε ολόκληρο το Β. Ταύγετο, μάλλον λόγω της απωθητικότητας που προκαλεί στα φυτοφάγα ζώα το συγκεκριμένο φυτικό είδος. Επίσης, εξαιτίας των δυσπρόσιτων βιοτόπων του, το είδος δεν επηρεάζεται από ανθρώπινες δραστηριότητες και κατά συνέπεια μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος υποβάθμισης των γνωστών υποπληθυσμών του. Στη θέση Νεραϊδόβραχος παρατηρήθηκαν άτομα του είδους με συμπτώματα στα φύλλα από εντομολογική προσβολή. Τα προσβεβλημένα φυτά παρουσίαζαν εξασθενημένη εμφάνιση και ξηράνσεις σε διάφορα σημεία τους.</p><p>Πιθανές απειλές για την M. taygetea αποτελούν η παρουσία της σε πολύ λίγους και μικρούς υποπληθυσμούς, καθώς και η πιθανή υπερσυλλογή της. Το παραπάνω είδος δεν εμφανίζει κάποιο ιδιαίτερο καλλωπιστικό ενδιαφέρον, αλλά αναδίνει ένα ιδιαίτερο άρωμα, το οποίο το κατατάσσει στα πιθανά ενδιαφέροντα αρωματικά είδη. Η πιθανή συλλογή του taxon, λόγω αυτής της ιδιότητάς του, ίσως αποτελεί κάποια απειλή που αντιμετωπίζει η Micromeria taygetea .</p><p>Η M. taygetea εμφανίζεται υπό τη μορφή μικρών ομάδων φυτών - μέχρι σήμερα έχουν διαπιστωθεί μόνο 9 παρόμοιες ομάδες, οι οποίες συνιστούν, ουσιαστικώς 2 υποπληθυσμούς στον Β. Ταύγετο (κορυφές Τσούγκα και Πυργάκι της Ξεροβούνας). Τα άτομα που τους αποτελούν δεν υπερβαίνουν συνολικώς τα 500. Συμφώνως προς αυτά, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), καθόσον πληρούνται τα κριτήρια Β1a,b(i,ii,iv), B2a,b(i,ii,iv) και C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της Micromeria taygetea . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των υποπληθυσμών της προτείνεται η προστασία από υπερβολική συλλογή, η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στους βιοτόπους της. Η συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών της. Θα πρέπει επίσης να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και κατάθεση σπερμάτων σε Τράπεζες Σπερμάτων, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρησή του.</p><p>Χαράλαμπος Κυριακόπουλος &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF13FF0B98C5367CFA3EFC49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF1DFF0698C7367CFA36FAA6.text	9E288790FF1DFF0698C7367CFA36FAA6.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Minuartia dirphya Trigas & Iatrou	<div><p>Minuartia dirphya Trigas &amp; Iatroú</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Minuartia dirphya Trigas &amp; Iatroú in Nord. J. Bot. 23(4): 415-425 (2005).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (WAe), Νήσος Εύβοια] "north slopes of Mt. Dirphys", rocky slopes with Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus and Genista millii on ophiolithic substrate, 900-1000 m, 09 Sept. 2000, Trigas &amp; Iatroú 2998 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, αραιώς προσκεφαλόμορφο, ξυλώδες στη βάση. Μη ανθοφόροι βλαστοί μήκους έως 4,5 cm.. Ανθοφόροι βλαστοί μήκους (2-)4-16(-20) cm,, χωρίς διδι-- ακλαδώσεις ή με διακλαδώσεις στο ανώτερο ήμισυ, με 8-14 ζεύγη κατακόρυφων,γραμμοειδών,οξύληκτων φύλλων.Φύλλα μήκους 3,5-11 mm.. Ταξιανθία αραιή, με 1-11 άνθη. ΒράΒρά-- κτια 1-1,5 x 0,4-0,8 mm,, γαμμοειδή-λογχοειδή,με στενά μεμμεμ-- βρανώδη περιθώρια στη βάση. Ποδίσκοι μήκους 1,5-8 mm, 0,4-0,6 φορές το μήκος των σεπάλων.Σέπαλα 2,6-5 x 0,9-1,6 mm,, με τρεις εμφανείς νευρώσεις, επιμήκη,με στενά μεμβραμεμβρα-- νώδη περιθώρια. Πέταλα λευκά, 0,5-1 φορές το μήκος των σεπάλων,1,8-3,2 x 0,5-0,9 mm, στενά ελλειπτικά έως σχεδόν γραμμοειδή. Στήμονες εισερχόμενοι σε σαρκώδη υπόγυνο δίσκο, αυτοί που βρίσκονται απέναντι από τα σέπαλα, φέρουν νεκτάρια στη βάση τους. Ανθήρες υπόλευκοι-ρόδινοι έως πορφυροί. Ωοθήκη με βραχύ ποδίσκο. Κάψα 3,6-5,5 x 1,6-2,5 mm,, ελαφρώς μακρύτερη έως 1,5 φορές το μήκος των σεπάσεπά-- λων, επιμήκης-ωοειδής. Σπέρματα 3-4, μήκους 1,5-1,9 mm, τριγωνικά-νεφροειδή,καφέ, με θηλές κυρίως στη ράχη τους.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 26 (Trigas &amp; Iatroú 2005).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Τέλος Ιουνίου έως μέσα Οκτωβρίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνο από το locus classicus στις βόρειες κλιτύες του όρους Δίρφυ.</p><p>Βιότοπος: Αναπτύσσεται αποκλειστικά σε οφιολιθικά πετρώματα (σερπεντίνες) σε υψόμετρο 900-920 m, σε πλαγιά ΒΔ έκθεσης. Τα εδάφη της περιοχής είναι αβαθή και η κλίση τους κυμαίνεται από 20% έως 50%. Προτιμά θέσεις πλήρως εκτεθειμένες στην ηλιακή ακτινοβολία. Η περιοχή εξάπλωσής της ανήκει στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ψυχρό.</p><p>Η βλάστηση της περιοχής χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των ειδών Juniperus oxycedrus L. subsp. oxycedrus και Genista millii, ενώ η φυτοκάλυψη είναι μικρή (20-40%). Ορισμένα από τα είδη που αναπτύσσονται στην περιοχή είναι τα εξής: Leptoplax emarginata, Centaurea attica s.l., Thlaspi ochroleucum, Silene bupleuroides subsp. staticifolia κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Minuartia dirphya ανήκει στο subgen. Minuartia sect. Spectabiles (Fenzl) Hayek subsect. Laricifoliae (Mattf.) McNeill ser. Laricifoliae McNeill. Μαζί με τη M. parnonia (Kamari) Iatroú,Trigas &amp; Kit Tan,ενδημικό είεί-- δος του Πάρνωνα και τη M. wettsteinii Mattf., ενδημικό είδος του όρους Θρύπτης στην Α Κρήτη, αποτελούν μία διακριτή ομάδα συγγενικών ειδών (Trigas &amp; Iatroú 2005). Η ser. Laricifoliae περιλαμβάνει τέσσερα ακόμα είδη με εξάπλωση στα Βαλκάνια ( M.garckeana (Boiss.) Mattf., M.baldaccii (Halácsy) Mattf., M. doerfleri Hayek) και στον Λίβανο ( M. labillardierei Briquet) (Mc Neill 1963, Kamari 1997). Η M. dirphya διαφοροποιείται μορφολογικά από τα συγγενικά της είδη κυρίως από μορφολογικούς χαρακτήρες των ανθέων και των σπερμάτων (Trigas &amp; Iatroú 2005).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Minuartia dirphya είναι γνωστή από έναν μόνον πληθυσμό, ο οποίος είναι περιορισμένος σε μία μικρή έκταση που δεν υπερβαίνει τα 0,5 ha. Το είδος αναπτύσσεται αποκλειστικά σε οφιοιθικό υπόστρωμα και ο πληθυσμός του είναι περιορισμένος στο πιο άγονο τμήμα της μικρής οφιολιθικής έξαρσης όπου εντοπίσθηκε, ενώ κανένα άτομο του είδους δεν παρατηρήθηκε στις γειτνιάζουσες ασβεστολιθικές θέσεις.Οι υπόλοιπες, όλες περιορισμένης έκτασης, οφιολιθικές εκτάσεις του όρους Δίρφυς μελετήθηκαν διεξοδικά και κανένας νέος πληθυσμός του είδους δεν εντοπίσθηκε. Είναι ιδιαίτερα πιθανό λοιπόν,ο πληθυσμός από τον οποίο περιγράφηκε το είδος να είναι και ο μοναδικός πληθυσμός του. Καταγραφές του πληθυσμού της Minuartia dirphya διενεργήθηκαν τα καλοκαίρια των ετών 2006 και 2007. Την πρώτη χρονιά καταμετρήθηκαν 312 άτομα. Τη δεύτερη χρονιά παρατηρήθηκε σημαντική αναγέννηση και καταμετρήθηκε σημαντικός αριθμός νεαρών ατόμων, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των ατόμων του είδους στα 519. Συνέχιση των παρατηρήσεων πεδίου τα επόμενα χρόνια θα επιτρέψει να διακριβωθεί η επιτυχής ή ανεπιτυχής εγκατάσταση των νεαρών φυτών και να αποτυπωθεί καλύτερα η τάση εξέλιξης του πληθυσμού του είδους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο πληθυσμός της Minuartia dirphya αντιμετωπίζει σημαντικούς κινδύνους. Όταν το είδος συλλέχθηκε για πρώτη φορά το 2000, έγινε φανερό ότι η κατασκευή χωματόδρομου που προσέγγιζε τον πληθυσμό του, είχε οδηγήσει σε καταστροφή σημαντικού τμήματος του βιοτόπου του και σε ανάλογη μείωση του μεγέθους του πληθυσμού του. Το 2005 διενεργήθηκε ασφαλτόστρωση του προΰπάρχοντος χωματόδρομου, με παράλληλα έργα διαπλάτυνσης του δρόμου και δημιουργία χώρου αναστροφής και παρκαρίσματος στην περιοχή που καταλάμβανε το είδος. Τα χωματουργικά έργα που πραγματοποιήθηκαν οδήγησαν στη μείωση της κατεχόμενης περιοχής του είδους κατά 0,1 ha περίπου και εκτιμάται ότι εξαφάνισαν περίπερί-- που το 10-20% των ατόμων του. Παράλληλα, στην περιοχή κατασκευάσθηκε πέτρινο μονοπάτι για κατάβαση πεζοπόρων στο φαράγγι της Αγάλης, το οποίο διασχίζει το βιότοπο του είδους. Το σύνολο των έργων που έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή εκτιμάται ότι έχουν καταστρέψει περίπου το 30% του βιοτόπου του είδους και αντίστοιχο ποσοστό του πληθυσμού του. Πιθανή διαπλάτυνση του υπάρχοντος μονοπατιού και η σύνδεσή του με σχεδιαζόμενη πεζοπορική διαδρομή που θα συνδέει τις ορεινές περιοχές της Κ. Εύβοιας με τις αντίστοιχες της Β. Εύβοιας, θα οδηγήσει σε περαιτέρω απώλειες τμημάτων του βιοτόπου και του πληθυσμού του είδους.</p><p>Η ευρύτερη περιοχή του βόρειου τμήματος του όρους Δίρφυς και ιδιαιτέρως η παρακείμενη στον πληθυσμό της Minuartia dirphya λιβαδική έκταση υπόκεινται σε έντονη βόσκηση από κοπάδια αιγοπροβάτων και βοοειδών. Η βόσκηση δε φαίνεται να θέτει σε υπερβολικό κίνδυνο το είδος, γιατί όπου παρατηρήθηκαν σημάδια βόσκησης στα άτομα του είδους, ήταν περιορισμένα στα ανώτερα τμήματα των βλαστών, αφήνοντας ανέγγιχτα τα κατώτερα τμήματα. Η ανάπτυξη πολλών ατόμων του είδους σε προστατευμένο από τη βόσκηση περιβάλλον κάτω από την κόμη θαμνωδών ατόμων Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, ωστόσο, υποδηλώνει την πίεση που ασκείται στα άτομα του είδους από αυτή τη δραστηριότητα. Το ποδοπάτημα που υφίστανται τα άτομα του είδους, τόσο από τα ζώα, όσο και από τους επισκέπτες της περιοχής (έχει παρατηρηθεί έντονη παρουσία κυνηγών και πεζοπόρων), είναι ένας ακόμα κίνδυνος για τον πληθυσμό του.</p><p>Με βάση της κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) το είεί-- δος χαρακτηρίζεται ως Κρίσιμα Κινδυνεύον (CR) CR)) σύμφωσύμφω-- να με το κριτήριο B1ab(i,ii,iii,v)+2ab(i,ii,iii,v).</p><p>Μέτρα προστασίας: Αν και η Minuartia dirphya περιλαμβάνεται στο βιβλίο των "Top 50" των κινδυνευόντων με εξαφάνιση φυτών των νήσων της Μεσογείου (Iatroú 2005) και η περιοχή εξάπλωσής της βρίσκεται εντός των ορίων προστατευόμενης περιοχής του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, κανένα μέτρο για την ουσιαστική προστασία της δεν έχει ληφθεί μέχρι σήμερα.</p><p>Η συνέχιση της παρακολούθησης του πληθυσμού του είδους θα έδινε πολύτιμες πληροφορίες για τη δυναμική του πληθυσμού και τις δυνατότητες επιβίωσής του. Η ιδιαίτερα περιορισμένη περιοχή εμφάνισης του είδους και οι άμεσοι κίνδυνοι που το απειλούν, καθιστούν ενδεδειγμένη τη δημιουργία μικροαποθέματος (Laguna &amp; al. 2004) για την αποτελεσματική in situ διατήρησή του. Η παρουσία πρόσφατα κατασκευασμένου κτιρίου, ακριβώς δίπλα στο βιότοπο του είδους, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως περίπτερο περιβαλλοντικής ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού. Η ex situ διατήρηση του είδους, σε βοτανικούς κήπους και Τράπεζες Σπερμάτων, είναι επίσης, ένα από τα ενδεικνυόμενα μέτρα προστασίας. Περαιτέρω μελέτη της οικολογίας του κρίνεται απαραίτητη, για τη στοιχειοθέτηση αξιόπιστων προτάσεων σχετικά με τη διαχείριση της βόσκησης στον βιότοπό του.</p><p>Παναγιώτης Τρίγκας &amp; Βασιλική Σμυρνή</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF1DFF0698C7367CFA36FAA6	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF1EFF0198DE378AFA3EF888.text	9E288790FF1EFF0198DE378AFA3EF888.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Minuartia parnonia (Kamari) Iatrou, Trigas & Kit Tan	<div><p>Minuartia parnonia (Kamari) Iatroú, Trigas &amp; Kit Tan</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Minuartia parnonia (Kamari) Iatroú, Trigas &amp; Kit Tan in Tan &amp; Iatroú,, Endemic plants of Greece.. The Peloponnese: 85 (2001).</p><p>Tύπος: [Eλλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Aρκαδίας], "Mt Parnonas, 1 km from Paliohori to Ag. Vassilis", 700 m, 17 Jun. 1989, Kit Tan &amp; al. 6256 (Oλότυπος: C).</p><p>Συνώνυμα: Minuartia wettsteinii Mattf. subsp. parnonia Kamari in Strid &amp; Tan (eds), Flora Hellenica, 1: 182 (1997).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος που σχηματίζει λίγους μεμονωμένους βλαστούς ή συστάδες διαμέτρου έως 40 cm από το ημιξυλώδες τμήμα της βάσης. Ανθοφόρα στελέχη 10-30 cm,, όρθια, χωρίς διακλαδώσεις (σπανίως με διαδια-- κλαδώσεις κοντά στην ταξιανθία), πράσινα έως πράσινα-γλαυκά, ελαφρώς χνοώδη στο κατώτερο τμήμα τους, με 8-20 ζεύγη γραμμοειδών φύλλων συνήθως βραχύτερων από το ήμισυ των μεσογονάτιων διαστημάτων στα ανώτερα τμήματα του βλαστού. Μη ανθοφόρα στελέχη βραχέα, 2-7 cm,, με πυκνές ομάδες φύλλων σε κυλινδρικυλινδρι-- κό-αντικωνικό σχηματισμό, φύλλα 3-13 x 0,5-0,7 mm, σχεδόν αμβλέα, τραχέα στα κράσπεδα, περίπου τριγωνικής διατομής. Βράκτια 0,9-1,6 x 0,3-0,7 mm γραμμοειδήλογχοειδή, με στενά μεμβρανώδη περιθώρια. Ταξιανθία αραιή, συνήθως με 2-5 άνθη. Σέπαλα 2,5-4,0 x 0,9-1,5 mm, επιμήκη-ωοειδή, αμβλέα, τρίνευρα, με μεμβρανώδη περιθώρια ευρύτερα στο ανώτερο τμήμα. Πέταλα λευκά, 3,8-5,8 mm,, μακρύτερα των σεπάλων, αντωοειδή έως ευευ-- ρέως επιμήκη, με ακανόνιστες, αβαθείς οδοντώσεις στην απόληξη. Στήμονες ενωμένοι σε υπόγυνο δίσκο, ανθήρες λευκοκίτρινοι. Κάψα 4,2-6,0 x 2,0-2,7 mm, σχεδόν ίση έως 1,5 φορές μακρύτερη των σεπάλων, επιμήκηςωοειδής. Σπέρματα επιμήκη-νεφροειδή, μήκους 1,8-2,8, καστανά, με διάσπαρτες θηλώδεις προεκβολές.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2n = 26 (Trigas &amp; Iatroú 2005).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Οκτώβριο. Το μέγιστο της ανθοφορίας παρατηρείται από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τα μέσα Αυγούστου, ενώ τα φυτά ανθίζουν και πάλι μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, οι οποίες στην περιοχή του Πάρνωνα συχνά εμφανίζονται στο τέλος του Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος του όρους Πάρνωνα στη ΝΑ. Πελοπόννησο, γνωστό για μία δεκαετία μόνο από τον locus classicus. Πρόσφατα καταγράφηκαν αρκετοί υποπληθυσμοί στο νοητό τρίγωνο που ορίζεται από το χωριό Παλαιοχώρι, τις δυτικές εκτάσεις του Πραστού και την κορυφή Ωριώντας (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005). Μέσα σε αυτά τα όρια περιλαμβάπεριλαμβά-- νονται τοποθεσίες με σημαντικό αριθμό ατόμων όπως η θέση Ηγούμενος κοντά στον Ωριώντα, η περιοχή Χορεύτρια δυτικά του χωριού Πραστός εντός του φαραγγιού της Μαζιάς, οι πλαγιές της κορυφής Κουνιάλι πάνω από τον Πραστό, οι τοποθεσίες Κουφούνια και Σοδίτσα κοντά στο ίδιο χωριό και η κορυφή Ρέπα. Επίσης, πρόσφατα καταγράφηκε η παρουσία του ΝΔ. της Μονής Ελώνης (Κουτσοθεοδωρής 2008). Εκτός των παραπάνω γνωστών υποπληθυσμών οι συγγραφείς έχουν καταγράψει πρόσφατα άλλους πέντε νέους, οι οποίοι επεκτείνουν την περιοχή εξάπλωσης του είδους τόσο προς τα βορειοδυτικά όσο και προς τα νοτιοανατολικά.</p><p>Βιότοπος: Η Minuartia parnonia φύεται σε ανοικτές, πετρώδεις θέσεις με αραιή θαμνώδη βλάστηση κοντά στο όριο του δάσους ή σε ανοίγματα δάσους Abies cephalonica, σπανιότερα σε ανοίγματα μικτού δάσους Abies cephalonica και Pinus nigra . Μπορεί ακόμη να εμφανίζεται στα πρανή δασικών δρόμων και σε αναβαθμίδες μικρής κλίσης, καθώς και στις βάσεις μεγάλων λίθων ή μεμονωμένων βράχων. Ένας υποπληθυσμός αναπτύσσεται σε γυμνή, χαλικώδη κορυφογραμμή, ενώ σε έναν άλλο ορισμένα άτομα αποικίζουν το σχεδόν κατακόρυφο τμήμα μεγάλου βράχου, ως χασμόφυτα. Σε όλες τις θέσεις το υπόστρωμα είναι ασβεστολιθικό. Πολύ συχνά το είδος συνυπάρχει με τη Genista acanthoclada, η οποία του προσφέρει προστασία ή στήριξη. Άλλα ξυλώδη είδη που εμφανίζονται μαζί με την M. parnonia είναι τα: Quercus coccifera, Phillyrea latifolia, Pyrus spinosa, Phlomis fruticosa και Coridothymus capitatus . Το είδος εμφανίζεται σε υψόμετρο 700- 1.200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Minuartia parnonia ήταν αρχικά γνωστή από πολύ λίγες θέσεις (Kamari 1995, 1997) και θεωρήθηκε ως ένα υποείδος της Minuartia wettsteinii, της οποίας το τυπικό υποείδος φύεται στην Α. Κρήτη. Αργότερα οι Tan &amp; Iatroú (2001) την αναβάθμισαν σε επίπεδο είδους, χωρίς να προσθέσουν κάποια νέα θέση της. Προσφάτως, οι Trigas &amp; Iatroú (2003) περιέγραψαν ένα νέο, συγγενές είδος από το όρος Δίρφυ της Εύβοιας, την M. dirphya Τrigas &amp; Iatroú, στηριζόμενοι σε μορφολογικά και μικρομορφολογικά κριτήρια.</p><p>H Minuartia wettsteinii διαφέρει από την M. parnonia στο γλαυκοπράσινο χρώμα της, στους μακρούς ποδίσκους των ανθέων, οι οποίοι είναι 1,5-4,5 φορές μακρύτεροι από τα σέπαλα και στην παρουσία μακρών θηλωδών προεκβολών στην ράχη των σπερμάτων. Η M. dirphya διαφέρει στις ταξιανθίες με 1-11 άνθη, στα βραχύτερα, ακέραια πέταλα μήκους έως το μήκος των σεπάλων, στους συχνά σκουρόχρωμους ανθήρες και στη μικρομορφολογία των σπερμάτων (Trigas &amp; Iatroú 2003).</p><p>Εξαιτίας της συγγένειάς τους, είναι πιθανό τα τρία γεωγραφικώς διακριτά taxa της Κρήτης, Πελοποννήσου και Εύβοιας να ορίζουν τρία αντίστοιχα υποείδη. Με την ανακάλυψη περισσότερων υποπληθυσμών της Minuartia parnonia ορισμένες μορφολογικές διαφορές της με τα δύο άλλα συγγενή taxa αμβλύνονται. Θα ήταν ιδιαίιδιαί-- τερα επιθυμητή μία βιοσυστηματική μελέτη των taxa της ομάδας, ιδιαίτερα με τη χρήση μοριακών τεχνικών, ώστε να εμπλουτισθούν τα δεδομένα για τις ταξινομικές τους σχέσεις.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο αριθμός των μεμονωμένων ατόμων της Minuartia parnonia που φύονται σε κάθε υποπληθυσμό είναι δύσκολο να υπολογισθεί, εξαιτίας του τρόπου ανάπτυξης του είδους. Τα άτομα σχηματίζουν υπόγεια στελέχη μήκους έως και 1 m,, από τους οφθαλοφθαλ-- μούς των οποίων δημιουργούνται νέα φυτά, τα οποία εξακολουθούν να συνδέονται με το μητρικό φυτό για ένα διάστημα (αγενής αναπαραγωγή). Αν θεωρήσουμε ως ανεξάρτητα άτομα την κάθε συστάδα στελεχών που εμφανίζεται μεμονωμένη πάνω από το έδαφος, τότε ο συνολικός αριθμός ατόμων στον Πάρνωνα είναι μεγαλύτερος των 20.000.</p><p>Ο πλουσιότερος υποπληθυσμός εμφανίζεται σε περιοχή κοντά στο χωριό Πραστός. Το είδος αναπτύσσεται εκεί σε μια έκταση πλάτους 3,5 km και μήκους 0,5-4 km. Ο υποπληθυσμός είναι υγιής με ικανοποιητικό αριθμό νεαρών ατόμων. Ωστόσο, πολλά άτομα φύονται σε εγκαταλειμμένους ημιορεινούς αγρούς ή πολύ κοντά σε δασικούς δρόμους. Στις υπόλοιπες περιοχές το είδος σχηματίζει υποπληθυσμούς που περιλαμβάνουν από μερικές δεκάδες μέχρι αρκετές εκατοντάδες άτομα. Σε έναν από τους 5 υποπληθυσμούς που καταγράφηκαν πρόσφατα το είδος εξαπλώνεται σε σημαντική έκταση και περιλαμβάνει τουλάχιστον 3.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Παλαιότερα υπήρχαν ελάχιστα δεδομένα για την Minuartia parnonia, η οποία ήταν γνωστή μόνο από τον locus classicus. Νεότερα στοιχεία από την επιτόπια μελέτη του όρους Πάρνωνα υποδεικνύουν ότι το είδος σχηματίζει υγιείς υποπληθυσμούς με σημαντικό αριθμό ατόμων. Αρκετοί υποπληθυσμοί αναπτύσσονται μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητες ή σε περιοχές με ήπια ανθρώπινη δραστηριότητα. Το είδος δεν προτιμάται από τα ζώα που βόσκουν στην περιοχή, ενδεχομένως εξαιτίας τοξικών δευτερογενών μεταβολιτών. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους υποπληθυσμούς, οι οποίοι αναπτύσσονται σε παλαιότερα καλλιεργούμενες, ιδιόκτητες εκτάσεις, είναι η εισβολή της φυσικής βλάστησης ή η επανακαλλιέργεια των αγρών.</p><p>Όσον αφορά στην επίδραση που έχει η πυρκαγιά στην επιβίωση του είδους, υπάρχουν δεδομένα που υποδεικνύουν ότι η παρουσία των υπόγειων βλαστών συνεισφέρει ώστε να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι της φωτιάς χωρίς σοβαρές απώλειες.</p><p>Μια ολόκληρη πλαγιά της κορυφής Κουνιάλι, πάνω από το χωριό Πραστός, καταστράφηκε από πυρκαγιά πριν 45-55 έτη. Σήμερα παρατηρείται στην περιοχή μεγάλος υποπληθυσμός του είδους. Το καλοκαίρι του 2007 ο βιότοπος του είδους στην περιοχή Κουφούνια, κοντά στο ίδιο χωριό, αποτεφρώθηκε ολοσχερώς από ένα τυχαίο γεγονός. Η Minuartia parnonia ήταν το πρώτο φυτό, το οποίο επαναποίκησε τον βιότοπο την άνοιξη του επόμενου έτους και σήμερα ο πληθυσμός εμφανίζεται στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την πυρκαγιά. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε στοιχεία για τη συμπεριφορά των σπερμάτων του είδους μετά από μια πυρκαγιά.</p><p>Αν και το είδος είχε παλαιότερα τοποθετηθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) ειδών, εξαιτίας του ανεπαρκούς υλικού που είχε συλλεγεί και των ελάχιστων γνωστών θέσεων (Kamari 1995j), σήμερα, με την εύρεση μεγάλου αριθμού ατόμων και υποπληθυσμών το taxon χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), σύμσύμ-- φωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001), αφού παραμένει ένα αποκλειστικό ενδημικό του Πάρνωνα με περιορισμένη εξάπλωση, τηρουμένης της προΰπόθεσης ότι δεν θα πραγματοποιηθούν δραστικές αλλαγές στους βιοτόπους του στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το σημαντικότερο μέτρο προστασίας της Minuartia parnonia είναι η διατήρηση των φυσικών βιοτόπων της στην σημερινή τους κατάσταση και η αποφυγή δραστικών ανθρώπινων επεμβάσεων σε αυτούς, στο μέλλον. Η ενημέρωση των τοπικών αρχών και κατοίκων θα έχει θετική επίδραση στη διατήρηση του είδους.</p><p>Άτομα από συγκεκριμένους υποπληθυσμούς πρέπει επίσης να καλλιεργηθούν σε εξειδικευμένους Βοτανικούς Κήπους και ανάλογα Ινστιτούτα που ειδικεύονται στην ex situ προστασία και διατήρηση σπανίων ή κινδυνευόντων ειδών και να μελετηθεί η βιολογία τους.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF1EFF0198DE378AFA3EF888	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF1BFF0398C7378AFA3EFD05.text	9E288790FF1BFF0398C7378AFA3EFD05.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Minuartia saxifraga subsp. saxifraga (Friv.) Graebner	<div><p>Minuartia saxifraga (Friv.) Graebner subsp. saxifraga</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Minuartia saxifraga (Friv.) Graebner in Ascherson &amp; Graebner, Syn. Mitteleur. Fl. 5(1): 756 (1918), subsp. saxifraga</p><p>Τύπος: [Βουλγαρία] "in Rumelia", 1835, Frivaldszky (Ολό-Ολότυπος: BP. Ισότυποι: G-BOIS, K).</p><p>Συνώνυμα: Arenaria saxifraga Friv. in Flora (Regensburg) 19: 434 (1836).</p><p>Alsine saxifraga (Friv.) Boiss., Diagn. Pl. Orient. 1: 47 (1843).</p><p>Minuartia saxifraga subsp. rumelica Mattf. in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 15: 132 (1922).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, θυσανοειδές φυτό, σχηματίζον μικρά,, πυκνά προσκεφάλια από μη ανθοφόρους βλαβλα-- στούς, αδενωδώς τριχωτό παντού. Φύλλα βάσης και μη ανθοφόρων βλαστών επικαλυπτόμενα, κεραμοειδώς τοποθετημένα, παραμένοντα μετά τη νέκρωσή τους. Ανθοφόροι βλαστοί μήκους 3-7(-10) cm, όρθιοι έως σχεδόν όρθιοι. Φύλλα βλαστού 6-17 x 1,5-3 mm, πολύνευρα, επιμήκη λογχοειδή έως ελλειψοειδώς λογχοειδή, επίπεδα, με οξεία κορυφή, μάλλον μαλακά. Κολεοί των φύλλων πολύ βραχείς ή απουσιάζοντες. Βράκτια φυλλοειδή, χωρίς μεμβρανώδεις παρυφές. Ταξιανθία με 3-9(-12) άνθη, μάλλον πυκνή, οι περισσότεροι ποδίσκοι βραχύτεροι του κάλυκα. Σέπαλα 5,0-7,5 x 1,5-2,3 mm,, με 5-9 νεύρα, ευευ-- ρέως λογχοειδή, με οξεία κορυφή, τα εσωτερικά με στενές μεμβρανώδεις παρυφές. Πέταλα ελαφρώς βραχύτερα έως ελαφρώς μακρύτερα από τα σέπαλα, αντωοειδή, με σφηνοειδή βάση. Κάψα 3-3,5 x 2,3-2,5 mm,, εμφανώς βραχύβραχύ-- τερη από τα σέπαλα, ωοειδής, με κυρτή κορυφή. Σπέρματα 0,7-0,9 mm, ανοικτού καστανού χρώματος με λοφίο από μακρές, οξείες θηλές (με μήκος περίπου διπλάσιο του πλάτους) στη ράχη.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 32 (Halliday 1993, Kamari 1997).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος και Αύγουστος (Kamari 1997).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σε όρη της ΒΑ. Ελλάδας (Μπέλες, Ροδόπη). Στο Μπέλες, έχει βρεθεί κάτω από το φυλάκιο του Νέου Τριεθνούς, στα περίπου 1.500 m, ενώ έχει επίσης παρατηρηθεί στην κορυφογραμμή επάνω από το φυλάκιο στα 1.800 m περίπου. Στην οροσειρά της ΡοδόΡοδό-- πης εμφανίζεται στο δασικό σύμπλεγμα Δρυμού του Νομού Ξάνθης, σε σχισμές βράχων στον περιβάλλοντα χώρο του καταρράκτη του χωριού Λειβαδίτη, σε υψόμετρο 900- 1.000 m και στο παρθένο δάσος Φρακτού του Νομού Δράμας, σε διάκενα δασών στη θέση Κανάλιες, σε υψόμετρο 1.680 m.. Απαντά επίσης στην Κ. και ΝΔ. ΒουλγαΒουλγα-- ρία και τοπικά στη Δ. Ανατολία (όρος Boz Dag στη Λυδία) (McNeill 1967, Strid &amp; Franzén 1982, Jalas &amp; Suominen 1983, Greuter &amp; al. 1984, Strid 1986, Ελευθεριάδου κ.ά. 1994, Elefheriadou &amp; Raus 1996, Kamari 1997).</p><p>Βιότοπος: Υπαλπικά βραχώδη λιβάδια ή σχισμές βράχων, πάνω σε γνεύσιο και μαρμαρυγιακό σχιστόλιθο, συχνά σε ημισκιαζόμενες θέσεις, σε υψόμετρο 900-1.900 m (Strid &amp; Franzén 1982, Ελευθεριάδου κ.ά. 1994, Elefheriadou &amp; Raus 1996, Kamari 1997).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί ανήκουν στο subsp. saxifraga . Οι τουρκικοί πληθυσμοί έχουν περιγραφεί ως subsp. tmolea Mattf. .,, αλλά διαφέρουν ελάχιελάχι-- στα από τους βαλκανικούς (McNeill 1967, Halliday 1993, Kamari 1997).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Minuartia saxifraga έχει περιορισμένη εξάπλωση και απαντά σε σχετική αφθονία σε απόμερους και δύσκολα προσβάσιμους σταθμούς. Ο ακριβής αριθμός των ωρίμων ατόμων που εμφανίζονται στις βραχώδεις εξάρσεις στην περιοχή της γεωγραφικής της εξάπλωσης στην Ελλάδα είναι δύσκολο να υπολογισθεί. Αν και η περιοχή εξάπλωσής της είναι σχετικώς μεγάλη, στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρή, &lt;2.000 km2, εξαιτίας κυρίως του εξειδικευμένου βιοτόπου, στον οποίο το υποείδος εμφανίζεται.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το υποείδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), σύμφωνα με το κριτήριο D2, κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Αν και η Minuartia saxifraga δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, ωστόσο, ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή μπορεί να προκαλέσουν μείωση του πληθυσμού. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ούτε ένδειξη μείωσης των υποπληθυσμών, ούτε συγκεκριμένη απειλή, ακόμη και από συλλογή των ατόμων της.</p><p>Τα όρη Μπέλες (GR 1260001, Λίμνη Κερκίνη-Κρούσια-Κορυφές όρους Μπέλες, Άγγιστρο-Χαροπό) και Ροδόπη (GR 1120003, Όρος Χαϊντού-Κούλα και γύρω κορυφές) έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000. Κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην μελλοντική επιβίωση της Minuartia saxifraga .</p><p>Μέτρα προστασίας: Οποιεσδήποτε αλλαγές, οι οποίες θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Minuartia saxifraga πρέπει να αποφευχθούν. Οι περισσότεροι κίνδυνοι που απειλούν το υποείδος είναι κυρίως τυχαία γεγονότα ή ακούσιες ενέργειες του πληθυσμού, που δραστηριοποιείται στις περιοχές όπου εμφανίζεται, και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοια για την παρουσία και τη σημαντικότητα του υποείδους.</p><p>Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται η ενημέρωση τόσο των αρμοδίων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου κοινού που διαβιώνει ή δραστηριοποιείται στις περιοχές εμφάνισης του υποείδους. Επίσης, θα πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή του πληθυσμού και περιοδική αξιολόγησή του.</p><p>Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος, Ελένη Ελευθεριάδου &amp; Δημήτριος Σαμαράς</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF1BFF0398C7378AFA3EFD05	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF05FF1D98C7367CFA3EFCF1.text	9E288790FF05FF1D98C7367CFA3EFCF1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Minuartia wettsteinii Mattf.	<div><p>Minuartia wettsteinii Mattf.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Minuartia wettsteinii Mattf. in Bot. Jahrb. Syst. 57 (Beibl. 127): 62 (1922).</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ), ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Λασιθίου]] "FelsFels-- ritzen in der Gipfelregion des Aphendi Kavusi", 1400 m, 2 Aug. 1904, Dörfler, Iter Creticum No. 1048 (Ολότυπος: W. Iσότυποι: WU, WU-Hal).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, αραιά έως πυκνά προσκεφαλόμορφο, συνήθως εξ ολοκλήρου λείο. Φύλλα στους μη ανθοφόρους βλαστούς διαστάσεων 6-11 x 0,5 mm, γλαυκοπράσινα, γραμμοειδή, κατακόρυφα, με τρεις οξείες γωνίες, σχεδόν σαρκώδη, λεία αλλά με τραχέα περιθώρια, με σχεδόν αμβλεία κορυφή, σχηματίζοντα χαρακτηριστικές πυκνές, ομάδες σε σχήμα αντεστραμμένου κώνου. Ανθοφόροι βλαστοί ανερχόμενοι έως όρθιοι, λεπτοί, μήκους (4-)6-18(-22) cm, χωρίς διακλαδώσεις ή με διακλαδώσεις στο ανώτερο ήμισυ, με 5-8 ζεύγη ορθίων, γραμμοειδών φύλλων, μήκους 1/2-2/3 του μεγέθους των μεσογονατίων. Ταξιανθία αραιή με 1 έως λίγα άνθη. Ποδίσκοι πολύ μακρύτεροι από τα σέπαλα, συνήθως λείοι, σπανίως ελαφρώς τριχωτοί με βραχείες, λεπτές τρίχες. Σέπαλα ευρέως ελλειψοειδή, 3-4(-4,5) x 1,6-1,7 mm, με 3 εμφανείς νευρώσεις, με στενά μεμβρανώδη περιθώρια, ευρυνόμενα προς την αμβλεία κορυφή τους. Πέταλα λευκά, ωοειδή έως επιμήκως λογχοειδή, συνήθως ελαφρώς μακρύτερα των σεπάλων με αμβλεία κορυφή. Ανθήρες συνήθως υπόλευκοι έως ρόδινοι. Κάψα 5-6,5 mm, στενώς ωοειδής. Σπέρματα λίγα, ελαφρώς καστανά, μεγαλύτερα από 2,4 mm (που έχουν όταν είναι ανώριμα), με μακρές μαλακές θηλές στην ράχη τους.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 26 (Montmollin 1986, Τrigas &amp; Iatroú 2005).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος έως Σεπτέμβριος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του όρους Αφέντης Καβούσι (Aφέντης Σταυρωμένος, όρη Θρύπτης) στην Α. Κρήτη.</p><p>Βιότοπος: Η Minuartia wettsteinii αναπτύσεται σε ασβεστολιθικές πετρώδεις θέσεις, σε ρωγμές βράχων και αναβαθμίδες, περιπτωσιακά σε φρύγανα και σάρες, σε υψόμετρο 1.100-1.400 m. Η βλάστηση της περιοχής, στην οποία φύεται το είδος, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και περιλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό από ενδημικά (*) ή άλλα taxa της κρητικής χλωρίδας, όπως τα: Aethionema saxatile subsp. creticum, * Anthemis tomentella, * Helichrysum doerfleri, * Sternbergia greuteriana, * Tulipa cretica και Veronica glauca subsp. kavusica .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο McNeill (1963) θεώρησε ότι η Minuartia wettsteinii είναι συγγενής της M. labillardieri Briq., από τον Β. Λίβανο (βλέπε επίσης Kamari 1995, 1997). Η M. wettsteinii έχει επίσης ομοιότητες με την M. doerfleri Hayek και την M. garckeana (Boiss.) Mattf., από χώρες της Κ. Βαλκανικής Χερσονήσου, την Β. Ελλάδα και το όρος Kaz Dagi (Mt Ida) της ΒΔ. Τουρκίας.</p><p>Η Minuartia wettsteinii συγγενεύει με την Minuartia parnonia (Kamari) Kamari)) Iatroú,ú, Trigas &amp; Kit Tan,, η οποία περιπερι-- γράφηκε από το όρος Πάρνωνας, στη ΝΑ. Πελοπόννησο, αρχικά ως υποείδος της M. wettsteinii (Kamari 1997) . Τα δύο είδη διαφέρουν κυρίως στο μέγεθος και το χρώμα των φύλλων, στους μη ανθοφόρους βλαστούς, στο μέγεθος και τον αριθμό των μεσογονατίων διαστημάτων τους (Kamari 1997) και επίσης στο μέγεθος των ανθέων τους. Τα δύο αυτά είδη είναι αντίστοιχα taxa, γεωγραφικώς απομονωμένα και έχουν μία ενδιαφέρουσα, από φυτογεωγραφικής απόψεως, εξάπλωση (Κamari 1995j).</p><p>Το subsp. parnonia αναβαθμίσθηκε από τους Tan &amp; Iatrou (2001) στο επίπεδο του είδους, ως M. parnonia (Kamari) Iatroú, Trigas &amp; Kit Tan, αλλά χωρίς να δικαιολογείται η εν λόγω αναβάθμιση.</p><p>Προσφάτως οι Τrigas &amp; Iatroú (2005) περιέγραψαν ένα ακόμη είδος αυτής της ομάδος από την Εύβοια, την Minuartia dirphya Trigas &amp; Iatrou, η οποία έχει πολλές μορφολογικές και κυτταρολογικές ομοιότητες με τα δύο είδη της Κρήτης και της Πελοποννήσου, τα οποία όμως φύονται πάντοτε σε ασβεστολίθους, ενώ η πρώτη σε σερπεντίνες.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο ένας πληθυσμός της Minuartia wettsteinii, αυτός του locus classicus, είναι γνωστός μέχρι σήμερα. Το ακριβές μέγεθος του πληθυσμού δεν είναι γνωστό, όμως, πιθανότατα αποτελείται από λιγότερα των 1.000 ωρίμων ατόμων. Η συνολική έκταση που καταλαμβάνει ο πληθυσμός είναι περίπου 3 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο μοναδικός πληθυσμός έχει, πιθανότατα, σημαντικώς ελαττωθεί από την κατασκευή (το 1990), ενός δρόμου, ο οποίος οδηγεί στην κορυφή του όρους Αφέντης Καβούσι. Επιπλέον, αλλαγές στην χρήση γης, εξ' αιτίας του δρόμου, θα καταστήσουν περισσότερο προβληματική την επιβίωση του είδους, όπως π.χ. περαιτέρω επέκταση του δρόμου, με συνακόλουθη διαπλάτυνση του, αύξηση του τουρισμού και της βόσκησης. Πολλά από τα άτομα της M.. wettstei-wettsteinii είναι προσιτά από τα αιγοπρόβατα και δεν υπάρχει γι' αυτά καμία φυσική προστασία. Το taxon προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων ειδών (EN), καθόσον πληροί τα κριτήρια B 1 a b iii, iv + 2 a, b iii,), a b (iii iv) + 2 a b iii, iv, a (,) + a b iii iv,, b iii) + a b iii iv, (iii iv) + 2 a, (iii,), iii iv + a b iii) iii iv) 2a b (iii iv) iv) 2 a, b (iii iv)) + a b iii) v) + 2 a, b (, iv)) +2a, b(iii, iv), a, b(, iv),, b(,) b(iii,), (iii, iv) iii, iv),,iv), iv), v)), κακα-- θώς και τα C2a(ii), σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας. Η νομική προστασία του πληθυσμού της M. wettsteinii στο όρος Αφέντης Καβούσι θα βοηθήσει ασφαλώς στην επιβίωσή του.</p><p>Είναι πιθανόν ένας δεύτερος υποπληθυσμός του taxon να υπάρχει στο όρος Κλήρος, το οποίο βρίσκεται ΒΑ. του Αφέντη Καβούσι. Αυτή την εξάπλωση ακολουθεί ένα τοπικό ενδημικό της περιοχής, το Helichrysum doerfleri, το οποίο είναι γνωστό μόνο από τα όρη Αφέντης Καβούσι και Κλήρος. Συνιστάται, επομένως, μια διεξοδικότερη έρευνα του όρους Κλήρος, αλλά και άλλων γειτονικών ορεινών περιοχών με υψόμετρο μεγαλύτερο των 1.000 m.</p><p>Η διατήρηση του είδους, σε Bοτανικούς Kήπους και Τράπεζες Σπερμάτων (ex situ), είναι επίσης, ένα από τα ενδεικνυόμενα μέτρα προστασίας. Περαιτέρω παρακολούθηση και μελέτη της οικολογίας του είδους κρίνεται απαραίτητη, για την σωστή διαχείριση της βόσκησης και της τουριστικής ανάπτυξης στο βιότοπό του.</p><p>Nicholas Turland &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF05FF1D98C7367CFA3EFCF1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF07FF1898C7367CFA35FBC5.text	9E288790FF07FF1898C7367CFA35FBC5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Moluccella spinosa L.	<div><p>Moluccella spinosa L.</p><p>Labiatae</p><p>Moluccella spinosa L., Sp. Pl. 587 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Hedge in Jarvis &amp; al. 2001: Taxon 50: 514): [Ινδονησία, πιθανώς λανθασμένα] "Habitat in Moluccis", Herb. Linn. no. 741.2 (LINN).</p><p>Περιγραφή: Mονοετές ή σπανιότερα βραχύβιο πολυετές είδος, ύψους 30-100 cm, λείο. Βλαστός ένας ή λίγοι, με διακλαδώσεις στο κατώτερο τμήμα, τετραγωνικής διατομής. Φύλλα στρογγυλά-ωοειδή, έμμισχα, παλαμοειδώς λοβωτά ή οδοντωτά. Βράκτια παρεμφερή των φύλλων αλλά μικρότερου μεγέθους, βρακτίδια μήκους 8-10 mm. Tαξιανθίες σε σπονδύλους, αποτελούμενες συνήθως από 5-8 άνθη. Κάλυκας δίχειλος, παραμένων μετά την ωρίμανση των καρπιδίων, με δικτυωτή νεύρωση, συχνά με καστανά-ιώδη κράσπεδα και άκανθες, σωλήνας 10-11 mm, με θηλώδεις αδένες ιδιαίτερα στο κατώτερο τμήμα του, ανώτερο χείλος ακέραιο, άκαμπτο, σχεδόν οριζόντιο-ευθυτενές, μήκους 18-20 mm περιλαμβανομένης της αποληκτικής άκανθας μήκους 4-8 mm, κατώτερο χείλος μήκους περίπου 15 mm, περιλαμβανομένων των 6-10 προεκβολών που καταλήγουν σε ανισομήκεις άκανθες μήκους 4-10 mm. Στεφάνη λευκή έως ρόδινη-ιώδης, μήκους 20-30 mm,, σωλήνας περικλειόμενος στον κάλυκα, ανώανώ-- τερο χείλος εγκολπωμένο ή αβαθώς δίλοβο, τριχωτό στη ράχη, κατώτερο χείλος βραχύτερο, τρίλοβο, με ρόδινεςιώδεις γραμμώσεις στην επάνω επιφάνεια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Δεν είναι γνωστός.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο ανάλογα με την περιοχή. Στη ΝΑ. Πελοπόννησο ανθίζει από τα μέσα Ιουνίου έως τα μέσα Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Μεσογειακό είδος, σπάνιο και με λίγους, μειούμενους πληθυσμούς, τουλάχιστον στις χώρες της Ευρώπης. Εξαπλώνεται στην Ισπανία, Ν. Ιταλία, Ελλάδα, Κύπρο, Ν. Τουρκία, Ισραήλ, Ιορδανία και Συρία. Στη Β. Αφρική εμφανίζεται στην Αλγερία και Τυνησία. Οι πληθυσμοί της Ελλάδας είναι διάσπαρτοι, ορισμένοι γνωστοί από παλαιά βιβλιογραφικά δεδομένα και μη επιβεβαιωμένοι πρόσφατα.</p><p>Μία παλαιά καταγραφή της Moluccella spinosa από την περιοχή του Παρνασσού δεν έχει επιβεβαιωθεί. Μία ακόμη αναφορά ηλικίας περίπου 40 ετών υπάρχει από την Λευκάδα (Ηοfmann 1968), ενώ προσφάτως βρέθηκε ένας πληθυσμός στην Ιθάκη (Μαρκαντωνάτου κ.ά. 2002, Ευθυμιάτου-Kατσούνη 2006). Η αναφορά από θέση κοντά στο Ναυαρίνο της Δ. Πελοποννήσου είναι πολύ παλαιά και χρειάζεται επιβεβαίωση, ενώ στην ΝΑ. Πελοπόννησο το είδος βρέθηκε προσφάτως από τον πρώτο συγγραφέα. Η ύπαρξη της M. spinosa στην Κρήτη επιβεβαιώθηκε μόλις το 2009 (Bergmeier 2009).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Βιότοπος: Η Moluccella spinosa φύεται σε πετρώδεις περιοχές με ασβεστολιθικό υπόστρωμα, μεταξύ θάμνων και φρυγάνων, σε φωτεινές ή σπανιότερα ημισκιερές τοποθεσίες, καθώς και στις παρυφές καλλιεργούμενων εκτάσεων, χέρσων αγρών και ελαιώνων. Στην Α. Πελοπόννησο, ΝΑ. του Γέρακα, αναπτύσσεται στα πετρώδη άκρα ακαλλιέργητου ελαιώνα δίπλα σε επαρχιακό δρόμο. Ο ελαιώνας ευρίσκεται στα όρια μακίας βλάστησης, η οποία περιλαμβάνει τα ξυλώδη είδη Pistacia lentiscus, P. terebinthus, Ceratonia siliqua, μαζί με τα Ballota acetabulosa και Centaurea solstitialis . Ο βιότοπος αυτός εντοπίζεται περίπου 0,5 km από την ακτή, σε υψόμετρο 40 m. Ένας δεύτερος πληθυσμός εντοπίσθηκε πολύ κοντά στην είσοδο του λιμανιού του Γέρακα, κοντά στη θάλασσα, χωρίς όμως να εισέρχεται στη βλάστηση των αλοφύτων της περιοχής. Λίγα άτομα βρέθηκαν σε έναν γειτονικό εγκαταλειμμένο αγρό, καθώς και σε ομάδες λίθων, που είχαν παλαιότερα αποτεθεί στην περιοχή. Στην Κρήτη το είδος φύεται σε παρυφές δρόμου, μαζί με Notobasis syriaca, σε υψόμετρο 250 m (Βergmeier 2009). Στην Ιθάκη το είδος βρέθηκε σε κράσπεδα δρόμου και σε ακαλλιέργητους ελαιώνες, κοντά στο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, πάνω από το Βαθύ, σε χαμηλό υψόμετρο (Eυθυμιάτου-Κατσούνη 2006). Δεν υπάρχουν δεδομένα για τις υπόλοιπες θέσεις εξάπλωσης του είδους στην Ελλάδα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Moluccella περιλαμβάνει λίγα είδη, από τα οποία η M. spinosa είναι ο μόνος εκπρόσωπος στην Ευρώπη. Ένα δεύτερο είδος, η M. laevis L .. καλλιεργείται ως διακοσμητικό και ενδέχεται να παραπαρα-- μένει για βραχύ χρονικό διάστημα κοντά στους τόπους καλλιέργειάς του. Διακρίνεται εύκολα από τον κάλυκα λεπτότερης υφής, ο οποίος δεν φέρει άκανθες.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η MΟluccella spinosa είναι σπάνιο είδος σε αρκετές χώρες της Μεσογείου. Ο Mill (1982b) b)) την αναφέρει ως σπάνιο για την Τουρκία και παπα-- ραθέτει τρεις θέσεις συλλογής, όλες στη Ν. Ανατολία. Στην Κύπρο αναφέρεται ως Πιθανώς Εξαφανισμένο (Παπαχριστοφόρου 2007). Στην Κρήτη έχει επιβεβαιωθεί μόνο από μία θέση και υπόκειται σε κίνδυνο εξαφάνισης, ενώ στην Ιθάκη ο πληθυσμός που μετρήθηκε προσφάτως περιελάμβανε περίπου 150-200 φυτά. Στην ΝΑ. Πελοπόννησο, οι δύο γνωστοί υποπληθυσμοί είναι μικροί, καταλαμβάνουν περιορισμένη έκταση και φύονται σε θέσεις με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα. Συνολικά καταμετρήθηκαν περίπου 90 άτομα.</p><p>Υπολογίζουμε ότι ο συνολικά γνωστός πληθυσμός του είδους στην Ελλάδα ενδέχεται να είναι μεταξύ 250 και 400 φυτών. Το είδος συμπεριφέρεται ως μονοετές και ο αριθμός των φυτών κάθε έτος πιθανώς μεταβάλλεται.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που απειλούν τη Moluccella spinosa σχετίζονται με την καταστροφή των πληθυσμών της για τυχαίους λόγους. Η διατήρηση του υποπληθυσμού ΝΑ. του Γέρακα εξαρτάται από τις καλλιεργητικές φροντίδες που θα δεχθεί ο σχεδόν εγκαταλειμμένος ελαιώνας (πιθανή χρήση ζιζανιοκτόνων, άροση, καθαρισμός της βλάστησης) και από την αντοχή του είδους στην πίεση της βόσκησης. Σχεδόν όλα τα άτομα που παρατηρήθηκαν είχαν ίχνη κατανάλωσης του κεντρικού στελέχους τους, πριν την άνθηση ή την σκλήρυνση των ακανθών του κάλυκα, από ζώα. Επιπλέον, πιθανά οδικά έργα μπορεί να καταστρέψουν πλήρως τον υποπληθυσμό. Ο δεύτερος υποπληθυσμός κοντά στο λιμάνι του Γέρακα κινδυνεύει από πιθανά έργα καθαρισμού ή διαμόρφωσης του χώρου για κάποια άλλη χρήση, όπως η τουριστική ανάδειξη. Επίσης η δενδροφύτευση του χώρου θα αλλάξει το περιβάλλον και ενδέχεται να καταστρέψει πλήρως τον υποπληθυσμό. Στην Ιθάκη ο πληθυσμός κινδυνεύει από την επέκταση του οικισμού, τα οδικά έργα, τον καθαρισμό των οδών και των ελαιώνων για την πρόληψη πυρκαγιάς ή τις αγροτικές εργασίες στους ελαιώνες. Στην Κρήτη η M. spinosa εμφανίζεται στις άκρες δρόμων και απειλείται από τυχαία γεγονότα</p><p>Εξαιτίας του πολύ μικρού μεγέθους των γνωστών πληθυσμών της M. spinosa στην Ελλάδα και του ασταθούς βιοτόπου που καταλαμβάνει, θεωρούμε το είδος ως Τρωτό με βάση τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001). Oι γνωστοί πληθυσμοί χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση διότι μεγάλες αυξομειώσεις του αριθμού των φυτών ή πιθανή μείωση των ατόμων σε λιγότερα των 250 μεταφέρει το είδος στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ).</p><p>Μέτρα προστασίας: H επιβίωση του είδους in situ είναι δύσκολη και σχετίζεται άμεσα με την προστασία των βιοτόπων του. Τουλάχιστον οι πληθυσμοί του είδους, οι οποίοι αναπτύσσονται σε δημόσιες εκτάσεις, πρέπει να τύχουν κάποιας μέριμνας με την αποφυγή ενεργειών που θα μπορούσαν να τους συρρικνώσουν ή να τους καταστρέψουν. Η ενημέρωση των τοπικών αρχών και ιδιαίτερα των ανθρώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης θα έχει, πιθανώς, ευεργετική επίδραση στην προστασία του είδους.</p><p>Προς το παρόν δεν υπάρχουν συγκριτικά στοιχεία σχετικά με τις μεταβολές των πληθυσμών της MΟluccella spinosa . Η καταγραφή των ατόμων σπάνιων ειδών σε περιοχές εύκολης πρόσβασης μπορεί εύκολα να γίνεται από κατοίκους των γύρω περιοχών. Οι δύο υποπληθυσμοί της ΝΑ Πελοποννήσου παρακολουθούνται από τους συγγραφείς σε βάθος χρόνου, ώστε να διαπιστωθεί πιθανή ακραία αυξομείωση των ατόμων τους.</p><p>Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τον τρόπο καλλιέργειας της Moluccella spinosa . Ενδέχεται, όμως, οι καλλιεργητικές συνθήκες να είναι ανάλογες της συγγενικής M. laevis . Προτείνουμε την καλλιέργεια του φυτού, καθώς και την εμπεριστατωμένη μελέτη των ιδανικών συνθηκών φύτρωσης των σπερμάτων και του τρόπου διατήρησης των ατόμων ex situ. Η μακροχρόνια διατήρηση φυτών του είδους σε καλλιέργεια είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα στην περίπτωση που χρειασθεί επανεγκατάσταση ατόμων στο φυσικό τους περιβάλλον.</p><p>Ελευθέριος Kαλπουτζάκης, Νίκη Κατσούνη &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF07FF1898C7367CFA35FBC5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF00FF1B98DE367CFA3EFC20.text	9E288790FF00FF1B98DE367CFA3EFC20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Myosotis solange Greuter & Zaffran	<div><p>Myosotis solange Greuter &amp; Zaffran</p><p>Boraginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Myosotis solange Greuter &amp; Zaffran in Willdenowia 11: 38 (1981).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in praeruptis borealibus montis Ajio Pnevma, alt. 2100 m, in scaturiginosis ad pedes rupium in commissuris lapidum terra atra expletis copiose", 20 Jul. 1964, Zaffran 5907 (Ολότυπος: PAL-Greuter. Ισότυποι: Herb. Zaffran στην Ορθόδοξη Ακαδημία της Κρήτης στο Κολυμπάρι).</p><p>Περιγραφή: Νανώδες, πολυετές είδος, σχηματίζον αραιές συστάδες, με έρποντα, διακλαδισμένα στελέχη και αρκετούς μη ανθοφόρους βλαστούς,. Φύλλα μη ανθοφόρων βλαστών ελαφρώς μεμβρανώδη, έλασμα λογχοειδές-σπατουλοειδές, 6-15(-12) x 3-6(-8) mm, με τις δύο επιφάνειές του σχεδόν πυκνά καλυμμένες με αφιστάμενο έως σχεδόν όρθιο λεπτό τρίχωμα, μήκους 0,5-1 mm, βάση ελάσματος στενούμενη βαθμιαίως σε μίσχο, μήκους περίπου ίσου με το έλασμα, απόληξη αποστρογγυλεμένη, σπανιότερα σχεδόν οξεία. Ανθοφόροι βλαστοί λεπτοφυείς, καμπτόμενοι, μήκους (2-)4-6(-10) cm,, απλοί ή με μία διχαδιχα-- λωτή διακλάδωση, στην βάση τους με αφιστάμενο τρίχωμα, στο άνω τμήμα τους και στους ποδίσκους με πιεσμένο τρίχωμα που στρέφεται προς τα άνω. Φύλλα βλαστού λίγα, στο μέσον των βλαστών, που απότομα μειώνονται σε μέγεθος στο άνω τμήμα του βλαστού, φύλλα στην άκρη των βλαστών άμισχα, γραμμοειδή. Άνθη λίγα, σχηματίζοντα θύσανο (κυματώδης ταξιανθία), χωρίς βράκτια, ποδίσκοι μήκους 1-2 mm πριν την άνθιση, έως 3 mm μετά την άνθιάνθι-- ση. Κάλυκας κωδωνοειδής, μήκους 1-2 mm σε ανθοφορία, έως c. 3 mm στην καρποφορία, παραμένων στο φυτό για μεγάλο διάστημα, σωλήνας βραχύς, πυκνά καλυμμένος με αφιστάμενες, εύρωστες, αγκιστροειδείς τρίχες, οδόντες κάλυκα τριγωνικοί, σχεδόν 3 φορές μακρύτεροι του σωλήνα, με σκληρό τρίχωμα που στρέφεται προς τα άνω. Σωλήνας στεφάνης περικλειόμενος στον κάλυκα, απόληξη γαλάζια, με διάμετρο περίπου 3 mm. Καρπίδια άγνωστα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος με Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό ενός μόνο όρους στο βόρειο τμήμα του συγκροτήματος των Λευκών Ορέων της Δ. Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Απότομες ορεινές πλαγιές βόρειας έκθεσης με ανοικτόχρωμο ασβεστόλιθο, με βραχώδεις εξάρσεις και σάρες στις βάσεις των κρημνών, σε υψόμετρο 2.040- 2.100 m. Φύεται σε κοιλότητες και θύλακες βραχωδών εξάρσεων μαζί με Cystopteris fragilis, Euphorbia herniariifolia, Ranunculus brevifolius, Sedum magellense subsp. olympicum, Valantia aprica και Veronica thymifolia . Άλλα taxa παρόντα στην κοντινή περιοχή είναι τα ακόλουθα (** = ενδημικό της Κρήτης): Astragalus angustifolius, Berberis cretica, ** Cirsium morinifolium, ** Hieracium schmidtii subsp. creticum, ** Senecio fruticulosus, ** Sideritis syriaca subsp. syriaca και ** Viola fragrans .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Όπως σημειώνει ο Greuter (1981: 38) είναι "ένα φαινομενικά απομονωμένο είδος, που δεικνύει κάποιες ταξινομικές σχέσεις με την ομάδα της Myosotis alpestris, όμως νανώδες σε όλα του τα τμήματα και με μία χαρακτηριστική εμφάνιση που σχηματίζει τάπητα". H Myosotis alpestris F. W. Schmidt εξαπλώνεται στα όρη της Δ., Κ. και Ν. Ευρώπης, καθώς και της ΝΔ. Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, όπου το υποείδος M. alpestris subsp. suaveolens (Waldst. &amp; Kit. ex Willd.) Strid εκτείνεται νότια μέχρι τα όρη Ερύμανθος, Χελμός και Κυλλήνη στη Β. Πελοπόννησο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Είναι γνωστός μόνον ένας πληθυσμός στην περιοχή, από όπου περιγράφηκε το είδος, ο οποίος καταλαμβάνει μόνο μία, πολύ μικρή περιοχή, περίπου 50 x 25 m. Τον Ιούνιο του 2008 ο συγγραφέας του άρθρου υπολόγισε το μέγεθος του πληθυσμού μεταξύ εκατό και λίγων εκατοντάδων ατόμων, όμως πιθανότατα όχι μεγαλύτερο των 1.000 ατόμων. Τόσο η περιοχή εξάπλωσης όσο και η έκταση που καταλαμβάνει το είδος φαίνεται να είναι μόλις 1.250 m2 περίπου. Κατά την περιγραφή του (Greuter 1981) το νέο είδος χαρακτηρίζεται ως "εξαιρετικά τοπικό και περιορισμένο σε λίγα μόνο τετραγωνικά μέτρα εντός του locus classicus ", χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν αυτό αναφέρεται στην χρονική περίοδο που το φυτό συλλέχθηκε στην δεκαετία του 1960 ή μετέπειτα και μέχρι το 1981. Επομένως, έχουν περάσει τουλάχιστον 27 έτη και το είδος ακόμη διατηρείται χωρίς να εμφανίζεται συνεχής μείωση των πληθυσμών, είτε ακραίες αυξομειώσεις στον αριθμό των ατόμων, στην έκταση και την ποιότητα του βιοτόπου ή στον αριθμό των ενηλίκων ατόμων που επιβιώνουν.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Εξαιτίας του πολύ μικρού πληθυσμού που εντοπίζεται σε μία μόνο περιοχή, οι πιθανοί κίνδυνοι είναι ιδιαίτερα μεγάλοι. Το είδος φύεται σε μία ορεινή πλαγιά που προσεγγίζεται εύκολα, τουλάχιστον από το πρόβατα, ενώ τα φυτά στερούνται αποτελεσματικών μέσων για προστασία από τη βόσκηση, όπως π.χ. οι άκανθες. Είναι βέβαιο ότι κο-κοπάδια προβάτων βόσκουν στο όρος.. Tοο πολύ χαμηλό μέμέ-- γεθος του φυτού που σχηματίζει τάπητα ίσως προσφέρει αρκετή προστασία, φαίνεται όμως περισσότερο πιθανό ότι η βόσκηση προκαλεί κάποια βλάβη στα φυτά, μειώνοντας την ποσότητα των σπερμάτων που παράγονται και παρεμποδίζοντας την εγκατάσταση νεαρών ατόμων. Επιπλέον, υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της υπερσυλλογής από τους βοτανικούς και τους κηπουρούς. Σε πολύ μικρούς πληθυσμούς, όπου ο αριθμός των ατόμων έχει μειωθεί κάτω από ένα κρίσιμο όριο, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος την ολικής εξαφάνισης από απρόσμενες περιβαλλοντικές καταστροφές ή της αναπαραγωγικής κατάρρευσης εξαιτίας της έλλειψης γενετικής ποικιλότητας. Με βάση την δομή του πληθυσμού και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει, προτείνεται για το είδος η κατηγορία των Τρωτών (VU) VU)) σύμσύμ-- φωνα με την IUCN (2001), εξαιτίας των κριτηρίων D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Τμήμα του πληθυσμού θα πρέπει να περιφραχθεί ώστε να αποκλεισθεί η βόσκηση και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή εκτός της περίφραξης ως μάρτυρα. Αυτή η ενέργεια θα πρέπει να γίνει με τη σύμφωνη γνώμη των παραδοσιακών χρηστών της γης, των τοπικών κτηνοτρόφων και των χωρικών. Η συλλογή του είδους θα πρέπει να ελέγχεται, αν και θα μπορούσε να συλλεχθεί ένας μικρός αριθμός σπερμάτων (αν κάτι τέτοιο δεν συνιστά κίνδυνο) ώστε να καλλιεργηθεί το είδος και να δημιουργηθούν ex situ υποπληθυσμοί, από όπου θα παραχθεί περισσότερο φυτικό υλικό ώστε να διανεμηθεί ανάμεσα σε Βοτανικούς Κήπους, ενώ τα σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους, ή της ενδυνάμωσης του φυσικού πληθυσμού, σε περίπτωση που αυτός φθίνει κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF00FF1B98DE367CFA3EFC20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF0DFF1598C7367CFA3EFA5C.text	9E288790FF0DFF1598C7367CFA3EFA5C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Myosurus heldreichii Heldr.	<div><p>Myosurus heldreichii Heldr.</p><p>Ranunculaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Myosurus heldreichii Heldr. in Bull. Acad. Int. Géogr. Bot. 11: 296 (1902).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Kik), Κυκλάδες, Νήσος Δήλος] "in insula Delos, rar.", 14 Jul. 1901, Tuntas s.n. (ATHU!).</p><p>Συνώνυμα: Myosurus minimus L. subsp. heldreichii (Hel-Heldr.) O. Bolòs &amp; Vigo in Butll. Inst. Catalana Hist. Nat. 38: 65 (1974).</p><p>M. sanctus Heldr. (nomen nudum).</p><p>M. breviscapus sensu Jalas &amp; Suominen in Atlas Fl. Eur. 8: 224 (1989) non Huth in Bot. Jahrb. Syst. 16: 285 (1893).</p><p>M. sessilis sensu Akeroyd in Fl. Eur. ed. 2, 1: 287 (1993) non S. Watson in Proc. Amer. Acad. Arts 17: 362 (1882).</p><p>Περιγραφή: Φυτό μικρό, ποώδες, ετήσιο, λείο. Βλαστοί άφυλλοι (στύποι), συνήθως 3-10, ανερχόμενοι ή όρθιοι, χωρίς διακλαδώσεις, συνήθως βραχύτεροι από την καρποφόρο ανθοδόχη, διογκωμένοι και ημιροπαλοειδείς κατά την καρποφορία, με το ανώτερο μέρος τους ίσου πλάτους με αυτό της καρποφόρου ανθοδόχης. Φύλλα γραμμοειδή, ακέραια, μήκους έως 6 cm, που σχηματίζουν ρόδακα στη βάση του βλαστού. Άνθη μικρά, ερμαφρόδιτα, μονήρη και επάκρια. Σέπαλα 5 με πληκτροειδή προεκβολή στη βάση, ελαφρώς πρασινοκίτρινα. Πέταλα 5, ισομήκη ή ελαφρώς βραχύτερα από τα σέπαλα, σχεδόν σωληνοειδή, ανοικτώς κίτρινα, με κεντρικό νεκτάριο. Στήμονες 5-10, ανθήρες κίτρινοι. Καρπόφυλλα πολυάριθμα, ελεύθερα, καθένα με μία σπερμοβλάστη. Ανθοδόχη επιμηκυνόμενη πολύ κατά την καρποφορία, κυλινδρική, λαμβάνουσα τη μορφή ουράς. Αχαίνια, μικρά, λεπτά, κυλινδρικά, που βαθμιαίως στενεύουν σχηματίζοντας σχετικά μακρύ, ευθύ και όρθιο ράμφος.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (Strid 2002).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος και Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ο Myosurus heldreichii βρέθηκε για πρώτη φορά τo 1901 στη Δήλο (locus classicus), αλλά από τότε δεν επανεντοπίσθηκε στο νησί αυτό (Strid 2002). Στην Ελλάδα είναι ακόμη γνωστός από την Σαμοθράκη, τον Άγιο Ευστράτιο, την Λέσβο, την Σύμη, την Ρόδο και από μία θέση στην Α. Πελοπόννησο. Η μοναδική γνωστή θέση για την ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας 1 km Α. από το Σταυροπόδι. Στην Σύμη είναι γνωστός από 1 θέση περίπου 1 km A. της Χώρας, στον Άγιο Ευστράτιο έχει βρεθεί σε δύο θέσεις μία βόρεια του οικισμού και άλλη μία περίπου 3 km ανατολικά του λιμανιού, στην Ρόδο είναι γνωστό από μία μόνο θέση (Ακραμύτης), στην Σαμοθράκη από μία θέση ΝΔ. της Καμαριώτισσας. Στην Λέσβο μέχρι σήμερα έχει εντοπισθεί σε περισσότερες από 10 τοποθεσίες κυρίως στο Β. και το Δ. τμήμα του νησιού (Μπαζός 2005). Σύμφωνα με το Strid (2002) πρόκειται για ένα "μυστηριώδες" είδος, το οποίο εμφανίζεται σποραδικά στην περιοχή του Αιγαίου και την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Παρόμοια φυτά έχουν βρεθεί σποραδικά σε απομακρυσμένες περιοχές κυρίως της Δ. Μεσογείου (ΒΔ. Αφρική, Ισπανία, ΝΔ. Γαλλία, Σικελία), ενώ και τα φυτά ενός δείγματος από τη Ν. Αφρική (περιοχή Ακρωτηρίου) φαίνεται ότι ανήκουν στο είδος αυτό.</p><p>Βιότοπος: Φύεται σε περιοδικά κατακλυζόμενα μέρη (εποχικούς υγρότοπους), σε υψόμετρα συνήθως έως τα 300 m (σπανιότερα έως τα 500 m)),, μαζί με άλλα συνήσυνή-- θως μικρού μεγέθους φυτικά είδη, τα οποία είναι επίσης σπάνια στην Ελλάδα: Antinoria insularis, Callitriche brutia, Cicendia filiformis, Crassula vaillantii, Elatine macropoda, Illecebrum verticillatum, Isoetes duriei, Isoetes histrix, Juncus capitatus, Juncus pygmaeus, Juncus tenageia, Lythrum borysthenicum, Lythrum tribracteatum, Pilularia minuta, Pulicaria vulgaris, Radiola linoides, Ranunculus lateriflorus, Ranunculus ophioglossifolius . Οι βιότοποι του Myosurus heldreichii είναι μικρής έκτασης (συνήθως δεν υπερβαίνουν τα 100-200 m2) αβαθείς κοιλότητες, που γεμίζουν με νερό κατά τη διάρκεια των χειμερινών και πρώτων εαρινών μηνών και στη συνέχεια προοδευτικά αποξηραίνονται. Συνήθως εντοπίζονται μεταξύ άλλων τύπων βλάστησης, όπως τα φρύγανα, οι θαμνώνες και τα λιβάδια.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Myosurus heldreichii περιγράφηκε από τον Heldreich (από δείγμα του Τούντα, που συλλέχθηκε στη Δήλο τον Ιούλιο του 1901) και δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του από το M. Léveillé, ο οποίος φαίνεται ότι έδωσε και το ειδικό όνομα heldreichii . Στην ετικέτα του δείγματος, το οποίο αποτελείται από πέντε άτομα σε καρποφορία, αναγράφεται η αδημοσίευτη ονομασία " Myosurus sanctus HelHel-- dr. nov. sp.". Μοιάζει με τον M. minimus L .. από τον οποίο διδι-- αφέρει κυρίως στη σχέση του μήκους του στύπου, ο οποίος είναι διογκωμένος και σχεδόν ροπαλοειδής, προς το μήκος της καρποφόρου ανθοδόχης και τη μορφή των αχαινίων. Το υλικό του M. heldreichii από την Ελλάδα διαφέρει από τον M. minimus τόσο μορφολογικά όσο και οικολογικά αν και για να επιβεβαιωθεί η ταξινομική του κατάσταση, είναι απαραίτητη μία βιοσυστηματική μελέτη (Strid 2002). Στη Flora Europaea (Akeroyd 1993) αναφέρεται ως M. sessilis S. Watson, ένα είδος που έχει περιγραφεί από τη Δ. Βόρεια Αμερική (Oregon). Ο τυπικός Μ. sessilis διαφέρει από τον M. heldreichii στα ακόλουθα γνωρίσματα: έχει στύπο πολύ βραχύ, ταξικαρπία σχετικώς βραχύτερη και πλατύτερη, την οποία υπερβαίνουν τα φύλλα, αχαίνια με μακριά όρθιααποκλίνοντα ράμφη και τριχωτή ανθοδόχη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το ακριβές μέγεθος των πληθυσμών του Myosurus heldreichii στην Ελλάδα δεν είναι γνωστό. Στη Λέσβο, όπου βρίσκονται οι περισσότερες γνωστές του τοποθεσίες, με μία πρώτη εκτίμηση ο συνολικός αριθμός των ατόμων πρέπει να ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες. Σε κάποιες θέσεις (π.χ. Δ. του Σκαλοχωρίου) είναι αρκετά άφθονο. Αν και δεν υπάρχει συνολική εικόνα για όλους τους πληθυσμούς και όλες τις θέσεις στις οποίες έχει εντοπισθεί, η κατάσταση των πληθυσμών σε κάποιες από τις θέσεις που επισκεφθήκαμε κρίνεται καλή, ενώ σε κάποιες άλλες, ιδιαίτερα εκεί όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι εντονότερη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από μέτρια έως προβληματική.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Για την Ελλάδα το είδος χαρακτηρίζεται ως τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια Β2a,a,, Β2b(iii), b(iii),iii), iii)),, λόγω της σποραδικής του εμεμ-- φάνισης, της πολύ μικρής έκτασης που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί του, αλλά και της παρατηρούμενης υποβάθμισης των βιοτόπων του σε κάποιες από τις περιοχές εμφάνισής του. Η μικρή έκταση που καταλαμβάνουν οι βιότοποί του σε συνδυασμό με τη διακεκομμένη εξάπλωσή του αυξάνουν τον κίνδυνο περιορισμού των πληθυσμών του ακόμη και από μικρής έκτασης καταστροφικά γεγονότα. Οι κυριότεροι κίνδυνοι που απειλούν τα μεσογειακά εποχικά τέλματα και κατ' επέκταση πολλά από τα είδη που φύονται σε αυτά είναι οι μεταβολές στην υδρολογική κατάσταση (μειωμένες βροχοπτώσεις, αύξηση της θερμοκρασίας), τα έργα αποξήρανσης, η άντληση υδάτων, οι πιθανές αλλαγές στη χρήση γης (επέκταση καλλιεργειών και οικισμών), η διάνοιξη νέων οδών ή η διαπλάτυνση παλαιών, οι τουριστικές δραστηριότητες, η απόθεση απορριμμάτων.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο οικότοπος του Myosurus heldreichii (μεσογειακά εποχικά τέλματα) αποτελεί οικότοπο προτεραιότητας του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 92/43/ ΕΕ. Επίσης κάποιες από τις θέσεις όπου έχει εντοπισθεί βρίσκονται εντός των ορίων προστατευόμενων περιοχών του ευρωπαϊκού δικτύου ΦΥΣΗ 2000. Παρόλα αυτά μέμέ-- χρι σήμερα δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας του είδους. Για την αποτελεσματική προστασία του θα πρέπει να γίνει κατά το δυνατόν ακριβής εκτίμηση του μεγέθους των πληθυσμών του και να παρακολουθείται η κατάστασή τους καθώς και η κατάσταση των βιοτόπων του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρείται σημαντική η έρευνα στη Δήλο έτσι ώστε να εξακριβωθεί εάν ο M. heldreichii εξακολουθεί να φύεται στην περιοχή από την οποία αρχικώς συλλέχθηκε και περιγράφηκε. Προτείνεται ακόμη η καλλιέργεια του φυτού σε Βοτανικούς Κήπους, καθώς και η συλλογή σπερμάτων για την κατάθεσή τους σε Τράπεζα Σπερμάτων. Απαραίτητη είναι η πραγματοποίηση ουσιαστικών μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων για κάθε προγραμματιζόμενο νέο έργο σε περιοχές που υπάρχουν πληθυσμοί του είδους. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ευαισθητοποίηση των κατοίκων των περιοχών, όπου σχηματίζονται εποχικά τέλματα, με την ενημέρωσή τους, για τη μεγάλη σημασία που έχουν οι μικροί και πρόσκαιροι αυτοί υγρότοποι στην διατήρηση της βιοποικιλότητας.</p><p>Ιωάννης Μπαζός &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF0DFF1598C7367CFA3EFA5C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF0FFF1098C7367CFA36FDF4.text	9E288790FF0FFF1098C7367CFA36FDF4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Neottia cordata (L.) Rich.	<div><p>Neottia cordata (L.) Rich.</p><p>Orchidaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Neottia cordata (L.) Rich., Orchid. Eur. 4: 59 (1817)</p><p>Λεκτότυπος (Baumann &amp; al. 1989 in Mitteilungsbl. Arbeitskr. Heim. Orchid. Baden-Würtemberg 21: 479, Abb. 25): Herb. Linn. no. 1056 (LINN). [ως Ophrys cordata L.]</p><p>Συνώνυμα: Ophrys cordata L., Sp. Pl. 2: 946 (1753).</p><p>Listera cordata (L.) R. Brown in W.T. Aiton, Hortus Kew. ed. 2, 5: 201 (1813).</p><p>Epipactis cordata (L.) All., Fl. Pedem. 2: 152 (1785).</p><p>Helleborine cordata F.W. Schmidt, Fl. Boem.: 81 (1785).</p><p>Περιγραφή: Φυτό με λεπτό ρίζωμα. Βλαστός λεπτός, (4,5-)6-20(-25) cm,, λευκωπός και χωρίς τρίχωμα στο τμήτμή-- μα κάτω από τα φύλλα, αραιά χνουδωτός στο ανώτερο τμήμα. Φύλλα 2, αντίθετα, 1-2,5 cm,, ωοειδή έως δελτοδελτο-- ειδή, σκουροπράσινα και στιλπνά στην επάνω επιφάνεια, με κυματοειδείς παρυφές. Βράκτια μήκους 1 mm.. ΤαξιανΤαξιαν-- θία αραιή, 1,5-6 cm, με 4-12(-20) μικρού μεγέθους άνθη. Άνθη ωχροπράσινα έως βαθέως καστανέρυθρα. Σέπαλα και πέταλα ωοειδή έως ελλειψοειδή 2-3 x 1 mm. Χείλος επιμηκυσμένο 3-4,5 mm, με μία κατά μήκος αυλάκωση, στη βάση του φέρει νέκταρ και 2 όρθιες, κερατοειδείς προεξοχές, ενω διαιρείται σχεδόν μέχρι το μέσον του σε δύο γραμμοειδείς λοβούς, πορφυρού χρώματος. Ωοθήκη σφαιρική, μη καμπτόμενη, με εμφανή νεύρα. Ποδίσκος μικρός, περιεστραμμένος.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 36, 38, 40, 42 (Maude 1939, Sokolovskaya &amp; Strelkova 1940, Löve &amp; Löve 1956, Kliphuis 1963).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μέσα Ιουνίου έως αρχές Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος της Ευρασίας και Β. Αμερικής. Είναι κοινό είδος των βορείων περιοχών και σπάνιο στη Ν. Ευρώπη (μόνο σε ορεινές περιοχές). Στην Ελλάδα απαντά αποκλειστικά στην περιοχή της οροσειράς της Ροδόπης, η οποία αποτελεί τα νοτιότερα όρια της γεωγραφικής του εξάπλωσης.</p><p>Βιότοπος: Στην Ελλάδα το είδος φύεται σε σκιερές ή ημισκιερές θέσεις, σε όξινα υποστρώματα σε δάση ερυθρελάτης και σπανιότερα σε υγρά λιβάδια, ενώ απουσιάζει τελείως από τα δάση δασικής πεύκης και οξιάς.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Διακρίνεται εύκολα από την Neottia ovata (L.) Bluff &amp; Fingerhuth στο λεπτό, εμφανώς γυμνό βλαστό (μέχρι 25 cm),), στα μικρότερα (μέχρι 2,5 cm)),, ωοωο-- ειδή έως δελτοειδή φύλλα, στην ολιγανθή (μέχρι 20 άνθη) ταξιανθία και στο μικρότερο (3-4,5 mm), με γραμμοειδείς λοβούς χείλος. Η κοινότερη ονομασία του είναι Listera cordata (L.) R. Brown., αλλά κατόπιν μοριακών ερευνών κατετάγη προσφάτως στο γένος Neottia (Pridgeon &amp; al. 2005).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το είδος έχει καταγραφεί στην Ροδόπη (Νομός Δράμας) και συγκεκριμένα στην Ελατιά (Ελευθεριάδου 1992, Tsifsis &amp; al. 2007) και το Φρακτό (GreuterGreuter &amp; Raus 1986) (Ν. Δράμας). Ο ένας υποπληθυυποπληθυ-- σμός του είδους στην Ελατιά αποτελείται από περίπου 70 άτομα ενώ για τις άλλες θέσεις δεν υπάρχουν πληροφορίες.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηγοκατηγο-- ριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1 και D2.2. Το κριτήριο D1 1 ισχύει διότι ο ένας από τους πληπλη-- θυσμούς της Ελατιάς αριθμεί περίπου 70 άτομα ενώ στοιχεία για τους άλλους υποπληθυσμούς δεν υπάρχουν. Επειδή το είδος είναι σπάνιο στη νότια Ευρώπη και σχηματίζει στην οροσειρά της Ροδόπης τα νοτιότερα όρια της εξάπλωσής του, δεν αναμένεται να υπάρχουν υποπληθυσμοί με μεγάλο αριθμό ατόμων. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ισχύει το κριτήριο D1 διότι ο συνολικός αριθμός ατόμων του είδους στην Ελλάδα, πιθανότατα δεν είναι μεγαλύτερος από 1.000. Όσον αφορά στο κριτήριο D2, θεωρούμε ότι πληρούται, δεδομένου ότι υπάρχουν πληροφορίες για τρεις μόνο θέσεις, εκ των οποίων οι δύο από αυτές είναι σχετικά σε κοντινή απόσταση. Επιπλέον, επειδή το είδος απαντάται σχεδόν αποκλειστικά σε δάση ερυθρελάτης και δεδομένου ότι το εν λόγω δασικό είδος καταλαμβάνει περιορισμένη επιφάνεια (2.754 εκτάρια σύμφωνα με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων) μπορούμε να θεωρήσουμε ότι και η δυνητική εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα είναι περιορισμένη.</p><p>Ο πιθανότερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει το είδος Neottia cordata είναι οι υλοτομίες, δεδομένου ότι τα δάση Ερυθρελάτης είναι από τα πλέον παραγωγικά της Ελλάδας. Η διενέργεια των υλοτομιών θα έχει ως αποτέλεσμα την αραίωση της κομοστέγης και την συνεπαγόμενη αύξηση της ηλιακής ακτινοβολίας που θα φθάνει στο έδαφος. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός πιο ξηρού μικροπεριβάλλοντος που ανάλογα με την ένταση των υλοτομιών θα είναι περισσότερο ή λιγότερο ζημιογόνο για το εν λόγω είδος.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ως μοναδικό μέτρο για την προστασία του είδους αναφέρουμε την ενημέρωση της τοπικής Δασικής Υπηρεσίας για τις θέσεις, στις οποίες καταγράφηκε το συγκεκριμένο είδος, με σκοπό την αποφυγή των υλοτομιών.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσής &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF0FFF1098C7367CFA36FDF4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF08FF1398DE367CFA3EFD60.text	9E288790FF08FF1398DE367CFA3EFD60.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Nepeta sphaciotica P. H. Davis	<div><p>Nepeta sphaciotica P.H. Davis</p><p>Labiatae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Nepeta sphaciotica P. H. Davis in Notes R. Bot. Gard. Edinb. 21: 136 (1953).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Levka Ori on Mt. Svourichti (above the shepherd encampment 'Katsiveli' near Pachnes), on N side of summit", 2300 m., rare, fl. white immaculate, 4 Aug. 1950, Davis 11836 (Ολότυπος: K. Ισότυποι: E, G).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με ξυλώδες ρίζωμα. Ανθοφόροι βλαστοί ύψους 5-20 cm, κολλώδεις, με τρίχωμα αδενώδες. Φύλλα αντίθετα, με έλασμα των μεσαίων φύλλων 15-20 x 9-11 mm, επιμήκη έως ωοειδή, καρδιόσχημα στη βάση, αμβλέα, οδοντωτά, αδενώδη-χνοώδη, με μίσχο μήκους 2-5 mm.. Ταξιανθία 2-3 cm,, σε πυκνούς σπονδύσπονδύ-- λους 6 έως 12 ανθέων. Κατώτερα εξωτερικά βρακτίδια (5-)6-8 x 0,9-1,1 mm, ελλειπτικά-λογχοειδή, αδενώδηχνοώδη και κυματοειδή-τριχωτά, με στενά μεμβρανώδη περιθώρια. Κάλυκας 7-9 mm, με παρόμοια τρίχωση, οδόντες 3-4 mm. Στεφάνη 10-12 mm, δίχειλη, λευκή με ρόδινα στίγματα. Καρπός κάρυο 2,0-2,3 x 1,0-1,2 mm, βαθέως καστανού χρώματος, με φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 16 (Baden 1984).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος των Λευκών ορέων, Νομού Χανίων Κρήτης, βορείως της κορυφής Σβουριχτή (NATURA 2000 -GR4340008).</p><p>Βιότοπος: Βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές και σταθεροποιημένοι λιθώνες, σε υψόμετρο 2.200-2.300 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Nepeta sphaciotica είναι ένα παλαιοενδημικό είδος της κρητικής χλωρίδας και πολύ σημαντικό για βιοσυστηματικές και φυτογεωγραφικές μελέτες (Baden 1987, Greuter 1995). Το είδος ανήκει στην ομάδα της Nepeta argolica Born &amp; Chamb. ( N. sibthorpii Bentham), η οποία περιλαμβάνει είδη με εξάπλωση από την ΝΑ. Ιταλία, Ν. Βαλκανική χερσόνησο (Ν. Αλβανία και ηπειρωτική Ελλάδα) μέχρι την ΝΔ. Τουρκία. Παλαιότερα ο Τurner (1972) ταξινομούσε την N. sphaciotica ως υποείδος της Ν. parnassica Heldr. &amp; Sart., η οποία απαντά στην Ελλάδα (όρη Χελμός και Παρνασσός) και πιθανώς την Ν. Αλβανία. Οι Baden (1987, 1991) και Greuter (1973, 1995) καθιέρωσαν την N. sphaciotica ως ιδιαίτερο και ευδιάκριτο είδος.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT (Πιλοτικό Δίκτυο μικροαποθεμάτων φυτών στη Δ. Κρήτη), για την εκτίμηση του πληθυσμού του φυτού έγινε συστηματική δειγματοληψία με χρήση πλαισίων 1 m2 κατά μήκος 8 γραμμών (τομές δειγματοληψίας), εκ των οποίων οι 6 ήταν παράλληλες με τις χωροσταθμικές και 2 κάθετες, στα βόρεια, εντός των ορίων εξάπλωσης του πληθυσμού. Τα πλαίσια δειγματοληψίας τοποθετούνταν στο έδαφος ανά 5 μέτρα και καταγράφονταν ο αριθμός των φυτών που υπήρχαν μέσα στο πλαίσιο. Συνολικά τοποθετήθηκαν 167 πλαίσια και η πυκνότητα των φυτών υπολογίστηκε κατά μέσο όρο στα 0,77 ± 0,1 φυτά/m2.</p><p>Από τη χαρτογράφηση προέκυψε ότι ο πληθυσμός καλύπτει έκταση 38.400 m2 (3,84 ha). Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πληθυσμός του φυτού Nepeta sphaciotica ανέρχεται στα 29.570 ± 3.300 άτομα.</p><p>Η περιοχή όπου φύεται το είδος, έχει διερευνηθεί από τους ερευνητές του ΜΑΙΧ και συνεργάτες (Βογιατζάκης προσωπ. επικοινωνία, Κυπριωτάκης προσωπ. επικοινωνία) και το φυτό δεν έχει βρεθεί στις γύρω πλαγιές και κορυφές. Έτσι, μέχρι σήμερα η περιοχή βόρεια της κορυφής Σβουριχτή συγκεντρώνει τον μοναδικό γνωστό πληθυσμό του είδους.</p><p>Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι η προσέγγιση στην περιοχή είναι πολύ δύσκολη (6 ώρες πεζοπορία, για ένα άτομο με καλή φυσική κατάσταση, από το σημείο όπου καταλήγει ο δασικός δρόμος κοντά στη θέση "Στέρνες") και οι καιρικές συνθήκες είναι συνήθως αντίξοες, εξαιτίας του υψομέτρου και της βόρειας έκθεσης. Αυτό δικαιολογεί την αδυναμία των ερευνητών να έχουν πλήρη εικόνα της κατάστασης του πληθυσμού του είδους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) με βάση τα κριτήρια B2a,b(iii) της IUCN (2001).</p><p>Η μικρή εξάπλωση του μοναδικού πληθυσμού καθιστά το είδος ευάλωτο σε διαταράξεις, φυσικές ή μη. Η εγγενής αναπαραγωγή του είδους επηρεάζεται σημαντικά από την έντονη υπερβόσκηση στη περιοχή. Το φυτό είναι προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερα αντίξοες κλιματικές συνθήκες της περιοχής και οποιαδήποτε αλλαγή του κλίματος π.χ. η άνοδος της θερμοκρασίας τους φθινοπωρινούς μήνες, θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην αναπαραγωγή του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οποιεσδήποτε αλλαγές που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Nepeta sphaciotica θα πρέπει να αποφευχθούν. H Nepeta sphaciotica προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και από τη Συνθήκη της Βέρνης, ενώ περιλαμβάνεται στα παραρτήματα ΙΙ* και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT το μικροαπόθεμα του φυτού ορίσθηκε στη περιοχή Σβουριχτή Λευκών Ορέων και περιλαμβάνει όλο το μοναδικό γνωστό πληθυσμό του είδους σε μια έκταση 4,8 ha. Στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος (MAICh 2005) έγινε μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των τοπικών φορέων και κατοίκων για την ανάδειξη και προστασία του φυτού. Σπέρματα του φυτού διατηρούνται στην Τράπεζα Σπερμάτων του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων (ΜΑΙΧ) και το είδος καλλιεργείται με επιτυχία στους αλπικούς Βοτανικούς Κήπους της Διεύθυνσης Δασών Χανίων.</p><p>Χριστίνα Φουρναράκη &amp; Κώστας Α. Θάνος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF08FF1398DE367CFA3EFD60	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF35FF2D98C7378AFA3EFCB4.text	9E288790FF35FF2D98C7378AFA3EFCB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Noccaea cretica (Degen & Jav.) F. K. Mey.	<div><p>Noccaea cretica (Degen &amp; Jáv.) F. K. Mey.</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Noccaea cretica (Degen &amp; Jáv.) F. K. Mey. in Feddes Repert. 84: 466 (1973).</p><p>Λεκτότυπος (Franzén in Strid (ed.) 1986, Mount. Fl. Greece, 1: 324):):: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ) ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Ρε-Ρεθύμνης] "ad nives deliquescentes m. Psiloriti ( Ida) supra specum Jovis distr. Mylopotamos", 9 Jun. 1899, Baldacci, Iter Creticum Alterum 1899 no. 53 (Ισολεκτότυποι: BM, WU).</p><p>Συνώνυμα: Thlaspi creticum (Degen &amp; Jáv.) Greuter &amp; Burdet in Willdenowia 13: 95 (1983).</p><p>T. graecum subsp. creticum (Degen &amp; Jáv.) Greuter, Florist. Rep. Cretan Area 44 (1972).</p><p>T. microphyllum subsp. creticum Degen &amp; Jáv. in Magyar Bot. Lapok 21: 25 (1922).</p><p>Περιγραφή: Νανώδες, άτριχο, πολυετές είδος σχηματίζον συστάδες, ενίοτε με βραχείες, αφανείς παραφυάδες. Βλαστοί μήκους 1,5-5 cm. Φύλλα βάσης έμμισχα, μίσχος βραχύτερος ή ίσος με το έλασμα· έλασμα αντωοειδές έως ελλειπτικό-ωοειδές ή ενίοτε ελλειπτικό-λογχοειδές, διαστάσεων 6-12(-20) x 2-5(-7) mm, κράσπεδα ακέραια ή με μικρούς οδόντες. Φύλλα βλαστού επιμήκη-ωοειδή, διαστάσεων 4-7(-12) x 1,5-4(-5) mm, με κράσπεδα ακέραια ή ενίοτε ελαφρώς οδοντωτά. Ταξιανθία πολύ βραχεία, μη επιμηκυνόμενη κατά την καρποφορία. Σέπαλα αντωοειδή, με αποχρώσεις ιώδεις, διαστάσεων 1,5-2,5 x 0,8-1,3 mm, περιφέρεια μεμβρανώδης, πλάτους c. 0,2 mm. Πέταλα λευκά, ευρέως γραμμοειδή έως στενώς ωοειδή, διαστάσεων (3,2-)3,5-5 x (0,5-)0,7-1,2 mm.. Ανθήρες ιώδεις, γυγυ-- ρεόκοκκοι κίτρινοι. Ταξικαρπία βότρυς μήκους c. 1,5 cm. Ποδίσκοι καρπού εκτεινόμενοι οριζόντια,, 2-3,5 mm. ΚεΚε-- ράτια αντιλογχοειδή έως σφηνοειδή-αντωοειδή, διαστάσεων 5,5-6,5 x 2,5-3,5 mm, με πτέρυγες στενές προς τη βάση και πλάτους 0,8-1 mm στην κορυφή, ακρότομα έως εγκολπούμενα, κόλπωση βάθους 0,2-0,5(-0,8) mm.. ΣτύΣτύ-- λος παραμένων, μήκους 0,3-0,6 mm, περιλαμβανόμενος στην κόλπωση ή μακρύτερος αυτής. Σπέρματα χρυσοκίτρινα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Montmollin 1982: 69, ως " Thlaspi graecum " από τον Ψηλορείτη).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος των τριών υψηλοτέρων ορέων της Κρήτης (Λευκά Όρη, Ψηλορείτης και Δίκτη).</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικές βραχώδεις πλαγιές, λιθώνες και χαλικώδεις τόποι, περιοχές με πηλώδες έδαφος σε δολίνες, υψόμετρο 1.450-2.100(-2.400) m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Noccaea θεωρήθηκε διαφορετικό από το γένος Thlaspi L. (Meyer 2001). Ο Franzén (1986) σημείωσε ότι η N. cretica είναι περισσότερο συγγενής με τη N. graeca (Jord.) F. K. Mey. ( Thlaspi graecum Jord.), που είναι ενδημικό είδος της Πελοποννήσου, παρά με τη N. microphylla (Boiss. &amp; Orph.) F. K. Mey. (T. microphyllum Boiss. &amp; Orph.) από την Αλβανία, τη FYROM και την Ελλάδα όπου εξαπλώνεται νότια μέχρι τον Παρνασσό. Εντούτοις, οι μορφολογικές διαφορές δικαιολογούν την αναγνώριση της N. cretica ως διακριτό είδος. Αναφορές της N. graeca από την Κρήτη (Halácsy 1900) πρέπει να αποδοθούν στην N. cretica (Franzén l.c.), στην οποία, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποδοθεί και η μέτρηση των χρωμοσωμάτων του είδους που αναφέρεται ως " T. graecum " από τον Ψηλορείτη (Montmollin 1982).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Είναι γνωστοί τουλάχιστον εννέα υποπληθυσμοί του είδους. Επτά από αυτούς βρίσκονται στα Λευκά Όρη, ένας στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη (όρος Σχίνακας) και ένας στην Δίκτη (όρος Αφέντης Χριστός). Επιπρoσθέτως, από τον Ψηλορείτη είναι γνωστός από το 1899 άλλος ένας υποπληθυσμός, πάνω από το Ιδαίον Άντρον (Σπήλαιο του Διός), από όπου και έχει καθορισθεί ο Λεκτότυπος του είδους, όμως ο υποπληθυσμός αυτός χρειάζεται επιβεβαίωση για το αν συνεχίζει να επιβιώνει. Ο συγγραφέας του άρθρου δεν έχει μελετήσει κάποιον από τους υποπληθυσμούς τους είδους. Εξάλλου, δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με το μέγεθος των υποπληθυσμών καθώς και ενδείξεις οποιασδήποτε συνεχιζόμενης μείωσης των ατόμων ή ακραίων μεταπτώσεων στον αριθμό των ενήλικων ατόμων. Η περιοχή, την οποία καταλαμβάνει ο συνολικός πληθυσμός, μπορεί να είναι μόλις 10 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο είδος κινδυνεύει πρωτίστως από την υπερβόσκηση που πραγματοποιείται από πρόβατα και εξακολουθεί να υφίσταται πάνω από το δασικό όριο των υψηλών ορέων της Κρήτης όλο το καλοκαίρι. Αυτή η δράση βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των παραγομένων σπερμάτων και αναστέλλει την εγκατάσταση νεαρών φυτών. Η εγγύτητα τουλάχιστον δύο υποπληθυσμών των Λευκών Ορέων και τουλάχιστον ενός του Ψηλορείτη στο οδικό δίκτυο δημιουργεί περαιτέρω κινδύνους από την διαπλάτυνση των δρόμων, την αυξημένη βόσκηση, τον αυξανόμενο τουρισμό ή την υπερσυλλογή από βοτανικούς και κηπουρούς. Προτείνεται η κατηγορία του Τρωτού (VU) για το είδος, σύμφωνα με την IUCN (2001) και εξαιτίας του κριτηρίου D2 2, διότι η περιοχή που καταλαμβάνει ο συνολικός πληθυπληθυ-- σμός είναι μικρότερη των 20 km2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ένας υποπληθυσμός θα πρέπει να περιφραχθεί ώστε να αποκλεισθούν τα βόσκοντα ζώα και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, συγκριτικώς με την περιοχή εκτός περίφραξης, η οποία θα δρα ως μάρτυρας. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, τότε θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα περαιτέρω περιφράξεων με την ανάλογη παροχή αποζημιώσεων στους παραδοσιακούς χρήστες της γης, τους τοπικούς κτηνοτρόφους και τους χωρικούς. Η συλλογή σε όλους τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να ελέγχεται, αν και θα μπορούσε να συλλεχθεί ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων (αν αυτή η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν συνιστά απειλή) ώστε να καλλιεργηθούν φυτά ex situ.</p><p>Οι υποπληθυσμοί που θα προκύψουν, μπορούν να αναπαραχθούν, περαιτέρω, και να διανεμηθούν σε Βοτανικούς Κήπους, ενώ σπέρματα θα μπορούσαν να διαφυλαχθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα παρείχε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους στο φυσικό του περιβάλλον, ή της ενδυνάμωσης των φυσικών υποπληθυσμών, σε περίπτωση που αυτοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF35FF2D98C7378AFA3EFCB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF37FF2F98C7367CFA3EFC6A.text	9E288790FF37FF2F98C7367CFA3EFC6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Noccaea zaffranii F. K. Mey.	<div><p>Noccaea zaffranii F. K. Mey.</p><p>Cruciferae</p><p>Noccaea zaffranii F. K. Mey. in Willdenowia 15: 389 (1986).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ), ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Χανίων]] "LefLef-- ka Ori, Volakias, 1700 m", 3 Aug. 1966, J. Zaffran 1684 (Ολότυπος: PAL-Greuter).</p><p>Συνώνυμα: Thlaspi zaffranii (F. K. Mey.) Greuter &amp; Burdet in Willdenowia 15: 420 (1986).</p><p>Περιγραφή: Νανώδες, πολυετές είδος με γλαυκωπή όψη, άτριχο. Κατώτερο τμήμα των βλαστών υπόγειο, σε σχεδόν οριζόντια διάταξη, φέρον τις αχυρόχρωμες και παραμένουσες βάσεις των φύλλων του ρόδακα, εναέρια τμήματα βλαστού 3-5 cm.. Φύλλα βάσης σχεδόν σε διάταδιάτα-- ξη ρόδακα, με πολύ βραχύ μίσχο, έλασμα αντωοειδές έως ευρέως σπατουλοειδές, 5-15 x 3-10 mm, με παχεία υφή (σχεδόν σαρκώδη), βάση σφηνοειδής, κράσπεδα ακέραια ή με 2 ή 3 αμβλείς οδόντες, με βραχέα φυμάτια, απόληξη αμβλεία ή αμβλεία με ακίδα. Φύλλα βλαστού 2-4, ωοειδή έως σχεδόν κυκλικά, 5-10 x c.. 5 mm,, με βάση που περιπερι-- βάλλει το βλαστό και φέρει ωτία, κράσπεδα ακέραια. Τα άνθη δεν είναι γνωστά. Ταξικαρπία ένας μάλλον πυκνός, ακρότομος-κωνικός βότρυς, μήκους 1,3-1,8 cm, με 12-32 κεράτια, ποδίσκοι εκτεινόμενοι οριζόντια, μήκους 3-7 mm. Καρπίδια αντικαρδιοειδή, διαστάσεων 5,5-6 x 3-4 mm, με πτέρυγες στο ανώτερο τμήμα τους, στύλος μήκους 0,2- 0,4 mm,, παραμένων στην κορυφαία εγκόλπωση του καρκαρ-- πού. Σπέρματα 2 σε κάθε χώρο του καρπού, χρυσοκίτρινα, ωοειδή, διαστάσεων 1,8-2 x 1-1,2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Δεν έχει καταγραφεί.. Η καρποκαρπο-- φορία εμφανίζεται από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό, ενδημικό είδος του ορεινού όγκου των Λευκών Ορέων της Δ. Κρήτης, με εξάπλωση τόσο στο δυτικό όσο και το ανατολικό τμήμα τους (εκατέρωθεν του φαραγγιού της Σαμαριάς). Από ότι φαίνεται, όμως, περιορισμένο μόνο στο νότιο ήμισυ των δύο τμημάτων.</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικοί βράχοι και σάρες, καθώς και ορεινές περιοχές με φρύγανα, σε υψόμετρο 1.500-2.000 m.. Ανάμεσα στα συνοδά είδη περιλαμβάνονται τα ακόακό-- λουθα: Astragalus angustifolius, Berberis cretica, Euphorbia acanthothamnos, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Prunus prostrata, Rhamnus saxatilis subsp. prunifolia, Satureja spinosa και Thymbra capitata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Noccaea ταξινομείται εδώ ως διαφορετικό από το γένος Thlaspi L. σύμφωνα με τον Meyer (2001). Ο Meyer (1986) θεώρησε ότι η N.. zaffra-zaffranii συνδέεται με μία ομάδα ανεπαρκώς γνωστών ειδών, ενδημικών της Τουρκίας, όλα με περιορισμένη εξάπλωση: N. edinensium F. K. Mey. ( Thlaspi edinensium (F. K. Mey.) Greuter &amp; Burdet), N. haussknechtii (Boiss.) F. K. Mey. ( T. haussknechtii Boiss.), N. papillosa (Boiss.) F. K. Mey. ( T. papillosum Boiss.) και N. valerianoides (Rech. f.) F. K. Mey. ( T. valerianoides Rech. f.).