identifier	taxonID	type	CVterm	format	language	title	description	additionalInformationURL	UsageTerms	rights	Owner	contributor	creator	bibliographicCitation
0397C81BBD4FFFFCD9ABFF7A3CB6FCC7.text	0397C81BBD4FFFFCD9ABFF7A3CB6FCC7.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Acantholimon aegaeum F. K. Meyer	<div><p>Acantholimon aegaeum F. K. Meyer</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Acantholimon aegaeum F. K. Meyer in Haussknechtia 3: 38 (1987).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΕΑe), Νήσος Χίο] "Chios", Pauli 221 (Ολότυπο: JE).</p><p>Συνώνυμα: Acantholimon ulicinum (Willd. ex Schultes) Boiss. in DC. sensu Bokhari &amp; Edmondson in Fl. Tur. 7: 478-502 (1982) και Dogan &amp; Akaydin (2007).</p><p>A. echinus (L.) Bunge sensu Rechinger f. in Flora Aegaea 426 (1943a).</p><p>Περιγραφή: Πολυετή, συμπαγής θάμνο, με προσκεφαλόμορφο σχήμα, ακανθώδεις βλαστούς και πυκνά φύλλα. Νεαρά φύλλα και τμήματα περιανθίου λευκά, λόγω της ύπαρξης μικρών σφαιρικών αποσπώμενων λεπίων. Ανθοφόροι βλαστοί μήκους 8-15(-20) cm, απλοί ή βραχέως διακλαδιζόμενοι στις ταξιανθίε. Φύλλα 10-25(-50) x 1-2,5 mm, γραμμοειδή-λογχοειδή με αμβλεία βάση που σχεδόν περιβάλλει τον βλαστό, άτριχα έως ελαφρώς τριχωτά, σχεδόν γλαυκά, με λεπτή και αραιή οδόντωση και σκληρή, ακανθοειδή απόληξη. Πρώτα φύλλα της άνοιξης πλατύτερα και λεπτότερα από αυτά του θέρου. Ταξιανθία σε βραχύ στέλεχο, μακρύτερη έως και 8 cm των φύλλων, με ένα ή δύο δίστιχους στάχεις μήκους 15-30(-70) mm, έχοντας ο καθένας 2 έως 7 αραιά σταχίδια. Βράκτια πλατιά, ακιδωτά, πράσινα, περικλείοντα μερικώς τα άνθη. Κάλυκας 10-12 mm, υπόλευκο, μεμβρανώδη, με μαλακό τρίχωμα στον σωλήνα και ευρεία, χοανοειδή απόληξη. Άκρα με 5 ερυθρά νεύρα, τα οποία δεν καταλήγουν στα ακανόνιστα οδοντωτά περιθώρια. Πέταλα ελαφρώς έως εντόνως ρόδινα, βραχέως συνενωμένα στη βάση του, με μακρύ όνυχα. Στήμονες 5, με πλατυνόμενη βάση, προσαρτημένη στις βάσεις των πετάλων. Στύλοι 5. Καρπός κάψα που περιέχει ένα σπέρμα και περικλείεται στον κάλυκα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Μάιο έως τον Ιούνιο, με την ταξικαρπία να παραμένει μέχρι τον Οκτώβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είναι ενδημικό είδος των νήσων Χίου και Σάμου, γνωστό μόνο από υψηλές θέσεις στα όρη Προβατάς και Όρος στην Χίο, καθώς και στα όρη Κέρκης και Άμπελος (Καρβούνη, Προφήτης Ηλία) στην Σάμο. Εμφανίζεται σε υψόμετρο 700-1.200 m, ενώ πιθανώς εκτείνεται μέχρι τα ανώτερα σημεία των υψηλοτέρων κορυφών.</p><p>Βιότοποç: Το Acantholimon aegaeum φύεται σχεδόν αποκλειστικά σε ανοικτές πετρώδεις εκτάσεις και σάρε, καθώς και σε ανοίγματα φρυγάνων, στις ανώτερες ορεινές περιοχές που βόσκονται έντονα, ενώ βρέθηκε μία φορά σε ασβεστολιθικό κρημνό με βόρεια έκθεση. Όλοι οι γνωστοί πληθυσμοί εμφανίζονται σε άδενδρες περιοχέ, που πιθανώς δημιουργήθηκαν εξαιτίας της βόσκηση, κυρίως σε θέσεις με αβαθέ, ασβεστολιθικό έδαφο. Αυτές οι συγκεκριμένες προτιμήσεις βιοτόπου περιορίζουν το είδος σε μικρά μόνο τμήματα των τριών από τα προαναφερθέντα όρη, ενώ εκτεταμένες περιοχές με εκτεθειμένο ασβεστόλιθο υπάρχουν μόνο στο όρος Κέρκης της Σάμου. Στο όρος Όρος το είδος συνοδεύεται από τα Silene urvillei, Petrorhagia armerioides, Vincetoxicum canescens subsp. pedunculatum, Asyneuma virgatum subsp. cichoriiforme, Stipa holοsericea, Festuca jeanperti και αρκετές δεκάδες από κοινότερα είδη που φύονται σε ασβεστολιθικές περιοχέ.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα φυτά του Acantholimon aegaeum περιλαμβάνονταν αρχικά στα είδη A. echinus (L.) Bunge και A. ulicinum (Willd. ex Schultes) Boiss. O Meyer (1987) το περιέγραψε ως ιδιαίτερο είδος σε μία αναθεώρηση των ευρωπαϊκών taxa του γένους Acantholimon . Ένας αριθμός από στενότοπες και μορφολογικά διακριτές μορφές από την Ανατολία έχουν πρόσφατα αναγνωρισθεί στο επίπεδο του είδους από τους Dogan &amp; Akaydin (2007), οι οποίοι συνόψισαν μία σειρά από προηγούμενες δημοσιεύσεις του. Οι πλησιέστεροι συγγενείς του A. aegaeum είναι χωρίς αμφιβολία μία ομάδα από είδη της Δ. και ΝΔ. Ανατολίας που ανήκουν στην subsect. Caryophyllacea. Αυτή περιλαμβάνει είδη όπως το A. phrygium Boiss. από τo Manisa Dag κοντά στην Σμύρνη και τα A. acerosum (Willd.) Boiss. και A. diversifolium Schwarz &amp; Meyer από την επαρχία Mugla. Τα άτομα του A. aegaeum από τη Χίο εμφανίζουν χαμηλότερο ύψος και μικρότερα φύλλα σε σχέση με αυτά της Σάμου. Ως αποτέλεσμα, οι δύο αυτές ομάδες υποπληθυσμών θα πρέπει να θεωρηθούν ως ιδιαίτερες από την άποψη της προστασίας του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Acantholimon aegaeum φύεται σε ολιγάριθμες ομάδες μακρόβιων προσκεφαλόμορφων ατόμων, σε λίγες περιοχές που καλύπτουν τις περιβαλλοντικές του απαιτήσει. Οι ομάδες των ατόμων στα διαφορετικά όρη είναι ουσιαστικά απομονωμένες μεταξύ του, αλλά ενδεχομένως είχαν περισσότερες ευκαιρίες να έλθουν σε επικοινωνία (στα όρια κάθε νησιού) κατά το παρελθόν. Η εύθραυστη ταξικαρπία, που παραμένει στο φυτό για μακρύ χρονικό διάστημα, προσφέρει καλές ευκαιρίες για διασπορά στις συγκεκριμένες περιοχές με το μεγάλο υψόμετρο, εξαιτίας των συχνών, ισχυρών ανέμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδο, σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001) Β1a,b(ii)+2a και D2 που πληρούνται, χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU). Έχει βρεθεί μόνο ένας υποπληθυσμός σε κάθε όρος της Χίου, ενώ στην Σάμο έχει βρεθεί σε 3 περιοχές στην κορυφή του όρους Κέρκη και σε 7 διάσπαρτες περιοχές στο όρος Άμπελο, με κάθε πληθυσμό ή υποπληθυσμό να περιλαμβάνει ένα περιορισμένο αριθμό ατόμων. Εξαιτίας της παρούσας κατάσταση, τυχόν κλιματικές αλλαγές ή αλλαγές στη χρήση της γης στις περιοχές που φύεται το είδος μπορεί να μειώσουν τα γενετικά αποθέματά του σε κρίσιμο σημείο.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Αλλαγές στην χρήση της γης στις περιοχές που απαντά το Acantholimon aegaeum θα πρέπει να αποφευχθούν. Αν τα ανώτερα τμήματα του όρους Κέρκη καθιερωθούν ως προστατευόμενη περιοχή με διαχειριστικό σχέδιο που θα περιλαμβάνει και τους ανοικτούς ασβεστολιθικούς βιότοπους της κορυφή, αυτό θα διασφάλιζε τη συνέχεια της ύπαρξης του είδου. Για την προστασία των υποπληθυσμών της Χίου, το όρος Όρος προσφέρει τις καλύτερες δυνατότητε, έχοντας περιοχές με ασβεστόλιθο, αβαθές έδαφος και πλούσια τοπική χλωρίδα σε υψόμετρο 750-1.000 m.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD4FFFFCD9ABFF7A3CB6FCC7	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD4DFFF9D9ABFE833CBEF932.text	0397C81BBD4DFFF9D9ABFE833CBEF932.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Achillea occulta Constantin. & Kalpoutz.	<div><p>Achillea occulta Constantin. &amp; Kalpoutz.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Achillea occulta Constantin. &amp; Kalpoutz. in Bot. J. Linn. Soc. 147(2): 250 (2005).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία] "Mt. Koulochera, the upper parts of the mountain, from the chapel of Profitis Ilias to the NE upper parts, mostly along the crest line and the NE slopes, steep calcareous rocks, slopes and thickets with Acer sempervirens and Amelanchier, alt. c. 1000-1100 m, 36º 49³ N, 22º 59³ E", 31 May 2003, Constantinidis &amp; Kalpoutzakis 10691 (Ολότυπο: ATHU, Ισότυποι: B, FI, UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο, σχηματίζον συστάδε. Ανθοφόρα στελέχη χωρίς διακλαδώσει, μήκους 12-25 cm, με αραιή τρίχωση. Ώριμα φύλλα αραιώς τριχωτά έως σχεδόν λεία, απλώς πτεροσχιδή, μήκους 25-80 x 20-30 mm, με 2 ζεύγη από πλατεί, αντωοειδείς κύριους λοβούς και 1-3 πολύ μικρότερους λοβούς ή οδόντες κάτω από αυτού. Κύριοι λοβοί αβαθώς και ακανόνιστα οδοντωτοί έως σχισμένοι. Μεσαία φύλλα άμισχα, αντωοειδή έως πλατέως ελλειπτικά, 22-42 x 12-24 mm, παρόμοια με τα φύλλα της βάσης ή με 7-11 λοβού. Κεφάλιο 1, ενίοτε έως 4, σε ποδίσκους μήκους 40-65 mm. Περίβλημα κεφαλίου πλάτους 5-12 mm, βράκτια περιβλήματος μήκους 3,5-7 mm, ωοειδή έως ελλειπτικά, πολύ αραιώς τριχωτά έως σχεδόν λεία, με στενά, μεμβρανώδη, ελαφρώς καστανά περιθώρια. Λέπια ανθοδόχης ελλειπτικά, διαφανή, λεία, αλλά με αραιούς αδένε. Περιφερειακά ανθίδια θήλεα, λευκά, 11-19 ανά κεφάλιο, γλωσσίδια με 3-4 αβαθείς λοβού, διαστάσεων 5,5-9,5 x 3,5-5 mm. Ανθίδια δίσκου ερμαφρόδιτα, λευκά, αδενώδη, σαφώς διευρυνόμενα στη βάση τους για να περιβάλουν την κορυφή του αχαινίου. Αχαίνια στενώς αντωοειδή, καστανά, 2,8-3,2 x 0,9-1,1 mm, χωρίς πάππο, με ασαφή κορώνα, όχι βλεννώδη όταν απορροφούν υγρασία.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Constantinidis &amp; Kalpoutzakis 2005).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Κυρίως ο Μάιο, όμως μπορεί να επεκταθεί έως τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από τα όρη Κουλοχέρα και Κουμπόριζα (ΝΑ. Πελοπόννησο), καθώς και από μία βραχώδη έξαρση, γνωστή ως Μπαρμπαριά, κοντά στα αναφερθέντα όρη.</p><p>Βιότοποç: Η Achillea occulta εμφανίζεται κυρίως στα ανώτερα τμήματα του όρους Κουλοχέρα, ένα όρος μεσαίου υψομέτρου (υψηλότερη κορυφή στα 1.126 m), το οποίο επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως προέκταση του όρους Πάρνωνα προς τα νοτιοανατολικά. Τα φυτά αυτού του είδους φύονται συνήθως σε βραχώδεις πλαγιές και κρημνούς στα βορειοανατολικά και ανατολικά τμήματα του όρου, όπου διατηρούνται υπολείμματα βλάστησης με θάμνους και δέντρα. Τα περισσότερο κοινά θαμνώδη και δενδρώδη είδη είναι τα ακόλουθα (με αστερίσκο σημειώνονται τα ενδημικά φυτά της Ελλάδα): Acer sempervirens, * Amelanchier parviflora subsp. chelmea, Fraxinus ornus subsp. ornus και Phillyrea latifolia, ενώ στους κρημνούς εμφανίζεται το * Rhamnus sibthorpiana . Η A. occulta προτιμά σκιερά ή ημισκιερά μέρη, στα οποία η βλάστηση ή οι εξάρσεις των βράχων την προστατεύουν από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία. Εντούτοι, άτομα αυτού του είδους μπορεί να βρεθούν επίσης σε χαλικώδεις ή σε εκτεθειμένες πετρώδεις τοποθεσίε. Μαζί με την A. occulta φύονται ορισμένα ασυνήθιστα είδη όπως τα: * Consolida tuntasiana, * Cerastium illyricum subsp. brachiatum, Crepis fraasii, * Cymbalaria microcalyx subsp. microcalyx, * Minuartia pichleri, * Melica rectiflora, * Stachys chrysantha, Thalictrum orientale, κ.ά. Η A. occulta μπορεί να είναι άφθονη και να αποτελεί το επικρατούν είδος σε προστατευμένες ρωγμές βράχων, όπου συσσωρεύεται μικρή ποσότητα γονίμου χώματο.</p><p>Οι υποπληθυσμοί που φύονται στην Κουμπόριζα και στην Μπαρμπαριά προτιμούν παρεμφερή περιβάλλοντα. Όλοι οι υποπληθυσμοί εμφανίζονται στα 700-1.120 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Achillea occulta περιγράφηκε πρόσφατα (Constantinidis &amp; Kalpoutzakis 2005). Θεωρήθηκε ότι ανήκει σε μία μικρή ενότητα ειδών που αποτελούν την ομάδα Anthemoideae, η οποία συγγενεύει στενά με την Achillea section Ptarmica. Η ομάδα των Anthemoideae αναβαθμίσθηκε στην A. sectio Anthemoideae (Guo &amp; al. 2004, Saukel &amp; al. 2004, Ehrendorfer &amp; Guo 2006), αλλά η ταξινομική οριοθέτηση αυτής της sectio χρειάζεται περισσότερη έρευνα.</p><p>Τα είδη που είναι ταξινομικώς εγγύτερα στην Achillea occulta είναι τα A. barrelieri (Ten.) Sch. Bip., A. mucronulata Bertol., A. oxyloba (DC.) Sch. Bip. και A. schurii Sch. Bip. Η συγκεκριμένη ομάδα ειδών εξαπλώνεται στα Απέννινα Όρη, στις Άλπεις και τα Καρπάθια, ενώ 3 μέλη της ομάδας (A. barellieri, A. mucronulata, A. oxyloba) φύονται στην Κ. και Β. Ιταλία. Δεν υπάρχουν αναφορές των παραπάνω ειδών από την Ελλάδα και η A. occulta θεωρείται γεωγραφικά απομονωμένη από τους συγγενείς τη.</p><p>Η Achillea occulta διακρίνεται εύκολα από όλους τους συγγενείς τη, εξαιτίας της μορφολογίας των φύλλων. Τα φύλλα της βάσης και τα κατώτερα φύλλα του βλαστού στην A. occulta φέρουν 2 ζεύγη από πλατείς αντωοειδείς λοβού. Οι λοβοί αυτοί καθώς και ο ακραίος λοβός του φύλλου μπορεί να διαιρούνται περαιτέρω, περίπου μέχρι το μέσον του. Ένας επιπλέον μικρός λοβός ή οδόντας μπορεί να υπάρχει στο μίσχο του φύλλου, κάτω από τους κύριους λοβού. Όλα τα άλλα συγγενή της είδη έχουν φύλλα βάσης και κατώτερα φύλλα βλαστού με 5 ή περισσότερους λοβού, που είναι γραμμοειδείς έως ωοειδεί -ελλειπτικοί. Αυτοί μπορεί στη συνέχεια να σχίζονται περισσότερο, όπως στην περίπτωση της A. mucronulata και της A. schurii .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Achillea occulta σχηματίζει ένα μεγάλο και ενιαίο πληθυσμό στο όρος Κουλοχέρα, όπου ο αριθμός των ατόμων του είδους υπολογίζεται σε αρκετές χιλιάδε. Ο ακριβής αριθμός των φυτών που εμφανίζονται στις βραχώδεις εξάρσεις είναι δύσκολο να υπολογισθεί. Τα φυτά συχνά ριζοβολούν στα κατώτερα τμήματα του στελέχους τους και σχηματίζουν νέους ρόδακες φύλλων που συνεχίζουν τον αγενή πολλαπλασιασμό. Μία πρώτη εκτίμηση του πληθυσμού της Κουλοχέρα, το 2003, έδειξε ότι αυτός ανερχόταν περίπου σε 2.500 άτομα.Όμω, μία περισσότερο ακριβής επιτόπια επανεκτίμηση, το 2007, υπολόγισε τον ίδιο πληθυσμό στα 8.000-12.000 άτομα. Ο δεύτερος γνωστός υποπληθυσμός στη Μπαρμπαριά περιλαμβάνει περίπου 500 άτομα, ενώ στην περιοχή της Κουμπόριζας εμφανίζονται περίπου 1.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Αν και η Achillea occulta δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, οι πληθυσμοί της θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανές αλλαγές του επιπέδου επικινδυνότητα, ειδικά στην περίπτωση που αρνητικές εξελίξεις επηρεάσουν το φυσικό της περιβάλλον. Για παράδειγμα, μία πυρκαγιά ίσως κατέστρεφε την αραιή ξυλώδη βλάστηση που προσφέρει κάποια προστασία στο είδο.</p><p>H ορεινή βλάστηση της Κουλοχέρας υπόκειται σε έντονη βόσκηση από κοπάδια αιγοπροβάτων, αργά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ένας δευτερεύων δρόμος που οδηγεί στις κεραίες τηλεπικοινωνίας στην κορυφή του όρους διευκολύνει την οδική μεταφορά ανθρώπων και ζώων. Όμω, η επικρατούσα βόσκηση φαίνεται ότι δεν θέτει σε υπερβολικό κίνδυνο την επιβίωση των υποπληθυσμών της A. occulta . Tα χορτοφάγα ζώα καταναλώνουν, κυρίω, τα ανθισμένα τμήματα και τα φύλλα του είδου, αφήνοντας ανέγγιχτα τα κατώτερα τμήματα του βλαστού και τους οφθαλμούς ανανέωσης κοντά στο ριζικό σύστημα. Οι οφθαλμοί ανανέωσης συχνά προστατεύονται μέσα σε κοιλότητες ή ρωγμές βράχων, όπου δύσκολα προσεγγίζονται από μεγάλα χορτοφάγα ζώα. Ορισμένα άτομα της A. occulta, που φύονται κοντά στις κεραίες τηλεπικοινωνία, προσεγγίζονται ευκολότερα και είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε κινδύνους και πιθανές καταστροφέ. Άλλες συστάδε, όμω, φύονται σε απόκρημνα ή απρόσιτα μέρη που προσφέρουν προστασία, τόσο από την βόσκηση όσο και από ανθρώπινες δραστηριότητε.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγέ, οι οποίες θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Achillea occulta θα πρέπει να αποφευχθούν.</p><p>Τα φυτά της A. occulta καταφέρνουν να επιβιώνουν, παρά την παρουσία περιοδικής και ήπιας βόσκησης στους βιοτόπους του. Οποιαδήποτε εντατικοποίηση της βόσκηση, όμω, θα μπορούσε να μειώσει την παραγωγή των αχαινίων του είδου, καθώς και να αναστείλει την ανανέωση του πληθυσμού από σπέρματα. Ως εκ τούτου, μία τέτοια ενέργεια θα πρέπει να αποφευχθεί.</p><p>Το συγκεκριμένο φυτό είναι ελκυστικό και μπορεί εύκολα να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ιδιαίτερα ως φυτό βραχόκηπων. Τα αχαίνιά του, με τον κατάλληλο χειρισμό, εμφανίζουν υψηλό ποσοστό φύτρωσης και αποτελούν καλό τρόπο διατήρησης και διανομής του είδου.</p><p>Το όρος Κουλοχέρα έχει επιλεγεί να περιληφθεί στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000. Η προστασία του όρους αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην μελλοντική επιβίωση της A. occulta .</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Eλευθέριοç Καλπουτζάκηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD4DFFF9D9ABFE833CBEF932	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD4AFFFAD9B2FE833CB6F92F.text	0397C81BBD4AFFFAD9B2FE833CB6F92F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Adonis cyllenea Boiss., Heldr. & Orph.	<div><p>Adonis cyllenea Boiss., Heldr. &amp; Orph.</p><p>Ranunculaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Adonis cyllenea Boiss., Heldr. &amp; Orph. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 5: 5 (1856).</p><p>Λεκτότυποç (Strid 1986b: 209): [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Κορινθία] "in monte Ziria (Cyllene) prope Flambouritsam, alt. 4500 ped.", 23 April./5 Maj., Orphanides 2542 (G-BOIS, Ισολεκτότυπο: LD, WU).</p><p>Συνώνυμα: Chrysocyathus cylleneus (Boiss., Heldr. &amp; Orph.) Chrtek &amp; Slaviková in Preslia 50: 24 (1978).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα ύψους 25-60(-80) cm, με βραχύ, διακλαδισμένο ρίζωμα. Φύλλα βάσης 1-3, με μακρύ μίσχο που διαπλατύνεται στη βάση του σε κολεό, έλασμα 5-15 cm, τριγωνικό-ωοειδέ, συχνά πτεροσχιδέ, αραιά και μαλακά τριχωτό, αποληκτικά τμήματα λογχοειδή, μήκους 3-4 x 1-1,5 mm, οξύληκτα. Ανθοφόρο στέλεχος ένα ή λίγα, μάλλον εύρωστα, ακέραια ή με λίγες διακλαδώσει. Φύλλα βλαστού λίγα, ομοιάζοντα με αυτά της βάσης αλλά με βραχύ μίσχο, τα ανώτατα αντίθετα ή σπονδυλωτά. Σέπαλα 5, σχεδόν ίσου μήκους με τα πέταλα, λογχοειδή, οξύληκτα, ενίοτε με 2-3 λοβού, λεία έως αραιά τριχωτά, κιτρινοπράσινα. Πέταλα 8-15, στενώς αντωοειδή, κίτρινα, αποστρογγυλωμένα ή αδρώς οδοντωτά στην απόληξή του, 25-30 x 8-10 mm. Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες μήκους περίπου 4 mm, κίτρινοι. Αχαίνια 20-40, σε ένα πυκνό, σφαιρικό κεφάλιο διαμέτρου 16-24 mm, κιτρινοκάστανα κατά την ωρίμανση, με σχεδόν άτριχο σώμα, διαστάσεων περίπου 5,5 x 4,5 mm, λοξώς ωοειδέ -ρομβοειδέ, με δικτυωτή ρυτίδωση και με ράμφος μήκους περίπου 4 mm, λεπτό, με συνεστραμμένο ανώτερο τμήμα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Runemark 2002).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλος Απριλίου, Μάιος και αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό από τα όρη Κυλλήνη (τουλάχιστον δύο θέσει), Ολίγυρτος (σε δύο κορυφέ), Τραχύ και Σαϊτάς (αρκετέ θέσει) της Β. Πελοποννήσου.</p><p>Βιότοποç: Ένας από τους περισσότερο συνηθισμένους βιοτόπους του Adonis cyllenea είναι τα κατώτερα τμήματα και οι ήπιες πλαγιές ασβεστολιθικών βυθισμάτων (δολίνε) των ορέων, όπου τα φυτά μπορεί ορισμένες φορές να βρεθούν σε μεγάλους αριθμού. Οι δολίνες εμφανίζονται, συνήθω, σε διάκενα δάσους Abies cephalonica, καθώς επίσης κοντά στο δασοόριο ή και πάνω από αυτό, όπως στις περιπτώσεις των ορέων Σαϊτάς και Τραχύ. Ο πυθμένας των δολινών είναι συνήθως επίπεδος και συσσωρεύει γόνιμο έδαφο. Δεν παρατηρήσαμε το φυτό σε δολίνες περισσότερο εκτεθειμένε, κατά μήκος της κορυφογραμμής των ορέων. Τουλάχιστον στα όρη Κυλλήνη και Σαϊτά, το είδος φύεται επίσης σε ασβεστολιθικές πλαγιές μεταξύ αραιών δένδρων Abies cephalonica, συχνά προστατευμένο από είδη όπως τα Pteridium aquilinum, Vicia cracca και Marrubium cylleneum . Μετά την καρποφορία, αργά το καλοκαίρι, τα εναέρια τμήματα του A. cyllenea ξηραίνονται και νέα στελέχη εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη από τα υπόγεια ριζώματα.</p><p>Ο A. cyllenea φύεται μεταξύ (1.000-)1.200-1.850 m. Οι Γιαννίτσαρος &amp; Βασιλειάδης (1994α) παρατήρησαν ότι το είδος είναι απόν από αρκετές δολίνες χαμηλοτέρων υψομέτρων του όρους Σαϊτά, ίσως επειδή οι συγκεκριμένες περιοχές χρησιμοποιούνταν για καλλιέργεια σε παλαιότερα έτη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Adonis cyllenea συλλέχθηκε για πρώτη φορά στο όρος Κυλλήνη από τον Th. Heldreich το 1848. Για πολλά χρόνια δεν είχε επανευρεθεί και θεωρήθηκε εξαφανισμένο μέχρι την επανεύρεσή του από τον Strid (1986b, c). Νωρίτερα, το είδος είχε παρατηρηθεί από τον Γ. Σφήκα στο όρος Ολίγυρτο, με βάση πληροφορίες που του δόθηκαν από ορειβάτιδα.</p><p>Ο Adonis cyllenea ανήκει στην ομάδα πολυετών ειδών του A. sect. Consiligo DC. subsect. Rosulatae Poschkurl. (Hoffmann 1998) και είναι συγγενικός των ευρωπαϊκών ειδών A. pyrenaica DC. από την B. Ισπανία, τα Πυρηναία και τις Παράλιες Άλπεις και A. distorta Ten. από τα Απέννινα. Tο A. cyllenea και οι στενότεροι συγγενείς του έχουν επίσης καταταχθεί στο ανεξάρτητο γένος Chrysocyathus ( C. cylleneus), όμως χρειάζεται περισσότερη πειραματική εργασία πριν γίνει αποδεκτή η διάσπαση του γένους Adonis σε ξεχωριστά γένη.</p><p>Ο Adonis cyllenea subsp. paryadrica Boiss., από την περιοχή του Πόντου της ΒΑ. Τουρκία, παραμένει ένα προβληματικό taxon, το οποίο δεν έχει συλλεχθεί ξανά μετά από την αρχική του εύρεση. Ίσως στην πραγματικότητα να αντιπροσωπεύει ένα δείγμα του A. cyllenea από το όρος Κυλλήνη, στο οποίο έχουν αναγραφεί λανθασμένα στοιχεία στη ετικέτα (Runemark 2002).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Oι μεγαλύτεροι γνωστοί πληθυσμοί του Adonis cyllenea φύονται στο όρος Σαϊτά. Οι Γιαννίτσαρος &amp; Βασιλειάδης (1994) υπολόγισαν συντηρητικά τον πληθυσμό, που υπάρχει εκεί, σε περισσότερα των 1.000 ατόμων, αλλά αργότερα οι Tan &amp; Iatroú (2001) αναφέρουν περισσότερα από 100.000 άτομα. Οι συγγραφείς του παρόντος άρθρου επισκέφθηκαν τους πληθυσμούς του Σαϊτά και τείνουν να συμφωνήσουν με τον αριθμό των αρκετών χιλιάδων φυτών. Όλοι οι υπόλοιποι πληθυσμοί είναι σημαντικά μικρότεροι: όχι περισσότερα από 1.000 άτομα στο όρος Κυλλήνη, λίγες εκατοντάδες στον Ολίγυρτο και περίπου 100-200 άτομα στο όρος Τραχύ (Γιαννίτσαρο &amp; Βασιλειάδης 1994). Με εξαίρεση τον Σαϊτά, όλοι οι άλλοι πληθυσμοί είναι τοπικοί και πιθανώς υπολειμματικοί. Νεαρά φυτά με στελέχη που δεν φέρουν ακόμη άνθη παρατηρήθηκαν στους περισσότερους υποπληθυσμού. Το είδος αναπαραγάγεται πιθανότατα από σπέρματα στην φύση, αλλά και η βλαστητική αναπαγαγωγή φαίνεται επίσης πιθανή, αφού το ίδιο ρίζωμα μπορεί να δώσει περισσότερους του ενός ρόδακες φύλλων. Προσπάθειες να φυτρώσουν τα σπέρματα του A. cyllenea στο Εργαστήριο έδειξαν την ύπαρξη ληθάργου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Καθένας από τους γνωστούς πληθυσμούς του Adonis cyllenea περιέχει λιγότερα των 1.000 ατόμων, με εξαίρεση τους υποπληθυσμούς του όρους Σαϊτά, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα πλούσιοι. Το γεγονός αυτό απομακρύνει τον άμεσο κίνδυνο της εξαφάνισης του είδους στη φύση.</p><p>Ο Adonis cyllenea είναι τοξικό. Αν και δεν υπάρχουν δεδομένα για τα φυτοχημικά του συστατικά, σχεδόν με βεβαιότητα περιέχει δηλητηριώδεις γλυκοσίδες καρδενολιδίων στα υπέργεια τμήματά του. Παρά την ύπαρξη αυτών των ενώσεων, παρατηρήσαμε επανειλημμένα ότι οι οφθαλμοί του και τα άνθη του καταναλώνονται από οικόσιτα ζώα,κυρίως αίγε. Ως αποτέλεσμα, μόνο ένα ποσοστό των φυτών κάθε πληθυσμού επιτυγχάνει την παραγωγή σπερμάτων. Σε ορισμένες απομονωμένες ομάδες φυτών του Σαϊτά, σχεδόν από όλα τα φυτά έλλειπε το σφαιρικό κεφάλιο των αχαινίων, πιθανότατα λόγω κατανάλωσης των ανθέων από ζώα. Υποθέτουμε ότι ίσως οι συγκεντρώσεις των τοξικών συστατικών να είναι χαμηλότερες στα ανθοφόρα τμήματα, έτσι ώστε η κατανάλωσή τους από τα ζώα να προκαλεί μικρή ή καθόλου βλάβη. Αυτή πάντως είναι η σημαντικότερη απειλή που αντιμετωπίζει το είδο.</p><p>Οι Γιαννίτσαρος &amp; Βασιλειάδης (1994) και Strid (1995) αναφέρουν τον Adonis cyllenea ως Τρωτό (VU). Μετά από την επιβεβαίωση των μεγάλων πληθυσμών του είδους στο όρος Σαϊτάς και ελλείψει δεδομένων που θα πιστοποιούσαν πιθανή μείωση του μεγέθους του πληθυσμού, νομίζουμε ότι τα κριτήρια της IUCN (2001) για την κατηγορία του Τρωτού (VU) δεν πληρούνται. Ως εκ τούτου, προτιμούμε να κατατάξουμε το είδος στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (NT) ειδών, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι χρειάζονται επειγόντως λεπτομερείς μελέτες για την διερεύνηση της βιολογία, της αναπαραγωγής και των οικολογικών απαιτήσεων του είδου.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Για τους βιοτόπους του Adonis cyllenea θα πρέπει να εξασφαλισθεί νομική προστασία. Σε ορισμένες θέσεις το εν λόγω είδος φύεται μαζί με άλλα κινδυνεύοντα είδη, με περισσότερο ενδιαφέρουσα την Biebersteinia orphanidis . Έτσι, η προστασία των βιοτόπων του θα συμπεριλάβει επίσης άλλα σπάνια είδη που συνυπάρχουν. Δύο από τις θέσεις του, στην χαράδρα της Φλαμπουρίτσας και στο όρος Ολίγυρτο, έχει προταθεί να συμπεριληφθούν στο Δίκτυο σημαντικών οικοτόπων ΦΥΣΗ 2000. Όμω, ο τρόπος εφαρμογής και ο βαθμός προστασίας που θα ισχύσουν για τις περιοχές αυτές χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Για τους μεγαλύτερους πληθυσμούς του είδους στο όρος Σαϊτάς δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, κανένα μέτρο προστασία.</p><p>Το είδος καλλιεργείται σε ορισμένους Βοτανικούς Κήπους (π.χ. σε αυτόν της Κοπεγχάγη) και η περίσσεια των αχαινίων των καλλιεργημένων φυτών προσφέρεται προς πώληση. Δυστυχώ, από όσο γνωρίζουν οι συγγραφείς του παρόντος άρθρου, το όμορφο αυτό είδος δεν καλλιεργείται στην Ελλάδα. Προτείνεται ένθερμα η προσεκτική συλλογή αχαινίων από πληθυσμούς του, των οποίων η προέλευση είναι γνωστή, ώστε να καλλιεργηθούν στην Ελλάδα. Νεαρά φυτά και αχαίνια θα μπορούσαν στη συνέχεια να ανταλλαγούν μεταξύ άλλων Βοτανικών Κήπων και Εργαστηρίων που ειδικεύονται στην διατήρηση ειδών ex situ. Θα πρέπει επίσης να διερευνηθούν οι βέλτιστες συνθήκες που ευνοούν την φύτρωση των αχαινίων και να μελετηθεί η βιολογία του είδου, τόσο στη φύση όσο και σε καλλιέργεια. Αυτή η γνώση θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην περίπτωση που συμβούν κρίσιμες αλλαγές στους πληθυσμούς του είδους καθώς και στην περίπτωση που χρειασθεί να εφαρμοσθούν εξειδικευμένα μέτρα προστασία.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD4AFFFAD9B2FE833CB6F92F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD47FFF7D9ABFF693CBEFD7F.text	0397C81BBD47FFF7D9ABFF693CBEFD7F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Aegilops speltoides var. ligustica (Savign.) Fiori	<div><p>Aegilops speltoides Tausch var. ligustica (Savign.) Fiori</p><p>Gramineae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Aegilops speltoides Tausch var. ligustica (Savign.) Fiori, Fl. Italia 4: 33 (1907).</p><p>Τύποç: (υποδείχθηκε από τον van Slageren, 1994): [Iταλία, Λιγουρία] "dri (tri?) colli freari la porta Montaldo presso Genova", 1847, Savignone s.n. (Nεότυπο: FI, Ισονεότυπο: LY-Gandoger).</p><p>Συνώνυμα: Aegilops ligustica (Savign.) Coss., App. fl. juv. alt., Bull. Soc. Bot. France 11: 164 (1864).</p><p>Ae. speltoides (Tausch) subsp. ligustica (Savign.) Zhuk., Bull. Appl. Bot., Gen. &amp; Pl. Breeding 18(1): 530 (1928).</p><p>Ae. speltoides Tausch f. ligustica (Savign.) Hammer, Feddes Repert. 91: 231 (1980).</p><p>Triticum ligusticum (Savign.) Bertol., Fl. Ital. 6: 622 (1847).</p><p>T. speltoides (Tausch) Gren. ex K. Richt. subsp. ligusticum (Savign.) Asch. &amp; Graebn. in Ascherson, Magyar Bot. Lapok 1 (6): 12 (1902).</p><p>T. speltoides (Tausch) Gren. ex K. Right. f. ligusticum (Savign.) Bowden, Can. J. Bot. 37: 665 (1959).</p><p>T. speltoides (Tausch) Gren. ex K. Richt. subsp./ var. ligustica (Savign.) Kimber &amp; Feldman., Wild Wheat 26 (1987).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα σχηματίζουσα συστάδε, με λίγα έως αρκετά λεπτοφυή στελέχη, ύψους 30-75 cm εξαιρουμένου του στάχεω. Φύλλωμα αραιό, περισσότερο πυκνό στη βάση του βλαστού. Λεπίδες φύλλου γραμμοειδείς οξύληκτε, διαστάσεων 6-13 x 0,2-0,4 cm με περιθώρια κολεού υαλώδη, ενίοτε βλεφαριδωτά. Tαξιανθία λεπτός κυλινδρικός στάχυ, δίστιχο, ελαφρώς πεπλατυσμένος πλευρικά, διαστάσεων 7-10 x 0,3-0,6 cm χωρίς τα άγανα. Σταχύδια κατά την ωρίμανση σφηνοειδώς αρθρωτά με το άγονο σταχύδιο της βάσης ή το χαμηλότερο γόνιμο σταχύδιο να παραμένει προσαρτημένο στο στέλεχο. Στάχυς με 7-15 γόνιμα σταχύδια και κανένα ή ενίοτε ένα άγονο, λέπυρα 2 σε κάθε σταχύδιο, δερματώδη, στενώς ελλειψοειδή-ακρότομα, μήκους 5-7 mm, πράσινα έως πορφυράπράσινα, με τραχιά επιφάνεια, κορυφή των λεπύρων στα πλευρικά σταχύδια ακρότομη, συχνά με μικρές τρίχες και στενό υαλώδες περιθώριο, κορυφή των λεπύρων στα κορυφαία σταχύδια αμβλεία, αυξανομένου πάχου, με μικρές τρίχε, χωρίς αιχμή. Λεπίδες γόνιμων ανθιδίων στα πλευρικά και στα κορυφαία σταχύδια με άγανα στην κορυφή, άγανα με βραχείες τρίχε, χωρίς πλευρικούς οδόντες στη βάση, αυξανομένου μήκους από 2,5 cm στη βάση του στάχεος μέχρι 10 cm στην κορυφή. Χιτώνας στενά ωοειδήελλειψοειδή, με δύο αιχμηρέ, ακανθωτές καρίνε, που καταλήγουν σε μία οξεία κορυφή. Καρύοψη μήκους 6-7 mm, προσκολλημένη στις λεπίδες και στον χιτώνα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 14 (Chennaveeraiah 1960, ως Α. aucheri και A. speltoides, Waines &amp; Barnhart 1992, Jones &amp; Pasakinskienè 2005).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Στην Ελλάδα, από τα τέλη Μαϊου έως τα τέλη Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ο Aegilops speltoides κατάγεται από την περιοχή του τόξου της ''εύφορη ημισελήνου'', δηλαδή την περιοχή που εκτείνεται από το Ισραήλ, τη Συρία, την Α. Τουρκία, το Ιράν, το Ιράκ μέχρι την Αρμενία και τον Ν. Καύκασο. Σε αντίθεση με την τυπική μορφή του είδους ( var. speltoides), που περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο τόξο αυτό, ο Ae. speltoides var. ligustica επεκτείνεται μέχρι τα νοτιοανατολικά όρια της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, καθώς επισημάνθηκε στα όρη της Α. Ροδόπη, στην Βουλγαρία (Stojanov &amp; Stefanoff 1948, Stojanov &amp; al. 1966, Delipavlov 1992), όπου βρέθηκε να αναπτύσσεται στην ίδια περιοχή με το αυτοφυές διπλοειδές σιτάρι.</p><p>Στην Ελλάδα επισημάνθηκε για πρώτη φορά από μέλη της Τράπεζας Γενετικού Υλικού (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) στο πλαίσιο των ερευνητικών αποστολών που πραγματοποιήθηκαν από το 1987 και κατόπιν (Zamanis &amp; al. 1988, Σταυρόπουλος κ.ά. 2008) στην ευρύτερη περιοχή της Μέστη, στα σύνορα των νομών Έβρου και Ροδόπη. Εκεί συνυπάρχει με το αυτοφυές διπλοειδές σιτάρι Triticum monococcum subsp. boeoticum και αποτελεί το μοναδικό μέχρι σήμερα γνωστό σημείο καταγραφής του στον ελλαδικό χώρο και ένα από τα ελάχιστα σημεία στον ευρωπαϊκό χώρο. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με στοιχεία που διατηρούνται στην Τράπεζα Γενετικού Υλικού, κατά τις ερευνητικές αποστολές του 1989, ο Ae. speltoides var. ligustica επισημάνθηκε και σε άλλες κοντινές τοποθεσίε, όπως στον Κόμαρο, το Αρσάκειο και τις Σάππε. Μια άλλη θέση στον Έβρο, που πρέπει να διερευνηθεί, αναφέρεται από τον van Slageren (1994). Το δείγμα βρίσκεται στη βοτανική συλλογή του ΝΥ και έχει συλλεχθεί το 1960, κατά μήκος του δρόμου, 4 km δυτικά των ελληνοτουρκικών συνόρων (Lisa Fruscalla, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Βιότοποç: Το είδος φύεται κυρίως σε λιβαδοπονικές εκτάσεις και σε ήπια διαταραγμένες τοποθεσίε, όπως είναι τα ρείθρα των δρόμων και τα περιθώρια των καλλιεργημένων αγρών. Επίση, απαντά σε ανοικτές δασικές εκτάσεις με Quercus και Pinus. Τα εδάφη, στα οποία αναπτύσσεται, προέρχονται κυρίως από πρωτογενή ασβεστολιθικά πετρώματα με βασάλτη και σε μικρότερο βαθμό από ψαμμιτικά πετρώματα. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι τα φυτά μπορεί να αναπτύσσονται σε ποικίλα εδάφη, από βαριά αλουβιακά μέχρι πολύ πτωχά και πετρώδη. Ο Aegilops speltoides εμφανίζει μεγαλύτερη προτίμηση σε υγρές συνθήκε, συγκριτικά με τα περισσότερα είδη του γένου, καθώς αναπτύσσεται σε περιοχές με μέσο ετήσιο ύψος βροχόπτωσης τα 450-1.450 mm. Η περιοχή της Μέστη, όπου επισημάνθηκε το είδο, έχει ασβεστολιθικά πετρώματα και διαταραγμένα εδάφη, πετρώδη έως λιθώδη, που καλύπτονται από αραιή χαμηλή ξηροφυτική θαμνώδη βλάστηση με Quercus coccifera και Paliurus spina-christi, ενώ απαντώνται επίσης αυτοφυή είδη των γενών Αegilops, Elymus, Agropyrum, Hordeum κ.ά. Ειδικότερα, διερευνήθηκαν δύο θέσεις επισήμανσης του είδους με απόσταση περίπου 1.000 m μεταξύ του, οι οποίες είχαν διαφορετικά χαρακτηριστικά ενδιαιτήματο. Η μία από αυτές δεν εμφανίζει κλίση και βρίσκεται στα κράσπεδα επαρχιακού δρόμου προς το εσωτερικό βοσκοτόπου, σε υψόμετρο 190 m. Χαρακτηρίζεται από σχετικά χαμηλή αλλά πυκνή βλάστηση με Quercus coccifera . Άτομα του Ae. speltoides var. ligustica εντοπίζονται στα περιθώρια του δρόμου με φθίνουσα πυκνότητα προς το εσωτερικό του βοσκότοπου. Η άλλη θέση εντοπίζεται στα ρείθρα και στα περιθώρια επαρχιακού δρόμου, χωρίς την παρουσία υψηλής βλάστηση, σε υψόμετρο 170 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η τυπική μορφή του Aegilops speltoides var. speltoides, σε αντίθεση με τον Ae. speltoides var. ligustica, που επισημάνθηκε στην περιοχή της Μέστη, χαρακτηρίζεται από την απουσία αγάνων στις λεπίδες των πλευρικών σταχυδίων. Οι δύο μορφές του είδους εντοπίσθηκαν αρχικά από τον Savignone, στην περιοχή της Λιγουρίας (Ιταλία) το 1845, όπου βρέθηκαν ως ξενικά φυτά και περιγράφηκαν ως ξεχωριστά είδη με τα ονόματα Agropyrum tournefortii Savign. και A. ligusticum Savign., αντιστοίχω. Αργότερα ο Fiori (1923) κατέταξε τα παραπάνω είδη ως Ae. aucheri και Ae. ligustica αντιστοίχω, μία διάκριση που διατηρήθηκε από άλλους ερευνητέ. Ο διαχωρισμός αυτό, ωστόσο, δε φαίνεται δικαιολογημένο, διότι ο Ae. speltoides είναι σταυρογονιμοποιούμενος με μερικά ποσοστά αυτογονιμοποίηση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο van Slageren (1994) συνένωσε τα δύο είδη σε ένα και διέκρινε τις ποικιλίες Ae. speltoides var. speltoides και Ae. speltoides var. ligustica . Οι δύο μορφές του είδους διασταυρώνονται εύκολα μεταξύ του, ενώ συνήθως διαβιώνουν στους ίδιους βιοτόπου.</p><p>Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο στη ΝΑ. Βουλγαρία (van Slageren 1994) και στην περιοχή της Μέστης του νομού Έβρου (Σταυρόπουλο κ.ά. 2008) εντοπίσθηκαν καθαροί πληθυσμοί του var. ligustica . Σύμφωνα με τους Zohary &amp; Imber (1963), οι μορφές speltoides και ligustica είναι γενετικώς στενά συσχετισμένε. Τα κύρια χαρακτηριστικά της διαφοροποίησης μεταξύ τους ελέγχονται από μία ομάδα στενά συνδεδεμένων γονιδίων (Zohary &amp; Imber 1963, Waines &amp; al. 1982) με τα χαρακτηριστικά του ligustica να είναι κυρίαρχα στα χαρακτηριστικά του speltoides στην F1 γενεά, καθώς και στη διασπώμενη με βάση την αναλογία 3:1 F2 γενεά (Waines &amp; al. 1982).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα ο Aegilops speltoides var. ligustica αναφέρεται στον ελλαδικό χώρο μόνο στην ευρύτερη περιοχή της Μέστης του νομού Έβρου και φαίνεται να αποτελεί, μαζί με τους πληθυσμούς που εντοπίσθηκαν στην Ροδόπη της Βουλγαρία, το δυτικότερο όριο εξάπλωσης αυτού του taxon. Ειδικότερα για την περιοχή της Μέστη, η πυκνότητα του πληθυσμού στις διάφορες θέσεις επισήμανσης του είδους κυμαίνεται από 6-20 φυτά/m2, αναλόγως με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε θέση. Ο αριθμός των υποπληθυσμών, που καταγράφηκαν στην περιοχή, είναι σχετικώς μικρό, με τα φυτά να δεικνύουν ιδιαίτερες προτιμήσεις σε συγκεκριμένα διαταραγμένα ενδιαιτήματα, κυρίως στα ρείθρα και στα περιθώρια του δρόμου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Με κριτήρια το μέγεθος των υποπληθυσμών και την κατανομή του, ο Aegilops speltoides var. ligustica χαρακτηρίζεται προσωρινά ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001). Το συγκεκριμένο taxon παρουσιάζει "ζιζανιόμορφε τάσει" και καταλαμβάνει διαταραγμένες περιοχές (περιθώρια αγρών, ρείθρα δρόμων, χέρσες εκτάσει, ανοίγματα μέσα σε δάση κ.λπ.), διότι δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα στην αδιατάρακτη αυτοφυή χλωρίδα. Οι πληθυσμοί αυτοί κινδυνεύουν σήμερα πολύ περισσότερο από ότι στο παρελθόν, εξαιτίας του κινδύνου πυρκαγιά, της αλλαγής των κλιματικών συνθηκών, των οδικών έργων που μπορεί να πραγματοποιούνται (π.χ. διαπλατύνσεις οδοστρώματο), της αλλαγής των αγροτικών πρακτικών (εντατικοποίηση ή εγκατάλειψη), της ανεξέλεγκτης βόσκησης και της εισβολής ξενικών ειδών. Συχνά τέτοιοι πληθυσμοί εκκαθαρίζονται ή καταστρέφονται συστηματικά. Σχεδόν σε κάθε περίπτωση, λόγω του μικρού αριθμού ατόμων και της πολύ μικρής περιοχής στην οποία κατανέμονται, κάθε σημαντική ενόχληση μπορεί να οδηγήσει το taxon στην εξαφάνιση ή να ελαττώσει σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσής του. Επιπροσθέτω, το ενδεχόμενο μείωσης του αριθμού των ατόμων των υποπληθυσμών που επισημάνθηκαν κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο, οδηγεί σε μείωση της γενετικής ποικιλότητας του taxon, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα προσαρμογής του σε επικείμενες αλλαγέ, ενώ αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο εξαφάνισής του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Επειδή η περιοχή, όπου εντοπίζεται το taxon, είναι πολύ περιορισμένη και δεν είναι ενταγμένη στις ήδη εθνικά προστατευόμενες περιοχέ, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η μεθοδολογία προστασίας περιοχών μεγάλης κλίμακας ή οργανωμένων φυσικών οικοσυστημάτων.</p><p>Στην περίπτωση του Aegilops speltoides var. ligustica θα πρέπει να εκπονηθεί ειδική μεθοδολογία προσαρμοσμένη στο περιορισμένο μέγεθος και στη μικρή εξάπλωση των υποπληθυσμών, καθώς επίσης και στις ιδιομορφίες της τοποθεσία. Ειδικότερα, ένα σχέδιο παρακολούθηση - διαχείρισης των υποπληθυσμών του taxon στην περιοχή (in situ προστασία), θα μπορούσε να περιλάβει τη λεπτομερή χαρτογράφηση της εξάπλωσης των υποπληθυσμών του, την περιοδική παρακολούθηση και καταγραφή των δημογραφικών παραμέτρων των υποπληθυσμών και την περιοδική λήψη παρατηρήσεων σχετικών με τις οικογεωγραφικές παραμέτρους (χλωρίδα, έδαφο, κλίμα, απειλές κ.λπ.). Η μελέτη των φαινολογικών και γενετικών παραμέτρων των προστατευομένων ειδών (γενετική σύσταση, αναπαραγωγικό σύστημα, ελάχιστος βιώσιμος πληθυσμό, φαινολογία κ.ά.) θα μπορούσε να αποτελέσει μία ακόμα προσέγγιση για την ολοκληρωμένη διαχείριση των υποπληθυσμών, ενώ η εφαρμογή των εκάστοτε αναγκαίων επεμβάσεων προστασίας (π.χ. απαγόρευση ή περιορισμός βόσκηση, απομάκρυνση ζιζανίων, ελαχιστοποίηση κινδύνων) των απειλούμενων υποπληθυσμών και του συναφούς οικότοπου, θα συμβάλλει σημαντικά στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του taxon. Συγχρόνω, κρίνεται σκόπιμη η συμπληρωματική εκτός τόπου (ex situ) προστασία με τη λήψη και ασφαλή μακροχρόνια διατήρηση σπερμάτων σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Τα σπέρματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επανεγκατάσταση πληθυσμών απειλούμενων ειδών σε περίπτωση καταστροφής τους από πυρκαγιέ, εχθρούς και ασθένειε, απρόβλεπτες ανθρώπινες παρεμβάσεις κ.λπ.