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα είναι γνωστοί 5 υποπληθυσμοί του είδους στα Λευκά Όρη. Ο πρώτος που συνέλεξε το φυτό ήταν ο J. Zaffran, τον Αύγουστο του 1966 στο όρος Βολακιάς. Δεύτερη συνέλεξε το είδος η Ε. Σταματιάδου τον Ιούνιο του 1977 στο γειτονικό όρος Γκίγκιλος. Με βάση αυτές τις δύο συλλογές ο Meyer (1986) περιέγραψε την Noccaea zaffranii ως νέον είδος. Στη συνέχεια, η N. zaffranii καταγράφηκε από τον κύριο, ανατολικό όγκο των Λευκών Ορεών (BergmeierBergmeier &amp; MatMat-- thäsäss 1995), σε ορεινές περιοχές εκατέρωθεν της κοιλάκοιλά-- δας της Αμμουτσαράς (πάνω από την Ανώπολη), καθώς και στο όρος Κάστρο, περίπου 3 km στα βορειοανατολικά. Ο συγγραφέας του άρθρου δεν έχει παρατηρήσει κάποιον από αυτούς τους υποπληθυσμούς. Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με το μέγεθος των υποπληθυσμών, καθώς και ενδείξεις οποιασδήποτε συνεχιζόμενης μείωσης των ατόμων ή ακραίων μεταπτώσεων στον αριθμό των ενήλικων ατόμων. Η περιοχή εξάπλωσης είναι περίπου 90 km2, όμως ο συνολικός πληθυσμός καταλαμβάνει μία περιοχή μόνο 5 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο είδος κινδυνεύει κυρίως από την υπερβόσκηση που πραγματοποιείται από πρόβατα και εξακολουθεί να υφίσταται πάνω από το δασικό όριο των υψηλών ορέων της Κρήτης όλο το καλοκαίρι. Αυτή η δράση βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των παραγομένων σπερμάτων και αναστέλλει την εγκατάσταση νεαρών φυτών. Η εγγύτητα δύο υποπληθυσμών στο δρόμο που φτάνει στα Λευκά Όρη από την Ανώπολη δημιουργεί περαιτέρω κινδύνους από την διαπλάτυνση του οδοστρώματος, την αυξημένη βόσκηση, τον αυξανόμενο τουρισμό ή την υπερσυλλογή από βοτανικούς και κηπουρούς.</p><p>Ο υποπληθυσμός του όρους Γκίγκιλου, παρότι δεν είναι προσιτός από κάποιο οδικό δίκτυο, βρίσκεται στην συνήθη ορειβατική διαδρομή που απέχει μόνο λίγες ώρες πορείας από τον δρόμο στην ανώτερη είσοδο του φαραγγιού της Σαμαριάς. Σε πολύ μικρούς υποπληθυσμούς, όπου ο αριθμός των ατόμων έχει ελαττωθεί κάτω από ένα κρίσιμο όριο, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εξαφάνισης από απρόσμενες περιβαλλοντικές καταστροφές ή από αναπαραγωγική κατάρρευση εξαιτίας της έλλειψης γενετικής ποικιλότητας. Προτείνεται η κατηγορία του Τρωτού (VU) για το είδος, σύμφωνα με την IUCN (2001), με βάση το κριτήριο D2, επειδή η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι μικρότερη των 20 km2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δύο από τους υποπληθυσμούς βρίσκονται στο όριο (ή πιθανώς εντός) του Εθνικού Δρυμού της Σαμαριάς, όπου η συλλογή φυτικού υλικού ελέγχεται. Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν λεπτομερείς έρευνες πεδίου ώστε να εντοπισθούν όσο περισσότεροι υποπληθυσμοί είναι δυνατόν να βρεθούν στα Λευκά Όρη. Ορισμένες περιοχές με υποπληθυσμούς του είδους θα πρέπει να περιφραχθούν ώστε να αποκλεισθεί η είσοδος αιγοπροβάτων, ώστε να επιτραπεί στα φυτά να αναπτυχθούν, να δημιουργήσουν σπέρματα και να εγκατασταθούν νεαρά άτομα. Είναι αναγκαία η προσεκτική παρακολούθηση τέτοιων κλειστών περιοχών ώστε να αξιολογηθεί η επιτυχία του συγκεκριμένου μέτρου διαχείρισης. Ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί κατόπιν αδείας (αν κάτι τέτοιο δεν συνιστά κίνδυνο) ώστε να καλλιεργηθεί το είδος και να δημιουργηθούν ex situ υποπληθυσμοί, από όπου θα παραχθεί περισσότερο φυτικό υλικό, ώστε να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους, ενώ τα σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους, ή της ενδυνάμωσης του φυσικού πληθυσμού, σε περίπτωση που αυτός φθίνει κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF37FF2F98C7367CFA3EFC6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF31FF2A98C7378AFA36FAE0.text	9E288790FF31FF2A98C7378AFA36FAE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Omphalodes verna subsp. graeca Greuter	<div><p>Omphalodes verna Moench subsp. graeca Greuter</p><p>Boraginaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Omphalodes verna Moench subsp. graeca Greuter in Willdenowia 35: 223-239.</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "Mt Mt. Koulochera, near a small gravel road c. 500 m bebe-- fore the telecommunications tower on the summit", 1100 m, garigue and small outcrops of rugged limestone, 36o 49' N, 23o 00' E, 6 Apr. 2005, Strid, Tan &amp; Vold 55423 (Ολότυπος: ATH, Ισότυποι: B, C, G, GB, herb. Kit, LD, UPA).</p><p>Συνώνυμα: Omphalodes runemarkii Strid &amp; Kit Tan in Phytol. Balian. 11(1): 69.</p><p>Περιγραφή: Ριζωματώδες, πολυετές είδος, το οποίο δεν σχηματίζει παραφυάδες. Ανθοφόροι βλαστοί ύψους 5-18 cm,, απλοί ή ελαφρώς διακλαδισμένοι, μη αδενωδώς τριτρι-- χωτοί. Τα φύλλα της βάσης σχηματίζουν ρόδακα με λευκόχρωμη τρίχωση όταν είναι νεαρά, μήκους 5-15 cm, με το έλασμα περίπου ίσου μήκους με το μίσχο. Φύλλα βλαστού λίγα, εναλλασσόμενα, ιδίου σχήματος με αυτά της βάσης, αλλά βαθμιαίως σμικρηνόμενα. Άνθη συνήθως σε ταξιανθίες των 2-4, οι ποδίσκοι με πιεσμένη τρίχωση, ημιόρθιοι στην ανθοφορία, στρεφόμενοι προς τα κάτω στην καρποφορία, μήκους 5-18 mm. Κάλυκας 3,5-4,5 mm στην ανθοφορία, έως 7,5 mm στην καρποφορία, λοβοί τριγωτριγω-- νικοί-ωοειδείς, οξύληκτοι, με πιεσμένη τρίχωση. Στεφάνη ιώδης στο στάδιο των οφθαλμών, γαλάζια στην πλήρη ανθοφορία, διαμέτρου 13-18 mm, λοβοί 5, αντωοειδείς έως σχεδόν κυκλικοί, μακρύτεροι του σωλήνα. Στήμονες εντός του σωλήνα, στύλος μήκους 1,2 mm. Καρπίδια συνήθως 1-3 ανά άνθος, περίπου 3,2 x 2,2 mm, με ραχιαία τμήματα σχηματίζοντα ελαφρώς τριχωτά άκρα και ένα βυθισμένο κεντρικό τμήμα με κροσσωτό εσωτερικό κράσπεδο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Η κύρια περίοδος ανθοφορίας εμφανίζεται τον Απρίλιο και μπορεί να εκτείνεται μέχρι τις αρχές Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδας. Το συγκεκριμένο υποείδος είναι γνωστό μόνο από τα όρη Κουλοχέρα, Καλογεροβούνι, Κορακιά, Μαδάρα και Χιονοβούνι, στο ΝΑ. τμήμα της Πελοποννήσου.</p><p>Βιότοπος: To υποείδος σχηματίζει φυτά χαμηλού ύψους, τα οποία εμφανίζονται σε πετρώδη μέρη, στις βάσεις βράχων και κρημνών, σε ρωγμές και αναβαθμίδες βράχων, σε σάρες και χαλικώδεις θέσεις, σχεδόν πάντοτε σε ασβεστόλιθο. Στο όρος Μαδάρα παρατηρήθηκε επίσης να φύεται σε αργιλώδες χώμα, κάτω από δένδρα Abies cephalonica . Το φυτό είναι συνήθως εύρωστο και μπορεί να περιβάλλει πέτρες ή να γεμίζει θύλακες χώματος σε βράχους. Το Omphalodes verna subsp. graeca προτιμά ημισκιερές θέσεις, ακόμη και σε περιοχές όπου η σκιά παρέχεται μόνο από τις προεκβολές βράχων ή μεγάλων λίθων. Ξυλώδη είδη, τα οποία συνυπάρχουν με το O. verna subsp. graeca, περιλαμβάνουν τα Acer sempervirens, Genista acanthoclada, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Phillyrea latifolia, Phlomis cretica, Pistacia lentiscus, Quercus coccifera, Sarcopoterium spinosum, κ.ά. Στις βραχώδεις πλαγιές, το taxtax-- on μπορεί να φύεται μαζί με άλλα τοπικά ή ενδημικά είδη, όπως τα Achillea occulta, Erysimum corinthium, Stachys chrysantha, Symphytum creticum, Minuartia pichleri κ.ά. Εμφανίζεται συνήθως σε υψόμετρο μεταξύ 700-1.100 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα φυτά του γένους Omphalodes της ΝΑ. Πελοποννήσου συλλέχθηκαν για πρώτη φορά από τον H.. Runemark το 1982, καθώς και από τον W.. Stras-Strasser το 1985. Περιγράφηκαν το 2005 σε επίπεδο είδους, με το όνομα O. runemarkii (Strid &amp; Tan 2005), αν και το αποδεκτό σήμερα όνομα ήταν σε χρήση ήδη από το 1986 (StrasserStrasser 1986), χωρίς όμως οποιαδήποτε έγκυρη περιπερι-- γραφή (nomen nudum). Τελικώς, το taxon περιγράφηκε έγκυρα και σε επίπεδο υποείδους (Greuter 2005), λίγους μόνο μήνες μετά την αρχική του επίσημη περιγραφή ως είδος. Τα φυτά της Πελοποννήσου είναι δίχως αμφιβολία στενώς συγγενή με το O. verna subsp. verna, ένα γεωστοιχείο της Ιλλυρίας (Trinajstic 1997). Η προσεκτική τους σύγκριση με δείγματα από την Αυστρία και την πρώην Γιουγκοσλαβία δεν έδειξε αξιοσημείωτες μορφολογικές διαφορές που θα υποστήριζαν την αναγνώρισή τους σε επίπεδο είδους. Οι περισσότερο εμφανείς αποκλίσεις των φυτών της Πελοποννήσου περιλαμβάνουν το πυκνότερο, λευκό τρίχωμα, μικρές διαφορές στη νεύρωση των φύλλων και κάπως μεγαλύτερα μερικάρπια. Αν και αυτές οι μορφολογικές διαφοροποιήσεις είναι μικρές, το O. verna subsp. graeca της Πελοποννήσου εμφανίζεται, από φυτογεωγραφική άποψη, απομακρυσμένο από τους πληθυσμούς του συγγενούς του υποείδους της Ιλλυρίας, σε μία περιοχή με διαφορετικά κλιματικά χαρακτηριστικά.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Omphalodes verna subsp. graeca σχηματίζει έναν εκτενή και σχετικά αδιάσπαστο πληθυσμό στο όρος Κουλοχέρα. Το όρος αυτό φιλοξενεί τον μεγαλύτερο γνωστό πληθυσμό του συγκεκριμένου υποείδους, ο οποίος αριθμεί 8.000 - 10.000 άτομα ή ίσως ακόμη περισσότερα. Ο αριθμός των ατόμων που είναι γνωστά από τα άλλα όρη είναι μικρότερος αν και εκεί τα φυτά εμφανίζονται επίσης υγιή και θαλερά. Αρκετά νεαρά άτομα παρατηρήθηκαν στην Κουλοχέρα, και το taxon προφανώς μπορεί να αναπαράγεται χωρίς δυσκοδυσκο-- λίες, γεγονός που του επιτρέπει τουλάχιστον να διατηρεί τον σημερινό του χώρο εξάπλωσης.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Δεν παρατηρήσαμε κατά την διάρκεια της εργασίας πεδίου κάποιον ιδιαίτερο άμεσο κίνδυνο που να απειλεί το Omphalodes verna subsp. graeca . Οι πληθυσμοί του εμφανίζονται υγιείς και το φυτό φύεται σε περιοχές, στις οποίες δεν παρατηρείται αυξημένη ανθρώπινη δραστηριότητα. Η βόσκηση είναι πιθανότατα ένας κίνδυνος μικρής σημασίας, αφού τα οικόσιτα ζώα τρέφονται με το συγκεκριμένο taxon μόνο αν δεν είναι διαθέσιμη άλλη τροφή. Αυτό ενδεχομένως οφείλεται στους δευτερογενείς μεταβολίτες του Omphalodes, οι οποίοι αποτρέπουν την κατανάλωση του φυτού από τα ζώα.</p><p>Επιπροσθέτως, οι βιότοποι του O. verna subsp. graeca είναι σταθεροί και δεν δέχονται κάποια άμεση απειλή προς το παρόν. Το taxon έχει με βεβαιότητα μία πολύ περιοριπεριορι-- σμένη γεωγραφική κατανομή και η συνολική έκταση στην οποία εμφανίζεται υπολογίζεται σε λιγότερα από 20.000 km2. Όμως, άλλα κριτήρια δεν υποστηρίζουν την υπαγωγή του στις κατηγορίες EN ή VU της IUCN (2001), εκτός ίσως από τον συνολικό αριθμό των γνωστών πληθυσμών, οι οποίοι είναι λιγότεροι του 10. Επιλέξαμε να υπαγάγουμε το taxon στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλούμενων (NT), καθώς φαίνεται ότι τα κριτήριά του δεν απέχουν πολύ από αυτά που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του σε μία υψηλότερη κατηγορία επικινδυνότητας και, επίσης, εξαιτίας της στενής του εξάπλωσης και του μικρού αριθμού των υποπληθυσμών του που είναι μέχρι στιγμής γνωστοί.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι περισσότερο αποτελεσματικοί τρόποι προστασίας του Omphalodes verna subsp. graeca περιλαμβάνουν την διατήρηση των βιοτόπων του στην σημερινή τους μορφή. Οποιαδήποτε εντατικοποίηση της βόσκησης θα πρέπει να αποφευχθεί, αφού θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την συνυπάρχουσα βλάστηση που προσφέρει κάποια σκίαση και προστασία στο Omphalodes . Ομοίως, δεν θα πρέπει να επιτραπεί η εξόρυξη πέτρας στους βιότοπους του Omphalodes . Η δημιουργία κεραιών επικοινωνίας στην κορυφογραμμή του όρους Κουλοχέρα δεν επηρεάζει τους πληθυσμούς του Omphalodes verna subsp. graeca .</p><p>Αρκετά όρη που φιλοξενούν πληθυσμούς του φυτού (Χιονοβούνι, Κορακιά, Καλογεροβούνι, Κουλοχέρα) έχουν υπαχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 των οικολογικά σημαντικών περιοχών. Αν και προς το παρόν δεν προσφέρεται οποιαδήποτε πρακτική προστασία στα φυτά των συγκεκριμένων περιοχών, μία μελλοντική αποτελεσματική νομική προστασία τους θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στην επιβίωση του συγκεκριμένου υποείδους.</p><p>Θεοφάνης Κωνστσαντινίδης &amp; Ελευθέριος Καλπουτζάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF31FF2A98C7378AFA36FAE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF32FF2598DE378AFA3EF97B.text	9E288790FF32FF2598DE378AFA3EF97B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Onobrychis peloponnesiaca (Iatrou & Kit Tan) Iatrou & Kit Tan	<div><p>Onobrychis peloponnesiaca (Iatroú &amp; Kit Tan) Iatroú &amp; Kit Tan</p><p>Leguminosae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Onobrychis peloponnesiaca (Iatroú &amp; Kit Tan) Iatroú &amp; Kit Tan in Willdenowia 29: 59 (1999).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "south of Vlachiotis on road to Molai", sandy hill slopes, 100-130 m, 23 May 1994, Tan K. &amp; Vold G. 14110 (Ολό-Ολότυπος: C, Ισότυποι: ATHU, UPA).</p><p>Συνώνυμα: Onobrychis aliacmonia Rech. f. subsp. peloponnesiaca Iatroú &amp; Kit Tan in Ann. Naturhist. Mus. Wien 98B, suppl.: 38 (1996).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με αρκετά ανορθωμένα έως όρθια, καμπύλα, ημιξυλώδη στη βάση τους στελέχη, ύψους έως 75 cm,, διακλαδισμένα, με ανάγλυφες γραμγραμ-- μώσεις και μακρύ, αφιστάμενο, λευκό τρίχωμα εμφανέστερο στη βάση, κοντά στα παράφυλλα και στις μασχάλες των φύλλων. Φύλλα μήκους 8-22 cm, με 4-7 ζεύγη φυλλαρίων, παράφυλλα ελεύθερα, συχνά εριώδη, στενώς τριγωνικά-λογχοειδή, μήκους 1,3-1,7 cm, με μακριά οξύληκτη απόληξη, αυτά των φύλλων της βάσης συχνά μεμβρανώδη, φυλλάρια ωοειδή έως επιμήκη-ωοειδή, διαστάσεων 12-32 x 5-18 mm, με εμφανείς νευρώσεις, κατώτερη επιφάνεια με πιεσμένο λευκωπό τρίχωμα, ανώτερη επιφάνεια σχεδόν άτριχη ή με σημαντικά αραιότερο τρίχωμα. Tαξιανθίααξιανθία με ποδίσκο 6-15 cm,, συνήθως φέρουφέρου-- σα 30-60 άνθη με ποδίσκο c. 2 mm, βράκτιο βραχύτερο του κάλυκα. Κάλυκας κωδωνοειδής, με μακρύ αφιστάμενο λευκό τρίχωμα, μήκους 7-10 mm, οδόντες τριγωνικοί, 4-6 mm, με μακριά βελονοειδή απόληξη, μεσαία νεύρωση και απόληξη συχνά πορφυρές. Πέτασος 8-19 mm, κρεμώδης έως υποκίτρινος, με πορτοκαλόχροες νευρώσεις, τριχωτός εξωτερικά, πτέρυγες περίπου 7 mm, τρόπιδα 12-17 mm.. Kαρπόςαρπός ημικυκλικός, γλαυκοπράσινος, κιτρινοπράσικιτρινοπράσι-- νος κατά την ωρίμανση, με λευκό τρίχωμα, διαστάσεων 14-22 x 12-17 mm, με μικρούς πορφυρούς οδόντες στα κράσπεδα, περιφερειακές νευρώσεις προεκβάλλουσες, σχεδόν παράλληλες, μήκους 4-5 mm, κεντρικές, κυκλικές νευρώσεις ενίοτε απολήγουσες σε βραχείες άκανθες.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Tέλος Απριλίου και Μάιο, με το μέγιστο της ανθοφορίας να παρατηρείται συνήθως το δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τoπικό ενδημικό είδος της Ν. Πελοποννήσου, γνωστό από λίγους μικρούς, διάσπαρτους υποπληθυσμούς στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Μαλέα, στο νομό Λακωνίας. Οι μέχρι σήμερα γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους εντοπίζονται μεταξύ του χωριού Βλαχιώτη και των Μολάων.</p><p>Βιότοπος: Η Onobrychis peloponnesiaca φύεται σε πετρώδεις περιοχές με θάμνους και φρύγανα, σε φωτεινές ή σπανιότερα ημισκιερές θέσεις, σε μάργες, στις παρυφές καλλιεργούμενων εκτάσεων και ελαιώνων, καθώς και σε λόφους με μακία βλάστηση. Κοντά στο χωριό Βλαχιώτη εμφανίζεται σε χαμηλούς λόφους που παραμένουν ακαλλιέργητοι εξαιτίας της μορφολογίας του τοπίου, μαζί με άλλα τοπικά ή ελληνικά ενδημικά είδη όπως τα Εbenus sibthorpii, Astragalus laconicus, Thymus laconicus, κ.ά., σε υψόμετρο 100-150 m. Στην ίδια περιοχή παρατηρήθηκε πρόσφατα σημαντική επέκταση του πληθυσμού μέσα σε παρακείμενο ελαιώνα μικρής ηλικίας, μετά από τις εργασίες διαμόρφωσης του εδάφους για την εγκατάστασή του. Ένας δεύτερος υποπληθυσμός εμφανίζεται σε χαμηλό λόφο ανάμεσα στο χωριό Μακρινάρα και στη διακλάδωση του επαρχιακού δρόμου Βλαχιώτη-Μολάοι προς το χωριό Απιδέα. Το έδαφος στην περιοχή είναι μαργαϊκό και επικρατεί αραιή μακία βλάστηση, με τους θάμνους συνήθως να έχουν χαμηλή ανάπτυξη. Στην περιοχή επικρατούν τα είδη Quercus coccifera, Pistacia lentiscus, Calicotome villosa (, μαζί με είδη Astragalus . Ο υποπληθυσμός αυτός βρίσκεται σε υψόμετρο 160-200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Onobrychis peloponnesiaca είναι μέλος της Ο. sect. Ηymenobrychis που περιλαμβάνει κυρίως ασιατικά είδη. Περιγράφηκε αρχικά ως υποείδος της συγγενικής O. aliacmonia Rech. f. (Tan &amp; Iatroú 1996), που εμφανίζεται στη κοιλάδα του ποταμού Αλιάκμονα της ΚΒ. Ελλάδας. Συγγενεύει επίσης με τα είδη O.. megalo-megalophylla Griseb. από τη FYROM και O. hypargyrea Boiss. της Ανατολίας και πιθανώς της Ελλάδας. Μεταξύ των ειδών οι μορφολογικές διαφορές είναι μικρές και εντοπίζονται κυρίως στη δομή και το χρωματισμό του τριχώματος και στο μέγεθος και τη διαμόρφωση του καρπού (Τanan &amp; IatIat-- roú 2001). Περαιτέρω μελέτη των ειδών θα μπορούσε να δώσει περισσότερες πληροφορίες και να διαπιστωθεί αν αντιπροσωπεύουν ξεχωριστά είδη ή τέσσερα υποείδη ενός ποικιλόμορφου taxon.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Oι γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους είναι μικροί, ιδιαίτερα τοπικοί και ασυνεχείς. Τα άτομα του υποπληθυσμού κοντά στο χωριό Βλαχιώτη καταμετρήθηκαν το 2002 σε περίπου 150. Εν τω μεταξύ, ένα τμήμα του λοφώδους βιοτόπου τους ισοπεδώθηκε για την εγκατάσταση ελαιώνα. Το επόμενο έτος παρατηρήθηκε σημαντικός αριθμός νέων ατόμων μέσα στον ελαιώνα, τα οποία αναπτύχθηκαν εύκολα εξαιτίας της απουσίας περαιτέρω καλλιεργητικών φροντίδων στο έδαφος, ανεβάζοντας τα άτομα του πληθυσμού στα 250. Στη συνέχεια, όμως, ένα σημαντικό τμήμα του αρχικού πληθυσμού καταστράφηκε κατά τις εργασίες διαπλάτυνσης του επαρχιακού δρόμου, ώστε σήμερα ο συνολικός αριθμός να βρίσκεται στα επίπεδα της αρχικής καταμέτρησης. Τα περισσότερα φυτά του αρχικού πληθυσμού είναι ενήλικα και περιορίζονται σε μια στενή λωρίδα ακαλλιέργητης γης, η οποία περιβάλλεται από εντατικά καλλιεργούμενες περιοχές. Η τύχη των ατόμων εντός του ελαιώνα είναι εξαιρετικά αμφίβολη και εξαρτάται από τις καλλιεργητικές φροντίδες που θα δεχτεί η συγκεκριμένη έκταση.</p><p>Ο υποπληθυσμός κοντά στη διακλάδωση για το χωριό Απιδέα αποτελείται από 50 περίπου άτομα, από τα οποία ελάχιστα είναι μικρής ηλικίας, γεγονός που υποδηλώνει δυσκολία στην εγκατάσταση νέων ατόμων. Πιθανολογούμε ότι ο συνολικός πληθυσμός των ενήλικων φυτών της O. peloponnesiaca είναι μικρότερος των 1.000 ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που απειλούν την Onobrychis peloponnesiaca σχετίζονται με την καταστροφή των βιοτόπων της, οι οποίοι κινδυνεύουν να αποδοθούν σε εντατικές καλλιέργειες. Η γεωργική χρήση της γης περιορίζει το είδος σε πετρώδεις θέσεις ή σε μικρούς λόφους που δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί. Τα φυτά που γειτνιάζουν με καλλιεργημένες περιοχές ή φύονται μέσα σε αυτές κινδυνεύουν από καλλιεργητικές πρακτικές όπως η εκρίζωση και απομάκρυνση των ζιζανίων και η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Επιπλέον, εργασίες ισοπέδωσης και απομάκρυνσης του εδάφους με τη χρήση εκσκαφέων που πραγματοποιήθηκαν σε έναν σημαντικό βιότοπο του είδους κατέστρεψαν το 1/3 του αρχικού πληθυσμού και άφησαν το υπόλοιπα άτομα πολύ εκτεθειμένα, δίπλα στον επαρχιακό δρόμο. Ανάλογες ενέργειες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πλήρη καταστροφή έναν ολόκληρο υποπληθυσμό του είδους.</p><p>Επιτόπιες έρευνες για διάστημα 6 ετών έδειξαν ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην χωρική επέκταση των υποπληθυσμών του είδους. Εντούτοις, τα φυτά δεν φαίνεται να υπόκεινται σε βόσκηση, γεγονός που μπορεί να σχετίζεται με τη βιοσύνθεση τοξικών δευτερογενών μεταβολιτών. Κάτι τέτοιο δεν εμφανίζεται σε άλλα είδη του γένους, τα οποία αποτελούν άριστη κτηνοτροφή.</p><p>Εξαιτίας του πολύ μικρού μεγέθους των γνωστών υποπληθυσμών, του ασταθούς βιοτόπου που καταλαμβάνουν, των καταστροφικών ενεργειών και μεταβολών που παρατηρήθηκαν σε διάρκεια 6 ετών και επαπειλούν την ομαλή διατήρηση των υφιστάμενων αποικιών θεωρούμε το είδος O. peloponnesiaca ως Κινδυνεύον (ΕΝ), σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,c(i,ii,iv), B2a,c(ii,iv) και C2a(i),b της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: H επιβίωση του είδους in situ σχετίζεται άμεσα με την προστασία των βιοτόπων του. Μικροί θύλακες ακαλλιέργητων εδαφών ή μικρών λόφων καθώς και παρυφές καλλιεργούμενων εκτάσεων στην περιοχή εξάπλωσης θα πρέπει αφενός να διερευνηθούν προσεκτικά για να πραγματοποιηθεί καλύτερη καταγραφή του πληθυσμού του είδους και αφετέρου να προστατευτούν από καταστροφικές ενέργειες, όπως η ισοπέδωση, η επιχωμάτωση και η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Η παραδοσιακή καλλιέργεια ελαιώνων, με ήπιες επεμβάσεις ή απουσία εργασιών στην επιφάνεια του εδάφους, είναι πιθανώς συμβατή με τη διατήρηση του είδους. Η ενημέρωση των τοπικών φορέων, συνεταιρισμών και συμβούλων γεωπόνων της περιοχής θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το είδος.</p><p>Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τον τρόπο καλλιέργειας της O. peloponnesiaca . Οι καρποί, που αποτελούν το μέσον διασποράς του είδους, πέφτουν στο έδαφος σε μεγάλους αριθμούς, αλλά τα νεαρά άτομα που βρέθηκαν ήταν περιορισμένα. Οι συγγραφείς παρατήρησαν σημαντικό αριθμό φυτρωμένων σπερμάτων και επιτυχή εγκατάσταση νεαρών φυτών από καρπούς που βρίσκονταν επιφανειακά (παρουσία φωτός) σε αύλακες οργωμένου μαργαϊκού εδάφους, σε σημεία όπου συγκεντρώνεται αρκετή υγρασία. Χρειάζεται εμπεριστατωμένη μελέτη των ιδανικών συνθηκών φύτρωσης των σπερμάτων και του τρόπου πολλαπλασιασμού των φυτών, ώστε να υποστηριχθεί η ex situ καλλιέργεια του είδους και η πιθανή επανεγκατάσταση ατόμων στο φυσικό τους περιβάλλον.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF32FF2598DE378AFA3EF97B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF3FFF2098C7367CFA36FD05.text	9E288790FF3FFF2098C7367CFA36FD05.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Onobrychis sphaciotica Greuter	<div><p>Onobrychis sphaciotica Greuter</p><p>Leguminosae</p><p>Onobrychis sphaciotica Greuter in Candollea 20: 213 (1965).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ) ΚΚ),),, Νήσος Κρήτη,, Νομός Χανίων]] "be-between Xiloskala ridge and Linoseli spring", 2 Jun. 1962, alt. 1400-1500 m, Greuter 4638 (Ολότυπος: PAL-Greuter. Ισότυποι: G, LD, W, Z).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, ποώδες φυτό, με πιεσμένο, αργυρόχρωμο, μεταξένιο τρίχωμα και ξυλώδη βάση, με μη ανθοφόρα στελέχη και αρκετούς αραιά διακλαδισμένους ανθοφόρους βλαστούς, μήκους έως 60 cm.. Φύλλα πτεπτε-- ροσχιδή, με 8-14 ζεύγη φυλλαρίων. Φυλλάρια διαστάσεων έως 3 x 0,5 cm, στενώς ελλειπτικά έως γραμμοειδή, αραιότερα τριχωτά και πρασινωπά στην επάνω επιφάνεια, αργυρόχρωμα μεταξένια στην κάτω επιφάνεια. Ταξιανθία μασχαλιαία, με μορφή βότρυ, που ενθυμίζει στάχυ, μήκους 3-6 cm (επιμηκύνεται έως τα 15-20 cm στην καρποφοκαρποφο-- ρία), με κύριο ποδίσκο μήκους περίπου ίσο με το μήκος του συνοδού φύλλου κατά την ανθοφορία και 15-35 άνθη. Βράκτια μικρά, λογχοειδή, μεμβρανώδη με οξεία απόληξη. Κάλυκας με πυκνό τρίχωμα, σωλήνας 2-3 mm, οδόντες γραμμοειδείς, μήκους 4-9 mm. Στεφάνη μήκους 11-15 mm, ρόδινη-πορφυρή, λεία. Καρπός χέδρωπας μήκους περίπου 1 cm χωρίς τις άκανθες, ημικυκλικός, με βραχεία μεταξένια τρίχωση, με δικτυωτή νεύρωση στο κεντρικό του τμήμα, που φέρει βραχείες άκανθες στις εξωτερικές ακμές και ένα πτερύγιο πλάτους 2-2,5 mm που διατρέχει το καμπυλωτό κράσπεδο και καταλήγει σε 7 έως 10 άκανθες μήκους έως 2,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό στα δυτικά τμήματα του συγκροτήματος των Λευκών Ορέων της Δ. Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Κατά κανόνα φύεται σε ρωγμές ασβεστολιθικών κρημνών που είναι ελάχιστα προσεγγίσιμοι, σε υψόμετρο μεταξύ 1.300-1.750 m. Στα είδη που φύονται στον ίδιο βιότοπο περιλαμβάνονται συχνά άλλα χασμόφυτα, όπως τα (*=ενδημικό της Κρήτης): * Anthemis samariensis, Athamanta macedonica, * Bupleurum kakiskalae, * Centaurea argentea subsp. macrothysana, Cephalaria squamiflora, * Dianthus juniperinus subsp. juniperinus, * Galium fruticosum, Hellenocarum multiflorum, * Lomelosia albocincta και Odontites linkii subsp. creticus . Ορισμένες φορές νεαρά φυτά της Onobrychis μπορεί να βρεθούν σε επίπεδο έδαφος κοντά στους πληθυσμούς των κρημνών, εκεί όμως κινδυνεύουν να καταναλωθούν.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό το εμφανές και πολύ ελκυστικό είδος παρέμεινε σε αφάνεια μέχρι την ανακάλυψή του στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Τέτοια υπολειμματικά ενδημικά είδη είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, καθώς παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για την εξέλιξη και την φυτογεωγραφία. Η εξάπλωσή τους συχνά σχετίζεται με την εξάπλωση άλλων ενδημικών ειδών. Αν και η Onobrychis sphaciotica εμφανίζεται να είναι ταξινομικώς ευκρινές είδος, θεωρείται από τον Greuter (1965) ότι συγγενεύει με την O. beata Sirj., ένα λίγο γνωστό είδος της Ν. Τουρκίας. Σε κάθε περίπτωση, η O. sphaciotica έχει επιστημονική αξία σε οποιεσδήποτε μελλοντικές έρευνες πάνω στο συγκεκριμένο γένος.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο συνολικά γνωστός πληθυσμός της Onobrychis sphaciotica φαίνεται να περιορίζεται στους κρημνούς μεγάλου υψομέτρου των κορυφών που περιβάλλουν το φαράγγι της Σαμαριάς, στο δυτικό τμήμα των Λευκών Ορέων. Υπάρχουν τουλάχιστον 4 υποπληθυσμοί, από τους οποίους τουλάχιστον ένας περιλαμβάνει λίγες εκατοντάδες ώριμα άτομα διαφόρων μεγεθών, υποδεικνύοντας μία πληθυσμιακή δομή με μικτές ηλικίες, καθώς και μία σταθερή, επιτυχημένη αναπαραγωγή. Δεν έχει μετρηθεί συνεχής μείωση του αριθμού των ενηλίκων ατόμων, ούτε έχουν παρατηρηθεί ακραίες μεταβολές τους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Τα περισσότερα άτομα φύονται σε ιδιαίτερα απρόσιτους βιοτόπους (κάθετους ασβεστολιθικούς κρημνούς), οι οποίοι προσφέρουν υψηλού βαθμού προστασία από τα βόσκοντα ζώα και την ανθρώπινη ενόχληση. Ένα ποσοστό των σπερμάτων ίσως καταστρέφεται από παρασιτικά έντομα. Δεν υπάρχουν δεδομένα ότι κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει μείωση στον πληθυσμό.</p><p>Το είδος προτείνεται να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), καθώς πληροί το κριτήκριτή-- ριο D2, αφού η περιοχή εξάπλωσης του είναι πιθανώς όχι μεγαλύτερη των 20 km2. Πιθανότατα το κριτήριο D1 δεν τηρείται, επειδή ο πληθυσμός του είδους υπολογίζεται να υπερβαίνει τα 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίας: Σχεδόν όλοι οι υποπληθυσμοί της Onobrychis sphaciotica εμφανίζονται εντός του Εθνικού Πάρκου της Σαμαριάς, μία περιοχή, στην οποία η συλλογή βοτανικού υλικού απαγορεύεται από το νόμο. Επιλεγμένοι υποπληθυσμοί του είδους θα πρέπει να επιτηρούνται για αρκετά έτη (ή δεκαετίες) ώστε να επισημανθεί οποιαδήποτε μεταβολή ή μείωση του αριθμού των ατόμων τους. Οι νόμοι που ισχύουν εντός του Εθνικού Πάρκου θα πρέπει να παραμένουν ενεργοί και η συλλογή ειδών θα πρέπει να απαγορεύεται αυστηρά, αν και ένας μικρός αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί κατόπιν αδείας (εάν αυτό το ίδιο δεν συνιστά κίνδυνο για τα φυτά) ώστε το είδος να καλλιεργηθεί και να δημιουργηθούν ex situ πληθυσμοί, οι οποίοι με τη σειρά τους θα μπορούσαν να αναπαραχθούν και να διανεμηθούν σε Βοτανικούς Κήπους. Σπέρματα του είδους πρέπει επίσης να κατατεθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την επιλογή της μελλοντικής επανεισαγωγής ή τη διεξαγωγή πειραμάτων ενίσχυσης, στην περίπτωση που ο αυτοφυής πληθυσμός και τα άτομά τους μειωθούν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF3FFF2098C7367CFA36FD05	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF38FF2398DE367CFA3EFA85.text	9E288790FF38FF2398DE367CFA3EFA85.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Onosma sangiasense Teppner & Iatrou	<div><p>Onosma sangiasense Teppner &amp; Iatroú</p><p>Boraginaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Onosma sangiasense Teppner &amp; Iatroú in Phyton (Horn, Austria) 27(2): 286 (1987).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Λακωνίας] "in declivibus meridionalibus montis Sangias, in saxosis calcareis", 9 May. 1979, Iatroú &amp; Tzanoudakis 5640 (Oλότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Ημιξυλώδες πολυετές, που σχηματίζει συστάδες μήκους μέχρι 1,5 m. Βλαστοί ανορθούμενοι έως όρθιοι, ύψους 7-23 cm,, φέρουν στη βάση τους πλευριπλευρι-- κούς ρόδακες φύλλων. Φύλλα ρόδακα και χαμηλότερα φύλλα βλαστού λογχοειδή ως αντωοειδή-σπατουλοειδή, 10-43 x 2-10 mm,, καλυπτόμενα και στις δύο επιφάνειεπιφάνει-- ες με πυκνό τρίχωμα, που αποτελείται από επικρατούσες αστεροειδείς τρίχες με ισχυρή κεντρική ακτίνα μήκους 1,5-2 mm και 8-30 βραχύτερες περιφερικές σε ακτινωακτινω-- τή διάταξη, καθώς και από σπανιότερες μικρότερες απλές ή αστεροειδείς τρίχες. Φύλλα βλαστού 6-11, σταδιακά ελαττωμένα σε μέγεθος προς την ταξιανθία. Ταξιανθία ακραία, σχετικά πυκνή, ανορθούμενη, αποτελούμενη από 1-2 θυσάνους. Βράκτια ίσα ή βραχύτερα του κάλυκα. Ποδίσκοι άνθους 3-4 mm.. Κάλυκας 12-14 κατά την ανθοφοανθοφο-- ρία, βαθειά διαιρεμένος σε στενά λογχοειδείς έως γραμμοειδείς λοβούς, καλυπτόμενος από πυκνό αστεροειδές τρίχωμα εξωτερικά και μακριές απλές τρίχες εσωτερικά. Στεφάνη λεμονοκίτρινη έως πορτοκαλοκίτρινη στο ακραίο 1/3 (ιδιαίτερα λίγο πριν την πτώση της), μήκους 16-20 mm, λεία, όμως συνήθως με μικρές ομάδες τριχών κοντά στις απολήξεις των λοβών και κατά μήκος των νευρώσεων, λοβοί αποστρογγυλωμένοι, περίπου 1 mm. Ανθήρες περίπου 7 mm, περικλειόμενοι στη στεφάνη, ελεύθερο τμήμα νημάτων περίπου 4 mm. Στύλος περίπου 25 mm, μακρύτερος της στεφάνης. Καρπίδια άγνωστα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Απριλίου μέχρι τις αρχές Ιουνίου, αναλόγως με το υψόμετρο και την έκθεση. Κύριος μήνας άνθησης ο Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος του όρους Σαγγιά, που διασχίζει τη μεσαία χερσόνησο της Ν. Πελοποννήσου. Επιβεβαιώθηκαν πληθυσμοί κυρίως στο δυτικό τμήμα του όρους, σε περισσότερες της μιας περιοχές. Η θέση όπου το είδος συλλέχθηκε για πρώτη φορά, σε χαράδρα μεταξύ του Αγίου Νίκωνα και της Οιτύλου, είναι ελαφρώς έξω από τον κύριο ορεινό όγκο του Σαγγιά και σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο. Είναι πιθανό, μετά από εκτενή έρευνα, να βρεθούν περισσότεροι υποπληθυσμοί του είδους βόρεια της Αρεόπολης ή βορειοανατολικά της Οιτύλου, σε κατάλληλους βιότοπους, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στο όρος Σαγγιά.</p><p>Βιότοπος: Η Onosma sangiasense φύεται σε ανοικτές, πετρώδεις, θέσεις χωρίς δενδρώδη βλάστηση και με σχετικώς αραιά φυτοκάλυψη από άλλα φυτικά είδη. Είναι ιδιαίτερα συχνό σε σάρες και λιθώνες που μπορεί να είναι σταθεροποιημένοι και να εμφανίζουν ή να εμπεριέχουν μεγάλα τεμάχια βράχων. Το υπόστρωμα είναι ασβεστολιθικό και το υψόμετρο κυμαίνεται από (150-)350-1.000 m, αρκετά υψηλότερο από το εύρος που ήταν γνωστό μέχρι σήμερα. H έκθεση των πλαγιών που φιλοξενούν το είδος ποικίλει και η κλίση είναι συνήθως μέτρια. Σε αρκετές θέσεις όπου φύεται η Onosma sangiasense είναι το επικρατούν φυτικό είδος. Άλλα taxa που συνυπάρχουν είναι τα ακόλουθα: Asyneuma limoniifolium subsp. limoniifolium, Cerastium candidissimum,, Clematis flammula flammula,, Convolvu-Convolvulus elegantissimus, Euphorbia acanthothamnos, Knautia integrifolia, Lamyropsis cynaroides, Lathyrus digitatus, Malabaila aurea, Micromeria juliana, Origanum vulgare subsp. hirtum, Phlomis fruticosa, Quercus coccifera, Silene nutabunda, Tremastelma palaestinum κ.ά. Δεν έχουν μέχρι βρεθεί σήμερα άτομα της Onosma sangiasense σε περιοχές του Σαγγιά που καλύπτονται από φλύσχη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι Teppner &amp; Iatroú (1987) επισημαίνουν το ιδιαίτερο γνώρισμα των σχετικά μακριών ποδίσκων στα άνθη της Onosma sangiasense, χαρακτηριστικό που τη διαχωρίζει από αρκετά αστερότριχα είδη του γένους Onosma και την συνδέει μορφολογικά με τις Ο. stellatula Waldst. &amp; Kit., O. pygmaea Riedl, O. leptantha Heldr. και Ο. mitis Boiss. &amp; Heldr. Ταξινομικά εγγύτερη φαίνεται να είναι η O. leptantha, η οποία διαφέρει όμως στα στενότερα φύλλα με αστεροειδές τρίχωμα μακρύτερου μήκους, στο σχετικά μικρότερο μέγεθος της στεφάνης (14-17 mm) και στους ελαφρά προεκβάλλοντες ανθήρες που είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων της Onosma sangiasense που φύονται στο όρος Σαγγιάς ξεπερνά τα 10.000 ενήλικα άτομα και πιθανότατα είναι ακόμη μεγαλύτερος των 20.000 ατόμων. Καθένας από τους 3 υποπληθυσμούς, που μελετήθηκαν επιτόπια από τους συγγραφείς, υπολογίζεται ότι περιέχει τουλάχιστον 5.000 φυτά όλων των ηλικιών. Κατάλληλοι βιότοποι με λιθώνες μέτριας κλίσης δεν είναι σπάνιοι στο όρος, εντούτοις από ορισμένους το είδος φαίνεται να λείπει εντελώς. Σε όλους τους υποπληθυσμούς εμφανίζονται φυτά διαφορετικού μεγέθους, ενώ ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι οι συστάδες μεγάλης ηλικίας που έχουν μήκος 1,5 m ή περισσότερο. Επίσης, η εγκατάσταση νέων φυτών στο πετρώδες υπόστρωμα δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Σε μία από τις κορυφές του Σαγγιά με το όνομα Προφήτης Ηλίας και σε περιοχή με νότια έκθεση το είδος αποικίζει, σχεδόν χωρίς διακοπή, μία λιθώδη πλαγιά από το υψόμετρο των 450 μέχρι τα 1.000 m περίπου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Μέχρι στιγμής υπήρχαν ελάχιστα δεδομένα για την Onosma sangiasense, η οποία ήταν ουσιαστικά γνωστή μόνο από την περιοχή της αρχικής συλλογής. Η απουσία επαρκών στοιχείων θα μπορούσε ενδεχομένως να δώσει την λανθασμένη εικόνα ενός είδους με πολύ στενή εξάπλωση και με μικρό αριθμό ατόμων. Τα δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι τοπικά το είδος είναι άφθονο και σχηματίζει υγιείς πληθυσμούς, οι οποίοι δεν υπόκεινται άμεσα σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Οι λιθώνες και οι σάρες του όρους Σαγγιά αποτελούν εξειδικευμένο, όμως σχετικά σταθερό βιότοπο, ο οποίος δεν υπόκειται προς το παρόν σε περιβαλλοντικές πιέσεις. Επιπλέον, το είδος δεν προτιμάται από τα ζώα που βόσκουν στην περιοχή, ενδεχομένως εξαιτίας του τριχώματος που καλύπτει τα φύλλα και τους βλαστούς ή/και εξαιτίας τοξικών δευτερογενών μεταβολιτών.</p><p>Θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που να συνηγορούν για την ένταξη της Onosma sangiasense σε κάποια κατηγορία άμεσα απειλουμένων ειδών σύμφωνα με την IUCN (2001), με την προΰπόθεση ότι δεν θα πραγπραγ-- ματοποιηθούν δραστικές αλλαγές στους βιοτόπους της στον Σαγγιά. Αφενός η απουσία άμεσων κινδύνων και η εύρεση υγιών πληθυσμών με πολυάριθμα άτομα του είδους και αφετέρου ο στενός γεωγραφικός εντοπισμός του και η ελάχιστα γνωστή βιολογία του συντείνουν στον χαρακτηρισμό του ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT). Είναι ακόμη άγνωστο το κατά πόσο το είδος θα μπορούσε να υποστεί μαζική καταστροφή μετά από μία τυχαία πυρκαγιά ή το γιατί δεν αποικίζει βιοτόπους των οποίων οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα κατάλληλες. Η σημερινή του απουσία από τέτοιους βιοτόπους ενδέχεται να υποδηλώνει καταστροφικά γεγονότα στο παρελθόν.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το σημαντικότερο μέτρο προστασίας της Onosma sangiasense είναι η διατήρηση των φυσικών βιοτόπων της στην σημερινή τους κατάσταση και η αποφυγή δραστικών ανθρώπινων επεμβάσεων στο μέλλον.</p><p>Πολλά είδη Onosma εμφανίζουν αντοχή στην ξηρασία και τις υψηλές θερμοκρασίες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεσογειακούς κήπους που χρειάζονται μικρή κατανάλωση νερού κατά τις θερμότερες εποχές του έτους. Εξαιτίας της τοπικής του εμφάνισης και της απουσίας στοιχείων σχετικά με τη βιολογία του, το είδος θα μπορούσε επίσης να καλλιεργηθεί σε εξειδικευμένους Βοτανικούς Κήπους και σε ανάλογα Ινστιτούτα που ειδικεύονται σε ex situ προστασία σπανίων ή κινδυνευόντων ειδών, ώστε να ερευνηθεί περισσότερο.</p><p>Θεοφάνης Κωνστσαντινίδης &amp; Ελευθέριος Καλπουτζάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF38FF2398DE367CFA3EFA85	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF25FF3E98C7367CFA36FBB1.text	9E288790FF25FF3E98C7367CFA36FBB1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Onosma stridii Teppner	<div><p>Onosma stridii Teppner</p><p>Boraginaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Onosma stridii Teppner in Phyton (Horn, Austria) 28: 271-275 (1988).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Φθιώτιδος] "Mt. Kallidromon, along road between the villages of Modion and Kallidromon", alt. 550 m, serpentine gravel on road embankment, 13 Apr. 1987, Strid 26326 (Ολότυ-Ολότυπος: C. Ισότυποι: ΑΤΗ, C, G, GZU, WU).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, προσκεφαλόμορφο, με αρκετούς ρόδακες που φέρουν υπολείμματα φύλλων στη βάση τους. Φύλλα ακέραια, αντωοειδή έως λογχοειδή, συστρεφόμενα στα κράσπεδά τους, 0,7-3,8 x 0,1-0,6 cm. Τρίχωμα αποτελούμενο από αστεροειδείς τρίχες με μία σκληρή και εύρωστη κεντρική ακτίνα να περιβάλλεται από (5-)10-30(-40) μικρότερες. Ανθοφόρα στελέχη μήκους 5-17 cm. Άνθη 2-6, στρεφόμενα προς τα κάτω, σε επάκρια κυματώδη ταξιανθία, με βράκτια ίσου μεγέθους με τον κάλυκα στα χαμηλότερα άνθη και βραχύτερα του κάλυκα στα επόμενα. Κάλυκας μήκους 10-14 mm, βαθιά σχισμένος σε 5 λοβούς. Στεφάνη κυλινδρική, στενότερη στην βάση, μήκους 23-27 mm,, λευκή, υπόλευκη ή ρόδιρόδι-- νη, απολήγει σε μικρούς, τριχωτούς λοβούς. Στήμονες με ανθήρες μήκους 8-8,5 mm, συνενωμένους στη βάση τους και περικλειόμενους στη στεφάνη. Καρπίδια υποσφαιρικά, ακιδωτά, 3,5 x 2,5 mm, λεία, γκριζωπά.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Constantinidis &amp; al. 2002).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως ο Απρίλιος, μπορεί να παραταθεί μέχρι τις αρχές του Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνο από τα χαμηλότερα τμήματα των ορέων Καλλίδρομο και Χλωμό της Στερεάς Ελλάδας.</p><p>Βιότοπος: Αναπτύσσεται αποκλειστικά σε οφιολιθικά πετρώματα (σερπεντίνες), σε πετρώδεις ή χαλικώδεις πλαγιές ήπιας ή έντονης κλίσης, ορισμένες φορές στα κράσπεδα δρόμων και μονοπατιών όπου η υψηλή ξυλώδης βλάστηση έχει απομακρυνθεί. Προτιμά φωτεινές θέσεις στα διάκενα των θάμνων και των φρυγάνων, ωστόσο ένας υποπληθυσμός του Καλλίδρομου φύεται στον υπόροφο αραιού δάσους Pinus halepensis . Εμφανίζεται σε υψόμετρο 300-700 m, μαζί με κοινά είδη όπως τα Cistus creticus, C. salviifolius, Genista acanthoclada, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Quercus coccifera, Pistacia lentiscus κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Onosma stridii περιγράφηκε πριν λίγα έτη (Τeppner 1988) και ανήκει σε ομάδα ειδών της νότιας Βαλκανικής και ενδεχομένως της Ανατολίας, η οποία παρουσιάζει στην Ελλάδα δύο ακόμη εκπροσώπους: την Onosma elegantissima Rech. f. &amp; Goulimy και την Ο. kittaniae Strid ex Stefanovic, Kit Tan &amp; Iatroú. Η συγκεκριμένη ομάδα ξεχωρίζει, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της λευκής ή υποκίτρινης στεφάνης των ειδών της, αν και το χρώμα των ανθέων δεν είναι πάντοτε σταθερό γνώρισμα στο γένος Onosma (Authier 2000, Constantinidis &amp; al. 2002). Τα συγγενή είδη της O. stridii είναι σαφώς αλλοπατρικά και διαφέρουν σε χαρακτήρες των φύλλων, του μεγέθους της στεφάνης και των ανθήρων, του τριχώματος και των σπερμάτων. Όλα αποικίζουν σερπεντινικά εδάφη ή τουλάχιστον δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση σε αυτά. Δύο είδη της ομάδας, η O. stridii και η O. elegantissima, έχουν τον ίδιο χρωμοσωματικό αριθμό (2 n = 14) και παρεμφερή καρυότυπο, στοιχεία που ενισχύουν τη μεταξύ τους συγγένεια.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Onosma stridii σχηματίζει πάντοτε ολιγομελείς υποπληθυσμούς, κανένας από τους οποίους δεν ξεπερνά σε αριθμό τα 70 άτομα. Δύο υποπληθυσμοί απαρτίζονται από λιγότερα των 15 φυτών. Οι 3 από τους 5 συνολικά γνωστούς υποπληθυσμούς εμφανίζονται στο όρος Καλλίδρομο και οι 2 στις παρυφές του όρους Χλωμό. Μεμονωμένα άτομα μπορεί να εμφανίζονται διάσπαρτα σε λίγες ακόμη θέσεις, αυτά όμως δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν νέους υποπληθυσμούς σε διάστημα 5 ετών παρακολούθησης. Πολύ λίγα νεαρά άτομα παρατηρήθηκαν σε όλους τους υποπληθυσμούς του είδους, γεγονός που ενδεχομένως δημιουργεί δυσκολίες στη μακροχρόνια διατήρησή τους.</p><p>Οι γνωστοί υποπληθυσμοί της O. stridii συνδέονται στενά με τη δομή της συνυπάρχουσας βλάστησης. Η υπέρμετρη ανάπτυξη των ξυλωδών ειδών δυσχεραίνει την επέκτασή της O. stridii και πιθανώς δημιουργεί πρόβλημα επιβίωσης του είδους στο μέλλον.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής. Οι υπάρχοντες υποπληθυσμοί της O. stridii κινδυνεύουν είτε από ακατάλληλες ενέργειες που προκαλούνται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε από σημαντικές αλλαγές στη δομή της συνυπάρχουσας βλάστησης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τεχνικά έργα που εκτελούνται αλόγιστα, όπως η διαπλάτυνση δρόμων, η καταστροφή στα πρανή ή στις πλαγιές που μπορεί να προκληθεί από την εξόρυξη πέτρας ή χαλικιών, η ανεξέλεγκτη δενδροφύτευση που αποσκοπεί στην δημιουργία πράσινου και μπορεί να επιφέρει δραματικές αλλαγές στη βλάστηση. Στην δεύτερη κατηγορία εντάσσονται σημαντικές αλλαγές στη χρήση της γης, όπως η διακοπή της βόσκησης, ιδιαίτερα από αίγες, που μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των ξυλωδών ειδών, ή η υπερβόσκηση, που μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή των φυτών από ποδοπάτημα ή διάνοιξη μονοπατιών από τα ζώα. Ωστόσο, επιτόπιες παρατηρήσεις έδειξαν ότι η O. stridii διατηρείται σε περιοχές που καλύπτονται με αραιό πευκοδάσος και η ανάπτυξη αραιών, υψηλών δέντρων ίσως να μην προκαλεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος.</p><p>Οδικά έργα, που πραγματοποιήθηκαν πριν λίγα έτη μεταξύ των χωριών Μόδι και Ρεγγίνα στο όρος Καλλίδρομο, κατέστρεψαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του είδους.</p><p>Σε δύο υποπληθυσμούς του Καλλίδρομου, στους οποίους επιχειρήθηκε συλλογή σπερμάτων το 2001, παρατηρήθηκε ότι υπήρχε προσβολή από προνύμφες εντόμων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60%, οι οποίες τρέφονταν με το ενδοσπέρμιο. Οι συνέπειες μίας τέτοιας προσβολής δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν, ενδεχομένως όμως συνδέονται με το πολύ χαμηλό ποσοστό εμφάνισης νεαρών ατόμων και τις δυσκολίες επέκτασης των γνωστών πληθυσμών.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής συνολικά έκτασης στην οποία φύεται η O. stridii, της διακεκομμένης εξάπλωσης των υποπληθυσμών της που μέχρι σήμερα δεν υπερβαίνουν τους 5, καθώς και του υπολογιζόμενου συνολικού αριθμού των ενήλικων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 250, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕN), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001). Περισσότερο συγκεκριμένα, το είδος πληροί τα κριτήρια Β1a, B2a, D.</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της O. stridii . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του πληθυσμού της προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η πλήρης αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στους βιοτόπους της. Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ανθοφορίας, θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών μακροπρόθεσμα. Θα πρέπει επίσης να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους, ιδιαίτερα σε Βοτανικούς Κήπους, ώστε να επιτευχθεί η ex-situ διατήρησή του.</p><p>Θεοφάνης Κωνστσαντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF25FF3E98C7367CFA36FBB1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF26FF3898DE367CFA35FE3E.text	9E288790FF26FF3898DE367CFA35FE3E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Origanum calcaratum Juss.	<div><p>Origanum calcaratum Juss.</p><p>Labiatae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Origanum calcaratum Juss., Gen. Pl.: 115 (1789).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Kik), Κυκλάδες Νήσοι, Νήσος Αμοργός] "Amorgos", Jussieu s.n. (Ολότυπος: P).</p><p>Συνώνυμα: Origanum tournefortii Aiton, Hert. Kew 2: 311 (1798).</p><p>Amaracus tournefortii (Aiton) Bentham, Lab. Gen. Sp.: 333 (1834).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές χασμόφυτο, αρωματικό. Φυτά σχεδόν λεία ή καλυπτόμενα από πυκνό, μακρύ τρίχωμα και πυκνά ευδιάκριτα αδενικά λέπια. Bλαστοί ανορθωμένοι, μήκους έως 35 cm. Φύλλα δερματώδη, 15-25 x 10-20 mm, ευρέως ωοειδή, ελλειψοειδή ή σχεδόν κυκλικά, με αποστρογγυλωμένη ή ελαφρά καρδιόσχημη βάση, σχεδόν άμισχα. Στάχεις μήκους 12-15 mm,, λείοι, με αραιούς ευευ-- διάκριτους εκκριτικούς αδένες. Βράκτια άμισχα, 7-9 x 4-7 mm, κεραμοειδώς επικαλυπτόμενα, ωοειδή, ελλειψοειδή ή σχεδόν κυκλικά, πορφυρά τουλάχιστον στην κορυφή. Κάλυκας 6-6,5 mm, σωληνοειδής, μονόχειλος, χείλος ακέραιο, ποδίσκος περίπου 0,5 mm. Στεφάνη 10-12 mm, σακκοειδής, δίχειλη, με δύο μικρούς λοβούς στο άνω και τρεις ευκρινείς λοβούς στο κάτω χείλος, ρόδινη.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Bothmer 1970).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος και Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό,, ενδημικό είδος απααπα-- ντώμενο σε νήσους και βραχονησίδες των Κυκλάδων, του Α. Αιγαίου και τη ΒΑ. Κρήτη. Γνωστό από την Αμοργό, την Κέρο, την Αστυπάλαια, την Ικαρία, την Χάλκη και τις βραχονησίδες Άνυδρο (ή Αμοργοπούλα), Άτιμο, Ζαφορά, Κουνούπους, Οφειδούσα, και Σύρνα (ή Σειρήνα ή Άγιος Ιωάννης) (Ietswaart 1980, Rechinger 1943, Runemark &amp; al. 1960, Turland &amp; al.. 1993). Στη ΒΑ. Κρήτη εντοπίζεται στην ΕπαρΕπαρ-- χία Σητείας μεταξύ των χωριών Ρούσσα Εκκλησιά και Κρυονέρι. Είναι ωστόσο πιθανόν να εξαπλώνεται και σε άλλες βραχονησίδες του Κ. και Α. Αιγαίου.</p><p>Βιότοπος: Το Origanum calcaratum φύεται σε απόκρημνους ασβεστολιθικούς βράχους ή άλλες βραχώδεις θέσεις, σε υψόμετρο 0-700 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Origanum calcaratum συγγενεύει με τα υπόλοιπα είδη της sectio Amaracus, η οποία περιλαμβάνει στενότοπα ενδημικά στο Αιγαίο και την Μικρά Ασία. Τα είδη της sectio θεωρούνται αρχέγονες μορφές του γένους Origanum και η δημιουργία των περισσοτέρων από αυτά τοποθετείται χρονικά στο Πλειόκαινο (Ietswaart 1980). Στενότερος συγγενής του θεωρείται το Ο. calcaratum ενδημικό είδος της Κρήτης O. dictamnus, από το οποίο διακρίνεται λόγω του πολύ αραιότερου τριχώματος, της έλλειψης διακλαδισμένων τριχών, των,, δερματώδους υφής, φύλλων και των συχνά σχεδόν άμισχων στάχεών του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Origanum calcaratum σχηματίζει διάσπαρτους, απομονωμένους πληθυσμούς, κυρίως σε ασβεστολιθικούς, απόκρημνους βράχους, των οποίων το μέγεθος είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Ο πληθυσμός της Σητείας υπολογίσθηκε το 1990 σε περίπου 100 περίπου άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), διότι πληροί το κριτήριο D2, κυρίως λόγω της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνκίν-- δυνο εξαφάνισης, δεδομένου ότι οι βιότοποί του είναι ως επί το πλείστον απρόσιτοι. Επίσης, αρκετοί πληθυσμοί του είδους βρίσκονται σε ακατοίκητες βραχονησίδες. Ωστόσο, στην Αμοργό το O. calcaratum, γνωστό με το κοινό όνομα "κεφαλόχορτο", συλλέγεται από τους κατοίκους για την παρασκευή φαρμακευτικού εγχύματος, ενώ ο μοναδικός πληθυσμός του στην Κρήτη βρίσκεται σε περιοχή, η οποία υπόκειται σε έντονη βόσκηση. Μελλοντική αύξηση αυτών των δραστηριοτήτων ή τυχαία γεγονότα, όπως πυρκαγιές, είναι δυνατόν να επηρεάσουν το μέγεθος των πληθυσμών του.</p><p>Το O. calcaratum έχει περιληφθεί στον κατάλογο Άλλα Σημαντικά Είδη της ελληνικής χλωρίδας, ο οποίος στοιχειοθετήθηκε στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (Kokkini &amp; al. 1996), ενώ ορισμένες περιοχές, όπου απαντά (π.χ. οι βραχονησίδες Κέρος. Σύρνα, Οφειδούσα),, περιλαμβάνονται στο δίκτυο, γεγονός που μπορεί να επιδράσει θετικά στη διατήρηση των πληθυσμών του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι απόκρημνοι βράχοι, όπου φύεται το είδος,, είναι δυνατόν να οριοθετηθούν ως θέσεις διατήδιατή-- ρησης, χωρίς να επηρεασθούν οι ανθρώπινες δραστηριότητες στις περιβάλλουσες περιοχές. Είναι,, επίσης,, απαραίτητη η λήψη μέτρων περιορισμού της συλλογής του.</p><p>Το αναφερόμενο είδος είναι ένα ιδιαίτερα ελκυστικό, εντόνως αρωματικό φυτό και η καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους, καθώς και η κατάθεση των σπερμάτων του σε Τράπεζα Σπερμάτων κρίνονται απαραίτητες για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρεγγίνα Καρούσου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF26FF3898DE367CFA35FE3E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF20FF3B98DE367EFA3DFB52.text	9E288790FF20FF3B98DE367EFA3DFB52.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Origanum lirium Halacsy	<div><p>Origanum x lirium Heldr. ex Halácsy</p><p>Labiatae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Origanum x lirium Heldr. ex Halácsy in Verh. Zool.-Bot. Geselsch. Wien 49: 192 (1899).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (WAe), Νήσος Εύβοια] "in regione abietina montis Dirphys 1.d. Elatakia circa fontem Liri", c. 1300 m, 20 Aug. 1895, Heldreich 753b (Ολότυπος: W. Ισότυποι: B, BM, G, JE, P, W, WU).</p><p>Συνώνυμα: Amaracus lirius Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30(2): 332 (1929).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με ρίζωμα από το οποίο εκφύονται αρκετοί βλαστοί ύψους 14-40 cm,, ετήσιας διδι-- άρκειας. Βλαστοί ανορθωμένοι έως όρθιοι, με βραχύ τρίχωμα κυρίως στη βάση τους, διακλαδισμένοι στο μέσον ή το ανώτερο τμήμα τους. Φύλλα αντίθετα, άμισχα ή με πολύ βραχύ μίσχο, ωοειδή έως ευρέως ελλειπτικά, γλαυκοπράσινα, διαστάσεων 12-22 x 4-17 mm,, οξέα ή αμαμ-- βλέα, δερματώδη, με υποκίτρινες έως κίτρινες-πορφυρές αδενώδεις στίξεις, κράσπεδα και νεύρα με βραχείες τρίχες ή τραχέα. Ταξιανθία σύνθετη, ακραία σταχίδια οριζόντια έως ανορθωμένα, επιμήκη, πολυανθή, 15-20 x 6-8 mm, βράκτια πράσινα έως πράσινα-πορφυρά, ωοειδή, οξέα, ελαφρώς τριχωτά, 5-6 x 2-3 mm.. Κάλυκας λείος, με αδεαδε-- νώδεις στίξεις, φάρυγγας τριχωτός, ανώτερο χείλος μακρύτερο, με τρεις βραχείες οδοντώσεις, κατώτερο βραχύ, με δύο μικρούς, στενούς οδόντες. Στεφάνη ρόδινη, με βραχεία τρίχωση, σωλήνας μακρύτερος του κάλυκα, στύλος και στήμονες προεξέχοντες.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Origanum x lirium είναι ενδημικό της Εύβοιας και της Ν. Πελοποννήσου, γνωστό μέχρι σήμερα από τέσσερις θέσεις. Στην Εύβοια εμφανίζεται στις πλαγιές του όρους Δίρφυς, κοντά στην πηγή Λιρί, όπου συλλέχθηκε αρχικά από τον Heldreich. Mία δεύτερη συλλογή του ίδιου βοτανικού φαίνεται να έγινε στο γειτονικό όρος Ξεροβούνι. Στην Πελοπόννησο ήταν αρχικά γνωστό από το όρος Ταύγετος, πάνω από το χωριό Τρύπη. Προσφάτως βρέθηκε και στον Πάρνωνα, στην περιοχή Μουσέλι, στους ΝΑ. πρόποδες της κορυφής Γαϊτανόραχη (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Βιότοπος: Το Origanum x lirium φύεται σε χαλικώδεις και πετρώδεις περιοχές, σε ανοίγματα δάσους Abies cephalonica, αλλά επίσης πάνω από το δασικό όριο, συνήθως σε ανοικτές θέσεις. Παρατηρήθηκε συχνά κοντά ή ανάμεσα σε θάμνους, σε φωτεινές ή ημισκιερές θέσεις, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Οι περιοχές όπου φύεται έχουν μικρή έως μεγάλη κλίση και υψόμετρο 1.000-1.700 m. Στο όρος Πάρνωνα, το Origanum x lirium φύεται στο πετρώδες, ασβεστολιθικό πρανές ενός χειμάρρου, σε δάσος με Abies cephalonica, Pinus nigra και Taxus baccata . Η περιοχή έχει υψόμετρο 1.300 m, είναι ημισκιερή και ψυχρή και επίσης φιλοξενεί τους δύο γονείς του υβριδίου, καθώς και το σπάνιο είδος Chaerophyllum heldreichii . Στον Ταύγετο το υβρίδιο έχει συλλεχθεί σε υψόμετρο 1.700 m, πιθανώς σε ασβεστολιθικό, πετρώδες έδαφος.</p><p>Οι πλαγιές του όρους Δίρφυς, όπου φιλοξενείται ο μεγαλύτερος πληθυσμός, είναι ασβεστολιθικές, εντόνως βραχώδεις ή πετρώδεις, με μεγάλη κλίση. Στην ίδια περιοχή φύονται πολλά ελληνικά ενδημικά ή σπάνια είδη όπως τα Origanum scabrum, Sideritis euboea, Nepeta argolica subsp. dirphya, Cephalaria setulifera, Stachys tetragona, Bolanthus graecus, Crepis incana, Rindera graeca κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η αρχική εκτίμηση του Heldreich για το Origanum x lirium ήταν ότι το δείγμα του αντιπροσώπευε ένα υβρίδιο, ενώ αργότερα θεώρησε ότι αποτελεί ένα "καλό" είδος. Σύμφωνα με τον Ietswaart (1980) το taxon είναι το φυσικό υβρίδιο O. scabrum Boiss. &amp; Heldr. x O. vulgare L. subsp. hirtum (Link) Ietswaart, καθώς έχει όλους τους μορφολογικούς του χαρακτήρες ενδιάμεσους των δύο γονέων και επιπλέον κατά 50% μειωμένη γονιμότητα γυρεοκόκκων. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα το taxon πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υβρίδιο, το οποίο εξελίσσεται σε είδος. Στην γενική του εμφάνιση, το είδος ομοιάζει με το O. scabrum αλλά έχει ταξιανθίες μικρότερου μεγέθους, οι οποίες κάμπτονται μόνο ελαφρά προς τα κάτω. Επιπλέον, παρουσιάζει τρίχωμα στο στέλεχος, σε αντίθεση με το λείο O. scabrum, ενώ τα βράκτια της ταξιανθίας του είναι πολύ στενότερα και πάντως πλατύτερα από αυτά του O. vulgare subsp. hirtum .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το μέγεθος του πληθυσμού της κορυφής Δέλφη του όρους Δίρφυ ανέρχεται σε λίγες εκατοντάδες άτομα. Στην περιοχή της πηγής Λιρί το υβρίδιο φαίνεται να σχηματίζει έναν πληθυσμό ανεξάρτητο από τους γονείς, ο οποίος αναπαράγεται με σπέρματα (Ietswaart 1980). Εντούτοις, η παραγωγή σπερμάτων δεν έγινε κατορθωτό να αξιολογηθεί από τους συγγραφείς στο πεδίο, καθώς σε επίσκεψη τον Σεπτέμβριο του 2008 πολλά από τα ανθισμένα στελέχη του υβριδίου, ακόμη και αυτά που προφυλάσσονταν μέσα σε θάμνους, είχαν καταναλωθεί από τα ζώα που έβοσκαν. Δεν γνωρίζουμε περισσότερα στοιχεία για τον πληθυσμό στο γειτονικό όρος Ξεροβούνι.</p><p>Στον Πάρνωνα σχηματίζονται δύο υποπληθυσμοί μικρής έκτασης, με λίγα άτομα ο καθένας, όπου το υβρίδιο συνυπάρχει με τους γονείς του (KalpoutzakisKalpoutzakis &amp; Constan-Constantinidis 2005). Ωστόσο, νεότερες παρατηρήσεις δείχνουν ότι μία μικρή συστάδα 5-6 ατόμων ίσως μπορεί να αναπτύσσεται σε απουσία των δύο γονέων. Δεν έχουμε πρόσφατα στοιχεία για τον πληθυσμό του Ταΰγέτου, όπου το υβρίδιο μπορεί να είναι αρκετά περιορισμένο σε εξάπλωση και μέγεθος πληθυσμού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο σημαντικότερος κίνδυνος που απειλεί τον μεγαλύτερο πληθυσμό του Origanum x lirium στην Δίρφυ είναι η υπερβόσκηση. Ένας μικρότερος κίνδυνος σχετίζεται με την μεγάλη επισκεψιμότητα της περιοχής στα πλαίσια του οικοτουρισμού. Το ορειβατικό καταφύγιο της Δίρφυς βρίσκεται πολύ κοντά στον πληθυσμό, φιλοξενεί χιλιάδες άτομα κάθε έτος και το κύριο μονοπάτι, το οποίο οδηγεί στην κορυφή, διέρχεται μέσα από τον πληθυσμό. Οι γονείς του υβριδίου συλλέγονται ως αρτυματικά είδη και το ίδιο πιθανότατα συμβαίνει για το υβρίδιο.</p><p>Στον Ταύγετο το taxon είναι γνωστό από ένα δείγμα του 1938, ενώ η σημερινή κατάσταση του πληθυσμού του είναι άγνωστη. Ωστόσο, η περιοχή από την οποία αναφέρθηκε φαίνεται ότι εξακολουθεί να μην επηρεάζεται από ανθρώπινες παρεμβάσεις.</p><p>Στον Πάρνωνα το υβρίδιο βρέθηκε σε δυσπρόσιτη περιοχή, μακριά από ανθρώπινη δραστηριότητα, χωρίς ίχνη βόσκησης. Ο πληθυσμός, όμως, κινδύνευσε πριν λίγα έτη εξαιτίας της διάβρωσης της κοίτης και των πρανών του χειμάρρου από πλημμύρα. Η συστάδα, η οποία αναπτύσσεται ανεξάρτητη από τους γονείς της, εντοπίζεται στα όρια μιας εγκαταλειμμένης ιδιοκτησίας όπου πρόσφατα πραγματοποιήθηκαν εργασίες αποψίλωσης, οι οποίες μπορεί να έβλαψαν τον πληθυσμό.</p><p>Εξαιτίας των παραπάνω κινδύνων, του σχετικά μικρού συνολικού αριθμού ατόμων και της περιορισμένης γεωγραφικής εξάπλωσης του taxon, εντάσσουμε το O. x lirium στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με την IUCN (2001), καθώς πληρούνται τα κριτήρια Β2a,b(iii,v) και C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίας: H επιβίωση του υβριδίου εξαρτάται από την προστασία των βιοτόπων του. Η κορυφή Δέλφη, αν και ανήκει στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000, δεν φαίνεται να προστατεύεται αποτελεσματικά. Ο πληθυσμός της Δίρφυς θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά, για πιθανές μεγάλες αλλαγές στον αριθμό των ατόμων, καθώς και για την δυνατότητα αναπαραγωγής του υβριδίου μέσω σπερμάτων. Πιστεύουμε ότι ο έλεγχος ή η απαγόρευση της συλλογής του Sideritis euboea στην περιοχή θα έχει επίσης θετική επίδραση στην προστασία του Origanum x lirium. Περαιτέρω, η ρύθμιση της βόσκησης, ανάλογα με την βοσκοϊκανότητα της περιοχής, αναμένεται να έχει θετική επίδραση τόσο στο taxon όσο και στα εισοδήματα των κτηνοτρόφων.</p><p>Κρίνεται, επίσης, σκόπιμη η ενημέρωση των μαθητών, των τοπικών φορέων, των συνεταιρισμών και των συμβούλων γεωπόνων για τα σπάνια είδη της περιοχής, ώστε να συμβάλουν στην προστασία τους. Επίσης, η ενημέρωση των επισκεπτών μπορεί να πραγματοποιηθεί με την ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης στο ορειβατικό καταφύγιο της Δίρφυς.</p><p>Στον Πάρνωνα, χρειάζεται να ενημερωθεί ο ιδιοκτήτης της έκτασης όπου φύεται το υβρίδιο, ώστε να συμβάλει στην επιβίωση και την επέκταση του πληθυσμού. Νέοι υποπληθυσμοί πρέπει να αναζητηθούν, στα σημεία όπου οι γονείς του υβριδίου συναντούνται.</p><p>Η παρακολούθηση των διεργασιών δημιουργίας ενός νέου είδους μέσω υβριδισμού έχει επιστημονικό και εξελικτικό ενδιαφέρον. Ορισμένα άτομα του Origanum x lirium θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν ή να δημιουργηθούν σε έναν Βοτανικό Κήπο μέσω υβριδισμού των γονέων του και να μελετηθούν περαιτέρω.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνστσαντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF20FF3B98DE367EFA3DFB52	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF2DFF3598C7367CFA3EFCF1.text	9E288790FF2DFF3598C7367CFA3EFCF1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Origanum sipyleum L.	<div><p>Origanum sipyleum L.</p><p>Labiatae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Origanum sipyleum L. in Sp. Pl.: 589 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Ietswaart 1980 in Leiden Bot. Ser. 4: 55): [Τουρκία] "Habitat in Phrygiae monte Sipylo", Herb. Linn. No 74.3 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Majorana sipylea (L.) Kostel., Alg. Med.- Pharm. Fl. 3: 770 (1834).</p><p>Amaracus sipyleus (L.) Rafin., Fl. Tellur. 3: 86 (1837).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με βλαστούς έως 80 cm,, κακα-- λυπτόμενους από πυκνό τρίχωμα στη βάση και λείους στα υπόλοιπα τμήματα. Βλαστοί ανορθωμένοι, ριζοβολούντες στη βάση, κίτρινοι ή ιώδεις-καστανοί, συνήθως με αρκετά ζεύγη μικρών φύλλων. Μη ανθοφόροι βλαστοί συχνά παρόντες. Φύλλα σχεδόν άμισχα, λεία, τα κατώτερα έμμισχα και τριχωτά, ελλειπτικά, ωοειδή ή καρδιόσχημα, 3-24 x 5-12 mm, οξύληκτα, γλαυκοπράσινα ή ιώδη. Σταχύδια 7-28 x 4-12 mm. Βράκτια αντοωειδή ή ελλειψοειδή, 3-10 mm x 3-6 mm,, ± οξύληκτα. Κάλυκας περίπου 4 mm,, δίδί-- χειλος, άνω χείλος με ± ευρέως τριγωνικούς οδόντες. Στεφάνη ρόδινη, 7-11 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 30 (Kitiki &amp; al. 1997).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο. Σε συνθήκες καλλιέργειας σε πειραματικό αγρό, αλλά και στη φύση, έχει παρατηρηθεί επέκταση της ανθοφορίας έως τον Οκτώβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος της Δ., Κ. και Ν. Ανατολίας και των νησιών του A. Αιγαίου (Ietswaart 1982). Στην Ελλάδα η παρουσία του καταγράφηκε στη Χίο στα όρη Πελιναίο και Όρος (Snogerup &amp; al. 2001) ενώ αναφέρεται επίσης από την Σάμο, στα όρη Κέρκης (ή Κερκετεύς) και Άμπελος (Rechinger 1943, Χριστοδουλάκης 1986, Lund Botanical Museum 2008).</p><p>Βιότοπος: Στο όρος Πελιναίο της Χίου, το Origanum sipyleum φύεται στις Β. παρυφές, επάνω από το χωριό Βίκιο, σε δάσος Pinus halepensis subsp. brutia, σε υψόμετρο 470- 650 m, και σε ημιθαμνώδη βλάστηση (570 m). Στο Όρος φύεται στις Δ. παρυφές, επάνω από το χωριό Φυτά σε φρύγανα με Sarcopoterium spinosum (580 m). Στη Σάμο το O. sipyleum φύεται στα Β. και Α. του όρους Κέρκης, στους Ν. πρόποδες του όρους Άμπελος και στο χωριό Μιτυληνιοί, σε δάση Pinus, ασβεστολιθικές βραχώδεις και θαμνώδεις τοποθεσίες,καλλιέργειες και κράσπεδα δρόμων, σε υψόμετρο 500-1.000 m. Στην Ανατολία το Origanum sipyleum φύεται σε ασβεστολιθικούς βράχους και βραχώδεις πλαγιές, σε δάση Pinus και μακία βλάστηση με Quercus και σε υψόμετρο 100-1500 m (Ietswaart 1980, 1982).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Origanum sipyleum ανήκει στην ανατολικομεσογειακής εξάπλωσης sectio Anatolicon. Συγγενεύει με τρία είδη της ίδιας sectio, τα O. scabrum Boiss. &amp; Heldr. (ενδημικό της Πελοποννήσου και της Ευβοίας), O. libanoticum Boiss. (ενδημικό του Λιβάνου) και O.. hypericifo- hypericifolium Schwarz &amp; Davis (ενδημικό της Ανατολίας) (Ietswaart 1980). Από τα δύο πρώτα διακρίνεται από τους μικρότερους οδόντες του κάλυκα, ενώ από το τρίτο από το μικρότερο αριθμό αδένων των φύλλων (Ietswaart 1980, 1982). To Origanum sipyleum συμμετέχει με το O. onites L. στη δημιουργία του υβριδίου O. x intermedium Davis, γνωστό μόνο από τη συλλογή-τύπο (Denizli, Denizli,, Τουρκία). Ένα δεύτεδεύτε-- ρο πιθανό υβρίδιο, το O. sipyleum x Ο. vulgare L. subsp. hirtum (Link) Ietsw., έχει αναφερθεί από δείγμα ερμπαρίου (ΒΜ) προσδιορισμένο ως O. sipyleum (Ietswaart 1980) .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στο όρος Πελιναίο της Χίου, το Οriganum sipyleum φύεται κατά συστάδες, αποτελούμενες από λίγες δεκάδες έως λίγες εκατοντάδες άτομα η κάθε μία. Ο πληθυσμός επάνω από το χωριό Φυτά αποτελείται από πολύ μικρό αριθμό ατόμων (&lt;50). Στη Σάμο έχουν μελετηθεί δύο υποπληθυσμοί: αυτός κοντά στην κορυφή Λάζαρος του όρους Άμπελος αποτελείται από περίπου 80-100 άτομα, ενώ ένας δεύτερος στους ΝΑ. πρόποδες του ίδιου όρους αποτελείται από περίπου 40-70 άτομα. Μεμονωμένα φυτά εμφανίζονται διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία του ίδιου όρους και πιθανώς οφείλονται σε μεταφορά σπερμάτων μέσω του αέρα ή της βροχής, επειδή εμφανίζονται συχνά σε φυσικές αποστραγγιστικές αύλακες που έχουν δημιουργηθεί κοντά σε δασικούς δρόμους. Πιθανολογούμε ότι η εμφάνιση φυτών σε τέτοιες θέσεις ευνοείται από τη μεγαλύτερη παροχή υγρασίας.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το Origanum sipyleum χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2 2, κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης περιπερι-- οχής εμφάνισής του στην Ελλάδα. Αν και το Ο. sipyleum απαντάται επίσης στην Τουρκία, οι ελληνικοί πληθυσμοί στη Χίο και στη Σάμο είναι απομονωμένοι, τόσο από αυτούς της γειτονικής χώρας, όσο και μεταξύ τους. Δεν αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης, ωστόσο τυχαία γεγονότα, όπως μία πυρκαγιά, μπορεί να αποτελέσουν σημαντική απειλή για την επιβίωση ορισμένων πληθυσμών, όπως π.χ. αυτών στο Όρος της Χίου, λόγω του εξαιρετικά μικρού αριθμού ατόμων. Επιπλέον, ο πληθυσμός του Πελιναίου βρίσκεται σε περιοχή η οποία υφίσταται έντονη βόσκηση.</p><p>Οι πληθυσμοί του Origanum sipyleum στη Χίο και ορισμένοι στη Σάμο ανήκουν στις περιοχές του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000: Β. Χίος και Νήσοι Οινούσες και παράκτια θαλάσσια ζώνη (GR4130001), Σάμος: Όρος Άμπελος (Καρβούνης) (4120002), GR4120002 4120002), Σάμος: Όρος Κερκετεύς - Μικρό και ΜεγάΜεγά-- λο Σεϊτάνι - Δάσος Καστανιάς και Λέκκας (GR4120003), γεγονός που μπορεί να επιδράσει θετικά στη διατήρηση του είδους στην Ελλάδα.</p><p>Μέτρα προστασίας: Παρότι η βόσκηση δεν φαίνεται να απειλεί άμεσα τους πληθυσμούς του Οriganum sipyleum, ωστόσο ο έλεγχος της βόσκησης θα συμβάλει στην προστασία του βιοτόπου του είδους. Συνιστάται η διατήρηση ζωντανού υλικού από τους ελληνικούς πληθυσμούς του O. sipyleum σε Βοτανικούς Κήπους και η κατάθεση σπερμάτων σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Ζωντανό υλικό από τη Χίο έχει ήδη μεταφερθεί στον Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσίων και στον Βοτανικό Κήπο Αιγαίου στην Χίο (Α. Καρύδας, προσωπ. επικοινωνία). Μέτρα πρόληψης των πυρκαγιών είναι επίσης επιθυμητά.</p><p>Αναστασία Στεφανάκη &amp; Στέλλα Κοκκίνη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF2DFF3598C7367CFA3EFCF1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF2FFF3798C7367CFA3EFAE0.text	9E288790FF2FFF3798C7367CFA3EFAE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Origanum vetteri Briq. & Barbey	<div><p>Origanum vetteri Briq. &amp; Barbey</p><p>Labiatae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Origanum vetteri Briq. &amp; Barbey in Stefani, Fors.-Major &amp; Barbey, Karpathos Étude Géol. Pal. Bot.: 124 (1895).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κάρπαθος] "in rupium calcar. fissuris prope cacumen montis Kalilimni septentrionem versus", 8 Jul. 1886, Major 262 (Ολότυπος: G. Ισότυποι: COI, FI, K, P).</p><p>Συνώνυμα: Amaracus vetteri (Briq. &amp; Barbey) Briq. in Engl. &amp; Prantl, Nat. Pflanzenfam. 4(3a): 306 (1895).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, προσκεφαλόμορφο είδος. Ρίζωμα ξυλώδες, διαμέτρου έως 1,5 cm.. Στελέχη πολλά, ριζώριζώ-- νουν στη βάση τους, ανορθούμενα, μήκους έως 10 cm, καστανά, με εριώδες τρίχωμα (τρίχες μήκους περίπου 1 mm). Διακλαδώσεις συνήθως απούσες, όμως ενίοτε έως 2 ζεύγη στην κορυφή του βλαστού και με μήκος μέχρι 1 cm. Φύλλα έως 11 ζεύγη ανά βλαστό, με βραχύ μίσχο μήκους έως 5 mm,, καρδιόσχημα, ωοειδή ή δελτοειδή, διδι-- αστάσεων (2-)4(-8) x (1-)3(-5) mm,, λεπτά, ελαφρώς πράπρά-- σινα, με εριώδες τρίχωμα μήκους περίπου 1 mm, άμισχοι αδένες αφανείς, κράσπεδα αναδιπλούμενα, νευρώσεις αρκετά προεκβάλλουσες στην κάτω επιφάνεια. Ταξιανθία ημισφαιρικός στάχυς, μήκους (6-)8(-11) mm, πλάτους (8-)10(-12) mm, ελαφρώς κατανεύουσα. Βράκτια (3-)5(-7) ζεύγη ανά στάχυ, αντωοειδή έως ωοειδή, με απόληξη οξεία ή ελαφρώς οξύληκτη, διαστάσεων (5-)7(-8) x (3-)4(-5) mm, εν μέρει πορφυρόχρωμα, τριχωτά. Κάλυκας δίχειλος περίπου κατά τα 2/5 του μήκους του, μήκους 4-5 mm, φάρυγγας τριχωτός, άνω χείλος διαιρεμένο περίπου μέχρι το μέσον του (όμως μπορεί να ποικίλει) σε 3 (σχεδόν) ίσους, δελτοειδείς ή τριγωνικούς οδόντες μήκους (0,7-)1,0(-1,5) mm, κατώτερο χείλος ελαφρώς μικρότερο του ανωτέρου, αποτελούμενο από 2 (σχεδόν) ίσους, οξύληκτους, τριγωνικούς οδόντες μήκους (0,9-)1,3(-1,7) mm. Στεφάνη δίχειλη για περίπου το 1/3 του μήκους της, ρόδινη, μήκους (5-)7(-9) mm, χωρίς ύβωμα, με βραχύ πυκνό τρίχωμα εξωτερικά, το ανώτερο χείλος διαιρείται μέχρι τα 2/5 του μήκους του σε 3 ελαφρώς άνισους λοβούς μήκους (0,6-)1,4(-2,0) mm.. Στήμονες ευθέως προεκβάλλοπροεκβάλλο-- ντες, ανώτερα και κατώτερα νήματα μήκους μέχρι 4 και 5 mm. Στύλος προεκβάλλων, μήκους έως 12 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος και Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό, ενδημικό είδος της περιοχής του ΝΑ. Αιγαίου της Ελλάδας, γνωστό μόνο από τις κορυφές των ορέων Καλή Λίμνη (Καλολίμνη) και Κόλλας, στο κεντρικό τμήμα της Καρπάθου (ΝΔ. Δωδεκάνησα).</p><p>Βιότοπος: Το Origanum vetteri εμφανίζεται σε βραχώδεις επίπεδες προεκβολές και σε ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο περίπου 1.100-1.210 m. Αν και σαφώς αναφέρεται η βόρεια έκθεση στην περιγραφή του είδους, εντούτοις παρατηρήθηκαν άτομα σε βραχώδεις επιφάνειες με έκθεση δυτική ή νότια, σε θέσεις όπου συσσωρεύεται χώμα και υπάρχει επάρκεια υγρασίας στις ρωγμές, ιδιαίτερα κατά την ξηρή περίοδο του καλοκαιριού. Το O. vetteri προτιμά ημισκιερές θέσεις, όπου τα γειτονικά φρύγανα και οι προεκβάλλοντες βράχοι του παρέχουν κάποια προστασία από τον καυτό ήλιο.Φύεται μαζί με ασυνήθιστα είδη όπως τα Arenaria fragillima, Crocus biflorus subsp. nubigena , Ranunculus subhomophyllus, Silene insularis κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Origanum περιγράφηκε από τον Linnaeus (1754) στην πέμπτη έκδοση του GenGen-- era Plantarum. Ο Bentham (1834) αναγνώρισε τρία γένη εντός της ομάδας του Origanum, τα οποία είναι τα Amaracus Gled., Majorana Mill. και το Origanum s.str., όμως αργότερα (Bentham &amp; Hooker 1876) επέστρεψε στην οριοθέτηση του γένους όπως αυτή προτάθηκε από τον Linnaeus.. Όσον αφορά στην Ελλάδα, έχουν χρησιμοποιχρησιμοποι-- ηθεί τόσο τα τρία ξεχωριστά γένη (π.χ. Hayek 1931, ReRe-- chinger 1943) όσο και το ενοποιημένο γένος (π.χ. BoisBois-- sier 1879, Halácsy 1902, Fernandes &amp; Heywood 1972). Στην περισσότερο πρόσφατη μονογραφία του γένους (Ietswaart 1980) ακολουθείται η αντίληψη του Linnaeus και διακρίνονται 12 sectiones, εκ των οποίων η Origanum sect. Anatolicon (συν. Amaracus sect. Anatolicon) είναι αυτή που περιέχει το O. vetteri (επειδή τα επικαλυπτόμενα βράκτια είναι περίπου 1,5 φορές μακρύτερα του δίχειλου κάλυκα, ο οποίος εμφανίζει καλά ανεπτυγμένους οδόντες και οι στήμονες προεκβάλλουν από τη στεφάνη, όμως, τα νήματα είναι βραχύτερα της στεφάνης). Το O. vetteri κατέχει αρκετούς χαρακτήρες που είναι ασυνήθιστοι στο γένος: χαμηλή, προσκεφαλόμορφη εμφάνιση, πολύ μικρά, εριώδη φύλλα με αναδιπλούμενα κράσπεδα και σχετικώς προεκβάλλουσα νεύρωση, καθώς και συχνή εμφάνιση μόνο αποληκτικών στάχεων. Αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται περισσότερο συχνά στο γένος Thymus . Από όλα τα άλλα είδη της ίδιας sectio, το O. vetteri διαφέρει στη νανώδη του εμφάνιση και στα πολύ μικρά φύλλα.</p><p>Το Origanum vetteri συλλέχθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1883, ως άγνωστο taxon που δεν βρισκόταν σε ανθοφορία, από τον Thomas Pichler,, έναν άριστο συλλέσυλλέ-- κτη φυτών που έπαιρνε οδηγίες από τον William Barbey στην Γενεύη. Τρία έτη αργότερα, τον Ιούλιο του 1886, ο Charles Immanuel Forsyth Major, άλλος ένας από τους συνεργάτες του Barbey, επανασυνέλεξε το φυτό μαζί με τις ρόδινες ταξιανθίες και τότε το ονόμασε προσωρινά ως ' Origanum dictamnus ?'. Στη συνέχεια και έξι έτη μετά, ο Jean- Jacques Vetter, ένας πρώην εκπαιδευτικός που είχε προσληφθεί από τον Barbey ως επιμελητής των μεγάλων δικών του συλλογών και των συλλογών του Emile Burnat (ChodatChodat 1914, Briquet &amp; Cavillier 1922), υπήρξε ο πρώπρώ-- τος που σε μία επιστολή της 16ης Απριλίου 1892 προς τον Barbey αντιλήφθηκε ότι οι συλλογές Origanum από τα υψηλότερα τμήματα της νήσου Καλύμνου ενδεχομένως αντιπροσωπεύουν ένα είδος νέο για την επιστήμη. Ο Isaac Briquet από τη Γενεύη, ένας από τους τότε ειδικούς στα Labiatae, βοήθησε τον Barbey να περιγράψει το νέο taxon, το οποίο δημοσιεύθηκε τελικώς 13 έτη μετά από τον πρώτο εντοπισμό του, μνημονεύοντας τον Vetter ως τον άνθρωπο που πρώτος ανακάλυψε την ταυτότητα του είδους (Stefani &amp; al. 1895).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Origanum vetteri φύεται διασκορπισμένα, ως μεμονωμένα άτομα ή μικρές ομάδες και δεν σχηματίζει υποπληθυσμούς σημαντικού αριθμού φυτών. Γηραιά φυτά με σημαντικά ξυλοποιημένη βάση μπορεί να καλύπτουν ολόκληρο το προστατευμένο τμήμα με τη ρωγμή του βράχου όπου φύονται. Ο συνολικός αριθμός τους μπορεί να υπολογισθεί σε αρκετές εκατοντάδες άτομα. Δεν υπάρχουν ακριβείς μετρήσεις του πληθυσμού, όμως αναφέρουμε εδώ την παραπάνω εκτίμηση ως μία βάση για δράσεις προστασίας του είδους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με την IUCN (2001), εφαρμόζοντας τα κριτήρια D1+2, κυρίως επειδή ο αριθμός των φυτών και η έκταση που καταλαμβάνουν είναι αρκετά περιορισμένα. Αν και το Origanum vetteri δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, εντούτοις, οι πληθυσμοί του θα πρέπει να εποπτεύονται για πιθανές αλλαγές του επιπέδου επικινδυνότητας στο μέλλον.</p><p>Η θερινή βλάστηση του όρους Καλή Λίμνη βόσκεται από ζώα, ιδιαίτερα κατσίκες, που μπορεί να παραμένουν στο όρος όλο το χρόνο. Αν και βρίσκονται συχνά φυτά του O. vetteri τραυματισμένα από τα ζώα, η υπάρχουσα πίεση της βόσκησης πιθανώς δεν επηρεάζει δραστικά την επιβίωση των υποπληθυσμών. Αυτό συμβαίνει επειδή τα ζώα καταναλώνουν κυρίως τα ανθοφόρα στελέχη και τα φύλλα του είδους, αφήνοντας ανέγγιχτα τα κατώτερα τμήματα του φυτού. Τα τελευταία συχνά εντοπίζονται σε κοιλότητες και ρωγμές βράχων όπου τα μεγάλα φυτοφάγα δεν έχουν πρόσβαση. Τουλάχιστον τα φυτά που φύονται σε απόκρημνες θέσεις προστατεύονται εξίσου καλά από τη βόσκηση και τις ανθρώπινες ενέργειες. Ο ορεινός τουρισμός, που εμφανίζεται στο όρος Καλή Λίμνη, δεν αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για το είδος. Ο πληθυσμός στο όρος Κόλλας δεν είναι προσβάσιμος σε πολίτες, εξαιτίας του ότι περιλαμβάνεται σε στρατιωτική περιοχή και ως αποτέλεσμα προστατεύεται από ανθρώπινες ενέργειες.</p><p>Τα όρη Καλή Λίμνη και Κόλλας έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (GR4210002) GR4210002 4210002) των οικολογικώς σημασημα-- ντικών περιοχών της Ελλάδας και κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει ευεργετική επίδραση στη μελλοντική διατήρηση του O. vetteri .</p><p>Μέτρα προστασίας: Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία συμπεραίνεται ότι το είδος επιτυγχάνει να αντεπεξέλθει στις υπάρχουσες περιοδικές πιέσεις της ήπιας βόσκησης. Όμως, θα πρέπει να υπάρξει προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε αύξηση της βόσκησης θα μπορούσε να επηρεάσει την παραγωγή σπερμάτων και την αναγέννηση των φυτών μέσω φύτρωσης νέων ατόμων. Η διατήρηση σπερμάτων του είδους είναι ιδιαίτερα επιθυμητή, για την μελλοντική προστασία του. Οποιαδήποτε συλλογή για φαρμακευτική αξιολόγηση ή χρήση του είδους (οι δράσεις του είναι άγνωστες μέχρι στιγμής) θα πρέπει ξεκάθαρα να αποφευχθεί.</p><p>Thomas Raus</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF2FFF3798C7367CFA3EFAE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF29FF3298C63794FA36FB52.text	9E288790FF29FF3298C63794FA36FB52.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Orobanche schultzioides (M. J. Y. Foley) Domina	<div><p>Orobanche schultzioides (M.J.Y. Foley) Domina</p><p>Orobanchaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Orobanche schultzioides (M.J.Y. Foley) Domina in Willdenowia 39(2): 331 (2009).</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (Pe), Πελοπόννησος,, Νομός Αχαΐας]] "Za-Zarouchla, roadside north of the village", 13 Jun. 2005, Foley 2115 (Ολότυπος: E. Ισότυπος: E).</p><p>Περιγραφή: Παρασιτικό φυτό σε Urtica dioica και Εuphorbia rigida, δίχως χλωροφύλλη. Στέλεχος ύψους 8-22 cm και πλάτους 5-8 mm στο χαμηλότερο τμήμα του, ακέραιο ή διακλαδισμένο, αχνοκίτρινο έως καστανό-ιώδες, αδενωδώς τριχωτό. Λεπιώδη φύλλα βλαστού επιμήκως τριγωνικά, οξύληκτα. Ταξιανθία κυλινδρικός στάχυς, συνήθως χωρίς διακλαδώσεις, μήκους 4-13 cm, με αδενώδες τρίχωμα. Βράκτια επιμήκως ωοειδή, μήκους 9-12 mm, αδενωδώς τριχωτά, βρακτίδια 2, γραμμοειδή, μήκους 5-7 mm. Κάλυκας κωδωνοειδής, μήκους περίπου 10 mm, με 4 προεκβάλλοντες, οξύληκτους οδόντες. Άνθη μήκους 14-20 cm.. Σωλήνας άνθους κυανοϊώδης με σκουσκου-- ρότερες νευρώσεις, με πυκνή αδενώδη τρίχωση εξωτερικά, κυλινδρικός έως κυλινδρικός-κωδωνοειδής, εμφανίζει κλίση πάνω από την ωοθήκη και διευρύνεται σταδιακά ώστε να απολήξει σε τρίλοβο κάτω χείλος και δίλοβο άνω χείλος,. Λοβοί κάτω χείλους αποστρογγυλωμένοι, με την εξωτερική επιφάνεια και τα κράσπεδα καλυπτόμενα από εμφανές, πυκνό, λευκωπό έως διαφανές, μη αδενώδες τρίχωμα. Λοβοί στίγματος λευκοί. Ανθήρες με λίγες λευκές τρίχες, νήματα στημόνων με αραιό, βραχύ, αδενώδες τρίχωμα, εκφυόμενοι περίπου 2-3 mm πάνω από τη βάση της στεφάνης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: To είδος ανθίζει τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Μέχρι στιγμής, η Orobanche schultzioides έχει συλλεχθεί με βεβαιότητα μόνο στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στα όρη Χελμός και Αρτεμίσιο. Οι αναφορές του συγγενούς είδους O. schultzii ( Phelipanche schultzii) από το όρος Πάρνωνας, που έχουν γίνει με επιφύλαξη, χρειάζονται περισσότερη μελέτη και ίσως αποδειχθεί ότι ανήκουν στη O. schultzioides .</p><p>Βιότοπος: Η Orobanche schultzioides εμφανίζεται σε ορεινές περιοχές, μεταξύ 1.000 και 1.300 m, σε θέσεις όπου φύονται οι ξενιστές της. Στην περιοχή του όρους Χελμού η συλλογή της έγινε βόρεια του χωριού Ζαρούχλα, σε θέσεις με μικτή βλάστηση, όπου η παρουσία της Urtica dioica φανερώνει επίδραση της κτηνοτροφίας. Στο Αρτεμίσιο το είδος βρέθηκε σε δύο θέσεις, στη βάση σκιερών βραχωδών εξάρσεων από ασβεστόλιθο, σε αραιό δάσος Abies cephalonica . Η περιοχή βοσκιέται περιοδικά και διατηρεί πληθυσμούς Εuphorbia rigida (που δεν θίγεται από τα ζώα) και Urtica dioica, που κατά θέσεις ευνοείται από τα θρεπτικά στοιχεία που υπάρχουν στην κοπριά των ζώων. Το έδαφος στα σημεία εύρεσης της Ο. schultzioides διατηρείται συχνά νοτερό από μικρές αναβλύσεις νερού, οι οποίες πιθανότατα στερεύουν αργά το καλοκαίρι.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To γένος Phelipanche, στο οποίο είχε αρχικά ταξινομηθεί το είδος, έχει προκύψει από την απόσχιση τμήματος του γένους Orobanche ( Orobanche sect. Trionychon) και υποστηρίζεται από ορισμένες δημοσιεύσεις (Schneeweiss &amp; al. 2004), ενώ από άλλες όχι (Manen &amp; al. 2004). Περιλαμβάνει αποκλειστικώς παρασιτικά είδη, τα οποία είναι μορφολογικώς συγγενή μεταξύ τους, γεγονός που δυσκολεύει την ταξινομική τους διάκριση. Η Orobanche schultzioides αναγνωρίσθηκε ως ανεξάρτητο είδος πολύ πρόσφατα (Foley 2008)) και συγσυγ-- γενεύει περισσότερο με τη O. schultzii Mutel .. Από την τετε-- λευταία διαφέρει στο μικρότερο μέγεθος, στα βραχύτερα βράκτια της ταξιανθίας, στον περισσότερο ευθύ σωλήνα της στεφάνης και στους αποστρογγυλωμένους (όχι οδοντωτούς, ούτε οξύληκτους) λοβούς του κάτω χείλους της στεφάνης που φέρουν βλεφαρίδες. Επιπλέον, η προτίμησή της για δύο ιδιαίτερους ξενιστές, την Urtica dioica L. και την Εuphorbia rigida Μ. Bieb. είναι χαρακτηριστική.</p><p>Η Orobanche schultzii είναι ένα πολύμορφο είδος, το οποίο φαίνεται να ορίζεται ταξινομικά με διαφορετικό τρόπο από τους βοτανικούς. Είναι πιθανό ότι περιλαμβάνει περισσότερα του ενός είδη και χρειάζεται λεπτομερή μελέτη. Επιβεβλημένη είναι επίσης η σύγκριση των δειγμάτων της O. schultzii από τις ορεινές περοχές της Στερεάς ελλάδας με την O. schultzioides της Πελοποννήσου, ώστε να διευκρινισθεί η σχέση και η κατανομή των δύο ειδών στην Ελλάδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Εξαιτίας της σχετικώς πρόσφατης αναγνώρισης του είδους ως ανεξάρτητο, τα πληθυσμιακά δεδομένα που υπάρχουν μέχρι σήμερα προέρχονται αποκλειστικά από τα όρη Χελμός και Αρτεμίσιο. Στον Χελμό, το είδος σχηματίζει ένα μικρό πληθυσμό, ο οποίος με βεβαιότητα αποτελείται από λιγότερα των 100 ατόμων. Στις δύο θέσεις του Αρτεμισίου τα φυτά αριθμούν λιγότερα των 50 ατόμων συνολικά. Με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία, το είδος διατηρεί έναν εξαιρετικά ολιγάριθμο, ενιαίο πληθυσμό, ο οποίος περιορίζεται σε πολύ μικρή έκταση. Ιδιαίτερα στο όρος Αρτεμίσιο, το οποίο έχει διεξοδικά μελετηθεί από τους συγγραφείς, δεν βρέθηκαν περισσότεροι των δύο υποπληθυσμών.</p><p>Εντούτοις, είναι πιθανόν, επιπρόσθετοι υποπληθυσμοί του είδους να βρεθούν στη συνέχεια ιδιαίτερα αν αξιολογηθούν λεπτομερέστερα οι συλλογές του Πάρνωνα. Η Orobanche schultzioides παρουσιάζει εξειδίκευση ξενιστή και βιότοπου και θα πρέπει να αναζητηθεί περαιτέρω στην Πελοπόννησο, σε κατάλληλες περιοχές.