</p><p>Παρθενόπη Ράλλη, Αθανάσιοç Τσιβελίκαç, Ελένη Κόταλη, Στέλιοç Σαμαράç &amp; Νικόλαοç Σταυρόπουλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD47FFF7D9ABFF693CBEFD7F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD44FFF1D9B2FE853CBEFE6A.text	0397C81BBD44FFF1D9B2FE853CBEFE6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Aethionema carlsbergii Strid & Papan.	<div><p>Aethionema carlsbergii Strid &amp; Papan.</p><p>Cruciferae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Aethionema carlsbergii Strid &amp; Papan. in Bot. Not. 133: 521 (1980).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία]: "Mt. Taiyetos, along rocky ridge leading up to the main summit from the south, above Vrisi tou Despoti just W of the crest", 2300 m, 1 July 1979, Strid &amp; Papanicolaou 15331 (Oλότυπο: C. Ισότυποι: ΑΤΗ, G, LD, PAL-Greuter).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, λεία με μακρύ, λεπτό, ημιξυλώδες ρίζωμα. Ανθοφόροι βλαστοί κυρτοί μέχρι σχεδόν όρθιοι, συνήθως αδιακλάδωτοι, μήκους 4-10 cm. Κατώτερα και μεσαία φύλλα αντίθετα, βραχέως έμμισχα, απλά, ακέραια, διαστάσεων 6-10 x 4-6 mm, ωoειδή έως σχεδόν κυκλικά ή πλατέως ελλειπτικά, ενίοτε ελαφρώς σαρκώδη. Ανώτερα φύλλα κατ' εναλλαγή μέχρι σχεδόν αντίθετα, ημιεπιφυή, ωoειδή έως επιμήκως ωoειδή, 7-9 x 3-4,5 mm. Ταξιανθία απλός βότρυ, χωρίς βράκτια, μήκους μέχρι 40 mm. Ποδίσκοι 4-7 mm, όρθιοι έως κυρτοί. Σέπαλα όρθια, 2-2,6 x 0,5-1,0 mm, πρασινωπά-πορφυρά με μεμβρανώδη περιθώρια, τα εξωτερικά ελλειπτικά-σκαφοειδή, αποστρογγυλωμένα στην κορυφή. Πέταλα λευκά έως ελαφρώς ρόδινα, διαστάσεων 3,5-5,5 x 1,8-3,0 mm, χείλος πετάλου ημικυκλικό, όνυχας περίπου ισομήκης προς τα σέπαλα. Ανθήρες ανοικτοκίτρινοι. Ταξικαρπία βότρυ, μήκους 10-25 mm, με ποδίσκο ευθύ, μήκους 4-8 mm. Καρπός κεράτιο, μονόχωρο, μονόσπερμο, ημικυκλικό, διαμέτρου 5,0-6,2 mm, με αβαθές κοίλωμα στην κορυφή και με πτερύγια πλάτους 1,8-2,0 mm στο μέσον του. Σπέρματα επιμήκη, 1,7-2,0 x 0,8-1,0 mm, λεία, ανοικτοκάστανα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από το τέλος Μαϊου μέχρι τις αρχές Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Aethionema carlsbergii είναι τοπικό ενδημικό είδο, εμφανιζόμενο στα νότια της υψηλότερης κορυφής Προφήτη Ηλία του Ταϋγέτου, στην Ν. Πελοπόννησο. Πρόσφατα (2009), το εν λόγω είδος βρέθηκε επίσης στις υψηλότερες περιοχές Γούβες και Πυργάκι της Ξεροβούνα, στον Β. Ταΰγετο.</p><p>Βιότοποç: Το Aethionema carlsbergii φύεται στις υψηλότερες κορυφές του Ταϋγέτου και αναπτύσσεται αποκλειστικά σε ασβεστολιθικά πετρώματα, σε πετρώδεις ή χαλικώδεις πλαγιέ, ήπιας ή έντονης κλίση, σε σημεία όπου η υψηλή ξυλώδης βλάστηση απουσιάζει. Προτιμά ημισκιερέ, αλλά και σχετικώς φωτεινές θέσει, στις σχισμές ασβεστολιθικών βράχων με ανατολική, βορεινή ή νοτιοδυτική έκθεση. Εμφανίζεται σε υψόμετρο μεταξύ (1.700-)2.100-2.400 m, μαζί με άλλα είδη όπως τα Astragalus taygeteus, Euphorbia herniariifolia, Daphne oleoides, Cerastium candidissimum, Geocaryum peloponnesiacum, Pimpinella tragium, Ranunculus subhomophyllus, R. brevifolius, Satureja parnassica subsp. parnassica, Sesleria taygetea, Sideritis clandestina subsp. clandestina, αλλά και τα επίσης τοπικά ενδημικά Draba laconica, Jurinea taygetea και Phitosia crocifolia .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Aethionema carlsbergii είναι ένα χαρακτηριστικό είδο, συγγενές με τo επίσης στενότοπo ενδημικό Ae. οrbiculatum (Βοiss.) Hayek, ένα από τα επικρατέστερα χασμόφυτα της υπαλπικής ζώνης του Άθωνα, με το οποίο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, εθεωρείτο ταυτόσημο (Βοissier 1867, Halácsy 1901, Hayek 1925, Rechinger 1950, Chater 1964). Το Ae. carlsbergii διαφέρει από το Ae. οrbiculatum στους σχεδόν ημιξυλώδεις βλαστούς και στο μεγαλύτερο μέγεθος των καρπών του, οι οποίοι έχουν επίσης πολύ μεγαλύτερα πτερύγια. Παρουσιάζει, επίση, ομοιότητες με το Α. polygaloides DC., ένα είδος που απαντά στην Δ. &amp; Ν. Ανατολία. Από το τελευταίο διαφέρει κυρίως στην διάταξη των φύλλων του και στο πολύ μικρότερο ελεύθερο τμήμα του στύλου του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Aethionema carlsbergii σχηματίζει ολιγομελείς ομάδες ατόμων που κατανέμονται σε δύο κυρίως υποπληθυσμού, ο ένας εκ των οποίων είναι στον l ocus classicus του είδου, νότια της υψηλότερης κορυφής του Προφήτη Ηλία, στον Κ. Ταΰγετο, και ο δεύτερος στις υψηλότερες περιοχές Γούβες και Πυργάκι της Ξεροβούνα, στον Β. Ταΰγετο. Σε κάθε ένα από τους δύο υποπληθυσμούς καταμετρήθηκαν όχι περισσότερα των 150 ατόμων και εκτιμάται ότι ο πληθυσμό, συνολικά, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 250 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι υπάρχοντες υποπληθυσμοί του Aethionema carlsbergii δεν φαίνεται να κινδυνεύουν από την υπερβόσκηση, που πραγματοποιείται σε ολόκληρο το όρος Ταΰγετο. Επίση, οι γνωστοί βιότοποι του Ae. carlsbergii είναι σχετικώς απομονωμένοι και μακριά από θέσεις με ανθρώπινες δραστηριότητε. Ως αποτέλεσμα, μειώνεται ο κίνδυνος υποβάθμισης των γνωστών υποπληθυσμών του.</p><p>Εντούτοι, η παρουσία του Ae. carlsbergii σε πολύ μικρή έκταση (σαφώ μικρότερη των 500 km2), οι υποπληθυσμοί που περιέχουν μικρόν αριθμό ατόμων και η πιθανή υπερσυλλογή από βοτανικούς καθιστούν απαραίτητη τη περιοδική επόπτευση και αξιολόγηση της κατάστασής του. Λόγω των 9 μόνο γνωστών θέσεων στις οποίες εμφανίζεται και των ολιγομελών υποπληθυσμών του, που δεν υπερβαίνουν, συνολικώ, τα 250 καταμετρημένα άτομα, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), καθ' όσον πληροί τα κριτήρια B2a,b(i,ii,iv), C2a(i) και D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία του Aethionema carlsbergii . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των υποπληθυσμών του, προτείνεται η προστασία από υπερβολική συλλογή, η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στους βιοτόπους του είδου.</p><p>Θεωρείται αναγκαία η συνεχής παρακολούθηση των υποπληθυσμών, η οποία θα δώσει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του. Θα πρέπει, επίση, να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και Ερευνητικά Ινστιτούτα, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρησή του.</p><p>Χαράλαμποç Κυριακόπουλοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD44FFF1D9B2FE853CBEFE6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD42FFF3D9B2FE853BC4FD87.text	0397C81BBD42FFF3D9B2FE853BC4FD87.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Aethionema orbiculatum (Boiss.) Hayek	<div><p>Aethionema orbiculatum (Boiss.) Hayek</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Aethionema orbiculatum (Boiss.) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30(1): 472 (1925).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρου] "Mt. Athos", Aucher-Éloy 336 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Crenularia orbiculata Boiss. in Ann. Sci. Nat. Bot., sér. 2, 17: 181 (1842).</p><p>Eunomia orbiculata Griseb., Spicil. Fl. Rumel. 1: 282 (1843).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, πολύβλαστο, λείο φυτό με ξυλώδη βάση πάχους μέχρι 1 cm. Ανθοφόροι βλαστοί μήκους έως 10 cm. Φύλλα ελαφρώς σαρκώδη, διαστάσεων 4-8 x 2-6 mm, αντωoειδή έως επιμήκως ελλειψοειδή, με αμβλεία κορυφή, τα χαμηλότερα και μεσαία αντίθετα με βραχύ μίσχο, τα κορυφαία εναλλασσόμενα, σχεδόν άμισχα. Σέπαλα 2,1-2,8 x 1,0-1,4 mm, με πορφυρή απόχρωση. Πέταλα λευκά, διαστάσεων 5,0-6,5 x 2,5-3,3 mm, ευρέως αντωοειδή, αμβλέα έως ακρότομα στην κορυφή και με αχνές ρόδινες γραμμώσει. Εσωτερικά νήματα μήκους 2,3-2,6 mm, πτερυγιοφόρα, χωρίς κορυφαίο οδόντα. Ταξικαρπία βότρυ, 10-25 mm. Ποδίσκοι κατά την καρποφορία ευθείς έως κυρτούμενοι, μήκους 4-8 mm. Καρπός κεράτιο, μονόχωρο, ωοειδέ -κυκλικό, 3,0-4,5 x 3,0 mm. Σπέρματα επιμήκη, 1,8 x 1,2 mm, λεία, χρυσοκίτρινα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 24 (Papanicolaou, unpubl. in Franzén 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούνιο μέχρι τις αρχές Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Aethionema orbiculatum είναι τοπικό ενδημικό του όρους Άθωνα.</p><p>Βιότοποç: Το Aethionema orbiculatum εμφανίζεται στη βραχώδη κορυφή του Άθωνα, σε υψόμετρο από 1.800 μέχρι 2.000 m. Φύεται αποκλειστικά σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων με μέτριες ή μεγάλες κλίσει, σε μικρές ομάδες των 2-6 ατόμων ή μεμονωμένo. Δεν υπάρχουν προτιμήσεις σε ότι αφορά τις εκθέσει, στις οποίες απαντά. Συνοδεύεται από άλλα σπάνια, ενδιαφέροντα και ενδημικά χασμόφυτα, όπως τα: Silene orphanidis, Asperula suberosa, Helichrysum sibthorpii, Draba lasiocarpa, Arabis bryoides και Potentilla speciosa (Καρύδα 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Aethionema orbiculatum είναι ένα χαρακτηριστικό χασμόφυτο, συγγενές με τo επίσης στενότοπo ενδημικό Αe. retsina Phitos &amp; Snogerup, το οποίο φύεται σε χαμηλά υψόμετρα (μέχρι 500 m), στους παραθαλάσσιους απότομους ασβεστολιθικούς βράχους των νήσων Σκύρου και Σκυροπούλας στο Κ. Αιγαίο (Phitos &amp; Snogerup 1973). Ομοιότητε, επίση, παρουσιάζει με το ενδημικό του Ταϋγέτου Αe. carlsbergii Strid &amp; Papan. Από τα ανωτέρω δύο taxa διαφέρει κυρίως στο μέγεθος και την μορφή των καρπών του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το περιγραφόμενο, εδώ, είδος είναι ένα από τα επικρατέστερα χασμόφυτα της υπαλπικής ζώνης του Άθωνα. Συνολικώς παρατηρήθηκαν αρκετές εκατοντάδες ατόμων, διάσπαρτων στο άνω τμήμα της βραχώδους κορυφή, που αποτελούν ενιαίο πληθυσμό (Καρύδα 2007).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το Aethionema orbiculatum χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) και με βάση τον υπολογιζόμενο αριθμό των ενήλικων ατόμων, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπερβαίνει, συνολικά, τα 1.000 άτομα (κριτήριο D1), καθώς και λόγω της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του (κριτήριο D2).</p><p>Ο πληθυσμός του βρίσκεται μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητες και έτσι το μικρό μέγεθός του και τυχαία γεγονότα αποτελούν τις μόνες απειλέ.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Το Aethionema orbiculatum περιλαμβάνεται στους Καταλόγους της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπη, ενώ επίσης προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.</p><p>Για την προστασία του είδους αυτού, προτείνεται η αποφυγή συλλογής φυτικού υλικού, καθώς και κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία θα ήταν καταστροφική για τον βιότοπό του. Επίση, συμβολή στη διατήρησή του θα αποτελούσε η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός του σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπου, ώστε να επιτευχθεί η ex situ προστασία του. Τέλο, είναι χρήσιμη η καταγραφή και η παρακολούθηση του είδους στον βιότοπό του, επί σειρά ετών.</p><p>Αντώνιοç Καρύδαç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD42FFF3D9B2FE853BC4FD87	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD40FFECD9B2FE853CB6F99D.text	0397C81BBD40FFECD9B2FE853CB6F99D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Aethionema retsina Phitos & Snogerup	<div><p>Aethionema retsina Phitos &amp; Snogerup</p><p>Cruciferae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Aethionema retsina Phitos &amp; Snogerup in Bot. Not. 126: 142 (1973).</p><p>Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Σκύρο] "limestone cliffs at Akr. Korakia and up to 1 km S of Akr. Korakia, alt. 10- 200 m", 11 May 1972, S. Snogerup &amp; M. Gustafsson 44328 (Ολότυπο: LD. Ισότυποι: BM, G, K, UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με βάση ισχυρώς ξυλώδη και προσκεφαλοειδή μορφή, ύψους μέχρι 20 cm και πλάτους μέχρι 40 cm. Ανθοφόροι βλαστοί πολυάριθμοι, ποώδει, μήκους μέχρι 10 cm, πυκνώς φυλλοφόροι. Φύλλα ημισαρκώδη, κατώτερα σχεδόν έμμισχα, σπατουλοειδή, 10-15 x 7-15 mm, ανώτερα αντωοειδή έως αντιλογχοειδή-ελλειπτικά, όλα αντίθετα ή μερικά από τα ανώτερα σχεδόν αντίθετα. Ταξιανθία απλός βότρυ, με 20-50 άνθη. Εξωτερικά σέπαλα μετρίως σακκοειδή, πλάτους 1,2-1,5 mm, αντωοειδή, εσωτερικά σέπαλα επίπεδα, αντωοειδή, πλάτους 1,5-1,7 mm. Πέταλα συνήθως άνισα, λευκά με βάση πορφυρή, τα εξωτερικά μεγαλύτερα με όνυχα μήκους 2,8-3,5 mm και έλασμα 2,2-2,5 x 2-2,5 mm. Καρπός κεράτιο, 4-5 x 3,5-4 mm, με περιφερειακό πτερύγιο πλάτους 0,3-0,8 mm στο κατώτερο ήμισυ και 1,5-2 mm στο ανώτερο ήμισυ, ακρόκοιλο. Στύλος μήκους 1,0-1,3 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 24 (Phitos &amp; Snogerup 1973).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάρτιος - Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από ελάχιστες θέσεις στα γειτονικά νησιά Σκύρος και Σκυροπούλα, σε υψόμετρο 10-420 m. Στην Σκύρο εντοπίζεται στο όρος Κόχυλα, στο νότιο τμήμα του νησιού. Πιο συγκεκριμένα, έχει εντοπισθεί σε κάθετους βράχους στο ΒΑ. άκρο του Κόχυλα, σε μία παραλιακή ζώνη από το ακρωτήριο Κορακιές έως το ακρωτήριο Αποκλείστρια και σε έναν κάθετο βράχο στην περιοχή Κοράκια. Στην Σκυροπούλα είναι γνωστή μία θέση εμφάνισης στη βόρεια ακτή του νησιού.</p><p>Βιότοποç: Το είδος Aethionema retsina φύεται αποκλειστικά σε κατακόρυφες ασβεστολιθικές βραχώδεις επιφάνειε, σχισμές και εσοχές βράχων με ελάχιστο ή καθόλου χώμα (τύπο οικοτόπου 8217: ΑσβεστολιθιΚά βράχια του Αιγαίου, σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Αν και ο βιότοπος αυτός είναι πολύ κοινός στον Κόχυλα, το φυτό εντοπίζεται σε ελάχιστε, μεμονωμένες και σποραδικές θέσεις και οι υποπληθυσμοί του καταλαμβάνουν μικρή έκταση, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα χασμοφυτικά είδη της περιοχή, που έχουν ευρύτερη εξάπλωση και συχνότερη παρουσία. Κατά κανόνα τα φυτά απαντούν σε ύψος μεγαλύτερο των 3 m από τη βάση των κάθετων βράχων στους οποίους φύονται. Στον Κόχυλα, το Αe. retsina συνοδεύεται από άλλα χαρακτηριστικά χασμοφυτικά είδη της περιοχή, όπως τα: Scorzonera scyria (στενοενδημικό του όρους Κόχυλα), Centaurea rechingeri (ενδημικό Αιγαίου), Campanula merxmuelleri (ενδημικό Σκύρου &amp; Ψαρών), Galium reiseri (ενδημικό Β. Σποράδων), ενώ συχνά συναντώνται και τα είδη Euphorbia acanthothamnos και Ballota acetabulosa .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το πλέον συγγενές taxon του Aethionema retsina είναι, χωρίς αμφιβολία, το Ae. orbiculatum (Boiss.) Hayek, ενδημικό της χερσονήσου του Άθωνα και το οποίο είναι, επίση, πολυετές χασμόφυτο με αντίθετα και ελαφρώς σαρκώδη φύλλα και καρπό (κεράτιο) που φέρει ένα σπέρμα.</p><p>Σύμφωνα με τους Phitos &amp; Snogerup (1973), το Ae. retsina διαφέρει σαφώς από το αναφερθέν είδο, από την όρθια, προσκεφαλοειδή εμφάνιση, καθώς και από το μέγεθος και το σχήμα των φύλλων. Το Ae. orbiculatum χαρακτηρίζεται από βραχύτερε, λεπτότερε, κατακείμενες έως κρεμάμενες διακλαδώσεις με μικρότερα σε μέγεθος και στενότερα φύλλα. Οι καρποί του Ae. orbiculatum έχουν καρδιόσχημη βάση και αμβλεία έως οξεία κορυφή, καθώς και πολύ βραχύ στίγμα. Ένα άλλο είδος με το οποίο το Ae. retsina φαίνεται να έχει μερικές ομοιότητε, είναι το Ae. carlsbergii, ενδημικό του Ταϋγέτου. Οι διαφορές των δύο ειδών είναι σαφεί, αναφερόμενες όχι μόνο στους καρπού, αλλά επίσης και στην εν γένει μορφή των φυτών (Phitos &amp; Snogerup (1973).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα είναι γνωστοί τρεις υποπληθυσμοί του είδου. Ένας υποπληθυσμός απαντά στη βραχώδη και απόκρημνη, βόρεια ακτή της νησίδας Σκυροπούλα, ΒΔ. της Σκύρου. Οι άλλοι 2 υποπληθυσμοί εντοπίζονται στη Σκύρο, στο όρος Κόχυλα: ο δεύτερος στο ΒΑ. άκρο του όρου, στην περιοχή του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (GR 2420004) και ο τρίτος νοτιότερα, από το ακρωτήριο Κορακιές ως το ακρωτήριο Αποκλείστρια. Ο τελευταίος διακρίνεται σε τρεις μικρότερες ομάδες που εμφανίζονται: (α) στο ακρωτήριο Κορακιές (12 ενήλικα άτομα το 2007), (β) στο ακρωτήριο Αποκλείστρια (19 ενήλικα άτομα το 2008), και (γ) σε βραχώδη έξαρση πάνω από τη θέση Κοράκια, ανάμεσα στις δύο προηγούμενες θέσει, σε μεγαλύτερο υψόμετρο (420 m) και περίπου 1 km από την ακτή (περίπου 20 ενήλικα άτομα το 2008). Στον τελευταίο υποπληθυσμό παρατηρήθηκαν, επίση, ολιγάριθμα νεαρά, μη αναπαραγωγικά άτομα σε μικρά ύψη του βράχου, ενώ δεν αποκλείεται η παρουσία περισσοτέρων νεαρών ατόμων σε υψηλότερα σημεία, γεγονός που υποδηλώνει κάποιο βαθμό αναγέννηση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίσθηκε ως Τρωτό (Vulnerable, VU) στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Snogerup 1995a), προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και περιλαμβάνεται στα 50 περισσότερο απειλούμενα φυτά των νησιών της Μεσογείου (Montmollin &amp; Strahm 2005). Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το είδος Aethionema retsina χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) με βάση τα κριτήρια B1a,b(iii,v)+2a,b(iii,v) της IUCN (2001), λόγω του σποραδικού εντοπισμού, των λιγοστών υποπληθυσμών του, της μικρής έκτασης που καταλαμβάνουν και του μικρού αριθμού αναπαραγωγικά ωρίμων ατόμων.</p><p>Η ύπαρξη άλλων υποπληθυσμών του είδους στο εκτεταμένο σύστημα παράκτιων και εσωτερικών βραχωδών σχηματισμών του Κόχυλα, σε πολλά σημεία του οποίου είναι αδύνατη η πρόσβαση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι ένα σημαντικό τμήμα του Κόχυλα έχει ερευνηθεί αναλυτικά και οι μέχρι τώρα γνωστοί υποπληθυσμοί αποτελούνται από ελάχιστα άτομα, εμφανίζονται σποραδικά και είναι μικρής έκταση, η ενδεχόμενη ανεύρεση νέων υποπληθυσμών δεν φαίνεται ικανή να διαφοροποιήσει την εκτίμηση ότι το είδος Ae. retsina αποτελεί ένα από τα σπανιότερα είδη της ελληνικής χλωρίδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ακόμη η παρατήρηση ότι καθένα από τα ώριμα άτομα του συγκεκριμένου είδους παράγει μερικές εκατοντάδες σπέρματα, τα οποία σε εργαστηριακά πειράματα εμφανίζουν πολύ υψηλό ποσοστό φύτρωση. Το φυτό πιθανώς αντιμετωπίζει προβλήματα εγκατάστασης των αρτιβλάστων, αλλά και ανταγωνισμού με άλλα χασμοφυτικά είδη της περιοχή.</p><p>Στον Κόχυλα βόσκουν ελεύθερα περίπου 20.000 αιγοπρόβατα και τα αποτελέσματα της έντονης βόσκησης πάνω στη βλάστηση της περιοχής είναι εμφανή. Τα φυτά του Ae. retsina, λόγω της θρεπτικής αξίας των σαρκωδών φύλλων του, αναμένεται να αντιμετωπίζουν έντονη πίεση βόσκηση. Ωστόσο, σε επανειλημμένες επιτόπιες επισκέψει, δεν εντοπίσθηκαν εμφανή σημεία βόσκησης των φυτών.</p><p>Αν και το μεγαλύτερο τμήμα του Κόχυλα αποτελεί τόπο κοινοτικής σημασίας του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, στην περιοχή σχεδιάζεται η κατασκευή ενός τεράστιου αιολικού πάρκου, που θα εκτείνεται σχεδόν σε όλη την έκταση του Κόχυλα. Η χωροθέτηση οποιουδήποτε αναπτυξιακού έργου που θα απαιτούσε, επιπροσθέτω, πολλά συνοδά έργα, όπως διανοίξεις δρόμων και εκβραχισμού, αποτελεί άμεση απειλή για το είδος Ae. retsina, με την πιθανή απώλεια μέρους του πληθυσμού του, αλλά και έμμεση με την υποβάθμιση, αλλοίωση και απώλεια του οικοτόπου του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Το μικρό μέγεθος των δύο υποπληθυσμών του Aethionema retsina στο όρος Κόχυλας το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο σε οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας διαταραχή του βιοτόπου του, ειδικότερα όταν αυτή περιλαμβάνει επεμβάσεις στους βραχώδεις σχηματισμού, οι οποίοι φιλοξενούν την ενδημική χλωρίδα της περιοχή. Ο Κόχυλας πρέπει να προστατευθεί από τέτοιες δραστηριότητε, τόσο για την διασφάλιση της επιβίωσης του είδου, όσο και για τη διαφύλαξη του χαρακτήρα του ως περιοχής διατήρησης της φύσης του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000.</p><p>Η βόσκηση αποτελεί σημαντική απειλή για το φυτό και πιθανόν έχει ήδη συντελέσει, σε βάθος χρόνου, στον περιορισμό των υποπληθυσμών του σε σημεία απρόσιτα για τα ζώα. Η υπόθεση αυτή, όμω, πρέπει να μελετηθεί περισσότερο συστηματικά.</p><p>Δύο συλλογές σπερμάτων τα έτη 2007 και 2008 βρίσκονται αποθηκευμένες στην Τράπεζα Σπερμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών.</p><p>Απόστολοç Καλτσήç, Κατερίνα Κουτσοβούλου &amp; Κώσταç Α. Θάνοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD40FFECD9B2FE853CB6F99D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD5DFFEED9ABFE853CB6FD51.text	0397C81BBD5DFFEED9ABFE853CB6FD51.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ajuga piskoi Degen & Bald.	<div><p>Ajuga piskoi Degen &amp; Bald.</p><p>Labiatae</p><p>Ajuga piskoi Degen &amp; Bald. in Oesterr. Bot. Z. 46: 414 (1896).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Αλβανία] "in humidis prope Diovisda, distr. Ljaskovik (Leskovik)", 7 Jul. 1896, Baldacci 136 (WU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετή, πολύκλαδη πόα. Βλαστός τετραγωνικό, ύψους 30-50 cm, τριχωτό, κυρίως στις γωνίε. Φύλλα αντίθετα, απλά, χωρίς παράφυλλα. Κατώτερα φύλλα 60-85 x 25-45 mm, ωοειδή, αραιά οδοντωτάπριονωτά. Φύλλα βλαστού σφηνοειδή στην βάση. Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, μεγαλύτερα από τα άνθη. Άνθη αρρενοθήλεα, ζυγόμορφα, ανά 2 σε κάθε γόνατο, με μικρό ποδίσκο. Κάλυκας συσσέπαλο, ±ακτινόμορφο, 10-νευρο, 11-15 mm, με οδόντες περίπου διπλάσιους από τον σωλήνα του. Στεφάνη συμπέταλη, δίχειλη, 25-35 mm, ροδόχρωμη, με πορφυρά νεύρα και σωλήνα που εξέχει ελαφρά από τον κάλυκα. Άνω χείλος με δύο βραχείς οδόντε, κάτω χείλος τρίλοβο. Σωλήνας στεφάνης μήκους 1 cm, με δακτύλιο τριχών στο εσωτερικό του. Στήμονες 4, εξέχοντες της στεφάνη, με νήματα τριχωτά. Ωοθήκη επιφυής με δύο καρπόφυλλα, τετράλοβη. Στύλος επάκριο, όχι γυνοβασικό. Καρπός αποτελούμενος από 4 καρπίδια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιο -Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Βαλκανικής Χερσονήσου. Είναι γνωστό από τη Ν. Αλβανία (Nemerce, ΝΔ. του Leskovik), ΝΔ. FYROM (Εθνικό Πάρκο Galicica), ΒΔ. Ελλάδα (Γράμο, Γορμός ποταμό -ΒΔ. τμήμα Νομού Ιωαννίνων, Κουρί Κοζάνη) (Ζαγανιάρη 1939, Hellmann &amp; Seybold 1980, Greuter &amp; al. 1986, Ελευθεριάδου κ.ά. 1994, Χήτος 1998).</p><p>Βιότοποç: Εμφανίζεται σε δροσερέ, φωτεινές θέσεις φυλλοβόλων δασών ή θαμνώνων (δάση μακεδονικής δρυό, φυλλοβόλοι θαμνώνες με Carpinus orientalis, Quercus cerris, Q. pubescens, Acer campestre, A. monspessulanum, Sorbus torminalis, Ostrya sp.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Ajuga piskoi διακρίνεται εύκολα από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά είδη του ίδιου γένους εξαιτίας του μικρού μίσχου των φύλλων, των ροδόχρωμων ανθέων που εμφανίζονται ανά δύο σε κάθε σπόνδυλο ταξιανθίας και του κάλυκα που έχει μήκος 11-15 mm. Πιθανώς σχετίζεται με τις Α. salicifolia Schreb. και Α. laxmannii Benth., οι οποίες όμως έχουν μικρότερο μέγεθο, κίτρινα ή λευκά άνθη με πορφυρές νευρώσεις και βραχύτερο κάλυκα. Ενδέχεται, επίση, να σχετίζεται με την Α. postii Briq. από την Ανατολία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η εξάπλωση της Ajuga piskoi, τόσο στη συνολική γεωγραφική έκταση που καταλαμβάνει όσο και εντός των ορίων του ελληνικού χώρου, εμφανίζεται αρκετά διακεκομμένη. Ο υποπληθυσμός στο Κουρί της Κοζάνης αναφέρεται σε μία ομάδα ατόμων σε υπόροφο δάσους μακεδονικής δρυός ( Quercus trojana subsp. trojana) σε σχετικώς δροσερές θέσεις και ανέρχεται σε περίπου 50 ώριμα άτομα. Η εμφάνισή της στο Γορμό ποταμό (παραπόταμο του Καλαμά στο ΒΔ. τμήμα του Νομού Ιωαννίνων) περιορίζεται σε ένα μόνο άτομο (Χήτο 1998), ενώ η αναζήτησή της στον Γράμο, όπου αναφέρεται από τον Ζαγανιάρη (1939), δεν κατέληξε στην ανεύρεσή τη. Από τη συνολική γεωγραφική εξάπλωση του είδου, φαίνεται ότι μια διεξοδική αναζήτησή του είναι πολύ πιθανόν να προσθέσει νέες θέσεις παρουσίας του στον ελληνικό χώρο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του. Αν και η Ajuga piskoi δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, οι πληθυσμοί της θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανές αλλαγές του επιπέδου επικινδυνότητα, ειδικά στην περίπτωση που κάποιες επεμβάσεις στην περιοχή εμφάνισής της επηρεάσουν αρνητικά το φυσικό της βιότοπο. Για παράδειγμα, η πιθανότητα μιας πυρκαγιάς ή η υπεραραίωση του άνω ορόφου των δασών στα οποία εμφανίζεται, θα είχε ως αποτέλεσμα την μεταβολή των οικολογικών συνθηκών εντός της συστάδας και κατά συνέπεια την δραστική μεταβολή του φυσικού βιοτόπου, που προσφέρει κάποια προστασία στο είδος και εξασφαλίζει την επιβίωσή του.</p><p>Σημαντικό κίνδυνο αποτελεί, επίση, ο τρόπος διαχείρισης των δασών της περιοχή, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι πρεμνοφυή. Αυτή η μέθοδος διαχείρισης ήταν αρκετά διαδεδομένη στο παρελθόν, σήμερα όμως έχει εγκαταλειφθεί και στις περισσότερες περιοχές γίνεται ανόρθωση των δασικών οικοσυστημάτων, τα οποία διαχειρίζονται ως διφυή ή σπερμοφυή.</p><p>Η A. piskoi περιλαμβάνεται στον διεθνή κατάλογο της IUCN (Walter &amp; Gillett 1998) στην κατηγορία Rare (R) για την Αλβανία.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι περισσότεροι κίνδυνοι που απειλούν την Ajuga piskoi είναι, κυρίω, τυχαία γεγονότα ή ακούσιες ενέργειες των ανθρώπων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται μέσα στα δάση και αγνοούν την εμφάνιση και τη σημασία του είδου. Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται η ενημέρωση τόσο των αρμοδίων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου κοινού που διαβιεί ή δραστηριοποιείται μέσα στα δάση της περιοχής εμφάνισης του είδου, καθώς και η τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων, ώστε να συμβάλλουν όλοι στη διατήρηση ή ακόμη και στην επέκταση του πληθυσμού του.</p><p>Παράλληλα, θα πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή, χαρτογράφηση και παρακολούθηση του πληθυσμού της A. piskoi, ώστε να αποσαφηνισθεί ο βαθμός απειλής της και να εμπλουτιστούν τα δεδομένα που την κατατάσσουν σε μια από τις κατηγορίες απειλούμενων ειδών της IUCN.</p><p>Ελένη Ελευθεριάδου &amp; Κωνσταντίνοç Θεοδωρόπουλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD5DFFEED9ABFE853CB6FD51	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD5BFFE8D9ABFE853CB6FD86.text	0397C81BBD5BFFE8D9ABFE853CB6FD86.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Ajuga pyramidalis L.	<div><p>Ajuga pyramidalis L.</p><p>Labiatae</p><p>Ajuga pyramidalis L., Sp. Pl. 561 (1753).</p><p>Λεκτότυποç (Ball in Jarvis &amp; al. 2001, Taxon 50: 510): [Σουηδία, Ελβετία, Γερμανία] Herb. Linn. no. 721.2 (LINN).</p><p>Περιγραφή: Ριζωματώδε, πολυετές είδος χωρίς παραφυάδε. Βλαστός ύψους 5-30 cm, τετραγωνικό, σχεδόν γυμνός έως ομοιόμορφα εριωδώς τριχωτός και στις τέσσερις πλευρές του. Φύλλα αντίθετα, απλά, χωρίς παράφυλλα. Κατώτερα φύλα 40-110 x 15-45 mm, αντωοειδή, ακέραια ή πριονωτά-οδοντωτά, συνήθως παραμένοντα χλωρά κατά την άνθιση. Βράκτια ωοειδή ή αντωοειδή-κυκλικά, ενίοτε λοβωτά και συνήθως στικτά κυανά έως ιώδη. Όλα τα βράκτια υπερβαίνουν σε μήκος τα άνθη. Ταξιανθίες πυκνέ, με 4 έως 8 αρρενοθήλεα, ζυγόμορφα άνθη. Κάλυκας μήκους 5-8 mm, με οδόντες ισομήκεις με το σωλήνα του κάλυκα. Στεφάνη συμπέταλη, δίχειλη, μήκους 10-18 mm, χρώματος ανοικτού κυανοϊώδου, σπανίως ρόδινου ή λευκού. Σωλήνας στεφάνης μακρύτερος του κάλυκα και με το άνω χείλος ακέραιο. Στήμονες με νήματα γυμνά, εξέχοντες ελαφρά της στεφάνη.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 32 (Ball 1972).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος - Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Εξαπλώνεται σε διάφορες χώρες της ΝΔ. Ευρώπη, αλλά και στην πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Βουλγαρία και Ελλάδα (Ball 1972). Στην Ελλάδα εμφανίζεται μόνο σε λίγες θέσεις στη Δ. Ροδόπη, όπου βρέθηκε για πρώτη φορά στην Ελατιά Δράμας (Ελευθεριάδου 1992). Επιπλέον, έχει βρεθεί στις περιοχές του Φρακτού (Eleftheriadou &amp; Raus 1996) και του Λεπίδα της Δ. Ροδόπης (Tsiripidis &amp; Athanasiadis 2003).</p><p>Βιότοποç: Στην Ελλάδα αναπτύσσεται στον υπόροφο δασών οξιάς ( Fagus sylvatica), δασικής πεύκης ( Pinus sylvestris), σε μικτά δάση των δύο ανωτέρω ειδών, σε δάση ερυθρελάτης (Picea abies subsp. abies), σε πρανή αυτών των δασών, καθώς και σε ημιφυσικές λιβαδικές φυτοκοινωνίε. Οι αμιγείς και μικτές συστάδες οξιά, στις οποίες βρέθηκε το είδο, ανήκουν στην οξύφιλη κοινότητα Calamagrostis arundinacea - Fagus sylvatica και πιθανώς έχουν διαδεχθεί δάση δασικής πεύκη. Το υψόμετρο των θέσεων εύρεσης του είδους κυμαίνεται από 1.400 έως 1.800 m. Το είδος βρέθηκε σε πυριτικό γεωλογικό υπόστρωμα (γνεύσιο, γρανίτης ή γρανοδιορίτη).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Στην περιοχή του Φρακτού έχει, επίση, βρεθεί το υβρίδιο Ajuga genevensis L. x A. pyramidalis L. (Eleftheriadou &amp; Raus 1996). Υβρίδια της Ajuga pyramidalis με την A. reptans έχουν καταγραφεί εκτός Ελλάδας (Llamas &amp; Acedo 2008).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Σε όλες τις περιοχέ, στις οποίες έχει καταγραφεί το είδος στην Ελλάδα, βρέθηκαν ελάχιστα άτομα (λιγότερα των 50). Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα είχαν άνθη και καρπού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος δεν διατρέχει κάποιον άμεσο κίνδυνο, αλλά είναι πιθανόν οι δραστηριότητες στα πλαίσια της διαχείρισης των δασών (υλοτομίε και συγκομιδή ξύλου, κατασκευή δρόμων) να επιδράσουν αρνητικά στους υποπληθυσμούς του. Οι δραστηριότητες αυτές δεν επηρεάζουν άμεσα το ενδιαίτημα της Ajuga pyramidalis, αλλά είναι δυνατόν να μειώσουν ή και να εξαφανίσουν έναν ή περισσότερους υποπληθυσμούς τη, δρώντας ως τυχαία περιστατικά (π.χ. η κατασκευή δρόμων). Η μείωση των δασών της Pinus sylvestris και των δασικών διακένων, καθώς και το κλείσιμο της κομοστέγης στα δάση Fagus, ως επακόλουθα της φυσικής διαδοχής της βλάστηση, μπορεί να μειώσουν τα κατάλληλα ενδιαιτήματα για το είδο.</p><p>Σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001), η Ajuga pyramidalis θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως Κινδυνεύον (ΕΝ) βάσει του κριτηρίου D, το οποίο ισχύει γιατί ο πληθυσμός του είδους αυτού στην Ελλάδα περιλαμβάνει με βεβαιότητα λιγότερα από 250 ώριμα άτομα (μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί λιγότερα από 50). Λαμβάνοντα, όμω, υπόψη ότι ο πληθυσμός του είδους στην Ελλάδα βρίσκεται στα νότια όρια εξάπλωσής του και ότι στη γειτονική Βουλγαρία το είδος απαντά σε διάφορες χλωριδικές περιοχές (Assyov &amp; Petrova 2006), όπως στη K. Ροδόπη και στο όρος Pirin, κρίνεται ότι οι πιθανότητες εξαφάνισης της A. pyramidalis στην Ελλάδα μειώνονται, λόγω της ύπαρξης γειτονικών υποπληθυσμών στη Βουλγαρία.</p><p>Για τους παραπάνω λόγου, παρότι θεωρείται ότι το είδος δεν έχει δυνατότητες μακράς διασποράς (Thompson &amp; Hodgson 1996), η κατηγορία επικινδυνότητας υποβαθμίζεται κατά μια βαθμίδα (IUCN 2003) και το είδος τελικά χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), εξαιτίας της πολύ μικρής εξάπλωσης και του μικρού αριθμού ατόμων στον ελλαδικό χώρο (κριτήριο D).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Προτείνεται η παρακολούθηση των υποπληθυσμών του είδους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, προτείνεται η ενημέρωση των διαχειριστικών αρχών για τις θέσεις εξάπλωσης του είδους προς αποφυγή ακούσιων αρνητικών επιδράσεων στους υποπληθυσμούς του εξαιτίας δασικών έργων.</p><p>Ιωάννηç Τσιριπίδηç, Ελένη Ελευθεριάδου &amp; Κωνσταντίνοç Θεοδωρόπουλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD5BFFE8D9ABFE853CB6FD86	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD59FFE4D9AAFE853CB6FD6C.text	0397C81BBD59FFE4D9AAFE853CB6FD6C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alkanna sartoriana Boiss. & Heldr.	<div><p>Alkanna sartoriana Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Boraginaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Alkanna sartoriana Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 3: 134 (1856).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αργολίδο] "in arenosis ad vias inter Naupliam et Porto Tolon Graeciae rara", Heldreich 1721 (Ολότυπο: G-BOIS. Ισότυποs: W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με αρκετά έρποντα έως ανορθωμένα στελέχη μήκους έως 80 cm, διακλαδιζόμενα σε όλο το μήκος τους ή μόνο στο ανώτερο τμήμα του. Τρίχωμα σε βλαστού, φύλλα και κάλυκα αποτελούμενο από λίγες μακρέ, σκληρές τρίχες με διευρυμένη βάση, βραχύτερες αδενώδεις τρίχες και ισομήκεις ή ακόμη βραχύτερε, μη αδενώδεις τρίχε. Φύλλα βάσης σε ρόδακα, επιμήκη-αντιλογχοειδή, έμμισχα, ακέραια ή με λίγες αβαθείς εγκολπώσεις και κυματοειδή κράσπεδα, διαστάσεων 5-12 x 0,7-1,7 cm, συχνά μη διατηρούμενα κατά την ανθοφορία. Φύλλα βλαστού μικρότερου μεγέθου, επιμήκηαντιλογχοειδή, συνήθως πλατύτερα στο ανώτερο 1/3 του, αμβλέα, 7-28 x 2-10 mm. Tαξιανθία επιμηκυνόμενη κατά την καρποφορία, με 10-45 ή περισσότερα άνθη. Βράκτια περίπου ίσα ή μακρύτερα του κάλυκα, στενώς ωοειδή έως γραμμοειδή, αμβλέα, ποδίσκος κάλυκα 1-3 mm. Kάλυκας 6-7 mm κατά την ανθοφορία, έως 9,5 mm κατά την καρποφορία, σωλήνας ±2,5 mm, λοβοί επιμήκεις έως τριγωνικοί, σχεδόν οξείς στην απόληξη, με ιδιαίτερα πυκνό τρίχωμα στα κράσπεδα και τη μεσαία νεύρωση. Στεφάνη λεία, λευκή με κίτρινο φάρυγγα, σπανιότερα ελαφρώς ρόδινη με ιώδη φάρυγγα, υποκίτρινη έως ιώδης κατά την ξήρανση, μήκους ±10 mm και διαμέτρου ±10 mm, με σχεδόν αποστρογγυλωμένους λοβούς 4-5 mm. Καρπίδια υποκάστανα, με μικρό στύπο και οριζόντιο έως καμπτόμενο ράμφο, με ακανόνιστα φυμάτια, συχνά συγκεντρωμένα σε μικρές ομάδες ή σχηματίζοντα σειρέ.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα μέσα Μαϊου, με το μέγιστο της ανθοφορίας να παρατηρείται κατά το δεύτερο ήμισυ του Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Πελοποννήσου. Όλες οι παλαιότερες αναφορές και σύγχρονες συλλογές προέρχονται από εκτάσεις μεταξύ της πόλης του Ναυπλίου και του λιμανιού του Τολού στο Νομό Αργολίδος με λίγου, μικρού, διάσπαρτους υποπληθυσμού.</p><p>Αναφορές από την αμμώδη ακτή του χωριού Στούπα της Μεσσηνίας (Tan &amp; al. 2005) έχουν προσφάτως θεωρηθεί ως το διακριτό είδος Alkanna chrysanthiana Kit Tan (Tan &amp; Petrova 2009).</p><p>Βιότοποç: Παλαιότερες πληροφορίες ανέφεραν ότι η Alkanna sartoriana φύεται σε περιοχές με ψαμμιτικό ή αμμώδες υπόστρωμα, κοντά σε ακτές (Vassiliades 1996, Tan &amp; Iatroú 2001, Tan &amp; al. 2005). Ωστόσο, o πρώτος συγγραφέα, σε πρόσφατες επισκέψεις στην περιοχή ανάμεσα στο Τολό και το Ναύπλιο, τεκμηρίωσε τουλάχιστον έξι υποπληθυσμούς του είδου, όπου τα φυτά φύονταν σε λοφώδεις εκτάσεις μικρής ή μέτριας κλίση, οι οποίες απέχουν 2 km ή περισσότερο από την πλησιέστερη ακτή. Οι υποπληθυσμοί αυτοί εντοπίζονται σε υψόμετρο 30-170 m, σε μαργαϊκό ή ασβεστολιθικό έδαφος που σχηματίζει λεπτό στρώμα πάνω σε σερπεντινικό μητρικό υπόστρωμα. Το άτομα μπορεί να φύονται σε πρανή επαρχιακών οδών ή αγροτικών δρόμων, στα κράσπεδα διαμορφωμένων αναβαθμίδων στις πλαγιές λόφων, σε χωμάτινα πρανή, σε επίπεδες πετρώδεις εκτάσεις με αραιά φρύγανα και θαμνώνε. Σε ορισμένες από τις περιοχές έχουν ήδη δημιουργηθεί ελαιώνες ή πορτοκαλεώνε, περιορίζοντας τον αρχικό βιότοπο του είδους σε πολύ μικρή έκταση. Δύο υποπληθυσμοί βρίσκονται σε αραιή, πρόσφατα καμένη ή αποψιλωμένη μακία βλάστηση, ενώ δεν παρατηρούνται άτομα σε γειτονικές θέσεις με πυκνούς και υψηλούς θάμνου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Alkanna sartoriana είναι ένα σπάνιο είδο, το οποίο συλλέχθηκε στην Αργολίδα αρχικά από τον Heldreich στα μέσα του 19ου αιώνα και στη συνέχεια από τους Spruner, Haussknecht και Zuccarini, στην ίδια περιοχή. Για πολλές δεκαετίες δεν είχε παρατηρηθεί ξανά, μέχρι την επανεύρεσή του (Vassiliades 1996).</p><p>Σύμφωνα με τον Rechinger (1965), η A. sartoriana είναι ένα ευδιάκριτο είδος που δεν συγχέεται με άλλα ευρωπαϊκά είδη του γένου, εξαιτίας των φύλλων της βάση, τα οποία είναι πλατύτερα στο ανώτερο τμήμα τους και έχουν κυματοειδή κράσπεδα με αβαθείς εγκολπώσει, της λευκής στεφάνης και των μικρών καρπιδίων που φέρουν φυμάτια συχνά συγκεντρωμένα σε μικρές ομάδες ή σχηματίζοντα σειρέ. Εντούτοι, επιτόπιες παρατηρήσεις σε αρκετούς υποπληθυσμούς έδειξαν ότι υπάρχει ένα μικρό ποσοστό ατόμων, των οποίων η στεφάνη σε μεμονωμένα άνθη ή σε ολόκληρες ταξιανθίες φέρει μια αχνή ρόδινη απόχρωση που γίνεται βαθύτερη προς το κέντρο, ενώ η βάση μπορεί να εμφανίζει έντονο ιώδες χρώμα. Σε αυτά τα φυτά η στεφάνη χρωματίζεται έντονα ιώδης κατά την ξήρανση.</p><p>Η πιθανότητα υβριδισμού με κάποιο άλλο είδος με κυανοϊώδη στεφάνη δεν υποστηρίζεται, διότι αφενός δεν βρέθηκαν άλλα είδη Alkanna στoυς βιοτόπους της A. sartoriana (ούτε το ευρείας εξάπλωσης Alkanna tinctoria (L.) Tausch), αλλά, κυρίω, διότι δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε άλλη μορφολογική διαφοροποίηση των φυτών με ρόδινη ή ιώδη στεφάνη.</p><p>Η συγγενική Alkanna chrysanthiana διαφέρει ελαφρώς από την A. sartoriana, κυρίως στην φυματιώδη εσωτερική επιφάνεια της στεφάνης και τη μεγαλύτερη διάμετρο του άνθου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Oι υποπληθυσμοί της Alkanna sartoriana είναι ιδιαίτερα μικροί και ασυνεχεί. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται σήμερα σε περιοχές με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα, περιορισμένοι στα κράσπεδα καλλιεργημένων εκτάσεων ή σε θέσεις που προορίζονται για άμεση τουριστική ή οικιστική αξιοποίηση.</p><p>Ο μικρός υποπληθυσμός κοντά στην παραλία του Τολού αριθμούσε περίπου 10 άτομα το 1996 (Vassiliades 1996), όμως δεν έγινε κατορθωτό να επανευρεθεί το 2008 και το 2009, κατά τη διάρκεια 3 επισκέψεων.</p><p>Ένας μικρός υποπληθυσμό, μεταξύ του χωριού Ασίνη και του αντίστοιχου αρχαιολογικού χώρου, αριθμεί 30-35 άτομα, τα περισσότερα ενήλικα. Η επιβίωση του υποπληθυσμού στο άμεσο μέλλον εξαρτάται από τις καλλιεργητικές φροντίδες που θα δεχθεί ο ελαιώνας που συνυπάρχει στην περιοχή.</p><p>Περίπου 15 άτομα βρέθηκαν μέσα στο χωριό Αγία Παρασκευή, σε μικρού ύψους πρανές του δρόμου. Ο συγκεκριμένος βιότοπος εκτείνεται σε πολύ στενή λωρίδα 15 m, στα κράσπεδα περιφραγμένου ελαιώνα, απέναντι από σύγχρονη κατοικία. Ο δρόμος στη θέση του υποπληθυσμού είναι ιδιαίτερα στενός και μια πιθανή μελλοντική διάνοιξή του θα καταστρέψει πλήρως τα φυτά. Δύο έως πέντε ακόμη άτομα εντοπίζονται σε απόσταση περίπου 1 km από το χωριό, προς τη Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρο, στα όρια πορτοκαλεώνα. Απειλούνται άμεσα από πιθανές καλλιεργητικές φροντίδες των οπορωφόρων δέντρων.</p><p>Στην περιοχή Κουφή, ΒΑ. του Τολού, καταμετρήθηκαν 15 άτομα. Ο λόφος που φιλοξενεί τον υποπληθυσμό είναι ιδιόκτητος και έχει υποστεί προσφάτως εκτεταμένες χωματουργικές εργασίε, οι οποίες σχετίζονται με τη διαμόρφωσή του σε οικόπεδα προς πώληση.