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Από τα μέχρι σήμερα στοιχεία, η Orobanche schultzioides είναι ένα ιδιαίτερα σπάνιο και τοπικό είδος. Οι ξενιστές στους οποίους παρασιτεί είναι όμως διαδεδομένα είδη, τα οποία δεν επηρεάζονται αρνητικά από τη βόσκηση ή άλλες δραστηριότητες στα ορεινά οικοσυστήματα. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει το είδος σχετίζονται με την ίδια του την σπανιότητα και την μικρή περιοχή εξάπλωσης που καταλαμβάνει, καθώς υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα ότι τυχαία γεγονότα μπορεί να οδηγήσουν κάποιο πληθυσμό στην εξαφάνιση.</p><p>Εξαιτίας του πολύ μικρού συνολικού αριθμού ατόμων (κριτήριο D), το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) σύμφωνα με την IUCN (2001). Είναι ιδιαίτερα επιθυμητή η εύρεση νέων πληθυσμών στο μέλλον και η συνακόλουθη μετακίνηση του είδους σε κατηγορία μικρότερου κινδύνου.</p><p>Μέτρα προστασίας: Στους βιότοπους της Orobanche schultzioides θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να διατηρηθούν η σύνθεση των ειδών και η βλάστηση στη σημερινή τους μορφή. Θα πρέπει επίσης να γίνει εργασία πεδίου, ώστε να αναζητηθούν περισσότεροι πληθυσμοί του είδους στην Πελοπόννησο.</p><p>Πειραματικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η φύτρωση των σπερμάτων και η διαδικασία του παρασιτισμού ειδών Orobanche υποκινούνται από χημικά σήματα που εκλύονται από το φυτό ξενιστή. Η καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπους ή εξειδικευμένα Ινστιτούτα προΰποθέτει την καλλιέργεια των Urtica dioica και Euphorbia rigida και τη μελέτη της συμπεριφοράς των σπερμάτων που έχουν διασκορπισθεί κοντά στο ριζικό σύστημα των ξενιστών. Φυτά της O. schultzioides που ενδεχομένως γίνει κατορθωτό να καλλιεργηθούν και να αναπαραχθούν με τον συγκεκριμένο τρόπο θα δώσουν σπέρματα, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν τόσο για την μακροχρόνια διατήρησή τους σε Τράπεζες Σπερμάτων όσο και για την ενδυνάμωση αυτοφυών πληθυσμών.</p><p>Θεοφάνης Κωνσταντινίδης &amp; Ευάγγελος Παρασκευόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF29FF3298C63794FA36FB52	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FF2AFECD98DE378AFA3EFA43.text	9E288790FF2AFECD98DE378AFA3EFA43.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Paeonia mascula subsp. russi (Biv.) Cullen & Heywood	<div><p>Paeonia mascula (L.) Mill. subsp. russi (Biv.) Cullen &amp; Heywood</p><p>Paeoniaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Paeonia mascula (L.) Mill. subsp. russi (Biv.) Cullen &amp; Heywood in Feddes Rep. Spec. Nov. Regni Veg. 69: 35 (1964).</p><p>Νεότυπος: (Passalacqua &amp; Bernardo 2004: 260) [Ιταλία, Σικελία,]: "Pizzuta, presso Piana degli Albanesi (Palermo Sicilia)" Bernardo @ Passalacqua, 28.05.1996 (CLU. ΝεΝε-- οσύντυπος: FI).</p><p>Συνώνυμα: Paeonia russi Biv., Stirp. Rar. Sicilia 4: 12 (1818).</p><p>P. corallina var. russi (Biv.) Cosson, Comp. Fl. Atlant. 2: 53 (1887).</p><p>P. mascula var. russoi (Biv.) N. G. Passal. &amp; Bernardo in Webbia 59(2): 260 (2004).</p><p>Περιγραφή: Βλαστός ύψους 25-40 cm, λείος, ρόδινος κατά την νεαρή ηλικία του φυτού, περιβαλλόμενος στην βάση του από τρείς ή τέσσερις φυλλοειδείς σχηματισμούς. Τα κατώτερα φύλλα δις τρισχιδή με πυκνό έως αραιό τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια· φυλλάρια συνήθως αδιαίρετα, ωοειδή έως αντωοειδή ή ευρέως ελλειπτικά, μήκους 10-12 cm, πλάτους 6-8 cm, κορυφή ελαφρώς οξύληκτη. Μίσχοι πρωτογενών και δευτερογενών τμημάτων λείοι, ρόδινοι. Άνθη μονήρη, διαμέτρου 7-12 cm.. Πέταλα αντωαντω-- οειδή-κυκλικά με ρόδινο έως ελαφρώς πορφυρό χρώμα. Σέπαλα 3-5 περίπου ισομεγέθη, εύρους 1-2 cm. Στήμονες μήκους 1,3-1,5 cm με λευκωπά έως ρόδινα νήματα και κίτρινο ανθήρα. Καρπόφυλλα (1-)2-3(-5), χνοώδη. Στύλος μήκους 6 mm με ρόδινα στίγματα, πλάτους 2 mm,, κυμακυμα-- τοειδή έως σπειροειδή, προεξέχοντα των στημόνων.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 10 (Tζανουδάκης 1977), 2 n = 20 (Passalacqua &amp; Bernardo 2004).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μέσα Μαρτίου έως τέλη Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Απαντά στις Ιονίους νήσους (Λευκάδα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθο) καθώς και στον Νομό Αιτωλίας-Ακαρνανίας (όρος Μπούμιστος και Δρυοδάσος Ξηρομέρου). Η περιοχή του δάσους Ξηρομέρου αποτελεί το ανατολικότερο σημείο εξάπλωσης του υποείδους στη Μεσόγειο. Εκτός της Ελλάδας απαντά στη Ν. Ιταλία, συμπεριλαμβανομένης της Σικελίας και στις νήσους Κορσική και Σαρδηνία.</p><p>Βιότοπος: Η Paeonia mascula subsp. russi προτιμά ημισκιερές ή σκιερές, προστατευόμενες θέσεις, συχνά σε δασώδεις περιοχές ή σε βάσεις βράχων, που συνήθως συγκρατούν κάποια υγρασία, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια ανάπτυξης και ανθοφορίας του είδους. Στη Λευκάδα (Τρίγκου 2006), απαντά σε βραχώδη ασβεστολιθική πλαγιά με αραιή μακία βλάστηση και φρύγανα, σε υψόμετρο περίπου 800 m, όπου φύεται κάτω από Quercus coccifera και Crataegus monogyna . Συνεμφανίζεται με τα είδη: Paeonia peregrina, Phlomis fruticosa, Fritillaria mutabilis, F. thessala subsp. thessala . Στην Κεφαλονιά συναντάται σε μεγάλο εύρος υψομέτρου, από το επίπεδο της θάλασσας έως 1.250 m. Φύεται εντός του Εθνικού Δρυμού Αίνου-Ρουδίου σε ασβεστολιθικές πετρώδεις πλαγιές ΒΒΑ. έκθεσης, σε παρυφές του δασικού δρόμου και σε ανοικτές θέσεις δάσους Abies cephalonica με μακία βλάστηση, κυριαρχούμενη από Arbutus unedo, Quercus coccifera, Phlomis fruticosa κ.ά. και σε φρύγανα. Φύεται επίσης σε υγρές ρεματιές στις ανατολικές παρυφές του Καλού Όρους. Έχει βρεθεί ακόμη σε καλλιεργημένους αγρούς και ελαιώνες στην Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο Γενικώς, δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σε ημισκιερές θέσεις. Στην Ακαρνανία η P. mascula subsp. russi βρέθηκε σε δάσος Abies cephalonica, καθώς και σε δάση Δρυός, με επικρατούσα τη Quercus ithaburensis subsp. macrolepis (Καραμπλιάνης, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Paeonia mascula είναι ένα ιδιαιτέρως πολύμορφο είδος, το οποίο έχει ίσως την ευρύτερη γεωγραφική εξάπλωση (από τη Ν. Ευρώπη, εκτός της Ιβηρικής Χερσονήσου μέχρι το Β. Ιράκ και το Ιράν) από τα υπόλοιπα είδη του γένους Paeonia (Stearn &amp; Davis 1984) . H P. mascula διακρίνεται, στην Ελλάδα, σε πέντε υποείδη (Phi-Phitos 2002). Το αναφερόμενο εδώ subsp. russi, χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τα ρόδινα έως ελαφρώς πορφυρά άνθη του. Σημειώνεται ότι στον πληθυσμό της περιοχής του κόλπου Γιαγάνα (Κεφαλονιά) διαπιστώθηκε η παρουσία περίπου 6 ατόμων χρώματος ανοικτού ρόδινου έως λευκωπού, με επίσης ανοικτόχρωμο πράσινο βλαστό. Στα υπόλοιπα άτομα του πληθυσμού, καθώς και στους υπόλοιπους υποπληθυσμούς της νήσου, δεν παρατηρήθηκαν ανάλογα χαρακτηριστικά. Επίσης, στον ίδιο υποπληθυσμό παρατηρήθηκαν λίγα άτομα με τέσσερα ή πέντε καρπόφυλλα.</p><p>Οι Passalacqua &amp; Bernardo (2004) κατέταξαν το sub-subsp. russi στην βαθμίδα της ποικιλίας. Εδώ διατηρούμε το εν λόγω taxon στην βαθμίδα του υποείδους.</p><p>Επειδή έχει δημιουργηθεί σχετική σύγχυση για την ορθή γραφή του επιθέτου του subsp. russi (russoi ή russii) διευκρινίζονται τα εξής: Το taxon είναι αφιερωμένο στον Giocchino Russo του οποίου το εκλατινισμένο όνομα είναι Russus (γενική Russi). Με το όνομα αυτό, δηλ. Paeonia russi, δημοσιεύθηκε το 1818 από τον Bivona (Stearn &amp; Davis 1984).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Λευκάδα ο πληθυσμός της Paeonia mascula subsp. russi είναι μικρός και αραιά κατανεμημένος. Σε αυτόν τον πληθυσμό μετρήθηκαν 15 άτομα, αλλά εκτιμάται ότι μπορεί να φθάνουν τα 30 (Τρίγκου 2006).</p><p>Στην Κεφαλονιά (Κατσούνη 2006), εντός του Εθνικού Δρυμού απαντούν δύο υποπληθυσμοί: ένας στη ΝΑ. πλευρά του Αίνου, στη θέση Φτέρη Μελανίτσα-Κουφάλα, αραιά κατανεμημένος, αποτελούμενος από περίπου 30 άτομα. Ο δεύτερος, κύριος υποπληθυσμός παρατηρείται στο όρος Ρούδι. Εμφανίζεται στην άνωθεν πλευρά του δρόμου Αργοστολίου-Σάμης σε λωρίδα μήκους 2 km και πλάτους 100 m.. O αριθμός των ωρίμων ατόμων ανέρχεανέρχε-- ται περίπου σε 2.000. Εκτός του Εθνικού Δρυμού υπάρχουν 4 υποπληθυσμοί. Ένας στη ρεματιά του κόλπου Γιαγάνα Ερίσσου αποτελούμενος από 250 ώριμα άτομα. Ένα μέρος του φύεται κυρίως εντός ελαιώνα σε αναβαθμίδες. Ο δεύτερος, στην πλαγιά Υγροπόρος και στη συνεχόμενη ρεματιά προς τον κόλπο της Αγίας Σοφίας Ερίσσου. Εδώ καταμετρήθηκαν πάνω από 500 άτομα. Ο τρίτος υποπληθυσμός ευρίσκεται στο Βαρύ Ερίσσου, σε εγκαταλειμμένο ελαιώνα. Τον Σεπτέμβριο του 2008, δύο εκ των συγγραφέων διαπίστωσαν ότι στις συγκεκριμένες θέσεις εντός του ελαιώνα, όπου φύονταν άτομα αυτού του taxon, υπήρχαν πρόσφατα σκαμμένοι 35 περίπου λάκκοι, στοιχείο το οποίο μαρτυρεί ανθρώπινη παρέμβαση σε βάρος του υποπληθυσμού. Ο τέταρτος υποπληθυσμός, στη θέση Λακουβίτσα του όρους Μανολάτι, αποτελούμενος από διάσπαρτα άτομα ανάμεσα σε αραιή μακία βλάστηση, ο οποίος ανέρχεται σε περίπου 40 άτομα.</p><p>Στη νήσο Ζάκυνθο, κατά μήκος του όρους Βραχίονας, έχουν ευρεθεί δύο υποπληθυσμοί αυτού του υποείδους (Καμάρη κ.ά. 1998). Ένας εμφανίζεται στο βόρειο τμήμα του όρους, στην περιοχή των χωριών Βολίμες και Ορθονιές, κοντά στη Μονή της Σπηλαιωτίσσης και ο δεύτερος γύρω από τα χωριά Λούχα και Γύρι, στα νοτιοανατολικά τμήματα του όρους.</p><p>Στο όρος Μπούμιστος της Αιτωλοακαρνανίας είχαν ευρεθεί λίγα άτομα του subsp. russi, η ύπαρξη των οποίων δεν επιβεβαιώθηκε (Βλάχος 2000). Όμως, το 2008 εντοπίσθηκε το υποείδος στις ΒΔ. πλαγιές του όρους και επιπλέον σε μία ακόμη νέα θέση, στον υπόροφο δάσους από Quercus ithaburensis subsp. macrolepis και Quercus coccifera, στο Δρυοδάσος του Ξηρομέρου, κοντά στη Μονή Λιγοβιτσίου, σε υψόμετρο 250-350 m (ΚαραμπλιάΚαραμπλιά-- νης, προσωπ. επικοινωνία). Ο υποπληθυσμός στην τελευταία αυτή περιοχή περιλαμβάνει τουλάχιστον 1.000 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι πληθυσμοί της P. mascula subsp. russi δεν φαίνεται να κινδυνεύουν από την βόσκηση, γιατί τα στελέχη και τα φύλλα του φυτού έχουν πικρή γεύση, εξαιτίας της ύπαρξης φαινολικών συστατικών. Στην Λευκάδα ο πληθυσμός του υποείδους απαντά σε σχετικώς απρόσιτη περιοχή και τα λιγοστά άτομα φύονται κάτω από υψηλή μακία βλάστηση, οπότε δεν είναι πολύ εμφανή, ακόμη και κατά την περίοδο της ανθοφορίας. Στην Κεφαλονιά, η κατάσταση των υποπληθυσμών κρίνεται ικανοποιητική, λόγω του ότι βρίσκονται σε απομακρυσμένες θέσεις, δύσκολα προσβάσιμες στο κοινό. Αποτελούνται από σημαντικόν αριθμό ωρίμων ατόμων, εκ των οποίων μεγάλο ποσοστό καρποφορεί. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να ισχύει για τον υποπληθυσμό του όρους Ρουδίου, καθόσον οι συγγραφείς διαπίστωσαν το 2007 ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των καψών είχε αφαιρεθεί από τα φυτά για άγνωστη αιτία. Η ανθρώπινη παρέμβαση στο Βαρύ Ερίσσου είχε ως αποτέλεσμα την σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση του υποπληθυσμού, γεγονός που αποτελεί ένδειξη του ευάλωτου χαρακτήρα του υποείδους. Σημαντική ελάττωση των ωρίμων ατόμων έχει παρατηρηθεί, επίσης, και στους δύο υποπληθυσμούς της νήσου Ζακύνθου, διότι αυτοί ευρίσκονται πολύ κοντά ή μέσα στα χωριά και χρησιμοποιούνται για καλλωπιστικούς και ανθοκομικούς σκοπούς, όπως συμβαίνει με πολλά είδη αυτού του γένους. Στον Μπούμιστο φύεται ένας μικρός πληθυσμός που χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση, ενώ στο Δρυοδάσος του Ξηρομέρου τα ώριμα φυτά δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο.</p><p>Προτείνεται, προς το παρόν, να καταταχθεί η Paeonia mascula subsp. russi στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ), σύμφωνα με την IUCN (2001). Ωστόσο, ακατάλληλες ανθρώπινες ενέργειες μπορεί να επιβαρύνουν του υποπληθυσμούς του υποείδους και να χρειασθεί επανεξέταση της κατηγορίας απειλής τους στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: Στον Εθνικό Δρυμό Αίνου-Ρουδίου γίνεται προσπάθεια, στα πλαίσια λειτουργίας του Φορέα Διαχείρισης, για την άμεση εφαρμογή του καθεστώτος προστασίας του Δρυμού (συντήρηση περίφραξης, ενημερωτικές πινακίδες, έλεγχος κίνησης επισκεπτών, απαγόρευση συλλογής ειδών χλωρίδας). Για τους υποπληθυσμούς εκτός Εθνικού Δρυμού πρέπει να αποφεύγονται οποιεσδήποτε επεμβάσεις, που θα επιδράσουν αρνητικά ή θα υποβαθμίσουν τους βιοτόπους της P. mascula subsp. russi. Επειδή ένα μεγάλο μέρος των υποπληθυσμών της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου βρίσκονται σε ιδιόκτητες εκτάσεις, των οποίων η χρήση μπορεί να μεταβληθεί (βοσκοτόπια, αγροί, αξιοποιήσιμες τουριστικά περιοχές), ένα ιδιαίτερα χρήσιμο μέτρο είναι η ενημέρωση σε τοπικό επίπεδο, τόσο των ιδιοκτητών, όσο και των Φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ώστε να ληφθεί η ανάλογη μέριμνα. Ειδικότερα, στο Βαρύ Ερίσσου, στον Κόλπο Γιαγάνα και στην Αγία Σοφία, περιοχές που γειτνιάζουν με όμορφες παραλίες, οι υποπληθυσμοί είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο μελλοντικής οικοτουριστικής αξιοποίησης των βιοτόπων τους.</p><p>Στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας ο υποπληθυσμός της Paeonia mascula subsp. russi είναι συνυφασμένος με το Δρυοδάσος της περιοχής. Έτσι, για την προστασία της προτείνεται η σωστή διαχείριση του σημαντικού αυτού δάσους, καθώς και η συνεχής παρακολούθηση και καταγραφή του αριθμού των ωρίμων ατόμων της.</p><p>Επειδή η Paeonia mascula subsp. russi έχει σημαντική καλλωπιστική αξία, προτείνεται η δημιουργία μικρών Βοτανικών Κήπων σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τη συνεργασία Φορέων Διαχείρισης για την καλλιέργεια και την αναπαραγωγή των φυτών για εμπορικούς σκοπούς, ώστε να αποφεύγεται η συλλογή τους από τη φύση. Επιπροσθέτως, κρίνεται απαραίτητη και η διατήρηση των σπερμάτων του υποείδους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Νίκη Κατσούνη, Βαρβάρα Τρίγκου, Βασιλική Καραγιάννη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FF2AFECD98DE378AFA3EFA43	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FED7FECF98C7367CFA3EFDAA.text	9E288790FED7FECF98C7367CFA3EFDAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Paeonia parnassica Tzanoud.	<div><p>Paeonia parnassica Tzanoud.</p><p>Paeoniaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Paeonia parnassica Tzanoud., Kyttarotax. Meleti Gen. Paeonia 43 (1977).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StΕ), Στερεά Ελλάς, Νομός Φωκίδος] "mons Parnassos, supra pagum Agoriani" in Abietis, alt. ca. 1.100 m, 29 Maj. 1974, Tzanoudakis 1400 (Oλότυπος: UPA. Iσότυπος: BM).</p><p>Συνώνυμα: Paeonia peregrina Mill. var. latifolia Boiss., Fl. Orient., 1: 97 (1867).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, ριζωματώδες είδος. Κύριο ρίζωμα όχι ισχυρό, πλευρικά ριζώματα με κονδυλόμορφες διογκώσεις. Βλαστός 30-65 cm, πυκνώς τριχωτός, πράσινος. Κατώτερα φύλλα δις τρισχιδή, διηρημένα σε 9-13, δευτερογενή φυλλάρια και λοβούς, αντωοειδή έως ελλειπτικά ή πλατέως λογχοειδή, οξύληκτα, στην άνω επιφάνεια πράσινα, στην κάτω επιφάνεια φαιοπράσινα και πυκνώς τριχωτά. Άνθη διαμέτρου 9-12 cm, ισχυρώς κοίλα. Σέπαλα 3-5, σχεδόν ισομεγέθη, εύρους 1-2 cm, χνοώδη. Πέταλα 9-12, αντωοειδή έως αντωοειδή-δισκοειδή, μελανοπόρφυρα. Στήμονες μήκους περίπου 1,5 cm, νήματα ανθήρων πορφυροϊώδη, ανθήρες κίτρινοι. Θύλακοι (1-)2-3, χνοώδεις. Στύλος βοστρυχοειδής, με περιοχή στίγματος σχεδόν από την βάση του, πλάτους 1,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 20 (Tζανουδάκης 1977).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Απριλίου έως και τον Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας. Είναι γνωστό από λίγες, διασκορπισμένες θέσεις των oρέων Παρνασσού και Ελικώνα (Στερεά Ελλάδα).</p><p>Βιότοπος: Η Paeonia parnassica αναπτύσσεται στα περιθώρια και στα ανοίγματα του δάσους της Abies cephalonica, σε υγρά, χλοερά λιβάδια και σε προφυλαγμένες θέσεις, μεταξύ ασβεστολιθικών βράχων στις νοτιοδυτικές πλαγιές των ορέων Παρνασσού και Ελικώνα, σε υψόμετρο 800-1.300 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Paeonia parnassica αποτελεί ένα ιδιαιτέρως ευδιάκριτο είδος, όχι μόνο μεταξύ των ελληνικών ειδών, αλλά και εντός του γένους Paeonia. Είναι συγγενέστερη με την P. peregrina Mill., διαφέρει, όμως, στη μορφή των φύλλων και την παρουσία τρίχωσης στον βλαστό, στον μίσχο, στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα σέπαλα. Επιπλέον, τα άνθη της με το ιδιαίτερο μελανοπόρφυρο χρώμα, αποτελούν ακόμη ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία την διακρίνουν από οποιοδήποτε άλλο είδος Paeonia της Ελλάδας (Stearn &amp; Davis 1984).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Paeonia parnassica είναι ένα σπάνιο και ιδιαιτέρως ελκυστικό είδος. Γι` αυτό η συλλογή των ριζωμάτων του για καλλιέργεια σε κήπους, αλλά και η συλλογή ολοκλήρων φυτών για τον εμπλουτισμό συλλογών αποτελούν υπαρκτό κίνδυνο, για την μείωση των πληθυσμών του. Αυτός ο κίνδυνος γίνεται προφανής, ακόμη και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους υποπληθυσμούς αυτής της Paeonia είναι ιδιαιτέρως προσιτοί στους συλλέκτες και το ίδιο το φυτό δεν περνά απαρατήρητο.</p><p>Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων είναι πολύ μικρότερος των 2.500, σε όλους τους υποπληθυσμούς της P. parnassica, κάθε ένας από τους οποίους δεν υπερβαίνει τον αριθμό των 200 ωρίμων ατόμων. Προτείνεται να καταταγεί στην κατηγορία Τρωτό (VU), καθόσον αυτό πληροί τα B1a,c+2a,c και C1+2a(i) κριτήρια, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Πρακτικώς, δεν έχει ληφθεί, μέχρι σήμερα, κανένα ειδικό μέτρο προστασίας του είδους. Θα πρέπει να διευκρινισθεί αν μερικές, τουλάχιστον, μικρές περιοχές του όρους Παρνασσού, όπου φύεται η Paeonia parnassica έχουν συμπεριληφθεί στην οδηγία 92/43 της Ε.Ε. (ΦΥΣΗ 2000), των οικολογικώς σημαντικών περιοχών της Ελλάδας. Εν πάσει περιπτώσει, είναι εξαιρετικώς επείγουσα η λήψη ιδιαιτέρων μέτρων προστασίας αυτού του είδους. Θα πρέπει να οργανωθεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες η παρακολούθηση των υποπληθυσμών του και ειδικότερα αυτών του όρους Παρνασσού, για μία περίοδο αρκετών ετών (τουλάχιστον 10), ώστε να αξιολογηθεί οποιαδήποτε, πιθανώς, εμφανιζόμενη μείωση ή μεταβολή του μεγέθους του πληθυσμού. Μερικοί από τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να περιφραχθούν, εάν προσφέρονται προς τούτο, για να μην επιτρέπεται η είσοδος αιγοπροβάτων, ώστε να μπορέσουν τα φυτά να αναπαραχθούν και να δημιουργήσουν νέα άτομα. Είναι επίσης απαραίτητο, οι περιφραγμένες περιοχές να παρακολουθούνται προσεκτικά, ώστε να διαπιστωθεί η επιτυχία της συγκεκριμένης πρακτικής. Βεβαίως, παρόμοιες ενέργειες, προΰποθέτουν τη σύμφωνη γνώμη των τοπικών παραγόντων. Θα πρέπει, επίσης, να εξασφαλισθεί γι' αυτό το είδος νομική προστασία, ώστε να αποθαρρυνθούν επίδοξοι συλλέκτες. Ένας μικρός αριθμός σπερμάτων θα πρέπει επίσης να συλλεχθεί (με ειδική άδεια) για να επιτευχθεί η καλλιέργεια του φυτού, να πολλαπλασιασθεί και στη συνέχεια να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους. Σπέρματα θα πρέπει επίσης να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Μια παρόμοια ενέργεια θα επιτρέψει την δυνατότητα επανεισαγωγής του είδους στον φυσικό του βιότοπο ή θα δώσει την δυνατότητα πειραμάτων ενίσχυσης των φυσικών πληθυσμών, στην περίπτωση κατά την οποία, τα άτομα των υποπληθυσμών του έχουν μειωθεί κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FED7FECF98C7367CFA3EFDAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FED1FECA98C7378AFA36FA85.text	9E288790FED1FECA98C7378AFA36FA85.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Paracaryum lithospermifolium subsp. cariense (Boiss.) R. Mill	<div><p>Paracaryum lithospermifolium (Lam.) Grande subsp. cariense (Boiss.) R. Mill</p><p>Boraginaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Paracaryum lithospermifolium (Lam.) Grande subsp. cariense (Boiss.) R. Mill in Notes Roy. Bot. Gard. Edinburgh 35(3): 307 (1977).</p><p>Τύπος: [Τουρκία] "in Cariâ interiori", "aest." [θέρος] 1843, C. Pinard s.n. (Σύντυποι: G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Omphalodes cariensis Boiss.,, Diagn. Pl. OriOri-- ent., ser. 1(4): 41 (1844).</p><p>Cynoglossum lithospermifolium subsp. cariense (Boiss.) Greuter &amp; Burdet in Willdenowia 11: 35 (1981).</p><p>Paracaryum cariense (Boiss.) Boiss.,., Diagn.. Pl.. OriOri-- ent., ser. 1(11): 130 (1849).</p><p>Περιγραφή: Νανώδες, πολυετές είδος με πυκνή, αδρή τρίχωση, ισχυρή πασσαλώδη ρίζα και εύρωστη, ξυλώδη βάση στελέχους που σχηματίζει ρόδακες φύλλων και λίγα, σχεδόν όρθια ανθικά στελέχη ύψους 5-15 cm. Φύλλα κατ' εναλλαγή, άμισχα, απλά, με ακέραιο περιθώριο. Φύλλα βάσης αντιλογχοειδή ή αντιλογχοειδή-σπατουλοειδή, 2,5- 5 cm x 3-9 mm, απόληξη αμβλεία έως ελαφρώς οξεία. Φύλλα βλαστού λίγα, μικρά. Ταξιανθία κυματώδης, συνήθως απλή, με 4 έως 12 άνθη, με βράκτια στα χαμηλότερα τμήματα, πυκνά ελικοειδής κατά το στάδιο του οφθαλμού ευθυτενής κατά την άνθηση και χαλαρή κατά την καρποφορία. Άνθη 5-μερή. Κάλυκας περίπου 2,5 mm κατά την άνθηάνθη-- ση, λοβοί ελλειπτικοί-επιμήκεις, ±απότομα ανεστραμμένοι και έως 4 mm κατά την καρποφορία, κορυφή αμβλεία έως ελαφρώς οξεία. Στεφάνη βαθέως κυανοϊώδης, σωλήνας ευρέως κυλινδρικός, περίπου 2,8 mm,, λοβοί σχεδόν κυκλικυκλι-- κοί, περίπου 1,4 x 1,5 mm, με λέπια περίπου c. 1,0 x 0,8 mm και περιθώριο βλεφαριδωτό, απόληξη κολοβή. Στήμονες που προσφύονται περίπου 1,2 mm πάνω από τη βάση του σωλήνα της στεφάνης, νήματα περίπου 0,3 mm, ανθήρες επικαλύπτοντες ελαφρώς τα λέπια,ωοειδείς-ελλειψοειδείς, περίπου 1,2 x 0,8 mm. Στύλος περίπου 0,9 mm. Kαρπός αποτελούμενος συνήθως από 4 καρπίδια ανά ποδίσκο· καρπίδια πορφυρόχροα, στιλπνά, ωοειδή, 6-9 x 5-8 mm, με ημιδιαφανή πτερύγια πλάτους 1-1,5 mm,, δίσκος και περιπερι-- θώρια του πτερυγίου με αραιά τριχίδια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Strid &amp; Andersson 1985, ως Cynoglossum lithospermifolium και Montmollin 1986. Οι δύο μετρήσεις βασίσθηκαν σε υλικό από την Κρήτη).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος έως Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα είναι γνωστό από τoν ορεινό όγκο των Λευκών Όρεων της Δ. Κρήτης, ενώ προσφάτως βρέθηκε στο όρος Άμπελος της Σάμου (Dinter 2009). Εξαπλώνεται επίσης στη Ν. Τουρκία. Ο Mill (1978), στη Flora of Turkey and the East Aegean Islands, έδωσε την κατανομή του υποείδους στην Τουρκία και στην ηπειρωτική Ελλάδα, Κρήτη και Κύπρο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Strid (1991), η αναφορά του είδους από την ηπειηπει-- ρωτική Ελλάδα είναι εσφαλμένη και τα φυτά της Κύπρου ανήκουν σε ένα διαφορετικό ενδημικό είδος της, το Cynoglossum troödi (βλέπε Meikle 1985).</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικές βραχώδεις και χαλικώδεις πλαγιές,, ρωγμές βράχων,, σάρες και χαλικώνες,, σε υψό-υψόμετρο 950-2.450 m. Στην Κρήτη φύεται μαζί με τα είδη (*= ενδημικό της Κρήτης): * Acantholimon androsaceum, * Alyssum sphacioticum, Astragalus angustifolius, Berberis cretica, * Cynoglossum sphacioticum, Daphne oleoides, * Dianthus sphacioticus, Euphorbia acanthothamnos, Prunus prostrata, * Scutellaria hirta, * Sideritis syriaca subsp. syriaca, * Silene variegata, * Verbascum spinosum και * Viola fragrans . Στην Σάμο φύεται μαζί με τα είδη Asperula samia, Sedum samium και Thymus samius, σε περιοχή με θάθά-- μνους, συχνά ακανθωτούς, αποτελούμενους από τα είδη Acantholimon echinus, Silene urvillei και Thymbra spicata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Strid (1991) παρατήρησε ότι τα φυτά της Κρήτης, συγκρινόμενα με αυτά από την ΝΔ. Τουρκία, τείνουν να έχουν λιγότερους, ημιόρθιους (παρά ανορθωμένους), βραχύτερους και περισσότερο εύρωστους βλαστούς, και πυκνότερα τριχωτά φύλλα, αλλά οι χαρακτήρες των ανθέων και των καρπών εμπίπτουν στο εύρος της ποικιλίας που απαντάται στην Τουρκία. Στο διάστημα πριν την άνθιση και κατά την άνθηση το taxon ομοιάζει στενά με το Cynoglossum sphacioticum Boiss. &amp; Heldr., ένα τοπικό ενδημικό των Λευκών Όρεων στην Κρήτη, το οποίο φύεται σε ορισμένες θέσεις μαζί με το Paracaryum lithospermifolium subsp. cariense . Ωστόσο τα δύο taxa μπορούν να διακριθούν εύκολα κατά την καρκαρ-- ποφορία επειδή το P. lithospermifolium subsp. cariense έχει καρπίδια με ημιδιαφανή πτερύγια που φέρουν αραιά τριχίδια, ενώ το C. sphacioticum έχει καρπίδια με πυκνά τριχίδια, χωρίς πτερύγια. Ο Greuter (1981), όταν συνένωσυνένω-- σε το Paracaryum (A. DC.) Boiss. και τη Rindera Pall. με το Cynoglossum L., σημείωσε ότι το P. lithospermifolium, το C. sphacioticum και το C. troödi "είναι σχεδόν αδύνατο να διακριθούν εκτός από τον καρπό και μπορεί ακόμη να μην είναι σαφώς διακριτά σε επίπεδο είδους" και παρατήρησε, επίσης, ότι ένα πιθανό υβρίδιο μεταξύ του P.. lithospermi-lithospermifolium subsp. cariense και του C. sphacioticum έχει καρπίδια χωρίς πτερύγια και χωρίς τριχίδια "κάτι που δείχνει ότι ο έλεγχος αυτών των χαρακτήρων των καρπών ίσως σχετίζεται με λίγα γονίδια".</p><p>Kατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον 13 υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από τα Λευκά Όρη και ένας από τον Άμπελο της Σάμου. Ο υπογράφων το άρθρο παρατήρησε επτά από τους υποπληθυσμούς, στους οποίους ο αριθμός των ωρίμων ατόμων ποικίλει μεταξύ 10 και 100. Ο πληθυσμός της Σάμου είναι πολύ μικρός, αποτελούμενος από λιγότερα των 20 φυτών. Όμως, ο ολικός πληθυσμός του υποείδους πιθανώς υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα άτομα. Η έκταση της εμφάνισης είναι μεγαλύτερη των 100 km2 ενώ η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί κυμαίνεται μεταξύ 10-20 km2. Δεν παρατηρήθηκε συνεχή μείωση ή ακραίες διακυμάνσεις στον αριθμό των ώριμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος κινδυνεύει κυρίως από την υπερβόσκηση από τα πρόβατα, η οποία συνεχίζεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του καλοκαιριού στα Λευκά Όρη, πάνω από το δασικό όριο. Η βόσκηση βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των σπερμάτων που παράγονται και εμποδίζει την εγκατάσταση των αρτιβλάστων. H εγγύτητα του δρόμου από την Ανώπολη σε τρεις υποπληθυσμούς (όρος Στέρνες, κοιλάδα Αμουτσαράς, όρος Κακοβόλη) επιφέρει επιπλέον δυνητικές απειλές από τη διαπλάτυνση του οδοστρώματος, την αύξηση της βόσκησης, τον αυξημένο τουρισμό, ή την υπερσυλλογή από βοτανικούς ή κηπουρούς. Αν και η συνολική έκταση που καταλαμβάνεται από το υποείδος δεν είναι μεγαλύτερη των 20 km2, είναι μάλλον απίθανο ότι οι ανθρώπινες ενέργειες ή κάποια τυχαία γεγονότα μπορεί να οδηγήσουν το υποείδος στην κατηγορία των Kρισίμως Κινδυνευόντων σε βραχύ χρονικό διάστημα. Με βάση τα παραπάνω και τον συνολικό πληθυσμό που προφανώς ξεπερνά τα 1.000 ώριμα άτομα, προτείνεται η κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ) για το υποείδος, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέρος των υποπληθυσμών ή όλοι οι υποπληθυσμοί πρέπει να περιφραχθούν, για να αποκλεισθεί η βόσκηση από τα ζώα και η αναγέννηση της βλάστησης πρέπει να παρακολουθείται για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή που δεν είναι περιφραγμένη ως μέτρο σύγκρισης. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο περαιτέρω περίφραξης, με κατάλληλη αποζημίωση στους παραδοσιακούς χρήστες της γης, τους τοπικούς κτηνοτρόφους και τους χωρικούς. Η συλλογή θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί (εάν αυτό δεν αποτελεί από μόνο του απειλή) ώστε να αναπτυχθούν φυτά σε καλλιέργεια και να δημιουργηθούν ex situ υποπληθυσμοί, από τους οποίους θα μπορούσε να αναπαραχθεί επιπλέον υλικό και να διανεμηθεί στους Βοτανικούς Κήπους. Τα σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα παρείχε την επιλογή μίας μελλοντικής επανεισαγωγής ή πειραματισμούς ενίσχυσης του πληθυσμού εάν οι αυτοφυείς υποπληθυσμοί μειωθούν κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FED1FECA98C7378AFA36FA85	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FED2FEC498DE378AFA35FE1D.text	9E288790FED2FEC498DE378AFA35FE1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Paramoltkia doerfleri (Wettst.) Greuter & Burdet	<div><p>Paramoltkia doerfleri (Wettst.) Greuter &amp; Burdet</p><p>Boraginaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Paramoltkia doerfleri (Wettst.) Greuter &amp; Burdet in Willdenowia 11(1): 39 (1981).</p><p>Τύπος: [Αλβανία] " Albania, distrikt Hasi". To είδος είναι γνωστό από 5 Σύντυπους που αντιστοιχούν στις συλλογές του I. Dörfler 446, 450, 472, 502, 848 στην ΒΑ. Αλβανία μεταξύ του Μαΐου και του Ιουλίου του 1918. (Σύντυποι: Β, ΜU και πιθανώς W ή WU).</p><p>Συνώνυμα: Moltkia doerfleri Wetst. in Kaiserl. Akad. Wiss. Wien, Math.,-Naturwiss. Kl. Anz. 55: 285 (1918).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με βαθύχρωμο, παχύ, ελαφρά διακλαδιζόμενο ρίζωμα. Στέλεχος 20-50 cm, όρθιο, απλό ή ελαφρώς διακλαδιζόμενο, χωρίς φύλλα στην βάση, με αρκετά φύλλα στο ανώτερο τμήμα του, κυλινδρικό, διαμέτρου 1,5-3 mm, με αρθρωτές, πιεσμένες τρίχες στο κατώτερο τμήμα του και σχεδόν αφιστάμενο τρίχωμα στο ανώτερο τμήμα του. Φύλλα 20-45 (ή ίσως έως 80) x 5-12 mm ή τα κατώτερα μικρότερα, σχεδόν άμισχα, ελλειπτικά, οξύληκτα, με αραιό τρίχωμα στην επάνω επιφάνεια και πυκνότερο, πιεσμένο, σκληρό τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια. Άνθη σχεδόν άμισχα, σχηματίζοντα βραχεία, πυκνή ταξιανθία βότρυ, με 2-5 (ή ίσως έως 20) άνθη φέροντα βράκτια. Κάλυκας 8-12 mm, διαιρούμενος σχεδόν μέχρι την βάση σε γραμμικούς, έντονα τριχωτούς λοβούς. Στεφάνη μήκους 12-15(-20) mm, συμπεριλαμβανομένων των πλατειών, αρθρωτών οδόντων, σωλήνας στεφάνης εξωτερικά με επικαθήμενη τρίχωση στα δείγματα από την Ελλάδα, με βαθύ κυανοπόρφυρο χρώμα. Στήμονες εντός του σωλήνα της στεφάνης, ανθήρες μήκους 2-3 mm, με βλεφαριδωτό κράσπεδο. Καρπίδια άγνωστα στο υλικό από την Ελλάδα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 112 (Grau 1968) και n =48 (Fürnkranz 1967). Oι Cecchi &amp; Selvi (2009) δίνουν τον χρωμοσωματικό αριθμό ως 2 n =110+2-3 Β και σημειώνουν ότι ένας τέτοιος χρωμοσωματικός αριθμός είναι άγνωστος στα Lithospermeae και πολύ σπάνιος στα Bor-Boraginaceae.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος-Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Κ. και Ν. Βαλκανικής, το οποίο απαντά εκτός της Ελλάδος, μόνον στην ΒΑ. Αλβανία και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Στην Ελλάδα είναι γνωστό αποκλειστικά από μία θέση στον Νομό Ιωαννίνων, Επαρχία Κονίτσης, περίπου 1 km ΒΔ. του χωχω-- ριού Ελεύθερο.</p><p>Βιότοπος: Στην μοναδική γνωστή θέση της, η Paramoltkia doerfleri αναπτύσσεται σε ανοίγματα κωνοφόρων δασών, σε σερπεντινικό έδαφος με αραιή κάλυψη άλλων θάμνων και φυτών, στα 900 m. Εφόσον το είδος αυτό περιορίζεται αποκλειστικά σε σερπεντινικά εδάφη, τότε οι θέσεις του, αν υπάρχουν περισσότερες, θα είναι σίγουρα διεσπαρμένες και απομονωμένες μεταξύ τους.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Paramoltkia doerfler i ανακαλύφθηκε από τον I. Dörfler και περιγράφηκε από τον Wettstein το 1918 ως Moltkia doerfleri Wetts. Το γένος Paramoltkia Greuter δημιουργήθηκε το 1981 για να συσυ-- μπεριλάβει το είδος M. doerfleri, το οποίο δεν ταιριάζει σε καμία από τις δύο φυσικές ομάδες της Moltkia (Greuter 1981) . Πρόσφατες μοριακές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι το γένος Paramoltkia δεν είναι φυλογενετικά συγγενές με το Moltkia αλλά με τα γένη Ηalacsya Dörfl., Mairetis I. M. Johnst. και Μoltkiopsis I. M. Johnst. (Cecchi &amp; Selvi 2009). Ο ελληνικός πληθυσμός εντοπίσθηκε σε ανθοφορία στα τέλη Ιουνίου του 2005 (Snogerup &amp; Snogerup 2006). Χρειάζεται να ξαναγίνει επίσκεψη στην θέση όπου εντοπίσθηκε ο πληθυσμός, προκειμένου να συλλεχθούν άτομα με καρπούς και να διαπιστωθεί εάν το ελληνικό υλικό, το οποίο χαρακτηρίζεται από ελαφρώς μικρότερα και εξωτερικώς τριχωτά άνθη, αξίζει να αναγνωρισθεί ως ξεχωριστό taxon.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η κατάσταση του πληθυσμού δεν είναι αρκετά γνωστή, δεδομένου ότι παρατηρήθηκαν λίγα μόνο, κατεσπαρμένα άτομα. Το ρίζωμα του είδους διακλαδίζεται στο τέλος του καλοκαιριού και δημιουργεί αρκετούς οφθαλμούς, που στη συνέχεια θα δώσουν νέα στελέχη. Είναι λοιπόν πιθανό, μεγάλο μέρος του πληθυσμού να προέρχεται από έναν κλώνο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο είδος θα πρέπει να χαρακτηρισθεί σύμφωνα με την IUCN (2001), ως ένα Κινδυνεύον (EN) EN)) μέλος της ελληνικής χλωχλω-- ρίδας,εφόσον έχει μόλις προσφάτως βρεθεί σε μία μόνο τοποθεσία, η οποία έχει ανεπαρκώς μελετηθεί. Η αξιολόγησή του στην συγκεκριμένη κατηγορία ενισχύεται με βάση το γεγονός ότι ο ελληνικός πληθυσμός αποκλίνει σε ορισμένους μορφολογικούς χαρακτήρες από τα φυτά της Αλβανίας.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας για το είδος αυτό. Όπως φαίνεται από τα ανωτέρω, απαιτείται περαιτέρω έρευνα και παρακολούθηση του είδους προκειμένου να υπάρξει ένα επαρκές υπόβαθρο γνώσεων για την αποτελεσματική του προστασία.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FED2FEC498DE378AFA35FE1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEDCFEC698DE367EFA35FDAA.text	9E288790FEDCFEC698DE367EFA35FDAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Petteria ramentacea (Sieber) C. Presl	<div><p>Petteria ramentacea (Sieber) C. Presl</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Petteria ramentacea (Sieber.) C. Presl in Abh. Königl. Böhm. Ges. Wiss. Ser. 5, 3: 570 (1845).</p><p>Τύπος: Δεν έχει αναζητηθεί.</p><p>Συνώνυμα: Cytisus ramentaceus Sieber in Flora 5(1): 242 (1822).</p><p>Περιγραφή: Θάμνος ύψους μέχρι 2 m, δίχως άκανθες, ώριμοι κλάδοι όρθιοι, κυλινδρικοί ή με ασαφείς γραμμώσεις, λείοι, νεαροί κλάδοι με αραιό, πιεσμένο τρίχωμα. Φύλλα τριμερή, μίσχος 15-50 mm, φυλλάρια ελλειπτικά έως αντωοειδή, αποστρογγυλωμένα, ενίοτε με κορυφαία εγκόλπωση, λεία στην πάνω επιφάνεια, με πιεσμένο τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια κατά μήκος του κύριου νεύρου και των κρασπέδων. Άνθη σε ακραίους, όρθιους βότρεις μήκους 4-8 cm, με 6-20 άνθη. Κάλυκας κωδωνοειδής-χοανοειδής, δίχειλος, με επικαθήμενη τρίχωση, άνω χείλος χωρισμένο μέχρι τα 2/3, κάτω χείλος με 3 οδόντες. Στεφάνη κίτρινη, πέτασος 16-22 x 13-15 mm,, εγκολπωεγκολπω-- μένος, πτέρυγες σχεδόν ισομήκεις έως βραχύτερες του πετάσου. Στήμονες μονάδελφοι. Χέδρωπας 35-50 x 7-10 mm,, λείος, υποκάστανος, συχνά με μικρό στύπο, κράσπεκράσπε-- δα ελαφρώς διογκωμένα, απόληξη ακιδωτή. Σπέρματα 5-9, πορτοκαλόχροα-καστανά.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: H Petteria ramentacea είναι ένα βαλκανικό ενδημικό είδος. Εξαπλώνεται στην Αλβανία, την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Μεταξύ άλλων έχει συλλεχθεί στο Μπεράτι της Αλβανίας, περίπου 70 km Β. των ελληνοαλβανικών συνόρων (Demiri 1983), στις δαλματικές ακτές, στη Boka Kotorska στα σύνορα Μαυροβουνίου και Κροατίας (MagasMagass 2002) και το ΕθνιΕθνι-- κό Πάρκο Sutjeska στη ΝΑ. Βοσνία-Ερζεγοβίνη (Rapaic 2006). Στην Ελλάδα έχει βρεθεί σε μία μόνο τοποθεσία, στο βραχώδες οικοσύστημα του ποταμού Αχέροντα στο ύψος της Σκάλας Τζαβέλαινας, στην περιοχή του Σουλίου του Νομού Πρεβέζης (Chitos &amp; Thanopoulos 1998).</p><p>Βιότοπος: Ο πληθυσμός της Petteria ramentacea φύεται στα κατακόρυφα, βραχώδη ασβεστολιθικά πρανή του ποταμού Αχέροντα, σε υψόμετρο 115 m περίπου. ΠεριβάλΠεριβάλ-- λεται από αραιή ή περισσότερο πυκνή μακία βλάστηση και συνυπάρχει, μεταξύ άλλων, με τα είδη: Anthyllis hermanniae, Arabis sagittata, Ceratonia siliqua, Cistus creticus, Cotinus coggygria, Crepis dioscorides, Erica manipuliflora, Hippocrepis emerus subsp. emeroides, Phlomis fruticosa, Pistacia lentiscus,, P.. terebinthus,, PtilostemonPtilostemon chamaepeu-chamaepeuce, Quercus coccifera, Q. ilex, Silene gigantea, S. latifolia, S. vulgaris, Spartium junceum κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Petteria είναι μονοτυπικό, περιλαμβάνει, δηλαδή, μόνο ένα είδος. Τα άτομα της Petteria εμφανίζουν μία επιφανειακή ομοιότητα με είδη του γένους Laburnum ιδιαίτερα όταν δεν βρίσκονται σε ανθοφορία. Ωστόσο, δεν διαθέτουν τις κρεμάμενες ταξιανθίες του τελευταίου γένους.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Petteria ramentacea έχει εντοπισθεί στην Ελλάδα μόνο σε μια τοποθεσία. Ο πληθυσμός της είναι γεωγραφικά απομονωμένος από τους πλησιέστερους πληθυσμούς της Αλβανίας. Στη πρώτη επίσκεψη στον βιότοπο του είδους το 1996 είχαν καταγραφεί 5 άτομα, όμως, σε μία δεύτερη επίσκεψη την άνοιξη του 2008 μετρήθηκαν περίπου 100 άτομα. Αν και σημαντικά τμήματα της περιοχής δεν είναι προσιτά εξαιτίας του απόκρημνου χαρακτήρα του οικοσυστήματος, ο πληθυσμός του είδους δεν αναμένεται να είναι μεγάλος.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό αριθμό των ατόμων του μοναδικού πληθυσμού της Petteria ramentacea και τη μικρή έκταση που καταλαμβάνει, προτείνουμε τον χαρακτηρισμό του είδους ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001). Η απόκρημνη τοποθεσία, στην οποία φύφύ-- εται το είδος, δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον που το προστατεύει από τη δράση των μεγάλων χορτοφάγων ζώων. Ωστόσο, ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η διάνοιξη μονοπατιών, έχουν ήδη προκαλέσει την καταστροφή ορισμένων ατόμων στο βιότοπο του Αχέροντα. Επίσης, δεν είναι γνωστή η επίδραση που μπορεί να έχει στον πληθυσμό του είδους μία μεγάλη πυρκαγιά.</p><p>Μέτρα προστασίας: Tο είδος περιορίζεται σε μία μόνο τοποθεσία, της οποίας το ιδιαίτερο ανάγλυφο δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον, που το προστατεύει από δυσμενείς παράγοντες, όπως πιθανώς η βόσκηση. Οποιαδήποτε διάνοιξη δρόμου ή μονοπατιού που μπορεί να περιορίσει τον αριθμό των ατόμων πρέπει να αποφευχθεί. Η χάραξη περιπατητικών μονοπατιών θα πρέπει να σχεδιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταστρέφει άτομα, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν. Επιβάλλεται η παρακολούθηση της εξέλιξης και της παρουσίας του είδους, ώστε να αντιμετωπισθούν εγκαίρως μελλοντικοί κίνδυνοι.</p><p>Συνιστάται η συλλογή σπερμάτων και η φύλαξη τους σε Τράπεζα Γενετικού Υλικού και η καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπους, με σκοπό τη μελέτη της βιολογίας του και την δυνατότητα επαναεισαγωγής ατόμων, σε περίπτωση καταστροφής του πληθυσμού. Ο βιότοπος του είδους ανήκει στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, με τον κωδικό GR2120008 και την ονομασία Όρη Παραμυθιάς, στενά Καλαμά και στενά Αχέροντα.</p><p>Θεόδωρος Χήτος &amp; Ροίκος Θανόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEDCFEC698DE367EFA35FDAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEDEFEC198DE378AFA3EFAE0.text	9E288790FEDEFEC198DE378AFA3EFAE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Phitosia crocifolia (Boiss. & Heldr.) Kamari & Greuter	<div><p>Phitosia crocifolia (Boiss. &amp; Heldr.) Kamari &amp; Greuter</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύoν (EN)</p><p>Phitosia crocifolia (Boiss. &amp; Heldr.) Kamari &amp; Greuter in Bot. Chron. 13: 14 (2000).</p><p>Λεκτότυπος (Babcock 1947: 489): [ΕλλάςΕλλάς (Pe), Πελοπό-Πελοπόνησος, Νομός Μεσσηνίας] "in regione excelsiori Taygeti loco Hagia Paraskevi dicto", 24 Jul. 1844, Heldreich 373 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Crepis crocifolia Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. 7: 14 (1846).</p><p>Soyeria crocifolia (Boiss. &amp; Heldr.) Sch. Bip. in Jahresber. Pollichia 22-24: 322 (1866).</p><p>Hieraciodes crocifolium (Boiss. &amp; Heldr.) Kuntze, Revis. Gen. Pl. 1-2: 345 (1891).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος,σχηματίζον μεγάλες,συμπαγείς, χλοώδεις συστάδες, με λεπτή, διακλαδισμένη ξυλώδη ρίζα, περιβαλλόμενη από πολλά πυκνά, καστανά φύλλα βάσης. Βλαστοί αρκετοί, όρθιοι, λεπτοί, ύψους μέχρι 37 cm, αραιώς διακλαδισμένοι. Φύλλα βάσης πολυάριθμα, 3-15 x 0,2-0,5 cm,, γραμμοειδή έως στενώς αντιλογχοαντιλογχο-- ειδή, ακέραια, λεία. Ταξιανθία κεφάλιο με 9-15 άνθη, με μακρείς (μέχρι 15 cm) ποδίσκους. Περίβλημα κεφαλίου διαστάσεων 8-11 x 6-8 mm,, κωνικό-κωδωνοειδές, κακα-- λυμμένο με αραιό λευκωπό τρίχωμα. Εξωτερικά βράκτια βραχύτερα από το μισό των εσωτερικών, γραμμωτά,βαθυπράσινα, εσωτερικά βράκτια 8-10, λογχοειδή, οξύληκτα, λεία εσωτερικά. Ανθοδόχη λεία. Στεφάνη μήκους 10-15 mm, κίτρινη, σωλήνες ανθέων λείοι. Αχαίνια μήκους 5-7 mm, κιτρινοκάστανα, με περίπου 20 λεπτές γραμμώσεις.</p><p>Xρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Iατρού 1986, Kamari 1991, 1994, 1995a,k και Kamari &amp; Greuter 2000).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Ιουνίου έως τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενοενδημικό είδος του ελλαδικού χώρου. Περιορίζεται στα υψηλότερα υψόμετρα της οροσειράς του Ταΰγέτου, όπου είναι γνωστό μόνο από λίγους, μικρούς, διασκορπισμένους υποπληθυσμούς από την κορυφή Ξεροβούνα στο βόρειο τμήμα του όρους μέχρι την Μαυροβούνα στο νότιο, όπου αναπτύσσεται ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός της. Τα περισσότερα άτομα συγκεντρώνονται γύρω από την υψηλότερη κορυφή του Προφήτη Ηλία.</p><p>Βιότοπος: Το είδος Phitosia crocifolia αναπτύσσεται σε ασβεστολιθικά εδάφη, σε ξηρές πετρώδεις πλαγιές και σχισμές κατακόρυφων βράχων και σε χαράδρες, στα ανώτερα υψόμετρα (1.600-2.130 m) του όρους Ταύγετου. Προσφάτως ανακαλύφθηκαν άτομα του είδους στις ξηρές πλευρές του εντυπωσιακού φαραγγιού του Ριντόμου, σε σχετικώς χαμηλό υψόμετρο των 1.350 m ((Κυριακόπουλος, αδημοσίευτα δεδομένα). Η P. crocifolia εμφανίζεται τοπικά, σε θέσεις σχετικώς προστατευμένες από την βόσκηση, σε διασκορπισμένους υποπληθυσμούς, οι οποίοι αποτελούνται από λίγα άτομα (συχνά λιγότερα από 5-15), τα οποία σχηματίζουν μεγάλες συμπαγείς μάζες ή προσκεφαλόμορφους σχηματισμούς.</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Το γένος Phitosia Κamari &amp; Greuter είναι ένα μονοτυπικό μέλος της μεγάλης ομάδας των CiCi-- chorieae ( Lactuceae), στην οποία ο χρωμοσωματικός αριθμός x = 9 είναι ο περισσότερο συχνός και ο βασικός (αρχέγονος) αριθμός σε όλη την ομάδα (Stebbins &amp; al. 1953). Mέχρι το 2000 εθεωρείτο ότι η Phitosia ανήκε στο γένος Crepis (Βabcock 1947). Όμως, ο ασυνήθιστος χρωμοσωματικός της αριθμός, 2 n = 18, καθώς και η μορφολογία του καρυοτύπου της Phitosia crocifolia (Kamari 1991, 1994, 1995 a,k, Kamari &amp; Greuter 2000) διαφέρουν όχι μόνο από τα θεωρούμενα ως συγγενικά είδη Crepis guioliana και C. athoa (ενδημικά της Β. Ελλάδας), αλλά και από όλα τα μέχρι σήμερα χρωμοσωματικά δεδομένα, που έχουν δημοσιευθεί για το γένος Crepis .</p><p>Επιπροσθέτως, δεδομένα από μια προσεκτική μελέτη των μορφολογικών και κυτταρολογικών γνωρισμάτων, βασισμένη τόσο σε αποξηραμένο όσο και σε ζωντανό υλικό, έδειξε ότι η P. crocifolia διαφέρει από όλα τα είδη του γένους Crepis, αλλά και από όλα τα άλλα γένη των Cichorieae σε ένα αρκετό αριθμό σημαντικών μορφολογιμορφολογι-- κών χαρακτήρων, εμφανών κυρίως με την χρήση οπτικού ή ηλεκτρονικού μικροσκοπίου (Kamari &amp; Greuter 2000).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μικροί υποπληθυσμοί αναπτύσσονται κυρίως σε θέσεις του όρους Ταύγετος, που δεν υφίστανται υπερβολική βόσκηση. Σε παρόμοιες θέσεις φύονται επίσης και πολλά άλλα ενδημικά taxa, όπως π.χ. τα Achillea taygetea, Aethionema carlsbergii, Campanula papillosa, Crepis heldreichiana, Jurinea taygetea, Minuartia juniperina subsp. glandulifera, Onosma leptantha, Scabiosa taygetea subsp. taygetea, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, Silene taygetea κ.ά. O μεγαλύτερος υπουπο-- πληθυσμός, στην κορυφή Μαυροβούνα, αποτελείται από αρκετές εκατοντάδες ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Phitosia crocifolia είναι ένα στενοενδημικό είδος περιορισμένο μόνο στις υψηλότερες θέσεις του Ταΰγέτου, σε μία περιοχή που βόσκεται υπερβολικά από αιγοπρόβατα. Η εγγενής αναπαραγωγική ικανότητα του είδους πολύ συχνά διακόπτεται από την κατανάλωση των ανθισμένων τμημάτων του από τα ζώα, ώστε κάθε έτος σχηματίζεται μόνο ένας μικρός αριθμός αχαινίων, ικανών να δημιουργήσουν νέα άτομα. Αποτέλεσμα τούτου είναι, το είδος να αναπαράγεται κυρίως βλαστητικά. Η δυσκολία δημιουργίας νέων ατόμων από σπέρματα οδηγεί σε σταδιακή μείωση των φυτών του κάθε υποπληθυσμού, τα οποία πλέον περιορίζονται σε θέσεις απρόσιτες ή δυσπρόσιτες στα ζώα (χαράδρες, σχισμές κατακόρυφων βράχων, κρημνοί). Ως εξαίρεση, στην κορυφή Ξεροβούνα μετρήθηκαν 50 άτομα και στην κορυφή Μαυροβούνα (όπου εντοπίζεται ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός) μετρήθηκαν περίπου 1.000 άτομα το 1999 (Κωνσταντινίδης, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Η Phitosia crocifolia προτείνεται να χαρακτηρισθεί ως Κινδυνεύον (EN), σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001), διότι η συνολική περιοχή εξάπλωσής του είναι μικρή, κατακερματισμένη και ο αριθμός των γνωστών υποπληθυσμών μικρός. Η συνεχής βόσκηση οδηγεί σε σταδιακή μείωση των ωρίμων ατόμων, ενώ ορισμένοι εξαιρετικά ολιγομελείς υποπληθυσμοί κινδυνεύουν με εξαφάνιση στο εγγύς μέλλον. Η ένταξη του είδους στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) υποστηρίζεται από τα κριτήρια Β1a,b(iii,iv,v)+2a, b(iii,iv,v) της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Phitosia crocifolia περιλαμβάνεται, ως Crepis crocifolia, στην συνθήκη της Βέρνης, στην Οδηγία 92/43 EE, στο Προεδρικό Διάταγμα 67/81 και επίσης στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (κωδικός: 1786), με βάση τα οποία θεωρητικώς νομοθετικά προστατεύεται. Ωστόσο, πρακτικά δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ενέργεια η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη επιβίωση της P. crocifolia στο μέλλον. Ως σημαντικό βήμα στην προστασία τουλάχιστον ορισμένων υποπληθυσμών του είδους (ιδιαίτερα αυτών στις κορυφές Ξεροβούνα, Μαυροβούνα και Προφήτης Ηλίας) προτείνεται να προστατευτούν οι βιότοποί τους από τη βόσκηση αιγοπροβάτων. Κάτι τέτοιο θα συμβάλλει επίσης στην προστασία πολλών ακόμη στενότοπων και ελληνικών ενδημικών ειδών του Ταύγετου. Οριστική λύση στην διατήρηση της υψηλής βιοποικιλότητας της περιοχής θα έδινε η ανακήρυξη τμήματος του όρους σε Εθνικό Δρυμό, τον πρώτο στα γεωγραφικά όρια της Πελοποννήσου.</p><p>Προτείνεται, ακόμη, η διατήρηση αχαινίων της P.. croci-crocifolia σε Τράπεζες Σπερμάτων, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρησή τους, καθώς και η καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπους. Σε μια προσπάθεια να εξασφαλισθεί η ex situ διατήρηση της P. crocifolia, λίγα φυτά καλλιεργούνται στον πειραματικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Η μή δημιουργία ωρίμων αχαινίων στα δέκα έτη καλλιέργειας του είδους στο Πανεπιστήμιο Πατρών επιβάλει την προσεκτική μελέτη του τρόπου αναπαραγωγής του είδους, τόσο στο πεδίο όσο και σε συνθήκες καλλιέργειας.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Werner Greuter &amp; Χαράλαμπος Κυριακόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEDEFEC198DE378AFA3EFAE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEDBFEDC98C7367CFA36F819.text	9E288790FEDBFEDC98C7367CFA36F819.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Phoenix theophrasti Greuter	<div><p>Phoenix theophrasti Greuter</p><p>Palmae</p><p>Phoenix theophrasti Greuter in Bauhinia 3(2): 243 (1967).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ), ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Λασιθίου]] "propro-- pe Vái, in plano arenoso vel argilloso juxta mare lucum formans", 2 Oct. 1966, Greuter 7650 (Ολότυπος: PALGreuter. Ισότυποι: B, G, UPA, K, W, κ.α.).</p><p>Περιγραφή: Δένδρο με έναν ή περισσότερους κύριους κορμούς, ύψους μέχρι 10-12 m, συμπεριλαμβανομένου του φυλλώματος, περιβαλλόμενους από βραχύτερες πυκνές συστάδες βλαστών που εκφύονται από την βάση. Κάθε κορμός σχηματίζει στην κορυφή του δέσμη πτεροσχιδών φύλλων, μήκους 3-5 m, που δημιουργούν σφαιρική κόμη. Φυλλάρια φθάνοντα το μήκος των 40 cm,, γραμμογραμμο-- ειδή, αναδιπλωμένα κατά το μήκος τους, με οξεία κορυφή. Βάση των φύλλων με οξύληκτες ισχυρές άκανθες, περιβάλλουσες τον μίσχο, προερχόμενες από μετασχηματισμό των κατωτέρων φυλλαρίων. Άρρενες και θήλεις ταξιανθίες σχηματιζόμενες σε διαφορετικά άτομα (δίοικο φυτό), περικλειόμενες μεταξύ των ακανθωτών βάσεων των φύλλων. Οι άρρενες ταξιανθίες (φόβες) περικλείονται από σπάθες. Οι θήλεις ταξιανθίες (φόβες) είναι μεγαλύτερες, απλωτές, αποτελούμενες από πυκνά, ανοικτοκίτρινα άνθη. Καρπός δρύπη, καστανοκίτρινος στην αρχή, τελικώς μελανόχρους, μη εδώδιμος, 1,5 x 1 cm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 36 (Röser 1994).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η κύρια περιοχή εξάπλωσης του Phoenix theophrasti ευρίσκεται στην Κρήτη (Βάι, Νομός Λασιθίου), όπου συναντάται και ο μεγαλύτερος πληθυσμός του είδους (μερικές χιλιάδες άτομα). Στην Κρήτη εμφανίζεται, επίσης, σε μερικές άλλες θέσεις, υπό μορφή μικρών συστάδων, όπως π.χ. στο Μονοφάτσι (200 άτομα), στην Πρέβελη (100 άτομα) κ.α. Εκτός από την Κρήτη, το είδος εμφανίζεται επίσης σε μεμονωμένες συστάδες ολίγων ατόμων σε διάφορα νησιά του Ν. και Α. Αιγαίου, όπως στη Νίσυρο (5 άτομα), την Κω (20 άτομα), την Αμοργό και ενδεχομένως την Ανάφη. Επίσης, διαπιστώθηκε προσφάτως η ύπαρξη του φοίνικα και στην Πελοπόννησο (Επίδαυρος) με την παρουσία 10 ατόμων (Turland &amp; al. 1993, Thymakis 2003). Εκτός της Ελλάδας, το είδος είναι γνωστό από τα παράλια της Μικράς Ασίας, ιδιαίτερα στην περιοχή της Αττάλειας (ΝΔ. Τουρκία).</p><p>Βιότοπος: Το φοινικοδάσος του Βάι παρουσιάζει μοναδική σπουδαιότητα, λόγω του σπανιότατου τύπου οικοτόπου, στον οποίον αναπτύσσεται (Τσιαούση κ.ά. 2002). Σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ "για την προστασία των τύπων οικοτόπων και των ειδών της άγριας πανίδας και της αυτοφυούς χλωρίδας", οι οικότοποι με φοινικοδάση, όπως αυτός του Βάι, αποτελούν τύπο οικοτόπου προτεραιότητας με τον κωδικό *9370. Συγκεκριμένως, το φοινικοδάσος του Βάι ευρίσκεται στο βύθισμα μίας υδρολογικής λεκάνης, που εκβάλλει στον ομώνυμο όρμο. Το δάσος εξαπλώνεται σε μία κοιλάδα πλάτους 100-250 m και μήκους περίπου 750 m,, εκτείνεται δε μέχρι την παραλία,καταλαμβάνοντας έκταέκτα-- ση περίπου 120 στρεμμάτων. Εντός του δάσους των φοινίκων απαντούν, επίσης, τα είδη Vitex agnus-castus, Pistacia lentiscus, Quercus coccifera, Nerium oleander κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα στενώς συγγενή είδη του Phoenix theophrasti είναι ο Ph. dactylifera L., ο οποίος είναι καλλιεργούμενο είδος με μεγάλους εδώδιμους καρπούς που σχηματίζουν κρεμαστή φόβη, η οποία δεν εσωκλείεται στην βάση των φύλλων, καθώς επίσης και ο Ph.. canar- canariensis Hort. ex Chabaud, από τις Καναρίους Νήσους, με καρπούς μη εδώδιμους, αλλά ο οποίος διαφέρει, μεταξύ άλλων, στο ότι έχει έναν και μόνο κορμό, προερχόμενο όχι από παραφυάδες, ισχυρότερο από τον Ph. theophrasti και υψηλότερο (Greuter 1995).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η σημερινή κατάσταση του φοινικοδάσους στο Βάι είναι απολύτως εξαρτημένη από την τουριστική εκμετάλλευση της περιοχής, αλλά και από την αλλαγή χρήσης γης, η οποία έχει πραγματοποιηθεί πριν από μερικά χρόνια. Στη μελέτη των Τσιαούση κ.ά. (2002) αναφέρονται λεπτομερώς οι σοβαροί κίνδυνοι για την τύχη του φοινικοδάσους από τους ανωτέρω παράγοντες. Μεταξύ των άλλων, σημειώνεται ότι για την "βελτίωση" της όψης του δάσους πραγματοποιούνταν εκτεταμένες κοπές των ξερών φύλλων καθώς και η απομάκρυνσή τους. Αλλά, πέραν από το γεγονός ότι τα ξερά φύλλα με την αποικοδόμησή τους αποτελούν πηγή θρεπτικών ουσιών, η απομάκρυνσή τους άνοιξε τον υπόροφο των συστάδων με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ανταγωνιστικών ειδών όπως το Nerium oleander κ.ά.!</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Θα αναφερθούμε, ιδιαιτέρως, στο δάσος του Βάι, δεδομένου ότι αποτελεί την κύρια θέση εμφανίσεως του Phoenix theophrasti στον ελλαδικό χώρο, εν αντιθέσει προς τις υπόλοιπες θέσεις. Πολλοί και διάφοροι είναι οι κίνδυνοι που απειλούν το δάσος του Βάι. Αναφέρουμε τους κυριότερους: Η εκτεταμένη βόσκηση αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, αφού τα νεαρά άτομα που φύονται ή φυτεύονται στις περιοχές αποκαταστάσεως, προτιμούνται ιδιαίτερα από τις γίδες που βόσκουν ελεύθερες στην περιοχή. Η υποβάθμιση του μικροπεριβάλλοντος της παραλιακής ζώνης που ευρίσκεται εκτός της περίφραξης, από την συνεχή καταστροφή των θινών και την αποκάλυψη του ριζικού συστήματος των δένδρων ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα σταθερότητας και θρέψης στα φυτά. Αιτία αυτού του φαινομένου είναι η ισοπέδωση της άμμου, με μηχανικά μέσα, για τουριστικούς λόγους. Επιπλέον, τα δέντρα του φοίνικα κινδυνεύουν από την προσβολή του μύκητα Graphiola phoenicus και την πιθανότητα προσβολής από το κολεόπτερο Rhynchophorus ferrugineus (Θυμάκης 2007, Thymakis &amp; al. 2006), το οποίο έχει εξαπλωθεί σε όλη την Κρήτη και μπορεί να προσβάλλει επίσης τον Ph. theophrasti . Τέλος, αλλαγές στην επάρκεια του υδροφόρου ορίζοντα της περιοχής του Βάι αναμένεται να δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα στη μακροχρόνια διατήρηση του είδους. Ο πληθυσμός της Βαγιωνιάς (Επίδαυρος) αποτελεί την μοναδική εμφάνιση του Ph. theophrasti στην ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος). Αποτελείται μόνον από δέκα άτομα, και έχει άμεση ανάγκη προστασίας in situ. Oμοίως, χρειάζεται να προστατευθούν οι μικρής έκτασης περιοχές, συχνά απομακρυσμένες από οικισμούς και εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητες, που φιλοξενούν το είδος στα νησιά του Αιγαίου. Προτείνεται για τον Ph. theophrasti η κατηγορία Τρωτό (VU) καθόσον, σύμφωνα με την IUCN (2001), πληροί τα κριτήρια Α2+3, B1a,b(i,iii,iv) και C1.</p><p>Μέτρα προστασίας: Όπως ήδη αναφέρθηκε, το φοινικόδασος του Βάι, με το μεγαλύτερο πληθυσμό του Ph. theΟphrasti, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ότι αφορά στην προστασία του. Με βάση τις προσωπικές μας εκτιμήσεις και την εμπεριστατωμένη μελέτη των Τσιαούση κ.ά. (2002) προτείνουμε τα εξής:</p><p>Διαχείριση επισκεπτών: Επιβάλλεται η οργάνωση πλαισίου λειτουργίας υποδομών διαχείρισης επισκεπτών και η αυστηρή εφαρμογή του. Στα πλαίσια αυτά, είναι απαραίτητη η ύπαρξη πληροφοριακού υλικού για την σημασία του φοινικοδάσους και την ανάγκη προστασίας του. Όπως, επίσης, είναι επείγουσα η ανάγκη να δοθεί λύση στο πρόβλημα των μικροπωλητών, της λειτουργίας των εστιατορίων κ.λπ.</p><p>Συστηματικός έλεγχος για την έγκαιρη αντιμετώπιση της πιθανότητας προσβολής των δένδρων από το κολεόπτερο Rhynchophorus ferrugineus και τον μύκητα Graphiola phoenicis . Εφαρμογή όλων των μέτρων που έχουν αποφασισθεί για την αποφυγή εξάπλωσης του Rh. ferrugineus στην Κρήτη.</p><p>Αποφυγή κοπής ξερών φύλλων: η κοπή και απομάκρυνση των ξερών φύλλων ευννοεί την ανάπτυξη στον ζωτικό χώρο του φοινικοδάσους ανταγωνιστικών ειδών όπως το Nerium oleander κ.ά.</p><p>Αποτροπή υβριδισμού: εφαρμογή της δασικής απαγορευτικής διάταξης της Δασικής Υπηρεσίας, για την φύτευση άλλων ειδών του γένους Phoenix στην εν λόγω περιοχή. Τούτο επιβάλλεται όχι μόνον για την αποφυγή υβριδισμού αλλά για την αποφυγή μολύνσεως από διάφορες μεταφερόμενες ασθένειες.</p><p>Κατάρτιση σχεδίου δράσης πυρασφαλείας.</p><p>Καθιέρωση ενός αποτελεσματικού συστήματος φύλαξης, καθ' όλη την διάρκεια του έτους και ιδιαιτέρως κατά τους θερινούς μήνες.</p><p>Επιπλέον, η ένταξη της περιοχής του Βάι στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, αναμένεται να έχει θετική επίπτωση στην προστασία του φοινικόδασους.</p><p>Οι μικρές, συνήθως μεμονωμένες συστάδες του Ph. theΟphrasti στην υπόλοιπη Ελλάδα χρειάζονται επιτόπια προστασία μέσω της διαφύλαξης των βιοτόπων τους. Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT έχει δημιουργηδημιουργη-- θεί μικροαπόθεμα του είδους στην περιοχή της Χρυσοσκαλίτισσας στη Δ. Κρήτη, έκτασης 22 στρεμμάτων.</p><p>Νίκος Θυμάκης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEDBFEDC98C7367CFA36F819	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEC4FEDF98DE367CFA3EFE78.text	9E288790FEC4FEDF98DE367CFA3EFE78.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Potentilla arcadiensis Iatrou	<div><p>Potentilla arcadiensis Iatroú</p><p>Rosaceae</p><p>Potentilla arcadiensis Iatroú in Candollea 40: 121 (1985).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Αρκαδίας] "Prov. Arkadia, in declivibus orientalibus montis Parnon; ad Monasterium Elona, in rupibus calcareis", c. 550 m, 7 Aug. 1983, Iatroú &amp; Kokkinos 1911 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πόα πολυετής, ημιξυλώδης στη βάση, σχηματίζουσα συστάδες.Στελέχη αρκετά, εύκαμπτα,οριζόντια έως ανορθoύμενα, σπανιότερα κρεμάμενα, μήκους 4-30 cm,, με τρίχωμα αφιστάμενο, αποτελούμενο από αδενώαδενώ-- δεις και περίπου ίσου αριθμού και μεγέθους μη αδενώδεις τρίχες. Παράφυλλα στα κατώτερα φύλλα πλάτους 3-5 mm, πρασινωπά, με λογχοειδή-οξύληκτα ωτία, μήκους 4-8 mm.. Φύλλα βάσης με 3, σπανίως με 5 φυλλάρια, μίμί-- σχος λεπτός, μήκους 2-5 cm, φυλλάρια αντωοειδή έως ευρέως αντωοειδή, πιεσμένο με μακρύ, μη αδενώδες τρίχωμα και βραχύτερες αδενώδεις τρίχες, διαστάσεων 12- 33 x 10-20 mm, με σφηνοειδή βάση, ευκρινείς νευρώσεις και οδοντωτό-πριονωτό κράσπεδο στο ανώτερο τμήμα τους, οδόντες οξείς έως, σπανιότερα, αποστρογγυλωμένοι φύλλα βλαστού μικροτέρων διαστάσεων. Tαξιανθία ακραία, κυματώδης, με αρκετά άνθη. Ποδίσκοι μήκους 5-15 mm. Σέπαλα και πέταλα όρθια έως αφιστάμενααστεροειδή, τμήματα επικαλυκίου ωοειδή-λογχοειδή, 3,0-4,5 x 1,5-2 mm, ελαφρώς βραχύτερα των σεπάλων. Πέταλα επιμήκη-ελλειπτικά, 4,5-6 x 2-2,5 mm, μακρύτερα των σεπάλων, ακρότομα και τριχωτά στην απόληξή τους. Νήματα στημόνων λεία, με ελαφρώς διευρυμένη βάση, ανθήρες κιτρινωποί, μήκους c. 1 mm, στύλος νηματοειδής, μήκους 2,5-3 mm, εύπτωτος, συνδεόμενος πλευρικά με το αχαίνιο. Αχαίνια μήκους 0,7-1 mm, ωοειδή-νεφροειδή, με στενό ραχιαίο πτερύγιο και τριχωτό ανώτερο τμήμα, επιφάνεια δικτυωτή-βοθριωτή.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Iatroú 1985).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: To είδος ανθίζει από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σπάνιο είδος, ενδημικό της ΝΑ. Πελοποννήσου. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό από λίγους υποπληθυσμούς στη χαράδρα μεταξύ του Λεωνιδίου και του Κοσμά, συμπεριλαμβανομένων και των διακλαδώσεων της, στον ανατολικό Πάρνωνα. Ένας ακόμη πληθυσμός βρέθηκε πρόσφατα στην ανατολική πλευρά του όρους Χιονοβούνι του νομού Λακωνίας (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006).</p><p>Βιότοπος: Η Potentilla arcadiensis είναι χασμοφυτικό είδος που εμφανίζεται σε απόκρημνους, σχεδόν απρόσιτους, κατακόρυφους ή σχεδόν κατακόρυφους κρημνούς από σκληρό ασβεστόλιθο, συνήθως σε ημισκιερά και προστατευμένα μέρη. Τα φυτά επιβιώνουν στις ρωγμές των βράχων, σε μικρές κοιλότητες ή σε στενές αναβαθμίδες όπου συγκρατείται ελάχιστο χώμα ή οργανικά υπολείμματα από τη γειτονική βλάστηση. Τα κρημνώδη συστήματα που φιλοξενούν το είδος εμφανίζουν τοπικά αναβλύσεις σταγόνων νερού ενώ οι υπερκείμενοι βράχοι πιθανώς λειτουργούν εν μέρει ως συσσωρευτές ή δεξαμενές παροχής υγρασίας στον βιότοπο του είδους. Οι περισσότεροι κρημνοί έχουν έκθεση βόρεια, βορειοδυτική ή βορειοανατολική, όμως δύο υποπληθυσμοί κοντά στη Μονή Αγίου Νικολάου Σίντζας έχουν έκθεση νότια και νοτιοανατολική. Η βλάστηση των περιοχών, στις οποίες εκτείνονται τα συστήματα των κρημνών που φιλοξενούν το είδος είναι μακία, με περισσότερο συνηθισμένα είδη τα Acer sempervirens, Arbutus andrachne, A. unedo, Ceratonia siliqua, Cotinus coggygria, Fraxinus ornus, Quercus coccifera, Q. ilex, Phillyrea latifolia, Pistacia lentiscus, P. terebinthus . Στους κρημνούς γύρω από τη Μονή της Έλωνας το είδος συνυπάρχει με άλλα σπάνια ή ενδημικά είδη όπως τα Asperula tαygetea, Campanula asperuloides, Petrorhagia grandiflora, Teucrium francisci-werneri . Γύρω από τη Μονή Αγίου Νικολάου Σίντζας με τα είδη Erica manipuliflora, Melica rectiflora, Minuartia pichleri, Scabiosa crenata subsp. breviscapa, και σε ένα υποπληθυσμό μαζί επίσης με το Adiantum capillus-veneris. Στη βόρεια πλευρά της Αετοράχης συνυπάρχει με τα είδη Adiantum capillus-ve--ve-veneris, Asperula boryana, Erica manipuliflora, Fraxinus ornus, Teucrium francisci-werneri .</p><p>Στο όρος Χιονοβούνι το είδος αναπτύσσεται σε ένα σύστημα κρημνών βόρειας έκθεσης, στην περιοχή του χωριού Χάρακας και συνυπάρχει με τα είδη Athamanta arachnoidea, Fraxinus ornus, Hedera helix, Quercus ilex, Pistacia lentiscus, Rhamnus sibthorpiana, Scabiosa hymettia, Scrophularia heterophylla var. heterophylla, ενώ σε πολύ κοντινή απόσταση φύεται το σπάνιο Hypericum taygeteum .</p><p>Όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί της Potentilla arcadiensis αναπτύσσονται σε ένα στενό εύρος υψομέτρου, από τα 450 m έως τα 650 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Potentilla arcadiensis είναι ένα ευδιάκριτο είδος, μέλος της P. subg. Fragariastrum και ταξινομικώς χωρίς στενούς συγγενείς στην Ελλάδα. Συγγενεύει όμως με την P. crassinervia Viv., η οποία είναι ενδημική της Κορσικής και της Σαρδηνίας και την P. libanotica Boiss., η οποία εξαπλώνεται στη Ν. Ανατολία, στη Δ. Συρία και το Λίβανο. Οι Parolly &amp; Nordt (2002) συγκρίνουν την P. arcadiensis με τα είδη P. ulrichii Parolly &amp; Nordt, P. nerimaniae H. Duman και P. davisii R. R. Mill &amp; H. Duman, ενδημικά της Ανατολίας, και εντοπίζουν τις μορφολογικές διαφορές τους, μεταξύ άλλων, στη μορφή του τριχώματος, στο μέγεθος των μίσχων των φύλλων, στις διαστάσεις του επικαλύκιου και στην διαμόρφωση της επιφάνειας των καρπιδίων.</p><p>Η διπλοειδής P. arcadiensis φαίνεται να ανήκει σε μία παλαιά ομάδα φυτών με μικρή ή ασυνεχή και διακεκομμένη περιοχή εξάπλωσης. Οι Tan &amp; Iatrou (2001) θεωρούν ότι τα μέλη της ομάδας μετανάστευσαν κατά το παρελθόν από την βόρεια Ευρώπη στη Μεσόγειο και εκεί διαφοροποιήθηκαν περαιτέρω.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Potentilla arcadiensis είναι πολύ τοπικό είδος και απουσιάζει από περιοχές που φαινομενικά πληρούν όλα τα απαραίτητα οικολογικά κριτήρια για να το φιλοξενούν, ακόμη και σε θέσεις γειτονικές των γνωστών υποπληθυσμών. Στην περιοχή της Έλωνας το είδος σχηματίζει έναν ασυνεχή υποπληθυσμό, διασκορπισμένο σε τρεις κυρίως θέσεις, οι οποίες αριθμούν 30-35 συστάδες φυτών η κάθε μία και απέχουν περίπου 500 m μεταξύ τους. Τα φυτά είναι σχεδόν όλα μεγάλης ηλικίας με ελάχιστα νεαρά άτομα ανάμεσά τους. Η έλλειψη νεαρών ατόμων παρατηρήθηκε σε όλους σχεδόν τους υποπληθυσμούς του είδους και πιθανά οφείλεται στο σκληρό βραχώδες υπόστρωμα που διαθέτει ελάχιστα κατάλληλα σημεία για την εγκατάσταση νέων ατόμων, ενώ μπορεί να σχετίζεται με την δυσκολία διατήρησης των νεαρών αρτιβλάστων, τουλάχιστον στα πρώτα έτη της ζωής τους.</p><p>Στην περιοχή της Μονής Αγίου Νικολάου Σίντζας εντοπίζεται ένας ακόμη ασυνεχής υποπληθυσμός που είναι διασκορπισμένος σε τέσσερις θέσεις των 10-100 ατόμων ή συστάδων ατόμων η κάθε μία, και βρίσκονται κοντά στη Μονή και σε απόσταση μέχρι και 500 m από αυτήν, σε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην περιοχή καταμετρήθηκαν συνολικά 250 συστάδες φυτών και ο αριθμός τους μπορεί να είναι κάπως μεγαλύτερος αν υπολογιστούν ορισμένα τμήματα βράχων που είναι δύσκολο να ερευνηθούν εξαιτίας της μεγάλης κλίσης τους. Σε ένα τμήμα στη βάση ενός βράχου, όπου δημιουργείται μία αναβαθμίδα, παρατηρήσαμε εδώ το σπάνιο φαινόμενο της ύπαρξης πολλών φυτών μικρής ηλικίας, συγκριτικά με τα λίγα ενήλικα φυτά. Δεν βρέθηκαν φυτά στη βάση των βράχων, προφανώς επειδή καταστρέφονται από εκτρεφόμενα ζώα, τα οποία χρησιμοποιούν την συγκεκριμένη περιοχή του βιότοπου για ανάπαυση. Ο υποπληθυσμός της βόρειας πλευράς της κορυφής Αετοράχη αποτελείται από 100 περίπου άτομα, με ελάχιστα φυτά μικρής ηλικίας. Στον υποπληθυσμό υπάρχει μια ομάδα 10-15 φυτών πολύ μεγάλου μεγέθους, πάνω σε μια αναβαθμίδα του κρημνού. Ο πληθυσμός του Χιονοβουνίου αποτελείται από 100 περίπου φυτά, με ελάχιστα από αυτά να είναι μικρής ηλικίας (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006).</p><p>Εκτιμούμε ότι ο συνολικός αριθμός των ενήλικων φυτών του είδους σε όλες τις θέσεις που αυτό παρατηρήθηκε, πλησιάζει ή ξεπερνά ελαφρώς τα 1.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι τρείς υποπληθυσμοί της Potentilla arcadiensis εμφανίζονται μόνο σε λίγες θέσεις και είναι χωρικά πολύ περιορισμένοι. Οι περιοχές, όπου το είδος φύεται, δέχονται ήπια ανθρώπινη δραστηριότητα, εντούτοις τα φυτά δεν φαίνεται να διατρέχουν σοβαρούς κινδύνους από αυτήν. Τα περισσότερα συστήματα κατακόρυφων κρημνών, στα οποία αναπτύσσεται το είδος, είναι σχεδόν απρόσιτα στον άνθρωπο και στα χορτοφάγα ζώα. Η P. ariadiensis αδυνατεί να αναπτυχθεί στις βάσεις των βράχων ή σε περισσότερο προσιτές θέσεις εξαιτίας της πίεσης της βόσκησης.</p><p>Η πιθανή συλλογή ατόμων του είδους από βοτανικούς μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για τη μελλοντική επιβίωσή του. Επιπλέον, πιθανές κλιματικές αλλαγές, με ιδιαίτερα παρατεταμένες περιόδους ζέστης και ξηρασίας, μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς το είδος. Σε όλους τους υποπληθυσμούς που μελετήσαμε παρατηρήθηκε ένας αριθμός νεκρών συστάδων, όμως δεν είναι δυνατόν να αποδώσουμε με βεβαιότητα αυτή την εικόνα σε μεταβολές των περιβαλλοντικών συνθηκών και όχι σε φυσική γήρανση και θάνατο ορισμένων ατόμων. Εντούτοις, το φαινόμενο θα πρέπει να εξετασθεί προσεκτικά με επιτόπιες παρατηρήσεις για σειρά ετών.</p><p>Τέλος, η γεωγραφική απομόνωση των υποπληθυσμών και ο μικρός αριθμών ατόμων που καταμετρήθηκαν καθιστά το είδος ευάλωτο σε τυχαίες περιβαλλοντικές καταστροφές, αλλά και σε αναπαραγωγική κατάρρευση εξαιτίας μικρής γενετικής ποικιλότητας.</p><p>Η έλλειψη παλαιότερων συγκριτικών δεδομένων δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων για οποιαδήποτε πιθανή μείωση ή αύξηση των υποπληθυσμών της Potentilla arcadiensis στο παρελθόν. Προς το παρόν κατατάσσουμε το είδος στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια D1+21+2 της IUCN (2001), εφιστώεφιστώ-- ντας την προσοχή στα νεκρά άτομα που παρατηρήθηκαν σχεδόν σε όλους τους υποπληθυσμούς. Στην περίπτωση που ο θάνατος των φυτών συνεχιστεί ή αποδοθεί σε αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες, ίσως χρειαστεί η μεταφορά του είδους σε υψηλότερη κατηγορία επικινδυνότητας.</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα μέτρα προστασίας για την διασφάλιση του είδους θα πρέπει να περιλαμβάνουν την διατήρηση των βιοτόπων του. Όλες οι περιοχές όπου φύεται η Potentilla arcadiensis περιλαμβάνονται στο Δίκτυο των σημαντικών οικολογικών περιοχών της Ελλάδας ΦΥΣΗ 2000. Κατά συνέπεια, στα διαχειριστικά σχέδια των περιοχών είναι απαραίτητο να προβλέπονται όλα τα απαραίτητα μέτρα και οι πρακτικές που θα προφυλάσσουν το είδος από πιθανές καταστροφές.</p><p>Η καλλιέργεια και η διαθεσιμότητα καλλιεργημένου υλικού του είδους θα κάνει μη απαραίτητη τη συλλογή αυτοφυών φυτών. Οι Βοτανικοί Κήποι και τα Ινστιτούτα που ασχολούνται με την ex situ διατήρηση σπάνιων ειδών θα πρέπει να διαθέτουν συλλογές της P. arcadiensis σε καλλιέργεια. Τα αχαίνια του είδους μπορούν επίσης να τοποθετηθούν σε Tράπεζα Σπερμάτων, να ερευνηθούν οι άριστες συνθήκες για τη φύτρωσή τους, καθώς και οι καταλληλότερες συνθήκες για την εγκατάσταση των νεαρών φυτών και τη μακροχρόνια διατήρηση ατόμων σε καλλιέργεια.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEC4FEDF98DE367CFA3EFE78	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEC1FED998C7378AFA3EFE67.text	9E288790FEC1FED998C7378AFA3EFE67.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Prometheum tymphaeum (Quezel & Contandr.) ' t Hart	<div><p>Prometheum tymphaeum (Quézel &amp; Contandr.) 't Hart</p><p>Crassulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Prometheum tymphaeum (Quézel &amp; Contandr.) 't Hart in 't Hart &amp; Eggli (eds), Evol. Syst. Crassulaceae: 170 (1995).</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (NPi), Ήπειρος,, Νομός Ιωαννίνων]] " "GaGa-- mila, rochers calcaire 2000 m", 1963, Contandriopoulos &amp; al. (P).</p><p>Συνώνυμα: Sedum tymphaeum Quézelézelzel &amp; Contandr.,, TaTa-- xon 16: 240 (1967).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος, καλυπτόμενο από πυκνό αδενώδες τρίχωμα. Ρόδακες σφαιρικοί, σχηματιζόμενοι σε βραχείες μασχαλιαίες παραφυάδες. Φύλλα κατ' εναλλαγή, επιμήκη-αντωοειδή έως σπατουλοειδή, επίπεδα ή σχεδόν επίπεδα, 10-12 x 3-4 mm.. Ανθοφόρο στέλεχος μήμή-- κους 5-8 (-10) cm, εκφυόμενο πλευρικά. Άνθη πενταμερή, με ποδίσκο έως 8 mm,, διατεταγμένα σε κόρυμβο. ΣέπαΣέπα-- λα ενωμένα στη βάση, επιμήκη, μήκους 3-4 mm. Πέταλα ενωμένα στη βάση, ωοειδή-ελλειπτικά, οξύληκτα, μήκους 7-9 mm, λευκά, ενίοτε με ερυθρές κηλίδες. Στήμονες με λευκά νήματα και ερυθρούς ανθήρες. Καρπός αστεροειδής, με ανοικτούς λοβούς.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 ('t Hart 1985).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως τον Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eνδημικόνδημικό είδος της ΕλλάΕλλά-- δας, γνωστό μόνο από τα όρη Τύμφη (Γκαμήλα, κορυφή Αστράκα), Γράμμος (κορυφή Επάνω Αρένα) και Σινιάτσικο.</p><p>Βιότοπος: Απαντά στα μεγαλύτερα υψόμετρα των παραπάνω ορέων, κυρίως μεταξύ 1.700 και 2.200 m, σε ασβεστολιθικούς βράχους, συνήθως με βόρεια έκθεση ή σε μεγάλους λίθους. Στις θέσεις αυτές συνυπάρχει με άλλα χασμόφυτα, χαρακτηριστικά βραχωδών θέσεων των μεγάλων υψομέτρων της ΒΔ. Ελλάδας, όπως τα Asplenium fissum, Danthoniastrum compactum, Edraianthus graminifolius, Saxifraga marginata, το ενδημικό Minuartia pseudosaxifraga, τα βαλκανικά ενδημικά Gnaphalium roeseri subsp. pichleri, Saxifraga porophylla subsp. fredericiaugusti, Astragalus vesicarius, Galium degenii κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Prometheum είναι ένα μικρό γένος, το οποίο θεωρείται μονοφυλετικό και περιλαμβάνει 8 είδη. Τα είδη αυτά εντάσσονταν παλαιότερα είτε στο γένος Sedum Sect. S e mpervivoides (όπως το P. tymphaeum) είτε στο γένος Rosularia . Το P. tymphaeum είναι γεωγραφικά απομονωμένο από τα υπόλοιπα είδη του γένους, τα οποία απαντούν στην Τουρκία, την Αρμενία, τον Καύκασο και το Β. Ιράν ('t Hart &amp; Eggli 1995, 't Hart &amp; al. 1999).</p><p>Το Prometheum tymphaeum, λόγω του σφαιρικού του ρόδακα, διακρίνεται εύκολα από τα όλα τα είδη του γένους Sedum που απαντούν στην Ελλάδα, με εξαίρεση το ενδημικό της Κρήτης S. tristriatum Boiss. &amp; Heldr. Λόγω του ίδιου χαρακτηριστικού εύκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο γένος Sempervivum, από το οποίο όμως διακρίνεται εξαιτίας των πλευρικών ανθοφόρων στελεχών και των πενταμερών ανθέων (άνθη 9- έως 14-μερή στο Sempervivum) (Hagemann &amp; 't Hart 1986).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To P. tymphaeum είναι ένα ιδιαίτερα σπάνιο είδος. Σχηματίζει μικρούς, απομονωμένους πληθυσμούς. Ο ακριβής αριθμός των φυτών, λόγω της δυσκολίας πρόσβασης του ενδιαιτήματός του και του τρόπου αναπαραγωγής του (αγενώς με παραφυάδες, από τις οποίες δημιουργούνται νέοι ρόδακες) είναι δύσκολο να μετρηθεί. Υπολογίζεται ότι τα άτομα του συνολικού πληθυσμού του δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 2.500.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, κυρίως εξαιτίας της πολύ μικρής και διακεκομμένης περιοχής εξάπλωσής του.</p><p>Υπάρχει κίνδυνος συλλογής αυτοφυών φυτών καθώς το είδος είναι ιδιαίτερα ελκυστικό και υπάρχει ενδιαφέρον για την καλλιέργειά του ως καλλωπιστικό σε γλάστρες και σε βραχόκηπους (Stephenson 2002).</p><p>Ορισμένοι πληθυσμοί του βρίσκονται σε περιοχές, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ως Τόποι Κοινοτικού Ενδιαφέροντος και έχουν ενταχθεί στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (GR2130001 Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου, GR1320002 Κορυφές Όρους Γράμμος), γεγονός ευνοϊκό για τη διατήρησή του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Εξαιτίας της φύσης του ενδιαιτήματός του (απόκρημνοι βράχοι σε μεγάλα υψόμετρα) το είδος δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεση απειλή εξαφάνισης. Ωστόσο χρειάζεται να γίνει πληρέστερη καταγραφή του πληθυσμού του και παρακολούθηση των ατόμων του για αρκετά έτη, ώστε να κατανοηθεί καλύτερα η δυναμική τους.</p><p>Η καλλιέργεια και διατήρησή του σε Βοτανικούς Κήπους ενδείκνυται για την αποφυγή συλλογής αυτοφυών φυτών.</p><p>Έφη Χανλίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEC1FED998C7378AFA3EFE67	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEC3FEDB98C7378AFA3EFCB4.text	9E288790FEC3FEDB98C7378AFA3EFCB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Quercus trojana subsp. euboica (Papaioannou) K. I. Chr.	<div><p>Quercus trojana Webb subsp. euboica (Papaioannou) K. I. Chr.</p><p>Fagaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Quercus trojana Webb subsp. euboica (Papaioannou) K. I. Chr. in Strid, A. &amp; Tan, K. (eds), Flora Hellenica, 1: 45 (1997).</p><p>Τύπος: Το είδος περιγράφηκε από τη ΒΑ. Εύβοια, ως Q. euboica . Ο τύπος δεν έχει αναζητηθεί.</p><p>Συνώνυμα: Quercus euboica Papaioannou στα Πρακτ. Ακαδ. Αθηνών 23: 336 (1949).</p><p>Περιγραφή: Φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δένδρο ύψους μέχρι 4 m.. Φύλλα επιμήκη-λογχοειδή έως ωοειωοει-- δή-λογχοειδή, 4-7(-12) x 1,6-3(-4,4) cm, με κυματοειδείς παρυφές, οδοντωτά, με 8-13 αιχμηρούς οδόντες σε κάθε πλευρά, άνω επιφάνεια λεία, στιλπνή, βαθέως πράσινη, κάτω επιφάνεια αργυρόλευκη, με πυκνό τρίχωμα και προεξέχοντα νεύρα. Μίσχος μήκους περίπου 5 mm. Θήλεα άνθη 1-6, άμισχα, σε κοινό ποδίσκο μήκους 0,5-2 cm, με 3-4 στίγματα. Κύπελλο ημισφαιρικό, 2,7-3,3 x 1,7-2,2 cm, με λέπια μήκους 3,5-4,5 mm. Βαλανίδια ευρέως ωοειδή, 1,8-2,7 x 1,1-2 cm, μη εξέχοντα ή ελαφρώς εξέχοντα από το κύπελλο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος-Μάιος. Τα βαλανίδια ωριμάζουν το φθινόπωρο του επομένου έτους.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της Ελλάδας. Η εξάπλωσή του εντοπίζεται στις οφιολιθικές περιοχές της Β. Εύβοιας μεταξύ των χωριών Στράφοι, Κερασιά, Τσαπουρνιά, Βασιλικά και Παπάδες (Papaioannou 1949). Μια νέα θέση του taxon εντοπίσθηκε νότια του χωριού Προκόπι (Mucina &amp; Dimopoulos 2000), ενώ ένας ακόμη μικρός υποπληθυσμός εντοπίσθηκε στις ΒΑ. πλαγιές του όρους Κανδήλι, πλησίον της Μονής Γαλατάκη.</p><p>Βιότοπος: Η Quercus trojana subsp. euboica αναπτύσσεται υπό μορφή νησίδων, συνήθως μικρής έκτασης, ανάμεσα στα εκτεταμένα δάση Pinus halepensis subsp. halepensis της Β. Εύβοιας, από την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι το υψόμετρο των 600 m περίπου. Καταλαμβάνει τις ξηρόξηρό-- τερες θέσεις των οφιολιθικών περιοχών, με αβαθή σκελετικά εδάφη, ενώ σε υγρότερες θέσεις με βαθύτερα εδάφη αντικαθίσταται από συστάδες Pinus halepensis subsp. halepensis και μακία βλάστηση. Σπανιότερα αναπτύσσεται σε περιοχές με πυριτικά πετρώματα ή σχιστόλιθους. Ορισμένα από τα χαρακτηριστικότερα φυτικά taxa που τη συνοδεύουν στις περιοχές εξάπλωσής της είναι τα εξής: Cotinus coggygria, Pistacia terebinthus, Erica manipuliflora, Hypericum empetrifolium, Sarcopoterium spinosum, Teucrium capitatum, Thymus teucrioides subsp. candilicus, Alkanna graeca subsp. baeotica, Dorycnium pentaphyllum, Brachypodium sylvaticum, Alyssum euboeum, Silene oligantha subsp. pseudoradicosa, Scorzonera serpentinica, κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Quercus trojana ανήκει στο υπογένος Cerris (Spach) Örsted. Εκτός του subsp. euboica στην Ελλάδα εμφανίζεται και το τυπικό υποείδος που εξαπλώνεται στο δυτικό τμήμα των βορείων και κεντρικών ηπειρωτικών περιοχών (Christensen 1997). To subsp. euboica διαφέρει από το τυπικό υποείδος κυρίως στη μορφή (είναι θάμνος ή μικρό δένδρο ύψους μέχρι 4 m περίπου, ενώ το subsp. trojana είναι δένδρο ύψους μέχρι 15 m) και επιπλέον η κάτω επιφάνεια των φύλλων του είναι λευκή ή αργυρόλευκη με πυκνό τρίχωμα και τα στίγματα είναι 3-4. Στο subsp. trojana η κάτω επιφάνεια των φύλλων είναι ανοικτοπράσινη με αραιό τρίχωμα και τα στίγματα είναι 2-3. Η Q. trojana, με γεωγραφική εξάπλωση στη Ν. Ιταλία, τη Βαλκανική Χερσόνησο και την Ανατολία, παρουσιάζει σημαντικές μορφολογικές ομοιότητες με τη Q. libani OlOl-- ivier που εξαπλώνεται στην Ανατολία, τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν (Christensen 1997).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός της Quercus trojana subsp. euboica εντοπίζεται μεταξύ των χωριών Κερασιά και Παπάδες, κυρίως στη θέση Βούλγαρη. Βορειότερα, μέχρι τα χωριά Βασιλικά και Τσαπουρνιά, υπάρχουν συνεχείς εμφανίσεις ολιγομελών ομάδων ατόμων, ενώ μικροί είναι επίσης οι δύο υποπληθυσμοί που βρίσκονται κοντά στο όρος Κανδήλι. Οι πολυάριθμες διάσπαρτες μικρές ομάδες ατόμων καθιστούν δυσχερή την ακριβή εκτίμηση του μεγέθους του συνολικού πληθυσμού του υποείδους και της έκτασης που αυτός καταλαμβάνει. Εκτιμάται, ωστόσο, ότι αριθμεί περίπου 10.000 άτομα, τα οποία καταλαμβάνουν συνολική έκταση μικρότερη από 3 km2. Η κύρια περιοχή εξάπλωσης του υποείδους καταστράφηκε ολοσχερώς το 1977 από δασική πυρκαγιά. Η Q. trojana subsp. euboica επανήλθε, εντούτοις, με πρεμνοβλαστήματα και δε φαίνεται να υπέστη σημαντική μείωση της κατεχόμενης περιοχής του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι πληθυσμοί της Quercus trojana subsp. euboica υπόκεινται σε έντονες ανθρωπογενείς επιδράσεις (βόσκηση, πυρκαγιές, υλοτομίες), με αποτέλεσμα τα άτομα του υποείδους να παραμένουν στην πλειοψηφία τους σε χαμηλή θαμνώδη μορφή, ενώ παράλληλα η παραγωγή καρπών είναι ιδιαίτερα μικρή. Η κατεχόμενη περιοχή του δε φαίνεται να έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία 60 χρόνια. Το γεγονός αυτό συνδέεται άμεσα με την ικανότητα του υποείδους να πρεμνοβλαστάνει, ενώ η εγκατάσταση νέων ατόμων από σπέρματα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), η Q. trojana subsp. euboica χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο C1.</p><p>Μέτρα προστασίας: Αν και η Quercus trojana subsp. euboica είναι η μοναδική ενδημική δρυς στην Ελλάδα, κανένα μέτρο για την προστασία της δεν έχει εφαρμοσθεί στην πράξη, ενώ οι περιοχές εξάπλωσής της δεν υπόκεινται σε κάποιο καθεστώς προστασίας.</p><p>Περίφραξη ορισμένων υποπληθυσμών, με σκοπό την προώθηση της παραγωγής καρπών και της αναγέννησης, είναι ένα ενδεικνυόμενο προστατευτικό μέτρο (Chris-Christensen 1995).</p><p>Ο έλεγχος της βόσκησης στην ευρύτερη περιοχή και η εφαρμογή αντιπυρικού σχεδιασμού τουλάχιστον στην κύρια περιοχή εξάπλωσης του υποείδους, θα μπορούσαν να μειώσουν πιθανές μελλοντικές απώλειες. Βαλανίδια του υποείδους συλλέχθηκαν κατά το παρελθόν, φυτευθήκαν σε πινάκια και τα 80 νεαρά φυτά που παράχθηκαν μεταφυτεύθηκαν επιτυχώς στο δασικό χωριό Παπάδων.