</p><p>Ο υποπληθυσμός πάνω από τον περιφερειακό δρόμο του Τολού αριθμεί περί τα 100 άτομα και είναι από τους μεγαλύτερους που βρέθηκαν. Η περιοχή είναι ιδιόκτητη, βρίσκεται στα όρια του οικισμού και γειτνιάζει με μακία βλάστηση. Εκτείνεται σε έκταση 2 περίπου στρεμμάτων και έχει πρόσφατα αποψιλωθεί από τη ξυλώδη βλάστηση για να μετατραπεί σε οικόπεδο. Φαίνεται ότι η απομάκρυνση της θαμνώδους βλάστησης και η ήπια επιφανειακή διατάραξη ευνόησε τη φύτρωση των σπερμάτων του είδου, με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν αρκετά νεαρά άτομα στην περιοχή, ενώ δεν υπάρχουν φυτά στη γειτονική πυκνή μακία. Η επιβίωση του συγκεκριμένου υποπληθυσμού είναι συνυφασμένη με τη μελλοντική τύχη του οικοπέδου.</p><p>Ο πλέον απομακρυσμένος από ανθρώπινες δραστηριότητες υποπληθυσμός της A. sartoriana εντοπίσθηκε κοντά στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου της Μονής Μεταμόρφωσης του Σωτήρο. Αριθμεί περίπου 100 άτομα, αρκετά από τα οποία είναι νεαρά.</p><p>Η περιοχή φαίνεται να είναι δημόσια και μακριά από τις ζώνες ανοικοδόμηση. Εντούτοι, τα φυτά εντοπίζονται σε μία μικρή λωρίδα εδάφους 40 x 10 m, παράλληλα με έναν αγροτικό δρόμο που διανοίχθηκε πρόσφατα. Εκτός της συγκεκριμένης λωρίδας παρατηρήθηκαν ελάχιστα φυτά, ενώ δεν εντοπίσθηκαν άτομα στη γειτονική πυκνή μακία, ούτε στο βραχώδες ασβεστολιθικό σύστημα που εκτείνεται προς την κορυφή του λόφου. Ο συγκεκριμένος υποπληθυσμός φύεται σε αραιή μακία βλάστηση, η οποία καταστράφηκε από πρόσφατη πυρκαγιά και επανακάμπτει. Τουλάχιστον ορισμένα άτομα του είδους επιβίωσαν από τη φωτιά και δημιούργησαν σημαντικό αριθμό νεαρών φυτών, ίσως εξαιτίας του παροδικά μειωμένου ανταγωνισμού με άλλα φυτικά είδη.</p><p>Πιθανολογούμε ότι ο συνολικός πληθυσμός των ενηλίκων φυτών της Αlkanna sartoriana είναι μικρότερος των 1.500 ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που απειλούν την Alkanna sartoriana σχετίζονται με την καταστροφή των βιοτόπων τη. Οι περιοχές εμφάνισης του είδους έχουν περιορισθεί σημαντικά, συγκριτικά με το παρελθόν, εξαιτίας των εντατικών καλλιεργειών, της οικιστικής ανάπτυξης και της τουριστικής αξιοποίηση. Ως αποτέλεσμα, το είδος σήμερα περιορίζεται σε στενές λωρίδες ακαλλιέργητης γης ή σε χαμηλούς λόφους που γειτνιάζουν με το οδικό δίκτυο, στα κράσπεδα καλλιεργειών ή σε θέσεις που προορίζονται για μελλοντική αξιοποίηση. Καλλιεργητικές φροντίδε, όπως η εκρίζωση και η απομάκρυνση των ζιζανίων και η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων, μπορεί να καταστρέψουν ορισμένους υποπληθυσμούς σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Με τον ίδιο τρόπο, οι υποπληθυσμοί που βρίσκονται εντός ή στα όρια οικιστικών ζωνών μπορεί να εξαφανισθούν ταχύτατα. Εντούτοι, είναι πιθανό να υπάρχουν περισσότεροι υποπληθυσμοί στην ευρύτερη περιοχή της Α. Πελοποννήσου, μακρύτερα από τα μέχρι σήμερα γνωστά όρια εξάπλωσης του είδου.</p><p>Εξαιτίας του πολύ μικρού μεγέθους των γνωστών υποπληθυσμών, του ασταθούς βιοτόπου που καταλαμβάνουν, των καταστροφικών ενεργειών και μεταβολών που παρατηρούνται στις περιοχές εξάπλωσής τους και απειλούν την ομαλή διατήρηση των υφιστάμενων αποικιών, εντάσσουμε την Α. sartoriana στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,c(i,ii,iv)+2a,c(ii,iv) και C2a(i),b της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: H επιβίωση του είδους in situ σχετίζεται άμεσα με την προστασία των βιοτόπων του. Μικροί θύλακες ακαλλιέργητων εδαφών, χαμηλών λόφων ή ψαμμιτικών και αμμωδών θέσεων, καθώς και παρυφές καλλιεργουμένων εκτάσεων κοντά στις γνωστές περιοχές εξάπλωσης του είδους θα πρέπει να διερευνηθούν προσεκτικά ώστε να πραγματοποιηθεί πληρέστερη καταγραφή των υποπληθυσμών του. Επιπλέον, οι γνωστοί υποπληθυσμοί θα πρέπει να προστατευθούν από καταστροφικές ενέργειες όπως η ισοπέδωση του εδάφου, η επιχωμάτωση, η χρήση ζιζανιοκτόνων και η καταστροφή της βλάστηση. Η ενημέρωση των τοπικών φορέων, συνεταιρισμών και ιδιοκτητών της περιοχής θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το είδο.</p><p>Ορισμένοι από τους υποπληθυσμούς θα μπορούσαν να προστατευθούν in situ. Η πολιτεία ή η δημοτική αρχή θα μπορούσε να αγοράσει μικρές εκτάσεις που φιλοξενούν πληθυσμούς του είδου, να τις περιφράξει και να τις προστατεύσει. Επιπλέον, οι περιοχές αυτές θα μπορούσαν να διαμορφωθούν κατάλληλα και να φιλοξενήσουν άλλα τοπικά ενδημικά φυτικά είδη, ώστε να δώσουν την ευκαιρία για τη δημιουργία μικρών βοτανικών κήπων. Με αυτό τον τρόπο, οι περιοχές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αφενός ως θύλακες προστασίας του είδου, ενώ αφετέρου θα μπορούσαν να αυξήσουν την επισκεψιμότητα από εκδρομείς περιβαλλοντικών οργανώσεων, σχολείων, βοτανικών ομάδων, φοιτητών και απλών πολιτών, με τα αντίστοιχα οφέλη για την ευρύτερη περιοχή.</p><p>Δεν υπάρχουν στοιχεία για την βιολογία και τον τρόπο καλλιέργειας της Alkanna sartoriana . Τα σπέρματα, που αποτελούν το μέσον διασποράς του είδου, πέφτουν στο έδαφος σε μεγάλους αριθμού, αλλά τα νεαρά άτομα που βρέθηκαν ήταν περιορισμένα. Χρειάζεται εμπεριστατωμένη μελέτη των ιδανικών συνθηκών φύτρωσης των σπερμάτων και του πολλαπλασιασμού των φυτών ώστε να υποστηριχθεί η ex situ καλλιέργεια του είδους και η πιθανή επανεγκατάσταση ατόμων στο φυσικό τους περιβάλλον. Η καλλιέργεια σε Bοτανικούς Kήπους κρίνεται απαραίτητη και θα συμβάλει στην μελλοντική επιβίωση του είδου.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD59FFE4D9AAFE853CB6FD6C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD55FFE6D9ABFE833CB6FBB2.text	0397C81BBD55FFE6D9ABFE833CB6FBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Allium platakisii Tzanoud. & Kypr.	<div><p>Allium platakisii Tzanoud. &amp; Kypr.</p><p>Alliaceae</p><p>Allium platakisii Tzanoud. &amp; Kypr. in Fl. Medit. 3: 309 (1993).</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Τύποç: [Ελλά (KK), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "islet Pondikonisi, c. 10 km W of the cape Grambousa, coastal limestone cliffs", 24 Apr. 1990, Kypriotakis s.n. (UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβώδες είδο. Bολβός επιμήκως ωοειδή, 2-3 x 1,3-1,8 cm, με χιτώνες μεβρανώδει - παπυροειδεί. Στέλεχος λείο, όρθιο, ύψους μέχρι 30 cm, καλυπτόμενο στο κατώτερο ήμισυ από τους κολεούς των φύλλων. Φύλλα 4-6, λεία, βραχύτερα του στελέχου, πλάτους 2,5-5 mm, ελαφρώς αυλακωτά στην άνω επιφάνεια. Σπάθη με δυο άνισου, ευθυτενεί, επιμήκει -λογχοειδεί και αντικριστούς λοβού, με 5-6 νεύρα. Ο μεγαλύτερος λοβός μήκους 5-6 cm υπερβαίνει εμφανώς την ταξιανθία και ο μικρότερος μήκους 2 cm είναι περίπου ίσος με αυτήν. Ταξιανθία πυκνή, με πολλούς βοστρύχους και πολλά (23-35) ορθότροπα άνθη. Βράκτια μικρά, διαφανή. Ποδίσκοι ανθέων περίπου ισομεγέθει, μήκους ±1 cm. Περιγόνιο ημικυλινδρικό, τέπαλα λευκά με ερυθρωπό κεντρικό νεύρο, περίπου ισομεγέθη, 6-7 x 2-2,3 mm, αμβλέα έως ελαφρώς οξύληκτα. Στήμονες βραχύτεροι του περιγονίου, νήματα απλά, συνδεδεμένα μεταξύ τους και με τα τέπαλα με δακτύλιο ύψους ±1 mm. Ανθήρες υποκίτρινοι. Ωοθήκη αντωοειδή, ακρότομη, περίπου 3 x 1,7 mm, στύλος λευκωπό. Κάψα τριγωνική, διαστάσεων περίπου 5 x 4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 16 (Tzanoudakis &amp; Kypriotakis 1993).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Σεπτέμβριος και Οκτώβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από τον τόπο περιγραφής του, την βραχονησίδα Ποντικονήσι, η οποία βρίσκεται απέναντι από τις ΒΔ. ακτές της Κρήτη, μεταξύ του ακρωτηρίου της Γραμβούσας και των Αντικυθήρων.</p><p>Βιότοποç: Το Allium platakisii φύεται στην βραχονησίδα Ποντικονήσι, όπου προτιμά τα κάθετα, ασβεστολιθικά, παράκτια βράχια (κρημνοί) με βόρεια έκθεση, αλλά βρέθηκε ακόμη και σε πετρώδεις θέσεις της νησίδα, οι οποίες έχουν ηπιότερη κλίση και βορειοδυτική έκθεση. Στα κάθετα βράχια συνοδεύεται από άλλα χασμοφυτικά είδη όπως τα: Achillea cretica, Ptilostemon chamaepeuce, Scilla autumnalis subsp. latifolia, Dianthus fruticosus, Inula crithmoides, I. candida και Silene fabaria, ενώ στις πλαγιές με ηπιότερη κλίση εμφανίζεται μαζί με τα είδη Achillea cretica, Colchicum cupanii και Scilla autumnalis subsp. latifolia . Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό προσαρμογής του στη χασμοφυτική διαβίωση, το είδος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί είτε ως αποκλειστικώς ή ως κυρίως χασμοφυτικό.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Με βάση τον συνδυασμό ορισμένων χαρακτήρων, όπως η σπάθη με τους δυο άνισους αντικριστούς λοβού, από τους οποίους ο ένας τουλάχιστον ξεπερνά εμφανώς σε μήκος την ταξιανθία, οι απλοί στήμονες και η απουσία νεκταροφόρων αδένων στη βάση της ωοθήκη, το Allium platakisii θα πρέπει να υπαχθεί στη sect. Codonoprasum του γένους Allium . Εντός της συγκεκριμένης ομάδα, όμω, φαίνεται να καταλαμβάνει μία διακριτή ταξινομική θέση εξαιτίας ορισμένων στοιχείων της μορφολογίας του (πυκνή και σχεδόν ορθότροπη ταξιανθία, λευκά, ευμεγέθη και υποκυλινδρικά άνθη), της φθινοπωρινής ανθοφορίας (απουσία εμφανούς φάσης ληθάργου) και της διχοτομικής βλαστητικής αναπαραγωγής του. Οι Tzanoudakis &amp; Kypriotakis (1993) το κατατάσσουν σε μια ομάδα ειδών του γένου, τα οποία φαίνεται να καταλαμβάνουν μια ενδιάμεση ταξινομική θέση μεταξύ των sectiones Codonoprasum και Scorodon του γένους Allium, επειδή ορισμένα χαρακτηριστικά της ταξιανθίας (ορθότροπη, πυκνή, με βραχείς ποδίσκου) και του περιγονίου (ημικυλινδικό, λίγο-πολύ σταμνοειδέ) υπενθυμίζουν είδη της sectio Scorodon . Πρόσφατες χλωριδικές έρευνες και μελέτε, στον ευρύτερο αιγαιακό χώρο (Brullo &amp; al. 1999, Tzanoudakis 2000, 2001, Biel &amp; al. 2006), οδήγησαν στην ανακάλυψη και περιγραφή νέων ειδών του γένους Allium, τα οποία φαίνεται να χαρακτηρίζονται από βιολογικό κύκλο και μορφολογικά γνωρίσματα παρεμφερή με αυτά του A. platakisii, όπως η φθινοπωρινή άνθιση, η σχεδόν ορθότροπη ταξιανθία και τα λευκά ή υπόλευκα άνθη. Τέτοια είδη είναι τα A. archeotrichon Brullo, P. Pavone &amp; C. Salmeri, A. aegilicum Tzanoud. και A. apolloniensis Biel, Kit Tan &amp; Tzanoud., με τα οποία το A. platakisii φαίνεται να συγγενεύει περισσότερο από ότι με άλλα είδη της sect. Codonoprasum . Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι τα παραπάνω είδη έχουν περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση στον N. αιγαιακό χώρο, ο οποίος είναι γνωστός τόσο για τον υψηλό βαθμό ενδημισμoύ του, όσο και για το ότι περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό ταξινομικά απομονωμένων ειδών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Με βάση τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία, το Allium platakisii πρέπει να θεωρείται μεταξύ των πλέον σπάνιων ειδών της Ελλάδα. Είναι γνωστό μόνο από την περιοχή που περιγράφηκε, τη βραχονησίδα Ποντικονήσι, όπου έχουν εντοπισθεί 4 θέσεις με 2-4 άτομα η κάθε μία. Συνολικά, έχουν καταμετρηθεί όχι περισσότερα από 20 άτομα και με δεδομένο το μικρό μέγεθος της νησίδας ο συγκεκριμένος αριθμός δεν πρέπει να απέχει πολύ από τον αριθμό των συνολικά υπαρχόντων ατόμων. Σε μεταγενέστερη επίσκεψή μας στο νησί (10.11.1997) διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχαν ανθισμένα φυτά, γεγονός όχι ενθαρρυντικό για την διατήρηση του είδους (Κυπριωτάκη 1998). Το A. platakisii, όπως παρατηρήθηκε σε συνθήκες καλλιέργεια, αναπαράγεται βλαστητικά με υπόγεια βολβίδια.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Παρά την δυνατότητα του είδους να αναπαράγεται βλαστητικά (Tzanoudakis &amp; Kypriotakis 1993), ελλοχεύει ο κίνδυνος εξαφάνισής του, εξαιτίας του πολύ μικρού αριθμού των ατόμων του πληθυσμού του. Ο κίνδυνος γίνεται μεγαλύτερος από το γεγονός ότι η βραχονησίδα περιοδικά υπόκειται σε συνθήκες υπερβόσκηση, με τη μεταφορά αιγοπροβάτων από τα παρακείμενα νησιά. Με δεδομένη την μικρή έκταση της βραχονησίδας (περίπου 250 στρέμματα) και την περιορισμένη βοσκοϊκανότητά της (η φυτική κάλυψη δεν υπερβαίνει το 20% της συνολικής έκταση) η επί μακρό χρονικό διάστημα παραμονή στη νησίδα έστω και μικρού αριθμού αιγοπροβάτων μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για οποιοδήποτε φυτικό πληθυσμό στο νησί.</p><p>Συνεκτιμώντας την συνολική γεωγραφική εξάπλωση του είδου, τα πληθυσμιακά δεδομένα και τα αντίστοιχα κριτήρια της IUCN (2001), κατατάσσουμε το είδος μεταξύ των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR) με βάση τo κριτήριο D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θεωρείται απαραίτητο, μετά από συνεννόηση με τις αρμόδιες τοπικές αρχέ, να σταματήσει η βόσκηση στη βραχονησίδα Ποντικονήσι, μέσω της μεταφοράς αιγοπροβάτων, ή ακόμη και αγριοκούνελων, ως ένα πρώτο διαχειριστικό μέτρο για τη διατήρηση του είδου. Επιπρόσθετα διαχειριστικά μέτρα για την ex situ διατήρηση του είδους μπορεί να είναι η καλλιέργεια του σε Βοτανικούς Κήπους και η διατήρηση σπερμάτων ή άλλου γενετικού ή ιστολογικού υλικού σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Δημήτρηç Τζανουδάκηç &amp; Ζαχαρίαç Κυπριωτάκηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD55FFE6D9ABFE833CB6FBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD53FFE0D9ABFE8339D9F860.text	0397C81BBD53FFE0D9ABFE8339D9F860.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Allium runemarkii Trigas & Tzanoud.	<div><p>Allium runemarkii Trigas &amp; Tzanoud.</p><p>Alliaceae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Allium runemarkii Trigas &amp; Tzanoud. in Nord. J. Bot. 20: 89 (2000).</p><p>Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "few km east of the town of Karistos, 5-10 m above sea level, rocky places among phrygana", 6 May 1997, Tzanoudakis &amp; Trigas (Ολότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Βολβοί ημισφαιρικοί έως ωοειδεί, 0,9-1,2 x 0,9-1,2 cm. Εξωτερικοί χιτώνες καστανοί, δερματώδει, μερικώς διερρηγμένοι σε παράλληλες ίνε, οι εσωτερικοί μεμβρανώδει, λευκοί, διαφανεί. Φύλλα 3-5, λεία, μήκους 6-13 cm. Βλαστός ανερχόμενος έως όρθιο, 7-12 cm, λείο, κυλινδρικό, καλυμμένος από το περίβλημα των φύλλων κατά το 1/5-1/3 του μήκους του. Ταξιανθία σχεδόν ημισφαιρική, πυκνή, πολυανθή. Ποδίσκοι περίπου ίσοι μεταξύ του, ±όρθιοι, μήκους 2-8 mm. Σπάθη παραμένουσα, βραχύτερη από την ταξιανθία και καλύπτουσα τη βάση αυτή, με δύο ελαφρά άνισες βαλβίδε. Η μεγαλύτερη βαλβίδα 5-νευρη, συνήθως με ένα μακρύ ράμφο, η βραχύτερη βαλβίδα 3-νευρη με βραχύ ράμφο. Βόστρυχοι έως 12. Περιγόνιο κυλινδρικό. Τέπαλα λευκά-ρόδινα, με πορφυρό έως πρασινοπόρφυρο μεσαίο νεύρο, ελαφρώς κυρτά προς τα έξω, απoστρογγυλωμένα έως βραχέως ακιδοειδή στην κορυφή, μήκους 3,5-4,5 mm. Στήμονες βραχύτεροι ή ίσοι με τα τέπαλα, εξωτερικά νήματα τριγωνικά, τα εσωτερικά με πλατύτερη βάση και αποτόμως στενούμενα στο άνω τμήμα του. Ανθήρες πορφυροί-ιώδει. Ωοθήκη ωοειδή, χωρίς ή με βραχύ ποδίσκο, 1,3-2 x 1,2- 1,5 mm, λευκή, με μία μεγάλη πορφυρή-καστανή (σπάνια πράσινη-πορφυρή) κηλίδα στο ανώτερο τμήμα κάθε λοβού. Νεκτάρια εμφανή, πράσινα. Κάψα ημισφαιρική, 2,5-3 x 2,8-3,2 mm. Σπέρματα μαύρα, μήκους περίπου 2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Trigas &amp; Tzanoudakis 2000).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα, γνωστό μόνο από τον locus classicus ανατολικά της Καρύστου, στη Ν. Εύβοια.</p><p>Βιότοποç: Αναπτύσσεται σε εδάφη με έντονη εμφάνιση του σχιστολιθικού υποστρώματο, σε υψόμετρο 5-15 m και σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται από τον ψεκασμό με σταγονίδια θαλασσινού νερού.</p><p>Η βλάστηση της περιοχής χαρακτηρίζεται από τα είδη Centaurea spinosa subsp. spinosa, Sarcopoterium spinosum και Anthyllis hermanniae . Το Allium runemarkii αναπτύσσεται σε μικρά διάκενα μεταξύ των προαναφερθέντων θαμνωδών ειδών.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Allium runemarkii ανήκει στη sect. Scorodon Koch. Eίναι συγγενές με τα ελληνικά είδη της ομάδας του A. obtusiflorum ( A. erythraeum Griseb. και A. thessalicum Brullo, P. Pavone, C. Salmeri &amp; Tzanoud.), που είναι γνωστά από τις περιοχές της ΒΑ. και ΚΑ. Ελλάδας (Brullo &amp; al. 1994). Όλα τα είδη είναι αλλοπατρικά και διαφοροποιούνται μεταξύ του, κυρίως όσον αφορά ορισμένα χαρακτηριστικά των βολβών, των φύλλων και των ανθέων. Όλα είναι διπλοειδή (2 n = 2x = 16) και οι καρυότυποί τους παρουσιάζουν μικρές διαφοροποιήσει.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Allium runemarkii είναι γνωστό μόνο από την περιοχή που περιγράφηκε, όπου εντοπίσθηκαν λίγες χιλιάδες άτομα (2.000-3.000) να αναπτύσσονται σε εξαιρετικά περιορισμένη έκταση. Αν και ο βιότοπος του είδους είναι κοινός στις παράκτιες περιοχές της Ν. Εύβοια, δεν εντοπίσθηκαν άλλοι υποπληθυσμοί του, ούτε σε περιοχές παρακείμενες του γνωστού πληθυσμού. Τα άτομα του είδους είναι πολύ μικρά και συνήθως αναπτύσσονται με μεγάλη πυκνότητα σε μικρά διάκενα της θαμνώδους βλάστηση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο κίνδυνος οριστικής εξαφάνισης του μοναδικού γνωστού πληθυσμού του είδους είναι ιδιαίτερα αυξημένο, λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης περιοχής εξάπλωσής του, αλλά και της θέσης της περιοχής αυτή. Το είδος βρέθηκε κατά μήκος ενός πρόχειρου μονοπατιού, το οποίο συνδέει την κοντινή αμμώδη παραλία με τον παρακείμενο επαρχιακό δρόμο. Τυχαία γεγονότα, όπως η διάνοιξη νέου δρόμου στη θέση του υπάρχοντος μονοπατιού με στόχο την πρόσβαση των αυτοκινήτων στη παραλία ή η κατασκευή κάποιου κτιρίου στην συγκεκριμένη θέση θα μπορούσαν να εξαφανίσουν ολόκληρο τον πληθυσμό. Η ραγδαία οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην παραλιακή ζώνη της Καρύστου, επιτείνει τους κινδύνους εξαφάνισης του είδου. Η άμεση λήψη μέτρων προστασίας in situ και ex situ κρίνεται απαραίτητη για τη διατήρηση του είδου, το οποίο σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) τοποθετείται στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR), γιατί πληροί τα κριτήρια B1a,b(i,ii,iii,v)+2a,b(i,ii,iii,v).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο για την ουσιαστική προστασία του Allium runemarkii μέχρι σήμερα, ενώ η περιοχή εξάπλωσής του δεν βρίσκεται υπό κάποιο καθεστώς προστασία. Η παρακολούθηση του μοναδικού γνωστού πληθυσμού του είδου, για την συλλογή πληροφοριών της βιολογικής του συμπεριφορά, θα έδινε πολύτιμες πληροφορίες για τη δυναμική του πληθυσμού και τις δυνατότητες επιβίωσής του. Η ex situ διατήρηση του είδου, ιδιαίτερα σε Βοτανικούς Κήπου, είναι ένα από τα ενδεικνυόμενα μέτρα προστασίας του. Η πειραματική συλλογή, μεταφορά και καλλιέργεια ζωντανού υλικού έδειξαν ότι ο πολλαπλασιασμός του είναι εύκολο, ενώ τα σπέρματα του είδους παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό φύτρωσης (&gt;80%). Η ιδιαίτερα περιορισμένη περιοχή εμφάνισης του είδους και οι άμεσοι κίνδυνοι που το απειλούν, κυρίως λόγω της τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχή, καθιστούν ενδεδειγμένη την δημιουργία μικροαποθέματος (Laguna &amp; al. 2004) για την αποτελεσματική in situ διατήρησή του.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç &amp; Δημήτρηç Τζανουδάκηç</p><p>Το ενδημικό είδος Allium runemarkii στον φυσικό του βιότοπο (Α. της Καρύστου, Ν. Εύβοια) και λεπτομέρεια της ταξιανθίας του. (Φωτ. Π. Τρίγκα).</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD53FFE0D9ABFE8339D9F860	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD51FFE2D9ABFF693CB6FE7C.text	0397C81BBD51FFE2D9ABFF693CB6FE7C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Allium samothracicum Tzanoud., Strid & Kit Tan	<div><p>Allium samothracicum Tzanoud., Strid &amp; Kit Tan</p><p>Alliaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Allium samothracicum Tzanoud., Strid &amp; Kit Tan in Portug. Acta Biol. 19: 356 (2000).</p><p>Τύποç: [Ελλά (NAe), Νήσος Σαμοθράκη] "Samothraki, Chora, c. 250 m", Tzanoudakis 99/25 (Ολότυπο: UPA. Ισότυπο: C).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με βολβό ωοειδή ή ευρέως ωοειδή, διαστάσεων περίπου 1,5(-1,8) x 1,2(-1,5) cm. Εξωτερικοί χιτώνες μεμβρανώδει, λευκοί έως υπόφαιοι, εσωτερικοί ακέραιοι, λευκοί και μεμβρανώδει. Βλαστοί μεμονωμένοι, ύψους (6-)10-20(-25) cm, ±καμπτόμενοι, με λείους κολεούς καλύπτοντες το 1/3 -1/2 του μήκους του βλαστού. Φύλλα 4-5, γραμμοειδή, αυλακούμενα στο άνω μέρο, λεία, μήκους 7-10 cm και πλάτους 1-1,5 mm. Σπάθη παραμένουσα κατά την ανθοφορία, διαιρεμένη σε δύο ελεύθερα, άνισα τμήματα (βαλβίδε) με επιμήκη γραμμοειδή απόληξη, η μακρύτερη βαλβίδα ίση ή μακρύτερη της ταξιανθία, η βραχύτερη ±ίση ή βραχύτερη της ταξιανθία. Ταξιανθία επιμήκης ή ημισφαιρική με λίγα ή πολλά άνθη (15-25 άνθη στη φύση, 40-50 στην καλλιέργεια). Ποδίσκοι ανθέων άνισοι, μήκους (5-)7-10(-15) mm, οι κεντρικοί ορθότροποι, οι περιφερειακοί συχνά κυρτοί. Περιγόνιο κωδωνοειδέ, κυλινδρικό, με τέπαλα ±ίσα, διαστάσεων 4,5-5 x 2-2,2 mm, λευκά, με υπόφαιη-ερυθρωπή κεντρική νεύρωση και αμβλεία απόληξη, τα εξωτερικά αντωοειδή ή ελλειπτικά, τα εσωτερικά ωοειδή. Στήμονες σχεδόν ίσοι με το περιγόνιο, νήματα απλά, συμφυόμενα κατά 1,2 mm με τα τμήματα του περιγονίου, ανθήρες κίτρινοι. Ωοθήκη πρασινωπή, διαστάσεων 3,7 x 2,1 mm (μήκο 1,5-2 φορές το πλάτος τη), ωοειδής έως ελλειψοειδή, στενούμενη προς την κορυφή και προς τη βάση, με εκφύματα στο ανώτερο τμήμα τη. Στύλος λευκό, μήκους 0,5-1,5 mm. Κάψα με 3 θυρίδε.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Tzanoudakis &amp; Tan 2000).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Μέχρι σήμερα γνωστό μόνο από τη νήσο Σαμοθράκη.</p><p>Βιότοποç: Το είδος απαντά σε ποικιλία ηλιόλουστων βιοτόπων, όπως φρύγανα, πετρώδεις περιοχές και παλαιά τείχη, καθώς και σε λιγότερο ή περισσότερο διαταραγμένα ενδιαιτήματα σε πλευρές δρόμων, σε χαμηλό υψόμετρο (έω 400 m). Φύεται μαζί με άλλα κοινά φυτά όπως τα: Ballota acetabulosa, Carlina corymbosa, Asparagus acutifolius, Centaurea solstitialis, Rhamnus lycioides, Vitex agnuscastus, Sarcopoterium spinosum, Hedypnois cretica κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Allium samothracicum ανήκει στην sectio Codonoprasum και φαίνεται να συγγενεύει στενά με το A. achaium Boiss. (ενδημικό είδος που απαντά στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Ν. και Β. Πίνδο), το A. parnassicum (Boiss.) Halácsy (τοπικό ενδημικό είδος του Παρνασσού και της Γκιώνα), το A. frigidum Boiss. &amp; Heldr. (απαντά κυρίως στα όρη της Πελοποννήσου) και το ευρείας εξάπλωσης A. paniculatum L. subsp. paniculatum. Το Α. samothracicum διακρίνεται από τους στενούς συγγενείς του κυρίως από το χρώμα των εξωτερικών χιτώνων του βολβού, το χρώμα και τις διαστάσεις του περιγονίου, το σχήμα και τις διαστάσεις των βαλβίδων της σπάθη, το μήκος των ποδίσκων και το σχήμα του υπέρου (Tzanoudakis &amp; Tan 2000).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Allium samothracicum είναι ένα σπάνιο τοπικό ενδημικό της Σαμοθράκης που σχηματίζει αραιούς υποπληθυσμούς με λιγοστά άτομα. Οι γνωστοί υποπληθυσμοί του εμφανίζονται στα χαμηλά και ενδιάμεσα υψόμετρα του Κ. και ΚΔ. τμήματος της νήσου, όπως στα παλαιά τείχη της Χώρας (Σαμοθράκη), μεταξύ της Χώρας και της Καμαριώτισσας (λιμάνι) και κοντά στην Παλαιόπολη. Ο συνολικός πληθυσμός του είδους ενδέχεται να μην υπερβαίνει τα 2.500 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η περιοχή εξάπλωσης του Allium samothracicum ευρίσκεται αρκετά κοντά σε περιοχές που συχνά επισκέπτονται οι τουρίστες και οι κάτοικοι της Σαμοθράκη. Οι γνωστοί υποπληθυσμοί του κινδυνεύουν, καθώς μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητε, αλλά και την ανεξέλεγκτη βόσκηση. Ενέργειε, όπως η απομάκρυνση της βλάστησης των παλαιών τειχών, τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα, η διάνοιξη ή διαπλάτυνση οδικών αρτηριών, οι πιθανές αναδασώσεις ή φυτεύσεις καλλωπιστικών δέντρων, θα απειλούσαν τα ενδιαιτήματα του είδου. Ήδη σε λιγότερο από δύο δεκαετίες από την πρώτη παρατήρηση του είδους διαπιστώνεται ελάττωση των υποπληθυσμών του στην περιοχή (Tzanoudakis &amp; Tan 2000).</p><p>Προτείνεται το είδος να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσής του, των μικρών και διεσπαρμένων υποπληθυσμών του, της πιθανής ελάττωσης του αριθμού των ατόμων του και των μελλοντικών κινδύνων που ενδέχεται να αντιμετωπίσει από ανθρώπινες δραστηριότητε, σύμφωνα με τα κριτήρια Β1a,b(ii)+2a και C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την απρόσκοπτη διατήρηση και προστασία των υποπληθυσμών του Allium samothracicum . Δεδομένου ότι το είδος φύεται σε περιοχές με πιθανότητα τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξη, νομίζουμε ότι δύο είναι οι πλέον ρεαλιστικοί τρόποι προστασίας του. Ο πρώτος συνδέεται με την προσπάθεια ενημέρωσης και δημιουργίας οικολογικής συνείδησης των πολιτών, ιδιαίτερα των κατοίκων της νήσου και ο δεύτερος με την διαφύλαξη σπερμάτων του είδους σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Περαιτέρω, η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών τους μακροπρόθεσμα. Οι προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους σε Βοτανικούς Κήπους θεωρείται επιβεβλημένη για την εκτός τόπου (ex situ) διατήρηση και προστασία του.</p><p>Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD51FFE2D9ABFF693CB6FE7C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD6FFFDCD9ABFE833CB6FC74.text	0397C81BBD6FFFDCD9ABFE833CB6FC74.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alnus incana subsp. incana (L.) Moench	<div><p>Alnus incana (L.) Moench subsp. incana</p><p>Betulaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Alnus incana (L.) Moench, Methodus: 424 (1794) subsp. incana .</p><p>Λεκτότυποç (Jonsell &amp; Jarvis 1994: 153): Herb. Burser XXIII: 9 (UPS).</p><p>Συνώνυμα: Betula alnus L. var. incana L., Sp. Pl.: 983 (1753).</p><p>Περιγραφή: Φυλλοβόλο δένδρο ύψους μέχρι 25 m ή συχνά θάμνο. Φλοιός ωχρόφαιο, λείο. Κλαδίσκοι χνοώδεις ή πιληματώδει, όχι κολλώδεις σε νεαρή ηλικία. Οφθαλμοί με βραχύ ποδίσκο. Φύλλα μήκους 3-8(-13) cm, ωοειδή-λογχοειδή έως ωοειδή-κυκλικά, διπλά πριονωτά, με 7-12 ζεύγη πλευρικών νεύρων, κορυφή ελαφρώς έως εντόνως οξεία, βάση σφηνοειδή, στρογγυλεμένη ή ελαφρώς καρδιοειδή, κάτω επιφάνεια συνήθως πιληματώδη, τεφροπράσινη ή γλαυκή. Άνθη μονογενή, σε ιουλόμορφες ταξιανθίε, οι οποίες σχηματίζονται ήδη από το φθινόπωρο του προηγούμενου έτους και ανθίζουν πριν από την έκπτυξη των φύλλων. Άρρενα άνθη ανά 3, με καστανό βράκτιο στη βάση του, σε ίουλους εμφανιζόμενους στην άκρη των κλαδίσκων. Περιάνθιο 4-λοβο, στήμονες 4. Θήλεα άνθη σε ζεύγη, με 5-λοβο βράκτιο στη βάση του, σε σχεδόν επιφυείς ίουλου, οι οποίοι μετατρέπονται σε ξυλώδεις ωοειδείς κωνίσκου, μεγέθους 11-17 x 9-12 mm. Κωνίσκοι ανά 3-5 σε κοινό ποδίσκο. Καρπός κάρυο, με 2 πλευρικά πτερύγια περίπου 0,5 mm στη βάση των αποξυλωμένων βρακτίων που παραμένουν</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 28 (Ball 1993).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Φεβρουάριος και Μάρτιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Από την Σκανδιναβία και τη Β. Ρωσία έως την Κ. Ευρώπη και τη Βαλκανική Χερσόνησο. Επιγενές είδος σε πολλές περιοχές της ΒΔ. Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η γεωγραφική εξάπλωση του είδους περιορίζεται στην Δ. Ροδόπη, όπου βρέθηκαν 5 συνολικά θέσεις εμφάνιση, από τις οποίες οι τέσσερις εντοπίζονται σε δύο περιοχές που ανήκουν στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000: την περιοχή Σημύδα (GR1140002) και την περιοχή Ελατιά (GR1140003). Ο κύριος υποπληθυσμός βρίσκεται κατά μήκος της ρεματιάς Καριότου, σε υψόμετρο 1.200 m. Άλλες περιοχές εμφάνισης εντοπίζονται στις θέσεις Ερείπια Βαθυρέματο, σε υψόμετρο 1.020 m, Ερείπια Μαυροχωρίου, σε υψόμετρο 1.090 m και σε πρανή του δασικού δρόμου στο δασικό σύμπλεγμα 1500-Ποταμών, σε υψόμετρο 1.450 m (Σφήκα 1985, Αθανασιάδης &amp; Ελευθεριάδου 1989, Αθανασιάδης κ.ά. 1992). Ο τελευταίος υποπληθυσμό, ο μοναδικός εκτός Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, απαντά στην περιοχή Λεπίδα, σε υψόμετρο 1.370 m.</p><p>Βιότοποç: Το υποείδος A. incana subsp. incana ευδοκιμεί κατά μήκος ρεματιών, σε υγρέ, πλούσιες σε θρεπτικά στοιχεία θέσει. Αντέχει περιοδικά κατακλυζόμενα εδάφη, αλλά αποφεύγει στάσιμα ύδατα, εδάφη μονίμως κατακλυζόμενα κατά το μεγαλύτερο μέρος της βλαστητικής περιόδου του υποείδους ή τυρφώνε. Είναι ευαίσθητο στην ξηρασία και σχετικά ευαίσθητο σε χειμερινούς και εαρινούς παγετούς (Tallantire 1974, Αθανασιάδης κ.ά. 1992). Στην Ελλάδα απαντά κυρίως κατά μήκος ρεματιών της ορεινής ζώνης (1.020-1.400 m), ενώ μια ομάδα ατόμων βρέθηκε σε δάσος οξιά, σε ευνοϊκές μικροκλιματικές και μικροεδαφικές συνθήκε.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα δύο υποείδη, στα οποία διακρίνεται η Alnus incana, δηλαδή το subsp. incana και το subsp. koloensis (Orlova) Á. &amp; D. Läve, διαφέρουν μεταξύ τους στη μορφή και την τρίχωση των φύλλων, καθώς επίσης στις σαφώς απομακρυσμένες μεταξύ τους γεωγραφικές περιοχές εξάπλωση. Το subsp. koloensis απαντά στην Β. &amp; Δ. Σκανδιναβία (Christensen 1997b). Το αναφερόμενο εδώ υποείδος έχει ορισμένες ομοιότητες με την Alnus glutinosa (L.) Gaertn., αλλά διαφέρει στον ωχρόφαιο φλοιό, τους μη κολλώδεις κλαδίσκου, τις ±επιφυεί ταξικαρπίες και την ελαφρά έως έντονα οξεία κορυφή των φύλλων του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η περιοχή εμφάνισης του subsp. incana στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρή (&lt;2.000 km2), εξαιτίας κυρίως του εξειδικευμένου ενδιαιτήματος στο οποίο φύεται (μία πολύ στενή ζώνη κατά μήκος κυρίως των ρεματιών). Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός εμφανίζεται κατά μήκος των ρεματιών στην περιοχή Καλύβια Καριότου, όπου η A. incana subsp. incana αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της αζωνικής υδροχαρούς βλάστηση. Οι υποπληθυσμοί που εμφανίζονται στις θέσεις Ερείπια Βαθυρέματος και Ερείπια Μαυροχωρίου είναι σαφώς μικρότεροι και αριθμούν μερικές δεκάδες άτομα, ενώ στις υπόλοιπες θέσεις το υποείδος αντιπροσωπεύεται από σχετικά μικρό αριθμό ατόμων (5-10 άτομα ανά θέση).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Alnus incana subsp. incana χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο taxon (NT) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης εξάπλωσής της στον ελλαδικό χώρο.</p><p>Η A. incana subsp. incana δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι περιοχές στις οποίες εντοπίζεται στον ελλαδικό χώρο αποτελούν τμήματα του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000. Καθώς η ευρωστία των ενηλίκων ατόμων και η διαθεσιμότητα καταλλήλων θέσεων για την εξάπλωσή της εξαρτώνται κυρίως από τις υδρολογικές συνθήκες (Tallantire 1974), οι δραστηριότητες που μεταβάλλουν την υδατική κατάσταση των θέσεων εμφάνισης του είδου, όπως π.χ. η διάνοιξη ή η διαπλάτυνση δρόμων και η διευθέτηση ορεινών χειμάρρων, μπορεί να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα πίεσης για τη δυναμική του πληθυσμού. Συγχρόνω, ιδιαιτέρως για τις θέσεις όπου η παρουσία του υποείδους περιορίζεται σε μικρό αριθμό ατόμων, άμεσες πιέσεις στον υποπληθυσμό (πχ. υλοτομίε) μπορεί να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα άμεσης εξαφάνισής του από τις θέσεις αυτέ.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Τα μέτρα προστασίας πρέπει απαραιτήτως και πρωταρχικά να στοχεύουν στην εξασφάλιση της ποιότητας και των χαρακτηριστικών του βιοτόπου του υποείδου. Επεμβάσει, ακόμη και στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες είναι δυνατό να διαταράξουν τον βιότοπο πρέπει να αποφεύγονται σε κάθε περίπτωση. Κατά τη διαχείριση των συστάδων πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπόψη η σπουδαιότητα του υποείδου, ώστε να εξασφαλισθεί η περαιτέρω επιβίωση και εξάπλωσή του, ιδιαίτερα στις θέσεις όπου εμφανίζονται μικροί υποπληθυσμοί. Παράλληλα, η επιμόρφωση και η ενημέρωση, κυρίως των επισκεπτών της περιοχή, αλλά και των υπαλλήλων των αρμόδιων διαχειριστικών αρχών, θα αυξήσει το ενδιαφέρον τους και θα τους ευαισθητοποιήσει, ώστε να ενεργοποιηθούν για την προστασία αυτού του υποείδου. Περαιτέρω, κρίνεται απαραίτητη η πραγματοποίηση λεπτομερούς καταγραφής του υποπληθυσμού του υποείδου, παράλληλα με τη μελέτη των σταθμολογικών χαρακτηριστικών και της δομής των συστάδων.</p><p>Φώτιοç Ξυστράκηç, Κωνσταντίνοç Θεοδωρόπουλοç, Ελένη Ελευθεριάδου &amp; Ιωάννηç Τσιριπίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD6FFFDCD9ABFE833CB6FC74	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD6DFFDED9ABFE833CB6FBC9.text	0397C81BBD6DFFDED9ABFE833CB6FBC9.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Althenia filiformis Petit	<div><p>Althenia filiformis Petit</p><p>Zannichelliaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Althenia filiformis Petit in Saigey &amp; Raspail, Ann. Sci. Obs. 1: 451, t. 12 (1829).</p><p>Τύποç: [Γαλλία, εκβολές του Ρήνου] "Ineunte mense junio, per insulam La Camargue (praefectura Rhodani ostiorum), in lacu salso, vernacule Valcares dicto (Etang de Vaccarès), sub aqua pedem et vix amplius alta" F. Petit (Ολότυπο: K).</p><p>Συνώνυμα: Althenia filiformis Petit subsp. οrientalis Tzvelev in Bot. Zhurn. (Moscow &amp; Leningrad) 60: 390 (1975).</p><p>A. orientalis (Tzvelev) P. García-Murillo &amp; Talavera in Lagascalia 14: 108 (1986).</p><p>A. barrandonii Duval-Jouve in Bull. Soc. Bot. France 19: 86 (1872).</p><p>Belvalia australis Delile in Flora 13: 455 (1830).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές υδρόβιο, υφυδατικό, ποώδες είδο, μόνοικο ή πιθανώς και δίοικο. Ριζώματα λεπτά, επιμήκη. Βλαστοί λεπτοί, έως 50 cm. Φύλλα κατ' εναλλαγή, 3-40 cm x 0,1-0,5 mm, τριχοειδή, οξύληκτα, αδιαίρετα. Κολεοί προσαρτημένοι στη βάση του φύλλου, έως 5 mm, με ωτία μέχρι 3 mm. Άνθη μασχαλιαία, μονήρη. Άρρενα άνθη με αβαθές κυπελλοειδές περιάνθιο με 3 οδόντε. Στήμονας 1, ανθήρες με 1 γυρεόσακο. Θήλεα άνθη με περιάνθιο αποτελούμενο από 3 τμήματα. Καρπόφυλλα 3. Στύλοι νηματοειδεί, 1-3 mm, στίγμα μικρό, χοανοειδές έως δισκοειδέ. Καρπίδια με ποδίσκο, μήκους περίπου 1,5 mm (εκτό του ράμφου), ελλειψοειδή ή επιμήκως ελλειψοειδή, με ράμφος περίπου 2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 14 (García-Murillo &amp; Talavera 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Althenia filiformis συναντάται στη ΒΔ. Αφρική, τη Δ. &amp; Ν. Ευρώπη από την Ιβηρική Χερσόνησο μέχρι την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Ν. Ρωσία (Rostov), την Κ. και Ν. Σιβηρία, την Υπερκασπία (Transcaspia) και το Ν. Ιράν (Neyriz, Fars), καθώς επίσης και κατά μήκος των δυτικών και νότιων ακτών της Ν. Αφρικής (Uotila 1984, Cook &amp; Guo 1990, Koumpli-Sovantzi 1995). Στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα, το είδος έχει βρεθεί σε δύο τοποθεσίες της νήσου Νάξου των Κυκλάδων και μία τοποθεσία της Αττικής (Koumpli-Sovantzi 1995). Επίση, οι García-Murillo &amp; Talavera (1986) σημειώνουν την παρουσία του είδους στη ΒΔ. Ελλάδα (χωρί άλλα στοιχεία), αλλά η πηγή προέλευσης της αναφοράς αυτής δεν έχει εξακριβωθεί.</p><p>Βιότοποç: Η Althenia filiformis φύεται σε υφάλμυρα αβαθή υδάτινα συστήματα, κοντά στη θάλασσα (Dandy 1980). Στην Ελλάδα είναι γνωστή από τους ακόλουθους τρεις τύπους υδάτινων συστημάτων: Α) παράκτιος υδάτινος αλοβιότοπο. Ο βιότοπος αυτός βρίσκεται ΒΔ. του χωριού Άγιος Προκόπιο, στη νήσο Νάξο. Έχει ΒΔ.- ΝΑ. κατεύθυνση, μήκος 150 m, πλάτος 50 m, βάθος 25- 30 cm και κατά το θέρος αποξηραίνεται μερικώ. Εδώ, τον Ιούλιο του 1984 βρέθηκαν επίσης τα είδη Ruppia maritima και Lamprothamnium papulosum. Σε επόμενες επισκέψει, που πραγματοποιήθηκαν στον ίδιο βιότοπο (Μάιο και Αύγουστος 1985, Απρίλιος 1990 και Ιούλιος 1991) δε βρέθηκαν υδρόβια μακρόφυτα. Τον Απρίλιο του 1990 μετρήθηκε θερμοκρασία νερού = 18 οC, pH = 7,7, αλατότητα&gt;40‰ και αγωγιμότητα&gt;50.000 μmhos. Β) λιμνοθάλασσα. Η λιμνοθάλασσα αυτή εκτείνεται στο ΒΔ. τμήμα της Νάξου. Η A. filiformis βρέθηκε να ζει σε βάθος περίπου 20 cm, μαζί με Ruppia maritima, R. cirrhosa και Lamprothamnium papulosum. Το νερό (25.7.1991) είχε θερμοκρασία 29 οC, αλατότητα 27‰ και αγωγιμότητα 45.000 μmhos. Γ) εποχιακός παράκτιος υγρότοπο. Βρίσκεται κοντά στον Ωρωπό (Α. Στερεά Ελλάδα). Στο βιότοπο αυτόν η A. filiformis συνυπάρχει με τη Ruppia maritima και το Χαρόφυτο Tolypella nidifica var. glomerata . Τον Μάιο του 1994 μετρήθηκαν: pH = 7,0, αλατότητα = 15‰ και αγωγιμότητα = 18.000 μmhos.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα γένη των γλυκών ή υφάλμυρων υδάτων Althenia, Lepilaena, Zannichellia και Pseudalthenia, γνωστή επίσης ως Vleisia, έχουν γίνει αποδεκτά από τους Tomlinson &amp; Poluszny (1976) στην οικογένεια Zannichelliaceae, την οποία διαχωρίζουν από την Cymodoceaceae και στην οποία τοποθετούν τα θαλάσσια γένη. Η Althenia και η Lepilaena είναι στενοί συγγενείς και είχαν αρχικά θεωρηθεί από τους Ascherson &amp; Graebner (1907) ως δύο sectiones του γένους Althenia . Στο τελευταίο αυτό γένος έχουν περιγραφεί δύο είδη, η A. filiformis Petit και η A. barrandonii Duval-Jouve, ενώ οι Ascherson &amp; Graebner (1897, 1907) τα διακρίνουν ως υποείδη. Οι García-Murillo &amp; Talavera (1986) αναγνωρίζουν δύο είδη: Althenia filiformis Petit και A. orientalis (Tzvelev) García-Murillo &amp; Talavera. Άλλοι συγγραφείς (π.χ. Dandy 1980, Uotila 1984) θεωρούν τα δύο αυτά taxa ως ένα είδο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Althenia filiformis είναι ένα μικρό, λεπτοφυέ, υφυδατικό υδρόφυτο, ριζωμένο στον πυθμένα και τελείως βυθισμένο στο νερό των υγροτόπων. Ως εκ τούτου, ο αριθμός των ατόμων του είδους είναι αδύνατο να υπολογισθεί, ενώ είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί επακριβώς η κατάσταση των πληθυσμών του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Για την Ελλάδα το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια B2a,b(ii,iii), εξαιτίας των πολύ λίγων τοποθεσιών εμφάνισής του, καθώς και της υποβάθμισης και μείωσης της έκτασης των βιοτόπων του. Ήδη από τον παράκτιο αλοβιότοπο της Νάξου φαίνεται ότι έχει εξαφανισθεί, εφόσον σε επισκέψεις που πραγματοποιήθηκαν εκεί (Μάιο και Αύγουστος 1985, Απρίλιος και Ιούλιος 1991) δε βρέθηκε η Althenia filiformis . Ίσως η εξαφάνιση από το βιότοπο αυτό να οφείλεται σε αύξηση της αλατότητάς του (&gt;40‰), που μετρήθηκε τον Απρίλιο του 1990. Στον άλλο βιότοπο της Νάξου (λιμνοθάλασσα) δε φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι αν και στο παρελθόν ο βιότοπος είχε υποστεί διάφορες πιέσεις (π.