</p><p>Το ποσοστό φύτρωσης των βαλανιδιών στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 70% περίπου. Η ίδια πρακτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εμπλουτισμό των φυσικών πληθυσμών, σε συνδυασμό με την εφαρμογή των υπόλοιπων προτεινόμενων προστατευτικών μέτρων.</p><p>Παναγιώτης Τρίγκας &amp; Σπύρος Ζιγκηρης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEC3FEDB98C7378AFA3EFCB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FECDFED698C7367CFA35FC49.text	9E288790FECDFED698C7367CFA35FC49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ramonda serbica Panc.	<div><p>Ramonda serbica Panc.</p><p>Gesneriaceae</p><p>Ramonda serbica Panc. in Fl. Princ. Serb.: 498 (1874).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Σερβία] Zlot, Pancic 8135, 1876, (BEOU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό σχηματίζον ρόδακες. Φύλλα 4-7 x 2-3,5 cm σχεδόν ωοειδή, σφηνοειδή στη βάση, ακαακα-- νόνιστα και ενίοτε βαθιά χαραγμένα ή οδοντωτά με πολύ μικρό, βραχύ και παχύ μίσχο. Βλαστοί 5-12 cm, αρκετοί σε κάθε ρόδακα, φέροντες 1-3 όρθια, με λεπτή νεύρωση, άνθη. Άνθη (4-)5-μερή. Κάλυκας διαιρεμένος, σχεδόν από τη βάση με αμβλείς λοβούς. Στεφάνη 2,5-3,5 cm σε διάδιά-- μετρο, κυπελλοειδή με όρθιους, ανοικτούς λοβούς, ιώδεις ή ροδοιώδεις με κιτρινοκάστανο έριο στη βάση των λοβών. Ανθήρες περίπου 2,5 mm, αμβλείς, σκούροι ιώδειςκυανοί. Στύλος 4-7 mm. Καρπός κάψα, μήκους περίπου 10 mm, με αραιές αδενώδεις τρίχες.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = c.. 96 (Contandriopou-Contandriopoulos 1966).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Τέλος Απριλίου μέχρι αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Ramonda serbica, είναι είδος παλαιοενδημικό της Βαλκανικής χερσονήσου, υπολειμματικό της Τριτογενούς περιόδου.</p><p>Η Ramonda serbica εξαπλώνεται στη Γιουγκοσλαβία (ΝΑ. Μαυροβούνιο, ΝΔ. Σερβία, Ν. Sandzak, Κόσσοβο, Α. Σερβία, Δ. FYROM), στη Βουλγαρία (ΒΔ. Stara Planina), στην Ελλάδα (κυρίως στην Ήπειρο) και σχεδόν σε όλη την Αλβανία από το όρος Prokletije μέχρι την Ήπειρο. Ο μεμε-- γαλύτερος αριθμός των βιοτόπων του είδους αυτού στην Αλβανία, την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία σχετίζεται με την υδροδιανομή της Αδριατικής και λιγότερο του Αιγαίου και της Μαύρης Θάλασσας (Stevanovic &amp; al. 1991).</p><p>Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εξάπλωση του είδους στη ΒΔ. Ελλάδα, έχει καταγραφεί στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου, στις περιοχές: Αμάραντος, Λίμνη Πωγωνίου, Στόμιο, φαράγγι Βίκου, χαράδρες Βίκου-Αώου, Βοϊδομάτη, Καπέσοβο, Πάπιγκο, όρος Μιτσικέλι και τους πρόποδες της Τύμφης, καθώς και ΒΔ. Ελλάδα και στο όρος Βόρας (Voliotis 1981) κ.α.</p><p>Βιότοπος: Η Ramonda serbica προτιμά περιοχές με υπομεσογειακή βλάστηση, όπου κυριαρχούν είδη της συνένωσης Osrtyo-Carpinion με σημαντική συμμετοχή χλωριδικών στοιχείων της Δ. Βαλκανικής περιοχής. Σχεδόν πάντα απαντά σε δασικές περιοχές σε υψόμετρο συνήθως κάτω από 1.600 m.. Τα φυτά είναι εξειδικευμένα σε ασβεστοασβεστο-- λιθικές πλαγιές και βράχους προστατευμένους από υψηλούς θαμνώνες ή δενδρώδεις σχηματισμούς. Τα περισσότερο κοινά ξυλώδη είδη των βιοτόπων με R. serbica είναι τα: Carpinus orientalis , Ostrya carpinifolia, Fraxinus ornus subsp. ornus, Phillyrea latifolia και Quercus coccifera .</p><p>Η R. serbica προτιμά σκιερές ή ημισκιερές ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων σε υγρές και μάλλον ψυχρές θέσεις με την ξυλώδη βλάστηση ή με εξέχοντες βράχους που την προστατεύουν από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία. Ο Quezel (1968), περιέγραψε μια πλούσια σε taxa φυτοκοι-φυτοκοινότητα με Ramonda serbica και Silene schwarzenbergeri, με τουλάχιστον 3 υποφυτοκοινωνίες. Την υποφυτοκοινωνία με Stachys plumosa var. reynii που είναι η πτωχότερη σε taxa, εκείνη με Centaurea albanica και μια ακόμη πλούσια σε taxa όπως τα: Aesculus hippocastanum, Silene retzdorffiana και Arenaria filicaulis var. graeca.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα δύο βαλκανικά είδη Ramonda serbica Pancic και R. nathaliae Pancic &amp; Petrovic έχουν μορμορ-- φολογικές διαφορές (σχήμα, νεύρωση, εντομές φύλλων, δομή και χρώμα των ανθικών μερών), καθώς και διαφορές στην οικολογία τους. Η R. serbica προτιμά περισσότερο υγρά και ψυχρά ενδιαιτήματα, προστατευμένες θέσεις σε δάση, ενώ η R. nathaliae απαντά σε πιο ανοικτά, ξηρά και θερμά ενδιαιτήματα. Η εξάπλωση τους παρουσιάζει μια γεωγραφική επικάλυψη. Αντίθετα με την εξάπλωση του είδους R. serbica, το μεγαλύτερο μέρος των βιοτόπων του R. nathaliae είναι προς την πλευρά του Αιγαίου στη Γιουγκοσλαβία (FYROM) και στην Ελλάδα, με μικρότερη παρουσία στην Α. Σερβία (γύρω από το Nis) προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η φυτογεωγραφική διαφοροποίηση των δύο βαλκανικών αυτών ειδών Ramonda έγκειται στις λεπτές οικολογικές διδι-- αφορές τους σε μικρο- και μεσοκλιματικά, πεδολογικά και ορογραφικά χαρακτηριστικά (Stevanovic &amp; al. 1991).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Ramonda serbica σχηματίζει αρκετά μεγάλους πληθυσμούς, όπου ο αριθμός των ατόμων του είδους υπολογίζεται συνολικά σε αρκετές χιλιάδες. Ο ακριβής αριθμός των φυτών, όμως, που εμφανίζονται στις βραχώδεις εξάρσεις είναι δύσκολο να υπολογισθεί. Μία λεπτομερής επιτόπια εκτίμηση όμως, το 2006, των πληθυσμών στις περιοχές της Κόνιτσας και στις χαράδρες Αώου και Βοϊδομάτη, τους υπολόγισε στα 5.000- 6.000 φυτά. Μία χονδρική εκτίμηση των πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα, ανέρχεται σε 8.000-10.000 φυτά.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση την κατηκατη-- γοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Αν και η Ramonda serbica δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, οι πληθυσμοί της θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανές αλλαγές του επιπέδου επικινδυνότητας, ειδικά στην περίπτωση που αρνητικές εξελίξεις επηρεάσουν τον φυσικό της βιότοπο. Για παράδειγμα, μία πυρκαγιά ίσως κατέστρεφε την ξυλώδη βλάστηση που προσφέρει κάποια προστασία στο είδος.</p><p>Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου έχει συμπεριληφθεί στο δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 και αυτό αναμένεται να έχει θετική επίδραση στη μελλοντική επιβίωση της R. serbica .</p><p>Μέτρα προστασίας: Οποιεσδήποτε αλλαγές που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Ramonda serbica, θα πρέπει να αποφευχθούν. Μία πυρκαγιά που θα κατέστρεφε την ξυλώδη βλάστηση των βιοτόπων που προτιμά το είδος θα μπορούσε να έχει δυσμενή επίδραση στους πληθυσμούς του. Επίσης, οποιαδήποτε εντατικοποίηση της βόσκησης, θα μπορούσε να εμποδίσει ή να αναστείλει την ανανέωση των πληθυσμών, παρά το ότι τα φυτά της R. serbica μπορούν να αντεπεξέλθουν στην παρουσία περιοδικής και ήπιας βόσκησης στους βιοτόπους τους. Ως εκ τούτου, τέτοιες ενέργειες θα πρέπει να αποφεύγονται. Το συγκεκριμένο φυτό είναι ελκυστικό και μπορεί εύκολα να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους, ιδιαίτερα ως φυτό σε υγρούς και σκιερούς βραχόκηπους.</p><p>Μαρία Πανίτσα</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FECDFED698C7367CFA35FC49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FECEFED198DE367CFA3EFD05.text	9E288790FECEFED198DE367CFA3EFD05.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ranunculus cacuminis Strid & Papan.	<div><p>Ranunculus cacuminis Strid &amp; Papan.</p><p>Ranunculaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Ranunculus cacuminis Strid &amp; Papan. in Ann. Musei Goulandris 4: 221 (1978).</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (NC), Μακεδονία,, Νομός Πέλλης]] "sumsum-- mit of Mt Kajmakcalan (Greek-FYROM border), 2520m, moist rock ledges (micaceous schist)", Strid et al. no. 12200, 9 Jul. 1976 (Ολότυπος: ATH. Ισότυποι: C, LD).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος δίχως τρίχωμα, με πολύ βραχύ κάθετο ρίζωμα, το οποίο φέρει δέσμη από σαρκώδεις ατρακτοειδείς ρίζες πάχους 1-2 mm και συχνά ινώδεις προεκβολές στο άνω τμήμα του. Φύλλα βάσης συνήθως 5, με μακρύ μίσχο, έλασμα πενταγωνικού σχήματος, πλάτους 18-26 mm, τρισχιδές σχεδόν έως τη βάση, με τους επιμέρους λοβούς τρισχιδείς μέχρι το 1/2 του μήκους τους και επάκρια τμήματα τριγωνικά, αιχμηρά, ελαφρώς επικαλυπτόμενα. Ανθοφόρος βλαστός ύψους 6-12 cm, ανερχόμενος ή κεκλιμένος, συνήθως χωρίς διακλαδώσεις. Φύλλο βλαστού μονήρες (συχνά απουσιάζει), αντιλογχοειδές, με μορφή βρακτίου. Άνθη 1(-4), σέπαλα εκτεινόμενα, διαστάσεων 8-11 x 2,5-4 mm, στενά ελλειπτικά, αμβλεία, με ερυθρές αποχρώσεις. Πέταλα λευκά, διαστάσεων 12- 16 x 7-10 mm, αντοωειδή-σφηνοειδή, με νεκτάριο στη βάση τους, αποστρογγυλωμένα ή ακρότομα στην κορυφή. Αχαίνια περίπου 70, τοποθετημένα σε ωοειδές κεφάλιο, σώμα ελαφρώς συμπιεσμένο, διαστάσεων περίπου 1,3 x 1 mm, λείο, απόληξη (ράμφος) αχαινίου μήκους 0,5-0,7 mm, συστρεφόμενη μόνο στην κορυφή.</p><p>Χρωματοσωμικός αριθμός: 2 n =16 (Baltisberger 1994).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Μαΐου έως τα μέσα Ιουλίου, ανάλογα με το υψόμετρο και την έκθεση.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος του όρους Βόρας (Καϊμακτσαλάν), με εξάπλωση στην Ελλάδα και τη FYROM. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνον από τις δύο πλευρές της κορυφής του ορεινού συγκροτήματος του Βόρα, στην περιοχή των συνόρων της Ελλάδας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (FYROM), σε υψόμετρο που κυμαίνεται μεταξύ 1.900- 2.520 m.</p><p>Βιότοπος: Το είδος θεωρείται ασβεστόφοβο (Βaltisberger 1994, Strid 2002) και απαντά σε υποαλπικά λιβάδια πάνω από το δασοόριο, συνήθως κοντά σε επιφάνειες με χιόνι που λιώνει, κοντά σε πηγές και σε υγρές βάσεις βραχωδών εξάρσεων μαρμαρυγικού σχιστόλιθου ή σε άλλα πετρώδη ενδιαιτήματα. Μπορεί να συνυπάρχει με άλλα είδη όπως το Juniperus communis subsp. nana, τα αγρωστώδη Alopecurus gerardii, Anthoxanthum odoratum και Nardus stricta, τα Carex sempervirens, Eriophorum angustifolium, Luzula spicata, L. sudetica, τα Βαλκανικά ενδημικά Festuca horvatiana, Viola eximia, V. doerfleri, Crocus veluchensis , και C. pelistericus, το τοπικό ενδημικό είδος Crepis arcuata κ.ά. Συχνά τα άτομα του είδους φύονται απευθείας πάνω σε προσκεφαλοειδείς σχηματισμούς βρύων που κυρίως αποτελούνται από τα είδη Drepanocladus exanulatus και Polytrichium alpinum μαζί με τον λειχήνα Peltigera aphthosa (Βaltisberger 1988).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Ranunculus cacuminis ανήκει στην ομάδα ειδών του R. alpestris, η οποία αντιπροσωπεύεται με έξι είδη που απαντούν στα όρη της Κ. και της Ν. Ευρώπης (Strid 2002). Σε σχέση με τον R. alpestris L .. διακρίνεδιακρίνε-- ται κυρίως από τις παχύτερες ρίζες, τον ανερχόμενο ή κεκλιμένο ανθοφόρο βλαστό, τους οξύληκτους λοβούς του ελάσματος του φύλλου, τα αποστρογγυλωμένα (και όχι εντετμημένα) πέταλα και τα σχετικά μικρότερα αχαίνια. Σε σχέση με τον R. crenatus Waldst. &amp; Kit., ο οποίος απαντά σε άλλα υψηλά όρη της κεντρικής και βόρειας περιοχής της Βαλκανικής Χερσονήσου, διακρίνεται κυρίως από τη μορφολογία των φύλλων (Strid 2002).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι γνωστοί υποπληθυσμοί του Ranunculus cacuminis στο Βόρα είναι ασυνεχείς, σποραδικά εμφανιζόμενοι και διακόπτονται από μεγάλες επιφάνειες με χαμηλή σχετική υγρασία όπου κυριαρχούν τα αγρωστώδη.</p><p>Η γνωστή περιοχή όπου εξαπλώνονται οι υποπληθυσμοί του είδους στο ορεινό συγκρότημα του Βόρα (εντός των συνόρων της Ελλάδας), φαίνεται να καλύπτει μια επιφάνεια μικρότερη από 20 km2. Σε αυτή την περιοχή, το είδος απαντά σε σχετικά μικρές επιφάνειες (δεκάδες έως λίγες εκατοντάδες τετραγωνικών μέτρων) και σχηματίζει αραιούς υποπληθυσμούς που αποτελούνται από διάσπαρτες ολιγομελείς συστάδες φυτών (συνήθως δεν ξεπερνούν τα 10-20 άτομα ανά m2). Υπολογίζεται ότι στη φύση ο συνολικός αριθμός ατόμων του είδους δεν πρέπει να ξεπερνά τα 10.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι γνωστοί υποπληθυσμοί του Ranunculus cacuminis μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά από ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Σημαντικές αλλαγές στις χρήσεις γης όπως η διακοπή της βόσκησης, μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των αγρωστωδών, μειώνοντας τον διαθέσιμο χώρο για το R. cacuminis . Οποιεσδήποτε αλλαγές στην υδρολογία της περιοχής, που μπορεί μακροπρόθεσμα να σχετίζονται και με κλιματικές αλλαγές, είναι δυνατό να επιφέρουν σταδιακά αποστράγγιση των υγρών θέσεων στην περιοχή, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει αξιοσημείωτα, να αλλάξει ή να καταστρέψει τα ενδιαιτήματα του είδους. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι η περιοχή εξάπλωσης του είδους γειτνιάζει με ένα από τα γνωστότερα χιονοδρομικά κέντρα της Ελλάδας. Ενέργειες όπως τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα, η επέκταση εγκαταστάσεων, η δημιουργία ή η διαπλάτυνση οδικών αρτηριών πρόσβασης προς την υψηλότερη κορυφή του Βόρα (Προφήτης Ηλίας), η υδρομάστευση και η τροποποίηση της ροής των φυσικών πηγών, θα απειλούσαν, θα μετέβαλλαν ή θα κατέστρεφαν τα ενδιαιτήματα αυτού του είδους και γι' αυτό το λόγο πρέπει να αποφευχθούν.</p><p>Εξαιτίας της μέχρι σήμερα ιδιαίτερα μικρής περιοχής που καταλαμβάνει η γνωστή εξάπλωση του Ranunculus cacuminis, των διάσπαρτων και μικρού μεγέθους υποπληθυσμών που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του είδους, της οικολογικής εξειδίκευσής του και της πιθανότητας ελάττωσης των αρχικών υποπληθυσμών εξαιτίας ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στηριζόμενοι στα κριτήρια B2a,b(ii), C2a(i) και D2 της IUCN (2001) που πληρούνται, προτείνεται να ενταχθεί το είδος στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των υποπληθυσμών και των ενδιαιτημάτων του Ranunculus cacuminis .</p><p>Ως αποτελεσματική δράση για την επιτόπια (in situ) διατήρηση των υποπληθυσμών του είδους προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στους βιοτόπους του, όπως η ανέγερση κτισμάτων, η διάνοιξη οδικών αρτηριών και η διαπλάτυνσή τους, καθώς και η μη τροποποίηση της ροής των φυσικών πηγών. Προτείνονται δράσεις ήπιας τουριστικής εκμετάλλευσης της περιοχής καθώς και η διαχείριση της ποώδους βλάστησης των αλπικών λιβαδιών με σκοπό τη διατήρηση των ανοιγμάτων και των υγρών θέσεων που θα διευκολύνουν την απρόσκοπτη επιβίωση των πληθυσμών του είδους.</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων του Ranunculus cacuminis, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών μακροπρόθεσμα.</p><p>Ως αποτελεσματική δράση για την εκτός τόπου (ex situ) διατήρηση του είδους, προτείνεται η προσεκτική συλλογή ζωντανού φυτικού υλικού για καλλιέργεια υπό ειδικές συνθήκες και ο πολλαπλασιασμός του σε Βοτανικούς Κήπους, καθώς και η συλλογή και αποθήκευση αχαινίων του είδους σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Νικόλαος Κρίγκας &amp; Θεοφάνης Καραμπλιάνης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FECEFED198DE367CFA3EFD05	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FECBFED398C7378AFCB4FBC5.text	9E288790FECBFED398C7378AFCB4FBC5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ranunculus radinotrichus Greuter & Strid	<div><p>Ranunculus radinotrichus Greuter &amp; Strid</p><p>Ranunculaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Ranunculus radinotrichus Greuter &amp; Strid in Willdenowia 11: 267 (1981).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Lefka Ori, Mt. Svourihti, summit area, alt. 2000-2300 m, N-NW facing slopes with limestone cliffs or E facing scree slopes", 12 July 1980, Baden &amp; Franzén 537 (Oλότυπος: C. Iσότυπος: B).</p><p>Περιγραφή: Μικρό πολυετές φυτό. Ρίζωμα πλάγιο, κυλινδρικό, εύρωστο, αδιακλάδωτο, ελαφρώς τριχωτό και ινώδες στην κορυφή, το μεσαίο τμήμα του φέρει αρκετές μακρές, σχεδόν σαρκώδεις ρίζες, η κάθε μία πάχους 1-1,5 mm. Φύλλα βάσεως 3-6, σε ρόδακα, πυκνώς καλυμμένα από μακρύ λευκό μεταξώδες τρίχωμα, με μίσχο 1-6 cm, πλάτος ελάσματος 1-2,5 cm, ελαφρώς μεγαλύτερο του μήκους, διαχωρισμένο έως τη βάση σε 3 αντωοειδή ή στενώς αντωοειδή τμήματα, έλλοβα ή οδοντωτά στην απόληξή τους. Ανθοφόρος βλαστός ± όρθιος, ύψους 3-5 cm κατά την άνθηση, έως 12 cm κατά την καρποφορία, χωρίς διακλαδώσεις, με αφιστάμενη τρίχωση, ο οποίος φέρει έως 2 μικρά λογχοειδή φύλλα. Άνθη μονήρη. Ανθοδόχη αραιά τριχωτή με μαλακές ευθείες τρίχες. Σέπαλα εφαρμοσμένα στα πέταλα, ευρέως ελλειπτικά-ωοειδή, 5-7 mm, τριχωτά με μαλακές ευθείες τρίχες. Πέταλα κίτρινα, ευρέως αντωοειδή, μήκους 7-10 mm,, με στρογγυλεμένη απόαπό-- ληξη. Σώμα αχαινίων (κεφάλιο) σε καρποφορία σφαιρικό. Αχαίνια συμπιεσμένα, σχεδόν σφαιρικά, διαμέτρου περίπου 3 mm, λεία και άτριχα, με ράμφος περιελιγμένο σε κύκλο, μήκους 1,5-2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 32 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Aπρίλιος έως Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του ανατολικού (κύριου) τμήματος του ορεινού όγκου των Λευκών Όρεων της Δ. Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικές κατακόρυφες πλαγιές, σχισμές βράχων, σάρες και λεπτόκοκκα πετρώδη φερτά υλικά, με προσανατολισμό βορειοδυτικό, βόρειο έως ανατολικό, στο υψόμετρο των 1.850-2.300 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι Greuter &amp; Strid (1981) θεώρηθεώρη-- σαν το Ranunculus radinotrichus ως ιδιαίτερο είδος με αβέβαιες ταξινομικές συνδέσεις, πιθανότατα συγγενές με το R. fenzlii Boiss..,, ένα τοπικό ενδημικό της ΝΑ. ΤουρκίΤουρκί-- ας. Ενθυμίζει επίσης (αλλά προφανώς δεν σχετίζεται στενά) κάποιους νανώδεις αντιπροσώπους της ομάδας του R. montanus Willd. Οι ίδιοι συγγραφείς θεώρησαν το R. radinotrichus ως ένα παλαιοενδημικό είδος, του οποίου οι στενοί συγγενείς του και/ή οι πληθυσμοί του ίδιου είδους από άλλες περιοχές έχουν από καιρό εξαφανισθεί.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Δύο υποπληθυσμοί είναι γνωστοί: ο ένας βρίσκεται στο locus classicus του όρους Σβουριχτή, ενώ ο άλλος είναι σχεδόν 4 km νότια, εκτεινόμενος από τις βόρειες πλαγιές του όρους Τροχάρη για περίπου 2 km ανατολικά-βόρειοανατολικά και χαμηλότερα, μέχρι την κοιλάδα Λαγκόνια και τη σύνδεσή της με την κοιλάδα της Αμουτσαράς.</p><p>Ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων δεν είναι γνωστός, αλλά οι παρατηρήσεις του συγγραφέα στην κοιλάδα Λαγκόνια κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 υποδηλώνουν ότι πιθανώς στην περιοχή υπάρχουν μόνο λίγες εκατοντάδες ατόμων. Ο συνολικός πληθυσμός μπορεί να αριθμεί λιγότερο από 1.000 ώριμα άτομα. Δεν είναι γνωστό, εάν ο πληθυσμός αυξομειώνεται ή μόνο μειώνεται. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει μπορεί να είναι μόλις 3 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η επιβίωση του Ranunculus radinotrichus στους δύο υποπληθυσμούς του απειλείται κυρίως από την πολύ εντατική βόσκηση από πρόβατα, η οποία συνεχίζεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του καλοκαιριού στα μεγάλα υψόμετρα των Λευκών Όρεων, πάνω από το δασικό όριο. Υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι το είδος βόσκεται από τα πρόβατα (Greuter &amp; Strid 1980). Επιπλέον, ενώ ο locus classicus ευρίσκεται σε απόσταση από οποιονδήποτε δρόμο, ο υποπληθυσμός της κοιλάδας Λαγκόνια, Β του όρους Τροχάρη, είναι τώρα προσβάσιμος στα οχήματα από ένα μη επιστρωμένο δρόμο που φθάνει εκεί από την Ανώπολη.</p><p>H εγγύτητα του δρόμου προκαλεί εν δυνάμει απειλές από ενδεχόμενη διαπλάτυνσή του, από την αύξηση της βόσκησης, την αύξηση του τουρισμού και την υπερσυλλογή φυτών από βοτανικούς ή φυτοκόμους. Το είδος πληροί τα κριτήρια D1+21+2 της IUCN (2001) και προτείνεται η κακα-- τάταξή του στην κατηγορία Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Tοο μικροαπόθεμα του προγράμμαπρογράμμα-- τος CRETAPLANT, που ορίστηκε στο όρος Σβουριχτή το 2006 για την Nepeta sphaciotica, μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τον Ranunculus radinotrichus .</p><p>Τμήμα αυτού του αποθέματος θα πρέπει να περιφραχθεί για τον αποκλεισμό των ζώων που βόσκουν, ενώ η αναγέννηση της βλάστησης θα πρέπει να παρακολουθείται για περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας ως μέτρο ελέγχου την περιοχή που δεν είναι περιφραγμένη.</p><p>Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο περίφραξης επιπλέον έκτασης, με την αντίστοιχη αποζημίωση στους παραδοσιακούς χρήστες της γης, τους τοπικούς κτηνοτρόφους και τους χωρικούς.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FECBFED398C7378AFCB4FBC5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEF5FEED98C7367CFA3EFD26.text	9E288790FEF5FEED98C7367CFA3EFD26.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ranunculus veronicae N. Bohling	<div><p>Ranunculus veronicae N. Böhling</p><p>Ranunculaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Ranunuculus veronicae N. Böhling in Willdenowia 30: 245 (2000).</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ), ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Χανίων]] "be-between Kambos and Keramoti, 35ª23' N, 23ª34' E, on schistose rock in NW exposition under a tree of Platanus orientalis ", alt. 370-380 m, 13 Μar. 1998, Böhling 7066 (Ολότυπος: B. Ισότυποι: C, UPA).</p><p>Περιγραφή: Λεπτή πολυετής πόα, ύψους 3-9 cm,, με αφιαφι-- στάμενο τρίχωμα, ριζικό σύστημα αποτελούμενο τόσο από ινώδεις ρίζες όσο και από επιμήκεις ατρακτοειδείς κονδύλους μήκους 1,5-3 cm.. Βάση του στελέχους όχι διογκωδιογκω-- μένη, ούτε με πυκνό και παραμένον δίκτυο ινών, πρόφυλλα τριχωτά εξωτερικά. Φύλλα βάσης σχεδόν κυκλικά έως σχεδόν νεφροειδή, παλαμοειδώς έλλοβα μέχρι το 1/2-1/3 του μήκους τους, χωριζόμενα σε 3(-5) ευρέως σφηνοειδείς, αμβλείς, ελαφρώς οδοντωτούς και επικαλυπτόμενους λοβούς, έλασμα μήκους 1-3 cm και πλάτους 1,5-4 cm, με μαλακό, αφιστάμενο τρίχωμα μήκους 1-2 mm και στις δύο επιφάνειες. Φύλλα βλαστού πολύ μικρότερα, βαθύτερα σχισμένα έως τρισχιδή. Στελέχη 1-3, απλά ή με 2(-4) διακλαδώσεις, με (1-)2(-3) άνθη. Άνθη με διάμετρο 0,9-1,6 cm,, σέπαλα 5, αποκλίνοντα κατά την άνθιση, μήμή-- κους περίπου 2,5 mm,, με μεμβρανώδες περιθώριο πλάπλά-- τους έως 0,5 mm και απολήξεις με καστανωπή απόχρωση. Πέταλα κίτρινα, επιμήκη-γραμμοειδή, μήκους 5,5-7 mm, πλάτους 2,5-3 mm, με καστανές αποχρώσεις στην κάτω τους επιφάνεια (παρεμφερείς με αυτές του Ranunculus cupreus .). Ταξικαρπία πλάτους 6-7,5 mm, υποσφαιρική έως ευρέως ωοειδής. Καρπίδια μήκους περίπου 3,5 mm (συμπεριλαμβανομένου του ράμφους), λεία, με σώμα σχεδόν κυκλικό, επίπεδο, πλάτους 2,5 mm, με ευρύ πτερύγιο, ράμφος μήκους 1-1,25 mm, αγκιστρωτό.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Φεβρουαρίου μέχρι τις Αρχές Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος του δυτικού τμήματος της Κρήτης.</p><p>Βιότοπος: Ο Ranunculus veronicae αναπτύσσεται σε ρωγμές και πετρώδεις θύλακες που συγκρατούν χώμα, σε απόκρημνους σχιστολιθικούς βράχους, κάτω από το θόλο του φυλλώματος δέντρων Platanus orientalis . Το έδαφος είναι απαλλαγμένο ανθρακικών και η περιοχή κατακλύζεται περιοδικά ως αποτέλεσμα της απορροής του νερού της βροχής που οδηγεί στον σχηματισμό ενός ρυακιού. Η έκθεση είναι βορειοδυτική και αντικρίζει τη θάλασσα, ενώ το υψόμετρο είναι μεταξύ 370-380 m. Η βόσκηση από αιγοπρόβατα παρεμποδίζεται εξαιτίας του απόκρημνου ανάγλυφου και του εύθρυπτου υποστρώματος.</p><p>Είδη που συνοδεύουν τον Ranunculus veronicae είναι τα Aetheorhiza bulbosa subsp. microcephala, Allium subhirsutum, Asplenium ceterach και Selaginella denticulata (το καθένα με κάλυψη 5-10 %), καθώς επίσης τα Anthemis chia, Arisarum vulgare, Cerastium deschatresii, Crocus sp., Euphorbia peplus, Geranium lucidum και Scaligeria napiformis (το καθένα με κάλυψη &lt;5 %). Επιλιθικά βρύα και λειχήνες είναι άφθονα στην περιοχή. Ο συνδυασμός των ειδών αυτών υποδεικνύει περιοχές που έχουν υποστεί διατάραξη με μέτρια ποσότητα νιτρικών και σχετικά υψηλή ατμοσφαιρική υγρασία. Με βάση τους οικολογικούς δείκτες (Böhling &amp; al. 2002), ο R. veronicae χαρακτηρίζεται ως ένα είδος σκιόφιλων (L3), L3 3)), αρκετά υψηλής θερμοκραθερμοκρα-- σίας (T7), υπο-ωκεανικών (K4) θέσεων με νωπό (F5) και ελαφρώς όξινο (R6) R6 6)) έδαφος, το οποίο έχει μέτρια περιεπεριε-- κτικότητα σε θρεπτικά συστατικά (N5).</p><p>Η φαινολογική συμπεριφορά του είδους είναι παρεμφερής εαρινών γεωφύτων της Κ. Ευρώπης, όπως π.χ. τα Ranunculus ficaria, Anemone nemorosa, Scilla bifolia και άλλων. Ανθίζει από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάρτιο (Aπρίλιο), πριν αναπτυχθεί το φύλλωμα των πλατάνων και στη συνέχεια τα υπέργεια τμήματα ξηραίνονται (ΑπρίλιοςΜάιος) ώστε το φυτό να είναι αθέατο κατά τη διάρκεια του λήθαργου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Ranunculus veronicae ανήκει στο υπογένος Ranunculus, sectio Ranunculastrum. Είναι παρεμφερής και πιθανώς συγγενής με τον R.. subhomo-subhomophyllus (Halácsy) Vierh., από τον οποίο διαφέρει στους μακρύτερους, επιμήκεις-ατρακτοειδείς κονδύλους, στο αφιστάμενο τρίχωμα των βλαστών και των μίσχων και στα λιγότερο βαθιά διαιρεμένα φύλλα που έχουν αφιστάμενη τρίχωση, ευρείς κύριους λοβούς με ελαφρές λοβώσεις και πέταλα με ξεκάθαρη χαλκόχρωμη χροιά στην κάτω τους επιφάνεια. Ο περισσότερο ευδιάκριτος μορφολογικός χαρακτήρας, που διαχωρίζει τα δύο είδη, είναι το τρίχωμα των μίσχων, των ελασμάτων και των ποδίσκων: ενώ στον R. subhomophyllus το τρίχωμα ελλείπει ή είναι βραχύ, αραιό και πιεσμένο στην επιφάνεια, στον R. veronicae είναι πάντοτε πυκνό, σαφώς μακρύτερο και αφιστάμενο (Böhling 2000). Στον R. subhomophyllus οι μεσαίες μικρές λοβώσεις των τμημάτων του φύλλου είναι πάντα σαφώς μακρύτερες από τις πλευρικές, ενώ στον R. veronicae οι μεσαίες μικρές λοβώσεις είναι μόλις μακρύτερες ή βραχύτερες των πλευρικών, δίνοντας έτσι στον κύριο λοβό μία αμβλεία εμφάνιση. Ο R. subhomophyllus διαφέρει, επίσης, όσον αφορά στην οικολογία του και την φυτογεωγραφία του. Ο Ranunculus veronicae διαφέρει από τον R. cupreus Boiss. &amp; Heldr, μεταξύ άλλων χαρακτήρων, στα εμφανώς δισχιδή φύλλα του. Κατάσταση πληθυσμών: Ο μοναδικός γνωστός πληθυσμός του Ranunculus veronicae βρέθηκε σε έναν μικρό κατακόρυφο κρημνό. Καταλαμβάνει μία έκταση λίγων μόνο τετραγωνικών μέτρων (έως 5 m² περίπου) και αποτελείται από ένα μέγιστο αριθμό 200 ατόμων. Ο πληθυσμός είναι υγιής και περιλαμβάνει φυτά σε διάφορα στάδια ανάπτυξης.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος σχηματίζει έναν πολύ μικρό πληθυσμό και χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) σύμφωνα με την IUCN (2001), εξαιτίας του κριτηρίου D.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο μικρός κρημνός και η λεκάνη απορροής του ρυακιού θα πρέπει να χαρακτηρισθούν αυστηρώς προστατευόμενες περιοχές, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε καταστροφή από οικοδομικές δραστηριότητες, βόσκηση, υλοτομία καθώς και πιθανές αλλαγές του υδρολογικού καθεστώτος της περιοχής. Η περιοχή είναι κοντά στο οδικό δίκτυο. Προτείνεται επίσης ένθερμα η προσεκτική συλλογή αχαινίων και η κατανομή τους σε Βοτανικούς Κήπους, όπου το είδος θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή η αποθήκευση των αχαινίων σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Niels Böhling</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEF5FEED98C7367CFA3EFD26	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEF7FEEF98C7367CFA3EFDF4.text	9E288790FEF7FEEF98C7367CFA3EFDF4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Reseda odorata L.	<div><p>Reseda odorata L. Τρωτό (VU)</p><p>Resedaceae</p><p>Reseda odorata L., Amoen. Acad. 3: 51 (1756).</p><p>Λεκτότυπος (Nasir in Nasir &amp; Ali 1975, Fl. W. Pakistan 90: 7): [Αίγυπτος] "habitat in Aegypto" Herb. Linn. No. 629.28 (LINN).</p><p>Περιγραφή: Moνοετές ή διετές φυτό με λεπτή ρίζα ή βραχύβιο πολυετές με ξυλώδη βάση και 1-3(-6) ανθοφόρα στελέχη. Βλαστοί όρθιοι ή ανερχόμενοι, μήκους 10-50 cm,, απλοί ή διακλαδισμένοι κατά διαφόρους τρόπους, κυκυ-- λινδρικοί στο κατώτερο τμήμα τους, ελαφρώς αυλακούμενοι στο ανώτερο τμήμα τους, με κυστοειδείς, αμβλείες θηλές. Φύλλα 1,5-5 cm x 2-10 mm, τα χαμηλότερα αντιλογχοειδή έως αντωοειδή, τα μεσαία και τα ανώτερα συχνά με 1 ζεύγος βραχέων λοβών, περιθώριο τραχύ-θηλωτό, το μεσαίο νεύρο ενίοτε τραχύ-θηλωτό στην κάτω επιφάνεια. Ταξιανθία βότρυς με λίγα ή πολλά άνθη, ποδίσκοι όρθιοι-αφιστάμενοι έως αφιστάμενοι κατά την άνθηση, συχνά ελαφρώς κυρτωμένοι κατά την καρποφορία, 3-6 mm ή έως 10 mm κατά την καρποφορία, λεία ή ποικίλως τραχεία. Άνθη αρωματικά (η οσμή ενθυμίζει αυτή της Viola odorata). Σέπαλα και πέταλα 5 ή 6. Σέπαλα διατηρούμενα, πράσινα, 3-5 mm ή μέχρι 7 mm κατά την καρκαρ-- ποφορία, θηλωτά έως τραχέως θηλωτά. Πέταλα λευκά, 3-4 mm, τα ανώτερα με λοβό δακτυλιοειδώς διηρημένο σε 9-15 σπατουλοειδείς λοβούς με στενό όνυχα, τα κατώτερα ακέραια ή σπανίως δίλοβα ή τρίλοβα. Στήμονες 20- 25, νήματα λευκά, εύπτωτα, διαπλατυνόμενα κοντά στην κορυφή, ανθήρες πορτοκαλοκίτρινοι, 0,8-1 mm.. ΚαρπόΚαρπό-- φυλλα και στίγματα 3, ωχρά πράσινα. Κάψα 8-11 x 5-7 mm, ελλειψοειδής έως ωοειδής, αποτόμως λεπτυνόμενη στη βάση, λεία ή ελαφρώς τραχεία στις γωνίες, οδόντες 0,5-2 mm.. Σπέρματα ελαφρώς ωχρά ή υποκίτρινα, βαθύβαθύ-- τερου χρώματος έως σχεδόν μαύρα κατά την ωρίμανση, 1,6-1,7 mm, με εγκάρσιες, θηλώδεις πτυχώσεις.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 12 (βλέπε Snogerup &amp; Snogerup 2002).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Aπρίλιος έως Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα η Reseda odorata είναι γνωστή μόνο από τα Μάταλα στη ΝΚ. Κρήτη (Field-Fielding &amp; Turland 2005), τη νήσο Γαύδο στα ΝΔ. της Κρήτης (Bergmeier &amp; al. 1997) και τη νήσο Ανάφη στις Κυκλάδες (SnogerupSnogerup &amp; Snogerup 2002). Οι εμφανίσεις αυτές φαίφαί-- νεται να είναι αυτοφυείς. Η R. odorata έχει καλλιεργηθεί ευρέως στην Ελλάδα και αλλού για τη γλυκιά οσμή των ανθέων της ("ρεζεντά") και φυτά κοντά στην Αθήνα και την Κέρκυρα πιθανόν αποτελούν διαφυγές από κήπους (Snogerup &amp; Snogerup 2002). Εκτός Ελλάδας το είδος πιστεύεται ότι είναι αυτοφυές μόνο στη Λιβύη (Greuter &amp; al. 1989). Οι Snogerup &amp; Snogerup (2002) σημειώνουν ότι η R. odorata μπορεί να εγκλιματίζεται τοπικά στην Κ. και Ν. Ευρώπη, όμως, δηλώνοντας ότι πιθανώς το είδος είναι ιθαγενές της Αιγύπτου, του Ισραήλ/Ιορδανίας, της Συρίας και της Τουρκίας προφανώς συμπεριλαμβάνουν σε αυτό και την R. orientalis (βλέπε τις ταξινομικές παρατηρήσεις κατωτέρω).</p><p>Βιότοπος: Αναβαθμίδες στην βάση σκληρών μαργαϊκών κρημνών, διαβρωμένο έδαφος, ημιφυσικές βραχώδεις περιοχές, ανοικτές εκτάσεις διαφόρων τύπων ξηρής βλάστησης, ανθρωπογενείς βιότοποι. Στην Ελλάδα εμφανίζεται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 100 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Αναφορές της Reseda orientalis (Müll. Arg.) .) Boiss.. από την Κρήτη αντιπροσωπεύουν λανθασμέλανθασμέ-- νες αναγνωρίσεις της R. odorata σύμφωνα με τους Greu-Greuter &amp; al. (1989), οι οποίοι αποδέχονται και τα δύο είδη, R. odorata και R. orientalis, καταγράφοντας το πρώτο ως αυτοφυές μόνο των χλωριδικών περιοχών Κρήτης και Καρπάθου ("Cr") και της Λιβύης, και το δεύτερο ως αυτοφυές της Τουρκίας, Κύπρου, Λίβανου/Συρίας, Ισραήλ/Ιορδανίας, Αιγύπτου (Σινά) και Λιβύης. Οι Snogerup &amp; Snogerup (2002) επίσης αποδέχονται την R. odorata, καταγράφοντάς την στην Ελλάδα ως αυτοφυές στην Ανάφη και τη Γαύδο, αλλά παρατηρούν τα εξής: "Είναι αβέβαιο εάν η R. orientalis (Müller Arg.) Boiss. έχει αναφερθεί λανθασμένα από την Ελλάδα, είναι ένα ξεχωριστό είδος ή απλά ένα όνομα για μερικούς από τους αυτοφυείς προγονικούς πληθυσμούς της R. odorata ". Καλλιεργημένα φυτά της R. odorata είναι αρκετά ποικιλόμορφα, συχνά με μεγαλύτερα φύλλα και ανθικά τμήματα από εκείνα των αυτοφυών φυτών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μοναδικός γνωστός πληθυσμός της Κρήτης, στα Μάταλα, περιλαμβάνει πιθανώς μερικές δεκάδες αλλά όχι εκατοντάδες ωρίμων ατόμων, σύμφωνα με παρατήρηση του συγγραφέα τον Απρίλιο του 2003. Στην Γαύδο καταγράφηκαν τουλάχιστον πέντε υποπληθυσμοί από τον Bergmeier &amp; al.. (1997): ένας κακα-- ταγράφηκε το 1904, ένας το 1980 και οι υπόλοιποι κατά την χρονική περίοδο 1994-1996. Τα μεγέθη των υποπληθυσμών στη Γαύδο είναι άγνωστά. Για την Ανάφη δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί δεν είναι γνωστή, αλλά πιθανόν να είναι μικρότερη από 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο υποπληθυσμός στα Μάταλα της Κρήτης βρίσκεται σε μία τοποθεσία που υπόκειται σε συνεχή πίεση από την ανθρώπινη επισκεψιμότητα, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της τουριστικής καλοκαιρινής περιόδου. Τα φυτά αναπτύσσονται σε αναβαθμίδες μαργαϊκών κρημνών ανάμεσα σε σπηλιές και θολωτούς σχηματισμούς που αποτελούν δημοφιλή πόλο έλξης τουριστών. Οι άνθρωποι αναρριχούνται και πατούν επάνω στις αναβαθμίδες των βράχων, περιορίζοντας την έκταση στην οποία τα φυτά μπορούν να αναπτυχθούν. Σύμφωνα με τα κριτήρια B1ab(iii)+2ab(iii) και D2 της IUCN (2001) προτείνεται για το είδος η κατηγορία Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Mέχριέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κακα-- νένα μέτρο προστασίας. Χρειάζεται να ορθωθούν φράκτες ή διαχωριστικά εμπόδια στους μαργαϊκούς κρημνούς των Ματάλων, ώστε να δημιουργηθεί μία ζώνη αποκλεισμού, στην οποία οι άνθρωποι δεν θα μπορούν να αναρριχηθούν. Η βλάστηση εντός αυτής της ζώνης θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για 5-10 έτη, χρησιμοποιώντας την απροστάτευτη περιοχή ως μέτρο ελέγχου, ώστε να διαπιστωθούν οι επιπτώσεις στον πληθυσμό της Reseda odorata .</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEF7FEEF98C7367CFA3EFDF4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEF1FEE998C7367CFA3CFBF8.text	9E288790FEF1FEE998C7367CFA3CFBF8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Rhododendron luteum Sweet	<div><p>Rhododendron luteum Sweet</p><p>Ericaceae</p><p>Rhododendron luteum Sweet in Hort. Brit., ed. 2: 343 (1830).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: Έχει περιγραφεί από την περιοχή του Πόντου.</p><p>Συνώνυμα: Azalea pontica L., Sp. Pl. 1: 150 (1753). Rhododendron flavum G. Don. f. in Gen. Hist. 3: 847 (1834) [nom. illeg.].</p><p>Περιγραφή: Φυλλοβόλος, όρθιος θάμνος, ύψους έως 4 m, με παραφυάδες. Νεαροί κλάδοι αδενωδώς τριχωτοί, κολλώδεις. Φύλλα 6-12 x 2-4 cm, επιμήκως λογχοειδή, με βραχεία και απότομη αιχμή στο άκρο, κράσπεδα πριονωτά-βλεφαριδωτά, με βραχείες σμήριγγες στην άνω επιφάνεια και στα νεύρα της κάτω επιφάνειας, γλαυκoπράσινα. Άνθη πενταμερή, ελαφρώς ζυγόμορφα, συναθροισμένα ανά 5-15 σε σκιαδιόμορφους βότρεις στις άκρες άφυλλων βλαστών. Ποδίσκοι μήκους 1,8-2,4 cm, αδενωδώς χνοώδεις. Βράκτια και βρακτίδια μήκους περίπου 1,5 cm. Κάλυκας 5-7 mm με 5 βαθείς, άνισους, στενά επιμήκεις, βλεφαριδωτούς λοβούς. Στεφάνη κίτρινη, χοανοειδής, αδενωδώς χνοώδης εξωτερικά, με σωλήνα μήκους περίπου 1,5 cm και 5 λοβούς μήκους 1,5-2 cm. Στήμονες 5 με νήματα τριχωτά στο κατώτερο μισό και ανθήρες που ανοίγουν με πόρους στην άκρη τους. Ωοθήκη πεντάχωρη, με αδενώδεις σμήριγγες, στύλος μήκους 4-5,5 cm,, χνοώχνοώ-- δης στη βάση, με κεφαλωτό στίγμα. Καρπός φραγμορραγής κάψα μήκους 1,7-2,2 cm. Σπέρματα μήκους περίπου 3 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 4x = 52 (Eeckhaut &amp; al.. 2004, Jones &amp; al.. 2007). Οι μετρήσεις έγιναν σε καλλικαλλι-- εργητικές ποικιλίες του είδους.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Η ανθοφορία του είδους διαρκεί από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο (σπανίως έως το Σεπτέμβριο), ανάλογα με το υψόμετρο και την περιοχή. Στη Λέσβο η περίοδος ανθοφορίας είναι μικρότερης διάρκειας (Απρίλιος-Μάιος).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Rhododendron luteum εξαπλώνεται στη Β. και Δ. Τουρκία, την Καυκασία (Αζερμπαϊτζάν, Αρμενία, Γεωργία), την Κ. και Α. Ευρώπη (Αυστρία, Σλοβενία, Πολωνία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Ρωσία). Στην Ελλάδα είναι γνωστό μόνο από τη Δ. Λέσβο.</p><p>Βιότοπος: Σύμφωνα με τον Stevens (1978), στην ΤουρΤουρ-- κία το είδος φύεται στον υπόροφο δασών Fagus-Pinus και Abies, σε χλοερές πλαγιές και σπανίως πάνω από τα δασικά όρια, συνήθως σε υψόμετρο μεταξύ 400 και 2.000 m, σπανίως χαμηλότερα έως το επίπεδο της θάλασσας και υψηλότερα έως τα 2.200 m. Κατά την Popova (1972) στις ευρωπαϊκές χώρες προτιμά κυρίως τα δάση κωνοφόρων ή τα υγρά τυρφώδη εδάφη. Στη Λέσβο φύεται σε υγρές θέσεις, συνήθως στις όχθες ρεμάτων και στον υπόροφο δασών Pinus halepensis subsp. brutia και Pinus nigra, σε υψόμετρo 60-760 m, σε ηφαιστειακά πετρώματα. Στην περιοχή ανατολικά του χωριού Πτερούντα, όπου φύεται στις όχθες και κοντά σε ρέμα, συνυπάρχει με τα είδη Teline monspessulana, Osmunda regalis, Pistacia lentiscus κ.ά. Άλλα συνυπάρχοντα taxa που παρατηρήσαμε κατά τις έρευνές μας στο πεδίο σε διάφορες θέσεις του είδους είναι τα: Asplenium onopteris, Cardamine hirsuta, Castanea sativa, Cistus creticus, Doronicum orientale, Geranium lucidum, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Pteridium aquilinum, Quercus coccifera, Ruscus aculeatus, Tamus communis, Veronica cymbalaria κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Rhododendron περιλαμβάνει περίπου 850 είδη (Heywood &amp; al. 2007) και διαιρείται σε 8 υπογένη. Το R. luteum ανήκει στη sectio Pentanthera, η οποία σύμφωνα με κάποιες απόψεις (Scheiber &amp; al. 2000) εντάσσεται στο υπογένος Anthodedron και σύμφωνα με κάποιες άλλες (Kurashige &amp; al. 2001) στο υπογένος Pentanthera . Η φυλογενετική ανάλυση της Kron (1993) έδειξε ότι το R. luteum μαζί με τα βορειοαμερικανικά είδη R.. austrinum (Small) Rehder και R. occidentale (Torr. &amp; A. Gray) A. Gray σχηματίζουν μία μονοφυλετική ομάδα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατων μελετών βασισμένων σε μοριακά δεδομένα το R. luteum μοιάζει πολύ από γενετική άποψη με το ασιατικό R. molle (Blume) G. Don και το βορειοαμερικανικό R. occidentale, με το οποίο φαίνεται να έχει και μορφολογική ομοιότητα (Scheiber &amp; al. 2000). Οι Kurashige &amp; al. (2001) θεωρούν ως συγγενικότερο του R. luteum το R. molle, αν και σημειώνουν ότι οι μορφολογικοί χαρακτήρες, που συνδέουν τα δύο taxa, είναι λίγοι.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To Rhododendron luteum είναι γνωστό στην Ελλάδα από μόνο μία μικρή γεωγραφική περιοχή της Δ. Λέσβου, μεταξύ των χωριών Πτερούντα, Βατούσα, Χίδηρα, Παράκοιλα και Ανεμώτια (BazosBazos &amp; YanYan-- nitsaros 2004). Η παρουσία του στη Λέσβο, όπου είναι γνωστό με την τοπική ονομασία "αγούιδουρας", αναφέρεται ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα (Candargy 1898). H περιοχή εξάπλωσής του καλύπτει έκταση περίπου 40 km2, σε υψόμετρο μεταξύ 60 και 760 m (Παπαϊωάννου 1948- 49, 1951, Γιαννίτσαρος 1979). Τα τελευταία έτη έχει εντοπισθεί από εμάς σε αρκετές θέσεις της περιοχής αυτής, σε μικροσυστάδες αποτελούμενες από λίγα συνήθως άτομα στον υπόροφο δασών πεύκης και σε όχθες ρεμάτων και χειμάρρων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Για την Ελλάδα το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωσύμφω-- να με το κριτήριο D2, κυρίως λόγω της μικρής έκτασης που καταλαμβάνει και του συνήθως μικρού μεγέθους των υποπληθυσμών του. Πρόκειται για είδος τοξικό, γεγονός που καθιστά την κατανάλωσή του από τα ζώα εξαιρετικά επικίνδυνη. Η τοξικότητά του αυτή το καθιστούσε ανεπιθύμητο στους ασχολούμενους με την κτηνοτροφία κατοίκους της Δ. Λέσβου. Αυτός είναι ίσως ο λόγος της εξαφάνισής του από τη θέση Κοντίσια κοντά στα χωριά Άγρα και Μεσότοπος (Γιαννίτσαρος 1979). Παρόλα αυτά, ενώ παλαιότερα οι κτηνοτρόφοι της Δ. Λέσβου το αντιμετώπιζαν εχθρικά, τα τελευταία χρόνια και χάρη στις παρεμβάσεις τοπικών πολιτιστικών και φυσιολατρικών συλλόγων της περιοχής η τάση αυτή έχει αλλάξει σημαντικά. Στην αλλαγή αυτή φαίνεται ότι συνέβαλε και η προσέλκυση στην περιοχή αρκετών ξένων και ελλήνων τουριστώνφυσιολατρών, που επιθυμούν να δουν και να φωτογραφήσουν στο φυσικό του περιβάλλον αυτό το εξαιρετικής ομορφιάς είδος, κυρίως την περίοδο της ανθοφορίας του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το Rhododendron luteum προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/81, στο οποίο αναφέρεται ως R. flavum G. Don. Περιλαμβάνεται ακόμη στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΕ, ενώ η περιοχή εξάπλωσής του στη Δ. Λέσβο αποτελεί μέρος της περιοχής Δυτική Χερσόνησος-Απολιθωμένο Δάσος (GR 4110003) του Δικτύου προστατευόμενων περιοχών ΦΥΣΗ 2000. Επιπλέον, λόγω και της μεγάλης καλλωπιστικής του αξίας, προτείνεται η καλλιέργεια του φυτού αυτού σε Βοτανικούς Κήπους, η συλλογή σπερμάτων για την κατάθεσή τους σε Τράπεζα Σπερμάτων, η εκπόνηση μελέτης με σκοπό τη λεπτομερή καταγραφή όλων των θέσεων όπου απαντάται στη Δ. Λέσβο και του μεγέθους των υποπληθυσμών του, καθώς και η συνεχής ενημέρωση των κατοίκων της περιοχής για τη σημαντική αισθητική αξία αλλά και την επιστημονική σημασία αυτού του φυτού.</p><p>Ιωάννης Μπαζός &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEF1FEE998C7367CFA3CFBF8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEF3FEE498C7378AFA35F888.text	9E288790FEF3FEE498C7378AFA35F888.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Roemeria hybrida subsp. hybrida (L.) DC.	<div><p>Roemeria hybrida (L.) DC. subsp. hybrida</p><p>Papaveraceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Roemeria hybrida (L.) DC., Syst. Nat. 2: 92 (1821) subsp. hybrida .</p><p>Τύπος:[Ευρώπη]: O Λινναίος περιέγραψε το είδος (ως Chelidonium hybridum L.) από τη N. Ευρώπη. Ο τύπος δεν έχει ακόμη καθορισθεί (Kadereit 1987).</p><p>Συνώνυμα: Chelidonium hybridum L., Sp. Pl.: 506 (1753).</p><p>Ch. violaceum Lam. in Fl. Franç. 3: 169 (1778).</p><p>Glaucium violaceum (Lam.) Juss. in Gen. Pl.: 236 (1789).</p><p>Roemeria violacea (Lam.) Medic. in Usteri, Ann. Bot. 3: 15 (1792).</p><p>R. latiloba Fedde in Engler, Pflanzenreich 40(IV.104): 304 (1909).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα με ανερχόμενους έως όρθιόρθι-- ους, απλούς ή διακλαδισμένους βλαστούς ύψους μέχρι 35 cm. Τρίχωμα αποτελούμενο συνήθως από σκληρές, απλές τρίχες, ορισμένες φορές αραχνοειδές. Φύλλα διαστάσεων 0,8-15 x 0,7-8 cm, τα κατώτερα έμμισχα, τα ανώτατα ενίοτε άμισχα, πτεροσχιδή έως δις πτεροσχιδή, διαιρέσεις πλάτους 0,5-6 mm. Άνθη μονήρη ή ολιγάριθμα σε ταξιανθίες, ποδίσκοι μήκους 2-5 cm,, ανθικοί οφθαλοφθαλ-- μοί κεκλιμένοι. Σέπαλα 2, μήκους έως 1,5 cm,, με εμφαεμφα-- νείς σκληρές τρίχες ή με αραχνοειδές τρίχωμα, πέταλα 4, ιώδη, αντωοειδή, διαστάσεων 1-2,3 x 0,6-2 cm. Στήμονες πολυάριθμοι, μήκους 0,7-1,7 cm,, με ιώδη έως μαύρα νήνή-- ματα, ανθήρες κυανοϊώδεις. Ωοθήκη γραμμοειδής, με 3-4 καρπόφυλλα, ελαφρώς βραχύτερη των στημόνων, συνήθως καλυμμένη με σκληρές τρίχες, στίγμα δίχως ποδίσκο. Ώριμη κάψα γραμμοειδής, μήκους 2,5-7,5 cm, καλυμμένη με σκληρές τρίχες σε όλη την επιφάνεια ή μόνο στο άνω τμήμα, διαρρηγνυόμενη με βαλβίδες από την απόληξη προς τη βάση. Σπέρματα μήκους έως 1,3 mm, νεφροειδή, καστανά, δίχως φύμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n =?12, 22, 24, 36 (Ka-Kadereit 1987).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: H ανθοφορία παρατηρείται από τον Απρίλιο μέχρι το Μάιο, αναλόγως του υψομέτρου και της έκθεσης.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Απαντά σποραδικά στο ανατολικό, κεντρικό, νότιο και βόρειο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας και σε ορισμένα από τα νησιά του K. και N. Αιγαίου,ενώ απουσιάζει από το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, τα νησιά του Ιονίου και του B.. Αιγαίου. Η συνολική εξάπλωεξάπλω-- ση του είδους περιλαμβάνει τη Μεσογειακή περιοχή (εκτός της Ιταλίας) και τη ΝΔ. Ασία (Kadereit 1987).</p><p>Βιότοπος: Η Roemeria hybrida εμφανίζεται συνήθως στα κράσπεδα ή σε αύλακες αγρών με σιτηρά ενώ φύεται ακόμη σε αρόσιμη γη και σε πρόσφατα εγκαταλειμμένους αγρούς, σπάνια σε άλλους ανοιχτούς βιοτόπους. Απαντά σε διάφορα υποστρώματα, σε υψόμετρο έως 700 m. Συχνά εμφανίζεται μαζί με άλλα κοινά ή σχετικώς σπάνια φυτικά είδη όπως τα Petrorhagia illyrica subsp. haynaldiana, Dasypyrum villosum, Valerianella echinata, V. orientalis, Anchusa stylosa, Cerastium dichotomum, C. glomeratum, Linaria chalepensis, Heliotropium europaeum, Ranunculus arvensis, R. falcatus, Hypericum perforatum, Papaver rhoeas, P. hybridum, Consolida hellespontica, C. regalis, κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Roemeria περιλαμβάνει μόνο δύο πολυμορφικά είδη που απαντούν στη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (Kadereit 1987). Φυλογενετικές αναλύσεις με μοριακά δεδομένα τα οποία περιλαμβάνουν χλωροπλαστικό και πυρηνικό DNA, υποδεικνύουν ότι το γένος Roemeria είναι στενά συγγενές με τη sectio Argemonidium του γένους Papaver (Kadereit &amp; Sytsma 1992, Carolan &amp; al. 2006).</p><p>Το πολυπλοειδικό είδος R. hybrida έχει διακριθεί σε δύο υποείδη: το subsp. hybrida με εξάπλωση στη Μεσογειακή περιοχή και τη ΝΔ. Ασία και το subsp. dodecandra (Forssk. Forssk.) .) Maire με κέντρο εξάπλωσης την έρημο της ΣυρίΣυρί-- ας (Kadereit 1987).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Roemeria hybrida subsp. hybrida ανήκει σε μια ομάδα φυτών αρόσιμων γαιών, τα οποία έχουν αρχίσει να φθίνουν ή να εκλείπουν από πολλές περιοχές ως αποτέλεσμα των σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας και εξαιτίας της αστικοποίησης αρόσιμων εκτάσεων και άλλων χέρσων περιοχών με σκοπό την τουριστική ή άλλου είδους αξιοποίηση.</p><p>Αν και παλαιότερα η R. hybrida subsp. hybrida συμπεριλαμβανόταν στα κοινά ζιζάνια στις μεγαλύτερες πεδινές εκτάσεις της χώρας (π.χ. Δημάδης 1923, Ζαγανιάρης 1939), νεότερα δεδομένα δεν το εντάσσουν πλέον ως κύριο ζιζάνιο με οικονομικές επιπτώσεις στις καλλιέργειες της Ελλάδας (Δαμανάκης 1979, 1983, Γιαννοπολίτης &amp; al.. 1985), γεγονός που καταδεικνύει τη φθίνουσα συχνόσυχνό-- τητα εμφάνισής του.</p><p>Στην Ελλάδα συνολικά μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περίπου 25 απομονωμένοι μεταξύ τους πληθυσμοί του είδους από την ηπειρωτική χώρα και άλλοι 13 περίπου πληθυσμοί από τη νησιωτική περιοχή. Περισσότερο από το 40% αυτών των αναφορών δεν έχουν επιβεβαιωθεί τα τελευταία 50-100 ή περισσότερα έτη. Ως παράδειγμα αναφέρεται ότι το υποείδος αποτελούσε κοινό ζιζάνιο σε καλλιεργούμενες εκτάσεις από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (Ζαγανιάρης 1939). Ήδη από τη δεκαετία του 1950, οι πληθυσμοί του στην περιοχή φαίνεται ότι άρχισαν να φθίνουν (Oberdorfer 1954, Lavrentiades 1979) και σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες έρευνες πεδίου το υποείδος φαίνεται να περιορίζεται μόνο σε δύο υποπληθυσμούς που αποτελούνται από μερικές δεκάδες φυτικών ατόμων (Κρίγκας 2004). Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται σε περιοχές της Αττικής, καθώς και σε άλλες αστικοποιημένες περιοχές. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι η R. hybrida subsp. hybrida δεν εντοπίστηκε σε πρόσφατη εκτεταμένη έρευνα σε παραδοσιακά καλλιεργούμενους αγρούς της Κρήτης (Turland &amp; al. 2004).</p><p>Σύμφωνα με τον Kadereit (1987) η R. hybrida subsp. hybrida δεν σχηματίζει ποτέ εκτεταμένους πληθυσμούς στις περιοχές που απαντά. Οι πληθυσμοί που εξετάστηκαν στο πεδίο συνήθως αποτελούνται από διάσπαρτα άτομα (1-3 άτομα ανά m2) και ολιγομελείς συστάδες των 10-100 ατόμων. Η έκταση που καταλαμβάνουν συνολικά οι πληθυσμοί του είδους στην Ελλάδα δεν πρέπει να ξεπερνά τα 2.000 km2. O συνολικός αριθμός ατόμων της R. hybrida subsp. hybrida στην Ελλάδα ενδέχεται να μη ξεπερνά τα 10.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η περιοχή εξάπλωσης της Roemeria hybrida subsp. hybrida εκτείνεται από χαμηλά έως ενδιάμεσα υψόμετρα και δέχεται πιέσεις εξαιτίας της οικιστικής, παραθεριστικής και τουριστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, της εγκατάλειψης των αρόσιμων εκτάσεων και την αλλαγή χρήσεων γης και της εκτεταμένης εφαρμογής ζιζανιοκτόνων και εντατικών μορφών καλλιέργειας. Οι γνωστοί πληθυσμοί κινδυνεύουν καθώς μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητες (ιδιαίτερα εκείνοι που εντοπίζονται κοντά σε αστικές περιοχές). Ενέργειες όπως τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα και οι δραστικές αλλαγές στη χρήση της γης απειλούν να μεταβάλλουν ή να καταστρέψουν τα ενδιαιτήματα αυτού του είδους και θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή. Επιπλέον, οι βιότοποι του φυτού αυτού είναι ευπαθείς σε εισβολικά αλλόχθονα φυτά (ορολογία σύμφωνη με τους Κρίγκα &amp; Δαρδιώτη 2008) όπως τα Aster squamatus, Conyza canadensis, C. bonariensis, Amaranthus spp., Xanthium spinosum, X. strumarium subsp. cavanillesii, Solanum elaeagnifolium, Phalaris canariensis, Oxalis pes-caprae, Veronica persica και Ailanthus altissima .</p><p>Σε ότι αφορά στα αναπαραγωγικά χαρακτηριστικά της Roemeria hybrida subsp. hybrida πρέπει να αναφερθεί ότι η γύρη του φυτού συνήθως διασπείρεται σε αποστάσεις μικρότερες του 1 m και η αυτογονιμοποίηση είναι συχνή (προαιρετική αυτογαμία) με αποτέλεσμα να ελαττώνεται η γενετική ποικιλομορφία του υποείδους, ενώ το βάρος των σπερμάτων του ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τον τύπο γονιμοποίησης (Affre &amp; al. 2003).</p><p>Εξαιτίας της συνεχώς περιοριζόμενης περιοχής εξάπλωσης του υποείδους, των διάσπαρτων και μικρoύoύύ μεμε-- γέθους πληθυσμών που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του στην Ελλάδα, της σταδιακής συρρίκνωσης των παλαιότερων πληθυσμών και των αλλαγών που σχετίζονται με την αξιοποίηση ή την εντατική καλλιέργεια των αγροτικών γαιών και στηριζόμενοι στα κριτήρια Α4(c), Β1b(iii)c(iii,iv)c(iii, iv)(iii, iv) iii, iv), iv) iv)) και C2a(i) 2a(i)a(i)(i)i)) της IUCN (2001) που πληρούπληρού-- νται, προτείνεται η Roemeria hybrida subsp. hybrida να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την απρόσκοπτη επιτόπια (in situ) διατήρηση και προστασία των πληθυσμών της Roemeria hybrida subsp. hybrida. Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των πληθυσμών στο φυσικό περιβάλλον προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή των υφιστάμενων βιοτόπων και η συνέχιση της παρούσας χρήσης γης στις περιοχές εμφάνισης του υποείδους. Επιπλέον, προτείνεται η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών σε περιοχές όπου αναπτύσσονται άτομά του (κατασκευαστικά έργα, εκτεταμένη τουριστική εκμετάλλευση, εντατικές καλλιέργειες, χρήση ζιζανιοκτόνων). Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας καλύτερης εικόνας της δυναμικής των πληθυσμών του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση.</p><p>Η προσπάθεια συλλογής σπερμάτων από τους εναπομείναντες ελληνικούς πληθυσμούς, η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός της R. hybrida subsp. hybrida σε Βοτανικούς Κήπους θεωρούνται επιβεβλημένες ως κύριες δράσεις για την εκτός τόπου (ex situ) διατήρηση και προστασία της. Μια τέτοια δράση θα συμβάλλει στη δημιουργία Τράπεζας Σπερμάτων του φυτού και θα εξασφαλίσει τη δυνατότητα επαναεισαγωγής του στο φυσικό περιβάλλον σε περίπτωση που οι πληθυσμοί του συνεχίσουν να φθίνουν ή εξαφανισθούν.</p><p>Νικόλαος Κρίγκας &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEF3FEE498C7378AFA35F888	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEFCFEE698DE367CFA35FC93.text	9E288790FEFCFEE698DE367CFA35FC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sagittaria sagittifolia L.	<div><p>Sagittaria sagittifolia L.</p><p>Alismataceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Sagittaria sagittifolia L., Sp. Pl. 2: 993 (1753).</p><p>Τύπος: Είδος που περιγράφηκε από την Ευρώπη, Herb. Linn. No. 1124/1 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Sagittaria japonica Hort., Fl. Pleine Terre (ed. 3) 1002 (1870).</p><p>S. sagittifolia var. leucopetala Miq., Ill. Fl. Archip. Ind. 2: 49 (1870).</p><p>S. sinensis Sims in Bot. Mag. 39: t. 1631 (1814).</p><p>S. trifolia L., Sp. Pl. 2: 993 (1753).</p><p>Περιγραφή: Ποώδες, πολυτές υδρόφυτο μήκους έως 1 m. Eναέρια φύλλα βελοειδή, με 2 οξύληκτους λοβούς στη βάση, έλασμα διαστάσεων 12-25 x 10-22 cm, με μακρύ μίσχο τριγωνικής διατομής που αναδύει το φύλλο έως και 45 cm πάνω από την επιφάνεια του νερού. Βυθισμένα ή επιπλέοντα φύλλα, όταν υπάρχουν, λογχοειδή έως ωοειδή, διαστάσεων έως 80 x 2 cm. Tα άνθη σχηματίζουν ταξιανθίες βότρεις ή φόβες. Οι ανθοφόροι βλαστοί ανυψώνονται απευθείας από τη ρίζα και φέρουν τα άνθη σε σπονδύλους ανά τρία. Ανώτερα άνθη άρρενα, ενώ τα περισσότερα από τα κατώτερα θήλεα. Κάθε άνθος αποτελείται από τρία σέπαλα και τρία μεγάλα (10-15 mm) λευκά πέταλα με μία πορφυρή κηλίδα στη βάση τους. Νήματα στημόνων γραμμοειδή και λεία, ανθήρες συνήθως πορφυροί. Kαρπίδια σφαιρικά ή ωοειδή αχαίνια με πλατιά βάση, διαστάσεων 4-6 x 1,5-3,5 mm, τα οποία φέρουν πτερύγια και βραχύ, ευθύ ράμφος μήκους 0,3-0,8 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 22 (Chepinoga &amp; al. 2008).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούλιος-Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Πρόκειται για ευρείας εξάπλωσης ιθαγενές είδος των υγροτόπων των ευκράτων περιοχών της Ευρώπης, καθώς και της Ν. και ΝA. Ασίας. Έχει εισαχθεί στην Αυστραλία, στα νησιά του Ειρηνικού, στη Βόρεια και στη Νότια Αμερική. Σπάνιο στην Ελλάδα, γνωστό με βάση παλαιές αναφορές από τη λίμνη Παμβώτιδα (Formanek 1895, Stephanides 1948) από την οποία φαίνεται πως έχει εκλείψει σύμφωνα με νεότερες έρευνες (Γκανιάτσας 1970, Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999), από τις λίμνες Μεγάλη Πρέσπα (ZaganiarisZaganiaris 1940) και Μικρή ΠρέΠρέ-- σπα (Παυλίδης 1985), το δέλτα του ποταμού Στρυμώνα (Καραγιαννακίδου &amp; al. 2000) και από τη Δρακόλιμνη της Τύμφης στην Ήπειρο (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 1997, 2003, Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999).</p><p>Βιότοπος: Η Sagittaria sagittifolia αναπτύσσεται σε υπαρκτικά έως τροπικά περιβάλλοντα, σε ποικίλους τύπους υποστρωμάτων, πλούσιων σε χούμο, άμμο ή ιλύ, συνήθως σε προφυλαγμένες αβαθείς ή εποχιακά πλημμυρισμένες όχθες αργά ρεόντων ή στάσιμων υδάτων, σχετικά πλούσιων σε ασβέστιο και θρεπτικά άλατα (μέσο-εύτροφα). Aντέχει σε μεγάλη διακύμανση της στάθμης του νερού και έχει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε ποικιλία οικοτόπων. Είναι αρκετά ανθεκτικό στο ψύχος, επιβιώνοντας σε θερμοκρασίες κατώτερες των -10 οC,, αν και η επάκρια αύξηαύξη-- ση βλάπτεται όταν η θερμοκρασία πέφτει γύρω στο μηδέν. Αναπαράγεται με αχαίνια και βλαστητικώς με ολόκληρα ανώριμα φυτά και υπόγειους βολβούς. Τα σπέρματα επιπλέουν εύκολα και μπορεί να μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις. Στη Δρακόλιμνη της Τύμφης σχηματίζει συστάδες χαλαρής δομής στην παράλια περιοχή, σε θέσεις με ιλυοαμμώδες υπόστρωμα και βάθος 0,20-1,5 m.. ΣυμΣυμ-- μετέχει στην κοινωνία Sagittario- Sparganietum emersi R. Tx. 1953, για την οποία, στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν παλαιότερες αναφορές (βλέπε Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 2003). Στην περιοχή που πρόσφατα βρέθηκε (Δρακόλιμνη Τύμφης) εποικίζει νερά με μέσο βάθος 0,60 m, μεγάλη διαφάνεια, αλκαλικό pH, φτωχά σε διττανθρακικά ιόντα, φτωχά σε φώσφορο και μετρίως πλούσια σε ανόργανο άζωτο (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 2003).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στη Δρακόλιμνη της Τύμφης ο πληθυσμός της Sagittaria sagittifolia αναπτύσσεται σε αβαθή νερά, συνήθως σε ανοίγματα της φυτοκοινότητας με Sparganium angustifolium, σε θέσεις όπου η επιφάνεια του νερού δεν καλύπτεται από τα επιπλέονται φύλλα και τους βλαστούς του ομώνυμου είδους. Στην περιοχή αυτή στη δομή της Sagittario-Sparganietum-SparganietumSparganietum emersi συμμετέχει σταθερά η Eleocharis palustris, είδος χαρακτηριστικό της τάξης και της κλάσης που εντάσσεται η εν λόγω φυτοκοινωνία. Επίσης τα είδη Sparganium angustifolium, Potamogeton trichoides και Ranunculus trichophyllus sub-subsp. trichophyllus συμμετέχουν ως συνοδά με μικρότερη σταθερότητα και πληθοκάλυψη. Με μία κατά προσέγγιση εκτίμηση θα μπορούσαμε να πούμε πως τα άτομα της S. sagittifolia στη Δρακόλιμνη της Τύμφης, την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι επισκέψεις μας στην περιοχή (Ιούλιος 1992, Ιούλιος 1994, Αύγουστος 1995), ήταν περίπου 2.000. O πληθυσμός της ΠαμβώτιΠαμβώτι-- δας είναι πιθανότατα εξαφανισμένος. Για τις άλλες θέσεις χρειάζεται περαιτέρω έρευνα με επιτόπιες εκτιμήσεις των πληθυσμών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Σύμφωνα με τα κριτήρια Β2α και D2 των κατηγοριών επιεπι-- κινδυνότητας της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) εξαιτίας της περιορισμένης εμφάνισής του στον ελληνικό χώρο. Στη Δρακόλιμνη της Τύμφης η Sagittaria sagittifolia δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης από ανθρώπινες δραστηριότητες, καθώς η λίμνη αυτή βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο (2.050 m) και προσεγγίζεται δύσκολα. Ως εκ τούτου δεν δέχεται επιδράσεις από οικιστική δραστηριότητα, καλλιεργητικούς χειρισμούς και συστηματική βόσκηση. Λίγα κοπάδια προβάτων που εκτρέφονται το θέρος στις ορεινές βοσκές της Τύμφης, συχνά ανεβαίνουν και στην περιοχή της Δρακόλιμνης. Οι περιηγητές που επισκέπτονται τη λίμνη, έπειτα από πολύωρη πεζοπορία (δεν υπάρχουν δρόμοι), δεν διαταράσσουν σημαντικά το ενδιαίτημα του είδους. Παρόλα αυτά, επειδή οι πληθυσμοί της S. sagittifolia στην Ελλάδα έχουν περιορισμένη και σποραδική εξάπλωση, θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανές αλλαγές της κατηγορίας απειλής τους. Η ελεύθερη εκτροφή ζώων και η μη ελεγχόμενη βόσκηση επιδρούν στη βλάστηση, στους πληθυσμούς της άγριας πανίδας, στη σταθερότητα του εδάφους της παράλιας ζώνης και στην ποιότητα του νερού. Μεταβολές των φυσικοχημικών ιδιοτήτων του νερού επιφέρουν συνήθως αλλαγές στη μακροφυτική βλάστηση (Wiegleb 1978, Pott 1980). Επίσης η διάνοιξη δρόμων πιθανόν να επιφέρει μακροπρόθεσμη αλλαγή στο φυσικό περιβάλλον καθώς θα επιτρέψει αύξηση του αριθμού των επισκεπτών, εγκατάσταση τουριστικών επιχειρήσεων κ.ά. Τα βιβλιογραφικά στοιχεία, που είναι διαθέσιμα για τις υπόλοιπες θέσεις ανεύρεσης του είδους στην Ελλάδα, δεν παρέχουν πληροφορίες για το μέγεθος των πληθυσμών, την κατάσταση των οικοτόπων τους και πιθανές αιτίες υποβάθμισης αυτών. Έτσι, προς το παρόν, δεν μπορούμε να έχουμε μία συνολική εικόνα των κινδύνων που απειλούν το είδος.</p><p>Μαρία Σαρίκα &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEFCFEE698DE367CFA35FC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEFEFEE098DE367CFA35FD26.text	9E288790FEFEFEE098DE367CFA35FD26.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Saponaria aenesia Heldr.	<div><p>Saponaria aenesia Heldr.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Kινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Saponaria aenesia Heldr. in Atti Congr. Bot Firenze 1874: 238 (1876).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Κεφαλληνία] "in regione abietina montis Aenos", 1.050-1.650 m, Heldreich 3577 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Saponaria calabrica Guss. var. aenesia (Heldr.) Halácsy, Consp. Fl. Graec. 1:189 (1900).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα. Βλαστοί μονήρεις ή λίγοι, συνήθως κατακείμενοι με ανερχόμενο το ανώτερο μέρος τους, αραιώς διακλαδιζόμενοι, λείοι ή σπανίως αραιώς τριχωτοί με αδενώδεις τρίχες στην κορυφή τους. Tαα κακα-- τώτερα φύλλα ±επιμήκως σπατουλοειδή, λεία, τα ανώτερα φύλλα επιφυή, αντιλογχοειδή, αναδιπλούμενα, με κράσπεδα κυματοειδή, λεία, σπανίως με αραιό αδενώδες τρίχωμα. Ταξιανθία βοτρυοειδής, ενίοτε αραιώς διακλαδιζόμενη. Ποδίσκοι βραχύτεροι από τον κάλυκα, αδενώδεις με τραχύ τρίχωμα, καμπτόμενοι αποτόμως προς τα κάτω κατά την καρποφορία. Κάλυκας μήκους 6-7 mm, επιμήκης-κυλινδρικός, αδενώδης με τραχύ τρίχωμα, και βραχείς αμβλείς οδόντες. Έλασμα πετάλου μήκους 2,5-3 mm,, ωχροπόρφυρο, ημικυκλικό, με δύο στεφανιαία λέλέ-- πια, αποτόμως στενούμενος σε γραμμοειδή όνυχα. Κάψα ωοειδής-σφαιρική, βραχύτερη από τον κάλυκα. Σπέρματα 1,8-2,2 mm, σφαιρικά-νεφροειδή, εντόνως φυματώδη.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος και Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της νήσου Κεφαλληνίας. Γνωστό ως στενότοπο, ενδημικό του όρους Αίνος από δύο θέσεις, εντός του Εθνικού Δρυμού του Αίνου και πλησίον της Ι.Μ. Αγίου Γερασίμου (Φοίτος &amp; Damboldt 1985). Ανευρέθηκε προσφάτως (Ευθυμιάτου-Κατσούνη 2006) και στις εξής ορεινές θέσεις της νήσου: α) στο όρος Μανολάτι στην Κ. Κεφαλονιά, σε υψόμετρο 680 m, β) στη θέση Διάσελο του όρους Δάφνη Διλινάτων, πρώην επαρχίας Κραναίας, σε υψόμετρο 800 m, γ) στο όρος ΕυμορΕυμορ-- φία Διλινάτων, πρώην επαρχίας Κραναίας σε υψόμετρο 910 m, δ) στο όρος Αγία Δυνατή, πρώην επαρχίας Σάμης, σε υψόμετρο 900 m και ε) πλησίον του Αγίου Ελευθερίου στις πλαγειές του όρους Ρουδίου σε υψόμετρο 900 m.</p><p>Βιότοπος: Η Saponaria aenesia συναντάται, κυρίως σε ορεινές,ασβεστολιθικές περιοχές,σε υψόμετρο 400-1.500 m, σε μέρη σκιαζόμενα ή μη, σε μικρές ομάδες ατόμων. Στο όρος Αίνος φύεται στις παρυφές του δασικού δρόμου σε θέσεις ημισκιαζόμενες και χαλικώδεις με έκθεση ΝΝΑ. Στο όρος Μανολάτι συναντάται επίσης στις παρυφές του χωματόδρομου κοντά σε μακία βλάστηση από Arbutus unedo, και Quercus coccifera με έκθεση ανατολική, όπου συνυπάρχει με τη Viola phitosiana, Geranium sp., Arabis sp. κ.ά. Στη θέση Διάσελο του όρους Δάφνη, ορεινό βοσκοτόπι με χαμηλή ποώδη βλάστηση λόγω υπερβόσκησης, φύεται μέσα σε θύλακα από χαμηλούς θάμνους Quercus coccifera με έκθεση ΒΔ. Στο όρος Ευμορφία, επίσης γυμνό και άδενδρο βοσκοτόπι, σε θέσεις χαλικώδεις με έκθεση δυτική, συνυπάρχει σε αραιά φρύγανα, με Arenaria leptoclados, Convolvulus arvensis, Cerastium sp., Ornithogalum sp., Veronica glauca subsp. peloponnesiaca κ.ά. Στην Αγία Δυνατή, το δεύτερο σε ύψος όρος μετά τον Αίνο, φύεται στις παρυφές του χωματόδρομου προς την κορυφή, μετά την Ι.Μ. Θεμάτων, σε ξέφωτα μεταξύ Quercus coccifera με έκθεση ανατολική και δυτική. Πλησίον του Αγίου Ελευθερίου Ρουδίου, όπου φύεται σε θέσεις γυμνές, χαλικώδεις και μη σκιαζόμενες πλησίον του δρόμου και γειτνιάζουσες με μακία βλάστηση από Quercus coccifera και Arbutus unedo με έκθεση ΝΔ.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Saponaria aenesia συνδέεται στενώς με την S. calabrica Guss. από την οποία διαφέρει κυρίως στα κυματοειδή και αναδιπλούμενα προς τα μέσα ανώτερα φύλλα, τα μικρότερα άνθη, τους ισχυρώς καμπτόμενους προς τα κάτω καρποφόρους ποδίσκους, την ωοειδή-σφαιρική κάψα. Δείγματα της S. calabrica από την νήσο Κέρκυρα, προσεγγίζουν, ενίοτε, την S. aenesia .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Δύο θέσεις της Saponaria aenesia ευρίσκονται μέσα στον Εθνικό Δρυμό Αίνου (Περιοχή ΦΥΣΗ 2000: GR2220004) και ως εκ τούτου τελεί υπό καθεστώς προστασίας. H S. aenesia σε καμία από τις θέσεις ευρέσεώς της δεν συγκροτεί ενιαίο μεγάλο πληθυσμό. Στις περισσότερες από αυτές δεν καταμετρήθηκαν περισσότερα από 3-4 άτομα. Μόνο στη θέση Ευμορφία βρέθηκαν δέκα άτομα σε έκταση 80 m2. Γενικώς η παρουσία της στη νήσο είναι ολιγάριθμη, αραιή και διάσπαρτη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Συγκριτικά στοιχεία παρακολούθησης της Saponaria aenesia για εκτίμηση της μείωσης του πληθυσμού της στις θέσεις εμφάνισής της δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα. Εκτιμάται, όμως, ότι θα υπάρξει μελλοντικά σημαντική μείωση, κυρίως λόγω της ασκούμενης εντατικής ή παράνομης βόσκησης και των αλλεπαλλήλων πυρκαγιών. Αυτοί κυρίως είναι και οι κίνδυνοι, που απειλούν τους βιοτόπους της. Λόγω του ότι αυτό το taxon δεν συγκροτεί ενιαίο πληθυσμό, αλλά εμφανίζεται σποραδικά, σε διασκορπισμένες θέσεις, με περιορισμένη έκταση εμφάνισης ολίγων ωρίμων ατόμων, προτείνουμε να χαρακτηρισθεί ως Kινδυνεύον (ΕΝ) σύμφωνα με κριτήρια Β2 (b.ii, c.ii), C1, D της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή οι περισσότερες θέσεις, στις οποίες συναντάται η Saponaria aenesia, είναι εκτός του Εθνικού Δρυμού σε βοσκοτόπια με εντατική βόσκηση ή σε ιδιωτικές δασικές εκτάσεις, υπάρχει πρόβλημα προστασίας αυτού του είδους στη φύση. Προτείνουμε: αναπαραγωγή του είδους σε προστατευόμενους χώρους και επανεισαγωγή των αναπαραγομένων ατόμων εντός του Εθνικού Δρυμού Αίνου για την ενίσχυση του πληθυσμού και επίσης διατήρηση των σπερμάτων του (ex situ) σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Νίκη Κατσούνη, Δημήτριος Φοίτος, Γεωργία Καμάρη &amp; Βασιλική Καραγιάννη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEFEFEE098DE367CFA35FD26	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEF8FEE298DE367CFA35FDF4.text	9E288790FEF8FEE298DE367CFA35FDF4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Satureja cretica (L.) Briq.	<div><p>Satureja cretica (L.) Briq.</p><p>Labiatae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Satureja cretica (L.) Briq. in Engler &amp; Prantl, Nat. Pflanzenfam. IV(3a): 302 (1896).</p><p>Λεκτότυπος (Morales in Jarvis &amp; al. 2001, 513): "Habitat Monspelii", Herb. Burser XIII: 17 (UPS).</p><p>Συνώνυμα: Melissa cretica L., Sp. Pl.: 593. (1753).</p><p>Calamintha cretica (L.) Lam., Fl. Franç. 2: 395 (1779).</p><p>Clinopodium creticum (L.) Kuntze in Revis. Gen. Pl. 2: 515 (1891).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής, αρωματική πόα. Φυτά καλυπτόμενα από πολύ πυκνό, μακρύ, όρθιο τρίχωμα και ευδιάκριτoυςoυςυς αδένες. Βλαστοί μήκους 10-30 cm,, αποξυλωμέαποξυλωμέ-- νοι στη βάση, διακλαδιζόμενοι, κατακείμενοι τουλάχιστον έως το ήμισυ του μήκους τους, μετά ανορθωμένοι. Φύλλα 7-12 x 5-10 mm, ωοειδή, κράσπεδα σχεδόν ακέραια ή με δυσδιάκριτη οξεία οδόντωση, φαιοπράσινα, μίσχοι 2-3 mm.. Ταξιανθία περιλαμβάνουσα 3-4 άνθη, ποδίσκος μήμή-- κους 3-8 mm.. Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, βρακτίβρακτί-- δια c. 2 mm, βελονοειδή. Κάλυκας 3,5-5 mm, δίχειλος, με τρεις τριγωνικούς οδόντες περίπου 0,3 mm στο άνω και δύο βελονοειδείς οδόντες 2-3 mm στο κάτω χείλος. Ποδίσκος μήκους 2-3 mm.. Στεφάνη λευκή, 6-9 mm,, δίδί-- χειλη, με δύο μικρούς λοβούς στο άνω και τρεις ευκρινείς λοβούς στο κάτω χείλος.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως ο Μάιος, μπορεί όμως να επεκταθεί έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Κρήτης. Γνωστό μόνον από τα Λευκά Όρη.</p><p>Βιότοπος: Η Satureja cretica απαντά κυρίως σε φαράγγια της νότιας πλευράς των Λευκών Ορέων, σε υψόμετρο (0-)100-1.800(-1.900) m. Τα φυτά συνήθως εμφανίζονται σε ρωγμές βράχων, πετρώδεις πυθμένες φαραγγιών και άλλες βραχώδεις θέσεις μαζί με αραιή φρυγανική βλάστηση και διάσπαρτα άτομα Acer sempervirens, Cupressus sempervirens, Juniperus oxycedrus ή Berberis cretica . Γενικώς προτιμά τις σκιερές θέσεις.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Satureja cretica ανήκει σε μία ενότητα ειδών, η οποία σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές (BallBall &amp; GetliffeGetliffe 1972, Davis &amp; Leblebici 1982) αποτεαποτε-- λεί διακριτό γένος με το όνομα Calamintha Μill. Όμως, η ταξινομική διάκρισή του από το γένος Satureja χρειάζεται περισσότερη έρευνα. Η S. cretica αποκλίνει μορφολογικά από όλους τους αντιπροσώπους του γένους Calamintha s. str ..str. str.. που απαντούν στην Ελλάδα και οι στενότεροι συγσυγ-- γενείς της θα πρέπει να αναζητηθούν μεταξύ των στενοενδημικών ειδών C. tauricola P.H. Davis, C. pamphylica Boiss. &amp; Heldr. και C. pipereloides Stapf, που φύονται στη Ν. Μικρά Ασία (περιοχή Αττάλειας). Η μορφολογική της απόκλιση και η γεωλογική ιστορία της Κρήτης (Greuter 1970, 1979, Meulenkamp 1971) υποδεικνύουν ότι πρόπρό-- κειται για πολύ παλαιό είδος, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ως υπολειμματικό στοιχείο της κρητικής χλωρίδας (Karou-Karousou &amp; al. 1996).</p><p>Η Satureja cretica διακρίνεται εύκολα από τους συγγενείς της, κυρίως εξαιτίας του πολύ πυκνού, μακρού, αφιστάμενου τριχώματος που καλύπτει ολόκληρο το φυτό.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Satureja cretica σχηματίζει μεγάλους υποπληθυσμούς στο Φαράγγι της Σαμαριάς και της Ίμπρου, χωρίς όμως να έχει εκτιμηθεί ο αριθμός των ατόμων. Στοιχεία για τους υπόλοιπους υποπληθυσμούς της δεν είναι διαθέσιμα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Satureja cretica χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) είδος, διόδιό-- τι πληροί το κριτήριο D2, κυρίως λόγω της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής της, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Μολονότι δεν φαίνεται να αντιμεαντιμε-- τωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης, πρέπει να εκτιμηθεί το μέγεθος των υποπληθυσμών της και να ελέγχονται τυχόν διακυμάνσεις του. Οι υποπληθυσμοί της είναι απομονωμένοι και τυχαία γεγονότα, όπως οι πυρκαγιές, είναι δυνατόν να εξαφανίσουν κάποιους από αυτούς. Με εξαίρεση το Φαράγγι της Σαμαριάς, όλες οι υπόλοιπες περιοχές όπου απαντά το είδος υπόκεινται σε έντονη βόσκηση, η οποία ίσως επηρεάζει τον αριθμό των ατόμων στους υποπληθυσμούς.</p><p>Το είδος έχει περιληφθεί στον κατάλογο "ΆλλαΆλλα ΣημαΣημα-- ντικά Είδη" της ελληνικής χλωρίδας, ο οποίος συντάχθηκε στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (Kokkini &amp; al. 1996). Καθόσον ορισμένες περιοχές των Λευκών Ορέων περιλαμβάνονται στο Δίκτυο, αναμένεται να υπάρξει μία θετική επίδραση στη διατήρηση των υποπληθυσμών της S. cretica .</p><p>Μέτρα προστασίας: Είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων προς αποφυγή των πυρκαγιών, οι οποίες είναι δυνατόν να εξαφανίσουν κάποιους υποπληθυσμούς ή να μειώσουν το μέγεθός τους.</p><p>Η Satureja cretica έχει επιβιώσει, μολονότι οι βιότοποί της βόσκονται εντατικά. Εντούτοις η βόσκηση πρέπει να ελεγχθεί, διότι τυχόν αύξησή της ενδέχεται να μειώσει το μέγεθος των υποπληθυσμών της.</p><p>Το είδος είναι ένα εντόνως αρωματικό φυτό και μπορεί να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους. Η διατήρηση των σπερμάτων του σε Τράπεζα Σπερμάτων κρίνεται επίσης απαραίτητη για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρεγγίνα Καρούσου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEF8FEE298DE367CFA35FDF4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEFAFEFD98DE378AFA3EFA71.text	9E288790FEFAFEFD98DE378AFA3EFA71.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Scorzonera mollis subsp. idaea (Gand.) Lack	<div><p>Scorzonera mollis M. Bieb. subsp. idaea (Gand.) Lack</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Scorzonera mollis M. Bieb. subsp. idaea (Gand.) Lack in Strid, A. &amp; Tan, K. (eds), Mount. Fl. Greece, 2: 534 (1991).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ρεθύμνης] "ad nives deliquescentes montis Idae infra cacumen Timios Stavros", 17 Jun., 1914, Gandoger, Herbarium Creticum 1914 no. 5439 (Ολότυπος:?LY. Ισότυπος: MO).</p><p>Συνώνυμα: Podospermum idaeum Gand. in Bull. Soc. Bot. France 62: 155 (1916).</p><p>Scorzonera idaea (Gand.) Lipsch. in Fragm. Monogr. Scorzonera 2: 11 (1939).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με υπόγειο κόνδυλο. Κόνδυλος ακανόνιστα ελλειπτικός ή ατρακτοειδής, διαστάσεων 2,5-4 x 2-2,5 cm, καλυμμένος με ένα τραχύ, καστανό, φελλώδες εξωτερικό στρώμα και με 1 ή 2 κορυφαίους, υπόγειους αυχένες 1,5-3 cm που είναι καλυμμένοι με τα υπολείμματα από τις βάσεις των παλαιών φύλλων. Φύλλα αρκετά, σε ρόδακα, στενά επιμήκη, που σταδιακά στενεύουν προς την απόληξη, ακανόνιστα συνεστραμμένα, με αυλάκωση, διαστάσεων 3-8 cm x 3-5,5 mm, με αραιό ή πυκνό, βραχύ, λευκό εριώδες τρίχωμα και στις δύο επιφάνειες, κράσπεδα έντονα συνεστραμμένα-κυματιστά. Κεφάλια 1-4 ανά βλαστό. Ποδίσκος ταξιανθίας μήκους 1,5-2 cm, με ένα μικρό φύλλο βλαστού και με τρίχωμα ανάλογο των φύλλων. Ανθοδόχη κυλινδρική, 1,5-2 cm x 4-6 mm. Βράκτια κεραμιδωτά, ωοειδή-λογχοειδή (τα εξωτερικά) έως στενά επιμήκη-λογχοειδή (τα εσωτερικά), 6-20 x 2,5-4 mm, με τρίχωμα παρεμφερές των φύλλων αλλά λιγότερο πυκνό, απόληξη αμβλεία-αποστρογγυλεμένη έως σχεδόν αιχμηρή. Ανθίδια λεμονοκίτρινα, γλωσσίδια αφιστάμενα έως ελαφρώς καμπτόμενα, επιμήκη, μακρύτερα των βρακτίων, με επιμήκεις νευρώσεις, απόληξη με 5 οδοντώσεις, στήμονες και ωοθήκη ανορθωμένοι, κίτρινοι, βραχίονες στύλου καμπτόμενοι προς τα έξω. Αχαίνια καστανά, πολύ στενά ατρακτοειδή, πλατύτερα κάτω από τον μέσον τους, σχεδόν ευθυτενή, διαστάσεων 12-13 x περίπου 1 mm (χωρίς τον πάππο), με επιμήκεις ραβδώσεις, άτριχα, αλλά τραχέα κατά μήκος των ραβδώσεων, βάση ανοικτοκάστανη και ελαφρώς διευρυμένη. Πάππος με 2 είδη ευθυτενών τριχών, μερικές καστανές, μήκους 8-10 mm, σκληρές και μη πτερωτές και άλλες καστανωπέςλευκές, περίπου 7 mm, λεπτές και έντονα πτερωτές.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Η άνθιση και η καρποφορία παρατηρούνται από τον Μάιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος των ορεινών όγκων του Ψηλορείτη και της Δίκτης, στην Κ. και Α. Κρήτη, αντιστοίχως.</p><p>Βιότοπος: Ορεινές πλαγιές νότιας ή δυτικής έκθεσης με αραιούς επιφανειακούς βράχους διαφόρων μεγεθών που συγκρατούν το έδαφος, επίπεδο έδαφος στο κατώτερο τμήμα δολινών ή ορεινές κοιλάδες που συχνά καλύπτονται με ασβεστολιθικό χαλίκι ή λίθους, σε υψόμετρο 1.400-2.450 m. Μεταξύ των συνοδών ειδών μπορεί να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα (*= ενδημικό της Κρήτης): * Acantholimon androsaceum, Aethionema saxatile subsp. creticum, * Anthemis tomentella, * Asperula idaea, Astragalus angustifolius, * A. creticus, * A. idaeus, Berberis cretica, Bufonia stricta, * Carlina curetum subsp. curetum, * Centaurea idaea, C. raphanina, * Cirsium morinifolium, Clinopodium alpinum subsp. meridionale, * Corydalis uniflora, Crepis fraasii, * Crocus sieberi subsp. sieberi , Dactylis glomerata subsp. rigida, Daphne oleoides, * Draba cretica, D. verna s.l., Euphorbia deflexa, * Galium incanum subsp. creticum, * Hypochaeris tenuiflora, Lepidium hirtum subsp. oxyotum, * Lomelosia sphaciotica, Microthlaspi perfoliatum, Minuartia attica, * Pimpinella tragium subsp. depressa, Poa bulbosa, * Polygonum idaeum, Potentilla speciosa, Prunus prostrata, Rhamnus saxatilis subsp. prunifolia (Sm.) Aldén, Satureja spinosa L., * Scilla nana, * Tulipa cretica και * Viola fragrans .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Όταν οι Lack &amp; Kilian (1991) υπουπο-- βίβασαν την Scorzonera idaea στο επίπεδο του υποείδους της S. mollis M.. Bieb.,., σημείωσαν ότι "αυτό το taxon αποδείχθηκε ότι είναι σημαντικά πιο πολύμορφο από ότι είχε υποτεθεί παλαιότερα και έτσι το επίπεδο του υποείδους φαίνεται να είναι περισσότερο κατάλληλο. Τα φυτά της Εύβοιας πιθανώς ανήκουν στο ssp. mollis, προσεγγίζοντας το ssp. idaea . Είναι αναγκαίες περισσότερες συλλογές, ιδιαίτερα σε κατάσταση καρποφορίας, καθώς και σύγκριση με υλικό από την Τουρκία, ώστε να κατανοηθεί η ποικιλότητα του πολύπλοκου αυτού είδους"</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Είναι γνωστοί τουλάχιστον 7 υποπληθυσμοί του υποείδους: 4 στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη και 3 στην Δίκτη. Ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει 5 από αυτούς, στους οποίους μόνο λίγα ενήλικα άτομα μετρήθηκαν, όχι περισσότερα από 10 ανά υποποληθυσμό. Tοο μέγεθος του συνολικού πληθυσμού είναι πιθαπιθα-- νώς μικρότερο των 1.000 ενήλικων ατόμων.</p><p>Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει μπορεί να είναι μόλις 6 km2. Δεν υπάρχουν ενδείξεις οποιασδήποτε συνεχιζόμενης μείωσης των ατόμων ή ακραίων μεταβολών στον αριθμό των ενηλίκων φυτών, αν και κάποια δεδομένα δεικνύουν καταστροφή του βιοτόπου από την κατασκευή δρόμου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο είδος ενδέχεται να κινδυνεύει εξαιτίας της υπερβόσκησης από τα αιγοπρόβατα, αν και τα φυτά προστατεύονται εν μέρει, έχοντας υπόγεια σημεία εκβλάστησης. Η πρόσφατη αύξηση του οδικού δικτύου και οι νέες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις σε περιοχή νοτίως των κυρίων κορυφών του Ψηλορείτη (πάνω από τα χωριά Κουρούτες, Λοχριά και Καμάρες) υποδεικνύει ότι η βόσκηση των αιγοπροβάτων γίνεται περισσότερο εντατική. Κάτι τέτοιο βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των παραγομένων σπερμάτων και αναστέλλει την εγκατάσταση νεαρών ατόμων. Οι νέοι δρόμοι, που το 2008 επεκτάθηκαν μέχρι τα 1.840 m, μπορεί επιπλέον να απειλήσουν άμεσα τη Scorzonera προκαλώντας βλάβη στους βιοτόπους της, διότι συχνά διέρχονται από τις επίπεδες κοιλάδες και τις βάσεις των δολινών, όπου χρειάζεται μικρή μόνο προσπάθεια για ανατινάξεις βράχων και χρήση βαρέων μηχανικών μέσων. Ένας υποπληθυσμός διασχίζεται από τον δρόμο και κάποιος άλλος βρίσκεται μόλις λίγα λεπτά πορείας από τον δρόμο. Ενδέχεται ακόμη να υπάρχουν δευτερεύοντες κίνδυνοι από την διάνοιξη δρόμων, εξαιτίας του αυξημένου τουρισμού και της υπερσυλλογής από βοτανικούς και κηπουρούς.</p><p>Η κατάσταση στη Δίκτη είναι καλύτερη διότι οι 3 γνωστοί υποπληθυσμοί βρίσκονται μακριά από δρόμους. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για το υποείδος, σύμφωνα με την IUCN (2001) και με βάση τα κριτήρια B1a,b(iii,v)+2a,b(iii,v), C2a(i) και D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η κατασκευή περισσότερων δρόμων πάνω από τα 1.800 m στον ορεινό όγκο του ΨηλοΨηλο-- ρείτη θα πρέπει απαγορευθεί απολύτως.</p><p>Οι κύριες βουνοκορφές του ορεινού συγκροτήματος, πάνω από τα 1.900 m, παραμένουν ακόμη δίχως δρόμους και δημιουργούν μία ανόθευτη περιοχή με σχεδόν φυσική κατάσταση βλάστησης, η οποία, με έκταση περίπου 40.000 ha, περιλαμβάνεται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 με τον κωδικό GR4330005 (όρος Ίδη). Ως τέτοια, θα πρέπει να προστατευθεί ως εθνικός θησαυρός και ούτε να σημαδευθεί με δρόμους, ούτε να υποβαθμισθεί από την υπερβολική βόσκηση των προβάτων.</p><p>Ένας υποπληθυσμός θα πρέπει να περιφραχθεί ώστε να αποκλεισθούν τα βόσκοντα ζώα και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή έξω από την περίφραξη ως μάρτυρα. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα περίφραξης περισσότερων περιοχών, με την κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γης, των τοπικών κτηνοτρόφων και χωρικών.</p><p>Η συλλογή σε όλους τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός αχαινίων θα πρέπει να συλλεχθεί (αν μία τέτοια ενέργεια δεν προκαλεί κίνδυνο) ώστε να καλλιεργηθούν φυτά που θα αποτελέσουν ex situ υποπληθυσμούς, από τους οποίους θα αποκτηθεί περισσότερο πολλαπλασιαστικό υλικό που θα αναπαραχθεί, θα διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους και θα τοποθετηθούν αχαίνια σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την επιλογή της επαναεισαγωγής στο μέλλον ή την διεξαγωγή πειραμάτων ενίσχυσης του πληθυσμού, σε περίπτωση που οι αυτοφυείς υποπληθυσμοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEFAFEFD98DE378AFA3EFA71	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEE7FEFF98C7378AFA3EFCB4.text	9E288790FEE7FEFF98C7378AFA3EFCB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Scorzonera scyria M. A. Gust. & Snogerup	<div><p>Scorzonera scyria M. A. Gust. &amp; Snogerup</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Scorzonera scyria M. A. Gust. &amp; Snogerup in Bot. Not. 125: 323 (1972).