χ. έντονη ξηρασία το 1985, αποξήρανση του μισού τμήματος της λιμνοθάλασσας για κατασκευή αεροδρομίου το 1985), αυτός ανέκαμψε και τον Ιούλιο του 1991 διαπιστώθηκε ότι είχε αναπτύξει υδρόβια μακρόφυτα, ανάμεσα στα οποία και την A. filiformis .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα δεν έχουν ληφθεί και δεν έχουν προταθεί κάποια μέτρα προστασίας του είδου. Έτσι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, θα πρέπει με κάθε τρόπο να προληφθούν οποιεσδήποτε αλλαγέ, που μπορεί να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Althenia filiformis . Πρώτα από όλα πρέπει να απαγορευθεί οποιαδήποτε αποξήρανση των βιοτόπων της και η για οποιονδήποτε λόγο καταστροφή του. Εξάλλου, επειδή οι βιότοποι είναι παράκτιοι και κινδυνεύουν από πιέσεις λόγω της τουριστικής ανάπτυξη, πρέπει να ληφθεί μέριμνα, τουλάχιστον για την αποφυγή ρίψης απορριμμάτων και οικιακών αποβλήτων στην εγγύς περιοχή, ενώ πρέπει να ρυθμιστεί η οικιστική ανάπτυξη. Τέλο, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων στις γύρω καλλιεργούμενες περιοχέ.</p><p>Λεμονιά Κουμπλή-Σοβαντζή &amp; Αρτέμιοç Γιαννίτσαροç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD6DFFDED9ABFE833CB6FBC9	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD6BFFD8D9ABFE833CB6FC89.text	0397C81BBD6BFFD8D9ABFE833CB6FC89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alyssum fragillimum (Bald.) Rech. f.	<div><p>Alyssum fragillimum (Bald.) Rech. f.</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Alyssum fragillimum (Bald.) Rech. f. in Anz. Akad. Wiss. Wien, Math.-Naturwiss. Kl. 80(12): 58 (1943).</p><p>Τύποç: [Ελλά (KK), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in altiss. m. Spathi H. Pneuma (Asprovouna)", 21-22 Jul. 1893, Baldacci, Iter Creticum 1893 no. 104 (Σύντυποι: BM, G, W, WU, WU-Hal).</p><p>Συνώνυμα: Alyssum alpestre var. fragillimum Bald., Malpighia 9: 58 (1895).</p><p>A. nebrodense var. fragillimum (Bald.) Halácsy, Consp. Fl. Graec. 1: 94 (1900).</p><p>Περιγραφή: Νανώδη, πολυετής πόα που σχηματίζει τάπητε. Βλαστοί λεπτοί, κατακείμενοι, πυκνοί, μήκους έως 5 cm, ιδιαιτέρως διακλαδιζόμενοι, οι οποίοι ριζοβολούν. Φύλλα κυρίως εμφανιζόμενα στην κορυφή και την βάση των βλαστών, αντωοειδή έως λογχοειδή-σπατουλοειδή, 1,5-7,5 x 0,7-1,8 mm, με βραχύ και πυκνό, λευκό, αστεροειδές τρίχωμα. Ταξιανθία απλή, πυκνή, πλάτους έως 1 cm, φέρει έως 10 τετραμερή άνθη. Σέπαλα κίτρινα, επιμήκη, μήκους 1,5-2,3 mm, με λευκό, αστεροειδές τρίχωμα. Πέταλα κίτρινα, σπατουλοειδή, 2,5-3 x 0,8-0,9 mm, λεία. Ποδίσκος καρπού 2-3 mm. Καρπός κεράτιο, ελλειπτικό έως αντωοειδέ, 3-5 x 2-3 mm (εξαιρουμένου του παραμένοντος στύλου) με πυκνό, λευκό, αστεροειδές τρίχωμα, βαλβίδες ελαφρώς διογκωμένε, στύλος 0,5-1,5 mm. Σπέρματα περίπου 1,5 x 1 mm, με ελάχιστο πτερύγιο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος έως Ιούλιο. Οι καρποί ωριμάζουν από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό των Λευκών Ορέων στην Δ. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές και κορυφογραμμέ, ανοικτές πετρώδεις και χαλικώδεις θέσει, σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, χαλικώνες και σάρες (όχι όμως ασταθείς σάρες με μεγάλα τεμάχια λίθων) και αργιλώδες έδαφος σε δολίνε, σε υψόμετρο 1.600-2.400 m. Εμφανίζει μερική επικάλυψη του βιοτόπου του με ένα άλλο τοπικό ενδημικό των Λευκών Ορέων, το Alyssum sphacioticum . Ενίοτε, τα δύο αυτά είδη αναπτύσσονται μαζί, όπως π.χ. στις σάρες του όρους Σβουριχτή (Davis 1953). Άλλα είδη που μπορεί να συνυπάρχουν είναι τα Acantholimon androsaceum (ενδημικό της Κρήτη) και Prunus prostrata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το συγγενέστερο είδος του Alyssum fragillimum είναι το A. nebrodense Tineo, από την Σικελία και κυρίως το υποείδος A. nebrodense subsp. tenuicaule Hartvig, το οποίο είναι τοπικό ενδημικό των Βαρδουσίων Ορέων της ηπειρωτικής Ελλάδας (Hartvig 1986 a, 2002). Το Alyssum fragillimum μπορεί να διακριθεί από το συμπατρικό του A. sphacioticum από τα μικρότερα φύλλα του (1,5-7,5 x 0,7-1,8 mm, αντί 5-9 x 3-5 mm), τα βραχύτερα πέταλα (2,5-3 mm αντί ±6 mm), και τα μικρότερα κεράτια (3-5 mm, αντί 6-8 mm), τα οποία είναι ελλειπτικά έως αντωοειδή και όχι ευρέως αντωοειδή έως ημικυκλικά και εμφανίζονται σε πολύ βραχύτερους ποδίσκους (2-3 mm, αντί 12-15 mm).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον 15 υποπληθυσμοί είναι γνωστοί, όλοι στο κυρίως (ανατολικό) τμήμα των Λευκών Ορέων. Με βάση τις μέχρι σήμερα παρατηρήσεις του συγγραφέα στο πεδίο, σε 8 από τους υποπληθυσμού, τα ώριμα άτομα υπολογίζονται σε λίγα έως μερικές εκατοντάδες σε κάθε υποπληθυσμό. Η περιοχή εμφάνισής τους είναι ±100 km2 και η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το είδος δεν ξεπερνά τα 10 km2. Δεν έχει διαπιστωθεί μετρήσιμη συνεχής μείωση των ωρίμων ατόμων ή σημαντικές διακυμάνσεις στον αριθμό του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος κινδυνεύει κυρίως από την υπερβολική βόσκηση από αιγοπρόβατα, η οποία συνεχίζεται καθ' όλη την διάρκεια του καλοκαιριού στα μεγάλα υψόμετρα των Λευκών Ορέων, πάνω από το δασοόριο. Το γεγονός αυτό βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των σπερμάτων που παράγονται και εμποδίζει την εγκατάσταση των νέων ατόμων, παρόλο που το είδος προστατεύεται σε κάποιο βαθμό από την κατακείμενη μορφή του. Η εγγύτητα του δρόμου από την Ανώπολη σε τρεις από τους υποπληθυσμούς του (όρο Στέρνε, κοιλάδα Αμμουτσαρά, όρος Κακοβόλη) είναι δυνατόν να δημιουργήσει περισσότερους κινδύνους από την διάνοιξη του δρόμου, την υπερβόσκηση, την αύξηση του τουρισμού ή την υπερβολική συλλογή από βοτανικούς ή κηπουρού. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001), δεδομένου ότι η περιοχή που το είδος καταλαμβάνει είναι πιθανώς μικρότερη των 20 km2 και ίσως να μην ξεπερνά τα 10 km2. Το είδος δεν πληροί το κριτήριο D1, δεδομένου ότι ο συνολικός πληθυσμός ξεπερνά τα 1.000 ώριμα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ένας από τους υποπληθυσμούς απαντά στο όρος Σβουριχτή. Το μικροαπόθεμα του προγράμματος CRETAPLANT που δημιουργήθηκε εκεί το 2006 για το είδος Nepeta sphaciotica ενδέχεται επίσης να συμπεριλαμβάνει το Alyssum fragillimum . Θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί περίφραξη σε τμήμα αυτού του αποθέματο, προκειμένου να αποφευχθεί η βόσκηση, ενώ συγχρόνως θα πρέπει να παρακολουθείται η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, έχοντας την περιοχή εκτός περίφραξης ως μέτρο σύγκριση. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, θα πρέπει να ερευνηθεί η σκοπιμότητα περαιτέρω περίφραξη, με κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γη, των τοπικών κτηνοτρόφων και των κατοίκων των χωριών.</p><p>Η συλλογή φυτών θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί με την απαραίτητη άδεια (αν το γεγονός αυτό δεν συνιστά από μόνο του απειλή), να αναπτυχθούν φυτά σε καλλιέργεια ώστε να προκύψουν ex situ υποπληθυσμοί, από τους οποίους υλικό θα πολλαπλασιασθεί και θα διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ενώ σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων. Η όλη διαδικασία θα επέτρεπε την δυνατότητα μελλοντικής επανεισαγωγής ή πειραματικής ενίσχυσης πληθυσμών, στην περίπτωση που οι φυσικοί υποπληθυσμοί μειωθούν πέραν ενός κρίσιμου ορίου.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD6BFFD8D9ABFE833CB6FC89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD69FFDAD9ABFE833CB6FAB4.text	0397C81BBD69FFDAD9ABFE833CB6FAB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alyssum idaeum Boiss. & Heldr.	<div><p>Alyssum idaeum Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Alyssum idaeum Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 1, 8: 35 (1849).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ρεθύμνη] "ad saxa cacuminum montis Idae act [sic! = alt.] 6000 ´rarum ", 28 Maj. 1846, Heldreich s.n. (Ολότυπο: G-BOIS, Ισότυποι: B, BM, WU-Hal).</p><p>Συνώνυμα:? Alyssum curetum Gand., Bull. Soc. Bot. France 64: 121 (1917).</p><p>? A. idaeum var. curetum (Gand.) Hayek, Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30 [Prodr. Fl. Penins. Balcan.] 1: 431 (1925).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, σχηματίζουσα συστάδε, με αρκετά έως πολλά λεπτοφυή, διακλαδισμένα στελέχη, καμπτόμενα στη βάση του. Μη ανθοφόροι βλαστοί έρποντε, απολήγοντες σε ρόδακες φύλλων, ανθοφόρα στελέχη ανορθωμένα, μήκους 3-10 cm. Φύλλα βάσης γλαυκοπράσινα έως ασημόχροα, ελλειπτικά έως ευρέως ωοειδή-σπατουλοειδή, διαστάσεων 3-8(-12) x 2,5-6(-8) mm, με πυκνή κάλυψη και στις δύο επιφάνειές τους από λεπιοειδεί, αστεροειδείς τρίχες διαμέτρου 0,25-0,3 mm, αποτελούμενες από αρκετέ, επανειλημμένως διχαλωτέ, καμπτόμενες και συχνά αναστομούμενες ακτίνε. Σέπαλα μήκους ±3 mm. Πέταλα κίτρινα, επιμήκη-σφηνοειδή, διαστάσεων 4-5 x 1 mm, με ακέραια κράσπεδα. Μακρείς στήμονες με ένα στενό πτερύγιο στο κατώτερο ήμισυ του μήκους του, βραχείς στήμονες με οδόντα στη βάση του. Ταξικαρπία πυκνή και βραχεία, ποδίσκοι μήκους 3-5 mm. Κεράτια γλαυκά, κυκλικά έως ευρέως ωοειδή, μήκους (4-)5,5-7 mm, άτριχα, με σχεδόν κολπωτό άνω μέρο, βαλβίδες διογκωμένε, η μία περισσότερο από την άλλη, με στενό, επίπεδο περιθώριο. Στύλος μήκους 1,5-2 mm. Σπέρματα διαμέτρου 2,5-3 mm συμπεριλαμβανομένου του πτερυγίου πλάτους ±0,2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος και Ιούνιο. Οι ώριμοι καρποί εμφανίζονται από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ένα τοπικό ενδημικό είδος του ορεινού όγκου του Ψηλορείτη (Κ. Κρήτη). Ενδέχεται επίσης να εμφανίζεται στη Δίκτη της Α. Κρήτης (βλέπε ταξινομικά σχόλια στη συνέχεια). Ο συγγραφέας του κειμένου θεωρεί ότι μία πρόσφατη αναφορά από την επαρχία της Μερσίνης (Mersin Vilayet) της Ν. Τουρκίας (Orcan &amp; Binzet 2006) είναι πολύ πιθανό να οφείλεται σε λανθασμένο προσδιορισμό. Οι εν λόγω συγγραφείς παραδέχονται ότι έχουν βασίσει τον προσδιορισμό τους σε βιβλιογραφικές πηγές και από ότι φαίνεται δεν εξέτασαν τον τύπο ή οποιοδήποτε άλλο δείγμα του A. idaeum από την Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Το Alyssum idaeum αναπτύσσεται κυρίως</p><p>σε συσσωματώματα ασβεστολιθικών λίθων, ασταθείς και σταθεροποιημένες σάρε, χαλικώδη μέρη, σκιερές κοιλότητες βράχων, ενώ μπορεί επίσης να εμφανίζεται ανάμεσα σε νανόμορφους θάμνους σε βραχώδει, ασβεστολιθικές ορεινές κλιτύε, σε υψόμετρο 1.700-2.454 m. Μεταξύ των συνοδών φυτών περιλαμβάνονται τα είδη (*= ενδημικό της Κρήτη): Arabis alpina, * Astragalus creticus, Berberis cretica, Prunus prostrata και Valantia aprica . Το Alyssum idaeum είναι σχετικά κοινό στην κορυφή Τίμιος Σταυρό, το υψηλότερο σημείο της Κρήτης στα 2.454 m, όπου συνοδεύεται από τα είδη Bufonia stricta, Cicer incisum, Euphorbia herniariifolia, Minuartia attica και * Silene variegata .</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Η ταξινομική θέση του Alyssum curetum Gand. είναι αβέβαιη. Η περιοχή συλλογής του τύπου είναι το όρος Αφέντη, πάνω από το χωριό Πλατύ, στη δυτική πλευρά της πεδιάδας του Λασιθίου, στον ορεινό όγκο της Δίκτη. Ο συγγραφέας του άρθρου δεν έχει δει δείγματα από την συλλογή του τύπου (Gandoger, Herbarium Creticum no. 1976). Ο Hartvig (1986a) τοποθέτησε το A. curetum στα συνώνυμα του A. idaeum . Στη συνέχεια (Hartvig 2002) επανέλαβε τη συνωνυμία αλλά σημείωσε για το A. idaeum: "Πιθανώ περιορισμένο στο όρος Ψηλορείτης της Κρήτη. Μία αναφορά από τη Δίκτη (σύμφωνα με τον Hartvig στον Strid 1986b) μπορεί να αναφέρεται σε λανθασμένη τοποθεσία". Χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του A. curetum, κάτι που θα πρέπει να συμπεριλάβει παρατηρήσεις και νέες συλλογές στην περιοχή του τύπου. Τον Μάιο του 2008 η Γ. Καμάρη και ο συγγραφέας του άρθρου επισκέφθηκαν το όρος Αφέντης αλλά δεν κατάφεραν να εντοπίσουν κάποιο Alyssum . Παρατήρησαν, εντούτοι, ότι υπήρχε έντονη υπερβόσκηση στην περιοχή της κορυφή.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον οκτώ υποπληθυσμοί του είδους είναι γνωστοί από τον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη. Ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει στους 4 από αυτού, που ποικίλουν σε μέγεθο, από μόνον ένα ενήλικο άτομο έως ίσως λίγες εκατοντάδες ενήλικα άτομα. Ο συνολικός πληθυσμό, προφανώ, υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα άτομα. Η έκταση εμφάνισης του είδους είναι περίπου 50 km2 ενώ η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν τα άτομα του είδους μπορεί να είναι μόλις 6 km2. Δεν έχουν παρατηρηθεί μετρήσιμες και συνεχιζόμενες μειώσεις ή ακραίες διακυμάνσεις στους αριθμούς των ενηλίκων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tο είδος ενδέχεται να βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της υπερβόσκησης από πρόβατα, κάτι που προκαλεί σοβαρό, μακροχρόνιο πρόβλημα σε ορισμένες περιοχές του Ψηλορείτη. Οι πρόσφατες επεκτάσεις του οδικού δικτύου και ο αυξημένος αριθμός από στάνες στην περιοχή νότια της κύριας κορυφογραμμής (πάνω από τα χωριά Κουρούτε, Λοχριά και Καμάρε) υποδεικνύουν ότι η βόσκηση από πρόβατα αυξάνει. Κάτι τέτοιο μπορεί να βλάψει τα φυτά, να μειώσει την ποσότητα των παραγομένων σπερμάτων και να παρεμποδίσει την εγκατάσταση αρτιβλάστων. Οι νέοι δρόμοι, που το 2008 επεκτείνονταν μέχρι τα 1.840 m, μπορεί να δημιουργήσουν περαιτέρω κινδύνου, μέσω της διαπλάτυνσης του οδοστρώματός του, του αυξημένου τουρισμού ή της υπερσυλλογής από βοτανικούς και κηπουρού. Προτείνεται η κατηγορία του Τρωτού (VU) για το είδος (IUCN 2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, επειδή η έκταση στην οποία εξαπλώνεται είναι μικρότερη των 20 km2. Για το είδος δεν ισχύει το κριτήριο D1, διότι ο συνολικός πληθυσμός του είναι προφανώς μεγαλύτερος από 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η δημιουργία περισσοτέρων δρόμων πάνω από το υψόμετρο των 1.800 m στον Ψηλορείτη θα πρέπει να απαγορευθεί αυστηρά. Η κύρια κορυφογραμμή του ορεινού όγκου, πάνω από τα 1.900 m, παραμένει ακόμη δίχως δρόμους και δημιουργεί μία ανόθευτη περιοχή με σχεδόν φυσική κατάσταση βλάστηση, η οποία, με έκταση περίπου 40.000 ha, περιλαμβάνεται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 με τον κωδικό GR4330005 (Idi Oros). Για τους λόγους αυτού, θα πρέπει να προστατευθεί ως εθνικός θησαυρός και να μην χαραχθεί με δρόμους ούτε να υποβαθμισθεί από την υπερβολική βόσκηση των αιγοπροβάτων.</p><p>Περαιτέρω, ένας από τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να περιφραχθεί, ώστε να αποκλεισθούν τα βόσκοντα ζώα και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας την περιοχή έξω από την περίφραξη ως μάρτυρα. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα περίφραξης περισσότερων περιοχών, με την κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γη, των τοπικών κτηνοτρόφων και χωρικών. Η συλλογή σε όλους τους υποπληθυσμούς θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί (αν μία τέτοια ενέργεια δεν προκαλεί η ίδια κίνδυνο), ώστε να καλλιεργηθούν φυτά που θα δημιουργήσουν ex situ υποπληθυσμού. Από αυτούς μπορεί να αποκτηθεί περαιτέρω πολλαπλασιαστικό υλικό που θα αναπαραχθεί και θα διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, αλλά και θα προμηθεύσει με σπέρματα Τράπεζες Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την επιλογή της επαναεισαγωγής στο μέλλον ή την διεξαγωγή πειραμάτων ενίσχυσης των πληθυσμών, σε περίπτωση που οι αυτοφυείς υποπληθυσμοί ελαττωθούν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD69FFDAD9ABFE833CB6FAB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD67FFD7D9ABFE833CBEFEDB.text	0397C81BBD67FFD7D9ABFE833CBEFEDB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alyssum lassiticum Halacsy	<div><p>Alyssum lassiticum Halácsy</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Alyssum lassiticum Halácsy, Consp. Fl. Graec. Suppl. 1: 10 (1908).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "in rupestribus m. Lazari (Lassithi) distr. Mirabello", 1 Jul. 1899, Baldacci no. 154, Iter Creticum Alterum 1899 (Oλότυπο: WU-Hal. Ισότυποι: BM, G, MO).</p><p>Περιγραφή: Νανώδης υπόλευκο -φαιό, τριχωτός ημίθαμνο. Βλαστοί κατακείμενοι, μη ανθοφόροι με ακραίο ρόδακα φύλλων, ανθοφόροι μήκους 5-12 cm, με αραιά φύλλα. Φύλλα ελλειπτικά έως αντιλογχοειδή, διαστάσεων έως 20 x 7 mm, πυκνώς καλυπτόμενα στις δύο επιφάνειες με ημιλεπιοειδεί, αστεροειδείς τρίχες με 20-24 ακτίνες διαμέτρου 0,5-0,7 mm, βάση στενούμενη σε ένα βραχύ μίσχο, κράσπεδα ακέραια, απόληξη αμβλεία έως σχεδόν αμβλεία. Σέπαλα ημίλευκα, με αποχρώσεις κίτρινου ή ερυθρού, λεμβοειδή-σακόμορφα, 4-5 mm, με αραιέ, μακρές αστεροειδείς τρίχες στην εξωτερική τους επιφάνεια. Πέταλα λευκά (σε κατάσταση απάνθιση, στο ζωντανό φυτό), 8,5-9 mm συμπεριλαμβανομένου του όνυχα, σχεδόν διπλάσια των σεπάλων, λεία, κράσπεδα ακέραια. Ταξικαρπία βραχεία, κεφαλοειδής έως βραχέως κυλινδρική, ποδίσκοι μήκους 5-7 mm, σχεδόν ίσοι με τα κεράτια.Κεράτια ημικυκλικά, 6-7 mm, βαλβίδες διογκωμένες με ευδιάκριτο επίπεδο περιθώριο, πυκνώς καλυπτόμενες από αστεροειδείς τρίχες με 24-30 ακτίνε, διαμέτρου 0,2-0,3 mm, στύλος 2,5-4 mm. Σπέρματα 2,5-3 mm, συμπεριλαμβανομένου ενός πτερυγίου πλάτους ±0,4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Montmollin 1982).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Δεν έχει καταγραφεί, αλλά πιθανώς ο Μάιος (φυτά σε απάνθιση με νεαρούς καρπούς παρατηρήθηκαν στις 11 Ιουνίου 2008). Οι καρποί ωριμάζουν από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των Λευκών Ορέων και του όρους Δίκτη, στην Δ. και Α. Κρήτη, αντιστοίχω.</p><p>Βιότοποç: Το είδος εμφανίζεται γενικώς σε ασβεστολιθικούς κρημνού, μεταξύ 1.700-2.050 m. Φαίνεται πως είναι χασμοφυτικό ή τουλάχιστον φυτό που συνήθως αναπτύσσεται σε ρωγμές βράχων, όπως αναφέρεται από τον Zaffran (1990). Τα συνοδά είδη στην περιοχή των Λευκών Ορέων μπορεί να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων (*=ενδημικό της Κρήτη): Anthyllis vulneraria, * Centaurea argentea subsp. macrothysana και * Onobrychis sphaciotica . Στον ορεινό όγκο της Δίκτης μπορεί να συνυπάρχουν τα είδη: * Asperula idaea, * Crepis auriculifolia, * Silene antri-jovis και Umbilicus luteus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Alyssum lassiticum πιθανώς συγγενεύει με τα A. sphacioticum Boiss. &amp; Heldr. και A. idaeum Boiss. &amp; Heldr., τα οποία είναι ενδημικά των Λευκών Ορέων και του Ψηλορείτη (Δ. και Κ. Κρήτη αντιστοίχω). Το Α. sphacioticum διαφέρει στα μικρότερα φύλλα (5-9 x 3-5 mm), τους μακρύτερους ποδίσκους (12- 15 mm), που είναι σχεδόν διπλάσιοι των κερατίων και στο ενδιαίτημά του, που συνήθως αποτελείται από σάρε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα μόνο τέσσερεις πληθυσμοί ή υποπληθυσμοί του Alyssum lassiticum είναι γνωστοί. Οι δύο από αυτούς εμφανίζονται στην Δίκτη: ο ένας στην περιοχή του locus classicus του είδους στο όρος Λάζαρος και ο άλλος στο όρος Λεκανίδα στα βόρεια των ορέων Σπαθί και Λάζαρος (Zaffran 1990). Ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει τουλάχιστον μερικές δεκάδες ωρίμων ατόμων σε ασβεστολιθικούς βράχους στην ΒΔ. πλευρά του όρους Λάζαρος στις 24 Ιουνίου 1994, αλλά δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί το είδος σε άλλες θέσει.</p><p>Το 2007 και το 2008 το A. lassiticum βρέθηκε σε δύο υποπληθυσμoύς των Λευκών Ορέων (Turland 2008). Ο ένας στην Ν. πλευρά του όρους Μελινταού και ο δεύτερος σε ένα απομακρυσμένο σύμπλεγμα κρημνών, περίπου 1,6 km προς τα νότιο-νοτιοδυτικά. Στον πρώτο υποπληθυσμό βρέθηκε μόνο ένα άτομο να μεγαλώνει εντός ενός χαμηλού θάμνου Berberis cretica, ενώ στον δεύτερο υποπληθυσμό παρατηρήθηκαν τρία άτομα, τα δύο ώριμα, να φύονται σε ρωγμές ασβεστολιθικών κρημνών. Φαίνεται πιθανό ότι ο συνολικός πληθυσμός αποτελείται από λιγότερα των 1.000 ωρίμων ατόμων. Η περιοχή εμφάνισης του είδους είναι c. 3 km2 και η περιοχή που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί του περίπου 2 km2. Δεν έχει παρατηρηθεί μετρήσιμη συνεχής μείωση ή δραστικές μεταβολές στον αριθμό των ωρίμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Λόγω του ιδιαιτέρως απρόσιτου, κρημνώδους βιοτόπου του είδου, τα φυτά δεν διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο από την βόσκηση. Είναι πιθανό να διατρέχουν κίνδυνο συλλογής τους από βοτανικούς και καλλιεργητές αλπικών φυτών, λόγω του ότι είναι ελκυστικά με την ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα νανώδη μορφή τους και το λευκό τρίχωμά του. Εντούτοι, ένας τέτοιος κίνδυνος θα πρέπει να αποδειχθεί. Η κατηγορία του Τρωτού (VU) προτείνεται σύμφωνα με την IUCN (2001), δεδομένου ότι πληροί τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας μέχρι σήμερα. Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν έρευνες σε κατάλληλους βιοτόπους των υψηλών ορέων της Κρήτη, ώστε να επισημανθούν περισσότεροι πληθυσμοί ή άτομα. Ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί,με την απαραίτητη άδεια (μόνο αν η ενέργεια αυτή δεν θα προκαλέσει κάποια διαταραχή του πληθυσμού στη φύση) και να καλλιεργηθoύν φυτά, προκειμένου να προκύψουν ex situ υποπληθυσμοί, από τους οποίους επιπλέον υλικό θα μπορούσε να πολλαπλασιασθεί και να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπους ή σπέρματα να κατατεθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων. Η δράση αυτή θα επιτρέψει την επανεισαγωγή του είδους ή την πειραματική ενίσχυση των φυσικών υποπληθυσμών, στην περίπτωση που αυτοί μειωθούν πέραν ενός κρισίμου επιπέδου.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD67FFD7D9ABFE833CBEFEDB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD64FFD0D9B2FE833CB6FB91.text	0397C81BBD64FFD0D9B2FE833CB6FB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alyssum sphacioticum Boiss. & Heldr.	<div><p>Alyssum sphacioticum Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Alyssum sphacioticum Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 1, 8: 35 (1849).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in monte Stavropodia cacumine excelso jugi Sphaciotici rarum ", 10 Jul. 1846, Heldreich 1509 (Ολότυπο: G-BΟΙS. Iσότυπο: B).</p><p>Περιγραφή: Μικρή, χαλαρή πολυετής πόα. Βλαστοί ακανόνιστα διακλαδισμένοι. μη ανθοφόροι βλαστοί κατακείμενοι, εύκαμπτοι, μήκους τουλάχιστον 30 cm, κυρίως υπόγειοι και χωρίς φύλλα στο υπόγειο τμήμα του, ανθοφόροι βλαστοί ανερχόμενοι, 5-10 cm. Κατώτερα φύλλα φαιoπράσινα, ελλειπτικά έως ωοειδή-σπατουλοειδή, 5-9 x 3-5 mm, με αστεροειδείς τρίχες διαμέτρου 0,6-0,8 mm με 20-24 ακτίνε, ανώτερα φύλλα φολιδωτά, πιεσμένα στον βλαστό, γραμμοειδή-λογχοειδή. Σέπαλα 3-3,5 mm. Πέταλα βαθυκίτρινα, αντωοειδή-σφηνοειδή, ±6 x 1,5 mm, με ακέραιο περιθώριο. Μακρύτεροι στήμονες με πτερύγιο οδοντωτό στην κορυφή του, βραχύτεροι με γραμμοειδέ - επίμηκες προσάρτημα στην βάση του, μήκους περίπου το 1/2 του νήματο. Ταξικαρπία βραχεία, ποδίσκοι οριζόντιοι έως καμπτόμενοι προς τα κάτω, 12-15 mm, περίπου διπλάσιοι των κερατίων. Κεράτιο ευρέως αντοωειδές έως υποκυκλικό, 6-8 mm, κράσπεδο ενίοτε κολπωτό, βαλβίδες διογκωμένες και με επίπεδο περιθώριο, καλυπτόμενες με αστεροειδείς τρίχες διαμέτρου 0,3-0,4 mm με ±20 ακτίνε. Στύλος 2,5-3 mm. Σπέρματα 2,5-3 mm, περιλαμβανομένου του πτερυγίου πλάτους ±0,4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Ιούλιο. Καρποφορία από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος των Λευκών Ορέων (Δ. Κρήτη). Ο Hartvig (2002) σημειώνει ότι "πρόσφατε αναφορές από τον Ψηλορείτη χρειάζονται επιβεβαίωση", αναφερόμενο, πιθανώ, σε μία αναφορά του Zaffran (1976, 1990) από την υψηλότερη κορυφή του Ψηλορείτη, τον Τίμιο Σταυρό. Το δείγμα του Zaffran, μετά από έλεγχο, θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι ανήκει στο Alyssum idaeum, το οποίο εμφανίζεται στο όρος Τίμιος Σταυρό.</p><p>Βιότοποç: Σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, χαλικώνε, ασταθείς ή σχετικά σταθεροποιημένες σάρε, σε αβαθές έδαφος με σποραδική (έω 10%) φυτική κάλυψη, σε υψόμετρο (1.200-)1.700-2.400 m. Υπάρχει κάποιου βαθμού επικάλυψη στον βιότοπό του με ένα ακόμη τοπικό ενδημικό των Λευκών Ορέων, το Alyssum fragillimum (Bald.) Rech. f., οπότε τα δύο είδη ενίοτε αναπτύσσονται μαζί, όπως στις σάρες του όρους Σβουριχτή (Davis 1953). Άλλα συνυπάρχοντα είδη μπορεί να περιλαμβάνουν τα (*= ενδημικό της Κρήτη): * Cynoglossum sphacioticum, * Dianthus sphacioticus, Minuartia attica, Paracaryum lithospermifolium subsp. cariense, * Scutellaria hirta, * Silene variegata, * Teucrium alpestre και * Viola fragrans .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Alyssum sphacioticum είναι πιθανώς συγγενές δύο άλλων ενδημικών ειδών των υψηλών ορέων της Κρήτη: του A. idaeum Boiss. &amp; Heldr. από τον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη και του A. lassiticum Halácsy, γνωστό από τα Λευκά Όρη και τη Δίκτη. Το A. idaeum φύεται σε πολύ παρεμφερείς βιοτόπου, όμως διαφέρει στο μικρότερο μέγεθός του και ιδιαίτερα στους καρποφόρους ποδίσκους του, που έχουν μήκος μόνο 3-5 cm και στα κεράτια, διαστάσεων (4-)5,5-7 mm με στύλο 1,5-2 mm. Το A. lassiticum διαφέρει στα μεγαλύτερα φύλλα του (έω 20 x 7 mm), στους βραχύτερους καρποφόρους ποδίσκους (5-7 mm) σχεδόν ίσου μήκους με τα κεράτια και στο ότι είναι περισσότερο προσαρμοσμένο σε χασμοφυτικές συνθήκε. Tο A. fragillimum, ένα άλλο ενδημικό είδος των Λευκών Ορέων, διαφέρει στα μικρότερα φύλλα του (1,5- 7,5 x 0,7-1,8 mm), στα βραχύτερα πέταλα (2,5-3 mm), στα ελλειπτικά έως αντωοειδή μικρότερα κεράτια (3-5 mm), στους πολύ βραχύτερους καρποφόρους ποδίσκους (2-3 mm) και στην τάση του να φύεται σε μη συνεκτικέ, ασταθείς σάρε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον 12 υποπληθυσμοί είναι γνωστοί στα Λευκά Όρη. Υπάρχει επίσης μία μοναδική, μη επιβεβαιωμένη αναφορά από το όρος Τίμιος Σταυρός του Ψηλορείτη. Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου παρατήρησε πέντε υποπληθυσμού, όπου τα ώριμα άτομα δεν ήταν περισσότερα από λίγες δεκάδε. Η περιοχή εξάπλωσης του είδους είναι περίπου 100 km2 και η περιοχή που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί του μπορεί να είναι μικρότερη από 10 km2. Δεν έχει παρατηρηθεί μετρήσιμη συνεχής μείωση ή δραστικές μεταβολές στον αριθμό των ωρίμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος αυτό κινδυνεύει κυρίως από την υπερβόσκηση από κοπάδια αιγοπροβάτων, η οποία συνεχίζεται στα μεγάλα υψόμετρα των Λευκών Ορέων, πάνω από το όριο της δασικής βλάστηση, καθόλη την διάρκεια του θέρου. Το γεγονός αυτό προκαλεί ζημιές στα φυτά, μειώνει την ποσότητα των σπερμάτων και εμποδίζει την εγκατάσταση των νεαρών ατόμων. Η εγγύτητα του δρόμου από την Ανώπολη σε τρεις από τους υποπληθυσμούς του (όρο Στέρνε, κοιλάδα Αμμουτσαρά, όρος Κακοβόλη) είναι δυνατόν να δημιουργήσει περισσότερους κινδύνους από την διαπλάτυνση του οδοστρώματο, την υπερβόσκηση, την αύξηση του τουρισμού ή την υπερβολική συλλογή από βοτανικούς ή ερασιτέχνες καλλιεργητέ.</p><p>Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU), σύμφωνα με την IUCN (2001), δεδομένου ότι το είδος πληροί το κριτήριο D2, εφόσον η περιοχή που καταλαμβάνει είναι μικρότερη από 20 km2 και ίσως μικρότερη από 10 km2. Το κριτήριο D1 δεν ισχύει, διότι ο συνολικός πληθυσμός του πιθανόν υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ένας από τους υποπληθυσμούς του Alyssum sphacioticum απαντά στο όρος Σβουριχτή. Το μικροαπόθεμα του προγράμματος CRETAPLANT δημιουργήθηκε εκεί το 2006 για το είδος Nepeta sphaciotica και ενδέχεται επίσης να περιλαμβάνει το A. sphacioticum . Θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί περίφραξη σε τμήμα αυτού του αποθέματο, προκειμένου να αποφευχθεί η βόσκηση, ενώ συγχρόνως θα πρέπει να παρακολουθείται η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, έχοντας την περιοχή εκτός περίφραξης ως μέτρο σύγκριση. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, θα πρέπει να ερευνηθεί η σκοπιμότητα περαιτέρω περίφραξη, με κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γη, των τοπικών κτηνοτρόφων και των κατοίκων των χωριών.</p><p>Η συλλογή φυτών θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί με την απαραίτητη άδεια (αν το γεγονός αυτό δεν συνιστά από μόνο του απειλή), να αναπτυχθούν φυτά σε καλλιέργεια ώστε να προκύψουν ex situ υποπληθυσμοί, από τους οποίους υλικό θα πολλαπλασιασθεί και θα διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ενώ σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Η όλη διαδικασία θα επέτρεπε την δυνατότητα μελλοντικής επανεισαγωγής ή πειραματικής ενίσχυσης των πληθυσμών στην περίπτωση που οι φυσικοί υποπληθυσμοί μειωθούν πέραν ενός κρισίμου ορίου.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD64FFD0D9B2FE833CB6FB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD61FFCDD9ABFE833CBEFCE0.text	0397C81BBD61FFCDD9ABFE833CBEFCE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Alyssum tenium Halacsy	<div><p>Alyssum tenium Halácsy</p><p>Cruciferae</p><p>Alyssum tenium Halácsy, Consp. Fl. Graec. 1: 93 (1900).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Ελλά (Κik), Κυκλάδε, Νήσος Τήνο] "in m. Tziknia, ins. Teni", 4 Aug.? 1841, Sartori (WU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ημιθαμνώδες είδο. Ολόκληρο το φυτό καλύπτεται από πολυάριθμες ημιλεπιοειδεί, πολυακτινωτές αστεροειδείς τρίχε, διαμέτρου 0,4-0,6 mm. Ανθοφόροι βλαστοί πολυάριθμοι, όρθιοι ή καμπτόμενοι, μήκους έως 30(-40) cm, ξυλώδεις στο κατώτερο τμήμα του, διακλαδισμένοι στο ανώτερο, σχηματίζοντες κορυμβοειδείς ταξιανθίες έως σύνθετους βότρει. Μη ανθοφόροι βλαστοί βραχύτεροι, με πολύ περισσότερα φύλλα στο ανώτερο τμήμα του. Κατώτερα φύλλα φαιοπράσινα, αντιλογχοειδή έως αντωοειδή-σπατουλοειδή, 5-15(-20) x 3-6(-8) mm, ±έμμισχα, τα ανώτερα φύλλα ελαττούμενα σε μέγεθο, αντιλογχοειδή έως ελλειπτικά. Σέπαλα 1,5-2,0 mm, ωοειδή, με μεμβρανώδη περιθώρια. Πέταλα φωτεινά κίτρινα, ελαφρώς τριχωτά στην εξωτερική επιφάνειά του, 2,5-3 x 0,5-1,0 mm, εντόνως ανισομεγέθη, τα μεγαλύτερα αντωοειδή με διακριτόν όνυχα, τα μικρότερα στενώς σπατουλοειδή. Στύλος 0,8-1,2(-1,5) mm, συνήθως με λίγες αστεροειδής τρίχε. Κεράτια μέχρι 5 x 4,5 mm, ποικίλλοντα από πλατέως ελλειπτικά-αντωοειδή με αποστρογγυλωμένη βάση και αποστρογγυλωμένη κορυφή μέχρι ελλειπτικά με σφηνοειδή βάση και σχεδόν οξεία κορυφή. Πλευρές (βαλβίδε) κερατίων επίπεδε, συχνά μάλλον δικτυωτέ. Σπέρματα πλάτους 0,2-0,3 mm, συμπεριλαμβανομένου του πτερυγίου.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος και Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της νήσου Τήνου (Κυκλάδε). Ο Snogerup (1995b) σημειώνει ότι το Alyssum tenium φύεται αποκλειστικώς επάνω και γύρω από το όρος Τσικνιάς (Τσιμενά) της Τήνου, ενώ στην Flora Europaea δίδεται μία ευρύτερη εξάπλωσή του στη Ν. Ελλάδα, συμπεριλαμβάνοντας ίσως και άλλες απροσδιόριστες μορφές από τις γειτονικές περιοχέ. Το A. tenium σύμφωνα με τον Hartvig (2002) είναι πράγματι αποκλειστικό ενδημικό της νήσου Τήνου και φύεται σε υψόμετρο από 200-700 m. Οι συγγραφείς αυτού του άρθρου το κατέγραψαν στην νοτιοανατολική πλευρά της νήσου Τήνου, από τη τοποθεσία της Λαγκάδας μέχρι και πριν από το χωριό Ποταμιά, στους πρόποδες του όρους Τσικνιά. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μας αναπτύσσεται από τα 100 έως τα 600 m. Οι υποπληθυσμοί του είναι πυκνότεροι από τα 200 έως τα 400 m στις πλαγιές του όρους και κατά μήκος του αγροτικού δρόμου που περιβάλλει το όρο, αλλά όχι πλησίον των αποκρήμνων ακτών.</p><p>Βιότοποç: Φύεται σε σχιστόλιθο, σε πετρώδη εδάφη, σε πλαγιές με φρύγανα. Οι μεγαλύτερες συστάδες του αναπτύσσονται σε πυκνή φρυγανώδη βλάστηση, όπου κυριαρχεί το Sarcopoterium spinosum και συμμετέχουν οι θάμνοι Cistus creticus, Centaurea spinosa, Genista acanthoclada, Helichrysum stoechas, Satureja thymbra και μεγάλος αριθμός ποών, όπως τα είδη Silene colorata, Tuberaria guttata, Centaurea raphanina subsp. mixta, Veronica polita, Crepis hellenica κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Alyssum tenium είναι, σύμφωνα με τον Snogerup (1995b), ένα μορφολογικώς διακριτό μέλος της ομάδας του Alyssum murale Waldst. &amp; Kit. Ο Hartvig (2002) αναφέρει ότι σύμφωνα με την μορφολογία του κερατίου του, το Alyssum tenium είναι συγγενέστερο με το A. chalcidicum Janka, ένα είδος με μεγάλη εξάπλωση σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα, την Αλβανία και την FYROM.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η συνολική περιοχή εξάπλωσης του Alyssum tenium στο όρος Τσικνιάς είναι περίπου 6,2 km2. Η περιοχή που παρουσιάζει πυκνή πληθυσμιακή κάλυψη είναι περίπου 4 km2. Τον Μάιο στη περιοχή κυριαρχεί το έντονο κίτρινο χρώμα των ανθέων του. Δεν έχει παρατηρηθεί μετρήσιμη συνεχής μείωση ή δραστικές μεταβολές στον αριθμό των ωρίμων ατόμων του. Εκτιμάται ότι ο πληθυσμός αποτελείται από περίπου 20.000-30.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το Alyssum tenium απειλείται από την υπερβόσκηση από κοπάδια αιγοπροβάτων. Το γεγονός αυτό προκαλεί ζημιές στα φυτά, μειώνει την ποσότητα των σπερμάτων και εμποδίζει την εγκατάσταση των νεαρών ατόμων. Όμω, κυρίως η εγγύτητα του πυκνότερου πληθυσμού στον κύριο αγροτικό δρόμο είναι δυνατόν να δημιουργήσει επιπρόσθετους κινδύνους από την διαπλάτυνση του οδοστρώματο, τις ανεξέλεγκτες πυρκαγιέ, την αύξηση του τουρισμού καθώς η περιοχή είναι ιδιαιτέρου φυσικού κάλλου, την πιθανή μελλοντική οικοδόμηση ή την υπερβολική συλλογή από βοτανικούς ή ερασιτέχνες καλλιεργητέ. Επίση, σημαντική άμεση απειλή για το A. tenium αποτελεί η χωματερή που λειτουργεί μέσα στο βιότοπό του και καλύπτει τις ανάγκες των γύρω περιοχών.</p><p>Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU), σύμφωνα με την IUCN (2001), δεδομένου ότι το είδος πληροί το κριτήριο D2, εφόσον η περιοχή που καταλαμβάνει είναι πολύ μικρότερη από 20 km2. Το κριτήριο D1 δεν ισχύει, διότι ο συνολικός πληθυσμός του υπερβαίνει κατά πολύ τα 1.000 ώριμα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Πρωταρχικό μέλημα θα πρέπει να</p><p>είναι ο έλεγχος της υπάρχουσας χωματερής προς αποφυγή πυρκαγιάς και καταστροφής του μοναδικού πληθυσμού του Alyssum tenium . Επίση, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί περίφραξη σε τμήμα αυτού του μοναδικού πληθυσμού, σε μια θέση ιδιαιτέρου φυσικού κάλλου, προκειμένου να αποφευχθεί η βόσκηση, ενώ συγχρόνως θα επιλεγεί κατάλληλη διαχείριση. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, θα πρέπει να ερευνηθεί η σκοπιμότητα περαιτέρω περίφραξη, με κατάλληλη αποζημίωση των τοπικών κτηνοτρόφων και των κατοίκων των χωριών. Η συλλογή φυτών θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί, να αναπτυχθούν φυτά σε καλλιέργεια, ώστε να προκύψουν ex situ άτομα, που θα διανεμηθούν σε Βοτανικούς Κήπου. Τα σπέρματα θα μπορούσαν επίσης να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, με σκοπό την μακροχρόνια διατήρησή του, η οποία προσφέρει τη δυνατότητα μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους στην περίπτωση που ο φυσικός πληθυσμός μειωθεί πέραν ενός κρισίμου ορίου.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Ερωτόκριτοç Καλογερόπουλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD61FFCDD9ABFE833CBEFCE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD7EFFCED9B2FE833CB6FB91.text	0397C81BBD7EFFCED9B2FE833CB6FB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Anchusa samothracica Bigazzi & Selvi	<div><p>Anchusa samothracica Bigazzi &amp; Selvi</p><p>Boraginaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Anchusa samothracica Bigazzi &amp; Selvi in Nord. J. Bot. 20(2): 141 (2000).</p><p>Τύποç: [Ελλά (NAe), Νήσος Σαμοθράκη] "costa meridionale dell' isola di Samotracia, spiaggia di Pachia Ammos", 25 Jul. 1987, Bigazzi &amp; Biondi (Ολότυπο: FI. Ισότυποι: ATH, LD, W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, προσκεφαλόμορφο φυτό, καλυπτόμενο από πυκνό, σκληρό, ομοιόμορφο τρίχωμα, τρίχες μήκους έως 1,5 mm, με διογκωμένη βάση. Ανθοφόρα στελέχη διακλαδιζόμενα, μήκους έως 40 cm. Φύλλα βάσης συνήθως παραμένοντα κατά την άνθιση, φύλλα βλαστού σαρκώδη, σκληρά, άμισχα, γραμμοειδή, μήκους 2-5 cm, με έντονα κυματιστά περιθώρια. Ταξιανθίες κυματώδει, επιμηκυνόμενες ελαφρώς κατά την καρποφορία, με βράκτια σε όλο το μήκος τους και με δύο πυκνές σειρές από σχεδόν άμισχα άνθη. Βράκτια λογχοειδή, βραχύτερα του κάλυκα, περίπου 3,5 x 2 mm. Κάλυκας μήκους 5-6 mm, σωληνοειδή, διαιρεμένος σχεδόν έως τη μέση σε 5 τριγωνικού, ακιδωτούς οδόντε. Στεφάνη σχεδόν κυπελλοειδή, με σωλήνα μήκους 5,5-6 mm, ανοικτοκύανο, δίχως τριχωτό δακτύλιο στη βάση, περικλείοντα 5 προεκβάλλοντα, λευκά, τριχωτά προσαρτήματα μήκους 4 mm και διαμέτρου 6-8 mm, λοβοί 5, βαθυκύανοι, αποστρογγυλωμένοι. Στήμονες προσαρτημένοι στο άνω μισό του σωλήνα της στεφάνη, με υπόφαιους ανθήρες μήκους περίπου 2 mm που φθάνουν την βάση των εξαρτημάτων του σωλήνα. Στύλος μήκους 5-6 mm, με σφαιρικό-ωοειδέ, δίλοβο στίγμα. Καρπίδια 4, περίπου 3,5 x 2,5 mm, λοξώς ωοειδή, ανοικτοκάστανα, με πλάγιο καρινοειδές ράμφο, προεξέχουσα δικτύωση και μικρά ή μεγαλύτερα φύματα. Δακτύλιος στη βάση του καρπιδίου περίπου 1 mm, παχύ, λείο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 4x = 32 (Bigazzi &amp; Selvi 2000).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλη Ιουνίου έως τέλη Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα, γνωστό μόνον από τις αμμώδεις παραλίες της ΝΑ. Σαμοθράκη.</p><p>Βιότοποç: Η Anchusa samothracica είναι ψαμμόφιλο είδο, που αναπτύσσεται αποκλειστικά σε παραθαλάσσιες αμμοθίνες και αμμώδεις εκτάσεις με τραχεία πυρολιθική άμμο, με ή δίχως παρεμβαλλόμενες πετρώδεις θέσει. Προτιμά ανοικτέ, φωτεινές θέσεις μεταξύ ξυλωδών φυτών που υπερβόσκονται (π.χ. Pistacia terebinthus, Quercus coccifera, Q. pubescens, Vitex agnus-castus) ή μεταξύ φυτών που δεν βόσκονται (π.χ. Asphodelus ramosus, Euphorbia characias, Nerium oleander) ή θέσεις όπου η σκίαση από δενδρώδη όροφο απουσιάζει. Φύεται μαζί με άλλα κοινά φυτά, όπως Alkanna tinctoria, Cistus creticus, Plantago lagopus, Sedum annuum, Filago sp., είδη Gramineae κ.ά. Στην περιοχή όπου αναπτύσσεται, υπάρχει εποχιακή υδατορροή (χείμαρρο Άμος από τις πλαγιές του Αγίναρου που ανήκει στο όρος Φεγγάρι ή Σάο). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την παρουσία φυτών που αναπτύσσονται σε περιοχές όπου, τουλάχιστον εποχιακά, εμφανίζεται υψηλή ατμοσφαιρική και/ή εδαφική υγρασία, όπως τα Nerium oleander, Vitex agnus-castus και Scirpoides holoschoenus.