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (WAe), Νήσος Σκύρος] "2,5-3 km N-NNW of the top of Μt. Kochilas, 100-200 m, cliffs of hard limestone", 23 Apr. 1971, S. Snogerup &amp; M. Gustafsson 42666 (Ολότυπος: LU. Ισότυποι: UPA, G, K, W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με διακλαδιζόμενη ξυλώδη βάση, με 1-10 ανθοφόρους βλαστούς και με μερικούς μη ανθοφόρους ρόδακες. Βλαστοί 20-35 cm, φέροντες 4-10 πυκνώς τοποθετημένα φύλλα βάσεως και 6-15 φύλλα βλαστού. Φύλλα βάσεως έμμισχα, 4-8 x 1,5-3 cm,, λογχολογχο-- ειδή, φύλλα βλαστού επί το πλείστον άμισχα, τα ανώτερα στενώς ωοειδή, με βάση περιβάλλουσα μερικώς τον βλαστό. Ταξιανθία αποτελούμενη από 1-5 κεφάλια, φέροντα 50-60 ανθίδια. Kεφάλιο μήκους 4-6 cm κατά την άνθιση, με περίβλημα κυλινδρικό, πλάτους 8-15 mm.. Βράκτια πεπε-- ριβλήματος κεφαλίου αμβλέα με έναν κορυφαίο θύσανο, αποτελούμενο από εριώδεις τρίχες. Ανθίδια χρώματος ανοικτοκίτρινου, στην κορυφή εντόνως 5-μερή, σχεδόν λεία ή αραιώς τριχωτά στο κάτω μέρος. Αχαίνια 12-14 mm,, λεία, τα εξωτερικά με 4 πλευρές. Πάππος με δύο διαδια-- κριτούς τύπους σμηρίγγων, οι μακρύτερες με βοστρυχοειδείς τρίχες στην βάση και με μικρές σκληρές τρίχες σε όλη την επιφάνεια, οι βραχείες πυκνώς βοστρυχοειδείς σε όλη την επιφάνεια</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Gustafsson &amp; Snogerup 1972).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος - Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από το όρος Κόχυλας, στο νότιο τμήμα της νήσου Σκύρου, σε υψόμετρο από 50 έως 470 m. Οι υποπληθυσμοί του εμφανίζονται κατά μήκος της απόκρημνης βραχώδους ανατολικής ακτής του Κόχυλα, από τη θέση Άγιος Αρτέμιος και, προς Νότο, στις θέσεις Κάτεργο, Κορακιές, Κοράκια, Αποκλείστρια, μέχρι το ακρωτήριο Λιθάρι, στο ΝΑ. άκρο του Κόχυλα. Είναι πολύ πιθανή η παρουσία του φυτού και σε άλλες βραχώδεις, μη προσβάσιμες θέσεις στην ίδια περιοχή.</p><p>Βιότοπος: Η Scorzonera scyria απαντά αποκλειστικά σε κάθετες ασβεστολιθικές βραχώδεις επιφάνειες και αναπτύσσεται σε σχισμές και εσοχές βράχων με ελάχιστο ή καθόλου χώμα (τύπος οικοτόπου 8217: ΑσβεστΟλιθικά βράχια τΟυ ΑιγαίΟυ, σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Ο βιότοπος αυτός είναι ιδιαίτερα εκτεταμένος στο όρος Κόχυλας και το είδος εμφανίζεται σχεδόν πάντοτε σε ύψη μεγαλύτερα των 5 m από τη βάση των βράχων. Η S. scyria συνοδεύεται από άλλα χαρακτηριστικά χασμοφυτικά είδη της περιοχής, όπως τα: Aethionema retsina (ενδημικό Σκύρου &amp; Σκυροπούλας), Centaurea rechingeri (ενδημικό Αιγαίου), Campanula merxmuelleri (ενδημικό Σκύρου &amp; Ψαρών), Aubrieta scyria (ενδημικό Σκύρου &amp; Εύβοιας), Galium reiseri (ενδημικό Β. Σποράδων), ενώ συχνά συναντώνται και τα είδη Euphorbia acanthothamnos και Ballota acetabulosa .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Scorzonera scyria αποτελεί ένα χαρακτηριστικό ενδημικό στοιχείο του Αιγαίου, πιθανώς υπόλειμμα της τριτογενούς χλωρίδας της περιοχής. Είναι απομονωμένο γεωγραφικά και το πλησιέστερο συγγενές της taxon είναι η ευρέως διαδεδομένη S. hispanica L., η οποία καλλιεργείται για τις εδώδιμες ρίζες της.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Scorzonera scyria σχηματίζει ενιαίο πληθυσμό που εξαπλώνεται στην ανατολική ακτή του όρους Κόχυλας, από τη θέση Άγιος Αρτέμιος μέχρι το ΝΑ. άκρο, στο ακρωτήριο Λιθάρι. Το συνολικό εύρος της εξάπλωσης του είδους υπολογίζεται σε περίπου 12 km2. Ο υποπληθυσμός που αναπτύσσεται στον κάθετο βράχο πάνω από τη θέση Άγιος Αρτέμιος εκτιμάται ότι αποτελείται από περισσότερα των 300 ατόμων, ενώ ο υποπληθυσμός που εκτείνεται από τη θέση Κοράκια ως το ακρωτήριο Αποκλείστρια αριθμεί περίπου 750-800 άτομα. Στο ακρωτήριο Λιθάρι, τέλος, εντοπίζεται ένας πολύ μικρός υποπληθυσμός αποτελούμενος από 15-20 άτομα. Ο συνολικός πληθυσμός του είδους, επομένως, εκτιμάται ότι ανέρχεται σε λίγες χιλιάδες άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) στo έργο Τhe Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Sno-Snogerup 1995). Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το είδος πρέπει να διατηρηθεί στην κατηγορία αυτή, καθώς εμπίπτει στο κριτήριο D2 της IUCN (2001), αφού η έκταση της περιοχής που καταλαμβάνει το είδος είναι μικρότερη των 20 km2. Σε αντίθεση με το είδος Aethionema retsina, η S. scyria έχει την ικανότητα να αναπτύσσεται σε αρκετές κατάλληλες θέσεις εντός των ορίων εξάπλωσης του πληθυσμού της.</p><p>Η παρουσία περίπου 20.000 αιγοπροβάτων που βόσκουν ελεύθερα σε όλη την έκταση του Κόχυλα αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα πίεσης για τη βλάστηση και χλωρίδα της περιοχής. Οι περισσότερες θέσεις στις οποίες αναπτύσσεται η S. scyria είναι απρόσιτες στα ζώα, ωστόσο εντοπίσθηκαν λίγα φυτά σε χαμηλότερο ύψος με βοσκημένα ανθοφόρα στελέχη. Αν και το μεγαλύτερο τμήμα του Κόχυλα αποτελεί Τόπο Κοινοτικής Σημασίας του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, στην περιοχή σχεδιάζεται η κατασκευή ενός τεράστιου αιολικού πάρκου, που θα εκτείνεται σχεδόν σε όλη την έκταση του Κόχυλα. Η χωροθέτηση οποιουδήποτε αναπτυξιακού έργου που θα απαιτούσε επιπροσθέτως πολλά συνοδά έργα, όπως διανοίξεις δρόμων και εκβραχισμούς, αποτελεί άμεση απειλή για την S. scyria, με την πιθανή απώλεια μέρους του πληθυσμού της, αλλά και έμμεση με την υποβάθμιση, αλλοίωση και απώλεια του οικοτόπου της. Η διαταραχή του οικοτόπου πιθανότατα θα οδηγήσει σε επανακαθορισμό των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων ειδών στις φυτοκοινωνίες του όρους Κόχυλα, πιθανότατα εις βάρος των σπανιότερων φυτικών ειδών.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν υπάρχει ανάγκη λήψης αμέσων μέτρων προστασίας του φυτού. Θα πρέπει, όμως, να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας διαταραχή στο βιότοπο της Scorzonera scyria, ειδικότερα εάν περιλαμβάνεται επέμβαση στους βραχώδεις σχηματισμούς, οι οποίοι φιλοξενούν την ενδημική χλωρίδα της περιοχής. Τέλος, συνιστάται η γενικότερη διαφύλαξη του χαρακτήρα του όρους Κόχυλας ως περιοχής Διατήρησης της Φύσης του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000.</p><p>Aχαίνια του είδους (συλλογή 2008) είναι αποθηκευμένα στην Τράπεζα Σπερμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών.</p><p>Απόστολος Καλτσής, Κατερίνα Κουτσοβούλου &amp; Κώστας Α. Θάνος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEE7FEFF98C7378AFA3EFCB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEE1FEF998C7378AFA3EFD3B.text	9E288790FEE1FEF998C7378AFA3EFD3B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Scutellaria rupestris subsp. cephalonica (Bornm.) Greuter & Burdet	<div><p>Scutellaria rupestris Boiss. &amp; Heldr. subsp. cephalonica (Bornm.) Greuter &amp; Burdet</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Labiatae</p><p>Scutellaria rupestris Boiss. &amp; Heldr. subsp. cephalonica (Bornm.) Greuter &amp; Burdet in Willdenowia 14: 308 (1984).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Κεφαλληνία] "Ins. Cephalonia, reg. abiet., ad rupes umbrosas, 1200- 1500 m", Bornmüller no. 1270, 17 May. 1926 (B).</p><p>Συνώνυμα: Scutellaria rupestris β cephalonica Bornm. in Feddes Rep. 25: 308 (1928). [Βασιώνυμο].</p><p>S. rubicunda subsp. cephalonica (Bornm.) Rech. f. in Bot. Arch. 43: 28 (1941).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με βλαστούς ανυψούμενους, μήκους μέχρι 20 cm.. Φύλλα βλαστού ωοειδή έως τριγωνιτριγωνι-- κά με αραιώς δαντελωτά έως πριονωτά περιθώρια, μίσχος μήκους 4-7 mm, έλασμα 10-15 x 8-12 mm. Κατώτερο μέρος του βλαστού χνοώδες με τρίχες σχεδόν κατακείμενες, ανώτερο τμήμα του βλαστού και ταξιανθία με τρίχες όρθιες, μακρές, μη αδενώδεις ανάμικτες με αδενώδεις. Μεσογονάτια διαστήματα ταξιανθίας 5-10 mm. Βράκτια ωοειδή-λογχοειδή 3-6 x 2-3 mm. Στεφάνη μήκους 10- 13 mm, το ανώτερο μέρος του σωλήνος και το ανώτερο χείλος ελαφρώς ρόδινα, η βάση του σωλήνος ημίλευκη, το κατώτερο χείλος ημίλευκο με ευδιάκριτη νεύρωση, χωρίς στίγματα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 34 (Bothmer 1987).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα τέλη Μαΐου έως και τον Ιούλιο. Ενίοτε, απαντούν άτομα ανθισμένα και κατά τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της ελληνικής χλωρίδας. Η εξάπλωσή του περιορίζεται στο όρος Αίνος της νήσου Κεφαλληνίας, σε υψόμετρο 800-1.600 m.</p><p>Βιότοπος: Φύεται εντός συστάδων της Abies cephalonica, σε ανοικτές ασβεστολιθικές, βραχώδεις ή χαλικώδεις θέσεις, αλλά και στις παρυφές των δασικών δρόμων. Στην ανοικτή, ασβεστολιθική, πετρώδη θέση ΑμπελάκιΧιονίστρα, 1.600 m, η S. rupestris subsp. cephalonica εμφανίζεται μαζί με την Viola cephalonica, επίσης ενδημική της νήσου Κεφαλληνίας, καθώς και με το Cerastium candidissimum . Καταγράφηκε επίσης από δύο περιορισμένες θέσεις της κορυφής Ρούδι.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Scutellaria rupestris, στην οποίαν ανήκει το subsp. cephalonica, είναι ένα ιδιαιτέρως πολύμορφο είδος. Ο Bothmer (1987), ο οποίος μελέτησε διεδιε-- ξοδικώς την ομάδα αυτή, την διέκρινε σε οκτώ υποείδη, εκ των οποίων τα επτά είναι αποκλειστικώς ενδημικά taxa της Ελλάδος και μόνον το subsp. adenotricha (Boiss. &amp; Heldr.) Greuter &amp; Burdet φθάνει μέχρι και την Ν. Αλβανία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμού: Και οι δύο υποπληθυσμοί της Scutellaria rupestris subsp. cephalonica ευρίσκονται εντός του Εθνικού Δρυμού Αίνου (Περιοχή ΝATURA 2000: GR2220004). Για τους δύο γνωστούς υποπληθυσμούς της σημειώνουμε τα εξής: α) Στη θέση Κισσός προς Μελανίτσα στις 26 Απριλίου 1999 ανευρέθηκαν περίπου 40 ανεπτυγμένα άτομα σε ανθοφορία, ύψους περίπου 15-20 cm έκαστο. Τον Σεπτέμβριο του 2007 στην ίδια θέση δεν ανευρέθηκαν ίχνη του ιδίου πληθυσμού. Δεδομένου ότι αυτό το taxon είναι πολυετές και έπρεπε να υπάρχουν κάκά-- ποια άτομα, τεκμαίρεται ότι ο συγκεκριμένος πληθυσμός είχε εξαφανισθεί από τη θέση αυτή με πιθανότερη αιτία την παράνομη βόσκηση. β) Στη θέση Αμπελάκι-Χιονίστρα στο διάστημα από 7 Σεπτεμβρίου έως 3 Οκτωβρίου 2007 καταμετρήθηκε πληθυσμός από 500 άτομα, ύψους περίπου 2-3 cm έκαστο. Από αυτά, 70% είχαν ώριμα σπέρμασπέρμα-- τα, 10% ανώριμα σπέρματα, 10% καθόλου σπέρματα και 10% είχαν άνθη. Το φαινόμενο της ανθοφορίας και της ωρίμανσης των σπερμάτων σε δύο διαφορετικές εποχές χρήζει παρακολούθησης.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η μία από τις δύο προαναφερόμενες θέσεις, η οποία συντηρεί και τον πολυπληθέστερο πληθυσμό των 500 ατόμων βρίσκεται στο όρος Αίνος, στην θέση Αμπελάκι-Χιονίστρα. Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί παράλληλα τον μοναδικό βιότοπο του στενότοπου ενδημικού taxon της Κεφαλονιάς Viola cephalonica Bornm .. και δεν καταλαμβάνει περισσόπερισσό-- τερο από 570 m2. Ο βιότοπος αυτός κινδύνευσε να καταστραφεί εντελώς από την εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας και τηλεόρασης. Ο πληθυσμός αυτός είναι συνεχώς εκτεθειμένος στις εποχιακές παρεμβάσεις των εκχιονιστικών και άλλων σκαπτικών βαρέων οχημάτων και μηχανημάτων για καθαρισμό και συντήρηση του, περιμετρικά του βιοτόπου, χωματόδρομου, που οδηγεί προς τις κεραίες των Μ.Μ.Ε. Το γεγονός αυτό καθιστά ιδιαιτέρως ευάλωτο τον συγκεκριμένο πληθυσμό, γιατί τον εκθέτει στον κίνδυνο της εξαφάνισης κατά τη διάρκεια κάθε χωματουργικής εργασίας. Το παράδειγμα, επίσης, της εξαφάνισης του μικρότερου πληθυσμού στη θέση Κισσός αποδεικνύει ότι η διατήρησή της S. rupestris subsp. cephalonica στον ίδιο βιότοπο είναι επισφαλής και δεν εγγυάται τη βιωσιμότητά του στο μέλλον.</p><p>Εξ αιτίας του μοναδικού ολιγάριθμου πληθυσμού (γιατί ο άλλος δεν ανευρέθηκε μετά από πάροδο εννέα ετών), της περιορισμένης έκτασης, που καταλαμβάνει και των συνεχιζομένων απειλών, που δέχεται από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις και την παράνομη βόσκηση, προτείνουμε να χαρακτηρισθεί το taxon ως Κινδυνεύον (ΕΝ) με βάση τα κριτήρια Β1a,b,c+2a,b,c και C1+2b της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή το taxon συναντάται κατά το μεγαλύτερο μέρος της εμφάνισής του εντός του Εθνικού Δρυμού Αίνου, η προστασία του συνδέεται άμεσα με την αυστηρή τήρηση του ειδικού καθεστώτος, που τον διέπει. Εκτός αυτού, κρίνουμε απαραίτητη την άμεση περίφραξη του βιοτόπου στη θέση Αμπελάκι-Χιονίστρα, γιατί το μέτρο αυτό δοκιμάσθηκε κατά το παρελθόν με επιτυχία όσον αφορά στην προστασία της V. cephalonica . Προτείνουμε, επίσης, την αναπαραγωγή του είδους σε ειδικούς προστατευόμενους χώρους, επανεισαγωγή των αναπαραγομένων ατόμων στους βιοτόπους για ενίσχυση του πληθυσμού και διατήρηση σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Νίκη Κατσούνη, Βασιλική Καραγιάννη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEE1FEF998C7378AFA3EFD3B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEE3FEFB98C7367CFA3EFCDC.text	9E288790FEE3FEFB98C7367CFA3EFCDC.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sedum stefco Stef.	<div><p>Sedum stefco Stef.</p><p>Crassulaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Sedum stefco Stef. in God. Sofijsk. Univ. Agron. Fak. 24: 105 (1946).</p><p>Τύπος: [Βουλγαρία] "Rhodope occid., in dit. Jundola ad Pashovi scali", c. 1400 m, 1945, Stefanov (Oλότυπος: SOM).</p><p>Συνώνυμα: Oreosedum stefco (Stef.) Grulich in Preslia 56: 44 (1984).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος σχηματίζον τάπητα από βραχείς, γυμνούς, διακλαδισμένους μη ανθοφόρους βλαστούς, έρποντες και ριζοβολούντες στο κατώτερο τμήμα τους, ανορθούμενοι στην κορυφή. Φύλλα εναλλασσόμενα, άμισχα, 4-9 x 1,5 mm, κυλινδρικά, επιμήκηελλειψοειδή, αμβλέα, πράσινα, συχνά με στιλπνή ρόδινη ή καστανέρυθρη απόχρωση. Ανθοφόροι βλαστοί όρθιοι, μήκους μέχρι 10 cm. Ταξιανθίες κυματοειδείς, συμπαγείς, με 2-4 διακλαδώσεις, μερικές φορές διχαλωτές και με 9-16 άνθη. Βράκτια μικρά, ένα σε κάθε άνθος. Ποδίσκοι μήκους 1-2 mm.. Άνθη κυρίως τετραμερή. Σέπαλα πλαπλα-- τιά, μήκους 1-2 mm, τριγωνικά-ωοειδή, με οξεία κορυφή. Πέταλα ελεύθερα, μήκους 4-5 mm, επιμήκη-ελλειψοειδή, αιχμηρά, λευκά ή ανοικτά ροδόχρωμα, ενίοτε με ερυθρή απόχρωση, 3-4 φορές μακρύτερα από τον κάλυκα. Στήμονες 8, με λευκά νήματα και ερυθρούς ανθήρες. Θύλακες 4, αστεροειδώς απλωτοί, στενοί, δύσκαμπτοι και καστανοί κατά την ωρίμανση. Στύλοι πολύ βραχείς. Σπέρματα ελλειπτικά, βαθυκάστανα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 14 (Ceschmedjiev 1983, 't Hart 1985).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος και Ιούλιος, σπανιότερα μέχρι τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Βαλκανικής Χερσονήσου και ειδικότερα της Σερβίας, της Δ. Βουλγαρίας, της FYROM και της Β. Ελλάδας ('t Hart 2002, Tomovic &amp; al. 2003, Vassilev 2006). Στην Ελλάδα έχει βρεθεί στον Όλυμπο, στον Κάτω Όλυμπο και στη Κ. και Δ. Ροδόπη (Strid 1980, Elefheriadou &amp; Raus 1996, 't Hart 2002, Τσιριπίδης &amp; al. 2004).</p><p>Βιότοπος: Σε ξηρές, πετρώδεις και βραχώδεις θέσεις και σε σχισμές βράχων σε ανοικτές πετρώδεις πλαγιές, συνήθως σε σχιστολιθικό ή σερπεντινικό έδαφος και σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 1.000 έως 1.750 m. Απαντά κυρίως στη ζώνη των δρυοδασών και των δασών οξυάς.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Sedum stefco αναγνωρίζεται εύκολα από τα τετραμερή άνθη του. Οι μη ανθοφόροι βλαστοί συγχέονται με το S. album L., διακρίνεται όμως εύκολα από τους γυμνούς ανθοφόρους βλαστούς και το ερυθρωπό χρώμα των φύλλων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Sedum stefco σχηματίζει ένα σχετικά μεγάλο πληθυσμό στην οροσειρά της Ροδόπης, ο οποίος εμφανίζεται διασπασμένος σε δύο περιοχές: στη Δ. και την Κ. Ροδόπη (Καλύβια Καριότου, Παρθένο Δάσος Φρακτού). Ο υποπληθυσμός της Δ. Ροδόπης είναι ο μεγαλύτερος που απαντά στην Ελλάδα και υπολογίζεται σε μερικές εκατοντάδες ατόμων. Ο υποπληθυσμός αυτός εμφανίζεται διασπασμένος, αφού οι βραχώδεις εξάρσεις όπου φύεται το είδος βρίσκονται σε δασικές εκτάσεις, στις οποίες η βλάστηση ανακάμπτει, λόγω της άρσης των αρνητικών ανθρωπογενών επιδράσεων με αποτέλεσμα η κάλυψη στις άλλοτε γυμνές εκτάσεις να πυκνώνει. Πιθανώς στο μέλλον το είδος να αντιμετωπίσει σημαντικό κίνδυνο επιβίωσης. Ο δεύτερος υποπληθυσμός της Ροδόπης, που εντοπίζεται μέσα στα όρια του Διατηρητέου Μνημείου του Παρθένου Δάσους Φρακτού, είναι πολύ μικρότερος και δεν ξεπερνάει τα 500 άτομα. Ένας δεύτερος πληθυσμός εμφανίζεται στα όρη Όλυμπος και Κάτω Όλυμπος, όμως το μέγεθός του δεν είναι γνωστό. Η καταγραφή και η παρακολούθηση του πληθυσμού αυτού είναι απαραίτητες, ώστε να αποσαφηνισθεί το μέγεθος και η κατάσταση διατήρησής του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Στη Βουλγαρία, το Sedum stefco έχει συμπεριληφθεί στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων (VelchevVelchev 1984) και προπρο-- στατεύεται από τον νόμο (Biodiversity Law 2002). Στην Ελλάδα, το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Κινδυνεύον (ΝΤ) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του και μιας τάσης που διαφαίνεται για μείωση των υποπληθυσμών του εξαιτίας κυρίως της εξέλιξης της δασικής βλάστησης.</p><p>Το Sedum stefco εμφανίζεται κυρίως σε ανοικτές, ηλιόλουστες, ξηρές και βραχώδεις ή πετρώδεις θέσεις, σε διάκενα εντός της ζώνης των Δρυοδασών και των δασών οξυάς. Η ύπαρξη αυτών των διακένων πολύ συχνά οφείλεται στις έντονες ανθρωπογενείς επιδράσεις του παρελθόντος. Ειδικότερα για την Ροδόπη είναι γνωστό ότι οι κτηνοτρόφοι παλαιότερα έκαιγαν τα δάση στο τέλος της βλαστητικής περιόδου, ώστε το επομένο έτος να υπάρχει άφθονη βοσκήσιμη ύλη. Σήμερα, η βόσκηση έχει περιορισθεί, σε σχέση με το παρελθόν, και οι πυρκαγιές έπαψαν να αποτελούν κίνδυνο, τουλάχιστον για τις υψηλές περιοχές, όπου συνήθως εμφανίζεται το S. stefco. Με τη μείωση των αρνητικών ανθρωπογενών επιδράσεων, η βλάστηση άρχισε να ανακάμπτει και σήμερα πλέον επανεγκαθίσταται σε όλη σχεδόν την περιοχή, με αποτέλεσμα τα διάκενα να μειώνονται. Αν και το S. stefco δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, οι πληθυσμοί του θα πρέπει να παρακολουθούνται, ώστε να εντοπισθούν εγκαίρως πιθανές αλλαγές της κατηγορίας απειλής.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει το Sedum stefco είναι η εξέλιξη της βλάστησης και η φυσική διαδοχή, η οποία θα οδηγήσει στη δάσωση των διακένων και την καταστροφή των ιδανικών οικολογικών συνθηκών για την ανάπτυξη του είδους. Θα πρέπει η σωστή διαχείριση των δασών και των δασικών εκτάσεων με τους κατάλληλους δασοκομικούς χειρισμούς, να ευνοήσει τη διατήρηση των διακένων, ώστε να διατηρηθούν οι βιότοποι εμφάνισης του είδους.</p><p>Ελένη Ελευθεριάδου, Thomas Raus, Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος &amp; Ιωάννης Τσιριπίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEE3FEFB98C7367CFA3EFCDC	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEEDFEF598C7367CFA3EFD60.text	9E288790FEEDFEF598C7367CFA3EFD60.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Senecio eubaeus Boiss. & Heldr.	<div><p>Senecio eubaeus Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Senecio eubaeus Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. Nov., ser. 2, 3: 36 (1856).</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (WAe), Νήσος Εύβοια]] "in rupestribus caca-- cuminis meridionalis Xerovouni, montis Delphi Eubaeae", a. 1848, Heldreich (G-Boiss, BM, K).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετές, ποώδες. Βλαστοί ένας ή σπανίως δύο, μήκους 20-60 cm,, κατακόρυφοι, διακλαδιδιακλαδι-- σμένοι μόνο στην ταξιανθία, αραχνοειδώς τριχωτοί τουλάχιστον στο ανώτερο τμήμα τους. Φύλλα απότομα μικρότερα προς την κορυφή του βλαστού, φύλλα βάσεως και κατώτερα φύλλα βλαστού 7-26 x 2-4,8 cm, επιμήκηλογχοειδή, αραιώς έως πυκνώς αραχνοειδώς τριχωτά ή λεία, ακέραια ή αβαθώς κυματοειδή-οδοντωτά, με μίσχο μήκους έως 10 cm,, ανώτερα φύλλα βλαστού άμισχα, πεπε-- ρισσότερο ή λιγότερο περίβλαστα, σχεδόν λεία έως πυκνώς αραχνοειδώς τριχωτά. Κεφάλια κωδωνοειδή, 1-8 σε αραιό κόρυμβο, περίβλημα 11-18 x 11-18 mm, πυκνώς αραχνοειδώς τριχωτό. Φυλλάρια πυκνώς αραχνοειδώς τριχωτά στην εξωτερική και λεία στην εσωτερική επιφάνεια, βαθυκάστανα στην κορυφή, με μεμβρανώδη περιθώρια, εξωτερικά φυλλάρια 8-15, εσωτερικά 18-25. Γλωσσοειδή άνθη 10-14, διαστάσεων 13-20 x 3-5 mm, κίτρινα. Αχαίνια μήκους 4,5-6 mm,, κυλινδρικά, λεία ή αραιώς τριτρι-- χωτά κυρίως στο ανώτερο τμήμα τους, πάππος μήκους 7-9 mm, λευκός.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 40 (Τρίγκας 2003).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Τέλη Ιουνίου έως αρχές Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνο από τα όρη Δίρφυς, Ξεροβούνι και Κανδήλι της Εύβοιας.</p><p>Βιότοπος: Το Senecio eubaeus αναπτύσσεται σε αβαθή εδάφη με έντονη εμφάνιση σκελετικού υλικού και σε μικρούς θύλακες εδάφους που εμφανίζονται σε πετρώδεις ή βραχώδεις περιοχές και σε λιθώνες. Το γεωλογικό υπόστρωμα των περιοχών εξάπλωσής του αποτελείται αποκλειστικώς από ασβεστόλιθο. Φύεται σε υψόμετρο 1.000- 1.400 m και οι περιοχές εξάπλωσής του ανήκουν στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ψυχρό. Συνήθως αναπτύσσεται σε θέσεις πλήρως εκτεθειμένες στην ηλιακή ακτινοβολία και σπανιότερα σε σκιερές θέσεις.</p><p>Το Senecio eubaeus προτιμά ανοικτούς βραχώδεις βιοτόπους και ανάλογες θέσεις σε αραιές συστάδες Abies cephalonica . Ορισμένα από τα είδη που το συνοδεύουν στις περιοχές εξάπλωσής του είναι τα εξής: Sideritis euboea, Inula oxylepis, Asyneuma limonifolium subsp. limonifolium, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Cerastium candidissimum, Euphorbia herniariifolia, Ballota acetabulosa, Ptilostemon afer subsp. afer, Hypericum olympicum, Anthriscus nemorosa κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Senecio eubaeus ανήκει στη sect. Crociseris (ChaterChater &amp; Walters 1976). Είναι στενώς συγσυγ-- γενές με το S. macedonicus Griseb., ενδημικό είδος του ανατολικού τμήματος της Βαλκανικής Χερσονήσου, και με το S. castagneanus DC. με γεωγραφική εξάπλωση περιορισμένη στην Ευρωπαϊκή Τουρκία και τη Δ. και Ν. Ανατολία (Matthews 1975). Διακρίνεται από το S. macedonicus κυρίως, από το πυκνό αραχνοειδές τρίχωμα που συνήθως καλύπτει όλα τα πράσινα μέρη του φυτού, τον αριθμό των κεφαλίων (1-8), το μέγεθος του περιβλήματος και των φυλλαρίων και τον, συνήθως, μικρότερο αριθμό γλωσσοειδών ανθέων. Διαφέρει από το S. castagneanus στα ίδια μορφολογικά χαρακτηριστικά και επιπλέον στο μεγαλύτερο μήκος των γλωσσοειδών ανθέων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Senecio eubaeus είναι σπάνιο είδος με σποραδική εμφάνιση στις περιοχές εξάπλωσής του. Κατά τις επαναλαμβανόμενες για σειρά ετών επισκέψεις που διενεργήθηκαν στα όρη Δίρφυς, Ξεροβούνι και Κανδήλι, μόνο μεμονωμένα άτομα ή ολιγομελείς ομάδες ατόμων του είδους παρατηρήθηκαν. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, στα παραπάνω όρη να υπάρχουν σε κάποιες θέσεις σημαντικά μεγαλύτερες ομάδες ατόμων. Εκτιμάται, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, ότι ο συνολικός πληθυσμός του είδους δεν περιλαμβάνει περισσότερα από 900 άτομα, κατανεμημένα σε δύο υποπληθυσμούς (Δίρφυς-Ξεροβούνι και Κανδήλι).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Αν και το Senecio eubaeus δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, ο ολιγομελής πληθυσμός του και η μικρή κατεχόμενη περιοχή το καθιστούν ευάλωτο σε πιθανές μελλοντικές επεμβάσεις στον φυσικό του βιότοπο.</p><p>Πυρκαγιές, βόσκηση και καταστρεπτικές επεμβάσεις στην ορεινή ζώνη όπου αναπτύσσεται (π.χ. διάνοιξη δρόμων) είναι οι περισσότερο ορατοί κίνδυνοι για τους δύο γνωστούς υποπληθυσμούς του φυτού. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2. Τα όρη όπου αναπτύσσεται περιλαμβάνονται στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών της ΦΥΣΗΣ 2000, γεγονός που αναμένεται να επιδράσει θετικά στη διατήρηση των βιοτόπων του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η σποραδική εμφάνιση των ατόμων του Senecio eubaeus δυσχεραίνει την εστίαση των μέτρων προστασίας σε συγκεκριμένες περιοχές ή θέσεις και η διατήρηση και ολοκληρωμένη διαχείριση των ορέων όπου εξαπλώνεται είναι ο μοναδικός τρόπος αποτελεσματικής προστασίας των φυσικών πληθυσμών του. Το ελκυστικό αυτό είδος θα μπορούσε εύκολα να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους, ενώ η διατήρηση γενετικού υλικού σε Τράπεζες Σπερμάτων θα συνέβαλε ουσιαστικά στην ex situ διατήρησή του.</p><p>Παναγιώτης Τρίγκας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEEDFEF598C7367CFA3EFD60	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEEFFEF798C7367CFA3EFC6A.text	9E288790FEEFFEF798C7367CFA3EFC6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sesleria doerfleri Hayek	<div><p>Sesleria doerfleri Hayek</p><p>Gramineae</p><p>Sesleria doerfleri Hayek in Österr. Bot. Z. 64: 360 (1914).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Schlucht von Samaria, Felswände", 7 Apr. 1904, Dörfler, Iter Creticum No. 171 (Ολότυπος: W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα σχηματίζουσα συμπαγείς συστάδες, με βραχύ, έρπον, διακλαδιζόμενο ρίζωμα, καλυπτόμενο από παραμένοντα, αποξηραμένα φύλλα. Κάλαμοι ευθυτενείς ή κάπως κρεμάμενοι από τις όψεις των βράχων, χωρίς διακλαδώσεις, έως 70 cm. Κολεός φύλλου λείος, με μικρό γλωσσίδιο 0,2-0,4 mm, μεμβρανώδης, λείος. Έλασμα φύλλου φωτεινό πράσινο, επίπεδο, έως 50 cm x 3-5,5 mm,, σχεδόν δερματώδες, λείο, με περιπερι-- θώρια λεία εκτός από την περιοχή κοντά την ακανθώδη απόληξη, όπου γίνονται μεμβρανώδη και τραχειά. Μεσαίο νεύρο φύλλου ανάμεσα από 2 σχεδόν ημιδιαφανείς ταινίες, εμφανώς ορατές στο φως, δευτερεύοντα νεύρα 25-35. Ποδίσκος ταξιανθίας πολύ λεπτός, περίπου 25 cm, με προεκβάλλουσες ακμές, λείος, ενίοτε ελαφρά τραχύς αμέσως κάτω από τις ταξιανθίες. Ταξιανθία πολύ πυκνή, βραχέως κυλινδρική φόβη, 2,5-3 x 0,8-1,3 cm.. Τα Τα 2 μιμι-- κρά σταχύδια της βάσης άγονα, το καθένα περιορίζεται σε ένα μοναδικό μεμβρανώδες λέπιο. Γόνιμα σταχύδια επιμήκη, πλευρικώς συμπιεσμένα, με 2 ή 3 γόνιμα ανθίδια, που εξαρθρώνονται κάτω από κάθε γόνιμο ανθίδιο κατά την ωρίμανση. Τα κατώτερα και ανώτερα βράκτια όμοια, παραμένοντα, λευκά, συχνά με πράσινες νευρώσεις, στενά λογχοειδή, στενούμενα βαθμιαία προς στην απόληξη, 5,5-7,5 mm συμπεριλαμβανομένης της άκανθας (άγανο), μεμβρανώδη, με 1 προεκβολή (καρίνα) και 3 νευρώσεις, κορυφή οξεία, με 1 άγανο μήκους 1,5-4 mm, πλευρικά νεύρα αφανή. Λέπυρο στενώς λογχοειδές, 4,5-5,5 mm, μεμβρανώδες, χωρίς προεκβολή (καρίνα), με 3 έως 5 νευρώσεις, επιφάνεια χνοώδης, μεσαίο νεύρο και περιθώριο βλεφαριδωτά, κορυφή με 5 οδόντες και 5 άκανθες (άγανα): το μεσαίο 4-5 mm, τα πλευρικά 2-3 mm. Λεπίδα 5-6,5 mm, μακρύτερη του λέπυρου, με 2 νευρώσεις, επιφάνεια χνοώδης, προεκβολές με μικρές βλεφαρίδες, απόληξη με άγανο μήκους 2-3 mm. Ανθήρες 3, επιμήκεις, 2-4 x περίπου 0,5 mm. Στίγματα 2, που προεκβάλλουν στην κορυφή τους, καμπτόμενα, τριχωτά. Καρπός καρύοψη με προσφυόμενο περικάρπιο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάρτιος έως Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Δ. και Κ. Κρήτης, από το φαράγγι της Σαμαριάς στα δυτικά έως το όρος Κέδρος στα ανατολικά.</p><p>Βιότοπος: Υποχρεωτικό χασμόφυτο των κατακόρυφων, συχνά σκιερών και υγρών ασβεστολιθικών κρημνών,, συ-συχνά σε φαράγγια, σε υψόμετρο 100-1.530 m. Τα συνοδά είδη περιλαμβάνουν άλλα χασμόφυτα όπως (*= ενδημιενδημι-- κό στην Κρήτη): Allium callimischon subsp. haemostictum, Brassica cretica subsp. cretica, * Centaurea argentea subsp. macrothysana, * C. redempta subsp. redempta, * Dianthus juniperinus subsp. pulviniformis, * Ebenus cretica, * Ferulago thyrsiflora, * Helichrysum heldreichii, Hellenocarum multiflorum, Linum arboreum, * Origanum dictamnus, * Securigera globosa, Sedum creticum var. monocarpicum και * Staehelina petiolata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Yπάρχουν λίγα δεδομένα σχετικά με τις ταξινομικές σχέσεις της Sesleria doerfleri και είναι αναγκαία περισσότερη έρευνα, χρησιμοποιώντας μοριακές τεχνικές.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Εννέα υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από την Κρήτη, οι οποίοι, από τα δυτικά προς τα ανατολικά εμφανίζονται: στο φαράγγι της Σαμαριάς, στην κοιλάδα του Ποταμού και στο φαράγγι του Eλιγιά αμέσως ανατολικά, στους απότομους κρημνούς με βόρεια έκθεση του όρους Κρυονερίτης (νέα καταγραφή εδώ από τον συγγραφέα, 28 Ιουνίου 2007, Turland obs.), στο φαράγγι της Κουτσουνάρας βόρεια του όρους Κρυονερίτη, στο φαράγγι Κοτσιφού ανάμεσα στα Σελλιά και τον Άγιο Ιωάννη, στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Κουρούπα, ΝΝΔ. του Κοξαρέ, στο Πρασιανό φαράγγι ΝΑ. του Ρεθύμνου, στο φαράγγι της Κισσάμου μεταξύ της πεδιάδας Γιούς Κάμπος και του Κισσού, και στους κρημνούς με βόρεια έκθεση του όρους Κέδρος (Greuter &amp; al. 1985, Turland 1992, Böhling &amp; Scholz 2003). Οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων σε κάθε υποπληθυσμό κυμαίνονται από μερικές δεκάδες έως πιθανότατα μερικές εκατοντάδες. Δεν παρατηρήθηκε καμία μετρήσιμη συνεχής μείωση ή ακραίες διακυμάνσεις στον αριθμό των ωρίμων ατόμων, ούτε κάτι τέτοιο φαίνεται πιθανό. Η έκταση εμφάνισης του είδους είναι περίπου 550 km2 και η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει ο πληθυσμός του περίπου 15 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Εξαιτίας της αυστηρά χασμοφυτικής βιολογίας της, η Sesleria doefleri προστατεύεται από τις περισσότερες απειλές, όπως η βόσκηση, οι πυρκαγιές, η οικοδόμηση κ.λπ. Ωστόσο, δύο από τους υποπληθυσμούς βρίσκονται δίπλα σε δρόμους (στα φαράγγια Κοτσιφού και Κισσάμου), όπου είναι πιθανό η ανατίναξη βράχων κατά τη διάρκεια διαπλάτυνσης των δρόμων να βλάψει ή να καταστρέψει τον βιότοπο των κρημνών.</p><p>Η συλλογή βοτανικών δειγμάτων θα μπορούσε να είναι επιζήμια στους πολύ μικρούς υποπληθυσμούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν μόνο μερικά ώριμα άτομα. Αν και η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι πιθανότατα μικρότερη των 20 km2, είναι πολύ απίθανο οι ανθρώπινες δραστηριότητες ή άλλα τυχαία γεγονότα να μπορέσουν να καταστήσουν το είδος Κρισίμως Κινδυνεύον μέσα σε σύντομη χρονική περίοδο. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και ένα συνολικό πληθυσμό αποτελούμενο πιθανότατα από περισσότερα των 1.000 ωρίμων ατόμων, προτείνεται η κατηγορία Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) για το είδος, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Η συλλογή φυτών σε έναν από τους υποπληθυσμούς ελέγχεται, λόγω του ότι βρίσκεται στο Εθνικό Πάρκο του Φαραγγιού της Σαμαριάς. Ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί (με άδεια, αν είναι απαραίτητο, και μόνο αν η συλλογή δεν αποτελεί απειλή) και να αναπτυχθεί σε καλλιέργεια για να παρέχει ex situ υποπληθυσμούς, από τους οποίους θα μπορούσε να αναπαραχθεί επιπλέον υλικό και να διανεμηθεί μεταξύ των Βοτανικών Κήπων, ενώ τα σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε μία Τράπεζα Σπερμάτων. Αυτό θα επέτρεπε τη μελλοντική δυνατότητα της επανεισαγωγής ή πειράματα ενίσχυσης του πληθυσμού στην περίπτωση που κάποιοι αυτοφυείς υποπληθυσμοί μειώνονταν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEEFFEF798C7367CFA3EFC6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEE9FEF298C7367CFA36F9ED.text	9E288790FEE9FEF298C7367CFA36F9ED.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sibthorpia europaea L.	<div><p>Sibthorpia europaea L.</p><p>Plantaginaceae</p><p>Sibthorpia europaea L., Sp. Pl. 2: 631 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Hampshire in Jarvis &amp; al. 1993, Regnum Veg. 127: 88): [icon] "Alsine spuria pusilla repens foliis Saxifragae aureae" in Plukenet, Phytographia: t. 7, f. 6. 1691; Almag. Bot.: 23. 1696.</p><p>Συνώνυμα: Sibthorpia australis Hutch. in Hutchinson &amp; Dalziel, Fl. W. Trop. Africa 2: 221 (1931).</p><p>S. pelia Beauverd &amp; Topali in Candollea 7: 265 (1937).</p><p>S. prostrata Salisb., Icon. Stirp. Rar.: 11 (1791), nom. illeg. superfl.</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, είδος σχηματίζον τάπητα. Στελέχη έρπoντα, oντα, ντα, λεπτά, μήκους 40 cm ή περισσότερο, ριζοριζο-- βολούντα στα γόνατα, με σχετικώς λίγες διακλαδώσεις. Φύλλα εναλλασσόμενα, έμμισχα, μίσχος μήκους (3-)5- 40(-120) mm, με βραχύ, αραιό και αφιστάμενο τρίχωμα, έλασμα νεφροειδές έως κυκλικό, με μία βαθειά μεσαία κόλπωση, διαμέτρου 8-25 mm,, με βραχύ, αραιό και αφιαφι-- στάμενο τρίχωμα στις δύο επιφάνειες, κράσπεδο με 7-13, συνήθως πεπλατυσμένες, αβαθείς οδοντώσεις. Άνθη μονήρη στις μασχάλες των φύλλων, έμμισχα, ποδίσκοι ευθυτενείς, μήκους 1-5(-12) mm,, με βραχύ και αραιό αφιαφι-- στάμενο τρίχωμα. Στεφάνη και κάλυκας με (4 ή) 5 λοβούς. Στεφάνη δισκοειδής, με βραχύ σωλήνα, λευκή ή υπόλευκη με αποχρώσεις ρόδινου ή ιώδους,, ιδιαιτέρως στους χαχα-- μηλότερους λοβούς ή ερυθρή, διαμέτρου 1,5-2,5 mm, λοβοί σχεδόν κυκλικοί, ελαφρώς άνισοι, ακέραιοι. Στήμονες (3 ή) 4 ή 5, ποικίλοι ως προς τον αριθμό ακόμη και στο ίδιο άτομο. Κάψα διαρρηγνυόμενη στους χώρους της, διατηρώντας ακέραιο το διάφραγμα. Σπέρματα κυλινδρικά-ωοειδή, μήκους περίπου 0,5 mm, δικτυωτά, λεία ή με μικρά φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 18 (Wentworth &amp; al. 1991, σε υλικό από την Μ. Βρετανία και Morton 1993, σε υλικό από το Καμερούν).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος είναι γνωστό στην Ελλάδα μόνο από την Δ. Κρήτη και το όρος Πήλιο της Α. Θεσσαλίας (Hedberg 1955). Μία ιστορική αναφορά από το χωριό Άγιος Πέτρος του όρους Πάρνωνα στην Πελοπόννησο (Boissier 1879) επιβεβαιώθηκε το 2009 από περιοχή κοντινή του χωριού (Καλπουτζάκης, προσωπ. επικοινωνία). Εκτός Ελλάδας το είδος έχει μία πολύ διακεκομμένη εξάπλωση και είναι γνωστό από τις Αζόρες, τις ακτές της Ευρώπης που γειτνιάζουν με τον Ατλαντικό ωκεανό (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία) καθώς και από όρη της τροπικής Αφρικής (Hed-Hedberg 1955).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Βιότοπος: Στην Κρήτη, η Sibthorpia europaea φύεται σε παραποτάμια δάση με Platanus orientalis, σε υγρές, σκιερές θέσεις κάτω από δέντρα Castanea sativa σε υγρή μακία βλάστηση με Arbutus, σε υγρά λιβάδια, πλαγιές, όχθες και βράχους, σε πηγές και αναβρύσματα, σε επιφάνειες βράχων κοντά σε καταρράκτες, πάντοτε σε μη ασβεστολιθικά υποστρώματα, σε υψόμετρο 280-810 m. Ανάμεσα στα συνοδά είδη μπορεί να περιλαμβάνονται τα: Adiantum capillus-veneris, Anagallis tenella, Anogramma leptophylla, Apium nodiflorum, Crepis fraasii, Hedera helix, Lathyrus neurolobus (ενδημικός στην Κρήτη), Samolus valerandi και Selaginella denticulata .</p><p>Στο Πήλιο το είδος αναπτύσσεται κοντά σε ρυάκια, πηγές και μεταξύ βρύων, στην ζώνη δάσους Fagus sylvatica, σε υψόμετρο 350-1.300 m. Τα συνοδά είδη, τουλάχιστον σε έναν πληθυσμό, περιλαμβάνουν την Soldanella chrysosticta subsp. pelia.</p><p>Στον Πάρνωνα φύεται σε παρυφές υδροροών, σε τοιχώματα μικρών δεξαμενών νερού, σε ρυάκια και σε κάθυγρα βρύα, εντός δασικών εκτάσεων.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η τοποθέτηση της Sibthorpia L. στην οικογένεια Plantaginaceae ακολουθεί τον Stevens (2001 και εφεξής). Tο όνομα S. africana L. αποδόθηκε στα φυτά της Κρήτης εξαιτίας λάθους, π.χ. από τον Rechinger (1943). Η αυθεντική S. africana, παρά τον επιθετικό προσδιορισμό, είναι ένα είδος με κίτρινα άνθη που ενδημεί στης Βαλεαρίδες νήσους. Το είδος που εμφανίζεται στην Αφρική είναι η S. europaea . Τα φυτά του Πηλίου περιγράφηκαν ως S. pelia Beauverd &amp; Topali (Beauverd 1937), η οποία αναφέρθηκε ότι διαφέρει από την S. europaea στο ότι φέρει λοβούς στεφάνης με μακρές βλεφαρίδες στην κορυφή τους, μεγαλύτερη ερυθρωπή (όχι ρόδινη) στεφάνη και σπέρματα με θηλές, όχι βοθριωτά. Όμως ο Hedberg (1955) διαπίστωσε ότι ο τύπος της S. pelia περικλείεται από κάθε άποψη στην κανονική ποικιλομορφία της S.. eu-europaea και ως αποτέλεσμα τοποθέτησε την S. pelia στα συνώνυμα της τελευταίας.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Κρήτη είναι γνωστοί τουλάχιστον 21 πληθυσμοί της Sibthorpia europaea . Εξαιτίας της εμφάνισής της, που δημιουργεί τάπητες με μακρά, έρποντα στελέχη, είναι δύσκολη η μέτρηση των ενηλίκων ατόμων, αν και φαίνεται ότι τα τελευταία είναι λίγα. Ένας υποπληθυσμός στο νοτιότερο έλος τύρφης της Ευρώπης, μεταξύ των χωριών Καλλικράτης και Ασί Γωνιά, σχεδόν εξαφανίσθηκε μεταξύ του 1993 και 2001, όταν έγινε υδρομάστευση στη πηγή που τροφοδοτούσε το έλος (Fielding &amp; Turland 2005). Η Sibthorpia σήμερα επιβιώνει επισφαλώς σε ένα υγρό αποχετευτικό αυλάκι, με τον αριθμό των ωρίμων ατόμων να υφίστανται ακραίες διακυμάνσεις από έτος σε έτος, που εξαρτώνται από το ύψος της βροχόπτωσης. Μία παλαιότερη αναφορά από τον "Vrysinas" (Raulin 1869) πιθανόν να αναφέρεται στο όρος Βρύσινας, νότια του Ρεθύμνου στην Κ. Κρήτη. Το 2008 ο συγγραφέας του άρθρου επιβεβαίωσε ότι η Sibthorpia εξακολουθεί να υφίσταται σε δύο σχιστολιθικές κοιλάδες κοντά στα Καπεδιανά, στις βόρειες πλαγιές του όρους Βρύσινα, αντιπροσωπεύοντας τον ανατολικότερο υποπληθυσμό της Κρήτης.</p><p>Τουλάχιστον δύο υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από το όρος Πήλιο. Ο ένας βρίσκεται μεταξύ Χάνια και Κισσού και παρατηρήθηκε από τον L.. Chilton (προσωπ. επικοινωεπικοινω-- νία) τον Μάιο του 2002 και τον Σεπτέμβριο του 2004. Ο υποπληθυσμός αυτός είναι μικρός σε μέγεθος και υπάρχει αβεβαιότητα για το αν αποτελείται από λίγα μικρά άτομα ή από ένα μεγάλο φυτό. Μία ακόμα μικρότερη, απομακρυσμένη ομάδα φυτών (που μπορεί επίσης να πρόκειται για ένα μόνο άτομο) παρατηρήθηκε 300-400 m δυτικότερα. Ένας άλλος υποπληθυσμός βρίσκεται περίπου 7 km βόβό-- ρεια, μεταξύ των χωριών Ζαγορά και Πουρί, και βρέθηκε από την Σοφία Τοπάλη τον Αύγουστο του 1937 (Hedberg 1955). Περισσότερες λεπτομέρειες γι αυτόν δεν είναι γνωστές.</p><p>Η παλαιά αναφορά από τον Άγιο Πέτρο χρονολογείται από την εποχή του Βoissieroissier (1879) και δεν έχει επιβεβαιωεπιβεβαιω-- θεί έκτοτε. Όμως πολύ πρόσφατα βρέθηκαν δύο νέοι υποπληθυσμοί, κοντά στο χωριό Καστάνιτσα, σε σχιστολιθικό έδαφος. Στην ευρύτερη περιοχή το είδος αναζητήθηκε σε αρκετές θέσεις που διαθέτουν νερό, σε πηγές και ρυάκια, τα πρώτα αποτελέσματα όμως έδειξαν ότι τα λίγα φυτά είναι πολύ εντοπισμένα σε συγκεκριμένες μόνο θέσεις (Καλπουτζάκης, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Ανακεφαλαιώνοντας, η έκταση της περιοχής που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί της S. europaea στην Ελλάδα είναι σχεδόν βέβαιο ότι υπερβαίνει τα 20 km2. Το μέγεθός τους ποικίλει από ένα ώριμο άτομο έως πιθανόν λίγες εκατοντάδες. Ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός πιθανότατα δεν υπερβαίνει τα 10.000 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η επιβίωση της Sibthorpia europaea, όπως και του Lathyrus neurolobus, που είναι ενδημικός στην Δ. Κρήτη, εξαρτάται από την παρουσία των υγρών ενδιαιτημάτων. Η S.. eu- europaea απειλείται από την αποξήρανση των υγροτόπων, την υδρομάστευση, την διαπλάτυνση των δρόμων και την απορροή λιπασμάτων από γειτονικές περιοχές με καλλιέργειες. Ακολουθώντας το κριτήριο C2a(i) της IUCN (2001), προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για το είδος.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι υγροτοπικοί βιότοποι, οι οποίοι βρίσκονται στην καλύτερη κατάσταση και εντοπίζονται στα φυλλιτικά πετρώματα της Δ. Κρήτης, θα πρέπει να προστατευθούν, τόσο στην πράξη όσο και νομικά, όχι μόνο για την προστασία της Sibthorpia europaea, αλλά επίσης για την προστασία άλλων σπάνιων και απειλούμενων υγροφίλων taxa της Ελλάδας όπως τα Anagallis tenella, Carex cretica, Lathyrus neurolobus (ενδημικό είδος της Κρήτης), Osmunda regalis και Woodwardia radicans . Στο όρος Πήλιο είναι ουσιώδες να αποτραπεί κάθε διαταραχή των φυσικών πηγών και των ρυακιών στα οποία εμφανίζεται η S. europaea, όχι μόνο για να προστατευθεί το συγκεκριμένο είδος, αλλά επίσης το τοπικό ενδημικό Soldanella chrysosticta subsp. pelia . Περιοχές του Πάρνωνα με πυριτικά εδάφη πρέπει να ερευνηθούν προσεκτικά για την εύρεση νέων υποπληθυσμών του είδους, ώστε να καταμετρηθεί ο αριθμός των ατόμων τους και να αξιολογηθεί η κατάστασή τους.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEE9FEF298C7367CFA36F9ED	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEEAFE8C98DE367CFA35FE45.text	9E288790FEEAFE8C98DE367CFA35FE45.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sideritis euboea Heldr.	<div><p>Sideritis euboea Heldr.</p><p>Labiatae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Sideritis euboea Heldr. in Delt. Physiogr. Themat. Syll. Parn. 4 (1900).</p><p>Λεκτότυπος [Papanikolaou &amp; Kokkini 1982 στους Margaris et al. (eds), Aromatic Plants: Basic and Applied Aspects: 125]: [ΕλλάςΕλλάς (WAe) WAe),), Nήσοςήσος Εύβοια]] "ininn regioregio-- ne superiori montis Delphi Euboea (Dirphys) inter lapides" alt. 4500'-5100', 3 Aug. 1858, Heldreich 793 (K. Ισολεκτότυπος: G).</p><p>Συνώνυμα: Sideritis syriaca L. var. condensata Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. Nov. Ser. 2, 4: 31 (1859).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα ύψους 15-35 cm,, καλυπτόκαλυπτό-- μενη από εριώδες, λευκό τρίχωμα. Φύλλα βάσης 20-50 x 10-15 mm, ακέραια ή με αμβλεία οδόντωση, επιμήκηωοειδή, αμβλύληκτα, μάλλον απότομα καταλήγοντα σε μίσχο μήκους 10-20 mm. Φύλλα βλαστού 8-15 x 4-10 mm, άμισχα ή με πολύ μικρό μίσχο, επιμήκη ή αντωοειδή, με σφηνοειδή βάση, βραχύτερα των μεσογονατίων διαστημάτων. Ταξιανθία 3-9 cm, σταχυόμορφη, οι κατώτεροι σπόνδυλοι συνήθως απέχοντες. Βράκτεια 7-12 x 7-10 mm,, συνήθως εριωδώς τριχωτά εξωτερικά, ευρέως ωοειωοει-- δή, καταλήγοντα σε ακίδα μήκους 4-8 mm. Κάλυκας 7-9 mm, πυκνά τριχωτός, κωδωνοειδής, οδόντες μήκους 2,5- 3,5 mm.. Στεφάνη 9-10 mm,, ομοιόμορφα κίτρινη, ελαελα-- φρώς υπερβαίνουσα τους οδόντες του κάλυκα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 32 (Γκόλιαρης 1995).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Μαΐου έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό ενδημικό είδος, απαντώμενο στα όρη της Εύβοιας Όχη, Δίρφυς και Ξηροβούνι.</p><p>Βιότοπος: Η Sideritis euboea φύεται σε ξηρές πετρώδεις περιοχές, σε υψόμετρο 600-1.740 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Sideritis euboea ανήκει στη SecSec-- tio Empedoclia . Είναι στενά συγγενική με την απαντώμενη στην Κρήτη, Μ. Ασία, Λίβανο και Συρία S. syriaca L. και με την ενδημική της νότιας και δυτικής Βαλκανικής S. raeseri Boiss .. &amp; Heldr.. Είναι ένα καλά οριοθετημένο είδος και διδι-- ακρίνεται από τα συγγενικά του από τη βραχύτερη, με πυκνά διατεταγμένους σπονδύλους ταξιανθία και το εριώδες τρίχωμα των βρακτείων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Σύμφωνα με επιτόπιες παρατηρήσεις της πρώτης συγγραφέα, το 1981 η Sideritis euboea σχημάτιζε στα όρη Δίρφυ και Ξηροβούνι εκτεταμένους πληθυσμούς που αποτελούνταν από μερικές χιλιάδες άτομα.</p><p>Σε πρόσφατες επισκέψεις στο όρος Δίρφυ (2006- 2009) οι συγγραφείς διαπίστωσαν σημαντική μείωση των πληθυσμών. Μείωση του πληθυσμού παρατηρήθηκε επίσης στο Ξηροβούνι, ενώ στο όρος Όχη, όπου φιλοξενείται ο μικρότερος πληθυσμός, δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για πιθανές μεταβολές στον αριθμό των ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός επικινδυνότητας: Αυτοφυή φυτά της Sideritis euboea συλλέγονται και διατίθενται στο εμπόριο για την παρασκευή δημοφιλούς ροφήματος (τσάι του βουνού).</p><p>Η μακροχρόνια συλλογή, κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας και πριν το σχηματισμό σπερμάτων, σε συνδυασμό με την έντονη βόσκηση ευθύνονται για τη δραματική μείωση των πληθυσμών.</p><p>Τουλάχιστον σε ορισμένες θέσεις του είδους οι υποπληθυσμοί απειλούνται επειδή υπόκεινται σε εντατική εκμετάλλευση μεγάλης έκτασης, επί σειρά ετών. Η καταστροφική επίπτωση της υπερσυλλογής, μαζί με την βόσκηση, συνηγορούν υπέρ της χρήσης του κριτηρίου Α2 της IUCN (2001), ώστε να χαρακτηριστεί το είδος ως ΚινδυΚινδυ-- νεύον (ΕΝ).</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Sideritis euboea ανήκει στα "Άλλα Σημαντικά Είδη" της χλωρίδας των περιοχών του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (Kokkini &amp; al. 1996). Το γεγονός ότι τα όρη Όχη και Δίρφυς περιλαμβάνονται στο Δίκτυο, αναμένεται να επιδράσει θετικά στην επιβίωση των πληθυσμών του. Επιπλέον, μέτρα πρέπει να ληφθούν για τον περιορισμό της υπερβόσκησης, τουλάχιστον εντός των ορίων των περιοχών του Δικτύου.</p><p>Θεωρείται αναγκαία η καλλιέργειά του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και η διατήρηση σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Τέλος, συνιστάται η πλήρης απαγόρευση της εμπορικής εκμετάλλευσης των αυτοφυών φυτών της Sideritis euboea αλλά και άλλων είδων Sideritis του ελληνικού χώρου.</p><p>Στέλλα Κοκκίνη &amp; Ρεγγίνα Καρούσου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEEAFE8C98DE367CFA35FE45	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE94FE8F98DE378AFA3DFCB4.text	9E288790FE94FE8F98DE378AFA3DFCB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sideritis raeseri subsp. attica (Heldr.) Papan. & Kokkini	<div><p>Sideritis raeseri Boiss. &amp; Heldr. subsp. attica (Heldr.) Papan. &amp; Kokkini</p><p>Labiatae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Sideritis raeseri Boiss. &amp; Heldr. subsp. attica (Heldr.) Papan. &amp; Kokkini in Margaris &amp; al. (eds), Arom. Pl.: 118 (1982).</p><p>Λεκτότυπος (Papanikolaou &amp; Kokkini in Margaris &amp; al. (eds) 1982: 119) [ΕλλάςΕλλάς (StE), Στερεά Ελλάς]] "ininn saxosaxo-- sis regionis abietinae mont. Parnethis, prope cacumen", Aug. 1901, Heldreich 1677 (W).</p><p>Συνώνυμα: Sideritis attica Heldr. in Delt. Physiogr. Them. Syll. Parn.: 46 (1900)</p><p>S. raeseri Boiss. &amp; Heldr. var. attica (Heldr.) Halácsy in Magyar Bot. Lapok 11: 179 (1912).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα διαμέτρου έως 80 cm, με λευκόφαιο πυκνώς εριώδες τρίχωμα. Στελέχη αρκετά έως πολυάριθμα (έως 50), με ξυλώδη, παραμένουσα βάση, όρθια ή ανερχόμενα, ύψους 10-30(-50) cm,, χωρίς διαδια-- κλαδώσεις. Φύλλα βάσης σπατουλοειδή έως επιμήκως σπατουλοειδή, εριώδη, ακέραια ή οδοντωτά, αμβλέα έως σχεδόν αμβλέα, βαθμιαίως στενούμενα, καταλήγοντα σε μίσχο, διαστάσεων 12-60 x 4-10 mm. Ανώτερα φύλλα βλαστού σχεδόν άμισχα, αποστρογγυλωμένα ή με σταδιακή στένωση στη βάση τους, οξύληκτα, διαστάσεων 10-50 x 5-8 mm. Tαξιανθία μήκους 3-25 cm, με 3-15 αραιά σπονδυλώματα. Βράκτια νεφροειδή, βραχύτερα των ανθέων, με αδενώδες και μη αδενώδες τρίχωμα εξωτερικά, διαστάσεων 6-12 x 9-12 mm,, απολήγοντα σε ακίακί-- δα μικρότερη του 1 mm. Κάλυκας στενώς κωδωνοειδής, μήκους 7-13 mm, με πιεσμένο μη αδενώδες τρίχωμα και άμισχους αδένες, οδόντες 2-4 mm. Στεφάνη ομοιόμορφα υποκίτρινη έως κίτρινη, μήκους 8-15 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου, περιστασιακά μέχρι τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το υποείδος είναι ενδημικό της ΝΑ. Στερεάς Ελλάδας και μέχρι σήμερα γνωστό από τα όρη Πάρνηθα, Πατέρας και Κιθαιρώνας των Νομών Αττικής και Βοιωτίας. Στο όρος Πάρνηθα φύεται σε περιορισμένες θέσεις, οι οποίες σύμφωνα με δημοσιευμένες και προφορικές πληροφορίες είναι οι κορυφές ή οι τοποθεσίες Καραβόλα, Όρνιο, Ναυτικό, Ξεροβούνι και Κυρά. Στα όρη Πατέρας και Κιθαιρώνας είναι ακόμη σπανιότερο, περιορισμένο στις κορυφές Μικρή Κολοσούρα και Προφήτης Ηλίας, αντίστοιχα (Κωνσταντινίδης 1997).</p><p>Βιότοπος: Η Sideritis raeseri subsp. attica φύεται σε πετρώδεις ή βραχώδεις περιοχές με χαμηλούς αραιούς θάμνους, σε ανοίγματα δάσους Abies cephalonica ή μικτού δάσους Abies cephalonica - Pinus halepensis subsp. halepensis, σε φωτεινές και ηλιόλουστες θέσεις. Συχνά οι πληθυσμοί εμφανίζονται πάνω από το όριο της δενδρώδους βλάστησης, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί σε πυκνό δάσος. Οι βιότοποί της περιλαμβάνουν πλαγιές με μικρή κλίση ή πετρώδεις κορυφογραμμές, σε υψόμετρο 900-1.400 m. Ο πληθυσμός με το μεγαλύτερο υψόμετρο εντοπίζεται στην υψηλότερη κορυφή Καραβόλα της Πάρνηθας. Στην περιοχή Ναυτικό του ίδιου όρους εμφανίζεται ένας σημαντικός υποπληθυσμός μαζί με τα είδη Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Quercus coccifera, Berberis cretica, Ballota acetabulosa, Eryngium amethystinum και τα ελληνικά ενδημικά Pterocephalus perennis subsp. perennis, Crepis incana και Fritillaria graeca . Στις ανώτερες κορυφές του όρους Πάρνηθα συνυπάρχει, μεταξύ άλλων, με τα σπάνια είδη Asperula pulvinaris και Cephalaria setulifera, ενώ στον Πατέρα με την ενδημική Centaurea subsericans .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Sideritis raeseri subsp. attica περιγράφηκε αρχικά ως ανεξάρτητο είδος με το όνομα S. attica Heldr..,, στη συνέχεια υποβιβάσθηκε σε επίπεδο ποιποι-- κιλίας της S. raeseri και τελικά αναβαθμίσθηκε σε επίπεδο υποείδους (PapanikolaouPapanikolaou &amp; Kokkini 1982). Στους πληθυπληθυ-- σμούς της Α. Στερεάς Ελλάδας διακρίνεται εύκολα από τη S. raeseri subsp. raeseri με βάση το ύψος των στελεχών, καθώς και με χαρακτήρες των βρακτίων και του τριχώματος. Οι βλαστοί της S. raeseri subsp. raeseri έχουν μήκος 20-50 cm, ενώ τα ωοειδή-κυκλικά βράκτια είναι ίσα ή μακρύτερα των ανθέων και καταλήγουν σε απόληξη 2-4 mm. Στη S. raeseri subsp. attica τα στελέχη είναι βραχύτερα, μήκους συνήθως 10-20(-30) cm, πυκνά εριώδη, ενώ τα βράκτια φύλλα μικρότερα, νεφροειδή, βραχύτερα των ανθέων και καταλήγουν σε ακίδα όχι μακρύτερη του 1 mm (Papanikolaou &amp; Kokkini 1982, Baden 1990).</p><p>Εντούτοις, εργασία πεδίου στην Πάρνηθα έδειξε ότι ένας σημαντικός αριθμός ατόμων έχει στελέχη που πλησιάζουν τα 50 cm. Μεμονωμένα άτομα μεγάλης ηλικίας μπορεί να έχουν διάμετρο έως 80 cm με έντονα ξυλοξυλο-- ποιημένη βάση βλαστών από όπου εκπτύσσονται πλήθος από ανθοφόρα στελέχη (καταμετρήθηκαν έως και 50 ανά φυτό). Τα στελέχη είναι όρθια ή ανερχόμενα, αλλά ποτέ κατακείμενα.</p><p>Σύμφωνα με τον Βaden (1990) ορισμένοι πληθυσμοί του Παρνασσού και της Γκιώνας που εντάσσονται στο υποείδος S. raeseri subsp. raeseri μπορεί να πλησιάζουν μορφολογικώς το subsp. attica .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το μέγεθος των υποπληθυσμών που μελετήθηκαν από τους συγγραφείς ποικίλει μεταξύ 5 και 5.000 ατόμων. Περισσότερο του 90% του πληθυσμού εντοπίζεται στην Πάρνηθα, ενώ στον Πατέρα και τον Κιθαιρώνα φαίνεται να υπάρχουν συνολικά 20- 150 άτομα.</p><p>Οι πληθυσμοί της Πάρνηθας αναπτύσσονται σε ένα περιβάλλον που επηρεάζεται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, παρά την ύπαρξη στο όρος του αντίστοιχου Εθνικού Δρυμού. Δύο από τους πέντε υποπληθυσμούς του όρους, ανάμεσά τους και ο μεγαλύτερος σε αριθμό ατόμων, καταστράφηκαν από πυρκαγιά τον Ιούνιο του 2007. Στην κορυφή Κυρά, παρά τις πληροφορίες του δασαρχείου της Πάρνηθας που καταγράφει έναν υποπληθυσμό εκεί, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε κάποια συστάδα φυτών πριν το 2007. Στη συνέχεια η περιοχή κάηκε ολοσχερώς, εκτός από ένα μικρό τμήμα της νότιας πλαγιάς.</p><p>Ο υποπληθυσμός στην τοποθεσία Ναυτικό παρακολουθείται τα δύο τελευταία έτη. Αναπτύσσεται στην κορυφογραμμή και σε πλαγιές διαφόρων κλίσεων, ανάμεσα σε δύο στρατιωτικές βάσεις. Η μισή από την έκταση που καταλαμβάνει ο πληθυσμός καταστράφηκε κατά την πυρκαγιά του 2007. Στο ανεπηρέαστο τμήμα ο πληθυσμός είναι υγιής, με εύρωστες συστάδες ζωηρής ανάπτυξης και με σημαντικό αριθμό ατόμων μικρής ηλικίας. Στο καμένο τμήμα, παρατηρήσαμε το έτος 2009, ότι ένας σημαντικός αριθμός ατόμων επιβίωσε, είτε διατηρώντας την αρχική του μορφή (ιδιαίτερα τα άτομα που βρίσκονταν σε ανοικτές θέσεις, μακριά από ξυλώδεις θάμνους) είτε μέσω αναβλάστησης από την ξυλώδη βάση. Εντούτοις, ένα ποσοστό των φυτών φαίνεται ότι καταστράφηκε οριστικά. Στην περιοχή αυτή υπολογίζουμε ότι σήμερα παραμένουν περίπου 5.000 ζωντανά άτομα.</p><p>Στην κορυφή Καραβόλα δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το μέγεθος του πληθυσμού, διότι ένα τμήμα του φύεται σε περιφραγμένη και μη επισκέψιμη στρατιωτική βάση. Εδώ παρατηρήθηκε επέκταση των εγκαταστάσεων και των κτηρίων της βάσης που μπορεί να στερεί σημαντικό χώρο από τον βιότοπο του είδους.</p><p>Στη γειτονική κορυφή Όρνιο εντοπίσθηκαν μόνο 7 άτομα στο υποβαθμισμένο περιβάλλον της κορυφογραμμής, αριθμός που δεν εγγυάται τη μακρόχρονη επιβίωση του υποείδους στη συγκεκριμένη θέση. Ο υποπληθυσμός καταλαμβάνει έκταση μικρότερη από 5 m2. Η κάλυψη τμημάτων της περιοχής με τσιμέντο για την εγκατάσταση αναμεταδοτών τηλεφωνίας, η απόρριψη άχρηστων υλικών καθώς η ρύπανση του εδάφους με λιπαντικά που αποχέονται στο έδαφος δημιουργούν περαιτέρω προβλήματα μελλοντικής επιβίωσης.</p><p>Η κορυφή Ξεροβούνι φιλοξενεί έναν ακόμα υποπληθυσμό του taxon. Η περιοχή είναι απομακρυσμένη και δεν παρατηρούνται, προς το παρόν ανθρωπογενείς παρεμβάσεις, εν μέρει εξαιτίας της απουσίας οδικού δικτύου.</p><p>Στο όρος Πατέρας ο πληθυσμός είναι πολύ μικρός. Παρατηρήθηκαν λιγότερα από 50 άτομα μέχρι το 1998. Ομοίως, στον Κιθαιρώνα τα φυτά εντοπίζονται στη πετρώδη περιοχή της κορυφής Προφήτης Ηλίας και ενδέχεται να είναι λιγότερα από 100.</p><p>Εκτιμούμε ότι ο συνολικός αριθμός των ενήλικων ατόμων της S. raeseri subsp. attica δεν υπερβαίνει τα 10.000- 15.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι που απειλούν την S. raeseri subsp. attica σχετίζονται με την καταστροφή και τη συρρίκνωση των βιοτόπων της και με την υπερβόσκηση. Η Πάρνηθα, που είναι η κύρια περιοχής εξάπλωσής του υποείδους,βρίσκεται κοντά στην πόλη της Αθήνας και εμφανίζει μεγάλη επισκεψιμότητα. Οι επισκέπτες και οι περιπατητές στα μονοπάτια της περιοχής μπορεί να συλλέγουν τα ανθισμένα στελέχη του φυτού για ευχαρίστηση ή για την παρασκευή αρωματικού τσαγιού. Κατά τη διάρκεια επίσκεψης για μελέτη του πληθυσμού το 2008 παρατηρήσαμε συλλέκτες να έχουν αποκόψει μεγάλη ποσότητα ανθισμένων στελεχών είτε για προσωπική χρήση ή και για εμπορικούς σκοπούς. Η επέκταση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και των συστημάτων τηλεπικοινωνιών δημιουργεί έναν ακόμη σοβαρό κίνδυνο για ορισμένους από τους υποπληθυσμούς, καταστρέφοντας τμήμα των βιοτόπων τους.</p><p>Η βόσκηση είναι σημαντική στα όρη Πατέρας και Κιθαιρώνας και ευθύνεται για τον πολύ μικρό αριθμό φυτών στην περιοχή. Τα φυτά εδώ σπανίως ανθοφορούν και συνήθως δεν δημιουργούν σπέρματα. Η εγκατάσταση νεαρών ατόμων είναι εξαιρετικά δύσκολη. Βόσκηση παρατηρήθηκε και σε φυτά στην περιοχή Ναυτικό της Πάρνηθας. Τα φυτά ενδέχεται να τρώγονται από μεγάλα θηλαστικά (ελάφια) που έχουν εισαχθεί στο όρος, ιδιαίτερα μετά από τις συνθήκες που ακολούθησαν τη μεγάλη πυρκαγιά του 2007.</p><p>Τέλος, πιθανές νέες πυρκαγιές στα τρία όρη της εξάπλωσης του υποείδους μπορεί να είναι υπεύθυνες για περαιτέρω μείωση των ατόμων, τα οποία εντούτοις διατηρούν ως ένα βαθμό την ικανότητα της αναβλάστησης.</p><p>Εξαιτίας της περιορισμένης έκτασης που καταλαμβάνει το υποείδος, της πρόσφατης πυρκαγιάς στην Πάρνηθα που κατέστρεψε έναν μεγάλο αριθμό από ώριμα άτομα, της συνεχιζόμενης υπερβόσκησης στα όρη Πατέρας και Κιθαιρώνας που οδηγεί σε συνεχή μείωση των ενήλικων ατόμων εκεί, της συλλογής των ανθισμένων βλαστών του για την παρασκευή τσαγιού ακόμη και από περιοχές που περιλαμβάνονται σε Εθνικό Δρυμό, του ενδεχόμενου κινδύνου που υφίστανται οι βιότοποί του από την επέκταση διαφόρων εγκαταστάσεων και του σχετικά μικρού αριθμού των ενήλικων ατόμων που υπολογίζονται μεν σε 15.000 ενδέχεται όμως να είναι λιγότερα από 10.000, προτιμούμε να εντάξουμε το Sideritis raeseri subsp. attica στην κατηγορία των Τρωτών (VU) VU)),, σύμφωσύμφω-- να με την IUCN (2001), καθόσον πληρούνται τα κριτήρια B1a,b(ii,ii,iv)+2α,b(ii,ii,iv).</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι εναπομείναντες βιότοποι της S. raeseri subsp. attica θα πρέπει να διασφαλιστούν με πολλαπλούς τρόπους. Ο φορέας διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας, τμήμα της οποίας έχει επίσης ενταχθεί σε περιοχή του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, καθώς και οι υπόλοιποι φορείς που ενεργοποιούνται στην περιοχή, θα πρέπει να ερευνήσουν προσεκτικά τους υποπληθυσμούς του υποείδους και να παρακολουθούν τον αριθμό των ατόμων σε ετήσια βάση.</p><p>Όλοι οι μηχανισμοί προστασίας του όρους και των ευαίσθητων οικοσυστημάτων του θα πρέπει να ενεργοποιηθούν. Οι υπεύθυνοι για κάθε είδους εγκαταστάσεις στις κορυφές του όρους θα πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένοι για τα σπάνια φυτικά είδη που εμφανίζονται στην περιοχή και να ρυθμίζουν τις ενέργειές τους ώστε να μην προκαλούν περαιτέρω καταστροφές.</p><p>Η διάνοιξη νέων δρόμων και η χάραξη περιπατητικών μονοπατιών μέσα ή κοντά στους πληθυσμούς θα αυξήσει τους κινδύνους για το υποείδος και πρέπει να αποφευχθούν. Επιπλέον, χρειάζεται να υπάρχει διαρκής ενημέρωση των επισκεπτών του όρους σχετικά με τα σπάνια φυτά του ενώ θα πρέπει επίσης να διατηρείται ικανοποιητικός αριθμός φυλάκων για την προστασία και την έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων που θα εμφανιστούν στην προστατευόμενη περιοχή. Στοιχεία για τη σπάνια χλωρίδα και την προστασία των οικοσυστημάτων της Πάρνηθας θα πρέπει να ενταχθούν στα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, τουλάχιστον στο Νομό Αττικής.</p><p>Η μείωση της βόσκησης στα όρη Πατέρας και Κιθαιρώνας ενδέχεται να αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης των ολιγάριθμων υποπληθυσμών που εμφανίζονται στα συγκεκριμένα όρη. Η περίφραξη ορισμένων περιοχών και η παρακολούθηση των ατόμων αποτελούν άλλο ένα μέτρο διαχείρισης, η αποτελεσματικότητα του οποίου θα πρέπει να αξιολογηθεί μακροπρόθεσμα.</p><p>Η Sideritis raeseri subsp. attica μπορεί να καλλιεργηθεί σε κατάλληλες περιοχές ως εμπορικό φυτό. Πολλά είδη του γένους χαρακτηρίζονται ως "τσάι του βουνού" και χρησιμοποιούνται για την δημιουργία αρωματικού τσαγιού. Μία τέτοια δραστηριότητα θα μπορούσε να ενισχύσει τοπικές κοινωνίες και να προσφέρει συμπληρωματικό εισόδημα σε αγρότες, αρκεί τα φυτά του εμπορίου να προέρχονται αποκλειστικά από καλλιέργεια και όχι από τη συλλογή αυτοφυών πληθυσμών.</p><p>Η έρευνα της βιολογίας και της αναπαραγωγής του υποείδους, η καλλιέργειά του και η σταθερή διατήρηση ατόμων ή πληθυσμών σε Βοτανικούς Κήπους αποτελούν επίσης σημαντικές ενέργειες για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE94FE8F98DE378AFA3DFCB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE91FE8A98C7367CFA36FC20.text	9E288790FE91FE8A98C7367CFA36FC20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sideritis sipylea Boiss.	<div><p>Sideritis sipylea Boiss.</p><p>Labiatae</p><p>Sideritis sipylea Boiss., Diagn. Pl. Orient. 5: 32 (1844).</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Τύπος: [Τουρκία] "in arenosis calcareis Sipyli (Manisa Da.) supra Magnesiam (Manisa)", Jul. 1842, Boissier (Ολότυπος: G-BOIS. Ισότυπος: M).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής, αρωματική πόα με ξυλώδη βάση, ύψους 20-60 cm,, διακλαδιζόμενη, καλυπτόμενη από εριερι-- ώδες, λευκό τρίχωμα. Κατώτερα φύλλα βλαστού φυόμενα σε πυκνούς σπονδύλους, τα υπόλοιπα, απέχοντα κατά 3-6 cm.. Μεσαία φύλλα βλαστού άμισχα, λογχοειδή έως επιεπι-- μήκη-λογχοειδή, οξύληκτα 1,5-6 x 0,3-1 cm, ακέραια ή με αμβλεία οδόντωση. Σπόνδυλοι ταξιανθίας 5-11, αποτελούμενοι από 6 άνθη, απέχοντες μεταξύ τους κατά 0,5-6 cm. Bράκτια από το μέσο της ταξιανθίας ευρέως ωοειδή έως κυκλικά, 0,7-1,8 x 0,7-1 cm, οξύληκτα. Κάλυκας 6-8 mm,, καλυπτόμενος από πυκνό τρίχωμα, με οδόντες μήμή-- κους 1,5-2,5 mm. Στεφάνη 8-9 mm, κίτρινη με καστανές γραμμές στην εσωτερική επιφάνεια του άνω χείλους.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 32 (Güner &amp; al. 2000).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος και Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Δ. και εγγύς Κ. Ανατολίας και των νήσων του Α. Αιγαίου (HuberMorath 1982). Στην Ελλάδα είναι γνωστό από τις νήσους Λέσβος, Χίος, Σάμος και Ικαρία. Στη Λέσβο απαντά στο όρος Όλυμπος (Rechinger 1943, Μπαζός &amp; Γιαννίτσαρος 2005, συλλογές LD), στη Χίο στα όρη Πεληνναίo, Όρος και στο οροπέδιο Αίπος (Snogerup &amp; al. 2001), στη Σάμο στα όρη Κέρκης ή Κερκετεύς και Άμπελος (Rechinger 1943, Χριστοδουλάκης 1986, συλλογές LD) και στην Ικαρία στο όρος Αθέρας (Rechinger 1943, συλλογές LD).</p><p>Βιότοπος: Η Sideritis sipylea στις νήσους του Α. Αιγαίου φύεται σε υψόμετρο 250-1.200 m σε βραχώδεις ασβεασβε-- στολιθικές πλαγιές και δάση Pinus (Rechinger 1943, Χριστοδουλάκης 1986, συλλογές LD). Οι πληθυσμοί της Χίου απαντούν σε υψόμετρο 600-900 m σε τοποθεσίες με φρυγανική βλάστηση, στις οποίες κυριαρχεί το Sarcopoterium spinosum, με δενδρώδη είδη τα Juniperus phoenicea, J. oxycedrus, Αcer sempervirens και Pinus halepensis subsp. brutia.</p><p>Στην Ανατολία η Sideritis sipylea φύεται σε υψόμετρο 200-1.600 m, σε ασβεστολιθικές πλαγιές, σε δάση Pinus halepensis subsp. brutia και P. nigra, καθώς και θαμνώνες με Quercus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Sideritis sipylea ανήκει στην ανατολικομεσογειακής εξάπλωσης sectio Empedoclia . Συγγενεύει με δύο είδη της sectio, τα ενδημικά της Τουρκίας S. brevidens Davis και S. erythrantha Bentham, από τα οποία διακρίνεται από τη μορφή των μεσαίων φύλλων του βλαστού και το χρώμα της στεφάνης (Huber- Morath 1982).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Sideritis sipylea στη Λέσβο σχηματίζει δύο υποπληθυσμούς, στην κορυφή Προφήτης Ηλίας (968 m) και στις ανατολικές κλιτύες (Πετροβούνι, 760 m)) του Ολύμπου, οι οποίοι αποτελούνται από περίπερί-- που 1.000 και μερικές εκατοντάδες άτομα, αντιστοίχως (Ι. Μπαζός, προσωπ. επικοινωνία). Ο αριθμός ατόμων των υποπληθυσμών της Χίου υπολογίσθηκε την περίοδο 2005-2006 σε μερικές χιλιάδες άτομα στις Ν. κλιτύες του Όρους (790-900 m), σε μερικές εκατοντάδες άτομα στο οροπέδιο του Αίπους ΒΑ. του διατηρητέου οικισμού Ανάβατος (750-800 m), σε μερικές δεκάδες άτομα στις Δ. κλιτύες του Όρους επάνω από το χωριό Φυτά (670 m) και σε μερικές δεκάδες άτομα στο Πελιναίο, επάνω από το χωριό Σπαρτούντα (820 m).</p><p>Στην ίδια περιοχή οι Snogerup &amp; al.. (2001) είχαν κακα-- ταγράψει το 1989 την S. sipylea σε χαμηλότερα υψόμετρα (520-800 m)), η παρουσία της εκεί, όμως, δεν επιβεβαιώεπιβεβαιώ-- θηκε. Ένας ακόμη πληθυσμός επάνω από τα Φυτά (619 m) καταγράφηκε το 2008 (Α. Καρύδας, προσωπ. επικοινωνία) και αποτελείται τουλάχιστον από 500 άτομα. Η αναφορά του Rechinger (1943) για την παρουσία του είδους επάνω από το χωριό Καρυές της Χίου (1.000 m)) δεν επιβεβαιώεπιβεβαιώ-- θηκε. Πληθυσμιακά στοιχεία από τη Σάμο και την Ικαρία δεν είναι διαθέσιμα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Sideritis sipylea χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο A4, εξαιτίας της παρατηρηθείσας μείωσης των πληθυσμών της, αλλά και της εκτιμώμενης περαιτέρω μείωσής τους στο μέλλον, εάν δεν μεσολαβήσει λήψη μέτρων προστασίας. Αν και η S. sipylea απαντά και στην Τουρκία, οι ελληνικοί πληθυσμοί στις νήσους Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία είναι απομονωμένοι, τόσο από αυτούς της γειτονικής χώρας, όσο και μεταξύ τους. Η συρρίκνωση των πληθυσμών της S. sipylea οφείλεται στην έντονη βόσκηση και τη συλλογή από τον τοπικό πληθυσμό για παρασκευή αφεψήματος (τσάι του βουνού), για ιδία χρήση και εμπορική εκμετάλλευση. Τόσο η συλλογή, όσο και η βόσκηση έχουν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση των ανθοφόρων βλαστών, γεγονός που δυσχεραίνει την ανανέωση των πληθυσμών.</p><p>Οι πληθυσμοί της Λέσβου συλλέγονται από τους κατοίκους του νησιού και πωλούνται στην Αγιάσσο. Επιπλέον, η εγκατάσταση κεραιών ραδιοτηλεόρασης και τηλεπικοινωνιών στην κορυφή του Ολύμπου είχε ως συνέπεια την εκχέρσωση μεγάλης έκτασης, γεγονός που πιθανόν συντέλεσε σε μείωση του εκεί πληθυσμού (Ι. Μπαζός, προσωπ. επικοινωνία). Στη Χίο όλοι οι υποπληθυσμοί υπόκεινται σε έντονη βόσκηση και τουλάχιστον δύο (Πελιναίο, Ανάβατος) σε συστηματική συλλογή και εμπορική εκμετάλλευση. Επιπλέον, τυχαία γεγονότα, όπως μία πυρκαγιά, μπορούν να αποτελέσουν σημαντική απειλή για την επιβίωσή ορισμένων πληθυσμών, όπως αυτού στο Πελιναίο της Χίου, λόγω εξαιρετικά μικρού αριθμού ατόμων.</p><p>Η Sideritis sipylea έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο "Άλλα Σημαντικά Είδη" της ελληνικής χλωρίδας, ο οποίος συντάχθηκε στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (Kok-Kokkini &amp; al. 1996). Ακόμη, η πλειονότητα των πληθυσμών του βρίσκονται σε περιοχές του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000. Τα παραπάνω μπορεί να επιδράσουν θετικά στη διατήρηση του είδους στην Ελλάδα.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο περιορισμός και έλεγχος της συλλογής της Sideritis sipylea κρίνεται απολύτως απαραίτητος για τη διατήρησή του στην Ελλάδα. Η εμπορική ζήτηση μπορεί να ικανοποιηθεί με εγκατάσταση καλλιεργειών. Επίσης, μέτρα πρέπει να ληφθούν και για τον περιορισμό και έλεγχο της βοσκητικής δραστηριότητας στις περιοχές, όπου φύεται η S. sipylea . Συνιστάται η διατήρηση ζωντανού υλικού από τους ελληνικούς πληθυσμούς σε βοτανικό κήπο και η κατάθεση σπερμάτων σε Τράπεζα Γενετικού Υλικού. Ζωντανό υλικό από τη Χίο έχει ήδη μεταφερθεί στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων και στον Βοτανικό Κήπο Αιγαίου στη Χίο (Α. Καρύδας, προσωπ. επικοινωνία). Μέτρα πρόληψης των πυρκαγιών στις περιοχές, όπου φύεται η S. sipylea, είναι επίσης επιθυμητά.</p><p>Αναστασία Στεφανάκη &amp; Στέλλα Κοκκίνη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE91FE8A98C7367CFA36FC20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE92FE8598DE378AFA3EFA71.text	9E288790FE92FE8598DE378AFA3EFA71.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Silene ammophila subsp. ammophila Boiss. & Heldr.	<div><p>Silene ammophila Boiss. &amp; Heldr. subsp. ammophila</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Silene ammophila Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Fl. Orient. ser. 1, 2(8): 82 (1849) subsp. ammophila .</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "in arenosis maritimis à Pilalimata (Sitia) et au GaÏdouronisi, île visavis de Gerapetra", 2-5 May. 1846, Heldreich 1467 (Ολότυπος: G-BOIS. Ισότυποι: Fl-W, K).</p><p>Συνώνυμα: Pleconax ammophila (Boiss. &amp; Heldr.) Sourková in Österr. Bot. Z. 119(4-5): 579 (1972).</p><p>Περιγραφή: Μονοετές, χνοώδες φυτό, ύψους &lt;10 cm, με πολλούς βλαστούς προβάλλοντες από ρόδακα που συνήθως ξηραίνεται κατά την άνθιση. Κατώτατα φύλλα ±σπαθοειδή, σαρκώδη, στενούμενα στο μίσχο· φύλλα βλαστού παρόμοια, αλλά μικρότερα και επιφυή. Βράκτια ±ελλειψοειδή. Άνθη, σε ευθύγραμμους ποδίσκους, έως 10 mm κατά την καρποφορία. Ταξιανθία χαλαρό μονοχάσιο, περιστασιακά με μία μόνη διακλάδωση διχάσιου στη βάση. Κάλυκας 5-6 mm, με 15 νεύρα, χνοώδης, κυλινδρικός κατά την άνθιση, κωδωνοειδής έως αντικωνοειδής, χωρίς ανώτερη στένωση κατά την καρποφορία, μη διογκούμενος, λείος στη βάση, σχισμένος σχεδόν κατά το ήμισυ σε τριγωνικούς οδόντες με μεμβρανώδες περιθώριο στη βάση τους. Καρποφόριο 0,5 mm, συνήθως χνοώδες έως εριώδες. Όνυχας πετάλων συνήθως χνοώδης στη βάση, περιεχόμενος στον κάλυκα, στεφανιαία λέπια εμφανή, λευκά, σπαθοειδή, αμβλέα, ακραίο τμήμα πετάλων αχνορόδινο, 1-2 mm, σφηνοειδές-μακρότομο ή ελαφρώς αποστρογγυλωμένο με αβαθή εγκόλπωση. Κάψα 3-5 mm. Σπέρματα νεφροειδή-σφαιρικά, περίπου 0,8 mm, με λευκωπή, παχνώδη επικάλυψη, στιλπνά καστανέρυθρα στο κατώτερο τμήμα τους, με επίπεδη αυλάκωση στη ράχη και πλευρές με επάρματα, φέροντα ακτινωτή γράμμωση εξαιτίας των επιπέδων, επιμήκων και στενών κυττάρων του σπερματικού περιβλήματος.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 20 (Greuter &amp; Pirker 1997)</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από το τέλος Μαρτίου έως τον Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η εξάπλωση του τυπικού υποείδους της Silene ammophila περιορίζεται στην ΒΑ. Κρήτη και τη νησίδα Χρυσή. Συλλέχθηκε για πρώτη φορά το 1846 στη νησίδα Χρυσή (Γαϊδουρονήσι) και στην απέναντι αμμώδη ακτή του χωριού Πιλαλήματα, ανατολικά της Ιεράπετρας. Στη Χρυσή η παρουσία της επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα, τόσο στις ανατολικές όσο και στις δυτικές ακτές (Rechinger 1943 b, Bergmeier &amp; Dimopoulos 2000, Brullo &amp; Guarino 2000, Bergmeier &amp; al. 2001). Στην περιοχή ανατολικά της Ιεράπετρας συλλέχθηκε επίσης το 1966 (ανατολικά του Μακρυγιαλού, Zaffran 1990), αλλά δεν ευρέθη, παρόλο που αναζητήθηκε το 2000/2001 (Χ. Φουρναράκη, προσωπ. επικοινωνία). Το φυτό έχει επίσης ευρεθεί ανατολικά του Παλαίκαστρου στο βόρειο και το νότιο τμήμα του όρμου Κουρεμένου (Greuter &amp; Pirker 1997, Bergmeier &amp; Dimopoulos 2000). Σημειώνεται ότι η παρουσία του φυτού στη νησίδα Κουφονήσι, βάσει αναφοράς του Gandoger (Rechinger 1943 a), θεωρείται αμφίβολη και δεν έχει επιβεβαιωθεί (Bergmeier &amp; al. 2001).</p><p>Χρησιμοποιώντας κάνναβο 0,5 km (επειδή το φυτό περιορίζεται σε στενή αμμοθινική ζώνη), το συνολικό εύρος εξάπλωσης είναι 247 km2, ενώ η περιοχή που καταλαμβάνει ο πληθυσμός του είναι 3 km2.</p><p>Βιότοπος: Το ενδιαίτημα της Silene ammophila subsp. ammophila είναι εξειδικευμένο: περιορίζεται σε αμμώδεις ή και αμμοχαλικώδεις παράκτιες θέσεις, σε χαμηλές κινούμενες θίνες ή σε θέσεις με χαλαρή άμμο στα διάκενα σταθεροποιημένων θινών. Συμμετέχει σε εφήμερες, πρόσκοπες κοινότητες (θεροφυτικά λιβάδια) που χαρακτηρίζονται από αμμόφιλα είδη, όπως τα: Triplachne nitens, Cutandia maritima, Vulpia fasciculata, Medicago littoralis, Lotus halophilus, Pseudorlaya pumila και/ή άλλα, κυρίως μη νιτρόφιλα, μικρού ύψους μονοετή, όπως τα: Ononis reclinata, Rumex bucephalophorus s.l., Trachynia distachya, Centaurium tenuiflorum, Parapholis incurva (Bergmeier &amp; Dimopoulos 2000) .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Silene ammophila ανήκει στο υπογένος Conoimorpha, sectio Conoimorpha Otth. και περιλαμβάνει επίσης το subsp. carpathae Chowdhuri, το οποίο είναι ενδημικό των νησιών Κάσου και Καρπάθου. Ο πληθυσμός ανατολικά του Παλαίκαστρου είναι ενδιάμεσος μεταξύ των δύο υποειδών ως προς το μήκος του ποδίσκου και του κάλυκα και το μέγεθος και σχήμα των οδόντων του, αλλά τοποθετείται στο τυπικό υποείδος λόγω των μικρού μεγέθους των ανθέων με μη εξέχοντες όνυχες και του σταθερού αριθμού (15) των νεύρων του κάλυκα (Greuter &amp; Pirker 1997).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Silene ammophila subsp. ammophila απαντά με 3 υποπληθυσμούς, συνολικά, σε 4 θέσεις. Το μέγεθος του πληθυσμού της δεν έχει εκτιμηθεί σε καμμία θέση. Ο υποπληθυσμός στη Χρυσή, παρόλη τη μεγάλη έκταση των αμμοθινικών οικοτόπων, είναι πολύ μικρός (Bergmeier &amp; al. 2001) και περιορίζεται σε μικρής έκτασης, αραιές αποικίες σε δύο μόνο θέσεις. Ο υποπληθυσμός στον όρμο Κουρεμένου, όπου το πλάτος της αμμώδους ακτής φθάνει το πολύ τα 50-70 m, επίσης περιορίζεται σε μικρής έκτασης, ίσως πυκνότερες αποικίες. Η κατάσταση του υποπληθυσμού ανατολικά της Ιεράπετρας είναι άγνωστη και ενδέχεται να έχει εξαφανισθεί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η κύρια απειλή που αντιμετωπίζει η Silene ammophila subsp. ammophila είναι η μείωση της έκτασης και η υποβάθμιση της ποιότητας του ενδιαιτήματός της. Ο υποπληθυσμός στη Χρυσή απειλείται σε μικρότερο βαθμό λόγω του ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες περιορίζονται σε μη μόνιμες τουριστικές εγκαταστάσεις, απόρριψη σκουπιδιών και ποδοπάτημα. Ο υποπληθυσμός στον όρμο Κουρεμένου έχει υποστεί σοβαρότατη μείωση της έκτασης του ενδιαιτήματός του λόγω των καλλιεργειών και των δρόμων παράλληλα με τη θάλασσα, ενώ προσφάτως κατασκευάσθηκε μαρίνα. Οι τουριστικές εγκαταστάσεις της περιοχής ευρίσκονται γενικώς μακριά από την ακτή, αλλά η συχνότητα των επισκεπτών πρέπει να είναι μεγάλη κατά τους θερινούς μήνες. Στην περιοχή ανατολικά της Ιεράπετρας, οι εγκαταστάσεις φθάνουν συχνά μέχρι την ακτή και οι επιπτώσεις των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων είναι έντονες. Η τουριστική ανάπτυξη στις περιοχές αυτές έχει ανοδική πορεία και η ενδεχόμενη αύξηση των υποδομών μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω μείωση της έκτασης των αμμοθινικών συστημάτων.</p><p>Με τα παραπάνω δεδομένα, η Silene ammophila subsp. ammophila χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN) υποείδος λόγω της περιορισμένης εξάπλωσης (περιοχή κατάληψης &lt;10 km2, εύρος εξάπλωσης &lt;5.000 km2) σε συνδυασμό με λιγότερες από 5 θέσεις και συνεχή υποβάθμιση του ενδιαιτήματος (κριτήρια B1a,b(iii)+2a,b(iii). Η επαπειλούμενη μείωση της έκτασης του ενδιαιτήματος θα καταστήσει το φυτό Κρισίμως Κινδυνεύον. Σημειώνεται ότι αν το μέγεθος κάθε υποπληθυσμού είναι μικρότερο από το ελάχιστο των 250-500 ατόμων το φυτό θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) λόγω κατάτμησης.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το καθεστώς προστασίας της Silene ammophila subsp. ammophila είναι κατοχυρωμένο από νομική άποψη, καθώς προστατεύεται από το ΠΔ 67/81. Οι θέσεις της στη Χρυσή και στον όρμο Κουρεμένου ευρίσκονται εντός των προστατευόμενων περιοχών ΦΥΣΗ 2000 (Κωδ. GR4320003 &amp; GR4320009 αντίστοιχα) και το ενδιαίτημά της είναι επίσης προστατευόμενο. Η παρακολούθηση και προστασία των αμμοθινικών οικοτόπων, η οποία μπορεί να επιτευχθεί στο πλαίσιο της διαχείρισης των περιοχών ΦΥΣΗ, αποτελούν άμεση προτεραιότητα για τη διατήρηση του φυτού. Στη Χρυσή απαιτείται εφαρμογή του υπάρχοντος διαχειριστικού σχεδίου και έλεγχος των διαφόρων δραστηριοτήτων. Στον όρμο Κουρεμένου απαιτείται ενημέρωση και συνεργασία με τους τοπικούς φορείς προκειμένου να επιτευχθεί η μη καταστροφική διαχείριση της ακτής (π.χ. καθαρισμός με μη μηχανικά μέσα, έλεγχος πρόσβασης επισκεπτών, απαγόρευση διέλευσης τροχοφόρων) και να αποφευχθεί η εγκατάσταση υποδομών στις θέσεις των αμμοθινικών οικότοπων. Τέλος, προτείνεται η παρακολούθησή του ή τουλάχιστον εκτίμηση του μεγέθους του πληθυσμού του και η αναζήτησή του στις αμμώδεις ακτές της περιοχής της Ιεράπετρας.</p><p>Ως προς την εκτός τόπου προστασία, αποτελεί προτεραιότητα η συλλογή και διατήρηση αναπαραγωγικού υλικού διαφόρων προελεύσεων σε Τράπεζα Σπερμάτων.</p><p>Πηνελόπη Δεληπέτρου, Κυριάκος Γεωργίου &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE92FE8598DE378AFA3EFA71	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE9FFE8098C7378AFA36F959.text	9E288790FE9FFE8098C7378AFA36F959.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Silene ammophila subsp. carpathae Chowdhuri	<div><p>Silene ammophila Boiss. &amp; Heldr. subsp. carpathae Chowdhuri</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Silene ammophila subsp. carpathae Chowdhuri in Notes Roy. Bot. Gard. Edinburgh 22: 278 (1957).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κάρπαθος] "Pigadia", 20 Apr. 1883, Pichler 115 (Ολότυπος: K. Ισότυποι: Fl, G).</p><p>Συνώνυμα: Pleconax ammophila (Boiss. &amp; Heldr.) Sourková subsp. carpathae (Chowdhuri) Sourková in Österr. Bot. Z. 119: 579 (1972).</p><p>Pleconax carpathae (Chowdhuri) Ikonn. in Novosti Sist. Vyss. Rast. 14: 78 (1977).</p><p>Περιγραφή: Μονοετές χνοώδες φυτό, ύψους μέχρι 15 cm, με πολλούς βλαστούς προβάλλοντες από ρόδακα, συνήθως ξηραινόμενο κατά την άνθιση. Κατώτατα φύλλα ±σπαθοειδή, σαρκώδη, στενούμενα στο μίσχο· φύλλα βλαστού παρόμοια, αλλά μικρότερα και επιφυή. Βράκτια ±ελλειψοειδή. Άνθη, σε ευθύγραμμους ποδίσκους μήκους 10-30 mm κατά την καρποφορία. Ταξιανθία χαλαρό μονοχάσιο, περιστασιακά με μία μόνη διακλάδωση διχάσιου στη βάση. Κάλυκας 7-9 mm, με έως 20 νεύρα, χνοώδης, κυλινδρικός κατά την άνθιση, κωδωνοειδής έως αντικωνοειδής χωρίς ανώτερη στένωση κατά την καρποφορία, μη διογκούμενος και λείος στη βάση, σχισμένος περίπου κατά το ένα τρίτο σε αμβλείς γλωσσοειδείς οδόντες με συνεχόμενο βλεφαριδωτό, μεμβρανώδες περιθώριο. Καρποφόριο 0,7-1,5 mm, συνήθως σχεδόν λείο. Όνυχας πετάλων συνήθως χνοώδης στη βάση, με στεφανιαία λέπια εμφανή, λευκά, σπαθοειδή, αμβλέα και με ακραίο τμήμα πετάλων ρόδινο, σφηνοειδές-ακρότμητο ελαφρώς αποστρογγυλωμένο με αβαθή εγκόλπωση. Κάψα 3-5 mm. Σπέρματα νεφροειδή-σφαιρικά, περίπου 0,8 mm, με λευκωπή, παχνώδη επικάλυψη, στιλπνά καστανέρυθρα στο κατώτερο τμήμα τους, με επίπεδη αυλάκωση στη ράχη και πλευρές με επάρματα, φέροντα ακτινωτή γράμμωση εξαιτίας των επιπέδων, επιμήκων και στενών κυττάρων του σπερματικού περιβλήματος.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 20 (Greuter &amp; Pirker 1997).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μεγάλης διάρκειας, με ασύγχρονη άνθιση από τον Απρίλιο έως το Μάιο ή και νωρίς τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Silene ammophila subsp. carpathae είναι ενδημική στο νησιωτικό σύμπλεγμα Κάσου-Καρπάθου. Συλλέχθηκε πρώτη φορά στον όρμο Πηγάδια στη Κάρπαθο το 1883 και η παρουσία της επιβεβαιώθηκε στην ίδια περιοχή το 2003 (S. Chilton 2008, προσωπ. επικοινωνία). Στην Κάρπαθο έχει επίσης ευρεθεί στο κεντρικό τμήμα, στους όρμους Πορτάλι και Άδεια, στο νότιο τμήμα στον όρμο Ακρωτηρίου (χάρτες σε: Turland &amp; al. 1993, Phitos 1995, Greuter &amp; Pirker 1997) και σε μία θέση στo βόρειο άκρο του νησιού (Greuter &amp; Pirker 1997). Όλες οι θέσεις στο κεντρικό και νότιο τμήμα επιβεβαιώθηκαν την περίοδο 1999-2004. Στη Κάσο το φυτό συλλέχθηκε σε μία θέση στις βορειοδυτικές ακτές του νησιού (Raus 1996, χάρτης Greuter &amp; Pirker 1997) και στη νησίδα Αρμάθια (Raus 1989), όπου η παρουσία του επιβεβαιώθηκε το 2000.</p><p>Χρησιμοποιώντας κάνναβο 0,5 km (δεδομένου ότι το φυτό περιορίζεται σε στενή αμμοθινική ζώνη), το συνολικό εύρος εξάπλωσης είναι 760 km2, ενώ η περιοχή που καταλαμβάνει ο πληθυσμός είναι 4 km2.</p><p>Βιότοπος: Το ενδιαίτημα της Silene ammophila subsp. carpathae είναι εξειδικευμένο: περιορίζεται σε αμμώδεις ή αμμοχαλικώδεις παράκτιες θέσεις, σε χαμηλές πρωτογενείς θίνες, σε θέσεις με χαλαρή άμμο στα διάκενα σταθεροποιημένων θινών ή σε επίπεδες οπισθοθινικές θέσεις. Συμμετέχει σε κοινότητες που χαρακτηρίζονται από αμμόφιλα είδη, όπως τα: Medicago marina, M. littoralis, Elymus farctus, Centaurea aegialophila, Pancratium maritimum, Cutandia maritime, Pseudorlaya pumila, από μη νιτρόφιλα, μικρού ύψους μονοετή, όπως τα: Echium arenarium, Hedypnois cretica . Σε ορισμένες περιστάσεις το ρόλο του σταθεροποιητή της άμμου παίζουν άλλα ανθεκτικά στην αλατότητα φυτά όπως τα Lotus cytisoides, Limonium spp., Convolvulus oleifolius . Στον όρμο Ακρωτηρίου το αμμοθινικό σύστημα έχει σημαντική έκταση και οι κοινότητες της Silene ammophila εμφανίζονται συχνά σε μωσαϊκά με τους θαμνώνες της Juniperus oxycedrus subsp. macrocarpa . Στους όρμους Άδειας και Πορτάλι, όπου η αμμώδης παραλία είναι στενή και οι αμμοθινικοί οικότοποι έχουν υποστεί κατάτμηση λόγω της κατασκευής δρόμων, οι κοινότητες χαρακτηρίζονται από τη συμμετοχή νιτροφίλων και υπονιτροφίλων ειδών, όπως τα Plantago lagopus, Rostraria cristata, Lolium rigidum, Catapodium rigidum, Cynodon dactylon, Senecio vulgaris, Senecio vernalis, Silene nocturna, ενώ παρατηρήθηκε διείσδυση του επιγενούς Oxalis pes-caprae .