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Anchusa samothracica ανήκει σε μια ομάδα ειδών του υπογένους Anchusa με λιγοστούς αντιπροσώπους στην περιοχή του Αιγαίου, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολή, οι οποίοι, όμω, δεν είναι ποτέ αυστηρά ψαμμόφιλα είδη (Selvi &amp; Bigazzi 2003). Φαίνεται να είναι συγγενής με το είδος A.leptophylla Roem.&amp; Schult. της Ανατολίας (Τουρκία), το οποίο εμφανίζει ομοιόμορφο τρίχωμα, σαρκώδη φύλλα και παρόμοια δομή ταξιανθία. Στη ΝΑ. Ευρώπη, η A. leptopylla συγχωνεύεται με την Α. officinalis L. var. moesiaca (Vel.) Gusul. και το σύμπλοκο εμφανίζει παρόμοιο χρωμοσωματικό αριθμό (2 n = 4x = 32) με αυτόν της A. samothracica (Markova &amp; Goranova 1995, Bigazzi &amp; Selvi 2000). Ως εκ τούτου, το τελευταίο είδος μπορεί να θεωρηθεί ως σχιζοενδημικό που προήλθε εξαιτίας της γεωγραφικής απομόνωσης και της οικολογικής εξειδίκευσης και διαφοροποίησης (Bigazzi &amp; Selvi 2000, Selvi &amp; Bigazzi 2003). Η Α. samothracica διαφέρει από την ομάδα ειδών της A. undulata L., κυρίως εξαιτίας της έντονα προσκεφαλόμορφης όψη, του ομοιόμορφου τριχώματο, των έντονα κυματιστών, σκληρών και σαρκωδών φύλλων, της ημιπεριεστραμμένης στεφάνης που παραμένει μετά την ανθοφορία και του τετραπλοειδούς καρυοτύπου. Η ομάδα της A. undulata περιλαμβάνει ορισμένα είδη συγγενικά της Α. samothracica, τα οποία ωστόσο είναι σαφώς αλλοπατρικά (Bigazzi &amp; Selvi 2000), όπως το μη αυστηρά ψαμμόφιλο είδος A. sartorii Heldr. ex Gusul. (ενδημικό των χαμηλών υψομέτρων στις Κυκλάδες και την Αττική) με κατακείμενη έως ανορθωμένη μορφή και μακρύ τρίχωμα, ή το υπολειμματικό ενδημικό A. cespitosa Lam. (ενδημικό στα Λευκά Όρη της Κρήτη) με χαρακτηριστική θυσανωτή προσκεφαλόμορφη όψη, ξυλώδεις βλαστούς με σκληρή τρίχωση, ευθύγραμμα φύλλα και ευμεγέθη άνθη (Strid &amp; Tan 1991, Turland &amp; al. 1993).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Anchusa samothracica σχηματίζει αραιούς υποπληθυσμούς (μεμονωμένα διάσπαρτα άτομα) ή τοπικά πυκνότερους που περιλαμβάνουν συνήθως 5-10 άτομα ανά 1 m2. Μέχρι σήμερα ήταν γνωστός μόνον ένας πληθυσμός στη βορειότερη πλευρά της παραλίας Παχιά Άμμος της Σαμοθράκης (μήκου περίπου 650- 700 m) με τουλάχιστον 1.000 άτομα, που εξαπλώνονταν σε μια έκταση περίπου 4 ha (εκτίμηση πεδίου, Bigazzi &amp; Selvi 2000). Η εξέταση του πληθυσμού έδειξε ότι εκτείνεται περαιτέρω, σε μια έκταση περίπου 600 x 900 m (5,4 ha), σε υψόμετρο 0-70 m. Η ακριβής καταμέτρηση των φυτών αυτού του πληθυσμού έδειξε την ύπαρξη 1.313 ατόμων. Πέραν τούτου, μεμονωμένα άτομα εντοπίσθηκαν σε αμμώδεις θέσεις στις επικλινείς πλευρές που οριοθετούν την παραλία Παχιά Άμμο, στην γειτονική αμμώδη περιοχή Αμπέλια και στη γειτονική παραλία του Καρκάνη (συνολικά 456 άτομα). Είναι πολύ πιθανό να ανακαλυφθούν περισσότερα άτομα σε αμμώδεις θέσεις στη γειτονική απομονωμένη παραλία Βάτο. Η παρουσία ατόμων σε άλλες παραλίε, που ευρίσκονται ανατολικότερα προς το ακρωτήριο Κήπο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, παρόλο που αυτές είναι, ως επί το πλείστον, πετρώδει.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι υπάρχοντες υποπληθυσμοί της Anchusa samothracica κινδυνεύουν είτε από ακατάλληλες ενέργειε, που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητε, είτε από σημαντικές αλλαγές στη δομή της συνυπάρχουσας βλάστηση.</p><p>Η περιοχή εξάπλωσης του είδους στην Σαμοθράκη εντοπίζεται στην παραλία του νησιού με τη μεγαλύτερη τουριστική κίνηση. Αν και μέχρι στιγμής δεν παρατηρούνται εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα στην περιοχή, η πιθανή έντονη τουριστική εκμετάλλευσή της θα απειλούσε ή θα κατέστρεφε το ενδιαίτημα του είδου. Ήδη, τμήμα της περιοχής εξάπλωσής του υφίσταται ανεξέλεγκτη κίνηση από τετράτροχα οχήματα.</p><p>Η υπερβόσκηση στην περιοχή είναι ανεξέλεγκτη κατά τη μεγαλύτερη περίοδο του έτους και τα αιγοπρόβατα σταβλίζονται μόνο την περίοδο υψηλής τουριστικής κίνηση, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Επιτόπιες παρατηρήσεις έδειξαν ότι σχεδόν όλα τα άτομα που εντοπίσθηκαν έφεραν τραύματα βόσκησης (κοπή της άκρης των φύλλων, κοπή ή αφαίρεση ανθοφόρων και καρποφόρων στελεχών), γεγονός που παρατηρήθηκε και παλαιότερα (Bigazzi &amp; Selvi 2000). Εντούτοι, πλήρης διακοπή της βόσκησης μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των ξυλωδών ειδών μειώνοντας τον διαθέσιμο χώρο για την Anchusa samothracica .</p><p>Εξαιτίας της συνολικά πολύ μικρής έκταση, στην οποία φύεται η A. samothracica, της αυστηρής οικολογικής εξειδίκευσης και του συνολικού αριθμού ενηλίκων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 1.800, καθώς και της μεγάλης πιθανότητας να αλλοιωθεί το ενδιαίτημά της δραματικά στο μέλλον, προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), καθώς πληρούνται τα κριτήρια Β2a,b(iii).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία της Anchusa samothracica . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των πληθυσμών της προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η επιτακτική αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στα ενδιαιτήματά τη, όπως η ανέγερση κτισμάτων ή ο καθαρισμός των αμμωδών ακτών.</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών.</p><p>Για την ex situ διατήρηση και προστασία του είδου, σπέρματα 5 διαφορετικών φυτών συλλέχθηκαν προκειμένου να καλλιεργηθούν στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνα.</p><p>Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD7EFFCED9B2FE833CB6FB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD7BFFC8D9ABFF693CB6FE33.text	0397C81BBD7BFFC8D9ABFF693CB6FE33.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Anthemis cretica subsp. sibthorpii (Griseb.) Govaerts	<div><p>Anthemis cretica L. subsp. sibthorpii (Griseb.) Govaerts</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Anthemis cretica L. subsp. sibthorpii (Griseb.) Govaerts, World Checklist Seed Pl. 1(1): 7 (1995).</p><p>Λεκτότυποç (Govaerts 1995: 7): [Ελλά (NAe), Χερσόνησος Αγίου Όρου] "in regione superiori m. Athüs", Friedrichsthal, Pl. Maced. no. 1266 (GOET. Ισολεκτότυπο: W).</p><p>Συνώνυμα: Anthemis sibthorpii Griseb., Spic. Fl. Rumel. 2: 210 (1846).</p><p>A. orientalis subsp. sibthorpii (Griseb.) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni. Veg. Beih. 30(2): 624 (1931).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, λείο, με ημιξυλώδη βάση. Ανθοφόροι βλαστοί όρθιοι, μήκους 15-35 cm, διακλαδιζόμενοι μόνο στο κάτω τμήμα του, άφυλλοι στο ανώτερο 1/2 ή 2/3 του μήκους του. Κατώτερα φύλλα βλαστών 15-50 x 10-20 mm, 1-2 φορές πτεροσχιδή, πράσινα, αδενώδη, με τελικούς λοβούς γραμμοειδείς πλάτους 0,5-1 mm και υαλώδη αιχμηρή κορυφή. Περίβλημα κεφαλίου πλάτους 9-13 mm. Κεφάλιο δισκοειδέ. Βράκτια περιβλήματος μήκους 3-5 mm, ωοειδή-λογχοειδή, οξέα, πράσινα με καστανά περιθώρια. Ανθοδόχη ημισφαιρική έως κωνική, με λέπια διαφανή, οξύληκτα. Ανθίδια σωληνοειδή, μήκους 2-2,5 mm, κίτρινα, γλωσσοειδή ελλείποντα. Αχαίνια μήκους 2-2,5 mm, με σκληρή, μεμβρανώδη κορώνα ύψους μέχρι 0,3 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 36 (Papanicolaou unpubl. in Franzén 1991a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος μέχρι τα μέσα Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Anthemis cretica subsp. sibthorpii είναι ένα στενότοπο ενδημικό είδος της βραχώδους κορυφής του όρους Άθωνα, στη χερσόνησο του Αγίου Όρου.</p><p>Βιότοποç: Η Anthemis cretica subsp. sibthorpii εμφανίζεται αποκλειστικά σε μία πολύ περιορισμένη περιοχή της βόρειας πλευράς της βραχώδους κορυφής του Άθωνα, όπου υπάρχει απόθεση εδάφους και δημιουργούνται έτσι νησίδες με σχετικώς συμπαγή και πυκνή βλάστηση ανάμεσα σε βράχους και σάρε. Στα σημεία αυτά κυριαρχεί η Anthemis cretica subsp. sibthorpii, ενώ φύονται μαζί της διάφορες πολυετείς πόε, όπως τα: Cerastium banaticum subsp. speciosum, Myosotis alpestris, Arenaria rotundifolia, Campanula rotundifolia και Arabis bryoides .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Anthemis cretica είναι ένα ευρέως διαδεδομένο και εξαιρετικά πολυποίκιλο είδο, το οποίο απαντά σχεδόν σε όλη την παραμεσόγειο περιοχή, από την Ισπανία και την Αλγερία μέχρι την Συρία και τον Λίβανο. Περιλαμβάνει 23 υποείδη, από τα οποία 9 απαντούν στην Ελλάδα (Greuter &amp; Raab-Straube 2008). Το subsp. sibthorpii, το οποίο είναι απομονωμένο στην κορυφή του Άθωνα, διαφέρει από τα συγγενικά του taxa, μεταξύ άλλων, στα χωρίς γλωσσοειδή άνθη κεφάλιά του και στα καστανά περιθώρια των βρακτίων του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Anthemis cretica subsp. sibthorpii αναπτύσσεται σε μία πολύ περιορισμένη έκταση της κορυφής του Άθωνα. Εξαπλώνεται αποκλειστικά σε υψόμετρο 1.940-2.030 m, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των ατόμων απαντά σε βόρεια έκθεση, με μικρές εξαιρέσεις τις βορειοανατολικές και βορειοδυτικές εκθέσει. Καταγράφηκαν συνολικά 92 άτομα, τα οποία αποτελούν ένα μικρό πληθυσμό. Τα άτομα του μοναδικού αυτού πληθυσμού φύονται σπανίως μεμονωμένα και κυρίως σε ομάδες μέχρι 35 ατόμων (Καρύδα 2007).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο πληθυσμός της Anthemis cretica subsp. sibthorpii βρίσκεται μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητες και κινδυνεύει μόνο από τυχαία, δυσμενή συμβάντα και την ενδεχόμενη έλλειψη γενετικής ποικιλότητα. Εξαιτίας της πολύ μικρής έκτασης στην οποία φύεται το εν λόγω υποείδο, καθώς και του υπολογιζόμενου συνολικού αριθμού των ενήλικων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 250, χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), αφού εκπληρώνει το κριτήριο D.</p><p>Mέτρα προστασίαç: Το υποείδος αυτό περιλαμβάνεται στον κατάλογο Ερυθρών Δεδομένων της IUCN (Wallet &amp; Gillett 1998) για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπη, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλουμένων Ζώων και Φυτών, στο Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 και στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων για τα Φυτά της Ελλάδας (Phitos &amp; al. 1995).</p><p>Ως ενεργό μέτρο προστασίας της Anthemis cretica subsp. sibthorpii προτείνεται η καλλιέργειά της σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπου, η διατήρηση αχαινίων της σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, καθώς η αποφυγή ενεργειών που θα είχαν αρνητική επίδραση στον βιότοπό τη. Τέλο, προτείνεται η καταγραφή και η μακροπρόθεσμη παρακολούθηση του υποείδους αυτού, ώστε να υπάρξει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του.</p><p>Αντώνιοç Καρύδαç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD7BFFC8D9ABFF693CB6FE33	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD79FFCAD9ABFE833CB6FD6E.text	0397C81BBD79FFCAD9ABFE833CB6FD6E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Anthemis glaberrima (Rech. f.) Greuter	<div><p>Anthemis glaberrima (Rech. f.) Greuter</p><p>Compositae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Anthemis glaberrima (Rech. f.) Greuter in Candollea 23: 148 (1968).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νομός Χανίων, Νήσος Άγρια Γραμβούσα] "Ins. Grabusa Agria", 20 April. 1942, Rechinger 12114 (Ολότυπο: W).</p><p>Συνώνυμα: Ammanthus glaberrimus Rech. f. in Anz. Akad. Wiss. Wien Math.-Nat. Kl. 80(12): 61 (1943).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα, λεία ή αραιώς τριχωτή. Βλαστοί 2-30 cm, εύκαμπτοι. Φύλλα πτεροειδώς βαθυσχιδή έως τρισχιδή ή ακέραια, λίγο-πολύ έμμισχα, σαρκώδη, τμήματα απομακρυσμένα, ωοειδή-σφηνοειδή, πολύ διαιρεμένα ή ακέραια, λοβοί σχεδόν αμβλείς έως οξεί. Κεφάλιο με διάμετρο μέχρι 10 mm. Περίβλημα κεφαλίου με πιεσμένες τρίχε, βράκτια αμβλέα, τα εξωτερικά ωοειδή έως επιμήκη, τα εσωτερικά πλατέως ελλειπτικά με πλατύ υαλώδες περιθώριο. Γλωσσοειδή ανθίδια περίπου 2 mm, λευκά στην επάνω επιφάνεια και ρόδινα στην κάτω. Ανθοδόχη ελαφρώς κωνική, με λέπια λογχοειδή-σφηνοειδή έως γραμμοειδή, οξύληκτα, υαλώδη, συνήθως βραχύτερα από τα ανθίδια, λεία, εύπτωτα. Αχαίνια 1-1,25 mm, κυλινδρικάαντικωνικά, με ελαφρές ραβδώσει, κορώνα έως 0,5 mm, υαλώδη, με σχισμέ.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Tzanoudakis &amp; Kypriotakis 1987).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιο -Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από τις νησίδες Άγρια και Ήμερη Γραμβούσα, του Δήμου Κισσάμου Χανίων.</p><p>Βιότοποç: Φύεται σε κοιλότητες μεταξύ ασβεστολιθικών παραθαλασσίων βράχων και σε ενδιάμεσες αποθέσει, σε υψόμετρο 0-30 m. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό σε αυξημένη αλατότητα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Anthemis glaberrima ανήκει στη sectio Ammanthus, η οποία περιλαμβάνει 3 taxa, τα 2 εκ των οποίων είναι ενδημικά της Κρήτης (Fernandes 1976). Από αυτά, η A. glaberrima είναι ενδημική της ΒΔ. Κρήτης και η A. ammanthus Greuter subsp. paleacea Greuter ενδημική της A. Κρήτη. Όλα τα taxa αυτής της sectio φύονται σε παραθαλάσσιες θέσεις του Αιγαίου και της Κρήτης (Greuter 1968).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η εκτίμηση του πληθυσμού της Anthemis glaberrima πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT (Πιλοτικό Δίκτυο Μικροαποθεμάτων Φυτών στην Δ. Κρήτη, MAICh 2005).</p><p>O υποπληθυσμός της στη νησίδα της Άγριας Γραμβούσας εντοπίζεται σε 3 διαφορετικές περιοχέ, στο βόρειο τμήμα της νησίδα, στη νότια και την δυτική πλευρά. Καταλαμβάνει, συνολικά, έκταση ίση με 2,5-3 ha και τα φυτά εντοπίζονται σε απόσταση 5-150 m από τη θάλασσα και υψόμετρο 0-5 m, μέσα στον οικότοπο με κωδικό 1240: απόκρημνες βραχώδεις ακτές με βλάστηση στη Μεσόγειο (με ενδημικά Limonium spp.).</p><p>Ο υποπληθυσμός στην περιοχή του μικροαποθέματος στην Άγρια Γραμβούσα διερευνήθηκε λεπτομερώς με τυχαίες δειγματοληψίες σε έκταση 4,4 ha. Η έκταση που τα φυτά καταλαμβάνουν περιορίζεται στο 1,5 ha, όπου υπολογίζεται ότι εμφανίζονται 74.000 έως 129.000 άτομα.</p><p>Στις άλλες δύο παραλίες της Άγριας Γραμβούσας έγινε κατ' εκτίμηση υπολογισμό, αφού συνδυάσθηκε η πυκνότητα του υποπληθυσμού με την έκταση. Ο υποπληθυσμός του φυτού παρουσιάζει την ίδια πυκνότητα και εκτιμάται ότι, συνολικά, στη νησίδα Άγρια Γραμβούσα φύονται 150.000 έως 200.000 άτομα. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για μονοετές είδος και είναι γνωστό ότι στα μονοετή είδη μπορούν να παρατηρηθούν μεγάλες αποκλίσεις στο μέγεθος και την πυκνότητα των πληθυσμών τους σε διαδοχικά έτη, εξαιτίας διαφόρων περιβαλλοντικών παραγόντων.</p><p>Στο ανατολικό τμήμα της νησίδας Ήμερη Γραμβούσα ο υποπληθυσμός του φυτού καταλαμβάνει συνολική έκταση ίση με 0,3 ha, εντός του οικοτόπου με κωδικό επίσης 1240. Το συνολικό μέγεθος του υποπληθυσμού εκτιμάται σε 500 άτομα. Άλλα σημαντικά είδη στην περιοχή είναι τα: Limonium frederici, Sedum litoreum subsp. praesidis κ.ά.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) με βάση τα κριτήρια B2a,c(iv) (IUCN 2001). Ο υποπληθυσμός του είδους στην Ήμερη Γραμβούσα είναι σε σχετικά απομονωμένη θέση και δεν δέχεται πιέσεις από τους τουρίστες που επισκέπτονται το νησί τους θερινούς μήνε. Στην Άγρια Γραμβούσα υπάρχουν αίγες και έχουν συχνά παρατηρηθεί σημάδια βόσκησης του είδου. Επίση, είναι εμφανή τα ίχνη θαλάσσιας ρύπανσης (εναπόθεση πίσσα, απορριμμάτων κ.ά.) στις θέσεις όπου φύεται η Anthemis glaberrima .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγέ, οι οποίες θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Anthemis glaberrima, θα πρέπει να αποφευχθούν. Η περιοχή έχει ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (GR4340001).</p><p>Το είδος προστατεύεται, επίση, από το Π.Δ.67/81, από τη Συνθήκη της Βέρνης και περιλαμβάνεται στα παραρτήματα ΙΙ (ω είδος προτεραιότητα) και IV της Οδηγίας των Οικοτόπων. Συμπεριλαμβάνεται στα 50 περισσότερο απειλούμενα φυτά των νησιών της Μεσογείου, σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση για την Προστασία της Φύσης (Montmollin &amp; Strahn 2005). Είχε συμπεριληφθεί στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; Kypriotakis 1995), ως Κινδυνεύον (Endangered).</p><p>Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT ορίσθηκε το μικροαπόθεμα του φυτού σε μια έκταση 44 στρεμμάτων, στο βόρειο τμήμα της νησίδας Άγρια Γραμβούσα και η εξέλιξη του πληθυσμού καταγράφεται και παρακολουθείται. Στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος έγινε εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των τοπικών φορέων και κατοίκων για την ανάδειξη και προστασία του φυτού. Αχαίνια του φυτού διατηρούνται στην Τράπεζα Σπερμάτων του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων (ΜΑΙΧ).</p><p>Χριστίνα Φουρναράκη &amp; Κώσταç Α. Θάνοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD79FFCAD9ABFE833CB6FD6E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD77FFC4D9ABFF693CB6FB20.text	0397C81BBD77FFC4D9ABFF693CB6FB20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Anthemis macedonica subsp. orbelica (PanCic) Oberpr. & Greuter	<div><p>Anthemis macedonica Boiss. &amp; Orph. subsp. orbelica (PanCic)Oberpr.&amp;Greuter</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Anthemis macedonica Boiss. &amp; Orph. subsp. orbelica (PanCic)Oberpr.&amp;Greuter in Willdenowia33(1):40 (2003).</p><p>Τύποç: [Βουλγαρία] "Mt. Rila", Pancic 9939, 1883 (Ολότυπο: BEOU).</p><p>Συνώνυμα: Anthemis orbelica Pancic, Nov. Elem. Fl. Bulg.: 27 (1886).</p><p>A. halacsyana Formánek in Verh. Naturf. Vereins Brünn 36: 55 (1898).</p><p>A. orbelica Velen. in Österr. Bot. Z. 52: 155 (1902).</p><p>A. riloensis Velen. in Sitzungsber. Känigl. Bähm. Ges. Wiss., Math.-Naturwiss. Cl. 1903(28): 6 (1903).</p><p>Περιγραφή: Διετέ, ποώδες φυτό, αραιά τριχωτό έως σχεδόν λείο. Βλαστοί 30-80 cm, πολυάριθμοι, ισχυροί, διακλαδισμένοι από τη μέση και υψηλότερα. Φύλλα κατ'εναλλαγή, μέχρι 8 cm, απλώς έως τριπλώς πτεροσχιδή, με στενά γραμμοειδή τμήματα και λοβού. Κεφάλια μεμονωμένα, επάκρια, με λεπτούς ποδίσκου. Βράκτια περιβλήματος σε αρκετές σειρέ, ελαφρώς πρασινοκίτρινα, αδενώδη, τα εξωτερικά τριγωνικά-λογχοειδή, τα υπόλοιπα επιμήκως λογχοειδή έως λογχοειδή, όλα οξέα και με στενέ, ανοικτοκάστανε, μεμβρανώδεις παρυφέ. Περιφερειακά άνθη κεφαλίου γλωσσοειδή, θήλεα, με πεπλατυσμένο σωλήνα, αποκλίνοντα. Γλωσσίδια λευκά, 10-12 x 4,0-4,5 mm. Σωληνόμορφα άνθη διευρυνόμενα και σπογγώδη κάτω από την μέση. Ανθοδόχη 7 x 4 mm, εμφανώς κωνική. Λέπια ανθοδόχης επιμήκη-σφηνοειδή, μικρότερα έως ισομήκη με τα ανθίδια. Αχαίνια 1,5-1,75 mm, χωρίς πάππο, τα εξωτερικά τριγωνικά, κυρτά, με ραβδώσει, εμφανώς κοκκιώδη κατά μήκος των ραβδώσεων, τα υπόλοιπα σχεδόν αντιστρόφως πυραμιδοειδή, 4-γωνιώδη, ευθέα, λεπτότερα και λιγότερο κοκκιώδη, όλα με οξύ χείλο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2n = 18 (Kuzmanov &amp; al. 1981)</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος έως Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η γεωγραφική του εξάπλωση περιορίζεται στη N. Βουλγαρία (π.χ. κοιλάδα του Στρυμώνα, όρη Πιρίν, Ρίλα και Ροδόπη, Bondev 2006) και FYROM, ενώ ο Fernandes (1976) δεν την αναφέρει στην Ελλάδα. Εντούτοι, το είδος βρέθηκε στην Δ. Ροδόπη, στις περιοχές Καλύβια Καριότου (θέση Σημύδα, GR1140002) και στο Παρθένο Δάσος της Κ. Ροδόπης (GR1140007) (Eleftheriadou &amp; Raus 1996, Θεοδωρόπουλος κ.ά. 2001, Τσιριπίδης κ.ά. 2004).</p><p>Βιότοποç: Η Anthemis macedonica subsp. orbelica εμφανίζεται κυρίως στην Δ. Ροδόπη. Αναπτύσσεται συνήθως σε σχισμές σχετικώς ομαλών, βραχωδών εξάρσεων και σπανιότερα σε χορτολιβαδικές εκτάσεις σε διάκενα δασών σημύδα, δασικής πεύκης και δρυό, σε υψόμετρο 1.000- 1.200 m. Εμφανίζεται μαζί με άλλα ξηρανθεκτικά είδη, όπως τα Sedum stefco, S. annuum, Scleranthus perennis, Poa bulbosa, Minuartia hirsuta subsp. falcata, Plantago holosteum κ.ά. Ένας μικρότερος υποπληθυσμός εμφανίζεται στο Παρθένο Δάσος της Κ. Ροδόπη, συνήθως σε σχισμές ομαλών βραχωδών εξάρσεων και σπανιότερα σε χορτολιβαδικές εκτάσει, στη ζώνη των δασών οξιάς και κωνοφόρων, σε υψόμετρο 1.600-1.750 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τον Fernandes (1976) η Anthemis orbelica αποτελούσε ιδιαίτερο είδος του subgen. Anthemis sectio Hiorthiae. Νεώτερες έρευνες που βασίζονται σε μοριακά δεδομένα έδειξαν ότι η κλασική ταξινόμηση του γένους Anthemis είναι ανεπαρκή, αφού ορισμένα είδη παρουσιάζουν περισσότερες ομοιότητες με είδη άλλων ομάδων παρά με είδη της ίδιας ομάδας (Oberprieler 2001). Αργότερα, ταξινομήθηκε ως υποείδος της Anthemis macedonica, που ανήκει στη sectio Anthemis (Greuter &amp; al. 2003) και αποτέλεσε ένα από τα τέσσερα υποείδη της μαζί με τα A. macedonica subsp. macedonica, A. macedonica subsp. stribrnyi (Velen.) Oberpr.&amp; Greuter και A. macedonica subsp. thracica (Griseb.) Oberpr. &amp; Greuter. Διακρίνεται από τα άλλα υποείδη της A. macedonica στο μέγεθο, καθώς και τη μορφή των βρακτίων και των αχαινίων. Οι βλαστοί του subsp. orbelica είναι μεγαλύτεροι, τα βράκτια του περιβλήματος έχουν υποκάστανες μεμβρανώδεις παρυφές και τα περιφερειακά αχαίνια είναι τριγωνικά.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα δύο υποπληθυσμοί της Anthemis macedonica subsp. orbelica . Ο πρώτο, που εντοπίζεται στην Δ. Ροδόπη (Καλύβια Καριότου), είναι ο μεγαλύτερος και υπολογίζεται σε μερικές εκατοντάδες άτομα. Στην παραπάνω περιοχή έχει παρατηρηθεί δευτερογενής διαδοχή της βλάστηση, προς φυτοκοινωνίες πολυπλοκότερης δομής (π.χ. δασικέ), λόγω της άρσης των ανθρωπογενών διαταράξεων. Η διαδοχή αυτή ενέχει τον κίνδυνο της μείωσης των κατάλληλων ενδιαιτημάτων για το είδος και της σταδιακής συρρίκνωσης του υποπληθυσμού του. Ο δεύτερος υποπληθυσμός της Ροδόπη, που εντοπίζεται μέσα στα όρια του Διατηρητέου Μνημείου του Παρθένου Δάσους Φρακτού, είναι πολύ μικρότερος και δεν υπερβαίνει τα 500 άτομα. Η πλήρης καταγραφή και παρακολούθηση των υποπληθυσμών του υποείδους κρίνεται απαραίτητη, ώστε να υπολογισθεί με ακρίβεια το μέγεθός τους και να εκτιμηθεί η κατάσταση διατήρησης και ο κίνδυνος εξαφάνισής του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Στην Βουλγαρία, η Anthemis macedonica subsp. orbelica προστατεύεται από τη νομοθεσία (Biodiversity Law 2002). Σε ευρύτερο επίπεδο περιλαμβάνεται στον διεθνή κατάλογο της IUCN (Walter &amp; Gillett 1998) στην κατηγορία R για τη Βουλγαρία. Στην Ελλάδα, το υποείδος χαρακτηρίζεται ως Tρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του και της τάσης μείωσης του πληθυσμού του, λόγω της εξέλιξης της δασικής βλάστηση. Εμφανίζεται κυρίως σε ανοικτέ, ηλιόλουστε, ξηρές και βραχώδεις θέσει, σε διάκενα της ζώνης των δρυοδασών, των δασών οξιάς και κωνοφόρων. Η ύπαρξη αυτών των διακένων πολύ συχνά οφείλεται στις έντονες ανθρωπογενείς επιδράσεις κατά το παρελθόν (κάψιμο των δασών από τους κτηνοτρόφους στο τέλος της βλαστητικής περιόδου, ώστε την επόμενη χρονιά να υπάρχει άφθονη βοσκήσιμη ύλη). Σήμερα, οι αρνητικές ανθρωπογενείς επιδράσεις έχουν περιορισθεί σημαντικά με αποτέλεσμα την ανάκαμψη της βλάστηση, την επανεγκατάστασή της σχεδόν σε ολόκληρη την περιοχή και τη σταδιακή δάσωση των διακένων. Η διατήρηση των διακένων αυτών κρίνεται καθοριστική για την επιβίωση του είδου. Αν και η Anthemis macedonica subsp. orbelica δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, οι υποπληθυσμοί της θα πρέπει να παρακολουθούνται ώστε να εντοπισθούν έγκαιρα πιθανές αλλαγές του επιπέδου επικινδυνότητα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Anthemis macedonica subsp. orbelica είναι η εξέλιξη της βλάστησης και η φυσική διαδοχή, η οποία θα οδηγήσει στη δάσωση των διακένων και την καταστροφή των ιδανικών οικολογικών συνθηκών του είδου. Δεδομένης της φυσικής διαδοχής της βλάστησης στις περιοχές εμφάνισης του υποείδου, κρίνεται απαραίτητη η παρακολούθηση των υποπληθυσμών του. Βάσει των δεδομένων της παρακολούθησης θα κριθεί, εάν απαιτείται η λήψη ειδικών διαχειριστικών-δασοκομικών μέτρων για τη διατήρηση των διακένων και την τοπική παρεμπόδιση της φυσικής διαδοχής της βλάστηση. Σε κάθε περίπτωση, συνιστάται η διατήρηση αχαινίων αυτού του υποείδους σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Ελένη Ελευθεριάδου, Thomas Raus, Κωνσταντίνοç Θεοδωρόπουλοç &amp; Ιωάννηç Τσιριπίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD77FFC4D9ABFF693CB6FB20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD75FFC1D9ABFE833CBEFCC7.text	0397C81BBD75FFC1D9ABFE833CBEFCC7.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Anthemis samariensis Turland	<div><p>Anthemis samariensis Turland</p><p>Compositae</p><p>Anthemis samariensis Turland in Willdenowia 38: 63 (2008).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "head of side valley of Farangi Samarias (Samaria gorge) between Mt Melindaou and Avlimanakou Korifi, W of Petrade (35ª 18´51´´ N, 23ª 59´34´´ E), 1775 m, crevice of N-facing vertical calcareous cliff", 2 Jul. 2007, N. J. Turland 1486 (Ολότυπο: UPA, Ισότυποι: B, K, MO, UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετή, προσκεφαλόμορφη πόα διαμέτρου έως 40 cm. Τρίχωμα πυκνό, επιμέρους τρίχες αχνά φαιέ, σε σχήμα T, με ευκρινή ποδίσκο μήκους έως 50 μm και άνισους βραχίονε, σχεδόν πιεσμένες στην επιφάνεια του φυτού. Βλαστοί διακλαδισμένοι, ελαφρώς ξυλώδεις στην βάση, μη ανθοφόρα στελέχη φέροντα φύλλα κατά την άνθιση. Ανθοφόροι βλαστοί κατακείμενοι έως όρθιοι, ακέραιοι, γωνιώδει, μήκους 15-25 cm, χωρίς φύλλα ή με λίγα φύλλα στο κατώτερο ήμισυ, άτριχοι ή σχεδόν άτριχοι εκτός από την περιοχή αμέσως κάτω από το κεφάλιο.Φύλλα μήκους 3,5-8,5 cm, με τις δύο επιφάνειές τους μετρίως έως πυκνά τριχωτέ, μίσχος 15-40 x 1,5-2 mm, έλασμα 2-4,5 x 2-3,5 cm, δις πτεροσχιδέ, κύριοι λοβοί συνήθως 7, ο καθένας τους διαιρεμένος σε 2-7 αποληκτικά τμήματα. Κεφάλια μονήρη, με σωληνοειδή και γλωσσοειδή ανθίδια. Ανθοδόχη ελλειψοειδής έως σφαιρική στην άνθηση, διαμέτρου 8-12 mm. Βράκτια κεραμιδωτά, πράσινα που μεταπίπτουν σε κίτρινα-καστανά, λογχοειδή, 4-6 x 2-2,5 mm, με αραιό τρίχωμα, μεσαία νεύρωση βαθυκάστανη, κράσπεδα βαθυκάστανα, μεμβρανώδη, με πυκνέ, αβαθείς σχίσει. Λέπια ανθοδόχης καστανωπά-λευκά, αντιλογχοειδή, 6,5-7 x ±1mm, μακρύτερα των βρακτίων στην καρποφορία κατά ±2 mm, μεμβρανώδη. Γλωσσοειδή ανθίδια 8-11, με σωλήνα πράσινο που μεταπίπτει σε καστανό, κυλινδρικό, διαστάσεων 1,5-2 x 0,5-0,7 mm, γλωσσίδιο σχεδόν αποκλίνον κατά την άνθηση, λευκό, επίμηκε, 10- 17 x 5-6,5 mm. Δισκοειδή ανθίδια κίτρινα, σωλήνας κυλινδρικός αλλά με σύσφιξη κοντά στο μέσον του, διαστάσεων 3,5-4 x 0,5-0,8 mm, λοβοί 5, λογχοειδεί. Αχαίνια αχνοκάστανα, στενώς αντικωνικά-επιμήκη, με 4 ασαφείς γωνίε, ελαφρώς καμπτόμενα, (2,1-)2,3-2,5(-2,8) x 0,8-1 mm χωρίς τον πάππο, με ασθενείς επιμήκεις ραβδώσει, επιφάνεια πυκνά καλυμμένη με μικροσκοπικέ, λευκέ, ραβδόμορφες φολίδε. Πάππος συρρικνωμένος σε ένα δακτύλιο πλάτους έως 0,2 mm, με ωτίο περίπου 1,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει από τον Ιούνιο μέχρι τις αρχές του Ιουλίου, ενώ τα αχαίνια ωριμάζουν από τις αρχές του Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του ορεινού όγκου των Λευκών Ορέων (Δ. Κρήτη), γνωστό μόνο από δύο θέσεις που απέχουν μεταξύ τους περίπου 2 km.</p><p>Βιότοποç: Ρωγμές σε κατακόρυφους ασβεστολιθικούς κρημνούς με έκθεση ΒΒΑ. έως Δ., σε υψόμετρο 1.675- 1.775 m, όμως πιθανώς το φυτό να εμφανίζεται επίσης χαμηλότερα. Μερικά συνοδά είδη είναι τα ακόλουθα (* = ενδημικό της Κρήτη): Anthyllis vulneraria, * Asperula idaea, Athamanta macedonica, Aubrieta deltoidea, * Bupleurum kakiskalae, * Campanula jacquinii, * Centaurea argentea subsp. macrothysana, Cephalaria squamiflora, Crepis fraasii, * Dianthus juniperinus subsp. juniperinus, * Galium fruticosum, Hellenocarum multiflorum, * Lomelosia albocincta, Odontites linkii subsp. creticus, * Onobrychis sphaciotica, Potentilla speciosa και Satureja spinosa .</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Η Anthemis samariensis είναι μέλος της ομάδας της A. cretica L., η οποία περιλαμβάνει πιθανώς περισσότερα των 30 taxa (είδη και υποείδη) που εξαπλώνονται από την Ισπανία και την Αλγερία μέχρι τον Καύκασο. Εντός της ομάδα, η A. samariensis συγγενεύει πιθανώς περισσότερο με την A. cretica subsp. cassia (Boiss.) Grierson ( A. cassia Boiss.), που περιγράφηκε από το όρος Akra Dag (Mt. Cassius) της Ν. Τουρκία, κοντά στα σύνορα με τη Συρία και τις Μεσογειακές ακτέ. Η ομάδα της A. cretica επίσης αντιπροσωπεύεται στην Κρήτη από την A. abrotanifolia (Willd.) Guss., η οποία είναι ενδημική σε υψηλά όρη περιλαμβανομένων των Λευκών Ορέων (Franzén 1991a). Όμω, αυτό το είδος είναι αρκετά διαφορετικό από τη A. samariensis τόσο μορφολογικά όσο και οικολογικά. Βλέπε στον Turland (2008) για περισσότερες λεπτομέρειε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Είναι γνωστοί μόνο δύο υποπληθυσμοί του είδου. Ο υποπληθυσμό, από όπου το είδος περιγράφηκε, περιλαμβάνει τουλάχιστον λίγες εκατοντάδες ώριμα άτομα. Ένας δεύτερος υποπληθυσμός 1,9 km νοτίως της βόρειας πλευράς της κορυφής Αυλιμανάκου περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 ώριμα άτομα. Δεν υπάρχουν δεδομένα, που να υποδεικνύουν συνεχιζόμενες μειώσεις ή ακραίες διακυμάνσεις στους αριθμούς των ατόμων του πληθυσμού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Εξαιτίας του κρημνώδους βιοτόπου, σχεδόν όλα τα άτομα είναι απρόσιτα τόσο στα βόσκοντα ζώα όσο και στον άνθρωπο. Δεν φαίνεται να υπάρχουν κίνδυνοι εξαιτίας φυσικών καταστροφών, που θα μπορούσαν να αφανίσουν ή να μειώσουν δραστικά τον πληθυσμό του είδου. Ο πληθυσμός έχει ήδη επιβιώσει από γεγονότα που συνδέονται με καιρικά φαινόμενα, όπως ισχυροί άνεμοι, παγετός και ξηρασία. Ο Turland (2008) υπολόγισε ότι οι κρημνοί που εξερευνήθηκαν αντιπροσωπεύουν το πολύ το 10% των πιθανών καταλλήλων βιοτόπων για το είδο, κάτι που υποδεικνύει ότι πιθανώς να υπάρχει ένα μέγεθος πληθυσμού της τάξης των χιλιάδων ωρίμων ατόμων.</p><p>Βασιζόμενοι στα πρόδρομα αυτά δεδομένα, προτείνεται ο χαρακτηρισμός Τρωτό (VU) για το είδο, σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληρούται το κριτήριο D2, διότι ο πληθυσμός καταλαμβάνει μία πολύ μικρή περιοχή μεγέθους μόνο 2 km2, σε δύο θέσεις που απέχουν περίπου 2 km μεταξύ του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι υποπληθυσμοί θα πρέπει να παρακολουθούνται διαρκώ, ενώ θα πρέπει να πραγματοποιηθούν προσεκτικές έρευνες των τριγύρω ορέων, ώστε να επισημανθούν επιπρόσθετοι υποπληθυσμοί. Πιθανώς οι πιο κατάλληλες περιοχές είναι αυτές που βρίσκονται νότια της κορυφής Αυλιμανάκου, στη στενή κορυφογραμμή και περιλαμβάνουν το όρος Βόκινο που διαχωρίζει τις χαράδρες της Σαμαριάς και του Ελιγιά.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD75FFC1D9ABFE833CBEFCC7	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD72FFC3D9B2FE833CBEFE33.text	0397C81BBD72FFC3D9B2FE833CBEFE33.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Aquilegia nigricans Baumg.	<div><p>Aquilegia nigricans Baumg.</p><p>Ranunculaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Aquilegia nigricans Baumg. in Enum. Stirp. Transsilv. Princip. Vindob. 2: 104 (1816).</p><p>Τύποç: Το είδος έχει περιγραφεί από τη Ρουμανία (Oλότυπο: CL).</p><p>Συνώνυμα: Aquilegia haenkeana Koch, Syn. Fl. Germ. Helv. ed. 2: 23 (1843), nom. illeg.</p><p>A. vulgaris L. var. nigricans (Baumg.) Schur in Verh. Mitth. Siebenburg. Vereins Naturwiss. Hermannstadt 4: 31 (1853).</p><p>A. vulgaris L. subsp. nigricans (Baumg.) Domin in Preslia 13-15: 80 (1935).</p><p>Περιγραφή: Ολιγοετής πόα με ένα μετρίως διακλαδιζόμενο, ξυλώδες ρίζωμα. Στελέχη όρθια, 30-80 cm, μετρίως χνοώδη, με μη αδενώδες τρίχωμα στη βάση και αναμεμιγμένο αδενώδες και μη αδενώδες στα ανώτερα τμήματα. Φύλλα βάσεως λίγα, με μακρύ μίσχο, έλασμα ±ευρέω τριγωνικό, 4-15 x 5-15 cm, τρισχιδέ, ανώτερα τμήματα αντιστρόφως τριγωνικά έως ευρέως αντωοειδή, συνήθως 2-4 x 1,5-3 cm, ελαφρώς έως βαθέως τρίλοβα. Aνώτερα φύλλα βαθμιαίως μικρότερα, ανώτατα άμισχα, με πολύ μικρό μέγεθο. Άνθη λίγα, σχηματίζοντα ανοικτό σύνθετο βότρυ, ελαφρώς κεκλιμένα όταν είναι νεαρά, βαθέως κυανά έως μελανοϊώδη. Εξωτερικά τμήματα περιανθίου διιστάμενα (ή αποκλίνοντα), ευρέως ελλειπτικά, 15-20 mm. Εσωτερικά τμήματα (φέροντα νεκτάρια) έως 30 mm, επιμήκη, με ένα κυρτό πλήκτρο μήκους 10-15 mm, που διευρύνεται στην κορυφή. Στήμονες αρκετοί, εμφανώς μακρύτεροι των τμημάτων του περιανθίου, ορισμένοι έχουν μετατραπεί σε στημονώδη. Kαρπός αποτελούμενος από 5 ελαφρώς κυρτού, ραμφώδει, χνοώδεις θύλακες με πολλές αδενώδεις τρίχε, ενωμένους στη βάση, μήκους 25 mm, με πολλά σπέρματα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 14 (van Loon 1982, Vassiljeva 1990).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος έως αρχές Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Aquilegia nigricans είναι είδος της Α. Ευρώπη, το οποίο εμφανίζεται σε ορεινές περιοχέ, από την Αυστρία μέχρι την Ελλάδα και από την Ρουμανία μέχρι την Λευκορωσία. Στην Ελλάδα είναι γνωστό μόνο από 5 θέσεις (Strid 2002b) που ανήκουν σε 4 περιοχέ: στα Όρη Όρλιακας (Νομό Γρεβενών), Βέρμιο (Νομοί Ημαθίας και Πέλλη), Τύμφη (Νομό Ιωαννίνων) και στον Γράμο (Νομοί Ιωαννίνων και Καστοριά).</p><p>Καθώς οι δασώδει, ορεινές περιοχές χαμηλοτέρου υψομέτρου της Κ. και Β. Ελλάδας δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί πολύ καλά, είναι πιθανόν να υπάρχει το εν λόγω είδος σε περισσότερες περιοχέ, αλλά πάντως παραμένει πολύ σπάνιο.</p><p>Βιότοποç: Οι γνωστές περιοχέ,όπου η Aquilegia nigricans εμφανίζεται στην Ελλάδα, βρίσκονται σε υψόμετρο από 1.090 έως 1.600 m, σε ξέφωτα και παρυφές δασών με Fagus και Pinus και σε μικτά φυλλοβόλα δάση ορεινών περιοχών. Αναπτύσσεται σε περισσότερο ή λιγότερο υγρά μέρη με διάσπαρτη έως μέτρια κάλυψη από φυλλοβόλους θάμνους και δέντρα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ορισμένοι συγγραφείς έχουν υποβιβάσει την Aquilegia nigricans σε υποείδος ή ποικιλία της A. vulgaris L., αλλά από σύγχρονους βοτανικού, όπως οι Akeroyd (1993) και Strid (2002b), έχει γίνει αποδεκτή ως ιδιαίτερο είδο. Το γένος Aquilegia L. θα πρέπει να μελετηθεί διεξοδικά και να πραγματοποιηθούν πειράματα διασταυρώσεων μεταξύ των ειδών, τα οποία περιλαμβάνει, ώστε να καθορισθεί με βιολογικό τρόπο η οριοθέτηση των ειδών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Σε κάθε πληθυσμό έχουν παρατηρηθεί μόνο λίγα έως μερικές δεκάδες φυτά. Χρειάζονται όμως περισσότερο λεπτομερείς παρατηρήσεις πεδίου στο μέλλον.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Σε ευρωπαϊκή κλίμακα το είδος δεν απειλείται, αλλά ως μέλος της ελληνικής χλωρίδας θεωρείται Τρωτό (VU). Η διακεκομμένη εξάπλωσή του, με τους λίγου, μικρούς και διάσπαρτους πληθυσμούς σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα τους μπορεί να καταστραφεί από ένα και μόνο ατυχές γεγονό, όπως ένα τοπικό πρόγραμμα αναδάσωσης ή μία δασική πυρκαγιά.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχουν ληφθεί ειδικά μέτρα για το είδο, μέχρι σήμερα. Για την Αquilegia nigricans είναι σημαντικό οι εκτεταμένες βοσκούμενες και δασικές περιοχέ, όπου αυτή αναπτύσσεται, να παραμείνουν με την παραδοσιακή τους μορφή. Τόσο η δημιουργία πυκνών δασών όσο και οι πυρκαγιές μπορούν να μειώσουν σημαντικά τους ελληνικούς πληθυσμού.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD72FFC3D9B2FE833CBEFE33	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD70FF3DD9B2FE833CBEFD34.text	0397C81BBD70FF3DD9B2FE833CBEFD34.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Arabis procurrens Waldst. & Kit.	<div><p>Arabis procurrens Waldst. &amp; Kit.</p><p>Cruciferae</p><p>Σχεδόν Aπειλούμενο (NT)</p><p>Arabis procurrens Waldst. &amp; Kit., Descr. Icon. Pl. Hung. 2: 154 (1804).</p><p>Τύποç: [Ρουμανία] Waldstein no. 495624 (PR).</p><p>Συνώνυμα: A. praecox Waldst. &amp; Kit. ex Willd., Enum. Hort. Berol. 2: 684 (1809).</p><p>A. recta Baumg. non Vill. in Hist. Pl. Dauph. (Villars) 2: 319 (1788).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, με μακρές παραφυάδε. Στελέχη μήκους 8-25(-30) cm, ανορθωμένα έως όρθια, δίχως διακλαδώσει, γυμνά ή με λίγες δισχιδείς τρίχε. Φύλλα ρόδακα αντωοειδή έως αντιλογχοειδή, 15-30 x 4-10 mm, οξύληκτα, ακέραια ή με 1-2 oδόντες σε κάθε πλευρά, συχνά με ιώδη απόχρωση στην κάτω επιφάνεια, γυμνά εκτός από τις παρυφές και τα νεύρα της κάτω επιφάνειας που φέρουν δισχιδείς τρίχε. Φύλλα βλαστού 2-8, άμισχα, ωοειδή έως επιμήκη, με κυκλική έως καρδιοειδή βάση, 5-22 x 1-6 mm. Ταξιανθία πολυανθή, βοτρυοειδή, χωρίς βράκτια, απλή ή με λίγες διακλαδώσεις στη βάση, επιμηκυνόμενη στην καρποφορία. Ποδίσκοι οριζόντιοι, 5-10 mm. Σέπαλα επιμήκη-ωοειδή, 2,5-4 mm, γυμνά, τα πλευρικά σακοειδή στη βάση. Πέταλα 7-10 mm, λευκά. Ταξικαρπία αραιή. Κέρας γραμμοειδέ, 12-30(-35) x 0,8-1 mm, οριζόντιο, βαλβίδες με ευδιάκριτο μεσαίο νεύρο, καρποφόροι ποδίσκοι μέχρι 13 mm. Σπέρματα επιμήκη, 0,8-1,5 mm, λεία, χωρίς πτερύγια, καστανά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16, 24, 32 (Jalas &amp; Suominen 1994).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η συνολική εξάπλωση του είδους περιλαμβάνει τα Καρπάθια και τις ορεινές περιοχές του Β. τμήματος της Βαλκανικής Χερσονήσου (Βουλγαρία, Ελλάδα, πρώην Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία). Αναφορές από τη Σλοβακία δεν επιβεβαιώθηκαν. Μη ιθαγενές στην Τσεχία, όπου καλλιεργείται περιστασιακά σε βραχόκηπους και μπορεί να διαφεύγει. Στην Ελλάδα είναι γνωστό μόνο από την οροσειρά της Ροδόπης (Φρακτό, Στάμνα, Λεπίδα, Δρυμό) (Eleftheriadou &amp; al. 1998, Tsiripidis &amp; Athanasiadis 2003, Tan &amp; al. 2004).</p><p>Βιότοποç: Το είδος φύεται σε βράχους με βρύα ή σε εδάφη με λεπτό φυλλοτάπητα, σε δάση Fagus, σπανιότερα σε μικρά ανοίγματα δασωμένων εκτάσεων με Quercus spp., Pinus nigra και P. sylvestris, σε γρανίτη ή ασβεστόλιθο, σε υψόμετρο (380-)800-1.600 m (Eleftheriadou &amp; al. 1998, Tan &amp; al. 2004).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Arabis procurrens διακρίνεται από άλλα ελληνικά είδη του γένους εξαιτίας των μακρών παραφυάδων, του δισχιδούς τριχώματος στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, των ωοειδών έως επίμηκων φύλλων βλαστού με κυκλική έως καρδιοειδή βάση και των λεπτών, οριζοντίων κεράτων μήκους 12-30 mm με ποδίσκους μακρύτερους των 10 mm. Συγγενικά της είδη όπως η A. vochinensis Spreng. και η Α. ferdinandi-coburgii J. Kell. &amp; Suenderm. δεν έχουν μέχρι σήμερα αναφερθεί από την Ελλάδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο ελληνικός πληθυσμός του είδους βρίσκεται στην Κ. και Δ. Ροδόπη και διακρίνεται τουλάχιστον σε 5 υποπληθυσμούς (Eleftheriadou &amp; al. 1998). Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός βρέθηκε στην περιοχή Δρυμό, όπου εκτιμήθηκε ότι υπάρχουν περισσότερα από5.000 άτομα.Οι υπόλοιποι υποπληθυσμοί είναι πολύ μικρότεροι και εκτιμήθηκε ότι αποτελούνται συνολικά από λιγότερα των 3.000 ατόμων. Ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων στην περιοχή εξάπλωσης της Arabis procurrens στην Ελλάδα είναι δύσκολο, επί του παρόντο, να εκτιμηθεί με ακρίβεια, θα πρέπει όμως να περιλαμβάνει περισσότερα από 8.000 άτομα. Η περιοχή εμφάνισης του είδους είναι σχετικά μικρή, &lt;2.000 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001, 2006), κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του στην Ελλάδα.</p><p>Η Arabis procurrens δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, ωστόσο ανθρώπινες δραστηριότητες στην περιοχή μπορεί να προκαλέσουν μείωση του πληθυσμού. Παρατηρήθηκε ότι η εξάπλωση του πληθυσμού του είδους ευνοείται από τη διάσπαση της κομοστέγης του δάσου, την ύπαρξη ανοιγμάτων και γυμνών πρανών δασικών δρόμων. Επομένω, οι επιλεκτικές υλοτομίε, η διατήρηση των ανοιγμάτων και η συντήρηση των δασικών δρόμων, καθώς και η διάνοιξη νέων δασικών δρόμων και τρακτεροδρόμων ευνοούν τη διατήρηση και την αύξηση του πληθυσμού του είδου, ενώ η πυκνή συγκόμωση των δασών, η δάσωση των ανοιγμάτων και η μη συντήρηση και διάνοιξη δασικών δρόμων επηρεάζουν, πιθανώ, αρνητικά τους υποπληθυσμούς του είδου.</p><p>Οι υποπληθυσμοί στην περιοχή του Φρακτού πιθανώς να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, επειδή δεν γίνεται καμία διαχειριστική επέμβαση εντός του διατηρητέου μνημείου του Παρθένου Δάσους Φρακτού.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Αλλαγέ, που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος της Arabis procurrens, θα πρέπει να αποφευχθούν. Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται τόσο η ενημέρωση των αρμόδιων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου κοινού που διαβιεί ή δραστηριοποιείται στα δάση της περιοχή. Επίση, πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή του πληθυσμού, ώστε να καταστεί δυνατή η τελική ένταξή του ή μη σε μια από τις κατηγορίες απειλούμενων ειδών της IUCN (2001, 2006).</p><p>Κωνσταντίνοç Θεοδωρόπουλοç, Ελένη Ελευθεριάδου &amp; Ιωάννηç Τσιριπίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD70FF3DD9B2FE833CBEFD34	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD8EFF3FD9B2FE833CBDFC74.text	0397C81BBD8EFF3FD9B2FE833CBDFC74.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Arenaria leucadia Phitos & Strid	<div><p>Arenaria leucadia Phitos &amp; Strid</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Arenaria leucadia Phitos &amp; Strid in Bot. Chron. 11: 55 (1994).</p><p>ΚινδυνεύOν (EN)</p><p>Tύποç: [Ελλά (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Λευκά] "N side, c. 1.5 km NW of the town, sandy seashore, c. 1 m, 38o 50´N, 20o 41´E" 19 May 1993, Constantinidis &amp; Strid 3443 (Oλότυπο: UPA. Iσότυπο: C).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα με πολυάριθμου, λεπτούς βλαστούς μήκους 2-5(-8) cm. Κατώτερο μέρος του φυτού πυκνώς χνοώδε, μη αδενώδε, το ανώτερο καλυπτόμενο με αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχε. Κατώτερα φύλλα του βλαστού σπατουλοειδή, μήκους (2,5-)3-4 mm, έμμισχα με 3-5 νεύρα, τα μεσαία και ανώτερα άμισχα, ωοειδή, τριχωτά. Ταξιανθία σχετικά πυκνό, σύνθετος βότρυ, με 3-11 άνθη, καλυμμένη με πυκνέ, επιμήκει, αδενώδεις τρίχε. Βράκτια μήκους 1,5-2,5 mm, ωοειδή-λογχοειδή, οξέα. Σέπαλα μήκους 2,5-3(-3,5) mm, ωοειδή-λογχοειδή, οξύληκτα, αδενώδη, με κράσπεδα πλατέως μεμβρανώδη. Πέταλα αντωοειδή, ισομήκη ή ελαφρώς μακρύτερα των σεπάλων, λευκά. Κάψα ωοειδή, με σκληρό τοίχωμα, ισομήκης προς τα σέπαλα. Σπέρματα περίπου 0,7 x 0,4 mm, νεφροειδή, μαύρα με μικρά απεστρογγυλωμένα φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 20 (Phitos &amp; Strid 1994).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Aπό τα μέσα Απριλίου μέχρι τα τέλη Μαϊου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της νήσου Λευκάδα. Ήταν γνωστό, μέχρι πρόσφατα, μόνο από το locus classicus, την αμμώδη παραλία του ακρωτηρίου Γυρόπετρα (Phitos &amp; Strid 1994). Πρόσφατες χλωριδικές συλλογές στη νήσο της Λευκάδας (Τρίγκου 2006), είχαν ως αποτέλεσμα την εύρεση του είδους καθ' όλο το μήκος των αμμοθινών της Β. και Δ. παραλιακής ζώνης που σχηματίζονται στα βόρεια της λιμνοθάλασσας της πόλης της Λευκάδας (από το ακρωτήριο Γυρόπετρα μέχρι τους Μύλου), όπως επίσης και σε 3 ακόμη μικρούς υποπληθυσμού, στην παραλία Κάθισμα, στην παραλία Γιαλός και στο Πόρτο Κατσίκι. Προσφάτω, η A. leucadia αναφέρθηκε από την Κεφαλληνία, σε διαφορετικό περιβάλλον, καθώς και σε ορεινές περιοχές της Λευκάδας (Βurton 2009). Οι νέες αυτές θέσεις του είδους χρειάζονται επιβεβαίωση.</p><p>Βιότοποç: Η Arenaria leucadia είναι αμμόφιλο είδο, ο χαρακτηριστικός βιότοπος του οποίου είναι οι αμμώδεις παραλίες του νησιού, όπου φύεται σε καλά ανεπτυγμένες κοινωνίες χαρακτηριστικών αμμοφίλων ειδών, όπως τα Cakile maritima, Eryngium maritimum, Glaucium flavum, Malcolmia maritima, Otanthus maritimus, Silene colorata, Medicago marina, Echinophora spinosa, Crithmum maritimum, Anthemis peregrina κ.ά. Στο Πόρτο Κατσίκι εμφανίζεται σε μικρούς υποπληθυσμούς στις αμμώδεις εγκολπώσεις που σχηματίζονται στους παραθαλάσσιους ασβεστολιθικούς βράχους της περιοχή, ενώ στον Γιαλό σχηματίζει μικρό υποπληθυσμό στην άνω ζώνη της αμμώδους παραλίας μαζί με άλλα είδη φυτών, όπως τα Echinophora spinosa, Matthiola tricuspidata, Fumana thymifolia, Anthyllis hermanniae, Eryngium maritimum, Coridothymus capitatus κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Arenaria leucadia είναι συγγενής με την A. conferta Boiss. και την A. serpyllifolia L. Στην Λευκάδα, συναντάται σε μικτούς πληθυσμούς με την ευρέως εξαπλωμένη και συνήθως τετραπλοειδή A. serpyllifolia L., η οποία έχει βραχύτερα πέταλα, μακρύτερα μεσογονάτια διαστήματα και μικρότερα σπέρματα, με οξύληκτα φυμάτια. Από την επίσης διπλοειδή A. conferta διαφέρει τόσο στο μέγεθος και την μορφή των σπερμάτων και του τριχώματός τη, όσο και στον βιότοπο, αφού η τελευταία είναι ένα πετρόφιλο, ορεινό taxon, το οποίο απαντά σε υψόμετρο (1.100-)1.400-2.800 m (Phitos &amp; Constantinidis 1995a).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Arenaria leucadia σχηματίζει μικρούς υποπληθυσμού. Στην περιοχή του ακρωτηρίου Γυρόπετρα ο αντίστοιχος υποπληθυσμός συνίσταται από περίπου 150 άτομα και στην περιοχή των Μύλων, από περίπου 100 άτομα. Μεταξύ αυτών των δύο θέσεων βρέθηκαν ελάχιστα και διασκορπισμένα άτομα αυτού του είδου. Στην παραλία του Καθίσματος σχηματίζει έναν ακόμη μικρό υποπληθυσμό αποτελούμενο από 40 περίπου άτομα και στην αμμώδη παραλιακή ζώνη του Γιαλού ο υποπληθυσμός αριθμεί περίπου 60 άτομα. Στο Πόρτο Κατσίκι μετρήθηκαν περίπου 20 άτομα. Συνολικά, σε όλη την περιοχή εξάπλωσής της καταμετρήθηκαν λιγότερα από 1.000 άτομα (Τρίγκου 2006).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι παραθαλάσσιοι βιότοποι, στους οποίους φύεται η Arenaria leucadia, δέχονται μεγάλον αριθμόν επισκεπτών κατά την θερινή περίοδο και αυτό αποτελεί σημαντική απειλή για το είδο. Επειδή, όμω, το φυτό ανθίζει και απανθίζει ενωρίς την άνοιξη, κατά την θερινή περίοδο ευρίσκεται υπό την μορφή σπερμάτων βυθισμένων στην άμμο. Έτσι αποφεύγεται ο άμεσος κίνδυνος καταστροφής του κατά την διάρκεια της παραθεριστικής περιόδου. Βασική απειλή για το φυτό αποτελεί η καταπάτηση της παραλιακής ζώνη, η οποία οφείλεται είτε σε έργα ομαλοποίησης των θινών με σκαπτικά μηχανήματα από τον Δήμο Λευκάδας (περιοχή λιμνοθάλασσα) είτε σε έργα τουριστικής υποδομής (παραλία της περιοχής Κάθισμα) είτε στις διάφορες επιζήμιες δραστηριότητε, στις οποίες επιδίδονται οι επισκέπτες των παραλιών του νησιού (είσοδο μηχανοκινήτων μέσων στις αμμοθίνε, ρίψη απορριμμάτων κ.ά.).</p><p>Αξίζει να σημειωθεί ότι, αν και η περιοχή της λιμνοθάλασσας της πόλης της Λευκάδας έχει ενταχθεί στο Δίκτυο προστατευομένων περιοχών ΦΥΣΗ 2000 (GR2240001), το καθεστώς προστασίας δεν έχει, ουσιαστικά, καμία πρακτική εφαρμογή.</p><p>Προτείνουμε να καταταχθεί η Arenaria leucadia στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) της IUCN (2001), εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής τη, των απειλών που αντιμετωπίζουν οι υποπληθυσμοί της και της υποβάθμισης της ποιότητας των οικοτόπων τη. Τα κριτήρια B2a,b(iii) και C2α(i) καλύπτουν την περίπτωση της A. leucadia .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγές που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα των βιοτόπων της Arenaria leucadia θα πρέπει να αποφευχθούν. Ιδιαίτερα, στην περιοχή του Καθίσματο, που δέχεται μεγάλη τουριστική πέση κατά τη θερινή περίοδο, προτείνεται η ελεγχόμενη κίνηση των οχημάτων, με σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον.</p><p>Σε παρόμοιες περιοχές τουριστικής δραστηριότητας ενδέχεται τα μέτρα προστασίας των βιοτόπων να είναι δύσκολα ή αναποτελεσματικά. Εν πάσει περιπτώσει, προτείνουμε την καλλιέργεια αυτού του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και τη φύλαξη των σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, ώστε εάν κάποτε χρειασθεί, να επαναφερθεί το είδος σε ασφαλέστερες θέσεις των σημερινών ή άλλων περιοχών εμφανίσεώς του.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Βαρβάρα Τρίγκου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD8EFF3FD9B2FE833CBDFC74	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD8CFF39D9B2FE833CBEFBB2.text	0397C81BBD8CFF39D9B2FE833CBEFBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Armeria johnsenii Papan. & Kokkini	<div><p>Armeria johnsenii Papan. &amp; Kokkini</p><p>Plumbaginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Armeria johnsenii Papan. &amp; Kokkini in Willdenowia 12: 221 (1982).</p><p>Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "ad promotorium austro-occidentalem insulae, in saxosis litoreis", 21 Jun. 1958, K. H. Rechinger f. 18893 (Ολότυπο: W).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, πυκνά προσκεφαλόμορφο. Φύλλα απλά, στενώς γραμμοειδή, με ένα νεύρο, ακέραια, λεία, γλαυκά, ±οξυκόρυφα, με επιφυείς πρασινοκίτρινους αδένες και στις δύο επιφάνειε, ±διμορφικά. Ανθοφόροι βλαστοί λεπτοί, μήκους 6-23 cm, κυλινδρικοί, σωληνοειδεί, λείοι, με επιφυείς πράσινοκίτρινους αδένες κυρίως στη βάση του. Κεφάλιο μικρό, διαμέτρου 6-10 mm. Βράκτια περιβλήματος καστανά, μεμβρανώδη, τα εξωτερικά ωοειδή ή ωοειδή-τριγωνικά, 2,5-3(-5) x 1,5-2,5 mm, με απόληξη στραμμένη προς τα έσω και πλατιά μεμβρανώδη περιθώρια, τα εσωτερικά αντωοειδή, 1,5-2 φορές το μήκος των εξωτερικών, με πλατύτερα μεμβρανώδη περιθώρια και με κορυφή ελαφρώς αμβλεία. Σταχύδιο με ένα ή δύο άνθη, περιβαλλόμενο από ένα μεγάλο ανθικό βράκτιο. Ποδίσκος ανθέων μήκους 0,7-1,0 mm. Κάλυκας χοανοειδή, μήκους 4-4,5 mm (συμπεριλαμβανομένου του άγανου και του πλήκτρου) με τρίχες κατά μήκος των 5 κύριων νεύρων, πλήκτρο βραχύ, μήκους 0,2-0,3 mm, με κυκλική έως ωοειδή ουλή, σωλήνας μήκους περίπου 2 mm, χείλος κάλυκα με μεμβρανώδεις πτυχώσει. Στεφάνη λευκή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Τρίγκα 2003).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιο -Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από την ευρύτερη περιοχή του ακρωτηρίου Καφηρέας (Κάβο Ντόρο) στο ΝΑ. άκρο της Εύβοια.</p><p>Βιότοποç: Η Armeria johnsenii αναπτύσσεται σε παράκτια βράχια και πετρώδεις θέσει. Το γεωλογικό υπόστρωμα στην περιοχή εξάπλωσης του είδους αποτελείται κυρίως από κρυσταλλικούς σχιστολίθου. Εμφανίζεται σε υψόμετρο 5-20 m, σε πολύ μικρή απόσταση από την ακτή, έτσι ώστε σε όλες τις περιπτώσεις τα άτομα του είδους να δέχονται τα σταγονίδια θαλασσινού νερού από τον ισχυρό κυματισμό που επικρατεί στη θάλασσα της περιοχής (Τρίγκα 2003).</p><p>Οι περισσότεροι υποπληθυσμοί της A. johnsenii παρατηρήθηκαν στην παραλιακή ζώνη, σε θέσεις που χαρακτηρίζονται από υψηλή αλατότητα, η οποία τις καθιστά ιδιαίτερα αφιλόξενες για τα περισσότερα φυτικά είδη. Το ποσοστό φυτοκάλυψης στις θέσεις αυτές είναι χαμηλό και συνήθως δεν ξεπερνά το 30%. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκε διείσδυση ατόμων του είδους σε γειτνιάζουσες διαπλάσεις φρυγάνων με Centaurea spinosa subsp. spinosa και Sarcopoterium spinosum . Άλλα είδη που συχνά συνοδεύουν την A. johnsenii στους παράκτιους βιότοπους όπου αναπτύσσεται είναι τα εξή: Cichorium spinosum, Silene sedoides subsp. sedoides, Centaurea raphanina subsp. mixta, Anthyllis hermanniae, Allium guttatum subsp. sardoum, Sedum litoreum, Phleum arenarium, Desmazeria marina, Reichardia picroides κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Armeria johnsenii είναι συγγενής με την A. canescens (Host) Boiss., ένα ορεινό είδος με μεγάλη ποικιλομορφία, που εξαπλώνεται στην Κ. και Α. Μεσόγειο. Τα σχεδόν διμορφικά φύλλα με στενά μεμβρανώδη περιθώρια και τα εξωτερικά βράκτια που είναι βραχύτερα από τα αμβλέα εσωτερικά, είναι τα σημαντικότερα κοινά χαρακτηριστικά των δύο ειδών. Ωστόσο, η A. johnsenii διακρίνεται εύκολα από την A. canescens από τους επιφυείς πρασινοκίτρινους αδένες στους ανθοφόρους βλαστούς και τα φύλλα, τα εξωτερικά βράκτια με χαρακτηριστική, στραμμένη προς τα έσω απόληξη, τον μικρότερο κάλυκα με τρίχες μόνο κατά μήκος των 5 κύριων νεύρων και τους βραχύτερους ποδίσκους των σταχυδίων Επίση, η A. johnsenii αναπτύσσεται σε παράκτιες περιοχέ, ενώ η A. canescens είναι ορεινό είδος και αναπτύσσεται συνήθως σε υψόμετρα μεγαλύτερα των 800 m (Τρίγκα 2003). Μικρότερες μορφολογικές ομοιότητες με την A. johnsenii παρουσιάζει επίσης η A. icarica Edmondson, ενδημικό είδος των ορέων Μέλισσα και Αθέρας της Ικαρία.</p><p>Σύμφωνα με τους Papanicolaou &amp; Kokkini (1982), μία συλλογή από την Λήμνο ταυτίζεται με την A. johnsenii σε όλους τους μορφολογικούς χαρακτήρε, εκτός από τον ελαφρώς μεγαλύτερο κάλυκα (5-6 mm). Δείγματα που συλλέχθηκαν μεταγενέστερα από διάφορες περιοχές της Λήμνου (Panitsa &amp; al. 2003) ανήκουν στην A. cariensis Boiss. var. cariensis, ένα είδος με εξάπλωση στο ΝΑ. τμήμα της Βαλκανικής Χερσονήσου και την Τουρκία (Pinto da Silva 1972, Bokhari &amp; Edmondson 1982). Περαιτέρω έρευνα κρίνεται απαραίτητη, για να αποσαφηνισθούν πλήρως τόσο το ταξινομικό καθεστώς όσο και οι εξαπλώσεις των ειδών του ταξινομικά δύσκολου γένους Armeria στην περιοχή του Αιγαίου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Armeria johnsenii σχηματίζει μικρούς υποπληθυσμού, που εξαπλώνονται γύρω από την περιοχή του ακρωτηρίου Καφηρέα (Κάβο Ντόρο). Μέχρι σήμερα, πέντε υποπληθυσμοί του είδους είναι γνωστοί από τις εξής περιοχέ: 1. Άγιος Γρηγόριος (ακρωτήριο Καφηρέα), 2. Παραλία Αμυγδαλιά, 3. Όρμος Πλατανιστού, 4. Ακρωτήριο Μαντήλι και 5. Παραλία Καλλιανών. Τα φυτά του ακρωτηρίου Καφηρέα σχηματίζουν το μεγαλύτερο γνωστό υποπληθυσμό του είδου, που αριθμεί περίπου 300-400 άτομα. Οι υπόλοιποι υποπληθυσμοί είναι μικρότεροι και αριθμούν μερικές δεκάδες άτομα ο καθένα. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων του είδους υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει τα 1.000 (Τρίγκα 2003).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Armeria johnsenii αναπτύσσεται σε παραλιακά βράχια και πετρώδεις θέσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις η πρόσβαση σε αυτά δεν είναι εύκολη. Επίση, οι περιοχές εξάπλωσής της βρίσκονται συνήθως μακριά από οικισμούς και το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι υποτυπώδε. Ωστόσο, οι ιδιαίτερες κοινωνικέ, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στο Κάβο Ντόρο για πολλούς αιώνες και επέτρεψαν τη διατήρηση, μέχρι σήμερα, των μοναδικών οικοσυστημάτων της περιοχή, φαίνεται να αλλάζουν τα τελευταία χρόνια με γρήγορους ρυθμού. Η τουριστική ανάπτυξη της περιοχής και τα έργα υποδομής που αυτή συνεπάγεται αποτελούν ορατό κίνδυνο για τους υποπληθυσμούς του είδου, οι πιέσεις στους οποίους αναμένεται να ενταθούν σημαντικά. Παράδειγμα αποτελεί η επέκταση τα τελευταία χρόνια του δρόμου μέχρι το εκκλησάκι του Αγίου Γρηγορίου στο ακρωτήριο Καφηρέα, δίπλα ακριβώς από το μεγαλύτερο γνωστό υποπληθυσμό της A. johnsenii . Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η πλειοψηφία των υποπληθυσμών της Armeria johnsenii περιλαμβάνεται σε περιοχή του Δικτύου των οικολογικά σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000. Ωστόσο, κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί μέχρι σήμερα για την ουσιαστική προστασία των φυτών.</p><p>Η αποτροπή καταστροφικών επεμβάσεων στους βιοτόπους του είδου, η παρακολούθηση των φυσικών υποπληθυσμών του και η ex situ διατήρηση σε Βοτανικούς Κήπους και Τράπεζες Σπερμάτων είναι απαραίτητες ενέργειες για την αποτελεσματική προστασία του.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD8CFF39D9B2FE833CBEFBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD8AFF3BD9B2FE833CBEFCC7.text	0397C81BBD8AFF3BD9B2FE833CBEFCC7.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Arum cyrenaicum Hruby	<div><p>Arum cyrenaicum Hruby</p><p>Araceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Arum cyrenaicum Hruby in Bull. Soc. Bot. Genève 4: 159 (1912).</p><p>Λεκτότυποç (Boyce 1993: 110): [Λιβύη] "Benghazi, Lethe", 9 Mart. 1883 (G).</p><p>Περιγραφή: Κονδυλώδης πόα που βλαστάνει νωρίς το φθινόπωρο. Κόνδυλος κατακόρυφο, 2-2,5 x 3,5-5 cm. Μίσχος βαθυπράσινος με πορφυροϊώδεις αποχρώσει, κυλινδρικό, 5,5-27 cm, έλασμα φύλλου σχεδόν στιλπνό, βαθυπράσινο, ευρέως τριγωνικό, 8,5-20 x 4-12 cm, με κορυφή αμβλεία έως ημιοξύληκτη. Ταξιανθία με ελαφρά οσμή κοπριάς αλόγου. Στύπος ταξιανθίας ημίστιλπνο, πράσινο, με επιμήκεις υποπράσινες και πορφυροϊώδεις ραβδώσει, κυλινδρικό, 3-11 cm, βραχύτερος των φύλλων. Σπάθη 10,5-16 cm, με σωλήνα υποπράσινο εξωτερικά και με στενό πορφυροϊώδες περιθώριο, εσωτερικά βαθέως πορφυροϊώδη, μετατρέπεται σε ωχροπράσινο προς την βάση, κυλινδρικό, στενούμενος προς την κορυφή, 2,5-4 x 2-2,5 cm. Γλωσσίδιο σπάθης όρθιο, με κορυφή κυρτή κατά την ωρίμανση, 8,5-12 x 4-5,5 cm, οξύληκτο. Σπάδικας 7-9,5 cm, μήκους περίπου το ήμισυ του γλωσσιδίου της σπάθη, θήλεα άνθη σε κυλινδρική συστάδα 10- 20 x 6,5-7 mm, άγονα άνθη σε 2 ή 3 σειρέ, σχηματίζοντα ζώνη 5-6 mm, κατώτερη ενδιάμεση ζώνη 3,5-4 mm, άρρενα άνθη σε βραχέως κυλινδρική ζώνη 2,5-3 x 7-8 mm, ανώτερη ενδιάμεση ζώνη 4-5 mm, σταμινώδη σε 3 ή 4 σειρέ, σχηματίζοντα ζώνη 4-6 mm, απόφυση βαθέως πορφυροϊώδης με ελαφρά ελαιοπράσινη χροιά, επιμήκη, στενώς κορυνοειδή, 35-65 x 5-7 mm. Ταξικαρπία βραχέως κυλινδρική, 2,5-4 x 2-2,5 cm, ράγες απιοειδεί, 4-9 x 3-5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο ή νωρίς τον Μάιο στις βόρειες πλευρές των Λευκών Ορέων.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα γνωστό μόνο από την ΝΔ. Κρήτη, Επαρχία Σελίνου, στο σύμπλεγμα κοιλάδων που καταλήγουν στην Παλαιόχωρα και στα Σούγια, καθώς και από την Επαρχία Κυδωνία, στις βόρειες πλευρές των Λευκών Ορέων. Εκτός Ελλάδα, το είδος περιορίζεται στην περιοχή της ΒΑ. Λιβύης όπου επικρατεί μεσογειακό κλίμα.</p><p>Βιότοποç: Αναπτύσσεται μεταξύ σχιστολιθικών βράχων, κοντά σε ρεματιές που βρίσκονται σε δάση όπου επικρατούν ικανοποιητικά έως υψηλά επίπεδα υγρασία, με είδη όπως η Castanea sativa ή ο Platanus orientalis και σε υψόμετρο 100-730 m. Έχει επίσης καταγραφεί σε βάσεις τοίχων, στα χωριά της περιοχή. Εμφανίζεται μαζί με είδη όπως τα (*= ενδημικό της Κρήτη): Arum concinnatum, * Campanula cretica, Cyclamen creticum, Dioscorea communis ( Tamus communis), Hedera helix, Lecokia cretica και * Petromarula pinnata .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Arum cyrenaicum ανακαλύφθηκε στην Ελλάδα από τον W. Greuter και την U. Matthäs τον Μάιο του 1983 (W. Greuter 19680, B) και ανεξάρτητα από την M. Briggs το 1984 (Turland 1992). Υβρίδια μεταξύ του A. cyrenaicum και του A. concinnatum αναφέρθηκαν αργότερα από τον Boyce (1995) με ενδιάμεσα χαρακτηριστικά των γονέων του. Το A. cyrenaicum φαίνεται να σχετίζεται με το A. purpureospathum P. C. Boyce, όμως τα δύο είδη είναι μορφολογικώς διακριτά. Οι εξαπλώσεις των δύο αυτών ειδών στην Κρήτη δεν συμπίπτουν, αν και προσεγγίζουν σε απόσταση έως 16 km.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Mέχρι στιγμής έχουν αναφερθεί τέσσερις υποπληθυσμοί του είδους στην Ελλάδα. Ο μεγαλύτερος βρίσκεται σε κοιλάδα ποταμού Β. της Παλαιόχωρα, επικεντρωμένος στο χωριό Βλιθιάς και εκτείνεται σε υψόμετρο από 100 έως 300 m. Ο δεύτερος εμφανίζεται σε υψόμετρο 730 m, στο βορειοανατολικό τμήμα του ίδιου συμπλέγματος κοιλάδων, κοντά στο απομακρυσμένο χωριό Σπίνα. Ο τρίτος εντοπίζεται ΝΑ. της Σπίνα, στην άλλη πλευρά της κορυφογραμμής του όρους Άγιος Ζηνά, σε υψόμετρο 570 m κοντά στο Επανοχώρι, σε σύμπλεγμα κοιλάδων που σχηματίζονται νότια του χωριού Σούγια. Ο τέταρτος εμφανίζεται στα 600 m, στο χωριό Κάμποι, στις βόρειες πλευρές των Λευκών Ορέων. Οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων σε αυτούς τους υποπληθυσμούς είναι εμφανώς μικροί. Στη Σπίνα, τον Μάιο του 2003, ο συγγραφέας βρήκε μόνο μερικά (λιγότερα από 10) ώριμα άτομα, μαζί με ορισμένα ανώριμα άτομα, τα οποία πιθανότατα ήταν A. cyrenaicum και όχι A. concinnatum (το οποίο επίσης φύεται στην περιοχή). Ακριβείς αριθμοί για τους άλλους δύο υποπληθυσμούς δεν είναι γνωστοί. Εντούτοι, σύμφωνα με τον Boyce (1995), περιλαμβάνουν μόνο μερικά άτομα. Είναι επομένως πιθανόν ότι στην Κρήτη υπάρχουν λιγότερα από 1.000 ώριμα άτομα του είδου. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν είναι επίσης άγνωστη, ωστόσο πιθανότατα μικρότερη των 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Απειλές για το Arum cyrenaicum στην Κρήτη θα μπορούσαν να είναι η καταστροφή του βιοτόπου του από την διαπλάτυνση δρόμων, η μετατροπή δασικών περιοχών σε ελαιώνες και η ισοπέδωση με μηχανικά μέσα μεγάλων εκτάσεων. Ακόμη και χωρίς μαζική διαταραχή του εδάφου, η κοπή των δέντρων κάτω από τα οποία αναπτύσσεται το Arum θα είχε ως αποτέλεσμα την αυξημένη ηλιακή ακτινοβολία, η οποία με ικανοποιητικά επίπεδα υγρασίας θα οδηγούσε σε ταχεία ανάπτυξη πυκνή, κλειστής βλάστησης που θα ανταγωνιζόταν τα φυτά του Arum .</p><p>Όπως το Arum purpureospathum, το A. cyrenaicum έχει ανθοκομικό ενδιαφέρον, εξαιτίας του ελκυστικού του φυλλώματος και του πορφυροϊώδους χρώματος του σπάδικα και της σπάθη. Το γεγονός αυτό αποτελεί ενδεχόμενη απειλή εξαιτίας της πιθανής απομάκρυνσης των σπερμάτων ή των κονδύλων από ιδιώτες ή, χειρότερα, από μεγάλης κλίμακας εμπορικούς συλλέκτε. Στην Ελλάδα προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για το είδο, σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θα πρέπει να συλλεχθούν σπέρματα του είδου, να καλλιεργηθούν φυτά σε Βοτανικούς Κήπους και να αναπαραχθούν. To Arum cyrenaicum είναι ένα είδος εύκολης καλλιέργειας σε κήπους με μεσογειακό κλίμα. Ζωντανό υλικό που έχει συλλεχθεί στην Κρήτη καλλιεργείται ήδη στην Βρετανία, στο Βασιλικούς Βοτανικούς Κήπους Kew, καθώς και στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD8AFF3BD9B2FE833CBEFCC7	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD88FF35D9B2FE833CBEFBB3.text	0397C81BBD88FF35D9B2FE833CBEFBB3.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Arum purpureospathum P. C. Boyce	<div><p>Arum purpureospathum P. C. Boyce</p><p>Araceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Arum purpureospathum P. C. Boyce in Aroideana 10(1): 8 (1987).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Eparchia Sfakion, Agia Roumeli, in field beside church, growing in stony terra rossa and short grass", 6 April 1985, Boyce 51 (Ολότυπο: K).</p><p>Περιγραφή: Ποώδες φυτό με κονδυλώδες ρίζωμα. Κόνδυλος κατακόρυφο, 7 x 3 cm. Φύλλα 3-7, μίσχος βαθυπράσινο, με πορφυροϊώδεις ραβδώσεις και κηλίδε, μήκους 12-20 cm, έλασμα αχνοπράσινο, στιλπνό, με τριγωνικούς λοβούς και οξύληκτη έως απεστρογγυλεμένη απόληξη, 14-22 x 11-17 cm. Ταξιανθία 23-30 cm περιλαμβανομένης της σπάθη. Σωλήνας σπάθης εξωτερικά πράσινο, με επιμήκεις πορφυροϊώδεις ραβδώσεις και κηλίδες στη ράχη, εσωτερικά ομοιόμορφα πορφυροϊώδη, ροπαλοειδή -κυλινδρικό, 5-7 x 1,75-2,5 cm, βαθμιαίως στενούμενος προς την κορυφή. Γλωσσίδιο σπάθης όρθιο (με εξαίρεση τα 3-4 cm στο κορυφαίο τμήμα του, το οποίο είναι κυρτό προς τα εμπρό), εξωτερικά βαθυπράσινο στη βάση, το υπόλοιπο βαθύ πορφυροϊώδε, στιλπνό, εσωτερικά ελαφρώς πορφυροϊώδες έως βαθύ, λαμπερό πορφυροϊώδε, σπανίως με θαμπό χρωματισμό, ευρέως λογχοειδέ, 18-23 x 5-9 cm, με επιμήκη, οξύληκτη κορυφή. Σπάδικας μήκους 6-12,5 cm συμπεριλαμβανομένης της απόφυση, με μήκος περίπου το 1/3-1/2 του γλωσσιδίου, θήλεα άνθη σε κυλινδρική ομάδα διαστάσεων 15-20 x 7-10 mm, άγονα θήλεα άνθη σε 3 περίπου σειρέ, σχηματίζοντας ζώνη 3-5 mm, χαμηλότερη ενδιάμεση ζώνη 1-3 mm, άρρενα άνθη σε βραχέως κυλινδρική ζώνη 4-7 x 5-9 mm, ανώτερη ενδιάμεση ζώνη 3-6 mm, σταμινώδη σε 3 σειρέ, σχηματίζοντα ζώνη 3-8 mm, απόφυση μελανοπόρφυρη, κορυνοειδή -κυλινδρική, 30-50 x 2,5-5 mm, κορυφή αμβλεία. Καρποταξία επιμήκη -κυλινδρική, 6,5-8 x 2,5-3 cm. Ράγες πορτοκαλέρυθρες κατά την ωρίμανση, 6-11 x 5-6 mm. Σπέρματα καστανά, σφαιρικά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό στη ΝΔ. Κρήτη, Επαρχία Σφακίων.</p><p>Βιότοποç: Κάτω από δένδρα Ceratonia siliqua, σε ελαιώνε, σε θαμνώνες με Anagyris foetida, σε σκιερές θέσεις ανάμεσα σε ασβεστολιθικούς βράχους και ερειπωμένα κτίρια, στη βάση απότομων βραχωδών πλαγιών, σε χαμηλή χλόη, σπανιότερα σε μακία ή ημιθαμνώδη βλάστηση ή σε σχεδόν γυμνές βραχώδεις πλαγιές ή παραθαλάσσιες αμμώδεις εκτάσει. Στον locus classicus τα φυτά μπορεί να βρεθούν διάσπαρτα σε μικρούς αγρούς και ξερολιθιέ. Εμφανίζεται από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 800 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Arum purpureospathum είναι το συγγενέστερο του A. cyrenaicum Hruby, ενός είδους που θεωρείτο για αρκετό διάστημα ως ενδημικό της Λιβύη, αλλά πρόσφατα βρέθηκε και στη ΝΔ. Κρήτη (Turland 1992). Εργασίες του Greuter (1984) και του Boyce (1987, 1993, 1995) ανέδειξαν την ποικιλότητα της οικογένειας Araceae στην Κρήτη, όπου 12 είδη, τα οποία ανήκουν σε 6 γένη, είναι γνωστά μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, στην Κρήτη απαντούν 6 είδη του γένους Arum .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Arum purpureospathum είναι γνωστό από πέντε υποπληθυσμού. Ο ένας είναι ο locus classicus, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ Αγίας Ρουμέλης και Παλαιάς Αγίας Ρουμέλη, στην έξοδο του φαραγγιού της Σαμαριά, ο δεύτερος στην έξοδο του φαραγγιού του Ελιγιά στα ανατολικά, ο τρίτος βρίσκεται σε μεγαλύτερο υψόμετρο μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα και οι υπόλοιποι δύο, αρκετά περιορισμένοι σε αριθμό ατόμων, βρίσκονται κατά μήκος της ακτής μεταξύ της Αγίας Ρουμέλης και του χωριού Λουτρό.</p><p>Ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων δεν είναι γνωστό, αλλά με βεβαιότητα δεν υπερβαίνει τα 1.000 και η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει δεν είναι μεγαλύτερη από 5 km2. Δεν έχουν παρατηρηθεί διακυμάνσεις του αριθμού των ωρίμων ατόμων και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένδειξη ότι το είδος φθίνει.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι τέσσερις υποπληθυσμοί βρίσκονται σε περιοχές όπου υπάρχει το ενδεχόμενο διαταραχή, είτε εξαιτίας της υψηλής τουριστικής πίεσης ή εξαιτίας της καλλιέργειας της ελιάς ή βρίσκονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές και δρόμου. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες θα μπορούσαν εύκολα να προκαλέσουν βλάβες ή να καταστρέψουν κάποιον από τους υποπληθυσμούς ή ακόμα και τους τέσσερι. Εάν υλοποιηθούν σχέδια για την κατασκευή δρόμου ανατολικά της Αγίας Ρουμέλη, κατά μήκος της ακτή, η κατασκευαστική εργασία, σχεδόν με βεβαιότητα, θα έβλαπτε ή θα κατέστρεφε τους δύο μικρότερους υποπληθυσμούς του Arum purpureospathum . Τμήμα του υποπληθυσμού, ανατολικά του φαραγγιού της Σαμαριά, εμφανίζεται σε ελαιώνε, όπου ο έλεγχος των ζιζανίων με τη χρήση ζιζανιοκτόνων θα μπορούσε να εξοντώσει τα φυτά. Το είδος έχει σημαντική ανθοκομική αξία και η απομάκρυνση των σπερμάτων ή των κονδύλων από ιδιώτες ή χειροτέρα από συλλέκτες μεγάλης εμπορικής κλίμακα, αποτελεί σημαντική απειλή.</p><p>Σύμφωνα με τις αναφερόμενες απειλές και την κατάσταση του πληθυσμού, προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για το είδο, επειδή ικανοποιούνται τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001).</p><p>Mέτρα προστασίαç: Ο υποπληθυσμός του locus classicus του Arum purpureospathum εντοπίζεται εντός των ορίων του Εθνικού Δρυμού του Φαραγγιού της Σαμαριά, όπου απαγορεύεται η συλλογή των φυτών δια νόμου. Οι νόμοι που ισχύουν εντός των ορίων των Εθνικών Δρυμών θα πρέπει να εφαρμόζονται και οι εργασίες που συνδέονται με τον τουρισμό δεν θα πρέπει να ζημιώνουν το βιότοπο των φυτών. Παρομοίω, τα σχέδια οικοδομικών εργασιών στην ακτή της Αγίας Ρουμέλη, στην είσοδο του φαραγγιού της Σαμαριά, θα πρέπει να παρακολουθούνται, ώστε να υπάρχει η βεβαιότητα ότι τα φυτά του A. purpureospathum δεν θα επηρεασθούν. Επίση, η διάνοιξη δρόμου κατά μήκος της ακτής προς την Αγία Ρουμέλη φαίνεται ότι θα απέβαινε περισσότερο ζημιογόνος παρά επωφελή, αφού, μεταξύ των άλλων, θα αλλοίωνε σημαντικά την γοητεία του φυσικού τοπίου. Οι ιδιοκτήτες των ελαιώνων, όπου το A. purpureospathum εμφανίζεται, θα πρέπει να ενθαρρύνονται να μην χρησιμοποιούν ζιζανιοκτόνα ή τουλάχιστον να αποφεύγουν τον ψεκασμό στα φυτά του γένους Arum .</p><p>To Αrum purpureospathum καλλιεργείται πλέον σταθερά στην Ευρώπη, κυρίως από σπέρματα, τα οποία έχουν συλλεχθεί από καλλιεργούμενα φυτά. Δεν είναι γνωστό εάν σπέρματα ή κόνδυλοι του είδους εξακολουθούν να συλλέγονται για ανθοκομικούς σκοπούς από αυτοφυή φυτά. Μία τέτοια δραστηριότητα θα ήταν τελείως άσκοπη, επειδή έχει αποδειχθεί ότι το φυτό είναι ένα εύκολο φυτοκομικό είδο, αν δεν επηρεάζεται από συνθήκες παγετού. Η συνεχής αναπαραγωγή των φυτών από σπέρματα σε καλλιέργεια προσφέρει μία μέθοδο, η οποία εγγυάται την συνεχιζόμενη επιβίωση του είδου.</p><p>Nicholas Turland &amp; Peter Boyce</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD88FF35D9B2FE833CBEFBB3	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD86FF36D9B2FE833CB6FB91.text	0397C81BBD86FF36D9B2FE833CB6FB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asperula baenitzii Boiss.	<div><p>Asperula baenitzii Heldr. ex Boiss.</p><p>Rubiaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Asperula baenitzii Heldr. ex Boiss., Fl. Orient. Suppl.: 280 (1888).</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "in rupium fissuris regionis abietinae montis Pateras, alt. 3500'-4000' (c. 1050-1220 m)", 8 Jun. 1876, C. Bartholomatos (Σύντυποι: ATHU, Ζ, ZT).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με υπόγειο ρίζωμα, σχηματίζον μικρές συστάδε.Ώριμοι βλαστοί μήκους (3-)7-10(-14) cm, απλοί ή σπανίως διακλαδιζόμενοι, ενίοτε αποξυλωμένοι στη βάση, συχνά με αραιή τρίχωση, αναπτύσσονται το καλοκαίρι από βλαστητικούς οφθαλμούς στο υπόγειο ρίζωμα, ενώ αποξηραίνονται μετά την καρποφορία, τον μεθεπόμενο χειμώνα. Φύλλα σε σπονδύλους των 6, τα ανώτερα ευρέως λογχοειδή, 4-7 x 1-2 mm, ελαφρώς αδρά προς τα κράσπεδα, τα κατώτερα μικρότερα και παχύτερα, 2-3 x 0,4-1,2 mm, ωοειδή έως ελλειπτικά, δερματώδη. Άνθη άμισχα ή με μικρό μίσχο, μονήρη ή σπανίως ανά δύο, στους σπονδύλους των φύλλων, λευκά έως κρεμώδη. Στεφάνη μήκους 2,5-4 mm, χοανοειδή, λεία έως σαφώς τριχωτή. Διάμετρος ανοίγματος άνθους περίπου 2,5 mm, λοβοί μήκους 1,2-1,5 mm, επιμήκει -τριγωνικοί, κεκαμμένοι προς τα έσω. Ανθήρες κίτρινοι, ωοθήκη λεία, με πεπλατυσμένη κορυφή. Σχιζοκάρπια μήκους 1,5-3 mm, ρυτιδώδη, μαύρα όταν ωριμάσουν.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Constantinidis &amp; al. 1997).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος έως αρχές Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Αττική. Εμφανίζεται στα όρη Πατέρας και Πάρνηθα, ενώ έχει επίσης αναφερθεί από το όρος Αιγάλεω.</p><p>Βιότοποç: Η Asperula baenitzii εξαπλώνεται σε ορεινές θέσεις της Αττική. Πληθυσμοί της εμφανίζονται στα όρη Πατέρας (700 έως 1.100 m) και Πάρνηθα (1.050-1.300 m), στη ζώνη ανάπτυξης της κεφαλληνιακής ελάτη. Δεν έχει επιβεβαιωθεί τα τελευταία 70 χρόνια η παρουσία της στα χαμηλότερα υψόμετρα του όρους Αιγάλεω.</p><p>Η πλειονότητα των ατόμων, τόσο στο όρος Πατέρας όσο και στο όρος Πάρνηθα, φύονται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων και σε πετρώδη εδάφη, ενώ ορισμένα άτομα εντοπίζονται σε πλουσιότερα εδάφη, στον υπόροφο δάσους κεφαλληνιακής ελάτη. Στις σχισμές των βράχων, το είδος συχνά φύεται μαζί με άτομα Asperula pulvinaris, Bolanthus graecus, Cephalaria setulifera, Galium melanantherum, Thymus parnassicus κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Asperula baenitzii ανήκει στην sectio Thliphthisa, η οποία περιλαμβάνει συνολικά 23 παλαιομεσογειακά και υπολειμματικά είδη (Ehrendorfer 1975, Schänbeck-Temesy &amp; Ehrendorfer 1985), τα περισσότερα από τα οποία εξαπλώνονται σε ορεινέ, ασβεστολιθικές και δολομιτικές θέσεις από το Β. Ιράν μέχρι τη ΝΑ. Γαλλία. Στην Ελλάδα είναι παρόντα 11 είδη της sectio, από τα οποία 8 είναι ενδημικά.</p><p>Το συγγενέστερο είδος της Asperula baenitzii είναι η A. muscosa Boiss. &amp; Heldr., στενότοπο ενδημικό είδος του όρους Όλυμπο. Η A. muscosa διαθέτει μεγαλύτερους βλαστούς μήκους 5-16 cm, τα φύλλα της σχηματίζουν σπονδύλους των 6-8, ενώ τα κράσπεδα της στεφάνης έχουν διάμετρο σημαντικά μικρότερη από το μήκος της στεφάνη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Συνολικά είναι γνωστοί επτά υποπληθυσμοί της Asperula baenitzii: οι τέσσερις στο όρος Πατέρας (Constantinidis &amp; Yannitsaros 1996) και οι τρεις στο όρος Πάρνηθα (Απλαδά &amp; Αμοργιανιώτης 2005, Aplada &amp; al. 2007). Παλαιότερη αναφορά για την παρουσία του είδους στο όρος Αιγάλεω (δείγμα του 1937 στην Βοτανική Συλλογή Διαπούλη, ACA!) δεν έχει επιβεβαιωθεί τα τελευταία χρόνια.</p><p>Εξαιτίας του μικρού μεγέθους και της παρουσίας της σε δυσπρόσιτε, ορεινές και βραχώδεις τοποθεσίε, θεωρείται πιθανό το είδος να είναι παρόν σε περισσότερες θέσεις από τις γνωστές ως σήμερα. Επίση, εξαιτίας της βλαστητικής ανάπτυξής του σε σχισμές βράχων, δεν είναι πάντοτε εφικτή η καταγραφή διακριτών ατόμων. Με τα έως σήμερα διαθέσιμα δεδομένα, εκτιμάται ότι τα αναπαραγωγικώς ώριμα άτομα του είδους δεν υπερβαίνουν τα 250.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι κορυφές του όρους Πατέρα, που φιλοξενούν σημαντικό αριθμό ατόμων, υπόκεινται σε βόσκηση, ενώ οι κορυφές της Πάρνηθας έχουν καταληφθεί από στρατιωτικές εγκαταστάσεις και πάρκο κεραιών, καταστάσεις που εκτιμάται ότι έχουν ήδη καταστρέψει σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Asperula baenitzii . Αξιοσημείωτος αριθμός ατόμων του είδους καταγράφεται σήμερα στα όρια δρόμων που ανοίχθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, όπου κινδυνεύουν από ενδεχόμενες εργασίες επισκευής ή αναβάθμισης του οδοστρώματο.</p><p>Το είδος δεν είναι γνωστό εάν διαθέτει ειδικούς μηχανισμούς για να ανακάμπτει μετά από δασικές πυρκαγιέ. Εκτιμάται ότι η παρουσία της A. baenitzii σε πρόσφατα καμένες εκτάσει, όπως στο όρος Πάρνηθα έπειτα από τη φωτιά του 2007, προκύπτει από άτομα που κατάφεραν να διαφύγουν της δράσης τη, προστατευμένα σε βραχώδεις θέσει, όπου η ένταση της φωτιάς δεν ήταν ισχυρή. Οι δασικές πυρκαγιές θα πρέπει να θεωρούνται σοβαρή απειλή για τη διατήρηση του είδου.</p><p>Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, η Asperula baenitzii χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) είδος με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), ικανοποιώντας το κριτήριο D2: πληθυσμός με λιγότερα από 250 αναπαραγωγικώς ώριμα άτομα. Λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή παρουσία της στο όρος Αιγάλεω, το είδος εμφανίζεται σε τρεις συνολικά περιοχές και το εύρος εξάπλωσής του εκτιμάται ως μικρότερο των 300 km2, ενώ η έκταση που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί του υπολογίζεται ως μικρότερη των 20 km2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η Asperula baenitzii περιλαμβάνεται, ως προστατευόμενο είδο, στον κατάλογο του Προεδρικού Διατάγματος 67/1981. Στην Πάρνηθα οι γνωστές θέσεις παρουσίας της βρίσκονται εντός του Εθνικού Δρυμού και της περιοχής του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (GR3000001). Τα φυτά εντοπίζονται στη ζώνη απολύτου προστασίας Α2, στην οποία, εκτός από την επιστημονική έρευνα, επιτρέπονται η υπαίθρια αναψυχή, η περιβαλλοντική εκπαίδευση και η διημέρευση του κοινού. Το είδος έχει αξιολογηθεί ως πρώτης προτεραιότητας για προστασία στην Πάρνηθα (Ανδριόπουλο &amp; Αριανούτσου 2007).</p><p>Στον Πατέρα δεν ισχύει κάποιο καθεστώς προστασίας του είδου. Τμήμα της περιοχής έχει χαρακτηρισθεί ως Καταφύγιο Άγριας Ζωής (Κ408, ΦΕΚ 96/Β/1984).</p><p>Για το συγκεκριμένο είδο, όπως επίσης για πολλά ενδημικά, σπάνια και κινδυνεύοντα είδη της ελληνικής χλωρίδα, υπάρχει απουσία δεδομένων για τη βιολογία, την οικολογία, τη χωρολογική εξάπλωση και τη δημογραφία των πληθυσμών τους και ως αποτέλεσμα δεν είναι δυνατό να καθορισθούν με ακρίβεια τα συγκεκριμένα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την αποτελεσματική προστασία του.</p><p>Παύλοç Ανδριόπουλοç, Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Μαργαρίτα Αριανούτσου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD86FF36D9B2FE833CB6FB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD83FF30D9ABFE833CB6FBAF.text	0397C81BBD83FF30D9ABFE833CB6FBAF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asperula brachyphylla Trigas & Iatrou	<div><p>Asperula brachyphylla Trigas &amp; Iatroú</p><p>Rubiaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Asperula brachyphylla Trigas &amp; Iatroú in Phyton (Horn) 43(1): 30 (2003).