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Silene ammophila ανήκει στο υπογένος Conoimorpha, sectio Conoimorpha. Το τυπικό υποείδος εξαπλώνεται στη ΒΑ. Κρήτη και στη νησίδα Χρυσή.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Silene ammophila subsp. carpathae έχει 4 υποπληθυσμούς σε 5 θέσεις στην Κάρπαθο και 2 υποπληθυσμούς σε 2 θέσεις στην Κάσο. Η έκταση του ενδιαιτήματός της και στα δύο νησιά είναι εκ των πραγμάτων πολύ περιορισμένη, καθώς λόγω της γεωμορφολογίας οι αμμώδεις ακτές είναι λίγες και ως επί το πλείστον στενές.</p><p>Το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού δεν είναι γνωστό, αλλά εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 2.000-4.000 ατόμων. Ο υποπληθυσμός στους όρμους Άδειας (1.200 άτομα, εκτίμηση το 2004) και Πορτάλι (100-200 άτομα, εκτίμηση το 1999) είναι ο μεγαλύτερος που έχει παρατηρηθεί. Στον όρμο Ακρωτηρίου μετρήθηκαν 300 άτομα (2004), ενώ στον όρμο Πηγάδια παρατηρήθηκε μία μικρή αποικία 10-15 ατόμων (S. Chilton 2008, προσωπ. επικοινωνία), αλλά δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλες αποικίες. Ο υποπληθυσμός στα Αρμάθια δεν υπερβαίνει τα 100 άτομα (εκτίμηση το 2000). Δεν υπάρχουν δεδομένα για τους υπόλοιπους υποπληθυσμούς.</p><p>Η Silene ammophila subsp. carpathae είναι ψαμμόφιλο φυτό, χωρίς όμως την ικανότητα να σταθεροποιεί την άμμο. Στην ίδια αποικία, ακόμη και στο ίδιο φυτό η άνθιση, η καρποφορία και η διασπορά είναι ασύγχρονες. Η ωρίμανση του καρπού και η διάρρηξη της κάψας ολοκληρώνονται γρήγορα, ενώ η εμβέλεια της διασποράς των σπερμάτων είναι μικρή. Δεν αποκλείεται περιστασιακή μεταφορά των σπερμάτων με τον αέρα ή τα κύματα. Τα σπέρματα δεν είναι ληθαργικά και η φύτρωσή τους είναι ταχεία με το μέγιστο στους 15ª και 20ª, ενώ αναστέλλεται από το λευκό φως (Σκούρτη 2008).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η κύρια απειλή που αντιμετωπίζει η Silene ammophila subsp. carpathae είναι η μείωση της έκτασης και η υποβάθμιση της ποιότητας του ήδη περιορισμένου ενδιαιτήματός της. Στον όρμο Πορτάλι και στα Πηγάδια οι αναπτυξιακές δραστηριότητες είναι ήδη έντονες, ενώ στον όρμο Άδειας έχουν ανοδική πορεία. Η κατασκευή τουριστικών υποδομών και η μεγάλη συχνότητα επισκεπτών στις περιοχές αυτές έχουν ήδη προκαλέσει κατάτμηση των αμμοθινικών συστημάτων και υποβάθμιση της δομής των αμμοθινών και ενδεχομένως μείωση του πληθυσμού του φυτού. Η μικροσκοπική αποικία στα Πηγάδια που το 2003 ευρισκόταν σε μη διαταραγμένες αμμοθίνες, σήμερα ευρίσκεται σε υπό αξιοποίηση οικόπεδο. Οι θέσεις στον όρμο Ακρωτηρίου, στη βόρεια Κάρπαθο και στην Κάσο είναι αρκετά απομονωμένες και δεν αναμένεται έντονη ανάπτυξη στο άμεσο μέλλον. Ειδικά στον όρμο Ακρωτηρίου η ακτή προστατεύται λόγω του παρακείμενου στρατιωτικού αεροδρομίου. Στα Αρμάθια, η μοναδική αμμώδης παραλία δέχεται συχνά επισκέπτες το καλοκαίρι και ενδεχομένως προκαλείται υποβάθμιση των αμμοθινικών οικοτόπων.</p><p>Με αυτά τα δεδομένα, το υποείδος Silene ammophila subsp. carpathae χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), λόγω της περιορισμένης εξάπλωσης (περιοχή κατάληψης &lt;10 km2, εύρος εξάπλωσης &lt;5.000 km2) σε συνδυασμό με λιγότερες από 10 θέσεις και συνεχή υποβάθμιση του ενδιαιτήματος (πληρούνται τα κριτήρια B1a,b(iii)+2a,b(iii), D2).</p><p>Μέτρα προστασίας: Το καθεστώς προστασίας της Silene ammophila subsp. carpathae είναι κατοχυρωμένο από νομική άποψη, καθώς προστατεύεται από το ΠΔ 67/81. Οι θέσεις της στην Κάσο, καθώς και οι θέσεις στη Β. Κάρπαθο και στους όρμους Πορτάλι και Άδεια ευρίσκονται εντός προστατευόμενων περιοχών ΦΥΣΗ 2000 και το ενδιαίτημά της είναι επίσης προστατευόμενο. Η παρακολούθηση και προστασία των αμμοθινικών οικότοπων, η οποία μπορεί να επιτευχθεί στο πλαίσιο της διαχείρισης των περιοχών ΦΥΣΗ 2000, αποτελούν άμεση προτεραιότητα για τη διατήρηση του φυτού. Απαιτείται ενημέρωση των τοπικών αρχών για την παρουσία του τοπικού ενδημικού φυτού ώστε να αποφευχθεί η καταστροφική διαχείριση των ακτών. Επίσης, η σήμανση των θέσεων του φυτού με ταυτόχρονη ενημέρωση και επιμόρφωση του κοινού θα μπορούσε να έχει καλά αποτελέσματα στο πλαίσιο ανάπτυξης του οικοτουρισμού, ο οποίος ευρίσκει, εν γένει, πρόσφορο έδαφος στην Κάρπαθο.</p><p>Ως προς την εκτός τόπου προστασία, προτείνεται η συλλογή και διατήρηση αναπαραγωγικού υλικού διαφόρων προελεύσεων σε Τράπεζα Σπερμάτων. Η προσπάθεια καλλιέργειας στο Βοτανικό Κήπο του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων υπήρξε επιτυχής.</p><p>Πηνελόπη Δεληπέτρου, Κυριάκος Γεωργίου &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE9FFE8098C7378AFA36F959	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE98FE8298DE378AFA36FC93.text	9E288790FE98FE8298DE378AFA36FC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Silene cephallenia subsp. cephallenia Heldr.	<div><p>Silene cephallenia Heldr. subsp. cephallenia</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Sillene cephallenia Heldr. Fl. Céphalonie: 26 (1883) subsp. cephallenia .</p><p>Τύπος: [Ελλάς (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Κεφαλληνία] "in faucibus pr. Poros", 8 Aug. 1872, Heldreich 2144 (Ολότυπος: G- BOIS. Ισότυπος: WU- Hal).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, με ξυλώδη, διακλαδισμένη βάση. Βλαστοί όρθιοι, ύψους 20-40 cm. Φύλλα και κατώτερα μεσογονάτια διαστήματα μετρίως χνοώδη. Φύλλα ρόδακα και τα κατώτερα του βλαστού βαθυπράσινα έως πράσινα, πλάτους 2-6(-8) mm, αντιλογχοειδήσπατουλοειδή, επίπεδα. Σωλήνας του κάλυκα χνοώδης εντός της βάσης. Καρποφόριο 4-6 mm, πυκνά χνοώδες, εκτός της κορυφής. Πέταλα ωχρόλευκα, λεία στη βάση. Kάψαάψα 5-6 mm,, ημισφαιρική, περίπου ίση με το καρποφόκαρποφό-- ριο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (DamboldtDamboldt &amp; PhiPhi-- tos 1970).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος και Ιούλιος, συχνά μέχρι και αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε συνυπάρχουν άνθη και κάψες με σπέρματα σε διαφορετικά στάδια ωριμότητας.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Γνωστό μόνο από τον locus classicus, ένα φαράγγι στην είσοδο του Πόρου (A. A.. ΚεφαΚεφα-- λονιά). Μία καταγραφή από τη νήσο της Λευκάδας (Hof-Hofmann 1968: 236) πιθανότατα ανήκει στην Silene cephallenia subsp epirotica Meltzh. (Meltzheimer 1977, Φοίτος &amp; Damboldt 1985), ωστόσο αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί, διότι το δείγμα έχει χαθεί.</p><p>Βιότοπος: Χαρακτηριστικό χασμοφυτικό είδος, το οποίο εμφανίζεται αποκλειστικώς σε δύο απότομες βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές με κατακόρυφη κλίση, οι οποίες αποτελούν ένα μικρό φυσικό φαράγγι, ενδιάμεσα των οποίων διέρχεται ένας κεντρικός δρόμος του νησιού και μικρός ποταμός. Ο ένας βράχος έχει ΝΑ. έκθεση, όπου ευρίσκονται και τα περισσότερα άτομα, ενώ ο άλλος έχει ΒΔ. έκθεση και ύψος 20-50 m. Συνεμφανίζεται με τα taxa: Stachys ionica, Putoria calabrica, Micromeria juliana, Campanula versicolor, Ephedra campylopoda, Ptilostemon chamaepeuce, Galium sp. κ.ά. Η εμφάνιση των φυτών και στους δύο πλευρές ξεκινάει από τις βάσεις των βράχων και εκτείνεται έως τις κορυφές τους.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Silene cephallenia, εκτός από το τυπικό υποείδος, περιλαμβάνει επίσης και το subsp. epirotica Meltzh.,., το οποίο εξαπλώνεται από την Αιτωλoα-oα-ακαρνανία (κοντά στον Μύτικα) έως το φαράγγι του Βίκου στην Ήπειρο και φθάνει μέχρι την Ν. Αλβανία. Τα δύο υποείδη της S. cephallenia αποτελούν νεοσχιζοενδημικά taxa, έχουν δηλαδή σχετικώς πρόσφατη προέλευση.</p><p>Η Silene cephallenia subsp. cephallenia είναι συγγενής της S. congesta Sm., ενδημική της Ελλάδας, από την οποία διαφέρει στην μορφή των φύλλων, στους αδενώδεις-χνοώδεις ποδίσκους, τα ανώτερα βράκτια, στο μήκος του καρποφορίου κ.λπ. (Melzheimer 1997, 1980, Damboldt &amp; Phitos 1970, Greuter 1997).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνον ένας πληθυσμός είναι γνωστός, αυτός του στενού του Πόρου. Στην πλευρά ΒΔ. έκθεσης του φαραγγιού μετρήθηκαν τον Σεπτέμβρη του 2007 20 άτομα, και στην ΝΑ. έκθεσης 90 άτομα. Η διαφορά αυτή στον αριθμό των ατόμων στις δύο πλευρές του φαραγγιού πιθανότατα συνδέεται τόσο με το μέγεθος της βραχώδους επιφάνειας (η πλευρά ΝΑ. έκθεσης έχει μεγαλύτερη επιφάνεια), αλλά και στην διαφορά του μικροκλίματος των δύο πλευρών (η πλευρά ΝΑ. έκθεσης είναι περισσότερο ηλιόλουστη και κατά συνέπεια θερμότερη κ.λπ.).</p><p>Ο αριθμός των ωρίμων ατόμων της S. cephallenia subsp. cephallenia ανέρχεται περίπου στο 60% του συνόλου των ατόμων, ενώ τα σπέρματά τους δεν ωριμάζουν όλα κατά την ίδια χρονική περίοδο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το μικρό φαράγγι του Πόρου, όπου έχουμε την μοναδική εμφάνιση της Silene cephallenia subsp. cephallenia, βρίσκεται σε μία πολύ τουριστική περιοχή, έξω από το λιμάνι του Πόρου, απ' όπου διέρχεται ο δρόμος που οδηγεί στην ενδοχώρα του νησιού. Επίσης, το φυτό εμφανίζεται και στα χαμηλά μέρη των βράχων, όπου υπάρχει άμεση πρόσβαση από τους ανθρώπους και επιπλέον δίπλα στον έναν από τους δύο βράχους υπάρχει διαπλάτυνση του δρόμου για τη στάθμευση των αυτοκινήτων.</p><p>Προτείνεται το υποείδος Silene cephallenia subsp. cephallenia να χαρακτηρισθεί ως Κινδυνεύον (ΕΝ) διότι πληροί το κριτήριο D της IUCN (2001). Το γεγονός ότι εμφανίζεεμφανίζε-- ται σε μία μοναδική περιοχή, το εκτιμώμενο μέγεθος του πληθυσμού που είναι μικρότερο από 250 άτομα, η περιοχή εμφάνισής του που είναι μικρότερη από 10 km2 και κυρίως οι ισχυρές πιέσεις που δέχεται το taxon,, εξαιτίας της γειτνίγειτνί-- ασης με τον κύριο οδικό άξονα της Κεφαλονιάς, καθιστούν υψηλή την πιθανότητα να ικανοποιούνται στο εγγύς μέλλον κριτήρια με τα οποία θα μπορούσε να καταταγεί στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας. Ο πληθυσμός θα πρέπει να παρακολουθείται κάθε έτος για να διαπιστωθεί αν υπάρχει μείωση στον αριθμό των ατόμων του. Εάν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο ίσως χρειασθεί να γίνει επανεισαγωγή νεαρών φυτών στον βιότοπο. Στην περίπτωση αυτή απαιτούνται καλλιεργημένα φυτά, τα οποία θα προκύψουν από τη φύτρωση σπερμάτων που έχουν συλλεχθεί από τον φυσικό πληθυσμό. Αυτό απαιτεί τη μελέτη της οικολογίας της αναπαραγωγής του υποείδους, τη μελέτη της βιολογίας του, καθώς και την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των σπερμάτων του. Άλλα ενδιαφέροντα θέματα μελέτης είναι η ανάλυση βιωσιμότητας του πληθυσμού (PVA) PVA)),, ο καθορικαθορι-- σμός του ελαχίστου αριθμού των ατόμων που αποτρέπει την εξαφάνιση του υποείδους, καθώς και η πιθανότητα αλληλεπίδρασης με τον πληθυσμό του ανταγωνιστικού Stachys ionica .</p><p>Επιπλέον, χρειάζεται να εξετασθεί το ενδεχόμενο δημιουργίας στην Κεφαλονιά ενός Δίκτυου μικροαποθεμάτων, στα οποία θα περιλαμβάνονται περιοχές, όπως το φαράγγι του Πόρου, οι κορυφές του όρους Αίνου και άλλες περιοχές της νήσου, οι οποίες φιλοξενούν ενδημικά, σπάνια και κινδυνεύοντα είδη, ώστε να τύχουν αποτελεσματικής προστασίας.</p><p>Βασιλική Καραγιάννη, Γεωργία Καμάρη &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE98FE8298DE378AFA36FC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE9AFE9C98DE378AFA36FC20.text	9E288790FE9AFE9C98DE378AFA36FC20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Silene flavescens subsp. dictaea (Rech. f.) Greuter	<div><p>Silene flavescens Waldst. &amp; Kit. subsp. dictaea (Rech. f.) Greuter</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Silene flavescens Waldst. &amp; Kit. subsp. dictaea (Rech. f.) Greuter in Willdenowia 25: 126 (1995).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Zwischen Kalkfelsen am Rand einer kleinen lehmigen Mulde südöstlich vom Gipfel Aphendi Christos [όμως στην πραγματικότητα το όρος Σπαθί]] oberhalb des HirtenlagHirtenlag-- ers Asphendami, zirka 1900 m", 13 Jul. 1942, Rechinger 14355 (Ολότυπος: W. Ισότυπος: BM).</p><p>Συνώνυμα: Silene dictaea Rech. f. in Anz. Akad. Wiss. Wien, Math.-Naturwiss. Kl. 80(12): 57 (1943).</p><p>S. thessalonica subsp. dictaea (Rech. f.) Melzh. in Bot. Jahrb. Syst. 98: 45 (1977).</p><p>Περιγραφή: Νανώδες πολυετές είδος, σχηματίζον συστάδες, με αραιώς διακλαδισμένη βάση βλαστών, φέρον μη ανθοφόρα στελέχη κατά την άνθιση. Ανθοφόροι βλαστοί απλοί, ανορθούμενοι έως όρθιοι, λεπτοφυείς, μήκους 5-20 cm, με πυκνό βραχύ τρίχωμα στο κατώτερο τμήμα τους και σχεδόν κολλώδεις στο ανώτερο τμήμα τους. Φύλλα βάσης σε μορφή ρόδακα, με βραχύ μίσχο, σπατουλοειδή, διαστάσεων 8-20 x 2-4 mm, με γλαυκό τρίχωμα. Φύλλα βλαστού σε 3-5 ζεύγη, ωοειδή έως γραμμοειδή, μικρότερα και αραιότερα στο άνω τμήμα του βλαστού. Ταξιανθία με 1-2 άνθη. Άνθη με πέταλα εκπτυσσόμενα κατά τη διάρκεια της ημέρας.. Κάλυκας κυλινδρικός έως ελαφρώς ροπαλοειδής, μήκους 8-11 mm, με καστανοπράσινες νευρώσεις και αδενώδη τρίχωση. Ανθοφόριο μήκους 1-2 mm, σχεδόν τριχωτό. Όνυχας πετάλου (4-)5-8 mm, λοβός πρασινωπόςκίτρινος στην άνω επιφάνεια, καστανοπράσινη στην κάτω επιφάνεια, μήκους (3-) 4-5 mm,, διαιρεμένη για περισσόπερισσό-- τερο από το 1/4 του μήκους του, λέπια στεφάνης μικρά ή υποτυπώδη.Κάψα κυλινδρική έως στενώς ωοειδής, μήκους (5-)6-7(-8,5) mm,, ελαφρώς μακρύτερη του κάλυκα. ΣπέρΣπέρ-- ματα καστανά, νεφροειδή, μήκους 0,9-1,1 mm, με σχεδόν επίπεδες πλευρές και με αμυδρά φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Η άνθιση πραγματοποιείται από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο, η καρποφορία από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό, ενδημικό υποείδος της οροσειράς της Δίκτης, στην Α. Κρήτη.</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικοί κρημνοί, ρωγμές βράχων ή ανάμεσα σε βράχους, φυτοκοινότητες νανωδών θάμνων, σε υψόμετρο 1.400-2.100 m ή σπανίως λίγο χαμηλότερα. Ανάμεσα στα συνοδά είδη μπορεί να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα (* = ενδημικό της Κρήτης): * Asperula idaea, Astragalus angustifolius, Berberis cretica, Daphne oleoides, Euphorbia acanthothamnos, Rhamnus saxatilis subsp. prunifolia, * Scutellaria hirta και Thymbra capitata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Silene flavescens subsp. dictaea εμφανίζει κάποια φαινομενική ομοιότητα με την S. antrijovis Greuter &amp; Burdet ( S. fruticulosa Sieber ex Otth, non M. Bieb.), η οποία είναι ενδημική στα όρη της Κ. και Α. Κρήτης (περιλαμβανομένης της Δίκτης) και αρκετά συχνή. Η S. flavescens subsp. dictaea έχει τριχωτό κάλυκα και πολύ βραχύ (1-2 mm), καθώς και σχεδόν τριχωτό ανθοφόριο, ενώ η S. antri-jovis έχει άτριχο κάλυκα και μακρύτερο (4-7 mm) λείο ανθοφόριο. Ένα άλλο παρεμφερές, μη ενδημικό υποείδος είναι η S. multicaulis Guss. subsp. multicaulis, η οποία στην Κρήτη εμφανίζεται μόνο στο όρος Δίκτη, σε ανάλογους βιοτόπους και στο ίδιο υψομετρικό εύρος με την S. flavescens subsp. dictaea . Η S. multicaulis διαφέρει από τα άλλα δύο taxa στο ότι έχει λίγα μη ανθοφόρα στελέχη ή κανένα, στην περίοδο της άνθισης, ενώ από την S. flavescens subsp. dictaea στο ότι συνήθως έχει μακρύτερο, λείο ή τραχύ κάλυκα (10-18 mm, αντί των 8-11 mm), καθώς και μακρύτερο ανθοφόριο (5-10 mm). Τα δεδομένα έχουν ληφθεί από τον Greuter (1997), ο οποίος υπέδειξε ότι η S. flavescens subsp. dictaea είναι αμφίβολα διακριτή από την S. flavescens subsp. thessalonica (Boiss. &amp; Heldr.) Nyman, η οποία εξαπλώνεται κυρίως στην ΒΑ. Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες στα βόρεια σύνορά της.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον 7 υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από τον ορεινόν όγκο της Δίκτης. Ο συγγραφέας του άρθρου έχει δει μόνο έναν υποπληθυσμό, στον οποίο παρατηρήθηκε μόλις ένα ενήλικο φυτό. Το μέγεθος του συνολικού πληθυσμού είναι αρκετά πιθανό να είναι μικρότερο των 1.000 ενήλικων ατόμων. Η περιοχή εξάπλωσης του taxon είναι περίπου 100 km2 αλλά η περιοχή που καταλαμβάνεται από τα φυτά μπορεί να είναι μόνο 7 km2. Δεν υπάρχουν ενδείξεις οποιασδήποτε συνεχιζόμενης μείωσης των ατόμων ή ακραίων μεταβολών στον αριθμό των ενηλίκων φυτών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο taxon κινδυνεύει, κυρίως, εξαιτίας της υπερβόσκησης από τα αιγοπρόβατα, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται όλο το καλοκαίρι στη Δίκτη, πάνω από το δασικό όριο. Aν και τα φυτά συχνά μεγαλώνουν σε ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων, αυτοί δεν είναι πάντοτε απρόσιτοι στα αιγοπρόβατα. Η σπανιότητα του υποείδους, καθώς και ο κίνδυνος της υπερσυλλογής του από βοτανικούς και κηπουρούς, μπορεί να οδηγήσουν στην ενδεχόμενη εξαφάνισή του. Επιπλέον, σε πολύ μικρούς υποπληθυσμούς, όπου ο αριθμός των ατόμων έχει ελαττωθεί κάτω από ένα κρίσιμο όριο, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εξαφάνισης από απρόσμενες περιβαλλοντικές καταστροφές ή από αναπαραγωγική κατάρρευση εξαιτίας της έλλειψης γενετικής ποικιλότητας. Η κατηγορία των Τρωτών (VU) της IUCN (2001) προτείνεται για το taxon, αφού πληρούνται τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μία λεπτομερής μελέτη των καταλλήλων βιοτόπων στη Δίκτη, σε μία προσπάθεια ανεύρεσης επιπροσθέτων υποπληθυσμών. Χρειάζονται επίσης δεδομένα σχετικά με την οικολογία του taxon καθώς και σχετικά με τον αριθμό των ενηενη-- λίκων ατόμων. Ένας από τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να περιφραχθεί, ώστε να αποκλεισθούν τα βόσκοντα ζώα και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή έξω από την περίφραξη ως μάρτυρα. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα περίφραξης περισσοτέρων περιοχών, με την κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γης, των τοπικών κτηνοτρόφων και χωρικών. Η συλλογή σε όλους τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα πρέπει να συλλεχθεί (αν μία τέτοια ενέργεια δεν προκαλεί κίνδυνο) ώστε να καλλιεργηθούν φυτά που θα αποτελέσουν ex situ υποπληθυσμούς, από τους οποίους θα αποκτηθεί περισσότερο πολλαπλασιαστικό υλικό που θα αναπαραχθεί, θα διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους και θα τοποθετηθούν σπέρματα σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την επιλογή της επαναεισαγωγής στο μέλλον ή την διεξαγωγή πειραμάτων ενίσχυσης των πληθυσμών, σε περίπτωση που οι αυτοφυείς υποπληθυσμοί ελαττωθούν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE9AFE9C98DE378AFA36FC20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE84FE9F98DE367CFA3EFEA0.text	9E288790FE84FE9F98DE367CFA3EFEA0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Silene holzmannii Boiss.	<div><p>Silene holzmannii Boiss.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Silene holzmannii Boiss., Fl. Orient. Suppl.: 91 (1888).</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Αττικής] "in Pharmakousarum scopulo 'Arpedoni', in freto Salaminio", 6 Mai. 1877, Heldreich &amp; Holzmann, Heldreich 81 (Ολότυ-Ολότυπος: G-BOIS. Ισότυποι: Β, ΒRNM, C, FI, G, K, PR, PRC, W, WU, WU-Hal.).</p><p>Περιγραφή: Μονοετές, λείο, γλαυκοπράσινο φυτό, συνήθως με 1 βλαστό ύψους 10-50(-100) cm. Κατώτερα φύλλα λογχοειδή-σπαθοειδή, ανώτερα φύλλα βλαστού επιφυή, λογχοειδή ως ωοειδή. Ταξιανθία χαλαρό διχάσιο, όχι κολλώδες. Άνθη με ημερήσιο ρυθμό (εκπτύσσονται το βράδυ), ερμαφρόδιτα, όρθια. Ποδίσκοι ευθύγραμμοι, παχυμένοι κατά την καρποφορία. Κάλυκας 10-15 mm, με 5 οδοντοειδείς απολήξεις, με κύρια νεύρα αναστομούμενα, παπυροειδής, μόλις ομφαλοειδής στη βάση, ευρύτερος στο κέντρο, διογκωμένος κατά την άνθιση. Ανθοφόρος λείος, 1,5-2 mm.. Στεφάνη με 5 πέταλα με όνυχα ισομήισομή-- κη του κάλυκα, με ελαχιστοποιημένα ή χωρίς στεφανιαία λέπια, με ακραίο τμήμα πετάλων 3-4 mm,, μήκους μεγαμεγα-- λύτερου του πλάτους, πορφυρό-ρόδινο, σχισμένο κατά ελάχιστα περισσότερο από το ήμισυ σε δύο στενούς γραμμοειδείς λοβούς. Νήματα λεία. Κάψα ωοειδής-σφαιρική, η οποία ωριμάζει αργά το καλοκαίρι, αλλά ανοίγει το χειμώνα. Στύλοι πρόσκαιροι, αποσκληρυμένοι. Σπέρματα νεφροειδή, περίπου 1,5 mm και βάρους περίπου 0,2 mg, πεπλατυσμένα, τεφρά-μαύρα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Runemark 1996).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μικρής διάρκειας, τον Απρίλιο ή Μάιο, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Silene holzmannii είναι ενδημική στις νησίδες του Κ., Ν. και Α. Αιγαίου. Έχει μέχρι σήμερα βρεθεί σε 31 νησίδες, οι περισσότερες μικρές, μεταξύ 0,15-10 ha και μόνο σε δύο μεγαλύτερες, την ΑσταΑστα-- κίδα και το Μεγάλο Σοφράνο. Ανακαλύφθηκε το 1877 στη νησίδα του Σαρωνικού Αρπηδόνη από τους Heldreich και Holzmann, όπου βρέθηκε πάλι να κυριαρχεί στη βλάστηση του νησιού το 1991 (Βαλλιανάτου 2005). Στο Σαρωνικό απαντά, επίσης, στις νησίδες Μολάθι, Ποθητό, Μαρκέλλου ανατολική (Runemark 1996), Περιστέρια ανατολικό και δυτικό (Βαλλιανάτου 2005), ενώ έχει βρεθεί και νότια της Ύδρας στη νησίδα Δισάκια (RunemarkRunemark 1996). Στην πεπε-- ριοχή της Κρήτης έχει βρεθεί στις νησίδες της Καρπάθου Στόματα νότιο, Γλαρονήσι (HönerHönerönerner &amp; Greuter 1988), νησίνησί-- δα Προνίου και Πρασονήσι (Höner &amp; Greuter 1988), στη Στρογγυλή βόρεια της Κάσου (Raus 1989) και στη νησίδα του όρμου του Βάι, η οποία είναι το νοτιότερο όριο της εξάπλωσής της (GreuterGreuter 1973). Στις Κυκλάδες συλλέχθησυλλέχθη-- κε (Runemark 1996) στις νησίδες της Πάρου Φόνισσες βόρεια, Τουρλίτες μικρή και Αγίου Σπυρίδωνος νότια, στη νησίδα Δελφίνι της Σύρου και Πρασονήσι της Πάρου και επίσης στις νησίδες Αδέλφια, βόρειο και νότιο της Φολεγάνδρου (RunemarkRunemark 1969). Στο τόξο των απομακρυαπομακρυ-- σμένων νησίδων του Ν. Αιγαίου έχει βρεθεί στις νησίδες Καραβονήσια και Μικρό Σοφράνο (RechingerRechinger 1943), ΣοΣο-- φράνο (Runemark 1996), Αυγό και Αστακίδα (Runemark 1969) και στη νησίδα Στεφανιά στο σύμπλεγμα Τρία Νησιά (RunemarkRunemark 1996). Στο Α. Αιγαίο έχει βρεθεί στις νησίνησί-- δες μεταξύ Λειψών και Λέρου Μικρή Τρυπητή και Μικρό Καλαπόδι (Πανίτσα 1997) και Μεγάλο Καλαπόδι, Ψώμος (RunemarkRunemark 1996) και στο βορειότερο άκρο της εξάπλωεξάπλω-- σής της τη νησίδα Πλάκα στους Φούρνους (Γιαννίτσαρος &amp; al. 2000).</p><p>Χρησιμοποιώντας κάνναβο 1 km, το συνολικό εύρος εξάπλωσης του είδους είναι 62.300 km2 ενώ η περιοχή που καταλαμβάνει ο πληθυσμός 36 km2. Η πραγματική έκταση των πληθυσμών είναι πολύ μικρότερη καθώς η έκταση όλων των νησίδων είναι περίπου 3 km2 και αν εξαιρεθούν οι δύο μεγαλύτερες, στις οποίες το φυτό δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στην παράκτια ζώνη, όλες οι άλλες φθάνουν μόλις τα 0,7 km2. Ωστόσο, λόγω της ικανότητάς του για μεγάλης εμβέλειας διασπορά μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ζωτικός χώρος του φυτού είναι ευρύτερος της έκτασης των νησίδων.</p><p>Βιότοπος: Το ενδιαίτημα της Silene holzmannii είναι εξειδικευμένο: απαντά αποκλειστικά στη λεγόμενη επιπαράλια ζώνη των μικρών νησίδων, σε θέσεις που δεν υφίστανται τις ακραίες συνθήκες της παραλιακής ζώνης από πλευράς επίδρασης του θαλασσινού νερού, αλλά οπωσδήποτε δέχονται έντονη ή έστω και περιστασιακή επίδραση του ψεκασμού. Το υπόστρωμα είναι ασβεστολιθικό (σπάνια σχιστολιθικό), πετρώδες ή βραχώδες (κάλυψη λίθων-βράχων 50-90 %) αλλά υπάρχει πάντα έστω λεπτός εδαφικός ορίζοντας ή έδαφος που συσσωρεύεται ανάμεσα στα βράχια.</p><p>Αναπτύσσεται στον ιδιαίτερο τύπο βλάστησης των "λιβαδιών" της επιπαράλιας ζώνης, όπου συχνά σχηματίζει κοινότητες με άλλα ενδημικά είδη νησίδων, όπως τα Anthemis ammanthus και Anthemis scopulorum και την αλοφυτική Salsola carpatha . Οι κοινότητες αυτές χαρακτηρίζονται από τη συμμετοχή ειδών των παράκτιων βράχων όπως τα Limonium frederici, Limonium narbonense, Silene sedoides, Frankenia hirsuta, Elymus rechingeri, Lotus cytisoides, Malcolmia flexuosa και άλλων ειδών ανθεκτικών στην αλατότητα και στην ξηρασία και ειδών που απαντούν τυπικά στις νησίδες όπως τα Scorzonera cretica, Convolvulus oleifolius, Taraxacum cf. megalorrhizon, Lavatera arborea, Trigonella balansae . Σπανίως, η Silene holzmannii παρεισφρείει με λίγα άτομα στην εσωτερική ζώνη των νησίδων όπου αναπτύσσονται θαμνώνες ή στις πολύ εκτεθειμένες θέσεις των αλοχασμοφυτικών κοινοτήτων.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Silene holzmannii ανήκει στη secsec-- tio Behenantha και το περισσότερο συγγενές της είδος είναι η ευρέως εξαπλωμένη Silene behen L. .,, η οποία διδι-- αφέρει ως προς το ότι έχει κάψα με έμμονο στύλο, διαρρηγνυόμενη μετά την ωρίμανση, κάλυκα ελαφρώς ομφαλοειδή στη βάση και άνθη λευκά ως ελαφρώς ρόδινα, με ακραίο τμήμα πλατύτερο, σχισμένο σε ημισφαιροειδείς λοβούς.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Silene holzmannii έχει παρατηρηθεί σε κυμαινόμενης έκτασης και αριθμού ατόμων αποικίες, από μικρές συγκεντρώσεις ατόμων σε μία θέση της νησίδας ως πολυπληθείς ομάδες σε όλη την έκτασή της. Το μέγεθος του πληθυσμού της παρουσιάζει μεγάλες ετήσιες διακυμάνσεις, οι οποίες ενδεχομένως επηρεάζονται από τις μετεωρολογικές μεταβολές, αλλά και από ανθρωπογενείς παράγοντες. Χαρακτηριστικά, στη νησίδα Στόματα, η οποία δεν υφίσταται ανθρωπογενείς επεμβάσεις, ο υποπληθυσμός της αυξήθηκε από μόλις 5 άτομα σε περίπου 300 μεταξύ 1983-1986 για να εκτοξευτεί στα 2.200 άτομα το 1987, μια χρονιά με ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες (Ηöner &amp; Greuter 1988). Αργότερα, το 1998 αριθμούσε λιγότερα από 100 άτομα, το 2000 ξεπερνούσε τα 500 άτομα και το 2004, οπότε οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς, δεν παρατηρήθηκε κανένα φυτό. Ανάλογες διακυμάνσεις έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες νησίδες, σε ορισμένες περιπτώσεις οφειλόμενες στην επίδραση καταναλωτών (Höner &amp; Greuter 1988, Βαλλιανάτου 2005, Panitsa &amp; Tzanoudakis 2001). Το συνολικό μέγεμέγε-- θος του πληθυσμού της δεν είναι δυνατό να υπολογιστεί, τόσο λόγω των διακυμάνσεων όσο και λόγω του ότι σε πολλές από τις νησίδες παρατηρήθηκε μία και μοναδική φορά και/ή δεν έχουν γίνει μετρήσεις. Εκτιμάται ότι απαντά σε 28 θέσεις (κατά IUCN) με 20 υποπληθυσμούς.</p><p>Η Silene holzmannii έχει αναπτύξει προσαρμογές, οι οποίες την καθιστούν ικανή να εποικίζει νησίδες και να διατηρεί δυναμική ισορροπία του πληθυσμού της σε αυτό το βιότοπο. Χωρίς να είναι τυπικό αλόφυτο, είναι ανθεκτική στην αλατότητα και στις δυσμενείς συνθήκες από άποψη υγρασίας και θρεπτικών. Οι βραδύχωρες κάψες έχουν μηχανισμούς επίπλευσης στο θαλασσινό νερό και η φυτρωτικότητα των σπερμάτων δεν μειώνεται δραστικά από το αλατόνερο (Greuter 1972, 1995), ενώ μπορεί να μεταφέρονται από νησί σε νησί ακόμη και τμήματα ξηρών φυτών (Βαλλιανάτου 1995) που παρασύρονται από τον αέρα και τα κύματα. Τα σπέρματά της δεν είναι ληθαργικά και φυτρώνουν σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών (Ε. Ιωαννίδου προσωπ. επικοινωνία) και καθώς μεταφέρονται πολλά σπέρματα σε μία κάψα (συναπτοσπερμία) αυξάνεται ο δυνατός αριθμός των ατόμων που μπορεί να εποικίσουν μία νέα θέση. Τα ξηρά φυτά στέκονται όρθια για πολλούς μήνες ακόμα και μέχρι την επόμενη περίοδο ανθοφορίας, ενίοτε διατηρώντας σημαντικό αριθμό σπερμάτων μέσα στις κάψες. Παρά τις εποικιστικές ικανότητες, η S. holzmannii φαίνεται ότι είναι ανίκανη να αναπτυχθεί στις παράκτιες θέσεις, ενώ έχει εξίσου χαμηλά επίπεδα ανταγωνισμού στα μεγάλα νησιά ή στην ηπειρωτική χώρα αφού δεν έχει βρεθεί ποτέ εκεί, ακόμα και όταν αναπτύσσεται σε νησίδες που απέχουν λιγότερο των 100 m από την ξηρά. Ωστόσο, φαίνεται ότι ουσιαστικά επιτυγχάνει τη διατήρηση ισορροπίας στις θέσεις εξάπλωσης και ίσως και στο μέγεθος του πληθυσμού της (Höner &amp; Greuter 1988) ξεπερνώντας ή εξισορροπώντας τον κίνδυνο τυχαίας εξαφάνισης που αντιμετωπίζουν οι μικροί πληθυσμοί των νησίδων (Runemark 1969).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η κύρια απειλή που αντιμετωπίζει η Silene holzmannii είναι η κατανάλωση από θηρευτές, είτε αιγοπρόβατα που μεταφέρονται για βόσκηση στις νησίδες είτε κουνέλια που εισάγονται για θήρα είτε είδη που εισάγονται τυχαία από τα σκάφη που προσαράζουν, όπως οι αρουραίοι. Παρά το δυσπρόσιτο του ενδιαιτήματος, η βόσκηση αποτελεί μόνιμο παράγοντα υποβάθμισης της ποιότητας του ενδιαιτήματός της και του μεγέθους του πληθυσμού της και ενδεχομένως συμβάλλει στη μείωση της περιοχής που ο πληθυσμός καταλαμβάνει. Με αυτά τα δεδομένα, η S. holzmannii χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN) είδος, δεδομένου ότι πληροί τα κριτήρια Β2b(iii,v)+c(iv) λόγω περιορισμένης περιοχής κατάληψης (&gt;500 km2) σε συνδυασμό με συνεχή υποβάθμιση και διακυμάνσεις του μεγέθους του πληθυσμού της.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το καθεστώς προστασίας της Silene holzmannii είναι κατοχυρωμένο από νομική άποψη, καθώς αποτελεί είδος προτεραιότητας του Παραρτήματος II της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και προστατεύεται επιπλέον από τη σύμβαση της Βέρνης και το ΠΔ67/81. Οι 18 από τις νησίδες όπου απαντά βρίσκονται εντός προστατευόμενων περιοχών του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, ορισμένες με επιπλέον καθεστώς προστασίας ως περιοχές σημαντικές για την ορνιθοπανίδα (SPA). Η παρακολούθηση του είδους στο πλαίσιο της διαχείρισης των περιοχών, η οποία στην Κάρπαθο βρίσκεται σε φάση εφαρμογής, θα δώσει επιπλέον πληροφορίες για την κατάσταση του πληθυσμού και την οικολογία του. Το κύριο μέτρο για την προστασία του είδους είναι η απαγόρευση της βόσκησης και της εισαγωγής θηλαστικών και ο έλεγχος της προσάραξης σκαφών. Ανάλογα μέτρα έχουν ήδη ληφθεί στο πλαίσιο της διαχείρισης των περιοχών SPA και απαιτούν ενημέρωση και συνεργασυνεργα-- σία των τοπικών κοινοτήτων.</p><p>Ως προς την εκτός τόπου προστασία (ex situ), προτείνεται η συλλογή και η διατήρηση αναπαραγωγικού υλικού διαφόρων προελεύσεων σε Τράπεζες Σπερμάτων. Η προσπάθεια καλλιέργειας στο Βοτανικό Κήπο Διομήδους υπήρξε επιτυχής με ικανοποιητική παραγωγή σπερμάτων, αλλά τα φυτά επέζησαν για περιορισμένο χρονικό διάστημα.</p><p>Πηνελόπη Δεληπέτρου, Ειρήνη Βαλλιανάτου, Εύα Οικονομίδου &amp; Κυριάκος Γεωργίου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE84FE9F98DE367CFA3EFEA0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE81FE9998C4367DFA3EFDD3.text	9E288790FE81FE9998C4367DFA3EFDD3.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Silene orphanidis Boiss.	<div><p>Silene orphanidis Boiss.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κινδυνεύoν (EΝ)</p><p>Silene orphanidis Boiss., Fl. Orient. 1: 651 (1867).</p><p>Λεκτότυπος (GreuterGreuter 1995D: 129): [ΕλλάςΕλλάς (ΝΕ), ΝΕ),), ΧερσόΧερσό-- νησος Αγίου Όρους]: "in regione superiori montis Athos", 1860 m, 18/30 Aug. 1862, Orphanides 348 (G-BΟΙS).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, προσκεφαλόμορφο φυτό, σχηματίζον πολυάριθμους μικρούς βλαστούς, στην ξυλώδη βάση του. Aνθοφόροι βλαστοί λεπτοί, σχεδόν όρθιοι, ύψους 12-20 cm, ελαφρώς τραχείς στο κάτω τμήμα τους, άτριχοι και κολλώδεις επάνω. Φύλλα βάσης μαραίνονται κατά την άνθηση. Φύλλα βλαστού διαστάσεων 15-30 x 1-1,5 cm, επιμήκη λογχοειδή. Ταξιανθία με 1(-3) άνθη. Κάλυκας 23-30 mm, κυλινδρικός, βαθμιαίως διευρυμένος προς την κορυφή, πορφυρός ή ενίοτε λευκοπράσινος, λείος, με οδόντες ωοειδείς, τριγωνικούς, με οξεία κορυφή και μεμβρανώδη άκρα. Στεφάνη με λοβούς πετάλων 6-8 mm, δισχιδείς κατά το ήμισυ του μήκους τους, λευκούς στην επάνω επιφάνεια, πορφυρούς στην κάτω, όνυχας πετάλων 7,5-9 mm. Καρπός κάψα, μήκους 8-10 mm, ωοειδής έως ελλειψοειδής, σχεδόν εξ ολοκλήρου προεξέχουσα από τον κάλυκα. Καρποφόριο μήκους 18-22 mm, λείο, άτριχο. Σπέρματα νεφροειδή, καστανέρυθρα, μήκους περίπου 1 mm, πεπλατυσμένα στα πλάγια, με σχισμή στο πίσω μέρος τους.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 24 (Papanicolaou unpubl. in Melzheimer 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μέσα Ιουλίου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Silene orphanidis είναι ένα τοπικό ενδημικό είδος της βραχώδους κορυφής του όρους Άθως, στη χερσόνησο του Αγίου Όρους.</p><p>Βιότοπος: Η Silene orphanidis είναι χασμόφυτο της βραχώδους κορυφής του Άθωνα και αναπτύσσεται αποκλειστικώς σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο από τα 1.830 μέχρι τα 2.024 μέτρα. Φύεται, συνήθως, μεμονωμένη ή σε μικρές ομάδες των 2 μέχρι 6 ατόμων. Η κλίση των βράχων στους οποίους απαντά, κυμαίνεται από 30º μέχρι και 80º. Τα άνθη της εμφανίζονται λευκά στην αρχή της έκπτυξής τους, αλλά στη συνέχεια αποκτούν ένα απαλό έως έντονο ρόδινο χρώμα. Προτιμά κυρίως τις δυτικές-νοτιοδυτικές και τις νότιοανατολικές εκθέσεις, αλλά έχουν παρατηρηθεί, επίσης, μεμονωμένα άτομα που εμφανίζονται διάσπαρτα σε όλες τις εκθέσεις, εκτός από τις βόρειες και βορειοανατολικές.</p><p>Στις ίδιες θέσεις φύεται μαζί με τα είδη Asperula suberosa, Α. lutea, Aethionema orbiculatum, Draba lasiocarpa και Arabis bryoides . Ειδικώς στις νοτιοδυτικές και δυτικές εκθέσεις η Silene orphanidis συνοδεύεται από το Helichrysum sibthorpii, ενώ στις ανατολικές εκθέσεις από τα Potentilla speciosa και Draba lasiocarpa (Constantinidis 1995, Καρύδας 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Silene orphanidis ανήκει στην sect. Saxifragoideae και ειδικότερα στην ομάδα της S.. multicau-multicaulis Guss.. Έχει μεγαλύτερη συγγένεια με την S. parnassica subsp. pindicolα (Hausskn.) Greuter, ένα στενότοπο βαλκανικό ενδημικό που απαντά σε οφιολιθικά πετρώματα στην ΒΔ. Πίνδο και την ΝΑ. Αλβανία, καθώς και με την S. waldsteinii, ένα επίσης βαλκανικό ενδημικό σχιστολιθικών πετρωμάτων (Strid &amp; Papanicolaou 1985).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Συνολικώς καταγράφηκαν το 2007 λιγότερα από 100 άτομα, διάσπαρτα σε 19 σημεία, τα οποία αποτελούν ένα πληθυσμό που χωρίζεται σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα συγκεντρώνει άτομα κυρίως στη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά του βραχώδους κώνου του Άθωνα, ενώ η δεύτερη κυρίως στη νότια και ανατολική πλευρά (Καρύδας 2007).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η πολύ μικρή έκταση εξάπλωσης του είδους, καθώς και ο συνολικός αριθμός των ενηλίκων ατόμων που δεν υπερβαίνει τα 250, είναι ικανά να κατατάξουν τη Silene orphanidis στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την ΙUCN 2001, αφού πληρούται το κριτήριο D. Ο πληθυσμός της Silene orphanidis βρίσκεται μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητες και έτσι μοναδική απειλή αποτελεί το πολύ μικρό μέγεθός του.</p><p>Mέτρα προστασίας: Η Silene orphanidis περιλαμβάνεται στον Ερυθρό κατάλογο της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλούμενων Ζώων και Φυτών, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπης και στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων για τα Φυτά της Ελλάδας (PhitosPhitos &amp; al.. 1995). ΑκόΑκό-- μα, προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, τη Σύμβαση της Βέρνης και την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.</p><p>Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της Silene orphanidis . Προτείνεται η αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας η οποία μπορεί να αποβεί καταστροφική στον βιότοπό της, καθώς και η καλλιέργειά της σε ερευνητικά κέντρα και Βοτανικούς Κήπους. Ακόμη, προτείνεται η απαγόρευση της συλλογής της και η παρακολούθηση των ατόμων του πληθυσμού της, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασής κατά τα επόμενα έτη.</p><p>Αντώνιος Καρύδας &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE81FE9998C4367DFA3EFDD3	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE83FE9B98C7367CFA3EFD3B.text	9E288790FE83FE9B98C7367CFA3EFD3B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Soldanella rhodopaea F. K. Mey.	<div><p>Soldanella rhodopaea F. K. Mey.</p><p>Primulaceae</p><p>Soldanella rhodopaea F. K. Mey. in Haussknechtia 2: 25 (1985).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Τύπος: [Βουλγαρία] Βουλγαρία]] "Prespa-Gebiet Prespa-Gebiet, Nordhang des PrePre-- spa oberhalb Manastir", 23 Jul. 1973, H. &amp; R. Manitz &amp; R. Marstaller s.n. (JE).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, αειθαλής. Φυτά 15-30 cm στην ανθοφορία, επιμηκυνόμενα κατά την καρποφορία, στελέχη με βραχείες (&lt;0,06 mm), ευθείες, μονοκύτταρες ή δικύτταρες αδενώδεις τρίχες.Φύλλα όλα στη βάση, σχηματίζοντα ρόδακα. Μίσχος φύλλων με ευθείες αδενώδεις τρίχες, έλασμα φύλλων σχεδόν κυκλικό 2-3,7 x 3-5,5 cm, αδιαίρετο. Βράκτια 3-6 ανά στέλεχος, ιώδη, μεμβρανώδη, αδιαίρετα, 3-7 x 0,7-1,0 mm, παραμένοντα στον βλαστό. Ποδίσκοι 3-6 ανά στέλεχος, 1,0-2,5 cm.. Κάλυκας συσσέσυσσέ-- παλος με 5 λογχοειδείς λοβούς, μεγέθους 3-4 x 1 mm, με ένα εμφανές νεύρο. Στεφάνη κυανοϊώδης, διαιρεμένη κατά τα 3/4 σε 5 κροσσωτούς λοβούς και με ελαφρώς καστανές, μονοκύτταρες έως δικύτταρες, αδενώδεις τρίχες. Σωλήνας στεφάνης 3,5-5 mm, βραχύτερος ή ίσος με τους λοβούς της. Λοβοί στεφάνης 4-5 mm. Στεφάνη με κιτρινωπά, μεμβρανώδη λέπια στο λαιμό που εναλλάσσονται με τους στήμονες. Λέπια περίπου 1,4 mm, αβαθώς δίλοβα έως τρίλοβα. Ανθήρες 2,4-2,6 mm,, ελαφρώς κακα-- στανοί με οξεία βάση και αμβλεία κορυφή. Συνοχέας με καστανωπές, δικύτταρες, αδενώδεις τρίχες. Νήματα στημόνων περίπου 1,5 mm, ελαφρώς καστανά, με δικύτταρες αδενώδεις τρίχες. Στύλος 8-13 mm,, μακρύτερος της στεστε-- φάνης. Κάψα κυλινδρική, 1,2-1,7 cm, ελαφρώς καστανή, με 10(-12) δόντια. Σπέρματα περίπου 1,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 40 (Zhang &amp; Kadereit 2003).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως Ιούλιος</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Βαλκανικό ενδημικό της ΝΔ. Βουλγαρίας και Ελλάδας (ελληνική Κ. &amp; Δ. Ροδόπη). Είναι γνωστό από τα δασικά συμπλέγματα Ελατιάς, Φρακτού, Λεπίδα και Δρυμού (Χαϊντού) (Raus 1987, Volpers 1989, ΕλευΕλευ-- θεριάδου 1992, Sfikas 1995, Elefheriadou &amp; Raus 1996, Tsiripidis &amp; Athanasiadis 2003, Tsiripidis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοπος: Η Soldanella rhodopaea απαντά σε αμιγή δάση Oξυάς, Eρυθρελάτης και μικτά Oξυάς-Eρυθρελάτης, σε υψόμετρο 1.100-1.900 m.. Προτιμά θέσεις που βρίσκοβρίσκο-- νται στο κάτω μέρος πλαγιών και κυρίως κοντά σε ρυάκια, όπου το έδαφος είναι βαθύ και χουμώδες. Επίσης, μπορεί να βρεθεί σε ανοίγματα δασών, κυρίως σε πλαγιές με βορεινό προσανατολισμό, εφόσον υπάρχει αρκετή υγρασία. Εμφανίζεται κυρίως σε εδάφη που προέρχονται από όξινα πυριγενή πετρώματα (ElefheriadouElefheriadou &amp; al.. 2001, BergBerg-- meier &amp; Dimopoulos 2001, Zhang &amp; al. 2001, Tsiripidis &amp; al. 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Soldanella rhodopaea περιγράφηκε το 1985 από το βουλγαρικό τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης (MeyerMeyer 1985). Η παρουσία της στο K.. και Δ. τμήτμή-- μα της ελληνικής Ροδόπης ήταν γνωστή νωρίτερα, όμως λόγω των ομοιοτήτων που παρουσιάζουν τα είδη του γένους μεταξύ τους αναφερόταν ως " S. alpina " (Σφήκας 1985) ή " S. carpatica " (Raus 1986). Ανήκει στη sect. Soldanella, μαζί με άλλα ορεινά κυρίως είδη. Είναι συγγενές και παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την S. chrysosticta Α. Κress. Μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να διαχωρισθούν τα δύο είδη. Κυριότερος διαγνωστικός χαρακτήρας είναι το μέγεθος των αδενωδών τριχών, οι οποίες στη S. rhodopaea είναι βραχύτερες από τις αντίστοιχες της S. chrysosticta (Zhang &amp; Kadereit 2003) .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Soldanella rhodopaea σχηματίζει ένα μεγάλο πληθυσμό στην Κ. και Δ. Ροδόπη, όπου διασπάται σε τουλάχιστον 6 υποπληθυσμούς. Αν και η περιοχή εξάπλωσής της είναι σχετικώς μεγάλη, στην πραγματικότητα η περιοχή εμφάνισής της είναι πολύ μικρή, &lt;2000 km2, εξαιτίας κυρίως του εξειδικευμένου βιοτόπου όπου το είδος φύεται. Ο αριθμός των ωρίμων ατόμων της S. rhodopea υπολογίζεται σε μερικές χιλιάδες, όμως μια ακριβής εκτίμηση του πληθυσμού δεν είναι δυνατή επί του παρόντος.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), κυρίκυρί-- ως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Η Soldanella rhodopaea δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, ωστόσο οι ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή μπορούν να προκαλέσουν μείωση του πληθυσμού. Μεταξύ των κυριοτέρων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων συγκαταλέγονται τα τεχνικά έργα και η εκμετάλλευση των οικοσυστημάτων, στα οποία εμφανίζεται (π.χ. δασικές εργασίες, υλοτομίες). Τα τεχνικά έργα αφορούν κυρίως στην κατασκευή δασικών δρόμων και τρακτεροδρόμων, καθώς και τεχνικών έργων στις κοίτες των ρυακιών και ρεμάτων. Επίσης, η υπερβολική αραίωση της κομοστέγης των δασών οξυάς και ερυθρελάτης, όπου εμφανίζεται το είδος, οι εργασίες υλοτομίας, καθώς και η μετατόπιση του ξύλου είναι πιθανόν να επηρεάσει αρνητικά τους υποπληθυσμούς του είδους.</p><p>Ο υποπληθυσμός στην περιοχή του Φρακτού δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο, καθώς βρίσκεται εντός του διατηρητέου μνημείου της φύσης "Παρθένο Δάσος Φρακτού".</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι περισσότεροι κίνδυνοι που απειλούν το είδος είναι κυρίως τυχαία γεγονότα ή ακούσιες ενέργειες του πληθυσμού, που δραστηριοποιείται μέσα στα δάση, και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοια για την εμφάνιση και τη σημαντικότητα του είδους. Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται η ενημέρωση τόσο των αρμοδίων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου κοινού που διαβιεί ή δραστηριοποιείται μέσα στα δάση της περιοχής. Επίσης, θα πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή του πληθυσμού, ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης τεκμηρίωση της ένταξής του στις κατηγορίες της IUCN (2001, 2006).</p><p>Ελένη Ελευθεριάδου, Ιωάννης Τσιριπίδης &amp; Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE83FE9B98C7367CFA3EFD3B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE8DFE9598C7367CFA3EFAE0.text	9E288790FE8DFE9598C7367CFA3EFAE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Sparganium angustifolium Michx.	<div><p>Sparganium angustifolium Michx.</p><p>Sparganiaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Sparganium angustifolium Michx. in Fl. Bor. Amer. 2: 189 (1803).</p><p>Τύπο ς: Περιγράφηκε από δείγματα συλλεγμένα στη λίμνη Mitsassini του Καναδά. Ο Τύπος δεν έχει ορισθεί.</p><p>Συνώνυμα: S. simplex Huds. in Fl. Angl. 2: 401 p.p. (1778).</p><p>S. affine Schnizlein, Typhac.: 27 (1845).</p><p>S. boreale Laestadius ex Beurl in Oefeurs. Vet. Akad. Faerhaud. 9: 192 (1852).</p><p>S. borderi Focke in Bremen Abh. 5: 409 (1877).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές υδρόφυτο αναπαραγόμενο βλαστητικά με μακρά, λεπτά, υπόγεια ριζώματα. Βλαστοί μήκους έως 1 m,, συνήθως χωρίς διακλαδώσεις, βυθισμέβυθισμέ-- νοι στο νερό ή αναδυόμενοι στην επιφάνειά του. Φύλλα επίπεδα, διογκωμένα και κολεόμορφα στη βάση, ταινιοειδή με παράλληλα νεύρα, βυθισμένα στο νερό, ενίοτε αναδυόμενα στην επιφάνεια, μήκους 20-80 cm (ενίοτε μακρύτερα) και πλάτους έως 1,5 cm. Ταξιανθίες απλές, μη διακλαδιζόμενες. Κεφάλια εκφυόμενα από λεπτοφυείς βλαστούς αναδυόμενους στην επιφάνεια του νερού. Τα θήλεα κεφάλια (2-4, τα κατώτερα με βραχείς μίσχους) ακανθώδη, σφαιρικά, με χρώμα μεταβαλλόμενο κατά την ωρίμανση από πράσινο σε καστανό. Το κατώτερο θήλυ κεφάλιο περιβάλλεται από ένα φυλλόμορφο βράκτιο, τουλάχιστον δύο φορές μακρύτερο από ολόκληρη την ταξιανθία, μήκους 10-60 cm. Μικρά άρρενα κεφάλια (1-3) κατά δέσμες πάνω από τα θήλεα κεφάλια. Καρποί σκληρά, ξηρά αχαίνια, λεπτά στο μέσον τους, μήκους 3-5,5 mm, με οξύληκτο ράμφος, εκφυόμενα κατά δέσμες, ομοιάζοντα με ακανθώδεις καστανόχρωμες σφαίρες.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 30 (Löve &amp; Löve 1981, 1982).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως το θέρος (ΙούλιοςΑύγουστος), αλλά σε νοτιότερες περιοχές μπορεί να επεκταθεί έως τον Οκτώβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Αρκτικό-αλπικό είδος με ευρεία εξάπλωση στο Βόρειο Ημισφαίριο. Τα όρια εξάπλωσής του στη Βόρεια Αμερική δεν είναι ακριβώς γνωστά. Στην Ευρώπη εμφανίζεται σε κατάλληλα ενδιαιτήματα από την Ισλανδία έως τα Πυρηναία και τις Άλπεις. Ανατολικά εκτείνεται δια μέσου της Ασίας έως την Ιαπωνία. Πολύ σπάνιο είδος στη Βαλκανική Χερσόνησο. Στην Ελλάδα είναι γνωστό από παλαιότερες αναφορές μόνο από το Πετρίτσι της Μακεδονίας (ως Sparganium affine, Zaganiaris 1940) και το όρος Σμόλικας στην Ήπειρο (HartvigHartvig 1978). Προσφάτως βρέθηβρέθη-- κε και στο όρος Τύμφη (Δρακόλιμνη Τύμφης και Λούτσα Ρομπόζη) της Ηπείρου (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 1997).</p><p>Βιότοπο ς: Το Sparganium angustifolium κυριαρχεί στις λίμνες Δρακόλιμνη Τύμφης και Λούτσα Ρομπόζη (όρος Τύμφη) και καλύπτει με τα ταινιοειδή του φύλλα την επιφάνεια του νερού σε αρκετή έκταση. Παρόμοια εμφάνισή του είδους αναφέρει ο Hartvig (1978) από λιμνίδιο στο όρος ΣμόλιΣμόλι-- κας, σε υψόμετρο 2.200 m. Το S. angustifolium είναι κοινό σε αλπικές και ορεινές λίμνες της Ευρώπης (Cook 1980). Φύεται σε αμμοαργιλώδη υποστρώματα και μαλακά, φτωχά σε ασβέστιο και ανόργανα θρεπτικά νερά (ολιγότροφα), με ελαφρώς όξινο η ουδέτερο pH και αγωγιμότητα μικρότεμικρότε-- ρη των 100 μmhos (Seddon 1972), πλούσια σε χούμο και τύρφη και βάθος από 0,3 έως 1,2(-2,5) m. Οι συνθήκες που επικρατούν στις θέσεις που αναπτύσσεται η φυτοκοινότητα με S. angustifolium στους υγροτόπους της Τύμφης μοιάζουν με τις αναφερόμενες στην βιβλιογραφία, χωρίς όμως να ταυτίζονται απόλυτα (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 1997, Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 2003). Από τις συστάδες της φυτοκοινότητας στη Τύμφη απουσιάζουν τα ισοετόμορφα είδη της κλάσης Littorelletea που συνήθως εμφανίζονται σε άλλες περιοχές της Ευρώπης (βλ. Oberdorfer &amp; Dierben 1974) ενώ σταθερά συμμετέχει σε αυτές με υψηλή πληθοκάλυψη η Eleocharis palustris . Ως συνοδά με μικρότερη σταθερότητα και πληθοκάλυψη εμφανίζονται τα είδη Callitriche palustris, Elatine alsinastrum, Potamogeton trichoides και Ranunculus trichophyllus subsp. trichophyllus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα είδη που είναι ταξινομικώς εγγύτερα στο Sparganium angustifolium είναι τα S.. gramineum Georgi, S. emersum Rehm., S. minimum Wallr. και S. hyperboreum Laest. ex Beurl., καθώς σύμφωνα με τον Holmeberg (1922) όλα εντάσσονται στο υπογένος Xanthosparganium και χαρακτηρίζονται από ελαφρώς έγχρωμα, λεπτοφυή λέπια περιανθίου και σπέρματα λεία, χωρίς επιμήκεις ράχεις. Τα είδη S. gramineum και S.. hyperbore- hyperboreum απαντούν μόνο σε χώρες της Β. Ευρώπης (Ισλανδία, Φιλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Β. Ρωσία) ενώ τα είδη S. minimum και S. emersum έχουν ευρύτερη εξάπλωση στον ευρωπαϊκό χώρο. Το S. minimum εκτείνεται από τις χώρες του Αρκτικού Κύκλου νότια σχεδόν σε όλη την Ευρώπη έως και τα Βαλκάνια (Πυρηναία, Β. Απέννινα, Β. Βουλγαρία). Το S. emersum εξαπλώνεται στις περισσότερες περιοχές της Ευρώπης, αλλά απουσιάζει από πολλά νησιά και τμήματα της Μεσογείου. Μολονότι σύμφωνα με τον Cook (1980) η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στις χώρες εξάπλωσης αυτών των ειδών, υπάρχει μία νεότερη μοναδική αναφορά του S. emersum από τον Εθνικό Δρυμό των Πρεσπών (Παυλίδης 1985). Το Sparganium angustifolium διακρίνεται σχετικά εύκολα από τους συγγενείς του, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της μορφολογίας των φύλλων του. Τα φύλλα στο S. angustifolium είναι επίπεδα σε εγκάρσια τομή, εμφανώς διογκωμένα και κολεόμορφα στη βάση. Όλα τα άλλα συγγενή είδη, πλην του S. minimum, έχουν φύλλα όχι επίπεδα σε εγκάρσια τομή και είναι ελάχιστα ή καθόλου διογκωμένα στη βάση, κολεόμορφα ή μη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Sparganium angustifolium σχηματίζει αρκετά μεγάλους υποπληθυσμούς στους προαναφερθέντες υγροτόπους του όρους Τύμφη. Ο ακριβής αριθμός των ατόμων, όμως, είναι δύσκολο να υπολογισθεί καθώς τα φυτά είναι ριζωμένα στον πυθμένα, πολλαπλασιάζονται αγενώς με ριζώματα και η επιφάνεια του νερού καλύπτεται από επιπλέοντα φύλλα και βλαστούς. Με μία κατά προσέγγιση εκτίμηση θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη Δρακόλιμνη της Τύμφης υπάρχουν περίπου 3.000 άτομα και στη Λούτσα Ρομπόζη περίπου 5.000 άτομα. Το μόνο που γνωρίζουμε για την κατάσταση του πληθυσμού που αναφέρεται από μικρή λίμνη στο όρος Σμόλικας, είναι η παρουσία άφθονων ατόμων σε ανθοφορία, τα οποία κάλυπταν με τα επιπλέοντα φύλλα τους, σχεδόν όλη την επιφάνεια του μικρού υγροτόπου (Hartvig 1978).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Σύμφωνα με το κριτήριο D2 των κατηγοριών απειλής της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) κυρίκυρί-- ως εξατίας της σποραδικής και περιορισμένης εμφάνισής του στον ελληνικό χώρο. Δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης από ανθρώπινες δραστηριότητες, καθώς οι υγρότοποι στους οποίους εντοπίζεται βρίσκονται σε μεγάλα υψόμετρα και δύσκολα προσεγγίζονται. Ως εκ τούτου δεν δέχονται επιδράσεις από οικιστική δραστηριότητα, καλλιεργητικούς χειρισμούς και συστηματική βόσκηση. Λίγα κοπάδια προβάτων που εκτρέφονται το θέρος στις ορεινές βοσκές της Τύμφης, συχνά ανεβαίνουν και στην περιοχή της Δρακόλιμνης. Στη Λούτσα Ρομπόζη η βόσκηση φαίνεται να είναι σπανιότερη. Οι περιηγητές που επισκέπτονται τους ορεινούς αυτούς υγροτόπους δεν διαταράσσουν σημαντικά το ενδιαίτημα του είδους. Παρόλα αυτά επειδή οι πληθυσμοί του S. angustifolium στην Ελλάδα είναι σχετικά μικροί, με πολύ περιορισμένη και σποραδική εξάπλωση, θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανές αλλαγές της κατηγορίας απειλής, ειδικώς στην περίπτωση που αρνητικές εξελίξεις προκαλέσουν μεταβολές στο φυσικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, η εντονότερη βόσκηση θα μπορούσε να επηρεάσει το υγροτοπικό περιβάλλον με πολλούς τρόπους, επιφέροντας αλλαγές στην ποιότητα του νερού. Είναι γνωστό πως η ποιότητα του νερού επηρεάζει τη φυτοκοινωνιολογική διαφοροποίηση και πως η χλωριδική σύνθεση των διαφόρων τύπων βλάστησης είναι ενδεικτική των συνθηκών που επικρατούν (Segal 1982, Best 1988). Μεταβολές των φυσικοχημικών ιδιοτήτων του νερού επιφέρουν συνήθως αλλαγές στη μακροφυτική βλάστηση (Wiegleb 1978, Pott 1980), οι οποίες ενδέχεται να μην ευνοούν το S. angustifolium .</p><p>Μαρία Σαρίκα</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE8DFE9598C7367CFA3EFAE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE8FFE9798C7367CFA3EFDF4.text	9E288790FE8FFE9798C7367CFA3EFDF4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Spiraea chamaedryfolia L.	<div><p>Spiraea chamaedryfolia L.</p><p>Rosaceae</p><p>Σχεδόν ΑπειλούμενοΤρωτό ((VU NT))</p><p>Spiraea chamaedryfolia L., Sp. Pl. 489 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Duvigneaud in Lejeunia, n.s., 76: 2, f. 1, 1975): "Habitat in Sibiria. D. Gmelin." Herb. Linn. No. 651.6 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Spiraea ulmifolia Scop., Fl. Carniol., ed. 2. 1: 349, t. 22 (1771).</p><p>Περιγραφή: Φυλλοβόλος θάμνος, πολύκλαδος, ύψους μέχρι 2 m. Κλάδοι ευθείς, στην κορυφή κυρτοί προς τα κάτω. Κλαδίσκοι γυμνοί, στην αρχή κιτρινοκάστανοι, αργότερα ερυθροκάστανοι, ελαφρώς γωνιώδεις. Οφθαλμοί μήκους 3-5 mm,, ωοειδείς ή επιμήκως ωοειδείς,με 2 ισομήισομή-- κη, οξυκόρυφα, ελαφρώς βλεφαριδωτά εξωτερικά λέπια. Φύλλα απλά, χωρίς παράφυλλα, 4-7 x 2,5-4 cm, ωοειδή ή ωοειδώς λογχοειδή, πτερόνευρα, οξυκόρυφα ή αμβλυκόρυφα, με βάση στρογγυλωμένη ή βραχέως σφηνοειδή, κράσπεδα λεία στη βάση, ακανόνιστα και διπλά πριονωτά στην κορυφή, γυμνά. Ταξιανθίες κορυμβόμορφες, περίπου 4 cm, με ποδίσκο μήκους 2-4 cm, πολυανθείς (6-20 άνθη), επάκριες, σε βραχυκλάδια. Άνθη αρρενοθήλεα, ποδίσκος 1 cm, λεπτός. Σέπαλα 2 mm, τριγωνικά-ωοειδή, εσωτερικά με μικρές τρίχες, εξωτερικά γυμνά, κυρτά προς τα κάτω μετά την ωρίμανση των καρπών. Πέταλα λευκά, 4-6 mm, κυκλικά ή ωοειδή. Στήμονες πολυάριθμοι, μακρύτεροι των πετάλων. Καρπόφυλλα 5, ελεύθερα. Στύλος 3 mm, ευθύς. Θύλακες αδρακτοειδείς, κυρτοί, γυμνοί, λείοι, με παραμένοντες στύλους στην κορυφή, ανοικτοκάστανοι.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 36 (Ceschmedziev 1983), 2 n = 32 (Wetschnig 1988).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος έως Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: ΝΑ. Άλπεις, Καρπάθια, όρη της Βαλκανικής Χερσονήσου, Σιβηρία, Κ. και Α. Ασία, εκτεινόμενο ανατολικά στην Ιαπωνία (Dostal 1968, Hess &amp; al. 1970). Η Spiraea chamaedryfolia αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1996 από την Κ. Ροδόπη (Αραμπατζής &amp; Βιδάκης 1996). Aπαντά στο ελληνικό τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης, στο Νομό Δράμας (περιοχές Φρακτό και Στάμνα) και στο Νομό Ξάνθης (περιοχές Δρυμός, Κοτύλη, Θέρμες και Μύκη) (Αραμπατζής &amp; Βιδάκης 1996, Αραμπατζής 1998, Athanasiadis &amp; al. 2000).</p><p>Βιότοπος: Η Spiraea chamaedryfolia φύεται συνήθως σε δάση και θαμνώνες, σε υψόμετρο 1.000-1.750 m (Jor-Jordanov 1973). Στην Ελλάδα, απαντά στο ελληνικό τμήμα της Ροδόπης σε δάση με Fagus, Pinus nigra και σε μικτά δάση με Fagus και Pinus nigra ή Pinus sylvestris, σε υψόμετρο 700-1.350 m (Athanasiadis &amp; al. 2000).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Διακρίνεται εύκολα από το επίσης αυτοφυές είδος της Ελλάδας Spiraea crenata L. κυρίως στη νεύρωση των φύλλων, τα οποία είναι πτερόνευρα στη S. chamaedryfolia, ενώ στη S. crenata έχουν 3 παράλληλα νεύρα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Spiraea chamaedryfolia σχηματίζει ένα μεγάλο πληθυσμό στην Κ. και Δ. Ροδόπη, που διασπάται σε τουλάχιστον 6 υποπληθυσμούς (Φρακτό, Στάμνα, Δρυμός, Κοτύλη, Θέρμες και Μύκη). Αν και η περιοχή εξάπλωσής της είναι σχετικώς μεγάλη, στην πραγματικότητα η περιοχή εμφάνισής της είναι πολύ μικρή, &lt;2.000 km2, εξαιτίας κυρίως του βιοτόπου, όπου το είδος φύεται. Ο αριθμός των ωρίμων ατόμων του είδους υπολογίζεται σε μερικές εκατοντάδες, όμως μια ακριβής εκτίμηση του πληθυσμού δεν είναι δυνατή επί του παρόντος.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), κυρίκυρί-- ως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Η Spiraea chamaedryfolia δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, ωστόσο οι ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή μπορεί να προκαλέσουν μείωση του πληθυσμού. Μεταξύ των κυριότερων ανθρώπινων δραστηριοτήτων συγκαταλέγονται τα τεχνικά έργα και η εκμετάλλευση των οικοσυστημάτων στα οποία εμφανίζεται (π.χ. δασικές εργασίες, υλοτομίες, κατασκευή δασικών δρόμων). Επίσης, οι εργασίες υλοτομίας, καθώς και η μετατόπιση του ξύλου, στα δάση Οξυάς, μαύρης Πεύκης και δασικής Πεύκης, όπου εμφανίζεται το είδος, είναι πιθανόν να επηρεάσουν αρνητικά τους πληθυσμούς του. Η υπερβολική αραίωση της κομοστέγης των παραπάνω δασών επηρεάζει θετικά την εξάπλωση του είδους στην ευρύτερη περιοχή εμφάνισής του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι περισσότεροι κίνδυνοι που απειλούν το είδος είναι κυρίως τυχαία γεγονότα ή ακούσιες ενέργειες του πληθυσμού, που δραστηριοποιείται μέσα στα δάση, και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοιά του για την εμφάνιση και τη σημαντικότητα του είδους. Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται η ενημέρωση τόσο των αρμόδιων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου κοινού που διαβιεί ή δραστηριοποιείται μέσα στα δάση, σε περιοχές στις οποίες εμφανίζεται η Spiraea chamaedryfolia . Επίσης, θα πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή του πληθυσμού, ώστε να καταστεί δυνατή η λεπτομερής τεκμηρίωση της ένταξής του σε κάποια από τις κατηγορίες απειλής της IUCN (2001).</p><p>Κωνσταντίνος Θεοδωρόπουλος, Ιωάννης Τσιριπίδης &amp; Ελένη Ελευθεριάδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE8FFE9798C7367CFA3EFDF4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE89FE9298C7367CFA35FD26.text	9E288790FE89FE9298C7367CFA35FD26.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Stachys pangaea Phitos	<div><p>Stachys pangaea Phitos</p><p>Lamiaceae</p><p>Stachys pangaea Phitos in Österr. Bot. Z. 113: 272 (1966).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΝΕ), Μακεδονία, Νομός Καβάλας] "Mons Pangaeon, in declivibus boreali-occidentalibus, circiter 1000 m, supra pagum Rodolivos", D. Phitos 3049 (M).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με μεμονωμένους ανερχόμενους τετράγωνους βλαστούς ύψους 30-50(-60) cm, με αραιό αδενώδες και μη αδενώδες τρίχωμα. Φύλλα ωοειδή έως επιμήκη-ωοειδή, οδοντωτά, με αραιό αδενώδες τρίχωμα, διαστάσεων 35-55 x 15-20 mm. Κατώτερα και μεσαία φύλλα βλαστού έμμισχα, ανώτερα φύλλα άμισχα. Ταξιανθία σε σπονδύλους 6 έως 10 ανθέων, οι ανώτεροι σπόνδυλοι πυκνοί, οι κατώτεροι αραιοί. Κάλυκας δίχειλος, μήκους 10-14 mm, με αδενώδες αραιό τρίχωμα. Οδόντες κάλυκα άνισοι,τριγωνικοί-λογχοειδείς,με μακρά απόληξη, οι δύο κατώτεροι οδόντες βραχύτεροι και στενότεροι από τους τρεις ανώτερους. Στεφάνη ωχροκίτρινη έως κίτρινη με πορφυρές κηλίδες, μήκους 12-16 mm, το άνω χείλος της με αραιό τρίχωμα, το κάτω χείλος μήκους 9-11 mm.</p><p>Χρωματοσωμικός αριθμός: 2 n = 34 (Baltisberger &amp; Lenherr 1984).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Ιουνίου έως τα μέσα Αυγούστου, ανάλογα με το υψόμετρο και την έκθεση.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνον από λίγες θέσεις του όρους Παγγαίου, σε υψόμετρο που κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.950 m.</p><p>Βιότοπος: Το είδος απαντά σε βραχώδεις εξάρσεις ασβεστόλιθου και/ή σχιστόλιθου σε ανοίγματα και περιθώρια της ζώνης της Οξυάς, καθώς και σε πλευρές δασικών δρόμων και μονοπατιών, όπου εμφανίζεται σε αραιή βλάστηση και συχνά ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα δασικών ειδών. Προτιμά ηλιόλουστες έως ημισκιερές, ανοικτές θέσεις με μεμονωμένα δέντρα ή θάμνους και ποώδη βλάστηση που μπορεί να έχει υπερβοσκηθεί. Φύεται συχνά μαζί με άλλα είδη όπως: Fagus sylvatica subsp. sylvatica, Tanacetum vulgare, Achillea millefolium, Origanum vulgare subsp. hirtum, Hypericum perforatum, Clinopodium vulgare subsp. arundanum, Centaurea affinis s.l., Rubus idaeus, Cirsium ligulare, Clematis vitalba, Tussilago farfara κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Stachys pangaea είναι στενώς συγγενικό με τον S. plumosa Griseb., από τον οποίο διακρίνεται κυρίως από τους μεμονωμένους ανερχόμενους βλαστούς, τα ωοειδή φύλλα, το δίχειλο κάλυκα με άνισους οδόντες, το διαφορετικό τρίχωμα και το διαφορετικό χρώμα και μήκος της στεφάνης (Phitos 1966, 1995).</p><p>Το S. pangaea θεωρείται μορφολογικά ενδιάμεσος μεταξύ τριών διαφορετικών ειδών της Βαλκανικής χερσονήσου: του S. plumosa Griseb. που εξαπλώνεται στην περιοχή της Β. Ελλάδας της Ν. περιοχής της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Δ. Βουλγαρίας, του S. menthifolia Vis. που εξαπλώνεται στη δυτική περιοχή της Βαλκανικής και του S. anisochila Vis. που εξαπλώνεται στην περιοχή της ΝΑ. Βουλγαρίας, Ν. πρώην Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας (Baden 1991). Από τον δεύτερο, ο S. pangaea διαφέρει κυρίως στο χρώμα της στεφάνης (ωχροκίτρινο έως κίτρινο) και το δίχειλο κάλυκα με τους άνισους οδόντες, ενώ από το τελευταίο, διαφέρει κυρίως στο αραιό και βραχύ αδενικό τρίχωμα του βλαστού (Baden 1991).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα είναι γνωστές τουλάχιστον δύο θέσεις του Stachys pangaea στην περιοχή του όρους Παγγαίου. Η αρχική συλλογή πραγματοποιήθηκε στα δυτικά τμήματα του όρους, σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο. Στη συνέχεια το είδος συλλέχθηκε στα βορειοανατολικά τμήματα του όρους, σε παρυφές δασικών μονοπατιών που διακλαδίζονται από τον κεντρικό δρόμο, ο οποίος οδηγεί προς το χιονοδρομικό κέντρο. Η περιοχή που καταλαμβάνουν οι γνωστοί υποπληθυσμοί του S. pangaea έχει επιφάνεια σαφώς μικρότερη των 10 km2. Σε αυτή την περιοχή, το είδος σχηματίζει αραιούς υποπληθυσμούς που αποτελούνται από διάσπαρτα μεμονωμένα άτομα ή ολιγομελείς συστάδες ατόμων που, συνήθως, δεν ξεπερνούν τα 100 σε κάθε γνωστή θέση. Ορισμένες από τις θέσεις συλλογής τoυ S. plumosa και ίσως του S. recta L. subsp. recta, οι οποίες αναφέρονται από τον Papanicolaou (1985) στο όρος Παγγαίο ενδέχεται να αντιστοιχούν στον S. pangaea .</p><p>Παρότι αναμένεται να βρεθούν περισσότεροι υποπληθυσμοί ή/και άτομα του είδους μετά από ενδελεχή χλωριδική μελέτη του όρους Παγγαίου, υπολογίζεται εντούτοις ότι ο συνολικός αριθμός ατόμων του είδους στη φύση δεν πρέπει να ξεπερνά τα 5.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η γνωστή περιοχή εξάπλωσης του Stachys pangaea στο όρος Παγγαίο παρουσιάζεται ασυνεχής και οι θέσεις εμφάνισης του είδους διακόπτονται από αμιγές δάσος Οξυάς. Οι γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους έχουν πολύ περιορισμένη έκταση και εμφανίζονται σχετικά απομονωμένοι μεταξύ τους, σε περιοχές με αραιή ξυλώδη βλάστηση που συνήθως έχει υπερβοσκηθεί ή σε γραμμικά ενδιαιτήματα όπως πλευρές δασικών δρόμων και μονοπατιών. Μία εργασία πεδίου στο Παγγαίο για 3 ημέρες τον Ιούλιο του 2008 οδήγησε στην εντόπιση μόνο ενός υποπληθυσμού, γεγονός που υποδεικνύει ότι το είδος είναι αρκετά σπάνιο.</p><p>Οι υποπληθυσμοί του S. pangaea κινδυνεύουν, καθώς μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά είτε από σημαντικές αλλαγές στη δομή της συνυπάρχουσας βλάστησης είτε από αρνητικές ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Σημαντικές αλλαγές στις χρήσεις γης, όπως η διακοπή της βόσκησης, μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των ξυλωδών ειδών μειώνοντας τον διαθέσιμο χώρο για τον S. pangaea . Επίσης, ενέργειες όπως τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα και/ή διαπλάτυνση οδικών αρτηριών πρόσβασης στον ορεινό όγκο του Παγγαίου θα απειλούσαν, θα μετέβαλλαν ή θα κατέστρεφαν τα ενδιαιτήματα αυτού του είδους και γι' αυτό το λόγο πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή ή να αποφευχθούν.</p><p>Εξαιτίας της μέχρι σήμερα μικρής περιοχής γνωστής εξάπλωσης του Stachys pangaea, των διάσπαρτων και μικρού μεγέθους υποπληθυσμών που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του είδους και της πιθανότητας ελάττωσης των αρχικών πληθυσμών εξαιτίας ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στηριζόμενοι στα κριτήρια B2a,b(iv), C2a(i) και D2 της IUCN (2001) που πληρούνται, προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των πληθυσμών και των βιοτόπων του Stachys pangaea . Ως αποτελεσματική δράση για την επί τόπου διατήρηση των πληθυσμών του είδους, προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στους βιοτόπους του, όπως η ανέγερση κτισμάτων, ή διαπλατύνσεις οδικών αρτηριών. Προτείνονται δράσεις ήπιας τουριστικής εκμετάλλευσης της περιοχής καθώς και η διαχείριση της ξυλώδους βλάστησης στα περιθώρια και τα διάκενα της ζώνης της Οξυάς με σκοπό τη διατήρηση των ανοιγμάτων και των ηλιόλουστων θέσεων που θα διευκολύνουν την απρόσκοπτη επιβίωση των πληθυσμών του είδους. Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση του S. pangaea, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών του μακροπρόθεσμα. Οι προσπάθειες ανεύρεσης κι άλλων υποπληθυσμών και/ή νέων θέσεων εξάπλωσης του είδους στη δύσβατη ζώνη της Οξυάς του Όρους Παγγαίου, θα πρέπει να συνεχισθεί.</p><p>Ως αποτελεσματική δράση για την εκτός τόπου διατήρηση του είδους, προτείνεται η συλλογή ζωντανού φυτικού υλικού για καλλιέργεια και πολλαπλασιασμό σε Βοτανικούς Κήπους και η συλλογή και αποθήκευση σπερμάτων του σε Tράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Νικόλαος Κρίγκας, Θεοφάνης Κωνσταντινίδης &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE89FE9298C7367CFA35FD26	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE8AFEAD98DE378AFA3EFE3E.text	9E288790FE8AFEAD98DE378AFA3EFE3E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Stachys swainsonii subsp. melangavica D. Perss.	<div><p>Stachys swainsonii Benth. subsp. melangavica D. Perss.</p><p>Labiatae</p><p>Σχεδόν Κινδυνεύον (NT)</p><p>Stachys swainsonii Benth. subsp. melangavica D. Perss. in Biosyst. Stachys swainsonii: 29 (1981).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Κορινθίας] "11 km NWW of Loutraki, rocks facing S, alt. c. 190 m", 15 May 1976, D. Persson UK 122 (LD).</p><p>Περιγραφή: Προσκεφαλόμορφο πολυετές είδος, ξυλώδες στη βάση του. Ανθοφόρα στελέχη ανυψωμένα, κατακείμενα ή κρεμάμενα, διακλαδισμένα στη βάση τους, μήκους 8-20 cm. Τρίχωμα πυκνό, πιληματώδες-εριώδες έως μεταξένιο, πιεσμένο στα φύλλα, κυρίως αφιστάμενο στον βλαστό, τρίχες μη αδενώδεις αναμεμιγμένες με αδενώδεις. Μίσχοι κατώτερων φύλλων μήκους 3-12 mm. Έλασμα φύλλων 6-22 x 5-18 mm,, στα κατώτερα φύλφύλ-- λα στενώς ωοειδές, βάση σφηνοειδής, απόληξη αμβλεία, κράσπεδα πριονωτά, στα μεσαία και ανώτερα φύλλα έλασμα στενώς ελλειπτικό, ανώτερα φύλλα με βάση στενούμενη και με οξεία απόληξη. Σπόνδυλοι με 2-6 άνθη, διακριτοί, οι ανώτεροι πυκνώς τοποθετημένοι. Κατώτερα βράκτια στενώς ελλειπτικά, βρακτίδια γραμμοειδή. Κάλυκας 7-11 mm, μεσαίος οδόντας 1,9-3,9 x 1,3-2,2 mm. Στεφάνη ελαφρώς ρόδινη, σωλήνας μήκους 8-10 mm, ανώτερο χείλος μήκους 4-6,5 mm,, χωρίς στίξεις, κατώτεκατώτε-- ρο χείλος 7,5-11 mm,, με πορφυρές στίξεις και γραμμώγραμμώ-- σεις. Σπέρματα βαθυκάστανα έως μαύρα, 2-3 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 34 (Persson 1981).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο, αναλόγως του υψομέτρου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της Ελλάδας. Γνωστοί υποπληθυσμοί του εμφανίζονται, στα Γεράνεια Όρη και δυτικότερα, έως το ακρωτήριο Μελανγκάβι περίπου 11 km ΒΔ. του Λουτρακίου και κοντά στον αραρ-- χαίο ναό της Ήρας. Υποπληθυσμοί του επίσης φύονται στην Βοιωτία, δυτικά των χωριών Ξηρονομή και Αλυκή και μέχρι την Παραλία Προδρόμου, γνωστή και ως Παραλία Σαράντη (Kokmotos &amp; Georgiadis 2005, Κωνσταντινίδης, αδημοσίευτα στοιχεία).</p><p>Βιότοπος: Ο Stachys swainsonii subsp. melangavica, όπως όλοι οι συγγενείς του, είναι ένα χασμόφυτο που φύεται κυρίως σε ασβεστολιθικούς βράχους και κρημνούς. Σχηματίζει μαλακές, ημισφαιρικές συστάδες σε εκτεθειμένες, φωτεινές θέσεις και θυσάνους με μακριά στελέχη σε περισσότερο σκιερά περιβάλλοντα που συχνά εμφανίζονται σε βραχώδεις εξάρσεις μέσα σε δάσος Pinus halepensis . Σε ορισμένους κρημνούς των Γερανείων Ορέων τα φυτά κρέμονται από σχισμές βράχων. Φυτά αυτού του υποείδους έχουν σπανιότερα βρεθεί να φύονται σε κροκαλοπαγή πετρώματα, ενώ ακόμη σπανιότερα σε πλαγιές με μικτό ασβεστολιθικό και σερπεντινικό υπόστρωμα. Πρόκειται για ένα taxon χαμηλών υψομέτρων, που εξαεξα-- πλώνεται σχεδόν από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 500 m περίπου, αν και ορισμένοι υποπληθυσμοί στα ΓεΓε-- ράνεια Όρη φτάνουν τα 800 m. Συχνά συνοδεύεται από άλλα χασμόφυτα όπως τα Aurinia saxatilis subsp. orientalis, Capparis spinosa subsp. spinosa, Centranthus ruber subsp. sibthorpii, Daphne jasminea, Helichrysum stoechas subsp. barrelieri, Odontites linkii subsp. linkii, Phagnalon graecum, Rhamnus lycioides subsp. graeca κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Stachys swainsonii subsp. melangavica είναι το υποείδος της ομάδας του πολύμορφου Stachys swainsonii που περιγράφηκε ως αποτέλεσμα της βιοσυστηματικής εργασίας της Persson (1981). Νωρίτερα, οι Phitos &amp; Damboldt (1969) είχαν αιτιολογημένα τοποτοπο-- θετήσει σε επίπεδο υποείδους ορισμένα άλλα μέλη της ομάδας του.</p><p>Ο Stachys swainsonii subsp. melangavica παρουσιάζει ενδιάμεσα μορφολογικά χαρακτηριστικά μεταξύ του subsp. swainsonii και του subsp. scyronica (Boiss.) Phitos &amp; Damboldt και επίσης συγγένεια με το subsp. argolica (Boiss.) Phitos &amp; Damboldt. Διαγνωστικοί χαρακτήρες του υποείδους εμφανίζονται στο τρίχωμα και το μέγεθος των φύλλων, στις διαστάσεις του κάλυκα και των οδόντων του, καθώς και στην έλλειψη πορφυρών στίξεων στο άνω χείλος της στεφάνης. Ο S. swainsonii subsp. melangavica είναι ενδεχομένως το αποτέλεσμα μίας σταθεροποιημένης διαδικασίας υβριδισμού που πραγματοποιήθηκε στο παρελθόν. Ενδιάμεσοι υποπληθυσμοί του, ενδεχομένως υβρίδια με συγγενή μέλη της ίδιας ομάδας, μπορεί σήμερα να βρεθούν στα Γεράνεια Όρη και στον Ακροκόρινθο. Σύμφωνα με την Persson (1981), όλα τα taxa του Stachys swainsonii είναι "ενδεχομένως υπολείμματα από ένα σύμπλεγμα ειδών που είχε ευρύτερη εξάπλωση στο παρελθόν".</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πλουσιότεροι υποπληθυσμοί του Stachys swainsonii subsp. melangavica βρίσκονται στα κεντρικά και νότια ασβεστολιθικά τμήματα των Γερανείων Ορέων και επίσης δυτικά του χωριού Περαχώρα, στο ακρωτήριο Μελαγκάβι. Οι υποπληθυσμοί τριγύρω και ανατολικά του ναού της Ήρας εκμεταλλεύονται το βραχώδες ανάγλυφο των παραθαλασσίων τμημάτων και σχηματίζουν μία περισσότερο ή λιγότερο συνεχή ζώνη, η οποία εξαπλώνεται σε χαμηλό υψόμετρο, ποτέ όμως εκτεθειμένη σε βράχους που δέχονται ψεκασμούς από θαλασσινό νερό. Φυτά βρίσκονται ακόμη και σε βράχους κάτω από ένα αρκετά πυκνό θόλο δέντρων Pinus halepensis . Στα Γεράνεια Όρη το υποείδος μπορεί να είναι τοπικά κοινό αλλά όχι τόσο άφθονο όσο στο Μελαγκάβι. Σε κρημνούς και βράχους στα νότια τμήματα των ορέων, συναντάται το subsp. scyronica και έχουν βρεθεί κάποια φυτά με ενδιάμεσα χαρακτηριστικά. Με μία γενική εκτίμηση υπολογίζουμε ότι ο πληθυσμός της περιοχής του Νομού Κορινθίας περιλαμβάνει τουλάχιστον 20.000 ενήλικα άτομα και ίσως περισσότερα.</p><p>Ο πληθυσμός της Βοιωτίας έχει ανακαλυφθεί σχετικώς προσφάτως και εξαπλώνεται κατά μήκος των νότιων παράκτιων τμημάτων, όπου φύονται μικροί, απομονωμένοι υποπληθυσμοί. Πρόδρομες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των φυτών σε περίπου 500-1.500 m αλλά περισπερισ-- σότερη εργασία πεδίου είναι απαραίτητη στην περιοχή. Όλοι οι πληθυσμοί του υποείδους εμφανίζονται ακμαίοι και καλά προσαρμοσμένοι, με ικανοποιητική αναγέννηση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι υποπληθυσμοί του Stachys swainsonii subsp. melangavica, οι οποίοι ερευνήθηκαν, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν κάποιο άμεσο κίνδυνο προς το παρόν. Διαδοχικά ξηρά έτη μπορεί να αποτελέσουν το αίτιο αποξήρανσης ορισμένων φυτών, αλλά συνήθως ο υποπληθυσμός ενισχύεται κατά τη διάρκεια βροχερών περιόδων. Επίσης, τα βόσκοντα ζώα δεν συνιστούν σημαντικό κίνδυνο αφού δεν προτιμούν ιδιαίτερα αυτά τα φυτά για τροφή. Ωστόσο, η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν τα φυτά υπολογίζεται ότι έχει έκταση μικρότερη των 70 km2 και οι περισσότερες θέσεις τους περιβάλλονται από δάση Pinus που εμφανίζουν τον κίνδυνο της πυρκαγιάς.</p><p>Θεωρούμε ότι ο S. swainsonii subsp. melangavica ανήκει στην κατηγορία των Σχεδόν Κινδυνευόντων (NT), σύμφωνα με την IUCN (2001), καθώς δεν πληροί τις προπρο-- ΰποθέσεις για μία υψηλότερη κατηγορία. Σε περίπτωση όμως που πιστοποιηθεί ότι οι δασικές πυρκαγιές επηρεάζουν αρνητικά τους υποπληθυσμούς, τότε η κατηγορία του θα πρέπει να επαναξιολογηθεί.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η συμπεριφορά του υποείδους μετά από πυρκαγιά θα πρέπει να ερευνηθεί, ιδιαίτερα σε θέσεις της εξάπλωσής του, οι οποίες είχαν παλαιότερο δάσος που έχει καεί. Μια περισσότερο αναλυτική καταγραφή των υποπληθυσμών του, της έκτασης που καταλαμβάνουν και των ατόμων που περιλαμβάνουν, θα ήταν επίσης πολύ χρήσιμη, για συγκριτικούς σκοπούς στο μέλλον.</p><p>Το υποείδος καλλιεργείται εύκολα σε ήπιο μεσογειακό κλίμα και η συλλογή μικρής ποσότητας σπερμάτων δεν αποτελεί κίνδυνο για τους υπάρχοντες υποπληθυσμούς. Συνιστάται η καλλιέργεια φυτών γνωστής προέλευσης σε Βοτανικούς Κήπους για την καλύτερη μελέτη της βιολογίας τους, αλλά και για την ελκυστική ανθοφορία τους.</p><p>Θεοφάνης Κωνσταντινίδης &amp; Δημήτριος Φοίτος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE8AFEAD98DE378AFA3EFE3E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEB7FEAF98C7378AFA3EFE1D.text	9E288790FEB7FEAF98C7378AFA3EFE1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Symphytum davisii subsp. cycladense (Pawl.) Stearn	<div><p>Symphytum davisii Wickens subsp. cycladense (Pawl.) Stearn</p><p>Boraginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Symphytum davisii Wickens subsp. cycladense (Pawl.) Stearn in Ann. Mus. Goulandris 7: 196 (1985).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Kik), Κυκλάδες Νήσοι, Νήσος Σίκινος] "the N-part below Kastro", 10-90 m, 9 Apr. 1967, Runemark &amp; Bentzer 24522 (Ολότυπος: LD).</p><p>Συνώνυμα Symphytum cycladense Pawl. in Fragm. Florist. Geobot. 17(1): 25 (1971).</p><p>Περιγραφή: Ποώδες πολυετές είδος με παχιά, ±ξυλώδη βάση στελέχους, πυκνώς τριχωτή και με αραιές γλωχίνες. Βλαστός μήκους 5-25 cm,, απλός ή ελαφρώς διακλαδιδιακλαδι-- σμένος, με 2 έως αρκετά φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακα και 3-5 φύλλα υψηλότερα στο στέλεχος. Τα μεγαλύτερα φύλλα βάσεως βραχέως έμμισχα, 5-10 x 2-3,5 cm, ωοειδή έως ευρέως ελλειπτικά, αμβλέα, με οδοντωτά και ελαφρώς κυματοειδή περιθώρια, στην κάτω επιφάνεια καλυμμένα με πιληματώδες τρίχωμα, στην επάνω επιφάνεια αραιώς τριχωτά. Ανώτερα φύλλα βαθμιαίως σμικρυνόμενα και σχεδόν άμισχα. Ταξιανθίες απλές, καμπτόμενες, με λίγα έως 10(-20) άνθη, στην αρχή της ανθοφορίας σχηματίζοντες πολύ πυκνός βότρυ. Κάλυκας 6-10 mm,, διαιρούδιαιρού-- μενος σχεδόν μέχρι την βάση σε 5 στενώς γραμμοειδείςλογχοειδείς, αμβλείς έως ελαφρώς αιχμηρούς λοβούς με τριχωτά περιθώρια και εξωτερικά δασύτριχους. Στεφάνη λευκή (κυανή όταν ξηραίνεται), 12-15(-18) mm,, με βραβρα-- χείς (έως 1,5 mm) αμβλείς λοβούς, λέπια φάρυγγα ίσα ή ελαφρώς βραχύτερα των στημόνων. Στήμονες τοποθετημένοι στο ανώτερο τμήμα της στεφάνης με νήματα μήκους 1,5-2,5 mm, ανθήρες 2-3 mm. Καρπός χωρισμένος σε 4 καρπίδια άγνωστης μορφολογίας στην ώριμη κατάσταση.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2n = 30 (Runemark 1967).</p><p>Περίδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως αρχές Μαΐου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό υποείδος της Ελλάδας. Γνωστό μόνον από την νήσο Σίκινο και από την γειτονική νησίδα Καρδιώτισσα των Κυκλάδων. Στην Σίκινο έχουν εντοπισθεί 5 υποπληθυσμοί από το Κάστρο έως τα δυτικά τμήματα της νήσου, σε υψόμετρο από 90 έως 300 m.</p><p>Βιότοπος: Όπως τα άλλα υποείδη του είδους, το subsp. cycladense αναπτύσσεται σε περισσότερο ή λιγότερο σκιερές θέσεις σε κρημνούς, μεταξύ ασβεστολιθικών βράχων καθώς και σε μία θέση με πυριτικούς σχιστόλιθους, συνήθως μεταξύ θάμνων ή δένδρων που το σκιάζουν.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα τέσσερα υποείδη του Symphytum davisii περιγράφηκαν από τον Pawlowski (1971) ως ξεχωριστά είδη. Ο Stearn (1986) τα υποβάθμισε σε υπουπο-- είδη του S. davisii . Με αυτή την ευρεία έννοια το Symphytum davisii εξαπλώνεται στις νήσους Ικαρία (Α. Αιγαίο) και Νάξο, Αμοργό, Σίκινο και Καρδιώτισσα (Κυκλάδες). Λόγω της προτίμησής του σε κατακόρυφους κρημνούς και βραχώδεις θέσεις, το είδος απαντά σε απομονωμένους μικρούς πληθυσμούς. Όπως και στις περισσότερες αντίστοιχες περιπτώσεις, υπάρχει σημαντική ποικιλότητα μεταξύ των πληθυσμών και των υποπληθυσμών. Η όλη ομάδα χρειάζεται περαιτέρω έρευνα και αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ενδιαφέρουσα περίπτωση για μελλοντική μελέτη, η οποία επίσης χρειάζεται να επικεντρωθεί στην προστασία και διατήρηση των σπανιότερων αντιπροσώπων του είδους και των ενδιαιτημάτων τους.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Κάθε πληθυσμός ή υποπληθυσμός του subsp. cycladense αποτελείται από μικρό αριθμό ατόμων, συνήθως λίγες δεκάδες έως εκατοντάδες. Ένας υποπληθυσμός βόρεια του Κάστρου της Σίκινου εκτείνεται σε υψόμετρο από 90 έως 200 m,, σύμφωνα με επαναλαμεπαναλαμ-- βανόμενες παρατηρήσεις από το 1967 έως το 1997. Το σχετικά εμφανίσιμο και πολύπλοκο άνθος του υποείδους υποδηλώνει μία τάση για αλλογαμία.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το υποείδος θεωρείται Τρωτό (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), δεδομένου ότι η περιοχή εμφάνισής του είναι διακεκομμένη και αποτελείται από λίγους μικρούς πληθυσμούς ή υποπληθυσμούς με μικρό αριθμό ατόμων (κριτήριο D). Οι περιοχές όπου εμφανίζεται δεν είναι εύκολα προσβάσιμες και δεν κινδυνεύουν από την περιοδική ή συχνή εναλλαγή της χρήσης της γης. Είναι δυνατόν, όμως, το υποείδος να εξαφανισθεί στην περίπτωση που οι θέσεις εμφάνισής τους γίνουν λατομεία ή στην περίπτωση αλλαγών του μικροκλίματος του βιοτόπου του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Δεν έχουν ληφθεί κάποια ειδικά μέτρα προστασίας για το υποείδος. Το subsp. cycladense αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα σπανίων και τρωτών taxa, παγκόσμιου ενδιαφέροντος, κατάλληλα για μελλοντική έρευνα επικεντρωμένη στα κρημνώδη οικοσυστήματα του Αιγαίου. Προκειμένου να διασφαλισθεί η διατήρηση αυτών των taxa,, ένας αριθμός κρημνωδών οιοι-- κοσυστημάτων πρέπει να χαρακτηρισθεί το συντομότερο δυνατόν ως προστατευόμενες περιοχές.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEB7FEAF98C7378AFA3EFE1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEB1FEAA98C7367CFA35F97B.text	9E288790FEB1FEAA98C7367CFA35F97B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Teucrium aroanium Boiss.	<div><p>Teucrium aroanium Orph. ex Boiss.</p><p>Labiatae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Teucrium aroanium Orph. ex Boiss., Diagn. Pl. Orient., Ser. 2, 4: 55 (1859).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Αχαΐας] "in montis Chelmos (montes Aroania Pausan.) Achaiae regione superiori ad Stygem ubi rupes laetis vestit tapetibus, 5800 ped", 29 Jul. 1852, Orphanidis Fl. Graec. no. 102 (Ολότυπος: G- BOIS. Ισότυποι: C, K, LD, WU- Hal).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, διακλαδιζόμενο, ημιθαμνώδες είδος με ξυλώδη βάση, σχηματίζον πυκνές ή αραιές συστάδες. Στελέχη κατακείμενα έως ανορθούμενα, μήκους 4-24 cm,, με αραιό, βραχύ, λευκό τρίχωμα. Φύλλα με βραχύ μίμί-- σχο, ωοειδή-επιμήκη έως ευρέως ελλειπτικά, 5-22 x 4-12 mm, αμβλέα, με ακέραια ή κυματοειδή περιθώρια, αραιώς τριχωτά στην άνω επιφάνεια, με λευκή, πυκνή τρίχωση στην κάτω επιφάνεια. Κατώτερα βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, ανώτερα μικρότερα, οξύληκτα. Ταξιανθία ακραίος βότρυς με 4-12 άνθη, διατεταγμένα σε ψευδοσπονδύλους ανά δύο. Ποδίσκοι ανθέων μήκους 5-8 mm, με αδενώδεις τρίχες. Κάλυκας ακτινόμορφος, σωληνοειδήςκωδωνοειδής, μήκους 6-8 mm,, με πυκνό αδενώδες τρίτρί-- χωμα, πρασινωπός ή με πορφυρές αποχρώσεις, με 5 ωοειδείς-τριγωνικούς, οξύληκτους οδόντες μήκους περίπου 3 mm. Σωλήνας στεφάνης 1-2 mm, κατώτερο χείλος 15-22 mm,, βαθιά 5-λοβο με επιμήκεις, λίγο έως πολύ καμπτόκαμπτό-- μενους λοβούς, ελαφρώς γαλάζιος έως ρόδινος-ιώδης, με βαθύτερου χρώματος πορφυρές νευρώσεις, χωρίς άνω χείλος. Στήμονες 4, προεκβάλλοντες από το σωλήνα της στεφάνης μαζί με τον στύλο, νήματα τοξοειδή, 20-24 mm, ιώδη-πορφυρά, με αδενώδεις τρίχες στο κατώτερο ήμισυ. Σπέρματα αντωοειδή, καστανωπά, μήκους 2,5-3 mm, με τρίχωμα στο ανώτερο τμήμα τους.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Μαΐου μέχρι τις αρχές Αυγούστου, ανάλογα με το υψόμετρο και την έκθεση.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Πελοποννήσου.Γνωστοί πληθυσμοί του εμφανίζονται στα όρη Χελμός (στη χαράδρα της Στυγός και στις γειτονικές χαράδρες) και Κυλλήνη της Β. Πελοποννήσου, ενώ έχει συλλεχθεί μία φορά στο Ν. Ταύγετο (Tan &amp; Iatrou 2001). Η καταγραφή του είδους στην ΝΑ. Πελοπόννησο πραγματοποιήθηκε προσφάτως (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006) με πληθυσμούς στο όρος Πάρνωνας (στην περιοχή της χαράδρας του Λεωνιδίου, Νομός Αρκαδίας), στο όρος Κουλοχέρα και στο όρος Χιονοβούνι. Τα δύο τελευταία όρη αποτελούν τμήματα της οροσειράς του Ζάρακα και ανήκουν στο Νομό Λακωνίας.</p><p>Βιότοπος: Το Teucrium aroanium συμπεριφέρεται ως χασμόφυτο και φύεται κυρίως σε ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων και κρημνών, καταλαμβάνοντας συνήθως απρόσιτες θέσεις σε χαράδρες. Σπανιότερα έχουν βρεθεί άτομα στη βάση μεγάλων βράχων. Σχηματίζει συστάδες που σε ορισμένες θέσεις καλύπτουν μεγάλο τμήμα του πετρώδους υποστρώματος που τις φιλοξενεί. Το είδος αναπτύσσεται τόσο σε εκτεθειμένες, φωτεινές θέσεις όσο και σε ημισκιερά περιβάλλοντα. Στη ΝΑ. Πελοπόννησο βρέθηκε σε βραχώδη συστήματα διαφόρων εκθέσεων, όμως οι πληθυσμοί περιοχών με νότια ή δυτική έκθεση είναι σαφώς μεγαλύτεροι.Στα όρη της Β. Πελοποννήσου οι πληθυσμοί εκτείνονται κυρίως σε βραχώδεις θέσεις εντός και πάνω από τη δασική ζώνη των Pinus nigra και - Abies cephalonica, σε υψόμετρο 1.200-2.000 m, ενώ εμφανίζονται περιστασιακά μέχρι τα (800-)900 m. Σε αντίθεση, όλοι οι πληθυσμοί της ΝΑ. Πελοποννήσου εκτείνονται σε χαμηλό υψόμετρο (420-870 m)),, σε βραχώδη συστήματα που εμεμ-- φανίζονται σε περιοχές με βλάστηση από Acer sempervirens, Quercus ilex, Q. coccifera, Pistacia lentiscus, Phillyrea latifolia ή σε περιοχές που συγκρατούν ελάχιστη ξυλώδη βλάστηση.Στους πληθυσμούς της ΝΑ. Πελοποννήσου το T. aroanium συχνά συνοδεύεται από τα είδη Asperula taygetea, Aurinia saxatilis subsp. orientalis,, Erica Ericamanipuli- manipuliflora, Hypericum empetrifolium subsp. embetrifolium, Inula verbascifolia ( subsp. methanaea, Odontites linkii subsp. linkii, Ptilostemon chamaepeuce, Stachys chrysantha, κ.ά. Στον πληθυσμό της Αετορράχης του Πάρνωνα συνυπάρχει με το επίσης σπάνιο Teucrium francisci - werneri.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Teucrium aroanium είναι ένα είδος πολύ διακριτό στην Ελλάδα, το οποίο παρουσιάζει ομοιότητες με το T. alyssifolium Stapf από την Τουρκία. Το τελευταίο είδος διαφέρει στα οξύληκτα φύλλα του, στα μακρύτερα βράκτια, στις πυκνές αδενώδεις τρίχες του κάλυκα και στην απουσία μη αδενωδών τριχών (Εkim 1982). Πολύ πρόσφατα περιγράφηκε από την Ανατολία ένα είδος πολύ συγγενικό του T. aroanium, το Τ. pseudaroanium Parolly, Erdag &amp; Nordt (Parolly &amp; al. 2007). Tα δύο είδη εμφανίζουν διαφορές κυρίως στο τρίχωμα, στο μήκος του ποδίσκου του άνθους, στο μέγεθος και στο χρώμα της στεφάνης και στο μήκος των στημόνων. Παρατηρήσεις στο πεδίο όμως, έδειξαν ότι το T. aroanium είναι περισσότερο πολύμορφο από ότι παρουσιάζουν ορισμένες δημοσιευμένες περιγραφές του. Για παράδειγμα, τα άτομα που αναπτύσσονται σε λιγότερο ηλιόλουστα σημεία φέρουν φύλλα σαφώς μεγαλύτερων διαστάσεων από τις περιγραφές του είδους, ενώ ο αριθμός των ανθέων ανά ανθοφόρο στέλεχος, που ανέρχονται στα 12, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διακρίνει το T. aroanium από το Τ. pseudaroanium, παρά την αντίθετη άποψη των Parolly &amp; al. (2007).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι μεγαλύτεροι σε αριθμό ατόμων πληθυσμοί του Teucrium aroanium βρίσκονται στο όρος Χελμός, κυρίως στην περιοχή της χαράδρας της Στυγός και σε γειτονικές περιοχές. Ο ακριβής αριθμός των φυτών στο όρος είναι δύσκολο να υπολογισθεί, επειδή ορισμένες από τις θέσεις τους είναι απρόσιτες. Εκτιμάται, όμως, σε λίγες χιλιάδες ωρίμων ατόμων.</p><p>Από το όρος Πάρνωνα είναι γνωστοί δύο γειτονικοί υποπληθυσμοί, που αριθμούν συνολικώς περίπου 500 άτομα. Εδώ, το είδος βρίσκεται στο κατώτερο όριο της υψομετρικής του εξάπλωσης, κατερχόμενο στα 420 m. Στo όρος Κουλοχέρα το είδος σχηματίζει τρείς ομάδες, που αριθμούν συνολικά περίπου 300 άτομα. Στο όρος Χιονοβούνι έχουν μέχρι στιγμής βρεθεί δύο υποπληθυσμοί, με τον καθένα τους να περιλαμβάνει περίπου 100 άτομα. Το συγκεκριμένο όρος βρίσκεται υπό μελέτη από τους συγγραφείς και είναι πολύ πιθανό να βρεθούν στο μέλλον περισσότεροι υποπληθυσμοί ή άτομα του είδους. Ακριβή πληθυσμιακά δεδομένα από τα όρη Κυλλήνη και Ταύγετος δεν είναι γνωστά.</p><p>Όλοι οι πληθυσμοί του T. aroanium εμφανίζονται υγιείς και καλά εγκατεστημένοι, με ικανοποιητική αναγέννηση, χωρίς να επηρεάζονται σημαντικά από τον μεγάλο αριθμό ζώων που βόσκουν στους βιοτόπους τους.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι πληθυσμοί του Teucrium aroanium που ερευνήθηκαν δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν κάποιο άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον. Εντούτοις, με εξαίρεση τον πληθυσμό του Χελμού, δεν αποτελούνται από μεγάλο αριθμό ατόμων. Στους βιοτόπους τους εμφανίζεται μικρή ανθρώπινη δραστηριότητα, ενώ τα φυτά φαίνεται να είναι έξω από τις διατροφικές προτιμήσεις των ζώων. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε τις μεταβολές που πιθανώς έχουν υποστεί οι πληθυσμοί μέσα στο χρόνο και το κατά πόσον οι αριθμοί των ατόμων διατηρούνται σταθεροί ή όχι, ιδιαιτέρως μετά από τυχαία καταστροφικά γεγονότα ή αλλεπάλληλες περιόδους ξηρασίες.</p><p>Με βάση τα παραπάνω θεωρούμε ότι το T. aroanium θα πρέπει να ενταχθεί στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ) ειδών, σύμφωνα με την IUCN (2001), καθώς δεν πληροί τις προΰποθέσεις για μία υψηλότερη κατηγορία. Οι πληθυσμοί του όμως χρειάζονται παρακολούθηση στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας: Είναι σημαντικό να μη διαταραχθεί η ισορροπία των πληθυσμών και των βιοτόπων του είδους. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στα βραχώδη συστήματα που φιλοξενούν υποπληθυσμούς και γειτνιάζουν με το οδικό δίκτυο, όπως για παράδειγμα στην ανατολική πλευρά του Χιονοβουνίου. Πιθανές διανοίξεις ή βελτιώσεις των δρόμων, ιδιαίτερα αν καταστρέψουν βραχώδη οικοσυστήματα, μπορεί να επιφέρουν δραστικές αλλαγές στους πληθυσμούς των φυτών.</p><p>Η συμπεριφορά του Teucrium aroanium μετά από πυρκαγιά θα πρέπει να ερευνηθεί προσεκτικά. Ορισμένα πρόδρομα στοιχεία υποδεικνύουν ότι το είδος κατάφερε να επιβιώσει μετά από μία πυρκαγιά στην περιοχή της Κουλοχέρας, όμως η έκταση της φωτιάς και η επίπτωση που πιθανώς είχε στα άτομα του πληθυσμού δεν είναι γνωστά. Ωστόσο, το βραχώδες περιβάλλον, ιδιαίτερα αν καλύπτεται με αραιή βλάστηση, προσφέρει ικανοποιητική προστασία από ανάλογους κινδύνους.</p><p>Είναι, επίσης, αναγκαία η πληρέστερη καταγραφή των θέσεων και των υποπληθυσμών του είδους, ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές όπου τα στοιχεία είναι ανεπαρκή, όπως το όρος Κυλλήνη και ο Ν. Ταύγετος. Επίσης, περιοδική αξιολόγηση των γνωστών υποπληθυσμών του θα μπορέσει να διαπιστώσει πιθανές αλλαγές στον αριθμό των ατόμων, καθώς και τις αιτίες που τις δημιουργούν.</p><p>Ορισμένες θέσεις του T. aroanium περιλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 των οικολογικά σημαντικών περιοχών της Ελλάδας και αυτό αναμένεται να έχει θετική επίπτωση στη μελλοντική επιβίωση του είδους.</p><p>Το T. aroanium είναι φυτό όμορφης ανθοφορίας και θα μπορούσε να καλλιεργηθεί συστηματικά σε Βοτανικούς Κήπους, ιδιαίτερα σε βραχόκηπους, συνδυάζοντας την ex situ προστασία του με τη μελέτη της βιολογίας του και τη γνώση των συνθηκών καλλιέργειάς του.</p><p>Eλευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEB1FEAA98C7367CFA35F97B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEB2FEAB98DE367CFA3EFC56.text	9E288790FEB2FEAB98DE367CFA3EFC56.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Teucrium cuneifolium Sm.	<div><p>Teucrium cuneifolium Sm.</p><p>Labiatae</p><p>Teucrium cuneifolium Sm., Fl. Graec. Prodr. 1: 395 (1809).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "inin Cre-Cretae montibus Sphacioticis" Sibthorp (OXF).</p><p>Περιγραφή: Θάμνος ύψους έως 40 cm.. Φυτά καλυπτόκαλυπτό-- μενα από εριώδες, λευκό τρίχωμα. Φύλλα 9-11 x 6-10 mm,, ωοειδή έως κυκλικά, κράσπεδα επίπεδα ή ανεστραμανεστραμ-- μένα, με αμβλεία οδόντωση. Μίσχοι 2-5 mm. Ταξιανθία σε επάκριο κεφάλιο, αποτελούμενη από 6-8 άνθη. Βράκτια 5-7 x 3-6 mm,, πολυάριθμα, παρόμοια με τα φύλλα, σχεσχε-- δόν άμισχα. Βρακτίδια 3-5 x 2-3 mm,, πολυάριθμα, σπασπα-- τουλοειδή. Κράσπεδα συχνά ανεστραμμένα, ακέραια ή με αμυδρή αμβλεία οδόντωση, άμισχα. Κάλυκας περίπου 5 mm, σωληνοειδής, με 5 ευρέως τριγωνικούς, ισομήκεις οδόντες, άμισχος. Στεφάνη 7-8 mm,, μονόχειλη, ωχροκίωχροκί-- τρινη.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 26 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Κυρίως τον Μάιο, επεκτεινόμενη έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Κρήτης.Βρίσκεται κυρίως σε φαράγγια στα νότια του Νομού Χανίων.</p><p>Βιότοπος: Το Teucrium cuneifolium απαντά σε απότομους, ασβεστολιθικούς βράχους και σε πετρώδεις θέσεις στον πυθμένα φαραγγιών μαζί με αραιή φρυγανική βλάστηση, σε υψόμετρο (0-)100-600(-700) m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Teucrium cuneifolium ανήκει στην ομάδα ειδών που συνιστούν τη sectio Polium (Tutin &amp; Wood 1972). Οι χαρακτήρες που το διακρίνουν από τους υπόλοιπους αντιπροσώπους αυτής της sectio στην ΕλλάΕλλά-- δα, είναι το σχήμα και η οδόντωση των φύλλων και το πυκνό, εριώδες τρίχωμα που καλύπτει το φυτό.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To Teucrium cuneifolium σχηματίζει μικρούς, διάσπαρτους υποπληθυσμούς. Στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των ατόμων τους δεν είναι διαθέσιμα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), διότι πληροί το κριτήριο D2, κυρίως λόγω της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Δεν αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάεξαφά-- νισης, ωστόσο πρέπει να εκτιμηθεί το μέγεθος των υποπληθυσμών του και να ελέγχονται οι διακυμάνσεις τους. Οι περιοχές όπου εντοπίζεται, εκτός από το φαράγγι της Σαμαριάς, βόσκονται έντονα. Η βόσκηση, όπως και οι πυρκαγιές, είναι δυνατόν να μειώσουν πολύ ή ακόμα και να εξαφανίσουν ορισμένους υποπληθυσμούς.</p><p>Το Teucrium cuneifolium περιλαμβάνεται στον κατάλογο "Άλλα Σημαντικά Είδη" της ελληνικής χλωρίδας, που συντάχθηκε στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (Kokkini &amp; al. 1996), ενώ ορισμένοι υποπληθυσμοί του βρίσκονται σε περιοχές του Δικτύου (π.χ. Λευκά Όρη), γεγονός που μπορεί να επιδράσει θετικά στη διατήρησή τους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Οι πυρκαγιές και τυχόν αύξηση της βόσκησης αποτελούν πιθανούς κινδύνους για την επιβίωση των υποπληθυσμών. Η καλλιέργεια του Teucrium cuneifolium σε Βοτανικούς Κήπους και η αποθήκευση των σπερμάτων του σε Τράπεζα Σπερμάτων κρίνονται απαραίτητες για την ex situ διατήρησή του.</p><p>Ρεγγίνα Καρούσου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEB2FEAB98DE367CFA3EFC56	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEBDFEA598C7367CFCB4FE1D.text	9E288790FEBDFEA598C7367CFCB4FE1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Thymbra calostachya (Rech. f.) Rech. f.	<div><p>Thymbra calostachya (Rech. f.) Rech. f.</p><p>Lamiaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Thymbra calostachya (Rech. f.) Rech. f. in Kulturpflanze Beih. 3: 64 (1962).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου]"Steile Kalkfelshänge der Schlucht unterhalb Achladi gegen die Südküste", 9 May 1942, Rechinger 12734 (W).</p><p>Συνώνυμα: Micromeria calostachya Rech. f. in Anz. Akad. Wiss. Wien, Math.-Naturwiss. Kl. 80(12): 60 (1943).</p><p>Περιγραφή: Αειθαλής ημίθαμνος με ύψος έως 50 cm. Οι παλαιοί κλάδοι στρεβλοί και συνεστραμμένοι, τοξοειδώς διακλαδισμένοι, φλοιός υπόφαιος. Οι ανθοφόροι κλάδοι όρθιοι, ισχυροί, ύψους 7-12 cm,, διατηρούμενοι, με βραβρα-- χύ χνοώδες τρίχωμα έως σχεδόν λείοι, καταλήγοντες σε μία απλή διακεκομμένη ταξιανθία, που ενθυμίζει στάχυ, μήκους 5-7 cm. Φύλλα άμισχα, επιμήκη-αντιλογχοειδή ή στενά επιμήκη-αντιλογχοειδή, 5-12 x 1,5-3 mm, κάπως παχέα, με πυκνό και βραχύ υπόφαιο τρίχωμα, περιθώριο ακέραιο, κορυφή αμβλεία. Σπόνδυλοι ταξιανθίας άμισχοι, ημισφαιρικοί, με 5-7(-9) άμισχα άνθη. Βρακτίδια γραμμοειδή, περίπου 2 mm, με υπόφαιο, χνοώδες-πιληματώδες τρίχωμα. Κάλυκας περίπου 3 mm, διάστικτος με αδένες, φέρει βραχύ τρίχωμα. Φάρυγγας λείος εσωτερικά. Στεφάνη του άνθους λευκή, μήκους 5,5-6 mm,, σωλήνας ελαελα-- φρώς μακρύτερος από τον κάλυκα, με το ανώτερο χείλος βραχύτερο από το κατώτερο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 30 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μάιο έως τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του νοτίου τμήματος της Επαρχίας Σητείας, στη ΝΑ. Κρήτη.</p><p>Βιότοπος: Σε ρωγμές ασβεστολιθικών κρημνών και σε απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές φαραγγιών, καθώς επίσης μεταξύ φρυγάνων, σε υψόμετρο 0-250 m. To είδος αναπτύσσεται μαζί με άλλα ενδημικά taxa της Κρήτης (με την ένδειξη *) ή της περιοχής του Αιγαίου, όπως τα: Asperula tournefortii, * Bellevalia sitiaca, Brassica cretica subsp. cretica, * Centaurea argentea subsp. macrothysana, * Dianthus fruticosus subsp. sitiacus, * Ebenus cretica, Hirtellina fruticosa, * Limonium cornarianum και * Scutellaria sieberi .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Thymbra calostachya έχει απομονωμένη εξάπλωση και το στενότερο συγγενές της είδος είναι πιθανώς η T. sintenisii Bornm. &amp; Azn. από το Κουρδιστάν, την ΝΑ.Τουρκία και το Β. Ιράκ (Rechinger 1962, 1982).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Δύο υποπληθυσμοί είναι γνωστοί: ο ένας στο φαράγγι της Μονής Καψά νότια του χωριού Κάτω Περιβολάκια, ο άλλος (locus classicus) μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα σε ένα φαράγγι κάτω από το χωριό Αγία Τριάδα (Αχλάδι), νότια της Ζήρου. Ο Jahn (1995) σημειώνει "Με μερικές χιλιάδες ατόμων (πιθανώς ωρίμων) ο πληθυσμός είναι φαινομενικά σταθερός". Ωστόσο, η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί είναι πολύ μικρή, πιθανόν μικρότερη από 5 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Τα φυτά που αναπτύσσονται σε βραχώδεις πλαγιές ή σε φρύγανα θα μπορούσαν να απειληθούν εάν η βόσκηση από τα αιγοπρόβατα γινόταν εντατική, όπως και εάν οι αριθμοί των αιγοπροβάτων αυξάνονταν πάρα πολύ, ή ακόμη κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα ξηρών καλοκαιριών. Τα αρωματικά έλαια στα φύλλα της Thymbra calostachya πιθανόν να αποτρέπουν τη βόσκησή τους από τα αιγοπρόβατα υπό κανονικές συνθήκες, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο όταν υπάρχει έλλειψη περισσότερο εύγευστης βλάστησης. Ακόμη και εάν η υπερβόσκηση δεν κατέστρεφε τα φυτά, θα απέτρεπε την παραγωγή σπερμάτων, με αποτέλεσμα το μέγεθος του πληθυσμού να μειωθεί, εάν αυτή η απειλή παραταθεί για πολλά έτη. Απειλή υπάρχει επίσης από τις φωτιές, οι οποίες θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα άτομα που αναπτύσσονται ανάμεσα σε αρκετά πυκνή βλάστηση ικανή να διατηρήσει μια σαρωτική φωτιά. Ακόμη και με αυτές τις ενδεχόμενες απειλές, φαίνεται απίθανο το είδος να γίνει Κρίσιμα Κινδυνεύον εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Επομένως προτείνεται η κατηγορία Σχεδόν Απειλούμενο (NT), σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο. Δεν θα πρέπει να υπάρξει εντατικοποίηση της διαχείρισης των δύο φαραγγιών, όπου η Thymbra calostachya φύεται, όπως αύξηση του αριθμού των αιγοπροβάτων ή σκόπιμο κάψιμο της βλάστησης, επειδή από αυτές τις δύο ενέργειες θα προέκυπτε σημαντικός κίνδυνος για την επιβίωση του είδους.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEBDFEA598C7367CFCB4FE1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEBFFEA798C7378AFA3EFAE0.text	9E288790FEBFFEA798C7378AFA3EFAE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Thymus hartvigii subsp. hartvigii R. Morales	<div><p>Thymus hartvigii R. Morales subsp. hartvigii</p><p>Labiatae</p><p>Σχεδόν Aπειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Thymus hartvigii R. Morales subsp. hartvigii in Lagascalia 19(1-2): 251 (1997).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Φωκίδος] "Mt. Vardousia, c. 9 km E-ESE of Artotina, NW slopes of Korax, 1975-2400 m, mainly limestone rocks and cliffs", 26 Aug. 1982 (Ολότυπος C. Ισότυποι: B, G, W).</p><p>Συνώνυμα: Thymus rechingeri Hartvig subsp. rechingeri in Pl. Syst. Evol. 155(1-4): 205 (1987).</p><p>Περιγραφή: Ημιξυλώδης πολυετής πόα. Ανθοφόροι βλαστοί έως 30 cm, προεκβάλλοντες από έρπον ξυλώδες στέλεχος που ριζώνει ανά διαστήματα, με βραχύ, μη αδενώδες τρίχωμα έως 0,1 mm, αδενώδες τρίχωμα συνήθως ελλείπον. Φύλλα ευρέως ωοειδή-ρομβοειδή έως υποκαρδιοειδή, 3,5-7,5 x 3,5-6,5 mm, με αναδιπλούμενα κράσπεδα, κίτρινους έως ερυθρωπούς αδένες στην κάτω επιφάνεια και βραχεία, απλή τρίχωση, ανώτερη επιφάνεια με ασαφή φυμάτια, χωρίς αδένες. Βράκτια ταξιανθίας παρεμφερή με τα φύλλα, με μίσχο σχεδόν ίσο με το έλασμα. Ταξιανθία μήκους 0,5-1,5 cm, σε υποσφαιρικό βότρυ με περίπου 4 σπονδυλώματα, σπανίως μεγαλύτερη, βρακτίδια γραμμοειδή-λογχοειδή, μήκους 1,5-4,5 mm. Ποδίσκοι άνθους 1-6 mm. Κάλυκας 4-6 mm, κωδωνοειδής, δίχειλος, με το κατώτερο χείλος να χωρίζεται έως τη βάση του σε δύο τριγωνικά-μυτερά βλεφαριδωτά τμήματα, σωλήνας με μικρές αδενώδεις τρίχες και μακρύτερο μη αδενώδες τρίχωμα μήκους έως 0,5 mm. Στεφάνη δίχειλη, ρόδινη, μήκους 9-16 mm, με σκουρότερες στίξεις στο κάτω χείλος. Γυρεόσακκοι μήκους 0,65-0,85 mm. Σπέρματα υποσφαιρικά, 1,0-1,2 mm, βαθυκάστανα έως καστανόμαυρα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα τέλη Ιουνίου μέχρι τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος των υψηλών ορέων της Στερεάς Ελλάδας και της Β. Πελοποννήσου, γνωστό μόνο από τα ανώτερα τμήματα των ορέων Βαρδούσια, Οίτη, Γκιώνα και Χελμός. Σπάνιο και πολύ τοπικό στα τρία τελευταία όρη, αρκετά διαδεδομένο στα Βαρδούσια.</p><p>Βιότοπος: Ο Thymus hartvigii subsp. hartvigii συνήθως φύεται σε αλπικούς και υποαλπικούς λιθώνες, σε πετρώδεις ή χαλικώδεις εκτάσεις επικλινών πλαγιών, όχι όμως σε κρημνούς ή κάθετους βράχους. Στο όρος Οίτη είναι γνωστό από δύο κορυφές, όπου εμφανίζεται σε πετρώδεις θέσεις σε αραιό δάσος ελάτης ή σε χαλικώδεις πλαγιές με πολύ αραιή βλάστηση. Στα Βαρδούσια έχει καταγραφεί σε πετρώδη λιβάδια και βραχώδεις θέσεις κοντά στην κύρια κορυφή του Κόρακα, ενώ στον Χελμό βρέθηκε σε πετρώδη και βραχώδη λιβάδια με πολυετή αγρωστώδη, πάνω από τον κρημνό των Υδάτων της Στυγός. Στη Γκιώνα έχει βρεθεί σε μία θέση, στα νότια του όρους. Σε όλες τις περιπτώσεις φύεται σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Εξαπλώνεται σε υψόμετρο 1.600-2.400 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Thymus hartvigii είναι ενδημικό είδος της Ελλάδας και αποτελεί το σπανιότερο μέλος της ομάδας του Thymus sect. Teucrioides, η οποία έχει αναθεωρηθεί από τον Hartvig (1987). Διακρίνεται σε δύο υποείδη: το τυπικό, το οποίο εξετάζεται εδώ και το subsp. macrocalyx (Hartvig) R. Morales, το οποίο εμφανίζεται στα ανώτερα τμήματα του όρους Τυμφρηστού. Το τελευταίο υποείδος διακρίνεται από το subsp. hartvigii στον μακρύτερο κάλυκα (6-7,5 mm), στην μακρύτερη στεφάνη (13-17 mm) και στην παρουσία διάφανων αδένων στην κάτω επιφάνεια των φύλλων. Το αρχικό όνομα με το οποίο αναφερόταν το T. hartvigii ήταν Τ. rechingeri Hartvig, βρέθηκε όμως ότι ο Ronniger είχε χρησιμοποιήσει πρώτος το συγκεκριμένο όνομα ήδη από το 1936, για διαφορετικό είδος, οπότε ήταν αναγκαία η αλλαγή του ονόματος του ελληνικού taxon (Μorales 1997).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων του Thymus hartvigii subsp. hartvigii φιλοξενείται στα Βαρδούσια, όπου είναι γνωστές τουλάχιστον τρεις θέσεις του, μεταξύ (1.600-)1.700 και 2.400 m. Εκεί, το υποείδος διατηρεί σχετικώς μεγάλους υποπληθυσμούς, που πιθανότατα ξεπερνούν τα 10.000 άτομα. Οι πληθυσμοί της Οίτης είναι πολύ μικροί και συνολικά αριθμούν λιγότερα των 80 ατόμων. Λίγες εκατοντάδες άτομα έχουν καταμετρηθεί στην Γκιώνα (Τρίγκας, προσωπ. επικοινωνία), ενώ η εκτίμηση του πληθυσμού στον Χελμό, πάνω από τα Ύδατα της Στυγός, που πραγματοποιήθηκε το 1995, ανάγει τον αριθμό των ατόμων σε λιγότερα των 100. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση του Hartvig (1987) ότι το συγκεκριμένο υποείδος δεν έχει ξαναβρεθεί στην Οίτη και τον Χελμό μετά τις συλλογές του Heldreich το 1879 και το 1848, αντιστοίχως. Κάτι τέτοιο σήμερα δεν ισχύει, υποδεικνύει όμως ξεκάθαρα τη σπανιότητα του T. hartvigii subsp. hartvigii σε δύο όρη, για μία περίοδο εκτίμησης που ξεπερνά τα 120 έτη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Πολύ μικροί πληθυσμοί που είναι μικρότεροι των 100 ατόμων ή περιορίζονται σε λίγες μόνο συστάδες κινδυνεύουν με εξαφάνιση εξαιτίας τυχαίων γεγονότων. Ένας τέτοιος κίνδυνος για το υποείδος είναι ιδιαίτερα σημαντικός στα όρη Οίτη και Χελμός. Οι υποπληθυσμοί στα όρη Βαρδούσια εμφανίζονται σταθεροί και τα άτομα πολυάριθμα, εντούτοις στο συγκεκριμένο όρος συγκεντρώνεται ποσοστό μεγαλύτερο του 90% των ατόμων του υποείδους. Στους δυνητικούς κινδύνους περιλαμβάνονται δραστικές αλλαγές στη χρήση των υποαλπικών λιβαδιών, που χρησιμοποιούνται σήμερα κυρίως για βόσκηση κατά τους θερινούς μήνες, καθώς και τοπικά καταστροφικά γεγονότα στις μικρής έκτασης περιοχές που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί στα όρη Γκιώνα, Οίτη και Χελμός, π.χ. δημιουργία δρόμων, εγκατάσταση ανεμογεννητριών ή σταθμών τηλεπικοινωνίας.</p><p>Εξαιτίας της σχετικά μεγάλης έκτασης του πληθυσμού των Βαρδουσίων, το συγκεκριμένο υποείδος δεν πληροί τα κριτήρια της IUCN (2001) για την ένταξή του στην κατηγορία των Τρωτών (VU) και κατατάσσεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ). Είναι, όμως, αναγκαία η περαιτέρω επιτόπια αξιολόγηση του πληθυσμού των Βαρδουσίων, ώστε να υπάρχουν ακριβή αριθμητικά δεδομένα για τα άτομα που φύονται στο όρος. Το Thymus hartvigii subsp. hartvigii εμφανίζει φαινομενική μορφολογική ομοιότητα με τα υποείδη του Acinos alpinus, καθώς και με το συγγενή του Τ. leucospermus και Τ. teucrioides, με τα οποία μπορεί να συγχέεται στο πεδίο.</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα ανώτερα υψόμετρα των ορέων της Ν. Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου φιλοξενούν σπάνια φυτικά είδη, τα οποία χρειάζεται να προστατευτούν συνολικά, με διατήρηση των βιοτόπων τους. Ιδιαίτερα η εξασφάλιση των μικρών πληθυσμών της Οίτης και του Χελμού μπορεί να έχει σημαντική αξία στην γενετική ποικιλότητα του υποείδους. Προσοχή θα πρέπει επίσης να δίνεται στις επιδιώξεις εκμετάλλευσης ή αξιοποίησης ορεινών περιοχών για διάφορους λόγους (εξόρυξη μεταλλευμάτων, αιολικά πάρκα, σταθμοί τηλεπικοινωνίων), η οποία οφείλει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην διαταράσσονται οι πληθυσμοί των σπάνιων φυτών.</p><p>Ορισμένες από τις περιοχές όπου φύεται το υποείδος ανήκουν στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000. Τουλάχιστον ένας πληθυσμός όμως της Οίτης, στην κορυφή Βλιτοτσούμαρο, βρίσκεται εκτός των ορίων του Εθνικού Δρυμού.</p><p>Πέραν της αξίας του ως σπάνιο φυτικό είδος, το Thymus hartvigii subsp. hartvigii ανήκει στην κατηγορία των αρωματικών φυτών εξαιτίας των αιθέριων ελαίων του και θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ως σημαντικός φυτογενετικός πόρος. Η προσεκτική αναπαραγωγή του είδους σε καλλιέργεια είναι ένα μέτρο που θα συμβάλλει στην ex situ προστασία του. Η διατήρηση πολλών αλπικών φυτών, όμως, είναι δύσκολη σε χαμηλά υψόμετρα, και οι απαιτούμενες κατάλληλες συνθήκες καλλιέργειας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις προσπάθειες ex situ διατήρησης.</p><p>Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEBFFEA798C7378AFA3EFAE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEB9FEA298C7367CFA35FA85.text	9E288790FEB9FEA298C7367CFA35FA85.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Thymus laconicus Jalas	<div><p>Thymus laconicus Jalas</p><p>Labiatae</p><p>Thymus laconicus Jalas in Bot. J. Linn. Soc. 64: 252 (1971).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Νομός Λακωνίας] "Krithina, close to and north of the Malea promontory [Akr. Malea]", c. 550 m, Jun. 1955, Goulimy (Ολότυπος: K).</p><p>Συνώνυμα: Thymus pastoralis Turrill in Hooker's Icon. Pl. 36(3): tab. 3558 (1956).</p><p>Περιγραφή: Πολύκλαδος, αρωματικός ημίθαμνος ύψους 30-45 cm,, ξυλώδης στη βάση του. Κλάδοι ευθείς ή τοξοτοξο-- ειδείς, πλάγιοι ή ανερχόμενοι. Ανθοφόρα στελέχη όρθια, με λευκό αφιστάμενο ή αρθρωτό τρίχωμα σε όλη τους την επιφάνεια. Φύλλα αντίθετα, χωρίς παράφυλλα αλλά με μασχαλιαίους φυλλοφόρους οφθαλμούς, ακέραια, δερματώδη, με ελαφρώς διογκωμένα κράσπεδα, λογχοειδή έως στενώς σπατουλοειδή, 3-18 x 1-1,5 mm, απόληξη οξεία έως αμβλεία, βάση βλεφαριδωτή, έλασμα με πορτοκαλόχρωμους αδένες. Ταξιανθίες ακραίες, ημισφαιρικές, 10-16 x 9-13 mm. Βράκτια πλατειά ωοειδή, αδενώδη, 7-12 x 5-8 mm,, σχεδόν οξύληκτα, πράσινα ή με πορφυρές αποαπο-- χρώσεις, με βραχεία τρίχωση, προεκβάλλουσα νεύρωση και μακριές βλεφαρίδες στα κράσπεδα. Ποδίσκοι άνθους έως 1,5 mm, κάλυκας δίχειλος, μήκους 6-8 mm, πυκνά τριχωτός, αδενώδης, σωλήνας κυλινδρικός-κωδωνοειδής, τριχωτός εσωτερικά στον φάρυγγα, με 10-13 νευρώσεις, άνω χείλος πλατύ, μήκους περίπου 5 mm,, με τρεις τριτρι-- γωνικούς οδόντες 1,5-1,75 mm,, και κάτω χείλος αποτεαποτε-- λούμενο από δύο γραμμοειδείς-αιχμηρούς οδόντες μήκους 4-5 mm, όλοι οι οδόντες βλεφαριδωτοί. Στεφάνη δίχειλη, 9-11 mm, ρόδινη-πορφυρή, τριχωτή εσωτερικά, αδενώδης, άνω χείλος σχεδόν ευθύ, ωοειδές, μήκους 3,5 mm,, κάτω χείλος τρίλοβο, μήκους 4,5 mm,, λοβοί αποαπο-- στρογγυλωμένοι. Στήμονες 4, γόνιμοι και εξερχόμενοι της στεφάνης, το άνω ζεύγος βραχύτερο του κάτω, γυρεόσακκοι παράλληλοι ή ελαφρά αποκλίνοντες. Ωοθήκη με δύο τετράλοβα καρπόφυλλα, στύλος λεπτός, περίπου 12 mm, ελαφρά διχαλωτός στην κορυφή, λείος. Καρπίδια 4, λεία.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Μαΐου μέχρι το τέλος Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος ενδημικό της ΝΑ. Πελοποννήσου, μέχρι σήμερα γνωστό από οκτώ θέσεις του νομού Λακωνίας και μία θέση του νομού Αρκαδίας. Η νοτιότερη θέση του ευρίσκεται στο μικρό όρος Κρίθινα, κοντά στο ακρωτήριο του Μαλέα, ενώ οι υπόλοιποι υποπληθυσμοί του νομού Λακωνίας εμφανίζονται από τα βόρεια όρια της χερσονήσου του Μαλέα μέχρι τη δυτική πλαγιά της μικρής κορυφής Στεφανάκι του ΝΔ. Πάρνωνα. Η μοναδική μέχρι σήμερα γνωστή θέση στο νομό Αρκαδίας έχει εντοπισθεί στη νοτιοδυτική πλαγιά της μικρής κορυφής Κάτω Κορομηλιά του Α. Πάρνωνα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006).</p><p>Βιότοπος: Ο Thymus laconicus φύεται σε χαλικώδεις και πετρώδεις περιοχές με θάμνους και φρύγανα, σε φωτεινές θέσεις, συνήθως σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα, σπανιότερα σε φλύσχη ή στις παρυφές ελαιώνων, ενώ ορισμένοι υποπληθυσμοί βρίσκονται σε πρανή επαρχιακών οδών. Οι περιοχές όπου φύεται είναι σχεδόν επίπεδες ή με μικρή κλίση και εντοπίζονται σε υψόμετρο 50-950 m.. Ο υπουπο-- πληθυσμός με το μεγαλύτερο υψόμετρο εντοπίστηκε στην Κάτω Κορομηλιά του Πάρνωνα. Σχεδόν σε όλους τους υποπληθυσμούς το είδος συνυπάρχει με τον μορφολογικά παρεμφερή Coridothymus capitatus (Τhymbra capitata).. Άλλα ξυλώδη είδη που συνήθως βρίσκονται στους βιότοπους του είναι τα Calicotome villosa, Cotinus coggygria, Genista acanthoclada, Globularia alypum, Quercus coccifera, Phillyrea latifolia, Pistacia lentiscus, Satureja thymbra . Οι ακριβείς συνθήκες του βιότοπου του όρους Κρίθινα δεν είναι ακόμη γνωστές.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: O Thymus laconicus είναι μέλος του T. sect. Hyphodromi. Ανάμεσα στα βαλκανικά είδη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ομοιότητα με το ενδημικό των Ιονίων νήσων T. holosericeus Celak. Η θαμνώδης μορφή και οι ξυλώδεις βλαστοί του T. laconicus είναι ασυνήθιστα χαρακτηριστικά στα ελληνικά είδη και θυμίζουν είδη της Ιβηρικής Χερσονήσου, όπως το T. granatensis Boiss. και το T. aranjuezii Jalas (Tan &amp; Iatrou 2001). Τα άτομα του πληθυσμού της Κάτω Κορομηλιάς είναι βραχύτερα από αυτά των υποπληθυσμών των χαμηλότερων υψομέτρων, όμως τυπικά όσον αφορά στους ταξινομικούς χαρακτήρες του είδους. Η διαφορά αυτή μπορεί να αποδοθεί στις διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες, λόγω του σχετικά μεγάλου υψομέτρου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το μέγεθος των πληθυσμών που καταγράφηκαν από τους συγγραφείς ποικίλει μεταξύ 60-500 ατόμων. Οι μικρότεροι υποπληθυσμοί βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου του Μαλέα, όπου η έκταση που καταλαμβάνουν περιορίζεται από την επέκταση των ελαιώνων. Εδώ οι υποπληθυσμοί φύονται σε μικρά ακαλλιέργητα τμήματα που παραμένουν άθικτα, στα όρια καλλιεργειών και θαμνωδών εκτάσεων ή στα πρανή επαρχιακών οδών. Κανένας τους δεν αριθμεί περισσότερα από 200 άτομα. Ο υποπληθυσμός που βρίσκεται ΒΔ. του χωριού Γεράκι αποτελείται από διάσπαρτες ομάδες φυτών που ξεκινούν από την τοποθεσία Λιβέρι και εκτείνονται ανατολικά μέχρι την τοποθεσία Ρικάκια, διακοπτόμενοι από ελαιώνες. Συνολικά στην περιοχή αυτή καταμετρήθηκαν περίπου 500 άτομα. Ο υποπληθυσμός της μικρής κορυφής Στεφανάκι αριθμεί 500 άτομα, ενδέχεται όμως να είναι μεγαλύτερος. Τμήμα του συγκεκριμένου υποπληθυσμού έχει πιθανότατα ήδη καταστραφεί εξαιτίας αποψιλώσεων. Ο υποπληθυσμός της Κάτω Κορομηλιάς του Πάρνωνα είναι ένας από τους περισσότερο εύρωστους, καθώς αριθμεί περίπου 500 άτομα και δεν βρίσκεται κοντά σε καλλιέργειες ή ιδιοκτησίες. Εδώ, αρκετά φυτά έχουν εποικίσει το νεοδημιουργημένο πρανές του δρόμου. Το ακριβές μέγεθος των πληθυσμών στο μικρό όρος Κρίθινα δεν είναι γνωστό.</p><p>Σε όλους τους γνωστούς υποπληθυσμούς του είδους παρατηρήθηκε ικανοποιητικός αριθμός ατόμων μικρής ηλικίας, ο οποίος εγγυάται μια καλή ανανέωση των γηραιότερων ατόμων στο μέλλον. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, το είδος αποτελείται από 3.000-5.000 άτομα συνολικά, ο αριθμός αυτός όμως μπορεί να είναι μεγαλύτερος, δεδομένου ότι συχνά τα άτομα συνυπάρχουν με τον Coridothymus capitatus που παρουσιάζει σχετική μακροσκοπική ομοιότητα. Η γρήγορη διάκριση στο πεδίο δεν είναι εύκολη, ιδιαίτερα τις εποχές που δεν υπάρχουν τα βράκτια των ταξιανθιών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι που απειλούν τον Thymus laconicus σχετίζονται με την καταστροφή των βιοτόπων του, που αποδίδονται στην καλλιέργεια. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα συχνό στη βόρεια περιοχή της χερσονήσου του Μαλέα. Άτομα που γειτνιάζουν με καλλιεργημένες περιοχές κινδυνεύουν από τις καλλιεργητικές πρακτικές όπως η εκρίζωση και η απομάκρυνση των ζιζανίων και η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Εργασίες ισοπέδωσης του εδάφους με τη χρήση εκσκαφέα παρατηρήθηκαν πολύ κοντά σε έναν βιότοπό του. Στα όρια ενός υποπληθυσμού, κοντά στο Αλεποχώρι Λακωνίας, εγκαταστάθηκε πρόσφατα ένας νέος ελαιώνας, ο οποίος ήδη κατέστρεψε τμήμα του βιοτόπου του είδους. Μέρος του υποπληθυσμού της κορυφής Στεφανάκι καταστράφηκε επίσης, εξαιτίας βαθειάς άροσης παρακείμενης ιδιοκτησίας. Στην τοποθεσία Ρικάκια, ΒΔ του χωριού Αλεποχώρι, ο υποπληθυσμός κινδυνεύει από τις δραστηριότητες ενεργού λατομείου εξόρυξης δολομιτικής άμμου, το οποίο επίσης απειλεί έναν από τους ελάχιστους βιότοπους του σπάνιου είδους Linum phitosianum Christod. &amp; Iatrou. Τέλος, άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες ή τυχαία γεγονότα μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την κατάσταση των υποπληθυσμών ακόμα και σε περιοχές που βρίσκονται υπό δασικό καθεστώς, καθώς όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί είναι προσπελάσιμοι και γειτνιάζουν ή διασχίζονται από επαρχιακές οδούς ή αγροτικούς δρόμους.</p><p>Εξαιτίας των παραπάνω κινδύνων, του σχετικά μικρού συνολικού αριθμού ατόμων και της περιορισμένης γεωγραφικής εξάπλωσης του είδους, εντάσσουμε τον Τh. laconicus στην κατηγορία των Τρωτών (VU), VU)),, σύμφωσύμφω-- να με την IUCN (2001), καθώς πληρούνται τα κριτήρια Β2a,b(iii,v) και C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίας: H εξασφάλιση της επιβίωσης του είδους σχετίζεται άμεσα με την διασφάλιση των βιοτόπων του. Θαμνώδεις εκτάσεις, περιθώρια καλλιεργημένων περιοχών, καθώς και παρυφές δασικών εκτάσεων θα πρέπει αφενός να διερευνηθούν περισσότερο διεξοδικά για καλύτερη αξιολόγηση των πληθυσμών και αφετέρου να προστατευτούν από καταστροφικές ενέργειες όπως οι περαιτέρω εκχερσώσεις και η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Η ενημέρωση των μαθητών, των τοπικών φορέων, των συνεταιρισμών και των συμβούλων γεωπόνων των αντίστοιχων περιοχών θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το είδος.</p><p>Ο Thymus laconicus θα μπορούσε να καλλιεργηθεί σε κατάλληλες περιοχές και καθώς είναι μελισσοκομικό φυτό θα μπορούσε να συνδυαστεί με ενίσχυση της τοπικής μελισσοκομίας. Η βιολογία της αναπαραγωγής του και η διατήρησή του σε Βοτανικούς Κήπους αποτελούν επίσης σημαντικές ενέργειες, για την ex situ διατήρηση.</p><p>Ελευθέριος Καλπουτζάκης &amp; Θεοφάνης Κωνσταντινίδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEB9FEA298C7367CFA35FA85	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEBAFEBC98DE367CFA36FBC5.text	9E288790FEBAFEBC98DE367CFA36FBC5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Thymus plasonii Adamovic	<div><p>Thymus plasonii Adamovic</p><p>Labiatae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Thymus plasonii Adamovic in Österr. Bot. Zeitschr. 57: 200 (1907).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΝΕ), Μακεδονία, Νομός Θεσσαλονίκης] "in regione collina et submontana circa Kerec Kjöj et Kapugjilar ad pedes montis Kortiac prope Thessalonicam", Adamovic (Ολότυπος: W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με ξυλώδεις κατερχόμενους ή τοξοειδείς βλαστούς φέροντες πυκνές μασχαλιαίες δέσμες φύλλων. Ανθοφόροι βλαστοί με μασχαλιαίες δέσμες φύλλων τουλάχιστον στη βάση τους, μήκους λιγότερο των 15 cm, τριχωτοί με επικλινείς τρίχες. Φύλλα 8-12 x 0,7- 1 mm, γραμμοειδή, δερματώδη, λεία, τριχωτά έως πάνω από τη μέση, με εμφανείς παράλληλες νευρώσεις. Βράκτια ανοικτοκίτρινα, ευρέως ωοειδή, στενούμενα από τη μέση, με αμβλεία κορυφή, τα μεγαλύτερα περίπου 5 x 2 mm, λεία. Ταξιανθία πυκνό κεφάλιο. Κάλυκας 3,5-4 mm, άνω οδόντες τουλάχιστον 0,8 mm,, κάτω οδόντες λογχολογχο-- ειδείς-οξύληκτοι. Στεφάνη μεγαλύτερη του κάλυκα, χρώματος ρόδινου στην αρχή και κίτρινη κατά την ωρίμανση.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από Μάιο έως τα τέλη Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνον από τη μητροπολιτική περιοχή της Θεσσαλονίκης και τους πρόποδες του όρους Χορτιάτη, (Κ. Μακεδονία), καθώς και την περιοχή του ποταμού Άρδα ΒΔ. του χωριού Κέραμος (Νομός Έβρου).</p><p>Βιότοπος: Πρόκειται για είδος που αναπτύσσεται σε ασβεστολιθικές πετρώδεις πλαγιές και πετρώδη λιβάδια με αραιή και χαμηλή ξυλώδη βλάστηση. Φύεται μαζί με άλλα κοινά φυτά όπως τα Quercus coccifera, Paliurus spina-christi, Erica manipuliflora, Pyrus spinosa, Phillyrea latifolia, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Verbascum undulatum, Thymus sibthorpii, Teucrium polium, Alkanna tinctoria, Anthyllis hermanniae κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Thymus plasonii ανήκει στη sect. Hyphodromi και θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στην ομάδα ειδών του T. striatus Vahl (GreuterGreuter &amp; al.. 1986). Στην ομάομά-- δα αυτή εντάσσονται κυρίως (υπο-)βαλκανικά taxa που επεκτείνουν την εξάπλωσή τους στην Τουρκία και/ή στην Ιταλία. Ο T. plasonii είναι πολύ συγγενής με τον T. αtticus Celak., από τον οποίον είναι συγκριτικώς μικρότερος σε όλα τα τμήματά του (Jalas 1972).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο Thymus plasonii σχηματίζει αραιούς πληθυσμούς σε μια περιοχή περίπου 13 km2. Μέχρι σήμερα κυρίως τέσσερις επιμέρους υποπληθυσμοί ήσαν γνωστοί στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και στους πρόποδες του όρους Χορτιάτη. Η επιτόπια εξέταση αυτών των υποπληθυσμών έδειξε ότι: (i) ο υποπληθυσμός της περιοχής της Πυλαίας, όπου το είδος συλλέχθηκε από τον Dimonie το 1904 (Caputzilar prope Thessalonicam, 200 m,, LD)) καθώς και ο υποπληθυσμός της οικιστικής πεπε-- ριοχής N751 751 του Πανοράματος (200-250 m)), που αναανα-- φέρεται από τον Κρίγκα (2004), πιθανότατα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν εκλείψει ολοκληρωτικά, εξαιτίας της εκτεταμένης αστικοποίησης σε αυτές τις περιοχές, (ii)ii)) τμήτμή-- μα του πληθυσμού που αναφέρεται στην περιοχή Πλατανάκια Πανοράματος (Κρίγκας 2004) πρέπει να θεωρηθεί ότι φθίνει σε βαθμό μεγαλύτερο του 50% σε λιγότερο από μια δεκαετία, εξαιτίας της καταστροφής του βιοτόπου από την αστική ανάπτυξη και (iii) ο πληθυσμός του Gültepe, Kerec Kjöj (locus classicus) μπορεί ακόμα και σήμερα να εντοπισθεί. Κατά τη διάρκεια της εργασίας πεδίου άλλοι δύο επιμέρους πληθυσμοί εντοπίστηκαν στην περιοχή ΒΑ. του Πανοράματος (400 m) και σε πετρώδεις θέσεις, σε περιοχή 3-4 km Β. του Πανοράματος, κοντά στην οδική αρτηρία προς το χωριό Χορτιάτης (500 m). Πέραν αυτών των υποπληθυσμών αναφέρεται άλλος ένας απομονωμένος πληθυσμός στην περιοχή του ποταμού Άρδα, ΒΔ. του χωριού Κέραμος, κοντά στην Ορεστιάδα του Νομού Έβρου (22 May 1972, E. Stamatiadou 15330, ATH)).. ΣυΣυ-- νολικώς, εκτιμάται ότι ο πληθυσμός του T. plasonii δεν ξεπερνά τα 8.000 άτομα. Είναι, ωστόσο, πιθανόν να βρεθούν στο μέλλον και άλλοι πληθυσμοί αυτού του είδους σε ενδιάμεσες περιοχές.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Οι γνωστοί πληθυσμοί του Thymus plasonii κινδυνεύουν είτε από ακατάλληλες ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, είτε από σημαντικές αλλαγές στη δομή της συνυπάρχουσας βλάστησης.</p><p>Η περιοχή εξάπλωσης αυτού του είδους σχεδόν περικυκλώνεται από μια έκταση που αστικοποιείται με ταχύ ρυθμό. Οποιοδήποτε κατασκευαστικό έργο ή επιπλέον αστική ανάπτυξη της περιοχής θα απειλούσε ή θα κατάστρεφε το βιότοπό του. Ήδη τμήμα της προηγούμενης εξάπλωσής του έχει εκλείψει εξαιτίας της αστικής ανάπτυξης.</p><p>Οι υπάρχοντες πληθυσμοί του T. plasonii φύονται σε ανοικτές ηλιόλουστες, πετρώδεις θέσεις, μεταξύ υπερβοσκημένων ξυλωδών φυτών. Σημαντικές αλλαγές στη χρήση γης όπως η απαγόρευση ή η εγκατάλειψη της βόσκησης θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των ξυλωδών φυτών στην περιοχή. Επιπλέον, η διαταραχή που οφείλεται σε κατασκευαστικά έργα έχει συντελέσει στην υποβάθμιση της ποιότητας του βιοτόπου του, όπως αυτή καταδεικνύεται από την εισβολή των αλλοχθόνων φυτών Ailanthus altissima,, AsterAster squa-squamatus, Diplotaxis tenuifolia, Xanthium strumarium subsp. cavanillesii και Solanum elaeagnifolium . Ειδικότερα, η εισβολή του τελευταίου αλλόχθονος φυτού έχει λάβει απειλητικές διαστάσεις, καθώς σχηματίζει εκτεταμένους κυριάρχους πληθυσμούς σχεδόν σε όλες τις εκτάσεις γύρω από τη μητροπολιτική περιοχή της Θεσσαλονίκης (Krigas &amp; Kokkini 2004).</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής συνολικής έκτασης, στην οποία φύεται ο T. plasonii, του περιορισμού της αρχικής εξάπλωσής του, του συνολικού αριθμού ενήλικων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 8.000, της ήδη φθίνουσας ποιότητας του οικοτόπου του, καθώς και της σημαντικής πιθανότητας να υπάρξουν μεγάλες αρνητικές αλλαγές στην περιοχή εξάπλωσής του στο μέλλον, προτείνεται να ενταχθεί το είδος στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την IUCN (2001), καθώς πληρούνται τα κριτήρια A2c, Β2a, b(iii).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία του Thymus plasonii . Ως αποτελεσματικές δράσεις για τη διατήρηση των πληθυσμών του είδους προτείνονται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης, η διατήρηση των βιοτόπων του, καθώς και η προσεκτική και συνεχόμενη απομάκρυνση των υπέργειων τμημάτων των εισβολικών αλλοχθόνων φυτών (ειδικότερα του Solanum elaeagnifolium). Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορίας, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών μακροπρόθεσμα. Για την ex situ διατήρηση και προστασία του είδους έχουν συλλεγεί πέντε άτομα από την περιοχή της Θεσσαλονίκης προκειμένου να καλλιεργηθούν στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων, του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας.</p><p>Νικόλαος Κρίγκας</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEBAFEBC98DE367CFA36FBC5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEA4FEBE98DE367CFA36FD60.text	9E288790FEA4FEBE98DE367CFA36FD60.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Thymus sipyleus Boiss.	<div><p>Thymus sipyleus Boiss.</p><p>Labiatae</p><p>Thymus sipyleus Boiss., Diagn. Pl. Orient. 5: 16 (1844).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Τουρκία] Τουρκία]] "ad basin rupium calcarearum monmon-- tis Sipyli (Manisa Da.) supra Magnesiam (Manisa)", Jul. 1842, Boissier (Ολότυπος: G-BOIS. Ισότυπος: W).</p><p>Συνώνυμα: T. imbricatus Celak. in Flora (Regensburg) 67: 535 (1884) [non Forsskål, Fl. Aegypt.-Arab.: 108 (1775)].</p><p>T. punctatus Vis. in Atti Riunione Sci. Ital. 2: 176 (1841) [non Willd. Phytogr.: 8 (1794)]. - Περιλαμβάνει τα T. sipyleus subsp. sipyleus και T. sipyleus subsp. rosulans (Borbás) Jalas [Syn.: T. squarrosus Fischer &amp; C. A. Meyer in Ann. Sci. Nat. Bot. ser. 4(1): 32 (1854). T. zygioides subsp. rosulans Borbás in Math. Természettud. Közlem. 24: 61 (1890)].</p><p>Περιγραφή: Χαμηλός, εντόνως αποξυλωμένος και πολύκλαδος, αρωματικός ημίθαμνος, σχηματίζων πυκνά προσκεφάλια. Ανθοφόροι βλαστοί 0,5-7(-10) cm,, ανορανορ-- θωμένοι, τριχωτοί, με κυρίως βραχείες, ανακαμπτόμενες τρίχες. Μεσογονάτια διαστήματα συνήθως βραχύτερα από τα φύλλα. Μασχαλιαία φύλλα πολυάριθμα ανά σπόνδυλο, ωοειδή, επικαλυπτόμενα, ανά 2 αντίθετα. Φύλλα βλαστού 3-5 mm, ωοειδή έως λογχοειδή, αμβλεία, ±σαρκώδη. Πλευρικά νεύρα συνενούμενα σχηματίζοντα περιφερειακή πάχυνση, εμφανέστερη στα βράκτια. Βρακτίδια συνήθως 1 mm,, συνήθως μακρύτερα από το μίσχο του άνθους. ΚάΚά-- λυκας 3-4 mm, πράσινος, ±κωδωνοειδής, χείλη ±ισομήκη μεταξύ τους. Άνω οδόντες κάλυκα 0,5-1 mm. Στεφάνη συνήθως λευκή, 4-6 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος και Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος της Ανατολίας και των νησιών του Α. Αιγαίου που έχει αναφερθεί και από την Ευρωπαϊκή Τουρκία (Jalas 1982, Greuter &amp; al. 1986). Στην Ελλάδα η παρουσία του καταγράφηκε στη Χίο, στις κορυφές των ορέων Πελιναίου και Όρους (Snogerup &amp; al. 2001), ενώ επίσης αναφέρεται από τους Rechinger (1943) και Χριστοδουλάκη (1986) στη Σάμο (κορυφή του όρους Κέρκης ή Κερκετεύς).</p><p>Βιότοπος: Στο Πελιναίο της Χίου o Thymus sipyleus φύεται σε υψόμετρο 1.000-1.297 m σε απότομες ασβεστοασβεστο-- λιθικές πλαγιές με αραιή θαμνώδη βλάστηση, όπου κυριαρχούν τα Quercus coccifera, Berberis cretica, Prunus prostrata και Acer sempervirens . Στο Όρος απαντάται σε υψόμετρο 1.160-1.186 m, σε ασβεστολιθικές τοποθεσίες με μικρή κλίση, στις οποίες κυριαρχούν προσκεφαλιοειδείς συστάδες του Astragalus angustifolius . Στον Κέρκη της Σάμου o T. sipyleus φύεται σε υψόμετρο 1.000-1.400 m, σε ασβεστολιθικές βραχώδεις θέσεις (Rechinger 1943, Χριστοδουλάκης 1986, Lund Botanical Museum 2008).</p><p>Στην Ανατολία ο Thymus sipyleus φύεται σε ορεινές στέπες και βραχώδεις πλαγιές, σε υψόμετρο 400-2.700 m (Jalas 1982).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Thymus sipyleus διακρίνεται σε δύο υποείδη, το subsp. sipyleus και το subsp. rosulans Borbás. Σύμφωνα με τον Jalas (1982, 1988) στη Χίο και τη Σάμο απαντά το subsp. sipyleus var. sipyleus, ενώ σύμφωνα με τους Greuter &amp; al. (1986) το subsp. rosulans. Το υλικό που εξετάσθηκε από τη Χίο μπορεί να ενταχθεί στο subsp. sipyleus var. sipyleus, ωστόσο στον πληθυσμό του Όρους βρέθηκαν φυτά με χαρακτηριστικά και των δύο υποειδών.</p><p>Παρότι οι νεαροί βλαστοί του T. sipyleus ομοιάζουν με το T. longicaulis C. Presl, ο πρώτος διακρίνεται από την περιφερειακή πάχυνση των πλευρικών νεύρων των βρακτίων του και την ξυλώδη, θαμνώδη μορφή του (Baden 1991).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η εκτίμηση αριθμού ατόμων στους πληθυσμούς του Thymus sipyleus είναι ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας των πυκνών προσκεφαλιοειδών συστάδων που σχηματίζει, συχνά με δυσδιάκριτα μεταξύ των ατόμων όρια. Η συνολική επιφάνεια που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί του στη Χίο και τη Σάμο εκτιμάται σε λιγότερο από 5 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Ο Thymus sipyleus χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, εξαιτίας του μικρού αριθμού πληθυσμών (3) και της μικρής συνολικά έκτασης (&lt;5 km2) που αυτοί καταλαμβάνουν στην Ελλάδα. Αν και ο Th. sipyleus απαντά επίσης στην Τουρκία, οι ελληνικοί πληθυσμοί στη Χίο και τη Σάμο είναι απομονωμένοι, τόσο από αυτούς της γειτονικής χώρας, όσο και μεταξύ τους. Παρότι οι ελληνικοί πληθυσμοί δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν κίνδυνο εξαφάνισης, ωστόσο τυχαία γεγονότα, όπως μία πυρκαγιά, μπορεί να αποτελέσουν σημαντική απειλή για την επιβίωσή τους. Επιπλέον, οι πληθυσμοί στο Πελιναίο και το Όρος της Χίου βρίσκονται σε περιοχές, οι οποίες υφίστανται έντονη βόσκηση. Οι τρεις πληθυσμοί του T.. sipy-sipyleus στην Ελλάδα απαντούν εντός περιοχών του Δικτύου Φύση 2000: Βόρεια Χίος και Νήσοι Οινούσες και παράκτια θαλάσσια ζώνη (GR4130001), Σάμος: Όρος Κερκετεύς - Μικρό και Μεγάλο Σεϊτάνι - Δάσος Καστανιάς και Λέκκας (GR4120003), γεγονός που αναμένεται να συμβάλει στην προστασία του είδους.</p><p>Μέτρα προστασίας: Παρότι η βόσκηση δεν φαίνεται να απειλεί τους ίδιους τους πληθυσμούς του Thymus sipyleus, ωστόσο ο έλεγχος της βοσκητικής δραστηριότητας θα συμβάλει στη διατήρηση του βιοτόπου του είδους. Συνιστάται η διατήρηση φυτών από τους ελληνικούς πληθυσμούς του T. sipyleus σε Βοτανικούς Κήπους και η κατάθεση σπερμάτων σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Μέτρα πρόληψης των πυρκαγιών είναι επίσης επιθυμητά.</p><p>Αναστασία Στεφανάκη &amp; Στέλλα Κοκκίνη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEA4FEBE98DE367CFA36FD60	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEA6FEB898DE367CFA35FE1D.text	9E288790FEA6FEB898DE367CFA35FE1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Tragopogon lassithicus Rech. f.	<div><p>Tragopogon lassithicus Rech. f.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tragopogon lassithicus Rech. f. in Anz. Akad. Wiss. Wien, Math.-Naturwiss. Kl. 80(12): 62 (1943).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Felshänge des Gipfels Lazaros, 1800 bis 2000 m", 12 Jul. 1942, Rechinger 14391 (W).</p><p>Περιγραφή: Πιθανώς διετές είδος, λείο εκτός από το περίβλημα των υπολειμμάτων φύλλων στη βάση του βλαστού και τις μασχάλες των φύλλων. Ρίζωμα διογκωμένο, ατρακτοειδές, με πάχος περίπου 4 mm και με πυκνό εριώεριώ-- δες-πιληματώδες περίβλημα στην κορυφή του. Στέλεχος όρθιο, συνήθως απλό, ύψους 6-8 cm, με φύλλα, μασχάλες φύλλων εριώδεις-πιληματώδεις. Φύλλα στενώς γραμμοειδή, καμπτόμενα, αναδιπλωμένα κατά τον επιμήκη άξονά τους, όχι μακρύτερα του στελέχους, πλάτους 1,5-1,8 mm, με βάση περιβάλλουσα τον βλαστό. Κεφάλιο μονήρες, ακραίο. Ανθοδόχη με διαστάσεις περίπου 25 x 6 mm στην ανθοφορία και με διάμετρο περίπου 8 mm στην καρποκαρπο-- φορία. Εξωτερικά βράκτια 5, με ασαφές ιώδες-πράσινο χρώμα, στενώς λογχοειδή, διαστάσεων περίπου 25 x 4-5 mm, με πολλές νευρώσεις, βάση σχεδόν εριώδης, άκρο οξύληκτο. Ανθίδια υποκίτρινα, με ιώδεις αποχρώσεις στην απόληξη του γλωσσιδίου. Αχαίνια 7-10 ανά κεφάλιο, υποκάστανα, μήκους 1,6-1,8 cm, με περίπου 10 επιμήκεις ακμές, με μικρά λέπια και προεκβολές, άκρο με βραχύ ράμφος. Πάππος κοκκινωπός-αχυρόχρωμος, πτερωτός, μήκους 1,5-1,8 cm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Δεν έχει καταγραφεί. Πιθανώς τον Απρίλιο ή τον Μάιο. Η καρποφορία παρουσιάζεται τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των ορεινών όγκων του Ψηλορείτη και της Δίκτης, στην Κ. και Α. Κρήτη, αντίστοιχα.</p><p>Βιότοπος: Βραχώδεις πλαγιές και σάρες, σε υψόμετρο 1.800-2.200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Tragopogon lassithicus έχει συσχετισθεί με τον T. samaritani Heldr. &amp; Sart. ex Boiss, από την Κ. και Ν. Ιταλία και τα δυτικά και νότια τμήματα της Βαλκανικής Χερσονήσου (Rechinger 1944). Εντούτοις, ο Greuter (1973) θεώρησε ότι ο T. lassithicus είναι ίσως περισσότερο συγγενής και ενδεχομένως έχει προκύψει από τον T. porrifolius subsp. australis (Jord.) Nyman ( T. sinuatus Avé-Lall.), ένα είδος με ευρεία εξάπλωση στην μεσογειακή περιοχή και συνήθη παρουσία στα χαμηλά υψόμετρα της Κρήτης.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Είναι γνωστοί μόνο 2 πληθυσμοί του Tragopogon lassithicus, ο ένας στα όρη του Ψηλορείτη (Κ. Κρήτη) και ο άλλος της Δίκτη (Α. Κρήτη). Κάθε πληθυσμός εμφανίζεται σε δύο κορυφές. Ειδικότερα, στον Ψηλορείτη ο ένας από αυτούς εντοπίζεται στις βόρειες όψεις της υψηλότερης κορυφής Τίμιος Σταυρός, ενώ ο δεύτερος βρίσκεται μεταξύ του Τιμίου Σταυρού και της δεύτερης υψηλότερης κορυφής, του Αγκαθιά. Στην Δίκτη, ο ένας υποπληθυσμός εντοπίζεται στην ανατολική πλαγιά της κορυφής Αφέντης Χριστός και ο άλλος βρίσκεται περίπου 5 km στα βορειοανατολικά, στο όρος Λάζαρος (πεπε-- ριοχή από όπου συλλέχθηκε ο Τύπος). Ο συγγραφέας του άρθρου δεν έχει παρατηρήσει κάποιον από αυτούς τους υποπληθυσμούς. Δεν έχουν καταγραφεί στοιχεία σχετικά με το μέγεθος των υποπληθυσμών ούτε ενδείξεις οποιασδήποτε συνεχιζόμενης μείωσης των ατόμων ή ακραίων μεταβολών στον αριθμό των ενηλίκων φυτών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι περίπου 4 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Tο είδος κινδυνεύει κυρίως εξαιτίας της υπερβόσκησης από τα αιγοπρόβατα, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται όλο το καλοκαίρι στον Ψηλορείτη και τη Δίκτη, πάνω από το δασικό όριο. Αυτή η ενέργεια βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των παραγόμενων σπερμάτων και αναστέλλει την εγκατάσταση νεαρών φυτών. Αν οι υποπληθυσμοί έχουν πολύ μικρό αριθμό ενηλίκων ατόμων ή καταλαμβάνουν πολύ μικρή περιοχή ή και τα δύο, τότε ίσως υπάρχουν επιπλέον κίνδυνοι εξαιτίας της υπερσυλλογής από βοτανικούς, το ενδεχόμενο πλήρους εξαφάνισης από απρόσμενες περιβαλλοντικές καταστροφές ή αναπαραγωγική κατάρρευση εξαιτίας έλλειψης γενετικής ποικιλότητας. Η κατηγορία των Τρωτών (VU) VU)) της IUCN (2001) προτείνεπροτείνε-- ται για το είδος, αφού πληροί το κριτήριο D2 εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής που καταλαμβάνουν οι 4 υποπληθυσμοί του. Το κριτήριο D1 μπορεί επίσης να πληρούται, αν ο συνολικός πληθυσμός αριθμεί λιγότερα από 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ένας από τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να περιφραχθεί, ώστε να αποκλεισθούν τα βόσκοντα ζώα και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή έξω από την περίφραξη ως μάρτυρα. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα περίφραξης περισσοτέρων περιοχών, με την κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γης, των τοπικών κτηνοτρόφων και χωρικών. Η συλλογή σε όλους τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός αχαινίων μπορεί να συλλεχθεί (αν αυτή η ίδια η ενέργεια δεν δημιουργεί κίνδυνο) ώστε να καλλιεργηθούν φυτά που θα δημιουργήσουν ex situ υποπληθυσμούς, από τους οποίους θα αποκτηθεί περισσότερο πολλαπλασιαστικό υλικό που θα αναπαραχθεί, θα διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους και θα τοποθετηθούν σπέρματα σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την επιλογή της επανεισαγωγής στο μέλλον ή την διεξαγωγή πειραμάτων ενίσχυσης των πληθυσμών, σε περίπτωση που οι αυτοφυείς υποπληθυσμοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEA6FEB898DE367CFA35FE1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEA0FEBA98DE378AFA35FD3B.text	9E288790FEA0FEBA98DE378AFA35FD3B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Tripleurospermum conoclinium (Boiss. & Balansa) Hayek	<div><p>Tripleurospermum conoclinium (Boiss. &amp; Balansa) Hayek</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Tripleurospermum conoclinium (Boiss. &amp; Balansa) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30 (2): 655 (1931).</p><p>Σύντυποι: [Τουρκία] "In pascuis Tmoli Yaila de Bozdagh", 1854, Balansa 30 (K). "In pratis humidis ad Yachamichlar Keui Phrygiae", 1857, Balansa 1279 (K).</p><p>Συνώνυμα: Chamaemelum conoclinium Boiss. &amp; Balansa in Boissier, Diagn. Pl. Orient. Nov. ser. 2, 6: 98 (1859).</p><p>Matricaria conoclinia (Boiss. &amp; Balansa) Nyman, Consp. Fl. Eur. 1: 374 (1879).</p><p>Περιγραφή: Φυτό διετές ή πολυετές, ύψους 15-35 cm και σπανίως έως 65 cm.. Βλαστοί από τη βάση 1 ή περισπερισ-- σότεροι, διακλαδιζόμενοι ή όχι στο ανώτερο τμήμα τους. Βλαστοί και φύλλα με αραιή, μη αδενώδη τρίχωση. Φύλλα δις έως τρις πτερότμητα, λοβοί γραμμοειδώς λογχοειδείς, ακιδωτοί. Κεφάλια με σωληνοειδή και γλωσσοειδή ανθίδια, 2-4 ή σπανίως πολυάριθμα, κατά κορύμβους, με διάμετρο 0,9-1,5 cm (εξαιρουμένων των γλωσσοειδών ανθιδίων). Ποδίσκοι μακριοί, άνισοι. Βράκτια περιβλήματος επιμήκως ωοειδή, αμβλέα ή σχεδόν αμβλέα, χνοώδη ή σχεδόν λεία, με καστανά μεμβρανώδη κράσπεδα. Ανθοδόχη ευρέως επιμήκως κωνική. Σωληνοειδή ανθίδια κίτρινα, γλωσσοειδή ανθίδια λευκά, μήκους 9-13 mm. Λοβοί της στεφάνης των σωληνοειδών ανθιδίων με εμφανώς αδενώδη άκρα. Αχαίνια αντωοειδή ή επιμήκως αντωοειδή, σχεδόν συμπιεσμένα, μαύρα κατά την ωρίμανση, 1-2 x 0,6-1,2 mm, πολύ κολλώδη, με λεία ή λεπτώς γραμμωτή την εμπρόσθια όψη και με τρεις παχιές, λευκές ραβδώσεις στην πίσω. Πάππος ανύπαρκτος. Αδένες που τείνουν να συνενωθούν στην κορυφή του αχαινίου.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος - Ιούλιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: ΒΔ., Δ. και Ν. Τουρκία και Ελλάδα (νήσος Λέσβος). Στην Λέσβο είναι γνωστό από μία μόνο θέση στον οικισμό Ταβάρι, Ν. του χωριού Μεσότοπος, από όπου αναφέρθηκε σχετικώς πρόσφατα ως νέο για την Ελλάδα (Bazos &amp; Yannitsaros 2004).</p><p>Βιότοπος: Το Tripleurospermum conoclinium στην Τουρκία φύεται σε λιβάδια και βοσκότοπους, σε υψόμετρο από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.200 m (Enayet Hossain 1975). Στη Λέσβο φύεται σε έναν ξηρό,πετρώδη βοσκότοπο δίπλα στον παραθαλάσσιο οικισμό Ταβάρι. Στην ευρύτερη περιοχή κυριαρχούν τα φρύγανα με κύριο είδος το Sarcopoterium spinosum . Στην ίδια θέση φύονται διάφορα ποώδη taxa νανώδους ανάπτυξης, όπως: Anthemis aciphylla var. aciphylla, Gastridium phleoides, Phleum exaratum subsp. exaratum, Polypogon maritimus, Rostraria cristata κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Tripleurospermum conoclinium είναι στενά συγγενές με το T. tenuifolium (Kit.) Freyn, από το οποίο διαφέρει στη, συνήθως, νανώδη εμφάνιση, τα μικρότερα φύλλα με τους βραχείς γραμμοειδώς λογχοειδείς ή νηματώδεις λοβούς και τα αχαίνια που παρουσιάζουν έντονα κολλώδη επιφάνεια, λεία ή με λεπτώς γραμμοειδή ποίκιλση στην εμπρόσθια όψη (EnayetEnayet Hos-Hossain 1975). Το ύψος των ατόμων που συλλέξαμε από την περιοχή του Ταβαρίου δεν υπερβαίνει τα 20 cm (σύμφωνα με τη βιβλιογραφία αυτό είναι πάνω από 25 cm), γεγονός το οποίο ίσως οφείλεται στην επίδραση του ξηρού και πετρώδους οικοτόπου, όπου φύεται. Σύμφωνα με τον Kay (1976), ο οποίος αναφέρει το είδος ως Matricaria conoclinia (Boiss. &amp; Balansa) Nyman, άτομα του T. tenuifolium από την Αλβανία μοιάζουν στο περίβλημα και την τρίχωση στο T. conoclinium .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα το Tripleurospermum conoclinium σχηματίζει έναν και μοναδικό πληθυσμό σε βοσκότοπο, που βρίσκεται στα όρια του παραθαλάσσιου παραθεριστικού οικισμού Ταβάρι του χωριού Μεσότοπος της Δ. Λέσβου. Το ακριβές μέγεθος του πληθυσμού δεν είναι γνωστό αν και με μία πρώτη εκτίμηση ο συνολικός αριθμός των ατόμων δε φαίνεται να υπερβαίνει τα 1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) για την Ελλάδα με βάση την IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια Β2a,b(iii), λόγω του μικρού μεγέθους του πληθυσμού του, της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, αλλά και λόγω της παρατηρούμενης συνεχούς υποβάθμισης και πιθανής καταστροφής του βιοτόπου του. Τα τελευταία έτη, κυρίως μετά την ασφαλτόστρωση της οδού που συνδέει τον Μεσότοπο με το Ταβάρι, παρατηρείται στην παραθαλάσσια αυτή περιοχή αυξημένη οικιστική δραστηριότητα (ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών και ξενοδοχειακών μονάδων, διάνοιξη δρόμων κ.λπ.), η οποία μπορεί να οδηγήσει το μοναδικό, έως σήμερα, γνωστό στην Ελλάδα πληθυσμό του T. conoclinium σε συρρίκνωση ή ακόμη και σε εξαφάνιση. Ένας επιπλέον κίνδυνος είναι η ελεύθερη βόσκηση από πρόβατα και η επακόλουθη κατανάλωση των νεαρών βλαστών του φυτού, η οποία περιορίζει τη δυνατότητα παραγωγής ώριμων σπερμάτων.</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί και δεν έχει προταθεί κάποιο μέτρο προστασίας του μοναδικού γνωστού πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα. Για την αποτελεσματική προστασία του θεωρούμε ότι πρέπει να γίνει κατά το δυνατόν ακριβής εκτίμηση του μεγέθους και των ορίων του πληθυσμού και να παρακολουθείται κατά διαστήματα η κατάστασή του καθώς και η κατάσταση του βιοτόπου του για τυχόν αλλαγές.</p><p>Ως μέτρο προστασίας ενδεχομένως να ήταν αποτελεσματική η περίφραξη τμήματος της περιοχής για την αποφυγή της δόμησης και της βόσκησης. Προτείνεται ακόμη να γίνει προσεκτική συλλογή αχαινίων για την καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και την κατάθεση σε Τράπεζα Σπερμάτων για την πιθανή επανεισαγωγή του, αν χρειασθεί.</p><p>Τέλος πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο να ερευνηθεί η ευρύτερη περιοχή του Ταβαρίου για την πιθανή ανεύρεση άλλων υποπληθυσμών του είδους.</p><p>Ιωάννης Μπαζός &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEA0FEBA98DE378AFA35FD3B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEA2FEB598DE367CFA3EFBE6.text	9E288790FEA2FEB598DE367CFA3EFBE6.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Tulipa doerfleri Gand.	<div><p>Tulipa doerfleri Gand.</p><p>Liliaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tulipa doerfleri Gand. in Fl. Cret. 102 (1916).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ρεθύμνης] " Tulipa hageri Heldr. ", "Hochtal nordwestl. vom Kedros" [i.e. Gious Kambos], 28 Apr 1904, Dörfler, Iter Creticum No. 182 [= Herb. Norm. No. 5338] (Oλότυπος:?LY, Ισότυπος: B, W, WU).</p><p>Συνώνυμα: Tulipa hageri var. doerfleri (Gand.) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30(3): 70 (1933).</p><p>Περιγραφή: Βολβώδες πολυετές είδος. Βολβός στενούμενος-ωοειδής, περίπου 4 x 2 cm, χιτώνας βαθέως ερυθροκάστανος, ελαφρώς δερματώδης, με μικρό αριθμό καστανοκίτρινων τριχών εσωτερικά, προς την κορυφή. Βλαστός όρθιος, με ερυθρωπές αποχρώσεις ειδικά κοντά στην κορυφή, 15-25 cm (το εναέριο τμήμα), λείος. ΦύλΦύλ-- λα 3 ή 4, γλαυκά, συνήθως μη στιλπνά, μερικές φορές ελαφρώς ερυθρωπά στα περιθώρια και κοντά στην κορυφή, γραμμοειδή-ελλειπτικά έως γραμμοειδή, αυλακούμενα, 15-30 x 0,5-1,6 cm, λεία. Άνθος μονήρες. Περιάνθιο πράσινο και ωοειδές πριν την ωρίμανση, ερυθρό και τελικά φωτεινό ερυθρό και κυπελλοειδές κατά την άνθιση, τμήματα περιανθίου φέροντα μελανή κηλίδα στην βάση εσωτερικά, ενίοτε με μία κιτρινωπή ζώνη να την περιβάλλει, με εμφανείς επιμήκεις νευρώσεις, λεία, κορυφή αμβλεία, τα 3 εξωτερικά τέπαλα ±ελλειπτικά, 3,6-4 x c. 1,9 cm, τα 3 εσωτερικά αντιλογχοειδή, 3,6-4 x 2-2,2 cm. Νήματα με θαμπό βαθύ ερυθρό χρώμα, στενά τριγωνικά, 7-8 mm, λεία εκτός από την βάση τους που φέρει λευκή τρίχωση. Ανθήρες ιώδεις-μελανοί, επιμήκεις, 10-12 x 3-4 mm, γύρη κίτρινη. Ωοθήκη πράσινη, ελαφρώς ερυθρωπή στις γωνίες, τριγωνική, στενούμενη στην κορυφή, μήκους περίπου 11 mm, ελαφρώς υπερβαίνουσα τα νήματα, λεία, επιφάνεια στίγματος λευκωπή.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 36 (Sonderhousen 1977, Tzanoudakis &amp; al. 1991, Bareka &amp; al. 2005).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Απρίλιος έως Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της ΔΚ. Κρήτης, από τα Αγκουσελιανά (Επαρχία Αγίου Βασιλείου) έως τη Μονή Ασωμάτων (Επαρχία Αμαρίου), 22 km ανατολικά.</p><p>Βιότοπος: Είδος υποχρεωτικώς αγροφυτικό των παραδοσιακά καλλιεργούμενων εδαφών, το οποίο απαντά σε καλλιεργημένους και χέρσους αγρούς παραμένοντας σταθερό επίσης σε εγκαταλειμμένους αγρούς, σε υψόμετρο από 330 έως 750 m. Αναπτύσσεται με άλλα αγροφυτικά είδη των καλλιεργειών, στα οποία περιλαμβάνονται τα γεώφυτα Allium nigrum, Gladiolus italicus, Muscari comosum, Ranunculus ficaria subsp. chrysocephalus και Smyrnium perfoliatum subsp. rotundifolium, καθώς και από μια μεγάλη ποικιλία ετήσιων φυτών, στα οποία περιλαμβάνονται τα Anagallis arvensis, Eruca vesicaria, Glebionis segetum, Papaver rhoeas και Scandix pecten-veneris .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Tulipa doerfleri έχει αναφερθεί στο παρελθόν ως T. orphanidea Boiss. &amp; Heldr., όπως π.χ. από τους Grey- Wilson &amp; Matthews (1980), η οποία απαντά στην Ν. Ελλάδα (Πελοπόννησος και Αττική) και την Δ Τουρκία (Persson 1991). Εντούτοις, η T. orphanidea χαρακτηρίζεται από πορτοκαλί έως καστανέρυθρο ή σπανίως κίτρινο περιάνθιο και τετραπλοειδή χρωμοσωματικό αριθμό με 2 n = 48 χρωμοσώματα (Persson 1991), ενώ η T. doerfleri έχει βαθύ ερυθρό περιάνθιο και τριπλοειδή χρωμοσωματικό αριθμό, 2 n = 36 (Sonderhousen 1977, Tzanoudakis &amp; al. 1992, ως " T. orphanidea " και Bareka &amp; al. 2005).</p><p>Βασισμένοι στις παρατηρήσεις μας η T. doerfleri φαίνεται να είναι εντελώς άγονη, πολλαπλασιαζόμενοι βλαστητικά με υπόγειες παραφυάδες, αλλά δεν σχηματίζει ποτέ βιώσιμα σπέρματα. Αυτή η βιολογία συνάδει με ένα στείρο τριπλοειδές καρυότυπο.</p><p>Άλλο ένα παρόμοιο είδος είναι η T. hageri Heldr. από χαμηλά υψόμετρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Όπως και η T. orphanidea, το είδος αυτό είναι τετραπλοειδές με 2 n = 48 χρωμοσώματα (Persson 1991).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Πέντε υποπληθυσμοί είναι γνωστοί, οι οποίοι από ανατολικά προς τα δυτικά εντοπίζονται ως ακολούθως: Αγκουσελιανά, μεταξύ των χωριών Φρατί και Δρίμισκος, βόρεια του όρους Ξηρό. Γιούς Κάμπος, μεταξύ των χωριών Σπήλι και Γερακάρι και κοντά στην Μονή Ασωμάτων. Ο συγγραφέας παρατήρησε μόνο λίγα ώριμα άτομα στα Αγκουσελιανά (Απρίλιος 1989, Απρίλιος 2003), καθώς και μερικές δεκάδες έως μερικές εκατοντάδες ωρίμων ατόμων στην περιοχή Φρατί-Δρίμισκος (Απρίλιος 1993). Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός με διαφορά είναι αυτός της πεδιάδας Γιούς Κάμπος, όπου παρατηρήθηκαν σε διάστημα αρκετών ετών μερικές δεκάδες χιλιάδες ωρίμων ατόμων (π.χ. Απρίλιος 1990), αν και οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων κυμαίνονταν από έτος σε έτος. Βεβαίως, ο όρος "άτομα" για ένα είδος, το οποίο αναπαράγεται μόνο βλαστητικά με υπόγειες παραφυάδες ίσως δεν είναι ο καταλληλότερος. Οι υποπληθυσμοί στο Γερακάρι και κοντά στην Μονή Ασωμάτων έχουν επίσης παρατηρηθεί ανεξάρτητα από τους Mary Briggs and Ernst Markus (προσωπ. επικοινωνία με τους δύο) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, ενώ περισσότερες λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το είδος αυτό ίσως είναι μικρότερη από 5 km2.</p><p>Kίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Αλλαγές στις παραδοσιακές πρακτικές καλλιέργειας, όπως η εγκατάλειψη των καλλιεργούμενων αγρών ή το όργωμα σε βάθος με σύγχρονα μηχανήματα, απειλούν την επιβίωση της Tulipa doerfleri . Η περιοδική καλλιέργεια στους αγρούς, όπου ενδημεί το είδος, είναι απαραίτητη, διότι διαφορετικά θα αναπτυχθεί άλλου είδους βλάστηση, η οποία τελικά και θα ανταγωνισθεί την Tulipa . Τέτοιος ανταγωνισμός πιθανόν να συμβαίνει ήδη σε κάποιους εγκαταλειμμένους αγρούς. Εντούτοις, όπου το παραδοσιακό μικρού βάθους όργωμα του εδάφους λαμβάνει χώρα, είναι δυνατό να διασφαλίσει την επιβίωση του είδους, δεδομένου ότι οι βολβοί του βρίσκονται πολύ βαθιά στο έδαφος και είναι δύσκολο να διαταραχθούν. Αντιθέτως, οι σύγχρονες μέθοδοι οργώματος σε μεγάλο βάθος μπορεί να αποβούν καταστροφικές γιατί φέρνουν τους βολβούς κοντά στην επιφάνεια, όπου αποξηραίνονται και πεθαίνουν ή χάνουν την ικανότητά τους να αναπτύξουν συσταλτές ρίζες προκειμένου να επανέλθουν στο φυσιολογικό για αυτούς βάθος. Η κατηγορία Τρωτό (VU) προτείνεται (IUCN 2001) για το είδος, βάσει των κριτηρίων B1ab(iii,v) c(iv)+2ab(iii,v)c(iv) και D2.</p><p>Μέτρα προστασίας: Το οροπέδιο Γιους Κάμπος δημιουργεί ένα αξιοσημείωτο θέαμα τα έτη που χιλιάδες έως δεκάδες χιλιάδες άτομα της Tulipa doerfleri βάφουν ολόκληρα λιβάδια κόκκινα με τα άνθη τους (βλέπε Πατρουδάκης 2007). Θα μπορούσε να υπάρξει δημόσια στήριξη, προκειμένου η περιοχή αυτή να αποτελέσει προστατευόμενη έκταση, όπου οι παραδοσιακές πρακτικές καλλιέργειας θα διατηρηθούν, ώστε όχι μόνο να προστατευθεί η T. doerfleri αλλά και πολλά άλλα αγροφυτικά είδη της παραδοσιακά καλλιεργούμενης γης. Η Tulipa doerfleri καλλιεργείται στην Ευρώπη και την Β Αμερική.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEA2FEB598DE367CFA3EFBE6	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEAFFEB798C7367CFA3EFABB.text	9E288790FEAFFEB798C7367CFA3EFABB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Typha laxmannii Lepech.	<div><p>Typha laxmannii Lepech.</p><p>Typhaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Typha laxmannii Lepech. in Nova Acta Acad. Sci. Imp. Petrop. Hist. Acad. 12: 84 (1801).</p><p>Τύπος: [Ρωσία] Ρωσία]] "DahuriaDahuria [περιοχήπεριοχή της Σιβηρίας]",]",",, LaxLax-- mann in Herbarium Fischer 66 (LE).</p><p>Συνώνυμα: Typha stenophylla Fischer &amp; C. A. Meyer in Bull. Phys.-Math. Acad. (Petersb.) 3: 209 (1845).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές ποώδες ελόφυτο με στέλεχος λελε-- πτό, έως 170 cm, συνήθως 80-120 cm. Έλασμα φύλλων με πλάτος 2-4(-7) mm.. Κολεοί φύλλων συνήθως ανοιανοι-- κτοί στο φάρυγγα, συνήθως με ωτία. Ανθοφόρα στελέχη βραχύτερα από τα φύλλα. Άνθη σε δύο πυκνά, επικείμενα τμήματα σταχυόμορφης ταξιανθίας διαχωρισμένα με διάστημα (0,5-)1-3,5(-6) cm. Θήλεις στάχεις μήκους (3-)4- 9(-12) cm (1/4-1/2 του μήκους των αρρένων τμημάτων) και με διάμετρο 2 cm κατά την ωριμότητα, επιμήκως ωοειωοει-- δείς έως ωοειδείς, χρώματος ανοικτού καφέ. Θήλεα άνθη χωρίς λέπια, στίγμα πεπλατυσμένο, ελλειπτικό, μακρύτερο από τις τρίχες. Άρρενες στάχεις με μήκος 1,5-3 φορές το μήκος των θηλέων, 8-22 cm x 4-7 mm. Άρρενα άνθη με τρίχες και λέπια. Ανθήρες (1-)1,5(-2) mm.. Καρπός διαρρηδιαρρη-- κτός. Σπέρματα 0,95-1,1 mm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 30 (Chepinoga &amp; al. 2008).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος - Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Typha laxmannii είναι γνωστή από την Κίνα, τη Μογγολία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Τατζικιστάν, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, τη Σιβηρία, το Ιράν και την Τουρκία. Στην Ευρώπη το status του είδους είναι αμφίβολο. Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, πιθανότατα εμφανίζεται σε φυσικούς οικότοπους στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία και το νοτιοδυτικό τμήμα της Ρωσίας. Άλλοι υποστηρίζουν πως το είδος έχει εισαχθεί ακούσια σε μεσογειακές περιοχές της Ευρώπης από την Ασία με καλλιέργειες ρυζιού και κατόπιν άρχισε να εξαπλώνεται βόρεια και δυτικά. Σήμερα, η Typha laxmannii έχει ευρεία εξάπλωση στην Τσεχία και τη Σλοβακία. Έχει επίσης παρατηρηθεί στη Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία, τη Γαλλία και στη B. και K.. Ιταλία. Στην Ελλάδα η παρουσία του είδους υποδεικνύυποδεικνύ-- εται από παλαιές αναφορές (Halácsy 1902, Hayek 1933, Zaganiaris 1940), οι οποίες επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα με την ανεύρεσή του σε αρδευτικό κανάλι του ποταμού Αλιάκμονα στον εθνικό δρόμο Θεσσαλονίκης-Κατερίνης (Παπαστεργιάδου 1990) και σε καλαμώνες και αρδευτικά ή αποστραγγιστικά κανάλια στην περιοχή του Αμβρακικού κόλπου (Sarika &amp; al. 2005).</p><p>Βιότοπος: Η Typha laxmannii αναπτύσσεται σε όχθες ποταμών, σε παραποτάμιες περιοχές υπερχείλισης και σε ανθρωπογενή ενδιαιτήματα όπως ορυζώνες, αρδευτικά ή αποστραγγιστικά κανάλια, ιχθυοτροφεία και τεχνητούς λάκκους εξόρυξης άμμου, χαλικιών ή πέτρας (Otahelova &amp; al. 2001, Baryla &amp; al. 2005, Nobis &amp; al. 2006). Στην Πολωνία η φυτοκοινωνία Typhetum laxmannii προτιμά ανοιχτές ηλιόλουστες θέσεις εύτροφων ενδιαιτημάτων, που δέχονται σημαντικές ανθρωπογενείς επιδράσεις και έχουν χαμηλό περιεχόμενο σε οργανική ύλη. Στις περισσότερες περιπτώσεις το εδαφικό προφίλ αυτών των τόπων είναι ασβεστώδες, αργιλοασβεστώδες, ιλυώδες ή αμμώδες (σε αμμώδεις κοιλότητες και χαντάκια). Στα ενδιαιτήματα αυτά η στάθμη του νερού παρουσιάζει εποχιακή διακύμανση και το βάθος του δεν υπερβαίνει τα 40 cm. Κατά τη διάρκεια του θέρους συνήθως αποξηραίνονται. Η περιοδική αποξήρανση δε φαίνεται να είναι επιβλαβής για την εν λόγω φυτοκοινωνία. Στην περιοχή του Αμβρακικού Κόλπου η T. laxmannii σχηματίζει μαζί με το είδος Phragmites australis διακριτή φυτοκοινότητα, σε ανοιχτές, ηλιόλουστες θέσεις, στη σύνθεση της οποίας συμμετέχουν και άλλα ελόφυτα, όπως τα: Juncus fontanesii subsp. pyramidatus, J. gerardi subsp. gerardi, J. hybridus, J.. subu-subulatus, Cyperus fuscus, C. laevigatus subsp. laevigatus, Lycopus europaeus, Pulicaria dysenterica, Samolus valerandi, Mentha pulegium . Η φυτοκοινότητα εμφανίζεται εντός καλαμώνων που αναπτύσσονται σε εγκαταλειμμένα ιχθυοτροφεία και κανάλια άρδευσης ή αποστράγγισης κατά μήκος δρόμων. Η αποξήρανση των ενδιαιτημάτων της φυτοκοινότητας ήταν εμφανής κατά τη διάρκεια επισκέψεών μας στην περιοχή (Ιούλιος και Οκτώβριος 2000), ενώ το έδαφος και στους δύο τύπους ενδιαιτημάτων ήταν ιλυοαμμώδες και κάθυγρο. Σε παρακείμενες θέσεις πολύ καλή ανάπτυξη παρουσίαζαν συστάδες από T. domingensis και συστάδες με T. latifolia . Η αναφορά του είδους από αρδευτικό κανάλι του ποταμού Αλιάκμονα (Παπαστεργιάδου 1990) δε συνοδεύεται από στοιχεία που αφορούν το ενδιαίτημα, τα συνοδά είδη, τον τρόπο ανάπτυξης και τον αριθμό ατόμων του πληθυσμού.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Typha laxmannii διακρίνεται από άλλα είδη Typha, με τα οποία μπορεί να συνυπάρχει, εξαιτίας της απουσίας λεπίων στα θήλεα άνθη, του διαστήματος 0,5-6 cm που μεσολαβεί μεταξύ της ταξιανθίας αρρένων ανθέων και της ταξιανθίας θηλέων ανθέων, των στενών φύλλων που σπάνια ξεπερνούν σε πλάτος τα 4 mm και των ανθοφόρων στελεχών που είναι βραχύτερα από τα φύλλα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι υποπληθυσμοί της Typha laxmannii στην περιοχή του Αμβρακικού κόλπου απαντούν μέσα σε καλαμώνες που αναπτύσσονται σε ανθρωπογενή ενδιαιτήματα (ιχθυοτροφεία, τεχνητά κανάλια). Στις συστάδες που εμφανίζεται, οι οποίες είναι εύρωστες και καταλαμβάνουν έκταση αρκετών τετραγωνικών μέτρων, το είδος συνεπικρατεί με το Phragmites australis . Τα δύο είδη καλύπτουν περίπου το 75% της συνολικής επιφάνειας των συστάδων, στον υπόροφο των οποίων συναντώνται και άλλα ελόφυτα με πληθοκάλυψη που κυμαίνεται από 1 έως 25%. Ο ακριβής αριθμός των ατόμων της T. laxmannii είναι δύσκολο να υπολογισθεί λόγω βλαστητικού πολλαπλασιασμού με τα ριζώματα αλλά και λόγω της ανάπτυξής της μέσα στους καλαμώνες. Πάντως στην περιοχή του Αμβρακικού κόλπου κατά το διάστημα των επισκέψεών μας εκτιμάται πως ο πληθυσμός της αριθμούσε κατά προσέγγιση 1.500-2.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα και το μέγεθος των πληθυσμών του δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν με απόλυτη ακρίβεια καθώς τα διαθέσιμα βιβλιογραφικά δεδομένα είναι όχι μόνο περιορισμένα αλλά και πολύ συνοπτικά. Οι αναφορές της Typha laxmannii από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία (Halacsy 1902, Hayek 1933, Zaganiaris 1940, Παπαστεργιάδου 1990) δε συνοδεύονται από στοιχεία για την ποσοτική και ποιοτική εμφάνιση των πληθυσμών της.</p><p>Έτσι, με βάση τα στοιχεία που προέρχονται από την περιοχή του Αμβρακικού Κόλπου και σύμφωνα με το κριτήριο D22 των κατηγοριών απειλής της IUCN (2001) μπομπο-- ρούμε να χαρακτηρίσουμε το είδος ως Τρωτό (VU) κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης εμφάνισής του στον ελληνικό χώρο αφού από το 1902 μέχρι και το 2005 έχει αναφερθεί μόνο από ελώδεις περιοχές κοντά στην Καλαμπάκα, την Κατερίνη (Halácsy 1902), τη Λεπτοκαρυά (Zaganiaris 1940) και από αρδευτικό κανάλι του ποταμού Αλιάκμονα (Παπαστεργιάδου 1990). Η T. laxmannii ίσως αντιμετωπίσει κίνδυνο εξαφάνισης στο άμεσο μέλλον, καθώς κάποια από τα φυσικά της ενδιαιτήματα έχουν πιθανόν εκλείψει ή συρρικνωθεί.</p><p>Μέτρα προστασίας: Επειδή οι γνώσεις μας για την Typha laxmannii στην Ελλάδα είναι ελλιπείς, πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει προσπάθεια εντοπισμού των πληθυσμών της που έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία και εκτίμηση της κατάστασής τους, αν ακόμη εξακολουθούν να υπάρχουν. Επίσης μία προσπάθεια ανεύρεσης πληθυσμών του είδους ανά την Ελλάδα θα αποτελούσε ίσως το θεμέλιο λίθο προτάσεων για μέτρα προστασίας.</p><p>Παρόλα αυτά επειδή οι ήδη γνωστοί πληθυσμοί της T. laxmannii είναι σχετικά μικροί θα πρέπει να παρακολουθούνται και να καταγράφονται πιθανές αλλαγές του βαθμού απειλής ειδικά όταν συμβαίνουν γεγονότα που μπορούν να επιφέρουν μεταβολές στο μέγεθός τους ή στους οικοτόπους που τους φιλοξενούν. Τέλος, γενικότερα μέτρα για τη διατήρηση των καλαμώνων μέσα στους οποίους φύεται το είδος θα συμβάλλουν στην προστασία του.</p><p>Μαρία Σαρίκα &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEAFFEB798C7367CFA3EFABB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEA9FEB198C7367CFA3EFC49.text	9E288790FEA9FEB198C7367CFA3EFC49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Typha minima Funck ex Hoppe, Bot. Taschenb. Anfanger Wiss. Apothekerkunst 1794	<div><p>Typha minima Funck ex Hoppe</p><p>Typhaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕN)</p><p>Typha minima Funck ex Hoppe, Bot. Taschenb. Anfanger Wiss. Apothekerkunst 1794: 187 (1794).</p><p>Τύπος: [Αυστρία] Αυστρία]:]: "in Salisburgi arenosis'' Hoppe (Ισότυ-Ισότυπος: ΜW).</p><p>Συνώνυμα: Typha angustifolia L. var. minor L., Sp. Pl. ed. 2: 603 (1762).</p><p>T. laxmanni sensu Ledeb., Fl. Ross. 4: 3 (1853), p.p., non Lepech. (1801).</p><p>Rohrbachia minima (Funck ex Hoppe) Mavrodiev in Bot. Zhurn. 86(9): 121 (2001).</p><p>Περιγραφή: Λεία, υδρόβια ή ημιχερσαία πολυετής πόα με ινώδεις ρίζες και έρπον ρίζωμα. Στέλεχος όρθιο, λεπτό, ύψους 25-75 cmm μορφής βολβοκονδύλου στη βάση. ΦύλΦύλ-- λα κυρίως ευρισκόμενα στη βάση, γραμμοειδή, δίστοιχα, όρθια. Κολεοί των φύλλων ανοιχτοί στο φάρυγγα. Έλασμα φύλλων συνήθως απόν στα ανθοφόρα στελέχη, έλασμα φύλλων των μη ανθοφόρων στελεχών με πλάτος 1-2(-3) mm. Ανθοφόρα στελέχη βραχύτερα από τα φύλλα. Άνθη σε δύο πυκνά, επικείμενα τμήματα σταχυόμορφης ταξιανθίας, τα θήλεα κάτω, τα άρρενα επάνω, άρρενα και θήλεα μέρη συνεχόμενα ή χωρισμένα· άρρεν μέρος μερικές φορές με ένα υποτείνον φυλλόμορφο βράκτιο· θήλυ μέρος 1,5-4,5 cm, σφαιρικό, ωοειδές, επιμήκως ωοειδές έως κυλινδρικό, βαθυκάστανο, συχνά με υποτείνον φυλλόμορφο βράκτιο. Άρρενα άνθη χωρίς λέπια ή τρίχες· θήλεα άνθη με σπατουλόμορφα λέπια. Tρίχεςρίχες με εξογκωμένη σφαιρισφαιρι-- κή απόληξη, μήκους όσο τα λέπια. Στίγμα γραμμοειδές, μακρύτερο των τριχών. Καρποί 0,5-0,7 mm, αδιάρρηκτοι.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Typha minima είναι είδος με σποραδική εξάπλωση σε χώρες της Κ. Ευρώπης (Αυστρία, πρώην Τσεχοσλοβακία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ελβετία), τη Γαλλία, την Ιταλία, την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Ρουμανία, την Ελλάδα έως και την Ασία. Στην Ελλάδα είναι γνωστή μόνο από το μικρό ποταμό Κλαδέο, παραπόταμο του Αλφειού, ΒΑ. του χωριού Κλαδέος, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας (Νομός Ηλείας, Πελοπόννησος), όπου βρέθηκε σχετικά πρόσφατα (Yannitsaros &amp; Vassiliades 2003). Μία παλαιά αναφορά του είδους (ως Typha minima Hoppe) από την κοιλάδα του Σπερχειού (Stephanides 1948) δεν επιβεβαιώθηκε παρά την αναζήτησή του τον Ιούνιο του 1998. Ο πληθυσμός του είδους στον Κλαδέο ποταμό είναι απομονωμένος από τους αντίστοιχους της Ιταλίας, της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας.</p><p>Βιότοπος: Ο Cook (1980) αναφέρει ότι το είδος είναι ελαφρώς ασβεστόφιλο και συνήθως φύεται σε παραποτάμια χαλικώδη ιζήματα, ενώ ο Baytop (1984), ο οποίος θεωρεί το taxon sensu lato, αναφέρει ότι στην Τουρκία φύεται σε βάλτους, όχθες και κοίτες ποταμών. Στην Ελλάδα η Typha minima φύεται κατά μήκος των όχθεων του ποταμού Κλαδέου σε αλλουβιακές αποθέσεις και σε υψόμετρο περίπου 100 m, συχνά μαζί με την T. domingensis, είδος με αργότερη ανθοφορία. Άλλα είδη που φύονται στην ίδια τοποθεσία είναι: Adiantum capillus-veneris, Pinus halepensis, Platanus orientalis, Rubus sp., Trifolium repens, Trifolium angustifolium,, Dorycnium rectum,, Scorpiurus Scorpiurusmu- muricatus, Linum pubescens, Lythrum salicaria, Foeniculum vulgare, Daucus carota s.l., Plantago lanceolata, Sonchus asper s.l., Conyza albida, Cirsium creticum, Dittrichia viscosa, Scirpus holoschoenus, Imperata cylindrica, Paspalum distichum, Phragmites australis, κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Typha minima χαρακτηρίζεται κυρίως από τα στενά φύλλα της, που δεν υπερβαίνουν σε πλάτος τα 3 mm, την απουσία τριχών ή λεπίων από τα άρρενα άνθη και τις σαφώς διογκωμένες κορυφές των τριχών των θηλέων ανθέων. Άλλα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν από τα περισσότερα είδη του γένους είναι η λεπτοφυής εμφάνιση και το σχετικά μικρό ύψος της, το οποίο συνήθως δεν υπερβαίνει τα 75 cm. Τα ελληνικά φυτά ανήκουν στο τυπικό είδος T. minima και όχι στην T. lugdunensis P. Chab., που θεωρείται από μερικούς συγγραφείς ως μία ποικιλία της πρώτης ( T. minima var. gracilis Ducomm.) Το taxon αυτό διαφέρει από την τυπική T. minima στο ότι τα φύλλα των ανθοφόρων στελεχών έχουν έλασμα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το φυτό σχηματίζει πυκνές συστάδες στις όχθες του ποταμού Κλαδέου, για μια απόσταση περίπου 2 km κατά μήκος τους. Η ακριβής εκτίμηση του αριθμού των ατόμων είναι πολύ δύσκολη έως αδύνατη, λόγω βλαστητικού πολλαπλασιασμού με τα ριζώματα και λόγω συνύπαρξής του με την Typha domingensis .