</p><p>Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "Mt Ochi, summit area (Profitis Ilias), rock crevices and rocky ground, 1200-1300 m, Lat. 38o 03´N, Long. 24o 28´E", 19 Jun. 1997, Trigas &amp; Iatroú 2044 (Ολότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, πυκνά προσκεφαλόμορφο, γλαυκό, χνοώδε, με ξυλώδη βάση. Βλαστοί μήκους (2-) 3-12(-16) cm, τετράγωνοι, με προεξέχουσες ράχε, κατακείμενοι ή ανερχόμενοι στο κατώτερο τμήμα του, με όρθιους ή ανερχόμενους κλάδου, πυκνά τριχωτοί (τρίχε μήκους μέχρι 0,5 mm) έως άτριχοι στο ανώτερο τμήμα του. Φύλλα σε σπονδύλους κατά τετράδε, γραμμοειδή, 3,5-9,0 x 0,4-0,8 mm, άκαμπτα, πυκνά τριχωτά, ακιδωτά, με υαλώδη, συχνά τριχωτή κορυφή, μήκους 0,3-0,5(-0,6) mm, περιθώρια συνεστραμμένα με νεύρο προεξέχον στην κάτω επιφάνεια και καλύπτον το 1/3-1/4 του πλάτους του φύλλου. Κατώτερα φύλλα μικρότερα, μήκους 1,5-5,0 mm, γραμμοειδή έως στενά ωοειδή. Ταξιανθία συνήθως χωρίς διακλαδώσει, σπάνια με λίγε, πολύ βραχείες πλάγιες διακλαδώσει. Βράκτια λεία ή τριχωτά, μακρύτερα από τους καρπού, πλατιά τριγωνικά έως λογχοειδή. Στεφάνη μήκους 3,5-5,0 mm, πορφυρορόδινη εξωτερικά, υπόλευκη έως υποκίτρινη εσωτερικά ή υπόλευκη έως υποκίτρινη παντού, κυπελλοειδής έως στενά χοανοειδή, πυκνά τριχωτή έως σχεδόν λεία εξωτερικά, λεία εσωτερικά. Σχιζοκάρπια 1,3-2,0 mm, μαύρα, θηλώδη, σπανίως με βραχύ τρίχωμα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος έως μέσα Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Η γεωγραφική του εξάπλωση είναι περιορισμένη στο όρος Όχη της Ν. Εύβοια.</p><p>Βιότοποç: Η Asperula brachyphylla αναπτύσσεται σε υψόμετρο 1.100-1.300 m, στην κορυφή του όρους Όχη (Προφήτης Ηλία) και στη γειτονική κορυφή Γιούδα, στο νοτιότερο τμήμα της Εύβοια. Το γεωλογικό υπόστρωμα της περιοχής συνίσταται κυρίως από μοσχοβιτικού, επιδοτιτικούς και χλωριτικούς σχιστόλιθους και σιπολινομάρμαρα. Το pH του εδάφους κυμαίνεται μεταξύ 4 και 6.</p><p>Η Asperula brachyphylla είναι ένα τυπικό χασμόφυτο. Ορισμένα από τα είδη που παρατηρήθηκαν να συνοδεύουν την A. brachyphylla σε αυτόν τον βιότοπο είναι τα εξή: Thymus longicaulis subsp. chaubardii, Hypericum olympicum, Anthoxanthum odoratum, Festuca jeanpertii, Hieracium sartorianum, Mycelis muralis, Aubrieta deltoidea, Trifolium uniflorum, Leontodon graecus, Solidago virgaurea subsp. virgaurea, Arenaria filicaulis subsp. graeca, Anthemis cretica subsp. cretica κ.ά. Άτομα του είδους αναπτύσσονται σε μικρές ομάδες σε βραχώδεις περιοχέ, στο διάσελο που ενώνει τις κορυφές Προφήτης Ηλίας και Γιούδα. Τα φυτά αυτά είναι μικρότερα σε μέγεθος και σχεδόν κατακείμενα, πιθανώς εξαιτίας της υπερβόσκησης που παρατηρείται στην περιοχή. Συνοδεύονται κυρίως από πολυετή taxa, όπως είναι τα: Cerastium candidissimum, Scabiosa argentea, Sideritis euboea, Centaurea pichleri subsp. pichleri, Silene multicaulis subsp. sporadum, Armeria canescens, Cerastium comatum, Rosa pulverulenta κ.ά. (Trigas &amp; Iatroú 2003).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Asperula brachyphylla ανήκει στη sect. Cynanchicae και είναι στενά συγγενής με την A. abbreviata (Halácsy) Rech. f., ενδημικό είδος της Νάξου και της Αμοργού. Ωστόσο, τα δύο είδη διακρίνονται εύκολα μεταξύ του, με την A. brachyphylla να είναι ένα γλαυκό, συνήθως πυκνά χνοώδες φυτό, ενώ η A. abbreviata ένα φωτεινό πράσινο, άτριχο ή αραιά τριχωτό φυτό. Επιπλέον, σημαντικές είναι οι μορφολογικές διαφορές των φύλλων των δύο ειδών (Trigas &amp; Iatroú 2003).</p><p>Η προέλευση της A. brachyphylla θα πρέπει πιθανότατα να εντοπισθεί ανατολικά, στη Μικρά Ασία, μέσω της συγγένειάς της με την A. nitida Sm. s.l. Ωστόσο, διαφοροποιείται από αυτήν εξαιτίας της περισσότερο πυκνής εμφάνισής τη, των πιο τριχωτών βλαστών, των βραχύτερων και σχεδόν ευθυτενών φύλλων με βραχύτερη υαλώδη κορυφή, των βρακτίων που δεν φέρουν τρίχες στα περιθώριά τους και των μικροτέρων σχιζοκαρπίων. Ομοιάζει μορφολογικά περισσότερο με την A. nitida subsp. hirtella (Boiss.) Ehrend., ενδημικό υποείδος της Δ. και Κ. Ανατολίας (Ehrendorfer &amp; Schänbeck-Temesy 1982a). Η A. brachyphylla μπορεί επίσης να θεωρηθεί μορφολογικά συγγενής με την A. pinifolia (Boiss.) Heldr. ex Ehrend. &amp; Schänb.-Temesy, ενδημικό είδος της ηπειρωτικής Ελλάδα, με γεωγραφική εξάπλωση περιορισμένη στα όρη της Στερεάς Ελλάδας και της Ν. Πίνδου (Schänbeck-Temesy &amp; Ehrendorfer 1991a).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μοναδικός γνωστός πληθυσμός της A. brachyphylla βρίσκεται στο όρος Όχη. Ο πολυπληθέστερος υποπληθυσμός του είδους αναπτύσσεται στις βόρειε, απόκρημνες πλαγιές της κορυφής Γιούδας και εκτιμάται ότι αριθμεί λίγες εκατοντάδες ατόμων. Στο διάσελο μεταξύ των κορυφών Γιούδας και Προφήτης Ηλίας έχει εντοπισθεί μία μικρή ομάδα 50-60 φυτών, ενώ στην κορυφή Προφήτης Ηλίας έχουν παρατηρηθεί δύο μικρές ομάδες και διάσπαρτα άτομα, που συνολικά ανέρχονται σε 150-200. Εκτιμάται ότι ο συνολικός πληθυσμός του είδους δεν υπερβαίνει τα 1.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Asperula brachyphylla αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο σε σχισμές απόκρημνων βράχων. Οι κίνδυνοι από ανθρωπογενείς επιδράσεις σε αυτές τις περιοχές είναι πολύ μικροί, με εξαίρεση τη βόσκηση, η οποία όμως δεν απειλεί το σημαντικότερο τμήμα του πληθυσμού. Το είδο, ωστόσο, υπόκειται σε βόσκηση σε ορισμένες θέσεις του και σε αυτήν ακριβώς την επίδραση είναι πιθανό να οφείλεται η ανάπτυξη κατακειμένων βλαστών στα άτομα, που αναπτύσσονται σε περιοχές προσβάσιμες στα ζώα.</p><p>Στην ευρύτερη περιοχή του όρους Όχη έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες ανεμογεννήτριε, καθιστώντας την ήδη ένα από τα σημαντικότερα αιολικά πάρκα της χώρα, ενώ εκκρεμεί η κατασκευή πολλών ακόμη ανεμογεννητριών. Η επέκταση των αιολικών πάρκων στις περιοχές εξάπλωσης της A. brachyphylla θα δημιουργούσε σημαντικές απώλειες στον πληθυσμό τη, προερχόμενες κυρίως από τα συνοδευτικά έργα, απαραίτητα για την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών. Το είδο, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2.</p><p>Το όρος Όχη έχει επιλεγεί να περιληφθεί στο Δίκτυο των οικολογικά σημαντικών περιοχών της ΦΥΣΗΣ 2000. Κάτι τέτοιο αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην μελλοντική επιβίωση της A. brachyphylla .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ο έλεγχος της βόσκησης στο όρος Όχη θα είχε θετική επίδραση στους πληθυσμούς της A. brachyphylla, όπως και σε πολλά άλλα ενδημικά και σπάνια φυτικά είδη της περιοχή. Επιπλέον, προσεκτική χωροθέτηση των αιολικών πάρκων και αναλυτικές μελέτες των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι απαραίτητες ενέργειες για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιδράσεων στους φυσικούς πληθυσμούς πολλών σπάνιων και ενδημικών φυτικών ειδών της περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της A. brachyphylla . Το είδος θα μπορούσε επίσης να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπους ως φυτό βραχόκηπων.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD83FF30D9ABFE833CB6FBAF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD81FF32D9ABFE833CB6FB23.text	0397C81BBD81FF32D9ABFE833CB6FB23.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asperula elonea Iatrou & T. Georgiadis	<div><p>Asperula elonea Iatroú &amp; T. Georgiadis</p><p>Rubiaceae</p><p>Χαμηλού Κινδύνου (LC)</p><p>Asperula elonea Iatroú &amp; T. Georgiadis in Willdenowia 14: 55 (1984).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αρκαδία] "in declivibus orientalibus montis Parnon, prope monasterium Elona, in saxosis calcareis, c. 550 m", 7 Jul. 1983, Iatroú &amp; Kokkinos 1918 (Oλότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής ημίθαμνο, ξυλώδης στη βάση με πολυάριθμα όρθια ή ανορθούμενα, διακλαδισμένα, λεία στελέχη, μήκους έως 60 cm. Φύλλα σε ομάδες των 4-6, αφιστάμενα έως ανορθωμένα, διαστάσεων 7-20 x 1-1,3 mm, λεία, με τα κράσπεδα αναδιπλωμένα και με ελαφρώς προεκβάλλoν μεσαίο νεύρο. Ταξιανθία επιμήκη, αποτελούμενη από πλευρικά, ολιγανθή διχάσια. Βράκτια μακρύτερα της ωοθήκη, αντίθετα, λογχοειδή, κοίλα, με βλεφαριδωτά κράσπεδα στη βάση, βρακτίδια 3,5-4 x 1,5-2 mm, λογχοειδή, βλεφαριδωτά. Άνθη σχεδόν άμισχα. Στεφάνη χοανοειδή, μήκους 4-7 mm, πρασινωπή έως καστανοϊώδης εξωτερικά, ιώδης εσωτερικά, σωλήνας 4,5-5 mm, λοβοί τριγωνικοί-λογχοειδεί, μήκους 1,5-2 mm, με μακρύ τριγωνικό-νηματοειδέ, καμπτόμενο εξάρτημα μήκους 1,5-1,7 mm. Ανθήρες ελλειπτικοί, μελανοί, μήκους 1,5-1,7 mm, μη προεξέχοντες από την στεφάνη. Στύλος 2-2,5 mm, δίλοβος από τη βάση του, στίγματα επιμήκη-κορυνοειδή. Σχιζοκάρπια πρασινωπά-καστανά, μήκους 2-3 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Ιατρού 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούνιο μέχρι το τέλος Ιουλίου, αλλά κυρίως το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Α. Πελοποννήσου, γνωστό πριν από μερικά χρόνια μόνο από δύο περιοχές του Α. Πάρνωνα: τη χαράδρα του ΛεωνιδίουΚοσμά και ένα μικρό πληθυσμό κοντά στο χωριό Τυρός (Τan &amp; Iatroú 2001). Η μελέτη των πληθυσμών του και ή έρευνα της περιοχής της Α. Πελοποννήσου (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005), αλλά και νεότερες παρατηρήσει, βοήθησαν στην καλύτερη γνώση της εξάπλωσης του είδου. Η Α. elonea εξαπλώνεται βόρεια μέχρι τις πλαγιές της κορυφής Τούρκος του όρους Πάρνωνα, ανάμεσα στο χωριό Πραστός και τον οικισμό Καμπουρέικα και νότια μέχρι το χωριό Ρειχέα και το λιμάνι του Γέρακα (Ιέραξ). Ανατολικά εκτείνεται σχεδόν μέχρι τις ακτές της ίδιας περιοχής που αντικρίζουν το Μυρτώο πέλαγο, ενώ φυτά εντοπίζονται μέχρι λίγα χιλιόμετρα στα δυτικά, χωρίς εντούτοις να έχουν παρατηρηθεί μέχρι σήμερα στις δυτικές πλαγιές του όρους Πάρνωνα ή δυτικότερα. Όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους ανήκουν γεωγραφικά στις επαρχίες Κυνουρίας του Νομού Αρκαδίας και Επιδαύρου-Λιμηράς του Νομού Λακωνία.</p><p>Βιότοποç: Η Asperula elonea εμφανίζεται σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, πάντοτε, όμω, σε ασβεστολιθικά εδάφη. Βρέθηκε σε χαράδρες και φαράγγια, όπου μπορεί να φύεται σε ρωγμές και αναβαθμίδες βράχων, αλλά και στη κοίτη χειμάρρων που τα διασχίζουν. Έχει εντοπισθεί στα πρανή επαρχιακών ή δασικών και αγροτικών δρόμων, σε επίπεδες θέσεις και σε πλαγιές με μεγάλη κλίση. Ορισμένες φορέ, αποτελεί βασικό χλωριδικό στοιχείο φρυγανικών οικοσυστημάτων, ενώ αναπτύσσεται καλά σε πυκνή ή αραιή μεσογειακή μακία βλάστηση. Το υψόμετρο κυμαίνεται από (0-)20-1.200 m. Το υψηλότερο σημείο, στο οποίο έχει παρατηρηθεί το είδο, είναι η δυτική πλαγιά της κορυφής Τούρλα του όρους Χιονοβούνι (1.200 m), ενώ η χαμηλότερη αντιστοιχεί στην τοποθεσία Τηγάνι, βόρεια του χωριού Τυρό, στις κοίτες των χειμάρρων που εκβάλουν στους ορμίσκους Βλυχάδα και Μπαλογκέρι, νοτιοανατολικά του χωριού Ρειχέα, όπου εμφανίζεται σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσα.</p><p>Σε αρκετές θέσεις η Asperula elonea είναι το επικρατούν φυτικό είδο.Από τα είδη που συνυπάρχουν στους βιοτόπους της αναφέρουμε ενδεικτικά τα: Abies cephalonica, Juniperus oxycedrus, Quercus coccifera, Cotinus coggygria, Arbutus unedo, Phillyrea latifolia, Acer sempervirens, Genista acanthoclada, Globularia alypum, Cistus creticus, Hypericum empetrifolium subsp. empetrifolium, Bupleurum fruticosum, Calicotome villosa, Coridothymus capitatus, Erica arborea, E. manipuliflora, Thymelaea tartonraira .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Asperula elonea ανήκει στην Α. sect. Thliphthisa (Schänbeck-Temesy &amp; Ehrendorfer 1985). Είναι ένα ευδιάκριτο ενδημικό είδος της Α. Πελοποννήσου που ομοιάζει με την A. rigida Sm., η οποία είναι ενδημικό είδος της Κρήτη, καθώς επίσης με την A. brevifolia Vent. από την Ν. Ανατολία και τα ελληνικά νησιά Καστελόριζο και Σύμη (Iatroú &amp; Georgiadis 1984). Από τα παραπάνω είδη διαφέρει κυρίως στους χαρακτήρες των φύλλων, των ανθέων και των σχιζοκαρπίων. Τα σχετικά μεγάλα άνθη της Α. elonea (μήκου 5-7 mm) με τα μακρά εξαρτήματα (μήκου 1,5-1,7 mm) των πετάλων είναι πολύ χαρακτηριστικά. Εντούτοι, σε ορισμένα φυτά, όπως για παράδειγμα σε αυτά από την τοποθεσία Τηγάνι του Τυρού, παρατηρήθηκαν άνθη με ασυνήθιστα βραχεία στεφάνη (4-5 mm) και με περισσότερο πράσινη παρά καστανοϊώδη εξωτερική επιφάνεια, ενώ το εσωτερικό της στεφάνης ήταν σαφώς ιώδε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο συνολικός αριθμός των ατόμων της Asperula elonea είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, ανέρχεται όμως σε αρκετές δεκάδες χιλιάδε, αντίθετα με ότι πιστευόταν μέχρι πρόσφατα. Θεωρούμε ότι ακριβείς μετρήσεις μπορεί να δείξουν ότι ο συνολικός πληθυσμός υπερβαίνει τις 100.000 άτομα. Το είδος δεν είναι ασυνήθιστο στους θαμνότοπους και στα φρυγανικά οικοσυστήματα της χαράδρας του Λεωνιδίου και των διακλαδώσεών τη, μεταξύ των χωριών Πούλιθρα και Πελετά, μεταξύ του οικισμού Καμπουρέικα και του χωριού Βασκίνα, σε όλη την κορυφή Σπαθί πάνω από τον Τυρό, γύρω από το χωριό Κρεμαστή, στα όρη Χιονοβούνι και Γαϊδουροβούνι και αλλού. Ορισμένοι επιμέρους υποπληθυσμοί περιλαμβάνουν δεκάδες χιλιάδων άτομα και σε μερικές θέσεις αποτελούν το κύριο χλωριδικό στοιχείο του βιοτόπου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Παλαιότερα δεδομένα (Iatroú 1995a) χαρακτήριζαν το είδος ως Tρωτό (VU), όμως τα νέα δεδομένα δεν συνηγορούν υπέρ της διατήρησης του ίδιου χαρακτηρισμού. Η αναγέννηση των πληθυσμών είναι καλή γιατί έχουν συχνά παρατηρηθεί φυτά διαφόρων ηλικιών. Η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι έντονη σε ορισμένους βιοτόπους του είδου, υπάρχουν όμως αρκετοί άλλοι με ελάχιστη ή σχεδόν μηδενική ανθρώπινη επίδραση. Οι συγγραφείς δεν παρατήρησαν στοιχεία σημαντικής βόσκησης του είδους σε κάποιο υποπληθυσμό, παρά την έντονη κτηνοτροφική δραστηριότητα σε όλη τη περιοχή εξάπλωσής του. Επίση, φαίνεται ότι οι υποπληθυσμοί ανακάμπτουν ικανοποιητικά μετά από πυρκαγιά.</p><p>Εξαιτίας των παραπάνω, θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που να συνηγορούν για την ένταξη της Asperula elonea σε οποιαδήποτε κατηγορία άμεσα απειλουμένων ειδών σύμφωνα με την IUCN (2001), με την προϋπόθεση ότι δεν θα πραγματοποιηθούν δραστικές αλλαγές στους βιοτόπους τη. Η απουσία άμεσων κινδύνων, η εύρεση υγιών υποπληθυσμών με πολυάριθμα άτομα και ο συνολικός αριθμός των φυτών που αγγίζουν ή ξεπερνούν τα 100.000 επιτρέπουν την μετακίνηση του είδους στην κατηγορία Χαμηλού Κινδύνου (LR) (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005). Εντούτοι, η A. elonea παραμένει ένα ενδημικό είδος με μικρή σχετικά εξάπλωση, για το οποίο θα πρέπει να ληφθούν όλα τα μέτρα ώστε να συνεχισθεί απρόσκοπτα η διατήρησή του στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Το σημαντικότερο μέτρο προστασίας της Asperula elonea είναι η διατήρηση των φυσικών βιοτόπων της στην σημερινή τους κατάσταση και η αποφυγή εντόνων ανθρωπίνων επεμβάσεων μελλοντικά.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD81FF32D9ABFE833CB6FB23	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD9FFF2CD9ABFF693CB6FB23.text	0397C81BBD9FFF2CD9ABFF693CB6FB23.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asperula malevonensis Ehrend. & Schonbeck-Temesy	<div><p>Asperula malevonensis Ehrend. &amp; Schönbeck-Temesy</p><p>Rubiaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Asperula malevonensis Ehrend. &amp; Schönbeck-Temesy in Strid &amp; Tan (eds), Mount. Fl. Greece 2: 294 (1991).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομοί Αρκαδία/ Λακωνία] "in cacumine montis Malevo Laconiae, 6000 ped.", 7/19 Jul. 1850, Orphanidis 52 (Ολότυπο: WU. Iσότυποι: ATHU, WU).</p><p>Συνώνυμα: Asperula boissieri Heldr. ex Boiss. var. transiens Halácsy in Österr. Bot. Z. 45: 340, 385 (1895).</p><p>Περιγραφή: Χαμηλή, πολυετής πόα με ξυλώδη βάση και λεπτούς υπόγειους βλαστού, υπέργειο τμήμα σχηματίζον πυκνό τάπητα. Στελέχη ύψους 1-6 cm, με τετραγωνική διατομή, ακέραια ή με λίγες διακλαδώσει, ανθοφόροι βλαστοί ανερχόμενοι, με πυκνή τρίχωση (τρίχε μήκους 0,1-0,2 mm), σπάνια σχεδόν λείοι. Φύλλα γραμμοειδήλογχοειδή, σε πυκνούς σπονδύλους των 4, μεγέθους 6-10 x 0,4-0,7 mm, ευθυτενή έως καμπυλωτά, λεία ή τριχωτά στα επίπεδα ή ελαφρώς συνεστραμμένα κράσπεδα (τρίχε μήκους έως 0,5 mm), με υαλώδες αποληκτικό εξάρτημα μήκους έως 1 mm και προεκβάλλουσα μεσαία νεύρωση στην κάτω επιφάνεια που καταλαμβάνει περίπου το μισό του πλάτους του φύλλου. Ταξιανθία βραχεία με 1-3 ολιγανθείς ψευδοσπονδύλου. Βράκτια ανάλογα των φύλλων, ελαφρά συνενωμένα στη βάση του, βλεφαριδωτά με ακιδωτή απόληξη.Στεφάνη χοανοειδή, ρόδινη, μήκους 4-6,5 mm με σωλήνα περίπου διπλάσιο των λοβών, λοβοί επιμήκει, αμβλείς με αραιές σκληρές τρίχες και εξαρτήματα με θηλοειδείς προεκβολέ. Ωοθήκη θηλοειδή, ώριμα καρπίδια (σχιζοκάρπια) ωοειδή-νεφροειδή, 1,8-2,1 mm, γλαυκοπράσινα ως καστανοπράσινα, με πυκνές θηλές ιδιαίτερα στη ράχη, ενίοτε με καστανές κηλίδε.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Τα ώριμα καρπίδια εμφανίζονται αργά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από τις ανώτερες περιοχές δύο κορυφών του όρους Πάρνωνα, την υψηλότερη Μεγάλη Τούρλα και τη γειτονική Ρούσσα Πέτρα.</p><p>Βιότοποç: Η Asperula malevonensis φύεται σε ανοικτές περιοχές της υπαλπικής ζώνη, σε ασβεστολιθικό, χαλικώδες υπόστρωμα που, όμω, συγκρατεί αρκετό γόνιμο χώμα. Επιπλέον, έχει βρεθεί σε εντελώς πετρώδες υπόστρωμα, όπου φύεται σε ρωγμές διαβρωμένων μικρών βράχων και σε θύλακες εδάφους μεταξύ σταθεροποιημένων γειτονικών λίθων. Τα φυτά σχηματίζουν συστάδε. Οι θέσεις όπου εμφανίζονται οι υποπληθυσμοί έχουν μικρή έως μηδενική κλίση, ενώ δεν έχουν παρατηρηθεί άτομα σε κατακόρυφους ασβεστολιθικούς κρημνούς ή βράχου. Τα υπέργεια τμήματα του φυτού λαμβάνουν την μορφή μικρού τάπητα. Σπάνια παρατηρήθηκαν φυτά να προεκβάλλουν από τον ακανθωτό Astragalus angustifolius subsp. angustifolius με τον οποίον συνυπάρχουν.</p><p>Το είδος φύεται σε υψόμετρο 1.600-1.930 m και οι δύο υποπληθυσμοί απέχουν μεταξύ τους περίπου 1.000 m. Οι υποπληθυσμοί της κορυφής Ρούσσα Πέτρα έχουν βόρειο προσανατολισμό, ενώ οι υποπληθυσμοί της Μεγάλης Τούρλας έχουν διαφόρους προσανατολισμού. Τα περισσότερο συνήθη είδη που εμφανίζονται μαζί με την A. malevonensis είναι τα: Anthemis laconica, Astragalus angustifolius subsp. angustifolius, Centaurea athoa subsp. parnonia, Galium thymifolium, Sideridis clandestina subsp. clandestina, Viola parnonia κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Asperula malevonensis συγγενεύει με την A. nitida Sm., είδος της Μικράς Ασία, διαφέρει όμως από αυτή στο ισχυρό και πλατύ μεσαίο νεύρο των στενότερων φύλλων, στην παρουσία τρίχωσης στη στεφάνη και στις θηλοειδείς προεκβολές των εξαρτημάτων (Ehrendorfer &amp; Schänbeck-Temesy 1991). Από την επίσης συγγενική και ενδημική της Ελλάδας Α. pulvinaris Heldr. ex Boiss. διαφέρει στο μακρύτερο υαλώδες αποληκτικό εξάρτημα των φύλλων, στην λιγότερο τριχωτή στεφάνη και στον βραχύτερο σωλήνα του άνθου. Δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική διαφορά στο χρώμα της στεφάνης μεταξύ των δύο τελευταίων ειδών, αφού η Α. pulvinaris είναι ποικιλόμορφη ως προς τον συγκεκριμένο χαρακτήρα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Σύμφωνα με παρατηρήσεις στο πεδίο, τα άτομα της Asperula malevonensis στην κορυφή Ρούσσα Πέτρα δεν φαίνεται να ξεπερνούν τα 200, διεσπαρμένα στη βόρεια πλευρά της κορυφής και κυρίως στην κορυφογραμμή προς τη Μεγάλη Τούρλα. Στη Μεγάλη Τούρλα υπάρχουν ομάδες φυτών σε διάφορα σημεία της περιοχής της κορυφή, πάντα όμως με μικρό αριθμό ατόμων. Ο συνολικός αριθμός των φυτών εδώ υπολογίζεται περίπου σε 2.000-4.000. Τα περισσότερα φυτά φαίνεται να είναι αρκετά μεγάλης ηλικία, ενώ τα νεαρά άτομα είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Είναι αξιοσημείωτο, επίση, το γεγονός ότι κορυφές του Πάρνωνα που έχουν ερευνηθεί διεξοδικά, όπως η Γαϊτανόρραχη και η Ψαρή, παρά τις μεγάλες ομοιότητες τους σε υψόμετρο, μορφολογία, υπόστρωμα, ανθρώπινες δραστηριότητες κ.λπ. με τη Μεγάλη Τούρλα, δεν φιλοξενούν κάποιο υποπληθυσμό του είδου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Asperula malevonensis είναι ένα σπάνιο και πολύ τοπικό είδο, που μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των Tρωτών (VU) της IUCN (2001) με βάση το κριτήριο D2. Στην περιοχή όπου φύεται, αναπτύσσεται έντονη κτηνοτροφική δραστηριότητα, όμω, για μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, μεταξύ των μηνών Ιουλίου και Σεπτεμβρίου και μόνο από κοπάδια προβάτων. Τα ζώα δεν θίγουν το είδο, όμω, ποδοπατούν τους υποπληθυσμούς του και με αυτό τον τρόπο παρεμποδίζουν ιδιαίτερα την ανάπτυξη νεαρών αρτιβλάστων. Τα άτομα της A. malevonensis, που φύονται σε σχεδόν επίπεδες επιφάνειε, φαίνεται να προστατεύονται λιγότερο αποτελεσματικά από το ποδοπάτημα, συγκριτικά με τα φυτά τα οποία φύονται ανάμεσα σε λίθους ή σε ρωγμές μικρών βράχων. Μία πιθανή αλλαγή του τρόπου βόσκηση, με την εισαγωγή αιγών στην περιοχή, θα επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές επιβίωσης του είδου, επειδή οι αίγες έχουν εύκολη πρόσβαση σε βραχώδεις θέσει. Ο ιδιαίτερα μικρός αριθμός νεαρών ατόμων της A. malevonensis θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω, τόσο in situ όσο και με πειράματα φύτρωσης σπερμάτων. Τέλο, είναι ακόμη άγνωστο πως θα επηρεάσουν τους υποπληθυσμούς του είδους οι διαφαινόμενες αλλαγές του κλίματος που έχουν ως αποτέλεσμα τη μικρότερη χιονόπτωση και τη μικρότερης διάρκειας χιονοκάλυψη των υψηλών κορυφών του Πάρνωνα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: O σημαντικός αριθμός των σπανίων φυτικών ειδών που φύονται στα ανώτερα τμήματα του όρους Πάρνωνα θα πρέπει να προστατευθεί από ενδεχόμενες δυσμενείς ενέργειε, όπως οι αλλαγές στον τρόπο βόσκησης της περιοχή, οι διανοίξεις επιπλέον περιπατητικών μονοπατιών ή αγροτικών δρόμων, η υπερβολική κυνηγετική δραστηριότητα και η ανεξέλεγκτη συλλογή. Οι τοπικοί συλλέκτες τσαγιού του βουνού ( Sideritis spp.) θα πρέπει να αποφεύγουν να ποδοπατούν ή να καταστρέφουν με άλλο τρόπο το είδο.</p><p>Η μεταφορά της Asperula malevonensis στην καλλιέργεια θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό μέτρο για την ex situ προστασία τη. Όμω, κάτι τέτοιο προϋποθέτει τη μελέτη της βιολογίας του είδου, καθώς και των συνθηκών φύτρωσης των σπερμάτων του, έρευνα η οποία θα πρέπει να επεκταθεί σε πολλά σπάνια είδη της ελληνικής χλωρίδα. Η επιτυχημένη καλλιέργεια του συγκεκριμένου είδους και άλλων υπαλπικών φυτών σε χαμηλά υψόμετρα προϋποθέτει την αναπαραγωγή των συνθηκών που επικρατούν στα ορεινά οικοσυστήματα, με έμφαση στην αντιμετώπιση της αυξημένης θερμοκρασίας του θέρους.</p><p>Eλευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD9FFF2CD9ABFF693CB6FB23	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD9DFF29D9ABFE833CBEFB20.text	0397C81BBD9DFF29D9ABFE833CBEFB20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asperula naufraga Ehrend. & Guterm.	<div><p>Asperula naufraga Ehrend. &amp; Guterm.</p><p>Rubiaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Asperula naufraga Ehrend. &amp; Guterm. in Bot. Chron. 13: 62 (2000).</p><p>Tύποç: [Ελλά (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Ζάκυνθο] "Zakinthos Island, place known as Faros Keriou, close to the village of Keri, steep rocky slopes facing the sea, limestone, 37ª 39³ N, 20ª 39³ E, alt. 80-100 m, 14 June 1998, Constantinidis 7898 (Ολότυπο: UPA. Ισότυπο: WU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με αρκετoύς βλαστούς σχηματίζοντες αραιές συστάδε. Βλαστοί πολύ εύθραυστοι, κατακείμενοι έως ανερχόμενοι, λείοι, ελαφρώς αποξυλωμένοι στο κατώτερο τμήμα του, γλαυκοπράσινοι, μήκους 15-25 cm, με ραβδώσει, σχηματίζοντες λευκωπέ, διαφανείς γωνίε. Στελέχη ξηραινόμενα αργά το θέρος και το φθινόπωρο, αντικαθιστάμενα στη βάση του φυτού κάθε χειμώνα ή άνοιξη. Παράφυλλα απόντα, φύλλα 2 ανά γόνατο, αποκλίνοντα έως όρθια, αυτά του μεσαίου μέρους του βλαστού βραχύτερα των μεσογονατίων διαστημάτων, μήκους 7-15 mm, με βραχύ ακιδωτό άκρο, τα ανώτερα φύλλα βραχύτερα των μεσαίων. Ταξιανθία σε 1-2 ημιτελικά και 2-4 ακραία, πολύ συμπυκνωμένα μεσογονάτια διαστήματα. Άνθη σχεδόν επιφυή, στεφάνη ρόδινη, μήκους 3,5-4 cm, λοβοί περίπου 1 mm, στήμονες εσωκλειόμενοι στον σωλήνα και τοποθετημένοι περίπου στο μέσον του, στύλος άνισα δισχιδή, μήκους 1,2-1,5 mm, ωοθήκη με ισχυρά επάρματα. Ώριμοι καρποί δεν έχουν περιγραφεί.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 20 (Gutermann &amp; Ehrendorfer 2000).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό στη νήσο Ζάκυνθο. Γνωστό μόνο από λίγες κρημνώδεις θέσεις στις Δ. και ΝΔ. ακτές της νήσου.</p><p>Βιότοποç: Η Asperula naufraga είναι ένα σχεδόν υποχρεωτικό χασμόφυτο (έχει βρεθεί μόνο μία φορά σε πετρώδη πλαγιά), το οποίο φύεται στους ασβεστολιθικούς κρημνούς και βράχου, σε θέσεις που είναι, εν μέρει, προστατευμένες από τον ήλιο. Αν και αρκετές από αυτές τις θέσεις αντικρίζουν την θάλασσα, τα φυτά βρίσκονται μακριά από την άμεση επίδραση της αλατότητας του θαλασσινού νερού. Εμφανίζεται σε υψόμετρο 15- 150 m, και σε οριζόντια απόσταση 0-40 m από την θάλασσα. Προτιμά ρωγμές και σχισμές βράχων, όπου φαίνεται να υπάρχει λίγο ή καθόλου χώμα. Πολλές από τις θέσεις της είναι πρακτικά απρόσιτε. Συνοδεύεται συχνά από ξυλώδη ή αναρριχητικά είδη, όπως τα Erica manipuliflora, Hypericum aegypticum subsp. webbii, H. empetrifolium subsp. empetrifolium, Pistacia lentiscus, Rhamnus alaternus, Smilax aspera, Teucrium capitatum, καθώς επίσης και από τοπικά ενδημικά όπως τα Stachys ionica και Teucrium halacsyanum . Το συγκεκριμένο είδος φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται καλά στον ανταγωνισμό με άλλα κοινά φυτικά είδη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Asperula naufraga, μέλος της sect. Cynanchicae, ανήκει σε έναν ιδιαίτερο κλάδο, γνωστό με το προσωρινό όνομα ser. Palaeomediterraneae. Τα μέλη του κλάδου αυτού εξαπλώνονται σύμφωνα με ένα αλληλοαποκλειόμενο και διακεκομμένο πρότυπο από τις νήσους της Αδριατικής και του Ιονίου μέχρι τη Ν. Ιταλία, τις Βαλεαρίδες νήσους και τις αντίστοιχες ακτές της ΝΑ. Ισπανία. Εντός της συγκεκριμένης εξάπλωση, η A. naufraga κατέχει την νοτιοανατολικότερη θέση (Gutermann &amp; Ehrendorfer 2000). Όλη η ομάδα φαίνεται να είναι ένα παλαιό υπολειμματικό σύνολο μεσογειακών χασμοφυτικών ειδών, τα οποία, προφανώ, εκφράζουν την τοπογραφία κατά το ανώτερο Τριτογενέ, όταν οι θέσεις της ξηράς και της θάλασσας είχαν αρκετά διαφορετική μορφή από την σημερινή. Οι πλησιέστεροι ταξινομικοί συγγενείς της A. naufraga είναι η A. woloszczakii B. Korica, η οποία παρουσιάζει σαφή βράχυνση των κατωτέρων μεσογονατίων διαστημάτων, ετεροφυλλία και μακρύτερους ποδίσκους ταξιανθίας και ανθέων, η A. garganica Huter, Porta &amp; Riga ex Ehrend. &amp; Krendl, με περισσότερους λεπτούς και τριχωτούς βλαστούς που φέρουν μικροσκοπικά παράφυλλα, η A. borbasiana (B. Korica) B. Korica που φέρει μικρά παράφυλλα, διακλαδισμένους βλαστούς με τριχωτά κατώτερα τμήματα και οι A. staliana Vis. και A. visianii B. Korica, οι οποίες έχουν συνήθως πλατύτερα φύλλα με μικρά παράφυλλα και μεγαλύτερη στεφάνη (Gutermann &amp; Ehrendorfer 2000).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι συνολικά γνωστοί υποπληθυσμοί της Asperula naufraga είναι πέντε. Ο βορειότερος είναι πλησίον του κόλπου Πόρτο Βρώμη και ο νοτιοδυτικότερος εμφανίζεται στα δυτικά τμήματα του ακρωτηρίου Μαραθιά. Ένας καλά ανεπτυγμένος υποπληθυσμός βρίσκεται κοντά στον φάρο του χωριού Κερί. Περισσότεροι υποπληθυσμοί αναμένεται να υπάρχουν στο υψηλό, εκτεταμένο και πολύ απότομο σύστημα κρημνών της Δ. Ζακύνθου, των οποίων τα μεσαία και ανώτερα τμήματα είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να προσεγγισθούν, είτε από ξηρά είτε από θάλασσα. Ο κάθε γνωστός υποπληθυσμός αποτελείται από 10-50 φυτά, όμως ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια, εξαιτίας του πολύ απόκρημνου βιοτόπου. Οι υποπληθυσμοί εμφανίζονται να είναι τοπικοί και ασυνεχείς και ενδεχομένως αποτελούν υπολείμματα μίας παλαιότερης περισσότερο εκτεταμένης και ομοιόμορφης εξάπλωση. Έχουν βρεθεί τόσο ενήλικα όσο και νεαρά φυτά, αλλά η δημιουργία νέων φυτών από σπέρματα, σε ένα πολύ τραχύ και μεγάλης κλίσης περιβάλλον, είναι σε μεγάλο βαθμό συνέπεια καλής τύχη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι περισσότεροι από τους υποπληθυσμούς της Asperula naufraga είναι καλά προστατευμένοι από οποιαδήποτε επίδραση, εξαιτίας του απρόσιτου βιοτόπου του. Όμω, εξακολουθούν να υπόκεινται σε τυχαίες δυσμενείς συνθήκε, οι οποίες μπορεί να έχουν αποφασιστική επίδραση σε τόσο μικρούς υποπληθυσμού. Οι ισχυροί σεισμοί δεν είναι σπάνιοι στην Ζάκυνθο και μπορεί να καταστρέψουν τους βιοτόπους του είδους αποκολλώντας τμήματα βράχων προς την θάλασσα. Επιπλέον, έχουμε άγνοια του τρόπου αναπαραγωγής του είδους και της δυνατότητας εγκατάστασης νέων φυτών στο κρημνώδες οικοσύστημα. Ο κατακερματισμός των υποπληθυσμών δυσκολεύει την μεταφορά γονιδίων και πιθανότατα οδηγεί σε σημαντική ενδογαμία. Επίση, οι βοτανικοί, επαγγελματίες ή ερασιτέχνε, οι οποίοι συλλέγουν το φυτό για τον πλουτισμό των βοτανικών συλλογών ή για καλλιέργεια, συμβάλλουν στην μείωση των ατόμων σε ορισμένους υποπληθυσμού. Θεωρούμε ότι το είδος έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να συμπεριληφθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) της IUCN (2001) πληρώντας τα κριτήρια C2a(ii) και D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Είναι σημαντική η διατήρηση των δυτικών, σχετικά ανεπηρέαστων κρημνών της Ζακύνθου στην τωρινή τους κατάσταση, ιδιαιτέρως σε ένα νησί που αποτελεί προορισμό πολλών τουριστών κατά την διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Οι βοτανικοί θα πρέπει να αποφεύγουν να συλλέγουν το είδος στις λίγες προσιτές θέσεις του. Οι περιβαλλοντικές οργανώσει, που ενεργοποιούνται στη Ζάκυνθο, θα πρέπει να είναι ενήμερες για την ύπαρξη αυτού του σπάνιου φυτού, να συμβάλλουν στην ανακάλυψη νέων υποπληθυσμών, να αξιολογούν την κατάσταση των γνωστών υποπληθυσμών και να προχωρήσουν στην αποτελεσματική in situ διατήρηση του είδου.</p><p>Ένας μικρός αριθμός καρπών της Asperula naufraga θα μπορούσε να συλλεχθεί, σε μία προσπάθεια να καλλιεργηθεί το είδο, να μελετηθεί η βιολογία του και να πολλαπλασιασθεί ex situ. Καθώς τέτοια σπάνια είδη μπορεί να εξαφανισθούν από ορισμένες θέσεις τους χωρίς εμφανείς λόγου, το υλικό σε καλλιέργεια μπορεί να προσφέρει την πιθανότητα επανεισαγωγής ατόμων στο φυσικό τους περιβάλλον, αν κάτι τέτοιο χρειασθεί.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD9DFF29D9ABFE833CBEFB20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD9AFF2BD9B2FE833CBEFB07.text	0397C81BBD9AFF2BD9B2FE833CBEFB07.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asperula saxicola Ehrend.	<div><p>Asperula saxicola Ehrend.</p><p>Rubiaceae</p><p>Asperula saxicola Ehrend. in Bot. J. Linn. Soc. 68: 269 (1974).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αρκαδία] "distr. Arkadia, large vertical rocks facing NW, 3 km ENE of the village of Agiorgitika (c. 15 km E of Tripolis)", 820-860 m, 12 July 1966, Strid 23386 (Ολότυπο: LD. Ισότυπο: W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές ποώδες φυτό, σχηματίζον μικρούς θυσάνου, με ξυλώδη βάση. Στελέχη συνήθως 5-100 ή περισσότερα ανά φυτό, όρθια έως καμπυλούμενα, μήκους έως 30 cm, ακέραια ή με λίγες διακλαδώσεις στο κατώτερο τμήμα του, με τετραγωνική διατομή και ενίοτε με προεκβάλλουσες ακμέ, τρίχωμα αφιστάμενο. Φύλλα 4-6 ανά σπόνδυλο, ελλειπτικά έως αντωοειδή, 2,5-5 x 1,6-2,5 mm, αμβλέα έως οξέα, με αραιό αφιστάμενο τρίχωμα ιδιαίτερα στην επάνω επιφάνεια. Ταξιανθία σε μικρού, σύνθετους βότρεις κατά μήκος του βλαστού, στηριζόμενοι σε βραχείς ποδίσκου. Ποδίσκοι ανθέων μήκους 0,5-2 mm, βράκτια βραχύτερα των ποδίσκων. Στεφάνη χοανοειδή, διαμέτρου 2-3 mm, με πολύ βραχύ σωλήνα, λεία, κίτρινη, ενίοτε με ιώδεις αποχρώσει, χωρίς γραμμώσεις ή στίγματα. Λοβοί τριγωνικοί, μήκους 0,6-0,8 mm, με οξεία απόληξη. Στύλος βραχύτερος της ωοθήκη, στίγμα στρογγυλό. Καρπίδια (σχιζοκάρπια) μήκους 1,5-2 mm, λεία, στιλπνά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Ιατρού 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιο. Σπάνια η ανθοφορία μπορεί να ξεκινά από τα τέλη του Μαϊου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο ενδημικό είδος της Ελλάδα. Παλαιότερα ήταν γνωστό μόνο από βραχώδεις εξάρσεις κοντά στο χωριό Αγιωργίτικα της Πελοποννήσου. Νεότερες έρευνες έχουν ανακαλύψει πληθυσμούς σε τρία ακόμη ορεινά συγκροτήματα: το Αρτεμίσιο, τον Κτενιά και τον Πάρνωνα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005), ενώ πιθανότατα το είδος εξαπλώνεται, επίση, στο όρος Παρθένιο. Όλη η περιοχή εξάπλωσης του είδους εντοπίζεται στα ανατολικά τμήματα της Κ. Πελοποννήσου.</p><p>Βιότοποç: Η Asperula saxicola είναι χασμοφυτικό είδο, που φύεται κατά κύριο λόγο σε ασβεστολιθικούς βράχου, σε υψόμετρο 550-1.500 m. Το μέγεθος των βράχων μπορεί να ποικίλει, από μεμονωμένους όγκους ύψους 1-2 m μέχρι κρημνούς ύψους πολλών δεκάδων μέτρων. Τα φυτά συνήθως προτιμούν μικρές κυρτώσεις ή σκιαζόμενες σχισμές στους βράχου, καθώς επίσης επίπεδες προεκβολές και αναβαθμίδες σε δυσπρόσιτες πλευρές των βραχωδών θέσεων. Τα περισσότερα φυτά ανευρίσκονται σε τοποθεσίες με βόρεια ή δυτική έκθεση, όμως μεμονωμένα άτομα εμφανίζονται σε ποικίλες εκθέσει. Μεταξύ των ειδών που συμβιώνουν με την A. saxicola συγκαταλέγονται τα: Αcer sempervirens, Aubrieta deltoidea, Centranthus ruber subsp. sibthorpii, Cephalaria ambrosioides, Hippocrepis emerus subsp. emeroides, Odontites linkii subsp. linkii, Pistacia terebinthus, Pterocephalus perennis subsp. perennis, Ptilostemon chamaepeuce, Quercus coccifera, Scrophularia heterophylla, Silene congesta κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Asperula saxicola ανήκει στην Α. sect. Thliphthisa (Schänbeck-Temesy &amp; Ehrendorfer 1985) και είναι συγγενής με την ενδημική Α. boryana (Walp.) Ehrend., η οποία εξαπλώνεται νοτιότερα, κυρίως στα όρη Πάρνωνας και Ταΰγετο. Διαφέρει από την δεύτερη στο βραχύτερο τρίχωμα, στην στενή και με ελάχιστες διακλαδώσεις ταξιανθία, η οποία καταλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα του βλαστού και δεν περιορίζεται μόνο στα ανώτερα τμήματά του, στα βράκτια που είναι βραχύτερα των ποδίσκων της ταξιανθίας και των ποδίσκων του άνθους και στην στεφάνη που δεν φέρει τρίχωμα εξωτερικά. Η πρόσφατη ανακάλυψη υποπληθυσμών της A. saxicola στα βορειοανατολικά τμήματα του Πάρνωνα υποδηλώνει ότι τα δύο είδη φύονται σχεδόν παραπατρικά και ενδέχεται να υβριδίζουν.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι δύο υποπληθυσμοί του Πάρνωνα πιθανότατα συμπίπτουν με το νότιο όριο της εξάπλωσης του είδους και αριθμούν αρκετές εκατοντάδες άτομα, πολλά από τα οποία φύονται σε απρόσιτους κρημνού. Στην περιοχή γύρω από το χωριό Αγιωργίτικα το είδος δεν είναι πολύ κοινό και περιορίζεται αποκλειστικά στη ζώνη των βράχων κοντά στο χωριό. Στο όρος Αρτεμίσιο ο συνολικός πληθυσμός του είδους υπερβαίνει τα 15.000 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία εντοπίζονται στα ανώτερα τμήματα του όρου. Κάτι τέτοιο υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι μία από τις κύριες εκτάσεις εξάπλωσης της Asperula saxicola (Παρασκευόπουλο 2006). Η έρευνα του όρους Κτενιά βρίσκεται σε εξέλιξη. Μέχρι σήμερα έχουν εντοπισθεί υποπληθυσμοί τουλάχιστον στα νότια τμήματα του όρου. Αν στα υπόλοιπα τμήματα του Κτενιά υπάρχει ανάλογος αριθμός ατόμων με αυτόν που έχει ήδη επισημανθεί, τότε ο συνολικός πληθυσμός εδώ είναι μεγαλύτερος του Αρτεμισίου και μαζί οριοθετούν την κύρια εξάπλωση του είδου. Περισσότερη μελέτη απαιτείται στα δυτικά και βόρεια τμήματα του όρους Παρθένιο, το οποίο είναι πολύ πιθανό ότι, επίση, φιλοξενεί υποπληθυσμούς του είδου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: O σχετικά περιορισμένος πληθυσμό, που ήταν παλαιότερα γνωστός κοντά στο χωριό Αγιωργίτικα, είχε δικαιολογημένα οδηγήσει την ένταξη του είδους στην κατηγορία των Τρωτών (VU). Οι περισσότερο εκτεταμένοι και με μεγαλύτερο αριθμό ατόμων πληθυσμοί που ανακαλύφθηκαν στην συνέχεια, μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα απώλειας του είδους και θέτουν τις προϋποθέσεις για την ένταξή του στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ) ειδών, σύμφωνα με την IUCN (2001). Αν ο πληθυσμός του όρους Κτενιά αποδειχθεί ιδιαίτερα πολυμελή, όπως δείχνουν οι πρώτες ενδείξει, τότε ίσως χρειασθεί επαναξιολόγηση του είδου.</p><p>Όλοι οι πληθυσμοί που έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί, αναπτύσσονται είτε σε περιοχές που έχουν μικρή βόσκηση είτε σε θέσεις απρόσιτες για τα βόσκοντα ζώα. Η Asperula saxicola δεν φαίνεται να διαθέτει κάποιου είδους άμυνα στην βόσκηση, προστατεύεται, όμω, από τα ζώα εξαιτίας του σχετικά απρόσιτου βιοτόπου τη.</p><p>Η δημιουργία αιολικού πάρκου στον Κτενιά που βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς και μελλοντικά σχέδια ανάπτυξης εγκαταστάσεων και υποδομών σε άλλους ορεινούς όγκους που φιλοξενούν το είδο, θα πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να επιφέρουν τις λιγότερες αρνητικές συνέπειες στους πληθυσμούς του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι απόκρημνοι, βραχώδεις βιότοποι του είδους φαίνεται να είναι, προς το παρόν, σχετικά ασφαλείς από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Εντούτοι, η Asperula saxicola και πολλά άλλα χασμοφυτικά είδη διαβιούν σε δύσκολες συνθήκες που ενδεχομένως επηρεάζονται από κλιματικές αλλαγές όπως η αύξηση της θερμοκρασίας ή η μείωση των βροχοπτώσεων. Προτείνεται η ανά τακτά χρονικά διαστήματα παρακολούθηση μεγάλων πληθυσμών του είδου, ώστε να επισημανθούν εγκαίρως μεταβολές στους αριθμούς των ατόμων.</p><p>Η δημιουργία αιολικού πάρκου στον Κτενιά που βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς και μελλοντικά σχέδια ανάπτυξης εγκαταστάσεων και υποδομών σε άλλους ορεινούς όγκους που φιλοξενούν το είδο, θα πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μην επηρεάσουν τους πληθυσμούς του. Η καλλιέργεια της A. saxicola σε Ινστιτούτα και Βοτανικούς Κήπους θα συμβάλλει στην ex situ προστασία τη. Το φυτό είναι κατάλληλο για βραχόκηπους και μπορεί να συνδυασθεί με άλλα σπάνια είδη που εμφανίζουν ανάλογες απαιτήσει.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Ευάγγελοç Παρασκευόπουλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD9AFF2BD9B2FE833CBEFB07	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD98FF25D9B2FF693CBEFCE0.text	0397C81BBD98FF25D9B2FF693CBEFCE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asplenium creticum Lovis, Reichst. & Zaffran	<div><p>Asplenium creticum Lovis, Reichst. &amp;Zaffran</p><p>Aspleniaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Asplenium creticum Lovis,Reichst.