</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Typha minima θεωρείται γενικά απειλούμενο είδος στην περιοχή της Ευρώπης και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αυστηρά προστατευόμενων ειδών (Παράρτημα Ι) της Σύμβασης για τη Διατήρηση της Ευρωπαϊκής Άγριας Ζωής και των Φυσικών Βιοτόπων (Σύμβαση της Βέρνης) του Συμβουλίου της Ευρώπης. Για την Ελλάδα σύμφωνα με τα κριτήρια B2a,b(iii) και D2 των κατηγοριών απειλής της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ), λόγω της πολύ περιορισμένης εμφάνισής του και των ισχυρών ανθρωπογενών επιδράσεων, που δέχεται ο βιότοπός του. Το νερό του ποταμού Κλαδέου χρησιμοποιείται για την άρδευση παρακείμενων αγρών, οι οποίοι συχνά οργώνονται μέχρι τις όχθες. Το είδος είναι πιθανότατα ευαίσθητο στη ρύπανση από ζιζανιοκτόνα και άλλα φυτοφάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες. Επίσης δεδομένη είναι η ευαισθησία του στην ξηρασία και τυχόν αλλαγές στη ροή του ποταμού το επηρεάζουν άμεσα. Πρόσφατα (καλοκαίρι 2007) δασικές πυρκαγιές σε συνδυασμό με έντονους καύσωνες έπληξαν την ευρύτερη περιοχή.</p><p>Όλα τα παραπάνω ασκούν ισχυρή πίεση στον πληθυσμό της T. minima στον ποταμό Κλαδέο, προκαλώντας προβλήματα στην επιβίωσή του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο πληθυσμός της Typha minima πρέπει να ελέγχεται περιοδικά για να διαπιστώνεται το μέγεθος και η κατάστασή του. Καλό είναι να ενημερωθούν κατάλληλα οι κάτοικοι της περιοχής, ώστε να λαμβάνεται πρόνοια για την αποφυγή καταστροφής συστάδων του φυτού. Πρέπει επίσης το είδος να καλλιεργηθεί ex situ και να εισαχθεί σε κατάλληλους βιοτόπους στη συγκεκριμένη περιοχή, ώστε να ενισχυθεί η δυνατότητα αποίκησης. Τέλος, σπέρματά του προτείνεται να κατατεθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων.</p><p>Αρτέμιος Γιαννίτσαρος &amp; Διονύσιος Βασιλειάδης</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEA9FEB198C7367CFA3EFC49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FEABFE4C98C7367CFA35FD89.text	9E288790FEABFE4C98C7367CFA35FD89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Utricularia australis R. Br.	<div><p>Utricularia australis R. Br.</p><p>Lentibulariaceae</p><p>Utricularia australis R. Br. in Prodr. Fl. Nov. Holl. 430 (1810).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύπος: [Αυστραλία, Αυστραλία,, Νέα Νότια Ουαλία]] "between HawksHawks-- bury &amp; Paramatta", R. Brown s.n. (BM).</p><p>Συνώνυμα: Utricularia major Schmidel, Ic. Pl. ed. Bischof: 80, t. 21 a-l (1771).</p><p>U. neglecta Lehm., Nov. Stirp. Pug. 1: 38 (1828).</p><p>U. jankae Velen. in Abh. Konigl. Bohm. Ges. Wiss. VII, 1(8): 37 (1866) - βλέπε επίσης Taylor (1989).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές, μεσαίου μεγέθους υδρόφυτο (μεσοπλευστόφυτο), με βυθισμένους στο νερό, ελευθέρως πλέοντες βλαστούς, με μήκος έως 30 cm ή και περισπερισ-- σότερο. Ριζοειδή συνήθως παρόντα, λίγα, με μήκος λίγα cm, με πολυάριθμους βραχείς, διχοτομικά διαιρούμενους βραχίονες. Παραφυάδες νηματοειδείς, διακλαδιζόμενες, με μήκος έως 50 cm ή περισσότερο και πάχος 0,3-1 mm, κυλινδρικές και λείες. Φύλλα πολυάριθμα, με μήκος 1,5- 4 cm, διαιρούμενα από τη βάση σε 2 ±ίσα, ±πτεροειδώς διαιρούμενα πρωτογενή τμήματα, τα δευτερογενή τμήματα των οποίων διαιρούνται περαιτέρω διχοτομικά σε ±πτεροειδώς διαιρεμένα, τριχοειδή τμήματα, με επάκρειες και πλευρικές, βραχείες, σκληρές τρίχες. Κύστεις (παγίδες) διμορφικές, με αδένες εσωτερικά, συνήθως πολυάριθμες, εκφυόμενες πλευρικά στα δευτερεύοντα έως και στα προτελευταία τμήματα των φύλλων (φυλλάρια) αλλά και στη βάση των πρωτογενών τμημάτων ακριβώς επάνω από το σημείο διακλάδωσης. Πλευρικές κύστεις ωοειδείς, με ποδίσκο και μήκος 0,5-2,5 mm, στόμιο πλευρικό, με δύο απλά ή διακλαδισμένα νωτιαία εξαρτήματα με μορφή σκληρής τρίχας, συνήθως με περισσότερες απλές βραχείες και σκληρές τρίχες στα πλάγια. Οι κύστεις στη βάση των πρωτογενών φυλλαρίων έχουν ποδίσκο,στόμιο στη βάση, γυμνό ή με δύο πολύ βραχέα απλά εξαρτήματα με μορφή σκληρής τρίχας. Ταξιανθία ευθυτενής, αναδυόμενη, με μήκος 10-30(-100) cm, ποδίσκος νηματοειδής, κυλινδρικός, λείος, όρθιος κατά την ανθοφορία, εύκαμπτος στη συνέχεια. Λέπια 1-2(3), πάντα στο ανώτερο ήμισυ του ποδίσκου, όμοια με τα βράκτια. Βράκτια περίπου κυκλικά, στρογγυλωμένα ή ασαφώς τρις οδοντωτά στο άκρο, με μήκος 3 mm, προσφυόμενα με τη βάση, η οποία φέρει ωτία. Βρακτίδια δεν υπάρχουν. Άνθη 4-10. Ανθοφόρος άξονας αρχικά βραχύς, επιμηκύνεται με την ηλικία. Ποδίσκοι ανθέων νηματοειδείς, κυλινδρικοί, με μήκος 1-3,5 cm, όρθιοι κατά την άνθηση, αποκλίνοντες μετά από αυτήν όταν σχηματίζεται ο καρπός. Κάλυκας με λοβούς σχεδόν ίσους, ωοειδείς, με μήκος 3-4 mm, άνω λοβός στρογγυλός στο άκρο, υαλώδης, κάτω λοβός κολοβός ή ακρόκοιλος. Στεφάνη κίτρινη, με το διογκωμένο τμήμα της βάσης του κατώτερου χείλους πολύ σκουρότερο και με κοκκινοκάστανες γραμμές και κηλίδες, μήκους 1,2-2 cm· άνω χείλος ευρέως ωοειδές, με εντομή στο άκρο, κατώτερο χείλος νεφροειδές ή εγκάρσια ελλειπτικό που φέρει στη βάση μία πολύ χαρακτηριστική διόγκωση, έχει επάκριο τμήμα±επίπεδο,πλάτους έως 1,8 cm και άκρο στογγυλεμένο ή με εντομή. Παλάτο λείο, πλήκτρο ευρέως κωνικό, με αμβλύ άκρο, ελαφρώς καμπυλωτό, εμφανώς βραχύτερο από το κατώτερο χείλος, σκεπασμένο μέσα σε ολόκληρο το επάκριο ήμισυ, με αδένες κανονικά διατεταγμένους. Νήματα στημόνων καμπυλωτά, με μήκος περίπου 2 mm,, ανθήρες ευδιάκριτοι. Ωοθήκη σφαιρική, πυκνά κακα-- λυμμένη με αδένες, στύλος ευδιάκριτος, κατώτερο χείλος του στίγματος ημικυκλικό,βλεφαριδωτό, άνω χείλος πολύ βραχύ ή υπολειμματικό. Καρπός κάψα εξαιρετικά σπάνια, σφαιρική, με διάμετρο περίπου 4 mm που ανοίγει με μία εγκάρσια σχισμή (πυξίδιο). Σπέρματα πρισματικά, μήκους και πλάτους περίπου 5 mm, με 4-6 στενά πτερυγιοφόρες αιχμές.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 36, 38, 40 (Reese 1952), 44 (Casper &amp; Manitz 1975).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Στην Ευρώπη αργά το θέρος, στους τροπικούς κατά τη διάρκεια της υγρής περιόδου και στην Αυστραλία από το Δεκέμβριο έως το Φεβρουάριο (Taylor 1989).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος με μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση, απαντά παντού στην Ευρώπη, στην τροπική και εύκρατη Ασία περιλαμβανόμενης της Κίνας και της Ιαπωνίας στα ανατολικά, στην Κ. και Ν. Αφρική, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία. Επιτυγχάνει την άριστη ανάπτυξη και ανθοφορία του μόνο στους τροπικούς. Η Utricularia australis είναι ένα σπάνιο είδος στη Βαλκανική Χερσόνησο και αναφέρθηκε σχετικά πρόσφατα από τη λίμνη Καλοδίκη ως νέο για την ελληνική χλωρίδα (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 1996). Λίγο αργότερα την αναφέρουν από τη λίμνη Στυμφαλία οι Koumpli-Sovantzi-SovantziSovantzi &amp; al.. (1997). Οι ίδιοι αναανα-- φέρουν επίσης την ανεύρεση του είδους στο δέλτα του θεσσαλικού Πηνειού από τον Th. Rhaus. Από τους Taylor (1972) και Greuter &amp; al.. (1989) αναφέρεται από την ΚρήΚρή-- τη με ερωτηματικό.</p><p>Βιότοπος: Λίμνες, προστατευμένες τοποθεσίες στις όχθες ποταμών ή αργά ρεόντων υδάτων, αβαθείς τεχνητές υδατοσυλλογές, έλη, χαντάκια, παλαιές κοίτες ποταμών, συνήθως σε χαμηλά υψόμετρα, όμως στους τροπικούς εμφανίζεται και σε μεγάλα υψόμετρα (Taylor 1989), σε νερά όξινα έως αλκαλικά, εύτροφα έως μεσότροφα, βάθους 0,3-1,0 m, σε τυρφώδη συνήθως υποστρώματα. Η Utricularia australis στη λίμνη Καλοδίκη, στην οποία οι αποθέσεις τύρφης που σχηματίσθηκαν σταδιακά από την έναρξη της εποχής του Ολόκαινου έχουν πάχος από 0,5- 3,5 m (Botis &amp; al. 1993), βρέθηκε σε μικρούς θύλακες νερού, σε ανοικτές αβαθείς (βάθος 0,1-0,5 m)),, ηλιόλουηλιόλου-- στες θέσεις με ιλυοαμμώδες υπόστρωμα, πλούσιο σε παλιό φυτικό υλικό (sapropelium), στη βόρεια πλευρά του μεγάλου τμήματος του υγροτόπου. Στον υγρότοπο αυτό η U. australis συμμετείχε (ως συνοδό είδος) με αρκετά υψηλή σταθερότητα και πληθοκάλυψη στη δομή φυτοκοινότητας με Potamogeton natans . Στις θέσεις όπου εμφανίζεται το είδος παρατηρείται σημαντική διακύμανση της στάθμης του νερού κατά τη διάρκεια του έτους, μετρήθηκαν υψηλές συγκεντρώσεις ανόργανου αζώτου (κυρίως νιτρικών) και φωσφόρου (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 1996, 2003). H U. australis αναφέρεται επίσης από τη νοτιοδυτική πλευρά της ίδιας λίμνης, ως σταθερό είδος φυτοκοινοτήτων με Potamogeton trichoides, με Agrostis stolonifera και με Gratiola officinalis (Dimopoulos &amp; al. 2005). Οι φυτοκοινότητες αυτές είναι γνωστές από μεμε-- σότροφα έως εύτροφα νερά με έντονη διακύμανση της στάθμης του νερού (κοινότητα με Potamogeton natans και κοινότητα με Potamogeton trichoides) και υγρά μεσότροφα έως εύτροφα εδάφη, τα οποία μπορεί να παραμένουν πλημμυρισμένα για ένα σημαντικό διάστημα του έτους (κοινότητα με Agrostis stolonifera και κοινότητα με Gratiola officinalis) (Dimopoulos &amp; al. 2005). Η αναφορά του είδους από τη λίμνη Στυμφαλία (Koumpli- Sovantzi &amp; al. 1997) δεν συνοδεύεται από στοιχεία που αφορούν το ενδιαίτημα του είδους, τον τρόπο ανάπτυξής του και τον αριθμό ατόμων του πληθυσμού.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Utricularia australis συγχέεται συχνά με την U. vulgaris L. και στο μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει κανείς με βεβαιότητα πιο από τα δύο είδη αναφέρεται ή κατά πόσοκαι τα δύο συνυπάρχουν. Σε βοτανικές συλλογές, πολλά δείγματα είναι λάθος προσδιορισμένα και σε σχετικές δημοσιευμένες μελέτες ορισμένοι από τους χαρακτήρες που δίνονται για τη διάκριση των δύο ειδών είναι αναξιόπιστοι. Επομένως δεν είναι δυνατόν να παραθέσει κανείς αναφορές από την πολύ πλούσια ευρωπαϊκή βιβλιογραφία ή να δώσει την εξάπλωση των ειδών στην περιοχή με βεβαιότητα. Τα πλέον αξιόπιστα χαρακτηριστικά διάκρισης της U. australis από την U. vulgaris είναι η πλευρική περιφέρεια των τμημάτων του ακραίου φύλλου, το πλάτος της στεφάνης και οι αδένες εσωτερικά της κορυφής του πλήκτρου της στεφάνης. Επιπλέον διαφορές είναι το επίπεδο κάτω χείλος της στεφάνης, το διαφορετικό σχήμα του πλήκτρου και οι σχετικά μακρύτεροι μετά την άνθηση ποδίσκοι της U. australis (Taylor 1989) .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών μας στη λίμνη Καλοδίκη (1991-1995) παρατηρήθηκαν σχετικά λίγα άτομα (&lt;100) της Utricularia australis που αναπτύσσονταν είτε μεμονωμένα είτε σε μικρές ομάδες και κάλυπταν μικρή έκταση (&lt;5%) στη βόρεια πλευρά της λίμνης. Σύμφωνα με τους Dimopoulos &amp; al. (2005) ο αριθμός των ατόμων του είδους ήταν πολύ μεγαλύτερος στο νοτιοδυτικό τμήμα της λίμνης την περίοδο κατά την οποία επισκέφθηκαν την περιοχή (1996). Από τα δημοσιευμένα από αυτούς στοιχεία προκύπτει πως η U. australis συμμετείχε στις δειγματοληπτικές επιφάνειες που μελετήθηκαν με υψηλή σταθερότητα (40-100%) και πληθοκάλυψη που κυμαίνονταν από &lt;5% έως 25%. Από τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας και πληροφορίες του Π. Δημόπουλου (προσωπ. επικοινωνία), ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή πολύ πρόσφατα (Ιούλιος 2008), μπορούμε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε πως ο πληθυσμός της U. australis στο νοτιοδυτικό τμήμα του υγροτόπου υπερβαίνει σήμερα τα 2.000 άτομα. Για την κατάσταση των πληθυσμών της λίμνης Στυμφαλίας και του δέλτα του θεσσαλικού Πηνειού δυστυχώς δεν έχουμε στοιχεία.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Σύμφωνα με τις κατηγορίες απειλής της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) VU)) με βάση το κριτήκριτή-- ριο D2, κυρίως εξαιτίας του ότι η περιοχή εξάπλωσής του στον ελληνικό χώρο είναι πολύ περιορισμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας το είδος απειλείται από υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων του, που θα μπορούσε να προκληθεί από ρύπανση προερχόμενη από καλλιεργητικούς χειρισμούς που εφαρμόζονται σε γειτονικές περιοχές, εκτεταμένη χρήση του βιοτόπου για βόσκηση και πότισμα κτηνοτροφικών ζώων και μείωση της διαθεσιμότητας του νερού (εξάντληση υπόγειων αποθεμάτων, μείωση της μέσης ετήσιας πλημμύρας και της διακύμανσής της, αποξήρανση). Η λίμνη Καλοδίκη παρουσιάζει εποχιακή διακύμανση της στάθμης του νερού και κατά το πρόσφατο παρελθόν έχει υποστεί ακόμη και ολική αποξήρανση. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη λίμνη Στυμφαλία. Η αποκάλυψη των εδαφών ενός υγροτόπου για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να επιφέρει οριστική εξαφάνιση κάποιων ειδών και εγκατάσταση άλλων (π.χ. Phragmites australis) εις βάρος λιγότερο ανταγωνιστικών ειδών. Η υπέρμετρη βόσκηση σε υγροτοπικά ενδιαιτήματα αλλοιώνει τη σύνθεση των ειδών και μπορεί να επιφέρει αύξηση του αριθμού των ειδών όταν τα φυτά που καταναλώνονται από τα ζώα είναι επικρατή είδη, τα οποία αποκλείουν άλλα λιγότερο ανταγωνιστικά (Tanner 1991, Bullock &amp; Pakeman 1997). Αν όμως τα επικρατή είδη δεν είναι εύγευστα ή αντέχουν στη βόσκηση τότε μπορεί να επέλθει μείωση του αριθμού των ειδών (Keddy 2000). Ο πλούτος των ειδών εξασθενεί επίσης όταν το ποδοπάτημα ή η υπερκατανάλωση ορισμένων ειδών εκδιώκουν περισσότερα taxa από όσα μπορούν να επανακάμψουν (Jutila 1999, Champion &amp; al. 2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα μέτρα προστασίας για την Utricularia australis φαίνεται να αφορούν γενικότερα μέτρα προστασίας των υγροτόπων στους οποίους αναπτύσσεται. Και οι τρεις περιοχές ανεύρεσης του είδους στην Ελλάδα (λίμνες Στυμφαλία και Καλοδίκη, δέλτα θεσσαλικού Πηνειού) έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 και περιλαμβάνονται στους προτεινόμενους Τόπους Κοινοτικής Σημασίας και στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας ορνιθοπανίδας σύμφωνα με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ. Ειδικότερα η λίμνη Καλοδίκη παρέχει ενδιαίτημα σε 16 σπάνια στην Ελλάδα υγροτοπικά φυτικά είδη, εκ των οποίων δύο εμφανίζονται αποκλειστικά μόνο σε αυτή (Potamogeton polygonifolius, U. gibba) (Σαρίκα 2008). Δεν υπάρχει επομένως καμία αμφιβολία πως πρόκειται για περιοχές με υψηλή βιολογική αξία, για τις οποίες πρέπει άμεσα να ληφθούν μέτρα διατήρησης και αναβάθμισης τόσο του βιοτικού όσο και του αβιοτικού περιβάλλοντός τους. Προτεινόμενα μέτρα για την προστασία και διατήρηση της φυσικής χλωρίδας και βλάστησης και άλλων αξιών των υγροτόπων που φιλοξενούν την U. australis είναι ο έλεγχος της βόσκησης, η παρακολούθηση του υδρολογικού δυναμικού των εν λόγω περιοχών, η εκπόνηση υδρολογικής μελέτης που θα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εφαρμογή ορθολογικών σχεδίων διαχείρισης των υδάτων και η μείωση των εισερχόμενων ρύπων. Η μείωση των επιπέδων των θρεπτικών μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία ζωνών προστασίας μεταξύ των υγροτόπων και των καλλιεργούμενων εκτάσεων (HilliHilli &amp; al.. 2007). Ο έλεγχος της βόσκηβόσκη-- σης μπορεί να επιτευχθεί με δημιουργία τεχνητής περίφραξης (παροδικής ή μόνιμης), τουλάχιστον σε θέσεις που φαίνεται πως δέχονται μεγαλύτερη πίεση. Προτείνεται επίσης η αποφυγή της βόσκησης το θέρος και το φθινόπωρο επειδή τότε τα ζώα έχουν την τάση να καταναλώνουν ολοσχερώς τη φυτική βιομάζα. Επίσης η κατασκευή αναχωμάτων ή τεχνητών λιμνίων είναι μια πρακτική πολύ χρήσιμη για το πότισμα των ζώων όταν η προσέγγιση στο νερό του υγροτόπου εμποδίζεται για να διασφαλισθεί η προστασία της παρόχθιας βλάστησης. Ακόμη η επικοινωνία με τους κτηνοτρόφους των περιοχών και η ενημέρωσή τους μπορεί να επιφέρει άμεση και σημαντική βελτίωση του προβλήματος.</p><p>Μαρία Σαρίκα &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FEABFE4C98C7367CFA35FD89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE54FE4E98DE367CFA35FACF.text	9E288790FE54FE4E98DE367CFA35FACF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Utricularia gibba L.	<div><p>Utricularia gibba L.</p><p>Lentibulariaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Utricularia gibba L. in Sp. Pl.: 18 (1753).</p><p>Λεκτότυπος (Taylor 1994: 197): [Η.Π.Α.] "Virginia", Clayton 5115 &amp; 517 (BM-000098329).</p><p>Συνώνυμα: Utricularia obtusa Sw., Prodr. Veg. Ind. Occ.: 14 (1788).</p><p>U. exoleta R. Br. in Prodr.: 430 (1810).</p><p>U. gibba L. subsp. gibba in Mitt. Bot. Staatss. Munchen 4: 98 (1961).</p><p>U. gibba L. subsp. exoleta (R. Br.) P. Taylor in op. cit.: 101 (1961) - βλέπε επίσης Taylor (1989).</p><p>Περιγραφή: Ετήσιο ή πολυετές,, μικρού ή μεσαίου μεγέ-μεγέθους υδρόφυτο,, προσφυόμενο σε υπόστρωμα ή αιωρούαιωρού-- μενο στο νερό. Ριζοειδή απόντα ή παρόντα, νηματοειδή, με μήκος λίγα cm,, με διχοτομικά διακλαδιζόμενους βραχίβραχί-- ονες. Παραφυάδες συνήθως πολυάριθμες, νηματοειδείς, κυλινδρικές, λείες, μήκους έως 20 cm ή περισσότερο και με πολλές διακλαδώσεις. Φύλλα πολυάριθμα, μήκους 0,5-1,5 cm, ±ομοιόμορφα, με δύο πρωτογενή τμήματα (ή μερικές φορές με ένα), διακλαδιζόμενα διχοτομικά σε έως 8 (συνήθως έως 4) τριχοειδή τμήματα, ελαφρώς επίπεδα, ακέραια ή με αραιή οδόντωση ακραία τμήματα. Μερικές φορές ένας βραχίονας της διακλάδωσης αντικαθίσταται από μία κύστη (παγίδα). Κύστεις μάλλον λίγες, με αδένες εσωτερικά, εκφυόμενες πλευρικά στα πρωτογενή έως και στα προτελευταία τμήματα, ωοειδείς, με μίσχοκαι μήκος 1,0-2,2 mm,, με στόμιο πλευρικό που φέρει 2 ραχιαία διαδια-- κλαδιζόμενα εξαρτήματα μορφής βραχέων σκληρών τριχών. Ταξιανθία ευθυτενής, αναδυόμενη, (ή μερικές φορές βυθισμένη στο νερό, πολύ συρρικνωμένη και με κλειστόγαμα άνθη), μήκους 1-20(-30) cm, ποδίσκος ταξιανθίας νηματοειδής, κυλινδρικός, λείος, ±όρθιος. Λέπια συνήθως 1, μερικές φορές 2, περίπου στο μέσον του ποδίσκου της ταξιανθίας, όμοια με τα βράκτια ή απόντα. Βράκτια προσφυόμενα με τη βάση, ημιπερίβλαστα, περίπου ημικυκλικά, αδενώδη. Βρακτίδια απόντα. Άνθη (1-)2-6(-12), με άξονα του βότρυ βραχύ έως επιμηκυνόμενο. Ποδίσκοι όρθιοι ή απλωτοί, νηματοειδείς, κυλινδρικοί, μήκους 0,2-3 cm. Τμήματα κάλυκα σχεδόν ίσα, ευρέως ωοειδή, κυκλικά, με στρογγυλωμένα άκρα και μήκος 1-3 mm.. Στεφάνη κίτρικίτρι-- νη, συχνά με καστανοκόκκινα νεύρα και μήκος 4-25 mm. άνω χείλος ευρέως ωοειδές έως σχεδόν κυκλικό, συνήθως ±ευκρινώς τρίλοβο. κάτω χείλος ελαφρώς μικρότερο, κυκλικό έως κάθετα ελλειπτικό, βάση με μία χαρακτηριστική, στρογγυλή, δίλοβη διόγκωση με στρογγυλωμένο και ακέραιο άκρο. Παλάτο πυκνά χνουδωτό, με απλές μονοκύτταρες τρίχες. πλήκτρο στενά κωνικό ή στενά κυλινδρικό, με άκρο αμβλύ ή ±διαιρεμένο σε δύο ίσα μέρη, λίγο βραχύτερο έως ευκρινώς μακρύτερο από το κάτω χείλος. Νήματα στημόνων καμπύλα, μήκους 1,0-1,5 mm,, ανθήανθή-- ρες συγκλίνοντες. Ωοθήκη σφαιρική, στύλος ευδιάκριτος, κάτω χείλος του στίγματος κάθετα ελλειπτικό, άνω χείλος υπολειμματικό. Καρπός σφαιρική κάψα με διάμετρο 2-3 mm. Σπέρματα τοποθετημένα στον πλακούντα κεραμωτά, φακοειδή, σχεδόν κυκλικά σε νωτιαία όψη, με διάμετρο 0,8-1,0 mm και ένα σχετικά φαρδύ και παχύ πτερύγιο.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμό ς: n = 14 (Kondo 1972).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ανθίζει σχεδόν κατά τη διάρκεια όλου του έτους, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος είναι παντροπικό, εξαπλούμενο βόρεια στον Α. Καναδά και τις Η.Π.Α., την Ισπανία και την Πορτογαλία, τη Β. Αφρική, το Ισραήλ, την Κίνα και την Ιαπωνία. Νότια εξαπλώνεται μέχρι την Αργεντινή, τη Ν. Αφρική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Εκτός από την Ισπανία και την Πορτογαλία, εμφανίζεται ως τυχαία εισαγόμενο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ως κοινό ζιζάνιο σε ενυδρεία και Βοτανικούς Κήπους σε όλο τον κόσμο (TaylorTaylor 1989). Αναφέρθηκε σχετικά πρόσφαπρόσφα-- τα ως νέο για την Ελλάδα από τη λίμνη Καλοδίκη (Σαρίκα-Χατζηνικολάου κ.ά. 1993, Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 1996). Η μοναδική έως τώρα για την Ελλάδα αναφορά της Utricularia gibba από τη λίμνη Καλοδίκη, πιθανόν υποδηλώνει πως το είδος εμφανίζεται παροδικά, ως τυχαία εισαγόμενο σε κατάλληλους οικοτόπους ή πιθανόν παραβλέπεται λόγω του μικρού μεγέθους του.</p><p>Βιότοπος: Σε αβαθή στάσιμα ή αργά ρέοντα νερά ή σε λασπώδεις θέσεις σε κανάλια, λιμνίδια, λίμνες, λιμνάζοντα νερά ποταμών, έλη και τυρφώνες. Εντός της ευρείας γεωγραφικής περιοχής που εξαπλώνεται η Utricularia gibba μπορεί συχνά να εμφανίζεται και ως ελευθέρως αιωρούμενο σε βαθύτερα νερά υδρόφυτο, αλλά ποτέ ή πολύ σπάνια ανθοφορεί σε τέτοιες συνθήκες. Όταν ανθοφορεί σε βαθειά νερά συνήθως υποβαστάζεται σε επιπλέοντα κομμάτια άλλων υδρόβιων φυτών ή σε πεσμένα φύλλα χερσαίων φυτών. Ο βέλτιστος βιότοπος για το είδος είναι νερά με βάθος λίγων cm,, με τους βλαστούς του στην επιεπι-- φάνεια της λάσπης ή λίγο κάτω από αυτή. Συνήθως απαντά σε χαμηλά υψόμετρα αλλά ανέρχεται μέχρι τα 2.500 m (Taylor 1989). Στη λίμνη Καλοδίκη η U. gibba βρέθηκε σε πολύ ρηχά (0,1-0,4 cm), θερμά (23-28 οC)) νερά στη νονο-- τιοδυτική πλευρά του μικρού τμήματος της λίμνης και σε καλαμώνα στη βόρεια πλευρά του μεγάλου τμήματός της. Λίγα άτομα με έντονα διακλαδιζόμενους βλαστούς σχημάτιζαν μικρές μπερδεμένες συστάδες, συνήθως σε υγρή λάσπη, στις παρυφές άλλων γειτονικών φυτοκοινοτήτων της Potamogetonion pectinati (W. Koch. 1926) Görs 1977, στις οποίες επικρατούσαν τα είδη Myriophyllum alterniflorum, Ranunculus rionii και Callitriche brutia . Τα νερά στις θέσεις αυτές ήταν πολύ πλούσια σε ανόργανο άζωτο και φώσφορο, πλούσια σε ηλεκτρολύτες (220-340 Μhos), μετρίως πλούσια σε διττανθρακικά ιόντα, είχαν μεγάλη διαφάνεια και ελαφρώς αλκαλικό pH (Sarika- Hatzinikolaou &amp; al. 2003).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Utricularia gibba αναφέρεται από τον Taylor (1989) ως ένα από τα πιο ποικιλόμορφα είδη του γένους, γεγονός όχι τόσο εντυπωσιακό αν λάβει κάποιος υπόψη το μεγάλο εύρος εξάπλωσής της. Η κύρια διαφορά αφορά το μέγεθος του άνθους. Από τότε που ο Λινναίος συμπεριέλαβε για πρώτη φορά το είδος στο έργο του Species Plantarum το 1753, περισσότερες από έξι ποικιλίες της U. gibba είχαν θεωρηθεί προσωρινά ως ανεξάρτητα είδη. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του ο Taylor αποδέχθηκε αρκετά από αυτά τα θεωρούμενα είδη αλλά όταν ασχολήθηκε με την ομάδα στη μονογραφία του τα συγχώνευσε όλα εντός της U. gibba . Ο λόγος αυτής της ενέργειας είναι ότι ενώ ορισμένες μορφές της U. gibba έχουν μεγάλα άνθη και άλλες φέρουν μικρά άνθη, υπάρχει επίσης και μία σειρά από φυτά με ενδιάμεσα μεγέθη στεφάνης, τα οποία κάνουν δύσκολη τη διάκριση μεταξύ των προτεινόμενων ειδών ή ακόμη και των υποειδών εντός του είδους U. gibba . Τα ευρέως αναφερόμενα στη βιβλιογραφία είδη U. exoleta R. Br. και U. obtusa Sw. έχουν και τα δύο ενσωματωθεί στη μονογραφία του Taylor (1989) εντός της U. gibba .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών μας στη λίμνη Καλοδίκη (1991-1995) λίγα άτομα Utricularia gibba, κατά προσέγγιση όχι περισσότερα από 200, αναπτύσσονταν υπό μορφή μικρών κηλίδων στις παρυφές του υγροτόπου, εκεί όπου το βάθος του νερού δεν υπερέβαινε τα λίγα cm δημιουργώντας ένα παχύ λασπώλασπώ-- δες υπόστρωμα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Σύμφωνα με τις κατηγορίες απειλής της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN) με βάση το κριτήριο D, καθώς η εξάπλωσή του στον ελληνικό χώρο είναι πολύ περιορισμένη και το μέγεθος του πληθυσμού δεν υπερβαίνει τα 250 άτομα. Ίσως αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης, καθώς η ανεύρεσή του στη λίμνη Καλοδίκη είναι η μοναδική γνωστή έως τώρα στην Ελλάδα. Το είδος απειλείται από ενδεχόμενη υποβάθμιση του ενδιαιτήματός του, που θα μπορούσε να προκληθεί κυρίως από μείωση της διαθεσιμότητας του νερού (εξάντληση υπόγειων αποθεμάτων, περιοδική αποξήρανση, μείωση της μέσης ετήσιας πλημμύρας και της διακύμανσής της) και από εντατική χρήση για βόσκηση και πότισμα κτηνοτροφικών ζώων, καθώς η ρύπανση που δέχεται η λίμνη από οικιστικές, καλλιεργητικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες δεν είναι σημαντική (βλέπε Utricularia australis).</p><p>Μέτρα προστασίας: Τα μέτρα προστασίας για την Utricularia gibba φαίνεται να αφορούν γενικότερα μέτρα προστασίας του υγροτόπου στον οποίο αναπτύσσεται. Η λίμνη Καλοδίκη έχει ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, περιλαμβάνεται στους προτεινόμενους Τόπους Κοινοτικής Σημασίας και στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας ορνιθοπανίδας σύμφωνα με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ. Προτεινόμενα μέτρα για την προστασία και διατήρηση της φυσικής χλωρίδας και βλάστησης και άλλων αξιών του υγροτόπου που φιλοξενεί την U. gibba, αλλά και άλλα σπάνια στην Ελλάδα φυτικά είδη ( Apium inundatun, Baldellia ranunculoides, Callitriche brutia, C. lenisulca, Carex acuta, C. riparia, Cladium mariscus, Euphorbia palustris, Lythrum portula, Myriophyllum alterniflorum, Potamogeton coloratus, P. polygonifolius,, Ranunculus rionii, Riccia fluitans, Utricularia australis κ.ά.) είναι ο έλεγχος της βόσκησης, η παρακολούθηση του υδρολογικού δυναμικού της περιοχής και η εκπόνηση υδρολογικής μελέτης που θα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εφαρμογή ορθολογικών σχεδίων διαχείρισης των υδάτων (βλέπε Utricularia australis).</p><p>Μαρία Σαρίκα &amp; Αρτέμιος Γιαννίτσαρος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE54FE4E98DE367CFA35FACF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE56FE4998DE378AFA3DFBB1.text	9E288790FE56FE4998DE378AFA3DFBB1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Verbascum cylleneum (Boiss. & Heldr.) O. Kuntze	<div><p>Verbascum cylleneum (Boiss. &amp; Heldr.) O. Kuntze</p><p>Scrophulariaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Verbascum cylleneum (Boiss. &amp; Heldr.) O. Kuntze, Rev. Gen. Pl. 2: 469 (1891).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Κορινθίας] "in montis Kyllenes regione alpina, alt. 6500 ped., rarissime", 8 Jul. 1848, Heldreich 380bis (G- ΒΟΙSS)</p><p>Συνώνυμα: Celsia acaulis Bory &amp; Chaub. subsp. cyllenea (Boiss. &amp; Heldr.) Maire &amp; Petit. in Bull. Soc. Nat. Nancy sér. 3, 9:401 (1908).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με βλαστούς μήκους 10- 25 cm, φέροντες βραχείες αδενώδεις τρίχες σε όλα τα τμήματά τους. Φύλλα βάσης 2-5,5 x 0,5-2,5 cm ωοειδήεπιμήκη, συνήθως λεία στην πάνω επιφάνεια, ακανόνιστα και τραχέως πριονωτά ή οδοντωτά, λεπτοφυώς χνοώδη με αδενώδεις τρίχες στην κάτω επιφάνεια, σχεδόν σφηνοειδή έως επίπεδα στη βάση με μίσχο 1-7 cm. Ταξιανθία χαλαρή, απλή, βράκτια 2-3(-5) mm, ωοειδή-λογχοειδή, αιχμηρά, ανθικοί ποδίσκοι 5-15 mm, 2-4 φορές όσο το μήκος του κάλυκα. Κάλυκας βαθιά 5-λοβος, με ακέραιους, αμβλείς γραμμικούς-σπατουλοειδείς λοβούς 4-5 x 1-1,5 mm. Στεφάνη 16-20 mm σε διάμετρο. Γόνιμοι στήμονες 4, χωρίς άγονους στήμονες, εκ των οποίων οι δύο κατώτεροι είναι πολύ μακρύτεροι από τους δύο ανώτερους, ανθήρες όλοι νεφροειδείς, τρίχες νημάτων χρώματος ιώδους. Στύλος 6-8 mm. Κάψα 5-6 mm, ωοειδής, περίπου 1,5 φορές το μήκος του κάλυκα, ελαφρώς οξύληκτη, λεία, με δικτυωτή νεύρωση.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος - Αύγουστος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Πιο συγκεκριμένα, είναι αποκλειστικό ενδημικό είδος του όρους Κυλλήνη στη ΒΑ. Πελοπόννησο, όπου απαντά μόνο πάνω από τα δασοόρια, σε ασβεστολιθικές βραχώδεις πλαγιές της κορυφής Μεγάλη Ζήρεια. Το υψομετρικό εύρος εξάπλωσης του είδους είναι από τα 1.900- 2.376 μ., δηλ. από τα ανώτερα όρια του ορεινού- έως και τον ορο-Μεσογειακό όροφο βλάστησης.</p><p>Βιότοπος: Το είδος Verbascum cylleneum φύεται σχεδόν αποκλειστικά στις ΒΑ. έκθεσης κλιτύες του όρους Κυλλήνη με μέτριες έως μεγάλες εδαφικές κλίσεις. Λίγα άτομα του είδους έχουν καταγραφεί σε πλαγιές ΝΝΔ. προσανατολισμού. Το είδος απαντά σε διαβρωμένα βραχώδη εδάφη με μέτρια έως μεγάλη περιεκτικότητα σκελετικού υλικού και σε λεπτόκοκκο έδαφος που διακόπτεται από βραχώδεις προεξοχές. Μεγαλύτερη πυκνότητα ατόμων του πληθυσμού παρατηρείται εντός των σχισμών των ασβεστολιθικών βράχων με κάλυψη βλάστησης που κυμαίνεται από 50-70%. Το είδος V. cylleneum συμμετέχει στη χλωριδική σύνθεση δύο syntaxa βλάστησης ανωδασικών "στεππόμορφων" λιβαδιών: στην φυτοκοινωνία Festuco cyllenicae-Asperuletum boissieri και στην κοινότητα με Minuartia stellata . Οι εν λόγω μομο-- νάδες βλάστησης χαρακτηρίζονται αντιστοίχως από μέσο αριθμό taxa 22.5 και 25.7, εκ των οποίων τα 18 (80%) και τα 24 (93,1%) είναι ενδημικά. Άλλα είδη που συνοδεύουν το V. cylleneum με μέτρια έως υψηλή σταθερότητα, και από τα οποία η πλειοψηφία είναι ενδημικά, είναι τα εξής: Festuca cyllenica, Asperula boissieri, Trinia frigida, Sesleria vaginalis, S. tennerima, Veronica thymifolia, Galium cyllenium, Astragalus angustifolius, Rhamnus saxatilis subsp. prunifolius, κ.ά. Το είδος V. cylleneum απαντά στον τύπο οικοτόπου,, κατά την έννοια της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚΕΟΚ (Πα-Παράρτημα Ι): "ενδημικά ορεινά μεσογειακά χέρσα εδάφη με ακανθώδεις θάμνους" και αντιστοιχεί στον κωδικό 4090.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το πλέον συγγενές taxon του Verbascum cylleneum είναι, χωρίς αμφιβολία, το V. acaule (Bory &amp; Chaub.) O.. Kuntze,, ένα πελοποννησιακό ενδημιενδημι-- κό με εξάπλωση που περιορίζεται στα όρη Ταύγετος και Χελμός (1.900-2.400 μ.). Οι διαφορές μεταξύ των δύο ειδών είναι σαφείς και επαρκείς ώστε να αναφερόμαστε σε ένα ξεχωριστό είδος, καθώς, αφορούν όχι μόνο τον βλαστό και τον άξονα της ταξιανθίας που είναι πάντα ανεπτυγμένος στο πρώτο, αλλά και την τρίχωση των φύλλων, τα βράκτια, τους στήμονες και τους ανθικούς ποδίσκους (Raus 1991).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μοναδικός πληθυσμός του Verbascum cylleneum είναι γνωστός από την περιοχή που περιγράφθηκε (ΑΒΑ. έκθεσης πλαγιές της υψηλότερης κορυφής Μεγάλη Ζήρεια), όπου εντοπίζονται 100-120 άτομα σε περιορισμένη έκταση. Λίγα ακόμη άτομα (λιγότερα από 10) έχουν επίσης εντοπιστεί σε πλαγιές ΝΝΔ. έκθεσης με υψόμετρο&gt;1.900 m. Λαμβάνοντας υπόψη την πρώτη συλλογή και περιγραφή του είδους ως νέου για την επιστήμη από τους Boissier και Heldreich στις 8 ΙουΙου-- λίου 1848, με το όνομα Celsia cyllenea, όπου αναφέρεται ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο, τις καταγραφές του 1988 και 1990 (Δημόπουλος 1993) και τη σύγχρονη καταγραφή το 2009 (Δημόπουλος, αδημοσίευτα στοιχεία), θεωρούμε ότι ο πληθυσμός του είδους παραμένει σχετικά σταθερός.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (Vulnerable, VU) στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (DimopoulosDimopoulos 1995) και παραμένει στην ίδια κατηκατη-- γορία απειλής με βάση τη νέα κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το είδος Verbascum cylleneum που χαρακτηρίζεται από πολύ μικρό ή περιορισμένης έκτασης πληθυσμό (κριτήριο D) παραμένει Τρωτό (VU) σύμφωνα με τo κριτήριο D1, λόγω της μικρής επιφάνειας που καταλαμβάνει (&lt;20 km2) και του μικρού αριθμού θέσεων στις οποίες απαντάται (≤5). Αν και δεν υπάρχουν δεδομένα για την αναπαραγωγική βιολογία του είδους, δεν φαίνεται το φυτό να αντιμετωπίζει προβλήματα εγκατάστασης των αρτιβλάστων, αλλά και ανταγωνισμού με χασμοφυτικά είδη και είδη των " στεππόμορφων" στεππόμορφων"" λιβαλιβα-- διών του όρους Κυλλήνη. Η χωροθέτηση ενός αναπτυξιακού έργου μεγάλης κλίμακας (όπως για παράδειγμα οι παλαιότερες σκέψεις δημιουργίας ενός χιονοδρομικού κέντρου, στο οποίο οι πλαγιές εντοπισμού του είδους θα αποτελούσαν μια από τις κύριες πίστες του σκι) που θα απαιτούσε, επιπροσθέτως, πολλά συνοδά έργα, όπως διανοίξεις δρόμων και εκβραχισμούς θα αποτελούσε άμεση απειλή για το V. cylleneum, με πιθανή απώλεια μέρους του πληθυσμού του, αλλά και έμμεση με την υποβάθμιση, αλλοίωση και απώλεια των οικοτόπων του.</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας του πληθυσμού του είδους. Οι ανωδασικοί οικότοποι του Verbascum cylleneum χαρακτηρίζονται ως εξαιρετικής οικολογικής σημασίας σε Εθνικό, Περιφερειακό (Μεσογειακή Βιογεωγραφική περιοχή) και Ευρωπαϊκό επίπεδο, με μεγάλη ετερογένεια και ποικιλότητα σε διαφορετικούς τύπους βλάστησης, με υψηλό αριθμό ενδημικών και σπάνιων taxa (στις υψομετρικές οικολογικές ζώνες από τα 1.500-2.000 m και 2.000-2.376 m συναντώνται αντίστοιαντίστοι-- χα τα 97 και τα 59 ενδημικά από το σύνολο των 122 που υπάρχουν στον ορεινό όγκο της Κυλλήνης). Εντάσσονται στον Τόπο Κοινοτικής Σημασίας του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000: Κορυφές όρους Κυλλήνη (Ζήρεια) &amp; Χαράδρα Φλαμπουρίτσας (GR2530001). Η παλαιότερη πρότασή μας (Dimopou-Dimopoulos 1995) για αποτελεσματική προστασία και διαχείριση των φυσικών καταφυγίων του είδους, φαίνεται ότι σύντομα θα γίνει πράξη. Το 2009, προτάθηκε να περιληφθούν οι ανωδασικοί οικότοποι του κύριου όγκου της Ζήρειας (πάνω από το υψόμετρο των 1.700 m) σε μια ζώνη Προστασίας της Φύσης. Η θεσμοθέτηση αυτής της ζώνης προβλέπει την εφαρμογή όρων και περιορισμών όπως: δεν επιτρέπεται η διάνοιξη νέων δρόμων και η δόμηση, επιτρέπεται η κίνηση οχημάτων μόνο εντός του οδικού δικτύου (όχι κίνηση οχημάτων εκτός δρόμου), επιτρέπεται η βόσκηση (από αιγοπρόβατα και περιορισμένο αριθμό βοοειδών) κάτω από το όριο της βοσκοϊκανότητας, επιτρέπεται η θήρα και η κατασκήνωση. Η κτηνοτροφία στην Κυλλήνη τα τελευταία 20 χρόνια φθίνει, ο αριθμός των κοπαδιών από αιγοπροβατα έχει μειωθεί, αλλά τα τελευταία χρόνια άρχισαν να βόσκουν και βοοειδή στον ορεινό όγκο. Η εφαρμογή μακροχρόνιας παρακολούθησης των μεταβολών που επέρχονται στη χλωριδική σύνθεση των φυτοκοινωνιών του Verbascum cylleneum επιπλέον λόγω των αλλαγών στο είδος του ζώου που βόσκει, αλλά και λόγω μείωσης του αριθμού των αιγοπροβάτων, είναι ένα από τα διαχειριστικά εργαλεία διατήρησης του πληθυσμού του είδους (Δημόπουλος κ.ά. 2005).</p><p>Παναγιώτης Διον. Δημόπουλος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE56FE4998DE378AFA3DFBB1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE53FE4B98C7367CFA3EFC6A.text	9E288790FE53FE4B98C7367CFA3EFC6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Verbascum syriacum Schrad.	<div><p>Verbascum syriacum Schrad.</p><p>Scrophulariaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Verbascum syriacum Schrad., Monogr. Verbasci II: 6, t. 1 f.1 (1823).</p><p>Tύπος: [ΕλλάςΕλλάς (EAe), Νομός Δωδεκανήσου,, Νήσος ΡόΡό-- δος]] "in sterilibus Syriae" [γεωγραφικήγεωγραφική προέλευση λανλαν-- θασμένη]?1796, Olivier @ Bruguière (B†, P). Σχετικώς με τον τύπο του είδους βλέπε στον Murbeck (1936). Το δείγδείγ-- μα στο Βοτανικό Μουσείο του Βερολίνου δεν βρέθηκε και πιθανώς καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος ξυλώδες στη βάση, με μαμα-- λακό εριώδες τριχωτό κάλυμμα και αστεροειδείς τρίχες, χωρίς αδένες.. Στελέχη ύψους 25-50 cm,, κυλινδρικά, ακέακέ-- ραια ή διακλαδισμένα από την βάση. Φύλλα βάσης μήκους 4-10 cm, ελλειπτικά, σπατουλοειδή ή λογχοειδή, ακέραια, αμβλέα, μίσχος έως 4 cm, με πτερύγια. Ανώτερα φύλλα βλαστού μικρότερα, λογχοειδή, με οξεία ή αμβλεία απόληξη. Ταξιανθία κυλινδρική, αποτελούμενη από περισσότερο ή λιγότερο συσσωρευμένες ομάδες των 2-4 ανθέων. Βράκτια τριγωνικά έως ευρέως ωοειδή, οξεία. Βρακτίδια ωοειδή. Ποδίσκοι μήκους 0,5-2 mm. Κάλυκας μήκους 4-6 mm, διαιρεμένος κατά το 1/2 έως 3/5 του μήκους του σε τριγωνικούς ή λογχοειδείς, λοβούς με οξεία απόληξη. Στεφάνη κίτρινη, διαμέτρου 15-20 mm, εξωτερικά με εριώδες τρίχωμα αποτελούμενο από αστεροειδείς τρίχες. Γόνιμοι στήμονες 5, νεφροειδείς, νήματα με λευκωπό-κιτρινωπό τρίχωμα που φθάνει μέχρι τους ανθήρες, σύνδεσμοι όλων των ανθήρων με πυκνά φυμάτια στην παραξονική τους επιφάνεια. Κάψα επιμήκης-ελλειπτική, πυκνώς εριώδης.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος.</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τον Μαΐο έως τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ρόδου (Huber- Morath 1978) και της ΝΔ. Ανατολίας (όπου έχει βρεθεί σε μία τοποθεσία). Το Verbascum syriacum είναι γνωστό μόνο από λίγες θέσεις στο ανατολικό τμήμα της Ρόδου, μεταξύ του ακρωτηρίου Βόδι και της Λίνδου, οι οποίες είναι: Βόδι, Καλιθιές, Αφάντου, Φαλιράκι, Κολύμπια, Χαράκι, μεταξύ της Φερακλού και του Κάλαθου, παραλία του Κάλαθου, Βλυχά (Rechinger 1943, Murbeck 1936, Carlström 1987, Garnweidner 1992), καθώς και σε μία θέση στο δυτικό τμήμα της νήσου, μεταξύ των Τριάντα και Κρεμαστής (Murbeck 1936, Rechinger 1943, δεν ξαναβρέθηκε έκτοτε). Αναφέρεται επίσης από την Μαρμαρίδα της Ανατολίας (Huber- Morath 1979).</p><p>Βιότοπος: Το Verbascum syriacum φύεται σε αμμώδεις παραλίες και σε αμμώδεις αγρούς κοντά στην ακτογραμμή. H βλάστηση εδώ αποτελείται κυρίως από ετήσια είδη (π.χ. Matthiola sinuata, Lotus halophilus, Consolida arenaria, Nigella arvensis subsp. brevifolia, Campanula rhodensis και Rumex bucephalophorus), ορισμένες φορές μαζί με χαμηλούς θάμνους, όπως ο Coridothymus capitatus (. Άλλα, εν μέρει σπάνια είδη που εμφανίζονται μαζί του, είναι τα Cyperus capitatus, Alyssum sibiricum και Erysimum hayekii .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η ταξινομική ταυτότητα του Verbascum syriacum διευκρινίσθηκε από τον Murbeck (1936). Μέχρι τότε το είδος είχε λανθασμένα θεωρηθεί ως συνώ-συνώνυμο του V. kotschy i Boiss.. &amp; Hohen.,, με το οποίο και συγ-συγχεόταν.. H σύγχυση βασιζόταν στην περιγραφή του Schra-Schrader, που υποδείκνυε ως τόπο προέλευσης του φυτού την Συρία ('in sterilibus Syriae'). Όμως, ο τύπος του είδους που συλλέχθηκε από τους Bruguière &amp; Olivier προέρχεται από την Ρόδο (cf. Murbeck 1933, 1936).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Verbascum syriacum σχηματίζει σχετικά μεγάλους υποπληθυσμούς κοντά στα ΚοΚο-- λύμπια και μεταξύ της Φερακλού και της παραλίας του Κάλαθου στην Ρόδο, με τον αριθμό των ατόμων εκεί να υπολογίζεται περίπου σε 1.000. Όλοι οι άλλοι πληθυσμοί είναι πολύ μικρότεροι. Συνολικώς, τα άτομα όλων των πληθυσμών της Ρόδου υπολογίσθηκαν το πολύ σε 2.000, το έτος 2004.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Πριν από 25 έτη μόνο λίγοι κόλποι της ανατολικής ακτής της Ρόδου, μεταξύ της πόλης της Ρόδου και της Λίνδου, καταλαμβάνονταν από ξενοδοχειακές μονάδες, ενώ νότια της Λίνδου σχεδόν δεν υπήρχαν εκτεταμένα συγκροτήματα. Από το 1980 και κατόπιν δημιουργούνται διαρκώς κτηριακές μονάδες μαζικού τουρισμού ή πολυτελείς επαύλεις καλοκαιρινού τουρισμού στις ακτές. Η διαρκώς αυξανόμενη οικοδόμηση αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για το Verbascum syriacum, αλλά και για ολόκληρο το παραθαλάσσιο οικοσύστημα.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN), σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001, 2006) και με βάση τα κριτήρια C1, E. Υπάρχει μείωση των ατόμων και των πληθυσμών τα τελευταία έτη και αυξημένη πιθανότη-πιθανότητα εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον.. Οι περισσότεροι πληθυπληθυ-- σμοί απειλούνται εξαιτίας της ανάπτυξης και επέκτασης των τουριστικών εγκαταστάσεων (κατασκευή ξενοδοχείων και δρόμων, καταστροφή των αμμοθινών με μηχανικά μέσα, καταστροφή της βλάστησης εξαιτίας ποδοπατήματος, απόθεση απορριμμάτων και αποβλήτων, φύτευση εξωτικών ειδών, κ.ά.).</p><p>Μέτρα προστασίας: Είναι επιτακτική η ανάγκη προστασίας τουλάχιστον μερικών από τα λίγα συστήματα αμμοθινών που δεν έχουν ακόμη καλυφθεί με κτίσματα. Για τις ανάγκες διατήρησης του είδους προτείνεται εδώ η προστασία της παραθαλάσσιας περιοχής μεταξύ της Φερακλού και του Κάλαθου, στην οποία υπάρχουν στρατιωτικές δραστηριότητες, όμως η μοναδική φυσική βλάστηση έχει διατηρηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Η προστασία της περιοχής δεν προΰποθέτει ότι οι τουριστικές δραστηριότητες θα πρέπει να διακοπούν εντελώς. Μία ελεγμένη, ήπια τουριστική χρήση των αμμοθινών βόρεια της Φερακλού είναι αποδεκτή. Η καθοδήγηση των τουριτουρι-- στών πάνω σε ξύλινες σανίδες ταυτόχρονα με την αποφυγή των ευαίσθητων περιοχών, θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική προστασία. Κάτι τέτοιο έχει οδηγήσει σε καλά αποτελέσματα σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, όπως π.χ. στη νοτιοδυτική Γαλλία.</p><p>Δυστυχώς, κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Ρόδου δεν συμπεριλήφθηκαν περιοχές με αμμοθίνες στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, σε αντίθεση με τις εκτεθειμένες στον άνεμο δυτικές ακτές, των οποίων ένα σχετικά μεγάλο τμήμα προστατεύεται. Η τοπογραφία και η δομή της βλάστησης μεταξύ των δύο ακτών διαφέρουν σημαντικά.</p><p>Αν δεν ληφθούν μέτρα προστασίας των πληθυσμών του είδους τα άτομα θα μειωθούν σε τέτοιο βαθμό που μόνο μικρά υπολείμματα αναμένεται να παραμένουν μετά από 20 έτη.</p><p>Andreas Kleinsteuber, Michael Ristow &amp; Ulrike Doyle</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE53FE4B98C7367CFA3EFC6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE5DFE4698C7367CFA35F97B.text	9E288790FE5DFE4698C7367CFA35F97B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Veronica oetaea L. - A. Gustavsson	<div><p>Veronica oetaea L.-Å. Gustavsson</p><p>Scrophulariaceae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Veronica oetaea L.-Å. Gustavsson in Bot. Not. 131(1): 22 (1978).</p><p>Τύπος: [Ελλάς (StE), Στερεά Ελλάς, Νομός Φθιώτιδας] "Mt. Iti, 6 km SE-SSE of Ipati, in two small melt-water pools, in plateau of Livadies and Pyrgos, on flysch subsub-- stratum, with Myosurus minimus, Ranunculus lateriflorus, Limosella aquatica and Lythrum thymifolia ", alt. c. 1850- 1950 m., 38º 49' N, 22º 17' E, 25 Jul 1976, L Gustavsson G 7305 (Ολότυπος LD. Ισότυποι: ATH, G, UPA, W).</p><p>Περιγραφή: Μονοετές, αδενωδώς τριχωτό είδος σχηματίζον πυκνές έως αραιότερες ομάδες, ύψους 1-5 cm. Ανθοφόρα στελέχη χωρίς διακλαδώσεις, ή με ένα επιπλέον βλαστό πλησίον της βάσης. Φύλλα ακέραια, άμισχα, στενώς ωοειδή έως λογχοειδή, τριχωτά, διαστάσεων 3-7 x 0,6-1,9 mm.. Ταξιανθία βότρυς με 1 έως 11 άνθη. ΒράΒρά-- κτια λογχοειδή έως γραμμοειδώς λογχοειδή, περίπου 6 x 1 mm, αδενωδώς τριχωτά. Ποδίσκοι ανθέων αδενωδώς τριχωτοί, μήκους έως 6 mm,, ισομήκεις, ελαφρώς βραβρα-- χύτεροι ή ελαφρώς μακρύτεροι των βρακτίων, απλωτοί ή πλαγίως ανιόντες, στην ωρίμανση στρεφόμενοι χαρακτηριστικά προς τα πάνω, με καμπύλη ακριβώς κάτω από την κάψα. Τμήματα του κάλυκα ωοειδή ή ελλειπτικά, βραχύτερα ή ισομήκη με την κάψα, 1,6-2,9 x 0,7-1,4 mm, με αραιές αδενώδεις τρίχες και βλεφαρίδες. Στεφάνη μήκους περίπου 1 mm,, χωρισμένη έως τα 4/5, με σωλήνα πλατύπλατύ-- τερο του μήκους του και χρώμα στην αρχική έκπτυξη κυανό ενώ στην τέλεια έκπτυξη λευκό. Κάψα 1,8-2,6 x 1,8- 3,1 mm, ισομήκης ή βραχύτερη του πλάτους της, με λίγες αραιές αδενώδεις πιεσμένες τρίχες. Απόληξη με κόλπο οξέως γωνιώδη, βάθους 1/8-1/5 του μήκους της κάψας. Στύλος μήκους 0,2-0,4 mm,, ελαφρώς βραχύτερος ή ισοισο-- μήκης του κόλπου. Σπέρματα 40-60 σε κάθε κάψα, ελλειπτικά έως ωοειδή, διαστάσεων 0,5-0,6 x 0,3-0,4 mm, σχετικώς παχέα, λεία ή με αβαθείς κοιλότητες, με κυρτή ράχη και επίπεδη χάλαζα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: Άγνωστος</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μέσα Μαΐου έως αρχές Ιουνίου, αναλόγως με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας. Γνωστό μόνο από το όρος Οίτη της Α. Στερεάς Ελλάδας.</p><p>Βιότοπος: H χλωρίδα και η βλάστηση του όρους Οίτη, που φιλοξενεί το είδος, έχουν προσφάτως μελετηθεί από τον Καρέτσο (2002). Οι βιότοποι που αναπτύσσεται η Veronica oetaea είναι δύο μικρές εαρινές λίμνες σε υψόμετρο 1.850 και 1.950 m αντιστοίχως, έκτασης συνολικά 200 m2 περίπου. Οι λίμνες αυτές είναι εξαιρετικά ρηχές, βάθους μόλις 5-15 cm,, με ατρακτοειδές σχήμα. ΠλημμυΠλημμυ-- ρίζουν εποχικά μόλις τα χιόνια λιώσουν και βαθμιαία, με την εξάτμιση του νερού, μεταβάλλονται σε τέλματα, έως την οριστική ξήρανσή τους στα μέσα ή στα τέλη Μαΐου, ανάλογα με τη διάρκεια του χειμώνα.</p><p>Την εποχή που ο πυθμένας μεταβάλλεται σε ιλύ εμφανίζονται τα πρώτα φυτά στις ελαφρώς ξηρότερες εξάρσεις. Το πρώτο είδος που εμφανίζεται είναι ο Myosurus minimus και στη συνέχεια η Veronica oetaea, ενώ η Corrigiola litoralis ακολουθεί αμέσως μετά. Τα δύο πρώτα ολοκληρώνουν τον βιολογικό τους κύκλο σε δύο εβδομάδες περίπου και στη συνέχεια νεκρώνονται και εξαφανίζονται.</p><p>Το επιφανειακό εδαφικό υλικό του πυθμένα εμφανίζει ιλυοαργιλώδη υφή και μεταβάλλεται σταδιακά με την ξήρανση σε κρούστα πάχους ενός εκατοστού περίπου, η οποία ξηραίνεται με γωνιώδεις ρωγμές και κατά τη διάρκεια του θέρους κονιορτοποιείται. Το κονιορτοποιημένο πλέον εδαφικό υλικό επιτρέπει στη συνέχεια την εμφάνιση του Polygonum aviculare σε σχετικά πυκνό τάπητα. Η Corrigiola litoralis προτιμά τα προς την όχθη περιφερειακά τμήματα και συνήθως συνοδεύεται από τη Limosella aquatica, το Lythrum thymifolia και την Eleocharis palustris .</p><p>Όταν τα νερά εξατμισθούν και νεκρωθούν τα προηγούμενα είδη, εμφανίζονται ως διάδοχη κατάσταση ο Ranunculus lateriflorus χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, όμως με σημαντική παρουσία και το Polygonum aviculare, το οποίο δημιουργεί πυκνότερο τάπητα με τους έρποντες βλαστούς. Η Limosella aquatica παραμένει για ένα μικρό διάστημα μαζί με τα προηγούμενα είδη αλλά μόνο στα τμήματα κοντά στην όχθη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος ανήκει στο subsectio Acinifolia της sectio Alsinebe ή στη sectio Pocilla (V. subsect. Pocilla). Δύο μόνο Ευρωπαϊκά είδη ανήκουν στο subsection Acinifolia: η V. acinifolia L., είδος της Ν., ΝΚ. και Α. Ευρώπης και η V. bozakmanii M. Fischer, γνωστή στην Ελλάδα από λίγες θέσεις στα βόρεια. Επιπλέον, η Veronica oetaea παρουσιάζει ομοιότητα στην εμφάνιση και τους βιοτόπους με τα είδη V. glaberrima Boiss. &amp; Bal., V. hispidula Boiss. &amp; Huet και V. nudicaulis Kar. &amp; Kir., τρία τυπικά αλπικά νανώδη είδη, που φύονται στον Ταύρο της Μικράς Ασίας, στο Λίβανο και ανατολικότερα στο Πακιστάν, ενδέχεται όμως να συγγενεύει περισσότερο με είδη της section Beccabunga .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Veronica oetaea δημιουργεί αποικίες εντός των υγρών ακόμη λιμνών με πολυάριθμα άτομα, τα οποία εκτιμώνται σε 50.000 ή περισσότερα, με πολύ μικρό μέγεθος φυτών που δεν ξεπερνά τα 5 cm. Ο αριθμός των φυτών μεταβάλλεται από έτος σε έτος, ανάλογα με τη διάρκεια του χειμώνα και τις συνθήκες ξήρανσης των τελμάτων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο B2a,c κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Οι κίνδυνοι που απειλούν τη διατήρηση του είδους και τα ενδιαιτήματά του θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε δύο κατηγορίες, τους φυσικούς και τους ανθρωπογενείς.</p><p>Η πρώτη φυσική διαδικασία που απειλεί το είδος είναι η βαθμιαία εξάπλωση των δασικών σχηματισμών της ελάτης, αρκετά εμφανής με την άρση της βοσκής, που εφαρμόστηκε από την κήρυξη της περιοχής το 1966 σε Εθνικό Δρυμό. Μετά την πάροδο των τελευταίων 40 ετών, τα ελατοδάση επεκτείνονται βαθμιαία σε βάρος των γειτονικών στο βιότοπο της Veronica oetaea λιβαδιών, εφόσον εγκατασταθεί μια πρόδρομη βλάστηση από Juniperus communis subsp. alpina . Eπιπλέον πιπλέον, οι διαβρώσεις των ευαίευαί-- σθητων φλυσχιγενών εδαφών στον υψηλότερο βιότοπο, στη βάση της κορυφής Γρεβενό, απειλούν να καταστρέψουν τη μικρή σε έκταση (&lt;20 m2) εποχική λίμνη.</p><p>Όσον αφορά στους ανθρωπογενείς κινδύνους, ο κυριότερος οφείλεται στην άγνοια των εμπλεκομένων αρχών και στην εφαρμογή μέτρων ασυμβίβαστων με το καθεστώς προστασίας του Δρυμού. Τέτοια μέτρα από πλευράς Δασικής Υπηρεσίας, πρέπει να χαρακτηρισθούν οι διανοίξεις δασικών δρόμων πολύ κοντά στους δύο βιοτόπους, για την εξυπηρέτηση των ποιμνιοστασίων και των επισκεπτών της περιοχής. Τελευταία, έχει παρατηρηθεί έντονη κίνηση τροχοφόρων εκτός του υπάρχοντος δικτύου και εντός του βιοτόπου της Veronica oetaea, με άμεση απειλή καταστροφής του.</p><p>Η παράνομη βοσκή, που ασκείται στην περιοχή, δεν είναι βέβαιο ότι απειλεί το είδος και το βιότοπό του, αν και τα τελευταία έτη βόσκουν εντός του βιοτόπου βοοειδή, που πιθανώς να καταστρέφουν με τις οπλές τους τα φυτά πριν την παραγωγή σπερμάτων.</p><p>Ο ίδιος ο Gustavsson (1978) αναφέρει ότι οι κίνδυκίνδυ-- νοι που απειλούν την ύπαρξη του είδους συνίστανται στη διάνοιξη δρόμων, οι οποίοι απέχουν ελάχιστα μέτρα από το βιότοπό του και στην εξόρυξη βωξίτη. Η μεταλλευτική δραστηριότητα για την εξόρυξη βωξίτη, που βρίσκεται σε σχετική αφθονία στην περιοχή και προς το παρόν ασκείται στα όρια του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, τελευταία έχει λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις και ζητείται εκ μέρους των εταιρειών εξόρυξης να διενεργήσουν δειγματοληψίες σε 26 σημεία, ακόμη και εντός του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού. Γύρω από τη δεύτερη θέση εμφάνισης του είδους φαίνεται να αφθονούν τα βωξιτικά πετρώματα και ταυτόχρονα ο κίνδυνος για την καταστροφή του βιοτόπου είναι αυξημένος.</p><p>Η δυσπραγία και η συρρίκνωση της Δασικής Υπηρεσίας, καθώς και η προβληματική λειτουργία του Φορέα Διαχείρισης, φαίνεται ότι επιτείνουν σοβαρά τον κίνδυνο.</p><p>Μέτρα προστασίας: Ο βιότοπος της Veronica oetaea είναι εξαιρετικά περιορισμένος και εντοπισμένος μόνο σε δύο σημεία στην Οίτη. Για τη διατήρησή της απαιτείται όχι μόνο η προστασία των μικρών βιοτόπων της αλλά και η προστασία των ευρύτερων λιβαδικών σχηματισμών των ανωδασικών περιοχών, όπου το είδος φιλοξενείται. Πιθανώς χαλαρή βόσκηση ή έλεγχος της φυσικής επέκτασης του δάσους, να είναι τα ενδεδειγμένα μέτρα εφαρμογής για τη διατήρησή τους.</p><p>Το ορεινό οδικό δίκτυο πρέπει άμεσα να επαναπροσδιορισθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα νεότερα δεδομένα και να εφαρμοστούν μέτρα άμεσου ελέγχου της κυκλοφορίας στον πυρήνα του Δρυμού.</p><p>Η εξόρυξη του βωξίτη θα αποτελούσε ουσιαστικά μια καταστρεπτική δραστηριότητα για το βιότοπο του είδους, εντούτοις δεν φαίνεται να αποκλείεται, παρότι η εργασία θα εκτελεσθεί στον πυρήνα Εθνικού Δρυμού, εφόσον το ισχύον θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει επεμβάσεις όταν προέχουν λόγοι Εθνικού Συμφέροντος. Ενδείκνυται επιπλέον, η δημιουργία μικροαποθέματος (Laguna &amp; al. 2004) για την αποτελεσματική in situ διατήρηση της V. oetaea καθώς και η ex situ διατήρησή της, σε Βοτανικούς Κήπους και Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Γεώργιος Καρέτσος</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE5DFE4698C7367CFA35F97B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE5EFE4098DE367CFA36FDD3.text	9E288790FE5EFE4098DE367CFA36FDD3.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Vincetoxicum creticum Browicz	<div><p>Vincetoxicum creticum Browicz</p><p>Apocynaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Vincetoxicum creticum Browicz in Fragm. Florist. Geobot. 21: 263 (1975).</p><p>Τύπος: [ΕλλάςΕλλάς (ΚΚ) ΚΚ),), Νήσος Κρήτη,, Νομός Hρακλείου/Λα-ρακλείου/Λα-/Λα-Λασιθίου] "M. Dicta, ad radicem", Sieber s.n. (Σύντυποι: K, W).</p><p>Συνώνυμα: Cynanchum luteum Spreng. in Syst. Veg. 1: 852 (1824), nom. illeg., non (Mill.) Steud. (1821).</p><p>Περιγραφή: Ολόκληρο το φυτό βαθυπράσινο έως κιτρινoπράσινο, με μέτριας πυκνότητας αρθρωτό τρίχωμα. Βλαστοί 20-45 cm,, ανορθωμένοι έως όρθιοι, ενίοτε διδι-- ακλαδισμένοι στο ανώτερο τμήμα τους. Κατώτερα φύλλα λεπιοειδή, μεσαία φύλλα του βλαστού σχεδόν άμισχα, ελλειπτικά-ωοειδή, 3,5-7,5 × 2,5-4 cm, σχετικώς παχέα, με βάση σφηνοειδή ή αποστρογγυλωμένη, κορυφή βραχέως οξύληκτη. Ταξιανθίες κυματοειδείς, εμφανιζόμενες στις μασχάλες των ανωτέρων φύλλων ή σε φυλλώδεις διακλαδώσεις εμφανιζόμενες από τις ίδιες μασχάλες, με βραχείς ποδίσκους, πυκνές, με μικρό αριθμό ανθέων. Άνθη με βραχύ ποδίσκο, θαμπά υποκίτρινα, διαμέτρου 6-8 mm.. Λοβοί κάλυκα ευρέως λογχοειδείς, μήκους πεπε-- ρίπου 1,8 mm,, με οξεία κορυφή. Λοβοί στεφάνης ωοειωοει-- δείς-λογχοειδείς, 2,5-3 mm, γενειοφόροι εσωτερικά, με κορυφή σχεδόν οξεία. Λοβοί κορώνας με βραχύ στύπο, αμβλέως δελτοειδείς, περίπου 0.9 × 0.9 mm.. Καρποί λελε-- πτοί, ατρακτοειδείς, χωρίς διόγκωση στη βάση τους, λείοι, μήκους έως 6 cm.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 22 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Ιούνιος έως Ιούλιος, οι ώριμοι καρποί εμφανίζονται τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Κρήτης, εμφανιζόμενο κυρίως στον ορεινό όγκο της Δίκτης, αλλά 100 km δυτικά υπάρχει ένας υποπληθυσμός μικρού μεγέθους σε απόμακρη τοποθεσία στο όρος Κρυονερίτης (Βrowicz 1975, Chilton &amp; Turland 1997). Υπάρχει επίσης αναφορά του " V. canescens " (βλέπε ταξινομικά σχόλια) από τη ΝΔ. πλαγιά του όρους Μαύρη στο βόρειο τμήμα των Λευκών Όρεων (Zaffran 1990, Πίνακας 21, βλέπε επίσης σελ. 497 για την τοποθεσία). Η καταγραφή του Zaffran είναι σχεσχε-- δόν βέβαιο ότι αναφέρεται στο V. creticum και αντιπροσωπεύει το δυτικό όριο της εξάπλωσης του είδους, 30 km από το όρος Κρυονερίτης.</p><p>Βιότοπος: Ασβεστολιθικές απότομες χαράδρες, ανοικτές βραχώδεις πλαγιές, πετρώδη λιβάδια, αλλουβιακές προσχωματώσεις με αποθέσεις χαλικιών, σάρες και επίπεδες αργιλώδεις περιοχές στο πυθμένα των δολινών, σε υψόμετρο 1.150-2.100 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα φυτά της Κρήτης που σήμερα αναγνωρίζονται ως Vincetoxicum creticum παλαιότερα θεωρούνταν ως το V. canescens (Willd.) Decne., το οποίο είναι ευρέως διαδεδομένο στην Τουρκία και εκτείνεται έως τις νήσους του Α. Αιγαίου (Χίος, Ικαρία, Λέσβος, Ρόδος, και Σάμος) και τη Β. Συρία. Το είδος αυτό διαφέρει από το V. creticum στο ότι έχει φύλλα ευρέως ωοειδή, με πυκνό και βραχύ φαιοπράσινο τρίχωμα, απόληξη ελάσματος βραχέως οξεία και καρπούς οξύληκτους, που απολήγουν σε μικρό ράμφος, σχετικώς διογκωμένους προς τη βάση τους και με φαιό τρίχωμα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον έξι υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από τον ορεινό όγκο της Δίκτης, στα περίχωρα και εντός ακτίνας 2,5 km από την υψηλότερη κορυφή, το όρος Σπαθί. Οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων του κάθε υποπληθυσμού δεν είναι γνωστοί. Ο συγγραφέας παρατήρησε, συχνά, ανθίζοντα άτομα μερικών δεκάδων έως λίγων εκατοντάδων σε αριθμό, στον τεράστιο ασβεστολιθικό χαλικώδη κώνο ΒΔ. του όρους Σπαθί, τον Ιούνιο του 1994, αλλά μόνο λίγα ώριμα άτομα στο όρος Λάζαρος (Α. του όρους Σπαθί) μερικές ημέρες αργότερα. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το είδος στον ορεινό όγκο της Δίκτης, σύμφωνα με αυτούς τους έξι υποπληθυσμούς, είναι περίπου 13 km2. Ο συνολικός πληθυσμός πιθανώς να υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα άτομα.</p><p>Ο απομακρυσμένος υποπληθυσμός του όρους Κρυονερίτη είναι πολύ μικρού μεγέθους. Ο συγγραφέας παρατήρησε εκεί μόνο περίπου 10 ώριμα άτομα στις 28 Ιουνίου 2007, αριθμός που αντιπροσωπεύει μία εμφανή μείωση από τότε που ανακάλυψε τον υποπληθυσμό την ίδια ημερομηνία 13 έτη νωρίτερα, οπότε είχαν παρατηρηθεί 20- 30 άτομα. Τα φυτά φαίνεται να περιορίζονται σε ρωγμές και αναβαθμίδες βράχων, στη βάση ενός κρημνού βόρειας έκθεσης, σε μία μόνο μικρή περιοχή. Παρόμοιοι βιότοποι υπάρχουν άφθονοι περίπου 150-300 m στα δυτικά, κάτω από ένα πολύ μεγαλύτερο κρημνό, αλλά το Vincetoxicum δεν έχει ακόμη βρεθεί εκεί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η υπερβόσκηση από αιγοπρόβατα πιθανότατα δεν αποτελεί σημαντική απειλή για το είδος, επειδή τα φυτά είναι τοξικά. Η περιοχή του Κρυονερίτη βεβαίως βόσκεται, αλλά τα ζώα αποφεύγουν το Vincetoxicum . Η εμφανής μείωση αυτού του πληθυσμού μεταξύ 1994 και 2007 δεν μπορεί να ερμηνευθεί. Ο πληθυσμός στον ορεινό όγκο της Δίκτη (και αυτός των Λευκών Όρεων, στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί) βρίσκονται σε απομακρυσμένες και συχνά δυσπρόσιτες περιοχές, οι οποίες δεν αναμένεται να επηρεασθούν από ανθρώπινες δραστηριότητες όπως κατασκευαστικές εργασίες ή διάνοιξη δρόμων. Ως αποτέλεσμα, προτείνεται η κατηγορία Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001) για το είδος, επειδή δεν πληρούνται ικανοποιητικά τα κριτήρια της κατηγορίας Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίας: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κάποιο πρακτικό μέτρο προστασίας. Τα φυτά πρέπει να παρακολουθούνται για να εξακριβωθεί αν τελικώς βόσκονται από τα ζώα και αν αυτό συνιστά απειλή. Θα πρέπει να διενεργηθεί επισταμένη έρευνα κατά μήκος των Β. πλαγιών του όρους Κρυονερίτης για να εξακριβωθεί το ακριβές μέγεθος και η έκταση του πληθυσμού εκεί. Η ΝΔ. πλευρά του όρους Μαύρη στα Λευκά Όρη και οι γειτονικές περιοχές του Κολοκυθά πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ώστε να επιβεβαιωθεί η αναφορά του Zaffran.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE5EFE4098DE367CFA36FDD3	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE58FE4298DE367CFA35FCDC.text	9E288790FE58FE4298DE367CFA35FCDC.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Viola athois W. Becker	<div><p>Viola athois W. Becker</p><p>Violaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Viola athois W. Becker in Bull. Herb. Boissier, sér. 2, 2: 854 (1902).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρους] "Peninsula Ηagion Oros Macedoniae, in monte Athos, 23.6.1891", Iter Turcicum 1891, P. Sintenis &amp; J. Bornmüller Nr. 830 (G-Herb. BARBEY-BOIS, Ισότυποι: LD, W, WU, Z-Herb. W. BECKER Nr 1491).</p><p>Συνώνυμα: Viola calcarata sensu Griseb.,Spicil. Fl. Rumel. 1: 237 (1843) p.p., non L.</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος σε χαλαρές έως πυκνές συστάδες, με πυκνές βραχείες τρίχες. Βλαστοί ανορθωμένοι, με λίγα ή καθόλου φύλλα στο κατώτερο ήμισυ, στο ανώτερο με πυκνό έως πολύ πυκνό φύλλωμα. Φύλλα σκούρα πράσινα έως γλαυκοπράσινα, ενίοτε πρασινοϊώδη 12-40 x 5-14 mm, αραιώς έως πυκνώς τριχωτά, σπανίως λεία. Κατώτερα φύλλα με σαφώς μακρύτερους μίσχους από τα ανώτερα, πλατέως ωοειδή έως κυκλικά με αμβλύ άκρο, με αραιώς και αβαθώς οδοντωτό περιθώριο. Μεσαία και ανώτερα φύλλα βαθμιαία μικρότερα προς την κορυφή του βλαστού, ωοειδή έως λογχοειδή ή αντιλογχοειδή, με αμβλύ έως οξύ άκρο, με αραιώς οδοντωτό περιθώριο. Παράφυλλα κατωτέρων φύλλων αδιαίρετα, μήκους μέχρι το ήμισυ του αντίστοιχου φύλλου, επιμήκη-λογχοειδή έως αντιλογχοειδή, οξύληκτα, με αραιή τρίχωση. Παράφυλλα των μεσαίων και ανωτέρων φύλλων 5-7μερή, πτεροσχιδώς διαιρεμένα μέχρι σχεδόν τη βάση, με αραιή έως πυκνή τρίχωση, σπανιότερα με διάσπαρτες βλεφαρίδες. Ποδίσκοι λεπτοί, λείοι ή με αραιή τρίχωση μόνο στο κατώτερο ήμισυ. Βράκτια στενώς τριγωνικά έως επιμήκη-ωοειδή, με οξύ ή αμβλύ άκρο, στη βάση με 1-4 μικρές απολήξεις που συχνά φέρουν αδενώδεις τρίχες, λεία. Άνθη άοσμα, 1,5- 2,5 x 1-2 cm,, ερυθροϊώδη, με ανώτερα πέταλα σκουρόσκουρό-- τερα από τα υπόλοιπα και κατώτερο πέταλο ανοικτότερο προς τον κίτρινο φάρυγγα. Σέπαλα 6-12 x 2-4 mm,, ελελ-- λειψοειδή έως λογχοειδή, με άκρο αμβλύ έως οξύληκτο, με πολύ στενό λευκό περιθώριο, βαθυπράσινα έως πρασινοϊώδη και με εξαρτήματα μικρά, ημικυκλικά έως τραπεζοειδή. Ανώτερα πέταλα 12,5-16 x 9-15 mm, αντωοειδή έως κυκλικά, πλευρικά πέταλα 9-14 x 6-9 mm, ευρέως αντωοειδή έως κυκλικά, βλεφαριδωτά στη βάση τους, κατώτερο πέταλο (συμπεριλαμβανομένου του πλήκτρου) 18-28 x 7-14 mm, καρδιόσχημο έως τριγωνικό. Πέταλα διακοσμημένα με 5-7 σκούρες ερυθροϊώδεις γραμμώσεις. Πλήκτρο 7-13 mm, επίμηκες, λεπτό, λείο, καστανό έως πρασινοϊώδες, ευθύ ή με άκρο στραμμένο προς τα πάνω ή κάτω. Σπέρματα μεγάλα, ωοειδή, χρώματος ώχρας ή ανοικτού καστανού.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 20 (Schmidt 1963, Strid &amp; Franzén 1983, Erben 1985).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Αρχές Απριλίου μέχρι αρχές Ιουλίου (ή και Αυγούστου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος του όρους Άθως, στην χερσόνησο του Αγίου Όρους.</p><p>Βιότοπος: Το είδος αυτό φύεται σε ασβεστολιθικά πετρώματα και απαντά κυρίως σε πετρώδη λιβάδια και σχισμές βράχων στην υπαλπική ζώνη περίπου από τα 1.500 μέχρι τα 1.900(-2.030) m. Έχει ευρεία εξάπλωση, αλλά προτιμά την νότια πλευρά του βραχώδους κώνου του Άθωνα. Σπανιότερα απαντά σε πετρώδη ανοίγματα ή σε ημισκιερές έως σκιερές θέσεις, λίγο χαμηλότερα από τα δασικά όρια (1.400-1.700 m), ανάμεσα σε δενδρώδη είδη όπως τα Abies borisii-regis, Populus tremula και Pinus nigra subsp. pallasiana και θαμνώδη, όπως τα Juniperus foetidissima, J. communis subsp. hemisphaerica, Astragalus angustifolius subsp. pungens, Prunus prostrata και Pterocephalus perennis subsp. perennis . Μαζί της φύονται ορισμένα σπάνια είδη, όπως: Draba athoa, Isatis tinctoria subsp. athoa, Dianthus gracilis subsp. gracilis, D. petraeus subsp. orbelicus, Crepis athoa κ.ά. (Καρύδας 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τον Schmidt (1963), η Viola athois πριν περιγραφεί από τον Becker (1902) ως είδος, έφερε διάφορα ονόματα. Ο Halácsy (1892) την προσδιόρισε ως V. macedonica Βoiss. &amp; Heldr., ενώ o Bornmüller (1894) την κατέταξε στη V. gracilis Sm .. ΜεταΜετα-- γενέστεροι συγγραφείς συμφώνησαν με τον Becker.. Η διδι-- αφοροποίησή της από συγγενή της είδη όπως η V. gracilis s. str., η V. euboea (Halácsy) Halácsy)ácsy)csy)) Halácsyácsycsy και ο χρωμοσωμαχρωμοσωμα-- τικός της αριθμός 2 n = 20 δόθηκαν για πρώτη φορά από τον Schmidt (1963). Σύμφωνα με τον Raus (1986), είναι στενά συγγενής με την V. velutina Form. και απαντά στην Όσσα και τον Άθω, όμως η ταυτοποίηση των δειγμάτων της Όσσας με αυτά του Άθω χρειαζόταν επιβεβαιωση. Τελικά, σύμφωνα με τον Erben (1985), η V. athois μαζί με την V. rausii Erben αποτελούν την ομάδα της Viola athois: τα φυτά από τον Άθω ανήκουν στη V. athois, ενώ αυτά της Όσσας (και του Πηλίου) ανήκουν στη V. rausii . Τα τελευταία δύο είδη διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους, τόσο από τους μορφολογικούς χαρακτήρες, όσο και από τους χρωμοσωματικούς αριθμούς τους, που είναι 2 n = 20 για τη V. athois, ενώ για τη V. rausii είναι 2 n = 52. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα (Erben 1985), αυτά τα δύο είδη μοιάζουν και με τη V. euboea (ενδημικό της νήσου Ευβοίας), την οποία προτείνει να ενταχθεί στην ίδια ομάδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Viola athois σχηματίζει ένα μεγάλο πληθυσμό, που εξαπλώνεται σε εκτεθειμένες πετρώδεις τοποθεσίες κυρίως πάνω από τα δασικά όρια και στα χαμηλότερα σημεία της υποαλπικής ζώνης του Άθωνα, αλλά και σε πετρώδη ανοίγματα ή σπανιότερα σκιερές θέσεις, λίγο χαμηλότερα από τα δασικά όρια. Ο πληθυσμός αριθμεί αρκετές εκατοντάδες άτομα, τα οποία είναι διασκορπισμένα στις πετρώδεις πλαγιές (Καρύδας 2007).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Viola athois χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) είδος, σύμφωνα με το κριτήριο D2, κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, σύμφωνα με την IUCN (2001). Ωστόσο, επειδή κρίνεται ότι δεν απειαπει-- λείται άμεσα με κίνδυνο εξαφάνισης, δεν εντάσσεται σε υψηλότερη κατηγορία απειλής.</p><p>Η βόσκηση στη χερσόνησο του Αγίου Όρους απαγορεύεται και τα μοναδικά χορτοφάγα ζώα στον βιότοπο του είδους είναι ορισμένες δεκάδες ελεύθερα μουλάρια, τα οποία μπορεί να καταναλώσουν τα ανθισμένα τμήματα και τα φύλλα των φυτών. Σε ότι αφορά τις ανθρώπινες παρεμβάσεις, από το 2006 παρατηρούνται οικοδομικές δραστηριότητες, μικρής κλίμακας, για την ανέγερση ενός κτηρίου φιλοξενίας προσκυνητών και την επέκταση του υπάρχοντος ναού της Παναγιάς. Οι ενέργειες αυτές, μαζί με όλη την διαταραχή που μπορεί να προκαλέσει η μη προσεκτική μεταφορά και απόθεση φερτών οικοδομικών υλικών, μπορεί να έχει αρνητικές εξελίξεις για τον πληθυσμό της V. athois (Καρύδας 2007).</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Viola athois περιλαμβάνεται στους Καταλόγους της IUCNUCN για την Ελλάδα και τον κόκό-- σμο, στον Κατάλογο σπάνιων, απειλούμενων και ενδημικών φυτών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλουμένων Ζώων και Φυτών, στον κατάλογο απειλουμένων φυτών του εγχειριδίου CORINE, ενώ επίσης προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, τη Σύμβαση της Βέρνης (1992) και την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Γεωργίου &amp; al. 1996, Ντάφης &amp; al. 1997).</p><p>Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για την Viola athois . Προτείνεται να πραγματοποιείται παρακολούθηση του είδουςαυτού μακροπρόθεσμα, ώστε να υπάρξει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του. Ακόμη, προτείνεται η απαγόρευση συλλογής φυτικού υλικού από το βιότοπό του, καθώς και η αποφυγή της βόσκησης στην περιοχή εξάπλωσής του.</p><p>Τέλος, προτείνεται η e x situ προστασία της V. athois με την καλλιέργειά της σε Βοτανικούς Κήπους και ερευνητικά κέντρα και η διατήρηση σπερμάτων της σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Aντώνιος Καρύδας &amp; Αργυρώ Τηνιακού</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE58FE4298DE367CFA35FCDC	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE5AFE5D98DE367CFA3FFCD8.text	9E288790FE5AFE5D98DE367CFA3FFCD8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Viola cephalonica Bornm.	<div><p>Viola cephalonica Bornm.</p><p>Violaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Viola cephalonica Bornm. in Mitt. Thüring. Bot. Ver. ser. 2, 37: 50 (1927).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Κεφαλληνία] "in montis Aenos regione alpine", 1500-1600 m, 13 Mai. 1926, J. Bornmüller, Iter Graecum 1925, no 76 (Oλότυπος: Β. Ισότυπος: LD).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, ύψους 5-15 cm. Βλαστοί έρποντες έως ανορθούμενοι, συνήθως λείοι, χωρίς φύλλα στο κατώτερο μέρος. Φύλλα ακέραια, γλαυκοπράσινα, λεία ή με αραιές τρίχες, κυρίως στους μίσχους και τα παράφυλλα, αβαθώς δαντελωτά. Έλασμα των κατωτέρων φύλλων κυκλικό έως ωοειδές, μήκους 6-10 mm,, αποαπο-- τόμως στενούμενο σε μίσχο 1-3 φορές του μήκους του ελάσματος· ανώτερα φύλλα στενότερα και μακρύτερα με έλασμα λογχοειδές έως στενώς ωοειδές. Παράφυλλα των κατωτέρων φύλλων αδιαίρετα, επιμήκως έως γραμμοειδώς λογχοειδή, οξύληκτα, λεία, μήκους 3-7 mm και πλάτους 0,7-1,5 mm. Παράφυλλα ανωτέρων φύλλων σχεδόν παλαμοσχιδή, μήκους έως 12 mm και πλάτους 4 mm. Ποδίσκοι μήκους 3-12 mm. Σέπαλα βαθυπράσινα, λεία, 6-11 x 1,6-3,8 mm,, ακέραια, επιμήκη-λογχοειδή, οξύληοξύλη-- κτα. Άνθη ιώδη έως κυανoϊώδη, oϊώδη ϊώδη, συχνά τα ανώτερα πέταπέτα-- λα σκουρότερα από τα υπόλοιπα. Στεφάνη με ανώτερα πέταλα 15-17 x 6-12 mm στενώς έως ευρέως αντωοειδή, πλευρικά πέταλα 12-16 x 6,5-10 mm, στενώς αντωοειδή με αποστρογγυλωμένο άκρο, κατώτερο πέταλο (συμπεριλαμβανομένου του πλήκτρου) 22-26 x 7,5-9,5 mm,, αντιαντι-- στρόφως καρδιόσχημο έως τριγωνικό. Πλήκτρο λεπτό, λείο, μήκους 9-14 mm,, χρώματος ανοικτού ιώδους, ελαελα-- φρώς κυρτωμένο προς τα άνω. Σπέρματα μεγάλα, ωοειδή, χρώματος ανοικτού καστανού.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 20 (βλέπε Merxmüller 1974 για αναφορές, Erben 1985).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Από τα μέσα Μαΐου έως και τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο ενδημικό είδος της νήσου Κεφαλληνίας. Γνωστό μόνο από το όρος Αίνος, εντός του Εθνικού Δρυμού (Φοίτος &amp; Damboldt 1985, Ευθυμιάτου-Κατσούνη 2006).</p><p>Βιότοπος: Η Viola cephalonica εμφανίζεται σε δύο θέσεις κατά μήκος της κορυφογραμμής του όρους Αίνου. Οι θέσεις αυτές είναι ασβεστολιθικές, γυμνές από βλάστηση, πετρώδεις ή βραχώδεις, μη σκιαζόμενες, με έκθεση ΝΝΔ. και εντοπίζονται ως ακολούθως:</p><p>α) Θέση Αμπελάκι-Χιονίστρα, σε υψόμετρο 1.600 m, όπου βρίσκονται οι κεραίες των μέσων τηλεπικοινωνίας. Στη θέση αυτή η V. cephalonica συνυπάρχει με άλλα σπάνια και ενδημικά είδη, όπως είναι τα: Astragalus sempervirens subsp. cephalonicus, Aubrieta deltoidea var. deltoidea, Cerastium candidissimum, Corydalis solida, Lamium garganicum subsp. striatum, Scutellaria rupestris subsp. cephalonica, Veronica glauca subsp. peloponnesiaca κ.ά.</p><p>β) Θέση Πάνω Βίγλα προς την υψηλότερη κορυφή Μέγας Σωρός σε υψόμετρο 1.620-1.628 m.. Στην θέση αυτή απααπα-- ντά προς την πλέον κρημνώδη πλευρά του Αίνου, επάνω από τις σάρες της ΝΝΔ. πλαγιάς και συνυπάρχει με τα ίδια είδη, όπως στην προηγούμενη θέση.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Viola cephalonica, σύμφωνα με τον Bornmüller (1928), ομοιάζει πολύ με την V. euboea (Halácsy) Halácsy, ενδημικό είδος της Εύβοιας, από την οποία διαφέρει κυρίως στα περιθώρια των σεπάλων, τα οποία δεν είναι οδοντωτά. Oμοιάζει, επίσης, και με την V. athois W. Becker, από την οποία διαφέρει κυρίως στην τρίχωση (η τελευταία είναι καλυμμένη με βραχείες τρίχες) και στο μέγεθος και το σχήμα των άνω σεπάλων (Raus 1986).</p><p>Κατάσταση πληθυσμού: Ο υποπληθυσμός της στη θέση Αμπελάκι-Χιονίστρα είναι ο σημαντικότερος, αποτελούμενος από περίπου 80 ώριμα άτομα και σήμερα καλύπτει επιφάνεια περίπου 570 m2, η οποία εφάπτεται της περίφραξης των τηλεοπτικών κεραιών των μέσων τηλεπικοινωνίας. Η θέση αυτή έχει μεταβληθεί πλέον σε "πάρκο κεραιών", διαφόρων κρατικών και ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Οι διάφορες παρεμβάσεις, τα χωματουργικά έργα για την ισοπέδωση του χώρου και η διαπλάτυνση του δρόμου πρόσβασης στο "πάρκο κεραιών", έχουν επιφέρει μεγάλη αλλοίωση στο φυσικό περιβάλλον. Στη θέση αυτή το έτος 1993, που άρχισε ουσιαστικά η παρακολούθηση για την προστασία της Viola cephalonica, ο βιότοπος κατελάμβανε μεγαλύτερη έκταση (περίπου 1.200 m2), γιατί δεν είχαν εγκατασταθεί ακόμη όλες οι κεραίες των μέσων τηλεπικοινωνίας. Το 1997, μετά από ενέργειες μίας εκ των συγγραφέων του παρόντος άρθρου και με την βοήθεια του Δασαρχείου έγινε περίφραξη του βιοτόπου της V. cephalonica . Το μέτρο αυτό απέδωσε και το επόμενο έτος ο χώρος έγινε κατάφυτος από 1.500-1.800 ώριμα άτομα αυτού του είδους. Στα επόμενα έτη η περίφραξη καταστράφηκε τμηματικά από τα εκχιονιστικά μηχανήματα. Σήμερα η έκταση εμφάνισης του υποπληθυσμού έχει μειωθεί περισσότερο από 50% και ο αριθμός των ατόμων του πληθυσμού περισσότερο από 90%.</p><p>Στη δεύτερη θέση, από Επάνω Βίγλα μέχρι την υψηλότερη κορυφή Μέγας Σωρός, δεν υπάρχει ενιαίος υποπληθυσμός, αλλά διασκορπισμένα άτομα μέσα στις σχισμές των βράχων, προς τους κρημνούς της ΝΝΔ. πλευράς του όρους, εκεί όπου μπορούν να προστατευθούν από την βόσκηση. To καλοκαίρι του 2007 μετρήθηκαν περίπου 20 άτομα (Τρίγκου, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Κίνδυνοι και κατάσταση κατηγορίας απειλής: Ο πληθυσμός στη θέση Χιονίστρα- Αμπελάκι μετά την καταστροφή της προστατευτικής περίφραξης, καθώς και τα διάσπαρτα άτομα από τη θέση Επάνω Βίγλα προς το Μέγα Σωρό, διατρέχουν κίνδυνο πλήρους εξαφάνισης λόγω της παράνομης βόσκησης, που παρατηρείται από την άνοιξη και καθ' όλη τη διάρκεια του θέρους. Oιι ρόδακες των φυφυ-- τών, οι βλαστοί και οι κάψες τους με τα σπέρματα, καταναλώνονται από τα ζώα, ενώ είναι σε νεαρή κατάσταση. Αυτή είναι η σημαντικότερη αιτία μείωσης του πληθυσμού, εκτός της σημαντικής συρρίκνωσης του βιοτόπου της V. cephalonica . Στην βόσκηση προστίθεται και η ανεξέλεγκτη συλλογή από τους επισκέπτες, γιατί η θέση του πληθυσμού είναι εκτεθειμένη στο δασικό δρόμο και ταυτόχρονα είναι "θέση θέας".</p><p>Εξ αιτίας της πολύ περιορισμένης έκτασης που καταλαμβάνει η V. cephalonica και των συνεχιζόμενων απειλών που δέχεται από τις ανθρώπινες παρεμβάσεις και την παράνομη βόσκηση, προτείνουμε το taxon να χαρακτηρισθεί ως Κινδυνεύον (ΕΝ), αφού πληροί τα κριτήρια Β1b,c+2b,c και C1+2b της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίας: Παρότι ο πληθυσμός της Viola cephalonica ευρίσκεται εξολοκλήρου εντός του Εθνικού Δρυμού Αίνου, περιοχή η οποία εντάσσεται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 με τον κωδικό GR2220002, ως περιοχή ιδιαίτερου επιστημονικού και κοινοτικού ενδιαφέροντος (SCI και SPA), μόλις πρόσφατα άρχισε η ουσιαστική προστασία και διαχείριση της περιοχής. Ως άμεση δραστηριότητα προτείνεται η περίφραξη του υπολοίπου τμήματος του βιοτόπου του είδους, καθώς η πρακτική αυτή απέδειξε το 1997 ότι οδηγεί σε πλούσια ανθοφορία, αλλά επιπλέον επειδή διασφαλίζει τον πληθυσμό, μέσω της ωρίμανσης των καρπών, παρέχοντας τη δυνατότητα διασποράς των σπερμάτων.</p><p>Όσον αφορά στη θέση Επάνω Βίγλα προς τον Μέγα Σωρό με τα διάσπαρτα άτομα, προτείνουμε την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τον Εθνικό Δρυμό Αίνου, δηλαδή την απαγόρευση της βόσκησης στον πυρήνα του Δρυμού. Ένα τέτοιο μέτρο είναι σίγουρο ότι θα αυξηθεί κατά πολύ την πυκνότητα του πληθυσμού.</p><p>Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του είδους αυτού θεωρούμε, επίσης, απαραίτητη την ex situ διατήρηση σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, αφού, βεβαίως, έχει επιτευχθεί η ανάκαμψη και των δύο υποπληθυσμών της Viola cephalonica .</p><p>Νίκη Κατσούνη, Βασιλική Καραγιάννη &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE5AFE5D98DE367CFA3FFCD8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
9E288790FE47FE5F98C7367CFA3EFC93.text	9E288790FE47FE5F98C7367CFA3EFC93.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Viola oligyrtia Tiniakou	<div><p>Viola oligyrtia Tiniakou</p><p>Violaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Viola oligyrtia Tiniakou, Biosyst. Mel. Gen. Viola sect. Viola: 141 (1991).</p><p>Tύπος: [Ελλάς (Pe), Πελοπόννησος, Νομός Αργολίδος] "mons Ο1igyrtos, supra pagum Skotini", alt. ca. 1100 m, in silva Abietis, Tiniakou 667 (Ολότυπος: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής, λεία πόα. Ρίζωμα λεπτό, με 1(-2) ρόδακες φύλλων. Βλαστοί ανορθούμενοι ή κατακόρυφοι, λείοι. Φύλλα βαθειά πράσινα, 1,3-2 x 0,8-1,6 cm, λεία, με πυκνά οδοντωτό περιθώριο. Φύλλα ρόδακα ευρέως καρδιόσχημα, με αβαθή εγκόλπωση στη βάση και οξύ ή ± αμβλύ άκρο. Φύλλα βλαστού κατ' εναλλαγή, καρδιόσχημα, oξύληκτα. Παράφυλλα φύλλων ρόδακα 7-9(-11) x 0,8-1,2 mm, λογχοειδή, οξύληκτα, λεία, με πυκνές μακριές βλεφαρίδες, βλαστού 6-8(-10,5) x 0,8-1,5 mm, ευρέως λογχοειδή, οξύληκτα, βαθμιαίως πλατύτερα προς την κορυφή τους με λιγότερες και βραχύτερες βλεφαρίδες έως ακέραια,λεία.Ποδίσκοι λεπτοί,λείοι,πολύ μακρύτεροι από τους μίσχους των φύλλων. Βράκτια επιμήκη-λογχοειδή, ακέραια, λεία. Άνθη άοσμα, 1,5-2 x 1,4-2 cm, ασθενώς ερυθροϊώδη έως σχεδόν ωχρόλευκα. Σέπαλα 5-7,5(-9) x 1,2-2 mm, λογχοειδή, οξύληκτα, λεία, με βραχέα εξαρτήματα. Ανώτερα πέταλα 11-12 x 4-5 mm, αντωοειδή, αλληλοκαλυπτόμενα στη βάση, πλευρικά πέταλα 11-12 x 4-4,5 mm, αντωoειδή, με πυκνές θηλές στη βάση τους, κατώτερο (συμπεριλαμβανομένου του πλήκτρου) 16-20 x 5-6 rnm, επιμήκως αντωοειδές, με αποστρογγυλωμένο άκρο και έντονες ιώδεις νευρώσεις. Πλήκτρο 4-6(-6,5) x 2,2-3,2 mrn, λευκό ή πολύ ανοικτό ερυθροϊώδες, με άκρο στραμμένο προς τα επάνω. Στύλος με πυκνές θηλές στην κορυφή του στίγματος. Κάψα ωοειδής-τριγωνική, οξύληκτη, λεία. Σπέρματα λεία, ωοειδή, χρώματος σκοτεινού φαιού, με μικρό ελαιόσωμα.</p><p>Χρωμοσωματικός αριθμός: 2 n = 40 (Λιβανίου-Τηνιακού 1991).</p><p>Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος-Ιούνιος.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδας, γνωστό μόνο από το όρος Ολίγυρτος (ΒΑ. Πελοπόννησος).</p><p>Βιότοπος: Η Viola oligyrtia φύεται κυρίως στις νότιες και νοτιοδυτικές πλαγιές του όρους Ολίγυρτος, σε σκιερές θέσεις δάσους Abies cephalonica, σε υψόμετρο 1.100-1.500 m. Aναπτύσσεται κάτω από Abies cephalonica ή Juniperus oxycedrus . Τα εδάφη στις περιοχές όπου αναπτύσσεται είναι σχετικά αβαθή, προερχόμενα από πετρώματα ασβεστολιθικής σύστασης. Τα κυριότερα συνοδά φυτικά είδη είναι τα εξής: Doronicum orientale, Centaurea raphanina subsp. mixta, Silene italica, Rosa canina, Asyneuma limoniifolium, Carex distachya, Brachypodium sylvaticum, Dactylis glomerata κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα βασικά μορφολογικά γνωρίσματα αυτού του είδους, όπως η ύπαρξη βλαστών, οι ρόδακες των φύλλων της βάσης, τα μη φυλλόμορφα παράφυλλα, οι τριγωνικές κάψες και τα σπέρματα με το μικρό ελαιόσωμα, το κατατάσσουν στη sect. Viola L. subsect. Rostratae. Η subsect. Rostratae εξαπλώνεται κυρίως στην K., B. και A. Ελλάδα, και αντιπροσωπεύεται από 8 taxa: V. rupestris F. W. Schmidt, V. reichenbachiana Jordan, V. riviniana Reichenb., V. dirphya Tiniakou, V. oligyrtia Tini-Tiniakou, V. sieheana W. Becker, V. canina L. subsp. montana (L.) Hartman και V. jordanii Hanry.</p><p>Από τα είδη αυτής της subsectio, το συγγενέστερο προς τη V. oligyrtia είναι η V. riviniana, η οποία επίσης φύεται στην Πελοπόννησο, στα όρη Χελμός και Κυλλήνη. Η V. oligyrtia διαφέρει από τη V. riviniana στο σχήμα και στο χρώμα των ανθέων, στα εντελώς λεία φύλλα με την αβαθή εγκόλπωση στη βάση τους (στη V. riviniana υπάρχουν διασκορπισμένες βραχείες τρίχες, ή είναι ελαφρώς λεία), στα σχεδόν αποστρογγυλωμένα φύλλα του ρόδακα, στα πλατύτερα και με λιγότερες βλεφαρίδες παράφυλλα των φύλλων του βλαστού, στα ακέραια βράκτια καθώς και στους λείους, πολύ λεπτούς ποδίσκους, που εί ναι πολύ μακρύτεροι από τους μίσχους.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το είδος Σχηματίζει 5-8 μικρούς υποπληθυσμούς ή ομάδες ατόμων, κυρίως εντός του δάσους της Abies cephalonica . Εκτίμηση του συνολικού αριθμού των ατόμων του είδους δεν μπορεί να γίνει λόγω των μικρών διασκορπισμένων υποπληθυσμών του, πάντως σε κανένα δεν μετρήθηκαν περισσότερα από 30 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμός κατηγορίας απειλής: Η Viola oligyrtia χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) είδος, με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) και σύμφωνα με το κριτήριο D1 1,, κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμέπεριορισμέ-- νης περιοχής εμφάνισής της και του μικρού αριθμού των συνολικών ώριμων ατόμων της.</p><p>Η περιοχή εξάπλωσης της V. oligyrtia βρίσκονται μακριά από εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητες και δεν παρατηρήσαμε σημάδια έντονης βόσκησης στην περιοχή. Ως εκ τούτου, οι παραπάνω δραστηριότητες δεν απειλούν άμεσα το είδος με εξαφάνιση στο εγγύς μέλλον. Παρατηρήσαμε όμως διανοίξεις νέων δρόμων μέσα στο δάσος, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τους υποπληθυσμούς του είδους. Επίσης, ο αριθμός των ατόμων των υποπληθυσμών φαίνεται ότι μπορεί να επηρεαστεί από πιθανές κλιματικές ή μικροκλιματικές μεταβολές, οι οποίες επίσης συσχετίζονται με την κατάσταση του ελατοδάσους και την καλή υγεία των δέντρων. Σε επισκέψεις μας στην περιοχή παρατηρήσαμε πολλά νεκρά δέντρα, των οποίων οι λόγοι αποξήρανσης χρειάζεται να διευκρινισθούν. Ως συνέπεια, χρειάζεται ο πληθυσμός της V. oligyrtia να ελέγχεται για αλλαγές του επιπέδου απειλής από Τρωτό (VU) VU)) σε ΚινδυΚινδυ-- νεύον (EN) EN)),, σε περίπτωση που υπάρξουν αρνητικές εξελίεξελί-- ξεις στο φυσικό της βιότοπο.</p><p>Μέτρα προστασίας: Η Viola oligyrtia έχει περιληφθεί στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (TiniakouTiniakou 1995) επίσης ως Τρωτό (VU) VU)) και προσταπροστα-- τεύεται από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Ντάφης &amp; al. 1997).</p><p>Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για τoo είδος. Προτείνεται η παρακολούθηση του πληθυπληθυ-- σμού του μακροπρόθεσμα, κάτι που θα παρείχε μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του και μία έγκαιρη διαπίστωση πιθανών κινδύνων.</p><p>Τέλος προτείνεται η e x situ διατήρησή του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού και η προστασία του μέσω καλλιέργειας σε Βοτανικούς Κήπους και ερευνητικά κέντρα.</p><p>Αργυρώ Τηνιακού</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/9E288790FE47FE5F98C7367CFA3EFC93	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (E-Z). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18857675