&amp;Zaffran in Ann.Mus.Goulandris1:145(1073).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Dhikti, limestone rocks, Mt. Afendi Hristo, c. 1800 m. alt.", 25 July 1966, Zaffran A-80 (τα σπόρια σπάρθηκαν στην Βασιλεία της Ελβετίας στις 20 Αυγ. 1967 και αυτά της δεύτερης γενεάς στις 27 Σεπτ. 1970, η συλλογή του Tύπου έγινε στις 25 Σεπτ. 1972, Herbarium T. Reichstein, Basel, nο. 2050 (Ολότυπο: BM. Iσότυποι: B, G, K, P, ZT).</p><p>Περιγραφή: Νανώδης πολυετής πτέρη. Ρίζωμα όρθιο, βραχύ, λέπια καστανά, μήκους ±3 mm, κατώτερο τμήμα τους λογχοειδές με μία σκουρόχρωμη κεντρική ταινία, ανώτερο τμήμα γραμμοειδέ. Φύλλα παραμένοντα, μίσχος καστανός μόνο στη βάση του, στο υπόλοιπο μήκος πράσινο, συνήθως 1-3 cm, συνηθέστερα βραχύτερος του ελάσματο, με λίγες βραχείε, αδενώδεις τρίχε, έλασμα με περίγραμμα στενά τριγωνικό-λογχοειδέ, 1- έως 2-πτερωτό, διαστάσεων 2-5(-7) x 0,8-2 cm, άτριχο, λοβοί σε 4-6(-10) ζεύγη, οι χαμηλότεροι με ένα μίσχο 0,5-2 mm, οι ανώτεροι άμισχοι, λοβοί της βάσης συνήθως ελαφρώς μεγαλύτεροι από τους υπόλοιπου, αποληκτικά τμήματα μάλλον ευρέα, σφηνοειδή ή σχεδόν παραλλήλως τοποθετημένα, με βραχείς οδόντε. Σωροί 4-8 για κάθε αποληκτικό τμήμα, τοποθετημένοι στην κατώτερη κεντρική περιοχή του λοβού, διαστάσεων 1-1,5 mm, επικαλυπτόμενοι στην ωριμότητα. Σπόρια καστανά, διαστάσεων 38-41(-45) μm με ευκρινείς προεκβολές του περισπορίου ύψους 4-8 μm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 4x = 144 (Reichstein &amp; al. 1973).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eνδημικό είδος των υψηλών ορέων της Κρήτη, προς το παρόν γνωστό από τους ορεινούς όγκους των Λευκών Ορέων και της Δίκτη, στα δυτικά και τα ανατολικά τμήματα της Κρήτη, αντιστοίχω.</p><p>Βιότοποç: Ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων σε υψόμετρο μεταξύ 1.700-2.200 m, ορισμένες φορές φυόμενο μαζί με άλλα πτεριδόφυτα όπως τα Asplenium aegaeum, A. rutamuraria και A. trichomanes subsp. quadrivalens .</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τον Zaffran (1970) και τους Reichstein &amp; al. (1973), το Asplenium creticum εμφανίζει μορφολογική ομοιότητα με το A. daghestanicum Christ από τον Καύκασο και το A. quezelii Tardieu από τον ορεινό όγκο του Τιμπεστί του Β. Τσαντ και της Ν. Λιβύη. Εντούτοι, το είδος έχει, προφανώ, ανεξάρτητη προέλευση, ως αλλοτετραπλοειδές προερχόμενο από τα δύο διπλοειδή είδη Asplenium aegaeum Lovis &amp; al. και A. viride Huds. (Brownsey &amp; Jermy 1973). Η προέλευση του είδους συζητείται εκτενώς από τον Brownsey (1976).</p><p>Το Asplenium creticum σχηματίζει φυσικά υβρίδια με το A. trichomanes subsp. quadrivalens D. E. Mey, τα οποία έχουν ονομασθεί A. x khaniense Brownsey &amp; Jermy (1975). Τα υβρίδια βρέθηκαν το 1971 στα Λευκά Όρη, στη βόρεια πλευρά της κορυφής Άγιο Πνεύμα στα 2.100 m, σε μία κατακόρυφη σκιαζόμενη ρεματιά, ανάμεσα σε ασβεστολιθικούς βράχου, όπου φύονταν μαζί με τους γονείς και τα είδη A. aegaeum και A. ruta-muraria L.</p><p>Έξι συλλογές από το όρος Geyik Dag της επαρχίας Antalya (Antalya Vilayet) της Ν. Τουρκίας συγκρίθηκαν με το Asplenium creticum από τους Parris &amp; Fraser-Jenkins (1980, "n[ea]r A. creticum ") και Davis &amp; al. (1988, "μπορεί να ανήκουν σε αυτό το είδο, όμως χρειάζεται επιβεβαίωση"). Εφόσον δεν έχει υπάρξει επιβεβαίωση της ταυτότητας αυτών των αμφιβόλων αναφορών από την Τουρκία, οι Turland &amp; al. (1993) και Turland (στου Fielding &amp; Turland 2005) διατήρησαν το A. creticum ως ενδημικό της Κρήτη. Στην πραγματικότητα, οι συλλογές από το Geyik Dag δεν σχετίζονται με το A. creticum, αλλά αποτελούν το υλικό πάνω στο οποίο βασίσθηκε ο τύπος ενός διαφορετικού τοπικού ενδημικού είδου, του A. tadei Fraser-Jenk. &amp; Schneller (Fraser-Jenkins &amp; Schneller 1987), το οποίο πιθανώς δημοσιεύθηκε πολύ αργά για να συμπεριληφθεί στο πρώτο παράρτημα της Flora of Turkey (Davis &amp; al. 1988) και παραβλέφθηκε από τον Turland, όμω, συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο παράρτημα της Flora of Turkey (Güner 2000).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον εννέα υποπληθυσμοί του είδους είναι γνωστοί: οι έξι από αυτούς στα Λευκά Όρη και οι τρεις στο όρος Δίκτη. Λίγα δεδομένα υπάρχουν σχετικά με το μέγεθος των υποπληθυσμών, αν και οι Brownsey &amp; Jermy (1973) κατέγραψαν το είδος ως "άφθονο" στην περιοχή Λιβάδα των Κ. Λευκών Ορέων και ως "μικροί πληθυσμοί" στο όρος Σπαθί του ορεινού όγκου της Δίκτη. Φαίνεται πιθανό ότι ο συνολικός πληθυσμός υπερβαίνει τα 1.000 ενήλικα άτομα. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι μόνο ±10 km2. Δεν έχει παρατηρηθεί μετρήσιμη συνεχής μείωση ή υπερβολικές μεταβολές στον αριθμό των ενηλίκων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το απρόσιτο περιβάλλον των βιοτόπων του Asplenium creticum το προστατεύει αποτελεσματικά από τα βόσκοντα ζώα. Όμω, ενδέχεται να υπάρχουν πιθανές απειλές από την υπερσυλλογή του είδους από βοτανικούς και κηπουρούς (που μπορεί να είναι καταστρεπτική σε πολύ μικρούς πληθυσμού, οι οποίοι αποτελούνται από λίγα μόνο ενήλικα άτομα), από την ξήρανση του περιβάλλοντος εξαιτίας κλιματικών αλλαγών, καθώς και από απώλεια της γενετικής ταυτότητας εξαιτίας υβριδισμού με άλλα είδη. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για το είδος (IUCN 2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2, διότι η συνολική έκταση που καταλαμβάνει είναι μικρότερη από 20 km2, όχι όμως σύμφωνα με το κριτήριο D1, επειδή ο συνολικός πληθυσμό, πιθανώ, υπερβαίνει τα 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Κατάλληλοι βιότοποι στην οροσειρά του Ψηλορείτη, καθώς και στην περιοχή των κορυφών του όρους Κέδρος θα πρέπει να ερευνηθούν για την πιθανή ανακάλυψη άλλων πληθυσμών του Asplenium creticum . Η συλλογή του είδους θα πρέπει να ελέγχεται, αν και ένας περιορισμένος αριθμός φύλλων που φέρουν σπόρια θα μπορούσε να συλλεχθεί ώστε να δημιουργήσει υποπληθυσμούς ex situ, από τους οποίους θα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί μεγαλύτερος αριθμός φυτών, που θα διανεμηθούν σε Βοτανικούς Κήπου. Η αναπαραγωγή θα πρέπει να πραγματοποιείται σε στείρο περιβάλλον, ώστε να αποκλεισθεί η πιθανότητα τα γαμετόφυτα του είδους να υβριδίσουν με αυτά άλλων ειδών. Η καλλιέργεια του είδους θα επιτρέψει την πιθανότητα της μελλοντικής επανεισαγωγής ή ενδυνάμωσης των πληθυσμών, στην περίπτωση που οι φυσικοί υποπληθυσμοί μειωθούν κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD98FF25D9B2FF693CBEFCE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD96FF26D9B2FE833CB6FAF2.text	0397C81BBD96FF26D9B2FE833CB6FAF2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Astragalus agraniotii Boiss.	<div><p>Astragalus agraniotii Orph. ex Boiss.</p><p>Leguminosae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Astragalus agraniotii Orph. ex Boiss., Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 2: 29 (1856).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αρκαδία] "in cacumine montes Malevo Laconiae, rarissime, alt. 6000´, 8/20 Jun. 1852", Orphanides, Fl. Graec. Exs. 132 (Ολότυπο: G-BΟΙS. Iσότυπο: WU-Hal).</p><p>Περιγραφή: Νανώδε, πολυετές είδος με ιδιαίτερα διακλαδισμένους βλαστούς κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και με αρκετές συστάδες φύλλων βάση. Παράφυλλα ενωμένα στο κατώτερο τμήμα τους με τον μίσχο του φύλλου, τριγωνικά-λογχοειδή, μεμβρανώδη, βλεφαριδωτά. Φύλλα με περιττό αριθμό φυλλαρίων, μαλακά, φυλλάρια σε 4-6 ζεύγη, ελλειπτικά, μήκους 2-5 mm, φαιά έως αργυρόχρωμα, με πυκνό μεταξένιο τρίχωμα από πιεσμένες τρίχες που συνδέονται με την επιφάνεια του φύλλου στο μέσον του. Ποδίσκοι ταξιανθίας μακρύτεροι των φύλλων, φέρουν μίγμα από μαύρες και λευκέ, διχαλωτές τρίχε. Ταξιανθία πυκνή, ημισφαιρική έως ωοειδή, 20-35 x 18-25 mm. Βράκτια λογχοειδή, μακρύτερα των ποδίσκων των ανθέων. Κάλυκας μήκους 6-10 mm, με τρίχωμα από άνισα διχαλωτές ή απλές τρίχε, λευκές στον σωλήνα, μαύρες προς την κορυφή των οδόντων, οδόντες κάλυκα γραμμοειδεί -λογχοειδεί, σχεδόν ίσου μήκους με τον σωλήνα. Πέτασος άνθους έντονα ρόδινος έως ερυθρωπό -ιώδη, επιμήκη, μήκους 12-15 mm, πτέρυγες συχνά με απαλότερο χρώμα, βραχύτερες του πέτασου. Χέδρωπας επιμήκης με λευκό μακρύ τρίχωμα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Κυρίως τον Ιούνιο. Οι ώριμοι καρποί παρουσιάζονται αργά τον Ιούλιο και νωρίς τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της περιοχής των κορυφών του όρους Πάρνωνα, όπου έχει βρεθεί σε δύο θέσει. Στην κορυφή Μεγάλη Τούρλα συλλέχθηκε για πρώτη φορά το 1852. Στη γειτονική κορυφή Ρούσσα Πέτρα βρέθηκε πρόσφατα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Βιότοποç: Ο Astragalus agraniotii φύεται αποκλειστικά σε εκτεθειμένες περιοχές της υπαλπικής ζώνη, σε ασβεστολιθικέ, χαλικώδεις θέσει, που συγκρατούν αρκετό έδαφος κάτω από την επιφάνεια. Σπάνια έχει βρεθεί σε εντελώς πετρώδες υπόστρωμα ή πάνω σε διαβρωμένους μικρούς βράχου. Τα φυτά σχηματίζουν συστάδε. Οι θέσεις που φύονται είναι σχεδόν επίπεδες ή με ελαφρά κλίση. Τα υπέργεια τμήματα του φυτού εκφύονται από το έντονα διακλαδισμένο υπόγειο πολυετές τμήμα του,ώστε, σε συνδυασμό με την απουσία υπεργείων στελεχών, να δημιουργούν την μορφή τάπητα, ο οποίος καλύπτει την επιφάνεια του εδάφου. Οι δύο κορυφές που φιλοξενούν το είδος είναι σχεδόν αποκλειστικά ασβεστολιθικέ, εκτείνονται από το υψόμετρο των 1.700 έως τα 1.820-1.934 m και απέχουν μεταξύ τους περί τα 1.000 m. Ο υποπληθυσμός της κορυφής Ρούσσα Πέτρα έχει ΝΔ. προσανατολισμό, ενώ ο πληθυσμός της κορυφής Μεγάλη Τούρλα έχει διαφόρους προσανατολισμού. Σπάνια βρέθηκαν φυτά να προστατεύονται από άλλα είδη του βιοτόπου, κυρίως από το ακανθωτό είδος Astragalus angustifolius subsp. angustifolius, σπανιότερα από αγρωστώδη. Τα περισσότερο κοινά είδη που εμφανίζονται μαζί με το A.agraniotii είναι τα ακόλουθα(με*σημειώνονται τα ελληνικά ενδημικά): Astragalus angustifolius subsp. angustifolius, * Asperula malevonensis, * Centaurea rupestis subsp. parnonia, * Sideridis clandestina subsp. clandestina, * Anthemis laconica, * Viola parnonia κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: O Astragalus agraniotii ανήκει στον Α. sect. Hololeuce και συγγενεύει με ένα σπάνιο ελληνικό ενδημικό είδο, τoν A. idaeus Βunge, του οποίου η επανεύρεση πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο όρος Δίκτη της Κρήτης (Vassiliades 2003). Από το τελευταίο διαφέρει, μεταξύ άλλων, στο χρώμα της στεφάνη, στον ποδίσκο της ταξιανθίας που ξεπερνά σε ύψος τα φύλλα και στις διαστάσεις της ταξιανθία. O A. agraniotii συγγενεύει επίσης με τον A. sibthorpianus Boiss. από το όρος Όλυμπος της Βιθυνία, καθώς και με τα είδη A. paecilanthus Boiss. &amp; Heldr. και A. stenosemius Boiss. &amp; Noë από τη Ν. Ανατολία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μας στο πεδίο, υπολογίζουμε ότι ο συνολικός αριθμός των ατόμων του Astragalus agraniotii στην κορυφή Ρούσσα Πέτρα δεν ξεπερνά τα 35. Ο υποπληθυσμός αυτός μπορεί να διακριθεί σε δύο ομάδες ατόμων, με 5 έως 30 άτομα η κάθε ομάδα, που καταλαμβάνουν έκταση 1-2 m2 και περίπου 50 m2, αντιστοίχω. Η κατάσταση των υποπληθυσμών του είδους στην κορυφή Μεγάλη Τούρλα είναι σαφώς καλύτερη. Παρατηρούνται άτομα σε διάφορα σημεία της κορυφή, όμως ο αριθμός των συστάδων είναι μικρό. Τα φυτά στη συγκεκριμένη κορυφή υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνούν τα 800 (πιθανώ 500-750). Ο ακριβής αριθμός των ατόμων είναι δύσκολο να μετρηθεί, επειδή πολλές υπόγειες διακλαδώσεις του πολυετούς τμήματος των φυτών δημιουργούν παραφυάδε, οι οποίες οδηγούν στην ανάπτυξη γειτονικών ανεξάρτητων ατόμων (αγενή πολλαπλασιασμό).</p><p>Τα περισσότερα φυτά φαίνεται να είναι αρκετά μεγάλης ηλικίας και τα νεαρά άτομα στην περιοχή είναι σχετικώς λίγα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο Astragalus agraniotii είναι ένα σπάνιο και πολύ τοπικό είδος που θα πρέπει να καταταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την IUCN (2001) και το κριτήριο C2a(ii). Ο συνολικός αριθμός των ατόμων των υποπληθυσμών του δεν ξεπερνά τα 1.000.</p><p>Η περιοχή στην οποία φύεται ο A. agraniotii δεν προσφέρει προστασία από οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα ή βόσκηση ζώων. Η αλλαγή του τρόπου βόσκηση, με μια πιθανή είσοδο κοπαδιών αιγών στην περιοχή, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την επιβίωση του είδου. Τα κοπάδια προβάτων που υπάρχουν σήμερα δεν φαίνεται να απειλούν ιδιαίτερα το φυτό. Ένας άλλος πιθανός κίνδυνος είναι η έντονη κυνηγετική δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στα ανώτερα τμήματα του Πάρνωνα και η εντατική συλλογή ανθισμένων ατόμων Sideritis (τσάι του βουνού). Οι δύο αυτές ενέργειες οδηγούν σε ποδοπάτημα των ατόμων του είδου. Εξάλλου, ο μικρός αριθμός ταξιανθιών των φυτών που εμφανίζονται κάθε έτος και ο σχετικά μικρός αριθμός σπερμάτων που παράγονται ανά ταξιανθία, δεν ευνοούν τον γρήγορο πολλαπλασιασμό του είδου. Τα άτομα που προέρχονται από παραφυάδες δεν δημιουργούν γενετική παραλλακτικότητα και μπορεί μακροπρόθεσμα να μην είναι ανθεκτικά σε αντιξοότητε, όπως συμβαίνει σε πλήθος καλλιεργούμενων ειδών. Άλλα τυχαία, καταστρεπτικά φαινόμενα θα μπορούσαν, επίση, να επηρεάσουν τον σημερινό αριθμό των ατόμων των υποπληθυσμών και την μακροχρόνια επιβίωση του είδου. Τέλο, ας σημειωθεί ότι υπάρχουν σχέδια αξιοποίησης της περιοχή, όπου φύεται το είδος και ότι σχεδόν το 95% των ατόμων συγκεντρώνονται σε έναν υποπληθυσμό.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Τα ανώτερα τμήματα του όρους Πάρνωνα πρέπει να προστατευθούν από ενέργειε, οι οποίες θα τροποποιήσουν αρνητικά την παρούσα κατάσταση, όπως αλλαγές στον τρόπο βόσκησης και διανοίξεις επιπλέον μονοπατιών ή αγροτικών δρόμων στις δύο κορυφέ. Θα πρέπει επίσης να ληφθούν μέτρα ώστε να περιορισθεί η κυνηγετική δραστηριότητα στις κορυφές του όρου, όπως και ο αριθμός των συλλεκτών του Sideritis, οι οποίοι ποδοπατούν τα φυτά του Astragalus . Η προστασία των οικοτόπων του στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 θα έχει σίγουρα ευεργετική επίδραση στους υποπληθυσμούς του Astragalus agraniotii . Οι τοπικές αρχές θα πρέπει να πληροφορηθούν την ύπαρξη αυτού του σπάνιου είδους και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε να μην διαταράξουν τον πληθυσμό του.</p><p>Η μεταφορά του A. agraniotii στην καλλιέργεια θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό μέτρο για την ex situ προστασία του είδου. Όμω, κάτι τέτοιο παρουσιάζει δυσκολίε, καθώς ο αριθμός των σπερμάτων τα οποία ωριμάζουν είναι σχετικώς μικρός και η αναπαραγωγή του είδους θα πρέπει να ερευνηθεί προσεκτικά. Επίση, είναι πιθανό το είδος αυτό να μην είναι εύκολο να καλλιεργηθεί σε χαμηλά υψόμετρα.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD96FF26D9B2FE833CB6FAF2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD93FF23D9ABFE833CBDFE33.text	0397C81BBD93FF23D9ABFE833CBDFE33.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Astragalus drupaceus Boiss.	<div><p>Astragalus drupaceus Orph. ex Boiss.</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Astragalus drupaceus Orph. ex Boiss., Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 2: 32 (1856).</p><p>Λεκτότυποç (Agerer-Kirchhoff 1976): [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αρκαδία] "in monte Malevo Laconiae prope Hajanni, 3000", 17 Jun. 1852, Orphanides Pl. Graec. Exs. no. 131 (Ολότυπο: G-BOIS. Ισολεκτότυποι: BM, C, E, FR, K, LD, M, P, S, W, WU, Z).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος σχηματίζον συστάδες βλαστών με ετήσια διάρκεια. Βλαστοί ανορθωμένοι έως όρθιοι, μήκους 25-85 cm, με εμφανείς γραμμώσεις και φύλλα σε όλο το μήκος τους και με λευκό, αφιστάμενο τρίχωμα. Παράφυλλα στενώς τριγωνικά-λογχοειδή, 12- 18 mm. Φύλλα μήκους 8-20 cm με 8-32 ζεύγη φυλλαρίων, φυλλάρια γραμμοειδή-λογχοειδή, λεία ή ελαφρώς τριχωτά στην ανώτερη επιφάνεια, ιδιαιτέρως κοντά στα κράσπεδα, με αφιστάμενες λευκές τρίχες στην κατώτερη επιφάνεια, διαστάσεων 5-18 x 2-8 mm. Ταξιανθίες πλευρικέ, στις μασχάλες των μεσαίων και ανωτέρων φύλλων, καταλήγουσες σε 2-6 άνθη, ποδίσκοι ταξιανθίας 2-5 mm, τριχωτοί. Ποδίσκοι ανθέων c. 2 mm, κάλυκας μήκους 11-16 mm, οδόντες στενώς τριγωνικοί, μήκους 7-8 mm με επιμήκη, οξύληκτη απόληξη. Άνθη λεμονοκίτρινα έως πρασινοκίτρινα, πέτασος 20-30 mm, πτέρυγες 18-22 mm, τρόπιδα ελαφρώς βραχύτερη. Καρπός χέδρωπα, ωοειδής έως επιμήκως ωοειδή, διαστάσεων 9-17 x 7-10 mm, με βραχεία ραμφοειδή απόληξη περίπου 1 mm, άτριχο, με χρώμα βαθύ ερυθρό έως βαθύ καστανό και εξωτερικές ρυτιδώσει. Σπέρματα επιμήκη-νεφροειδή περίπου 8 x 4-5 mm, καστανέρυθρα με μικροσκοπικά βοθρία.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Τan &amp; Iatroú 2001).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα μέσα Απριλίου μέχρι τα μέσα Μαϊου, με μέγιστο στις αρχές του Μαϊου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eνδημικό είδος της Πελοποννήσου, μέχρι σήμερα γνωστό από λίγους πληθυσμού, οι οποίοι εντοπίζονται σε μόνο 3, γεωγραφικά, διακριτές περιοχέ. Η πρώτη βρίσκεται στον ΒΑ. Πάρνωνα (Νομό Αρκαδία), μεταξύ της Μονής Παλαιοπαναγιάς και της ευρύτερης περιοχής του χωριού Άγιος Ιωάννης και περιλαμβάνει δύο διακριτούς υποπληθυσμού, οι οποίοι απέχουν λίγα χιλιόμετρα μεταξύ του. Ο ένας υποπληθυσμός εντοπίζεται νοτιοανατολικά του οικισμού Καμπιλέικα και ο δεύτερος στις πλαγιές του λόφου Καλογεροβούνι, βόρεια του χωριού Άγιος Ιωάννη, πολύ κοντά στη θέση από όπου περιγράφηκε το είδος (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Η δεύτερη περιοχή βρίσκεται στον Νομό Λακωνία, ανάμεσα στα Χάνια και το χωριό Κροκεέ. Η τρίτη περιοχή βρίσκεται στο όρος Κυλλήνη (Νομό Κορινθία), κοντά στο χωριό Τρίκαλα, ενώ πρόσφατα έχουν αναφερθεί δύο ακόμη υποπληθυσμοί, ένας στην περιοχή του Φενεού, ΝΔ. της Κυλλήνης και o άλλος κοντά στην Ευρωστίνη (Raabe &amp; al. 2009).</p><p>Βιότοποç: Ο Astragalus drupaceus φύεται σε πετρώδεις περιοχές με θάμνους και φρύγανα, σε φωτεινές θέσει, σε ασβεστολιθικό ή/και αργιλώδες έδαφο, καθώς και στις παρυφές εκτάσεων που καλλιεργούνται (συνήθω ελαιώνε), σε υψόμετρο 100-1000 m. Κοντά στο χωριό Κροκεές της Λακωνία, το είδος εμφανίζεται κυρίως σε πρανή δρόμων, σε μικρούς θύλακες μακίας βλάστησης που ακόμη διατηρούνται ανάμεσα σε καλλιέργειε, σε σχιστολιθικό αργιλώδες έδαφος μεταξύ 200-400 m. Η βλάστηση της περιοχής περιλαμβάνει τα είδη Arbutus andrachne, Calicotome villosa, Erica arborea, Phlomis fruticosa, Pistacia lentiscus, Quercus coccifera, Salvia fruticosa, Spartium junceum κ.ά. Ο πληθυσμός νοτιοανατολικά του οικισμού Καμπιλέικα, στον Πάρνωνα, εξαπλώνεται σε μια μικρής έκτασης θαμνώδη περιοχή ανάμεσα σε χέρσους αγρούς και έναν ελαιώνα, με τα φυτά να αναπτύσσονται στα ανοίγματα της θαμνώδους βλάστηση. Ο βιότοπος έχει βορειανατολική έκθεση, σε υψόμετρο 480-540 m. Η βλάστηση της περιοχής περιλαμβάνει τα είδη Acer sempervirens, Arbutus unedo, Astragalus lusitanicus subsp. orientalis, Calicotome villosa, Cistus salviifolius, Pistacia lentiscus, Quercus coccifera και Sarcopoterium spinosum . Στο Καλογεροβούνι, το είδος εξαπλώνεται σε ανοίγματα θαμνώδους βλάστηση, σε πλαγιές με μικρή έως πολύ μεγάλη κλίση. Η περιοχή έχει βορειοανατολική έκθεση, το έδαφος είναι κυρίως μαργαϊκό και το υψόμετρο 600-700 m. Πρόσφατα, παρατηρήσαμε λίγα άτομα πολύ κοντά στο χωριό Άγιος Ιωάννη, σε αργιλώδες έδαφο. Η θαμνώδης βλάστηση της περιοχής περιλαμβάνει τα είδη Cercis siliquastrum, Cistus salviifolius, C. creticus, Pyrus spinosa, Quercus coccifera, Thymbra capitata και Spartium junceum . Ο βιότοπος του είδους στο όρος Κυλλήνη δεν είναι επαρκώς γνωστό, γιατί δεν έχει πρόσφατα επιβεβαιωθεί η παρουσία φυτών εκεί, μετά από τις συλλογές του 19ου αιώνα. Επίση, δεν υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία για τον πληθυσμό του Φενεού και της Ευρωστίνη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Astragalus drupaceus είναι μέλος του Α. sect. Astragalus (Agerer-Kirchhoff 1976) και συγγενεύει ταξινομικά με τον Α. graecus Boiss. &amp; Spruner, o οποίος εξαπλώνεται στην Κ. και Ν. Ελλάδα, την Ανατολία και τη Δ. Συρία. Τα δύο είδη είναι οι μοναδικοί εκπρόσωποι αυτής της sectio στην Ευρώπη. Ο Α. graecus διακρίνεται εύκολα από τον Α. drupaceus εξαιτίας των ωοειδών έως καρδιοειδών-στρογγυλών φυλλαρίων του πλάτους 5-10 mm, των μακρύτερων παραφύλλων μήκους 15-30 mm, του μακρύτερου πέτασου που φθάνει τα 40 mm και του μεγαλύτερου, τριχωτού καρπού.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: O υποπληθυσμός του Astragalus drupaceus κοντά στις Κροκεές είναι μικρό. Τα περισσότερα φυτά εδώ είναι ενήλικα και περιορίζονται σε μικρές λωρίδες ακαλλιέργητης γης ανάμεσα σε εκτάσεις που καλλιεργούνται εντατικά ή εντοπίζονται σε πρανή δρόμων. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων στην περιοχή δεν ξεπερνά τα 100 (Ιatroú 1995b, Tan &amp; Iatroú 2001).</p><p>Στον ΒΑ. Πάρνωνα υπάρχουν δύο υποπληθυσμοί. O ένας υποπληθυσμός είναι κοντά στον οικισμό Καμπιλέϊκα και είναι εντοπισμένος σε μια πολύ μικρή περιοχή, της οποίας η έκταση δεν ξεπερνά τα 300 m2. Πέραν από την έκταση αυτή βρέθηκαν μόνο δύο συστάδες του είδου. Ο πληθυσμός περιορίζεται στα όρια μεταξύ καλλιεργημένης γης και θαμνώδους βλάστηση, διατρέχεται από δύο αγροτικούς δρόμου, ενώ λίγα άτομα εμφανίζονται σε παρακείμενο ελαιώνα. Τα νεαρά άτομα είναι ελάχιστα, κάτι που υποδηλώνει τη δυσκολία του είδους να αυξήσει ή να επεκτείνει τον πληθυσμό του. Περίπου 55 άτομα καταμετρήθηκαν στην συγκεκριμένη περιοχή.</p><p>Ο δεύτερος υποπληθυσμός είναι στις πλαγιές του λόφου Καλογεροβούνι, κοντά στο χωριό Άγιος Ιωάννη. Είναι ο πολυπληθέστερος και ο καλύτερα τεκμηριωμένος υποπληθυσμός του A. drupaceus (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005) . Σχηματίζει μικρές υποομάδες που αναπτύσσονται σε μια έκταση μήκους 1,5 km και πλάτους έως και 400 m. Πρόσφατα εντοπίσθηκαν λίγα άτομα πολύ κοντά στο χωριό. Οι συστάδες του είδους είναι καλά εγκατεστημένες με ικανοποιητική ανάπτυξη και ικανό αριθμό νεαρών φυτών. Παρατηρήθηκε, επίση, μια σημαντική επέκταση των φυτών που πλέον εποικίζουν εγκαταλελειμμένους αγρού. Η περιοχή που φύεται ο A. drupaceus περιβάλλεται από δύο αγροτικούς δρόμους και οριοθετείται από τις ισοϋψείς των 600 και 700 m. Στην περιοχή αυτή είχαν αρχικά καταμετρηθεί 1.150 συστάδες φυτών, μετά όμως από τον εντοπισμό νέων ομάδων ο αριθμός τους ανέρχεται σε περίπου 1.500 άτομα.</p><p>Το είδος δεν έχει εντοπισθεί για περίπου 150 χρόνια στο όρος Κυλλήνη. Οι συγγραφείς δεν γνωρίζουν επίσης τα δεδομένα του υποπληθυσμού στην κοιλάδα του Φενεού, όπου τα φυτά φαίνεται να είναι λιγοστά, καθώς και στην περιοχή της Ευρωστίνη. Εκτιμούμε ότι ο συνολικός αριθμός των ενηλίκων ατόμων του A. drupaceus δεν υπερβαίνει τα 3.500.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι σπουδαιότεροι κίνδυνοι που απειλούν τον Astragalus drupaceus σχετίζονται με την απώλεια των βιοτόπων του και την δυσκολία του είδους να εγκατασταθεί σε νέες περιοχές όπου, τουλάχιστον φαινομενικά, επικρατούν κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκε. Ο υποπληθυσμός των Κροκεών εντοπίζεται σε ένα ανθρωπογενές περιβάλλον και κινδυνεύει από καλλιεργητικές πρακτικέ, όπως οι αποψιλώσεις των ελάχιστων ελεύθερων χώρων που έχουν απομείνει, η χρήση ζιζανιοκτόνων στις καλλιέργειες και η βαθειά άροση. Αναλόγους κινδύνους αντιμετωπίζει ο υποπληθυσμός κοντά στα Καμπιλέικα. Κοντά στο χωριό Άγιος Ιωάννη, ορισμένες ομάδες του είδους εντοπίζονται πλησίον αμπελιών και κινδυνεύουν από τις καλλιεργητικές πρακτικέ. Τμήματα του υπόλοιπου υποπληθυσμού αναπτύσσονται σε ένα περιβάλλον σχετικά αδιατάρακτο, όπου η θαμνώδης βλάστηση και η μεγάλη κλίση του εδάφους τα προστατεύουν αποτελεσματικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητε. Εντούτοι, τα φυτά που έχουν εγκατασταθεί σε χέρσους αγρούς κινδυνεύουν όλα να χαθούν σε περίπτωση επανακαλλιέργεια. Δεν παρατηρήσαμε στοιχεία καταστροφής των φυτών από ζώα βοσκής ούτε σημάδια πρόσφατων πυρκαγιών στους βιοτόπους του. Έτσι, είναι άγνωστη η αντίδραση του είδους στο ενδεχόμενο πυρκαγιά.</p><p>Εξαιτίας των πολύ λίγων γνωστών υποπληθυσμών του είδου, της μικρής συνολικά έκτασης που καταλαμβάνουν, του αριθμού των ατόμων που δεν ξεπερνούν τις 3.500 και των κινδύνων που απορρέουν από την γειτνίασή τους με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα εντάσσουμε τον Α. drupaceus στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D2, ενώ πιθανώς ισχύουν επίσης τα κριτήρια Β2a,b(ii,iii,v) της IUCN (2001).</p><p>Είναι σημαντική η περαιτέρω επιτόπια μελέτη των υποπληθυσμών του A. drupaceus, η αναζήτηση περισσοτέρων ατόμων, πληθυσμών ή περιοχών εξάπλωσής του, καθώς και η κατανόηση της οικολογίας του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: H επιβίωση του Astragalus drupaceus στη φύση σχετίζεται άμεσα με την διασφάλιση του βιοτόπου του. Στενές λωρίδες θαμνωδών εκτάσεων διάσπαρτες σε καλλιεργημένες περιοχές κοντά στις Κροκεές και στους πληθυσμούς του Πάρνωνα θα πρέπει να προστατευθούν από καταστροφικές ενέργειε, όπως η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων και η άροση. Η διάνοιξη περισσότερων αγροτικών δρόμων στις περιοχές εξάπλωσης του είδους θα πρέπει να αποφευχθεί, ώστε να προληφθεί περαιτέρω καταστροφή των γνωστών πληθυσμών του. Η ενημέρωση των τοπικών φορέων, σχολείων, συνεταιρισμών και συμβούλων γεωπόνων των αντίστοιχων περιοχών θα μπορούσε να συμβάλει περαιτέρω στη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το είδο.</p><p>Η αναπαραγωγή του είδους στη φύση και στην καλλιέργεια θα πρέπει να μελετηθεί περισσότερο διεξοδικά. Η δημιουργία υπογείων παραφυάδων δημιουργεί πλεονέκτημα στην εγκατάσταση νέων ατόμων (Ιatroú 1995b), ενδέχεται όμως να μειώνει τη γενετική ποικιλότητα του είδου. Ο Αstragalus drupaceus είναι ένα ελκυστικό φυτό, ιδιαίτερα την περίοδο ανθοφορίας του. Προτείνεται η καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους και η μόνιμη διατήρηση καλά τεκμηριωμένου και γνωστής προέλευσης υλικού σε ex situ καλλιέργειε. Αυτές θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πιθανή εγκατάσταση νέων ατόμων στην φύση, στην περίπτωση που ορισμένοι υποπληθυσμοί του είδους εξαφανισθούν.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD93FF23D9ABFE833CBDFE33	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBD90FF1DD9B2FE853CBEFC1D.text	0397C81BBD90FF1DD9B2FE853CBEFC1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Astragalus laconicus Iatrou & Kit Tan	<div><p>Astragalus laconicus Iatroú &amp; Kit Tan</p><p>Leguminosae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Astragalus laconicus Iatroú &amp; Kit Tan in Willdenowia 29: 56 (1999).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία] "Near the village of Vlachiotis on road from Skala to Molai, sandy hill slopes, 100-150 m", 6 Jun. 1997, Kit Tan, G. Vold &amp; Iatroú 18467 (Ολότυπο: C. Ισότυποι: herb. Kit Tan, LD, herb. Sfikas, UPA).</p><p>Περιγραφή: Xαμηλός ημίθαμνος ύψους έως 25 cm. Στελέχη πλαγιότροπα έως όρθια, καλυπτόμενα με απλό, εριώδες τρίχωμα και κίτρινα υπολείμματα των παραφύλλων. Παράφυλλα 5-7 mm, ενωμένα στη βάση, πυκνώς εριώδη, ελεύθερο τμήμα τριγωνικό, οξύληκτο. Φύλλα σύνθετα με 5-12 φυλλάρια, κεντρικός άξονας καστανοκίτρινο, απολήγων σε άκανθα 4-10 mm. Φυλλάρια 3-8 x 1,8-2,8 mm, ελλειπτικά, φαιοπράσινα έως γλαυκοπράσινα, με αφιστάμενο απλό τρίχωμα και στις δύο επιφάνειε, κράσπεδα ελαφρώς διογκωμένα. Άνθη ρόδινα έως ρόδινα-ιώδη, εμφανιζόμενα στο άνω μέρος του βλαστού σε βραχέως κυλινδρική έως ήμισφαιρική ταξιανθία. Βράκτια αντωοειδή, 5-9 mm, με πυκνό τρίχωμα, βρακτίδια περίπου 8 mm, στενά λογχοειδή. Κάλυκας κωδωνοειδή -σωληνοειδή, μήκους 8-10 mm, σχισμένος μέχρι τη βάση του, με μακρύ, λευκό τρίχωμα που καλύπτει την επιφάνειά του, οδόντες στενά λογχοειδεί -νηματοειδεί, μακρύτεροι του κάλυκα. Πέτασος 15-17 mm, μακρύτερος των πτερύγων, σχεδόν αντωοειδή, με στενούμενη βάση και ταινία βαθύτερου χρώματος κατά μήκο. Πτέρυγες και τρόπιδα επιμήκεις έως ελλειπτικέ, με μακρύ όνυχα, βραχύτερες του πέτασου. Χέδρωπας ωοειδή, πυκνά εριώδης με 1-2 σπέρματα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος και Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος ενδημικό της Ν. Πελοποννήσου, μέχρι σήμερα γνωστό από δύο μόνο θέσεις του Νομού Λακωνία. Η πρώτη βρίσκεται μεταξύ των χωριών Βλαχιώτη και Μακρυνάρα, ενώ η δεύτερη βόρεια του χωριού Κάμπος Βοιών, κοντά στην Νέαπολη.</p><p>Βιότοποç: Ο Astragalus laconicus φύεται σε πετρώδεις περιοχές με θάμνους και φρύγανα, σε φωτεινές ή ημισκιερές θέσει, σε ασβεστολιθικά ή ψαμμιτικά εδάφη, καθώς και στις παρυφές εκτάσεων που καλλιεργούνται συνήθως με ελιές ή εσπεριδοειδή. Κοντά στο χωριό Βλαχιώτη εμφανίζεται σε περιοχή με χαμηλούς λόφου, που παραμένει ακαλλιέργητη εξαιτίας της μορφολογίας του τοπίου, μαζί με άλλα τοπικά ή ελληνικά ενδημικά είδη όπως τα Εbenus sibthorpii, Onobrychis peloponnesiaca, Thymus laconicus κ.ά., στο χαμηλό υψόμετρο των 100-150 m. Οι ακριβείς συνθήκες του βιοτόπου βόρεια του Κάμπου Βοιών δεν είναι γνωστέ.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Astragalus laconicus είναι μέλος του Α. sect. Platonychium και συγγενεύει με τον Α. creticus Lam., είδος που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα με δύο υποείδη. Από τον Α. creticus διαφέρει στα πλατύτερα βράκτια, στην τρίχωση που καλύπτει πλήρως τη βάση του κάλυκα (σε αντίθεση με τη γυμνή βάση του κάλυκα στον Α. creticus), στους οδόντες του κάλυκα που είναι μακρύτεροι του σωλήνα (βραχύτεροι του σωλήνα στον Α. creticus) και στον ελαφρά μακρύτερο πέτασο (Tan &amp; Iatroú 1999). Επιπλέον, ο Α. creticus φύεται σε μεγάλα υψόμετρα (700- 2.300 m), ενώ ο Α. laconicus φαίνεται να περιορίζεται σε υψόμετρο χαμηλότερο των 300 m.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο υποπληθυσμός μεταξύ Βλαχιώτη και Μακρυνάρας δεν φαίνεται να ξεπερνά τα 300 άτομα. Τα περισσότερα φυτά είναι ενήλικα και περιορίζονται σε μικρές λωρίδες ακαλλιέργητης γη, ευρισκόμενες εντός μίας περιοχής που καλλιεργείται εντατικά. Η αναζήτηση του είδους βορείως του Κάμπου Βοιών δεν έδωσε προς το παρόν αποτελέσματα, υποδεικνύοντας ότι θα πρέπει να είναι σπάνιο σε αυτή την περιοχή, η μεγαλύτερη έκταση της οποίας καλλιεργείται. Πιθανολογούμε ότι ο συνολικός πληθυσμός των ενηλίκων ατόμων του Α. laconicus μπορεί να είναι σημαντικά μικρότερος των 1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι σπουδαιότεροι κίνδυνοι, οι οποίοι απειλούν τον Αstragalus laconicus, σχετίζονται με την απώλεια των βιοτόπων του, που κινδυνεύουν να αποδοθούν στην καλλιέργεια. Η εντατική χρήση της γης περιορίζει το είδος σε πετρώδεις θέσεις ή σε κοίτες χειμάρρων που δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί. Τα φυτά που γειτνιάζουν με καλλιεργημένες περιοχές ή φύονται μέσα σε αυτέ, κινδυνεύουν από καλλιεργητικές δραστηριότητε, όπως η εκρίζωση και απομάκρυνση των ζιζανίων και η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Εργασίες ισοπέδωσης του εδάφους με τη χρήση εκσκαφέων παρατηρήθηκαν πολύ κοντά στον βιότοπό του και συνιστούν άμεσο κίνδυνο για την επιβίωση του είδου. Η συρρίκνωση του βιοτόπου του είναι πολύ πιθανό να έχει ήδη οδηγήσει σε καταστροφή ορισμένες συστάδες του Α. laconicus .</p><p>Εξαιτίας της έλλειψης συγκριτικών δεδομένων και της ανεπάρκειας των στοιχείων, τα οποία αφορούν στη δεύτερη γνωστή θέση του είδους βόρεια του Κάμπου Βοιών εντάσσουμε, προσωρινά, τον Α. laconicus στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια B2a,b(iii), C2a(i) και D1+2 της IUCN (2001). Είναι, όμω, απολύτως αναγκαία η περαιτέρω επιτόπια μελέτη του και η αναζήτηση περισσοτέρων ατόμων, πληθυσμών ή ευρύτερων περιοχών εξάπλωση. Είναι πιθανό να χρειασθεί η ένταξή του είδους σε υψηλότερη κατηγορία κινδύνου στο άμεσο μέλλον, μετά από περισσότερο επισταμένη έρευνα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: H εξασφάλιση της επιβίωσης του είδους in situ σχετίζεται άμεσα με την διασφάλιση του βιοτόπου του. Στενές και αβαθείς κοίτες χειμάρρων, βραχώδεις θέσεις διάσπαρτες σε καλλιεργημένες περιοχές κοντά στον Βλαχιώτη και στον Κάμπο Βοιών, καθώς και παρυφές καλλιεργούμενων εκτάσεων θα πρέπει αφενός να διερευνηθούν, για να πραγματοποιηθεί καλύτερη αξιολόγηση των πληθυσμών, και αφετέρου να προστατευθούν από καταστροφικές ενέργειε, όπως η επιχωμάτωση ή η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Η παραδοσιακή καλλιέργεια ελαιώνων, με ήπιες έως αμελητέες επεμβάσεις στην επιφάνεια του εδάφους είναι πιθανώς συμβατή με τη διατήρηση του Αstragalus laconicus . Η ενημέρωση των τοπικών φορέων, συνεταιρισμών και συμβούλων γεωπόνων των αντιστοίχων περιοχών θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το είδο. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον τρόπο καλλιέργειας του Α. laconicus . Η ακανθωτή του εμφάνιση ενδέχεται να καθιστά λιγότερο επιθυμητή τη διατήρησή του σε Βοτανικούς Κήπου.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBD90FF1DD9B2FE853CBEFC1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDAEFF1ED9B2FE853CB6FB07.text	0397C81BBDAEFF1ED9B2FE853CB6FB07.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Astragalus maniaticus Kit Tan & Strid	<div><p>Astragalus maniaticus Kit Tan &amp; Strid</p><p>Leguminosae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Astragalus maniaticus Kit Tan &amp; Strid in Pl. Syst. Evol. 206: 47 (1997).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Nομός Λακωνία] "0.2 km south of Gerolimini (= Yerolimin), 15-50 m a.s.1.", 17 Mar. 1980, Α. Αndersson &amp; al. 76 (Ολότυπο: LD).</p><p>Περιγραφή: Ποώδε, πολυετές φυτό με πασσαλώδη ρίζα και κατακείμενα στελέχη μήκους 5-25 cm, καλυμμένα με αφιστάμενε, κυρίως λευκές τρίχες μήκους 0,3-1,2 mm. Παράφυλλα πράσινα ή με ερυθρωπές αποχρώσει, στενώς τριγωνικά, με βραχύ μίσχο, μήκους 4-5 mm, τριχωτά (τρίχε έως 1 mm στα κράσπεδα) με μικρούς άμισχους αδένες στη βάση του. Φύλλα μήκους 2-5 cm, με βραχύ μίσχο ή άμισχα, φέροντα 10-15 ζεύγη ωοειδών έως ελλειπτικών φυλλαρίων διαστάσεων 3-6 x 2-3,5 mm, με κολπωτή απόληξη, λεία στην άνω επιφάνειά του, τριχωτά με αφιστάμενο τρίχωμα στην κάτω. Ποδίσκος ταξιανθίας μήκους 2-5 cm, με τρίχωση παρεμφερή του βλαστού όμως με μαύρες τρίχες στο ανώτερο τμήμα του. Βότρεις με 5-12 άνθη, βράκτια λευκωπά, τριγωνικά-ωοειδή, μήκους 4-5 mm, καλυμμένα με λίγες λευκές και πολλές μαύρες τρίχε, ποδίσκοι μήκους 2-3 mm. Σωλήνας κάλυκα 7-8 mm, με σχεδόν πιεσμένες μαύρες και λίγες λευκές τρίχε, οδόντες στενώς τριγωνικοί έως λογχοειδεί, μήκους 2,5-3 mm. Στεφάνη ρόδινη, λεία, πέτασος σπατουλοειδή, οξύληκτο, μήκους 18-20 mm, περίπου 6 mm μακρύτερος των πτερύγων, τρόπιδα αμβλεία. Χέδρωπες επιμήκει -ελλειπτικοί, ελαφρώς καμπτόμενοι, 20-30 x 5 mm, με εμφανή ραχιαία αυλάκωση, φέροντες αραιές τρίχε, συχνά με διογκωμένη βάση.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Συνήθως τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, ανάλογα με το υψόμετρο. Οι ώριμοι καρποί εμφανίζονται τον Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Πελοποννήσου, μέχρι σήμερα γνωστό από την περιοχή του Γερολιμένα στη χερσόνησο της Μάνη, από τη χερσόνησο του Μαλέα, όπου υπάρχουν αρκετοί υποπληθυσμοί και από την περιοχή του Ναυπλίου. Πρόσφατα καταγράφηκαν νέοι υποπληθυσμοί στα χαμηλά υψόμετρα των ανατολικών και βορειοανατολικών περιοχών του όρους Πάρνωνα, στους πρόποδες του όρους Κτενιά και στην περιοχή των Μεθάνων (αδημοσίευτα στοιχεία των συγγραφέων).</p><p>Βιότοποç: Ο Astragalus maniaticus φύεται σε λοφώδεις ή πεδινές περιοχέ, σε πετρώδες ή χαλικώδες έδαφος με αραιούς θάμνους και φρύγανα, σε ελαιώνες που δέχονται λίγες καλλιεργητικές φροντίδε, στα περιθώρια αγρών, στα πρανή δρόμων, καθώς και σε αμμώδη εδάφη κοντά στη θάλασσα. Προτιμά φωτεινές και ηλιόλουστες θέσεις και αναπτύσσεται κυρίως σε ασβεστολίθους και φλύσχη, σπανιότερα σε μαργαϊκά ή αργιλώδη εδάφη. Το είδος ήταν παλαιότερα γνωστό από το χαμηλό υψόμετρο των 0-90 m, νεότερα όμως δεδομένα εκτείνουν την εξάπλωσή του μέχρι τα 850 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Astragalus maniaticus τοποθετήθηκε από τους Τan &amp; Strid (1997) στη sect. Hypoglottis και από τον Podlech (2008) στη sect. Hypoglottidei. Σχετίσθηκε ταξινομικώς με τον A. austro-aegaeus Rech. f. (Τan &amp; Strid 1997), της sect. Malacothrix (Podlech 2008), από τον οποίο όμως διαφέρει σε σημαντικούς χαρακτήρες των φύλλων και της στεφάνη. Το είδος επίσης φαίνεται να συγγενεύει με τον Α. haarbachii Spruner (sect. Platyglottis), με τον οποίο θα πρέπει να συγκριθεί περισσότερο σχολαστικά. Οι μορφολογικές διαφορές του με τον τελευταίο είναι πολύ μικρές και λεπτομερέστερη έρευνα ίσως δείξει ότι είναι απλώς συνώνυμό του. Παρατηρούνται μικρές διαφορές μεταξύ των 2 taxa, κυρίως στο σχήμα και το μέγεθος των καρπών, οι οποίε, όμω, ενδέχεται να μην είναι επαρκείς για την ταξινομική οριοθέτηση του Α. maniaticus σε επίπεδο είδου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: O υποπληθυσμός κοντά στον Γερολιμένα της Μάνης είναι μικρός και κινδυνεύει από την επέκταση των τουριστικών εγκαταστάσεων. Στην χερσόνησο του Μαλέα και στον Πάρνωνα, το είδος σχηματίζει τουλάχιστον 14 υποπληθυσμού, αποτελούμενους συνήθως από μερικά έως και 50 άτομα ο καθένα. Ο μεγαλύτερος γνωστός υποπληθυσμός εμφανίζεται στους πρόποδες του Πάρνωνα και αριθμεί 300 περίπου άτομα, ενώ δύο ακόμη υποπληθυσμοί αποτελούνται από 100-200 περίπου άτομα ο καθένα. Οι υποπληθυσμοί στην περιοχή του Ναυπλίου και στους πρόποδες του όρους Κτενιά είναι μικροί, με διάσπαρτα φυτά. Παρατηρήθηκε μικρός αριθμών νεαρών φυτών σε κάθε υποπληθυσμό, γεγονός που ενδέχεται να οφείλεται στον λήθαργο των σπερμάτων που οδηγεί σε αργούς ρυθμούς εγκατάστασης των νέων ατόμων. Με τα μέχρι στιγμής στοιχεία υπολογίζουμε ότι ο συνολικός πληθυσμός των ενήλικων ατόμων του Α. maniaticus αριθμεί περίπου 3.000-4.000 φυτά, πιθανολογούμε όμως ότι λεπτομερέστερη χλωριδική έρευνα των κατάλληλων βιοτόπων στην Α. Πελοπόννησο μπορεί να τον διπλασιάσει ή τριπλασιάσει.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Έχουμε παρατηρήσει καταστροφές ορισμένων υποπληθυσμών του Αstragalus maniaticus, ιδιαίτερα αυτών που αναπτύσσονται κοντά σε τουριστικές περιοχές ή σε παραλίε, εξαιτίας της επέκτασης των τουριστικών εγκαταστάσεων. Αρκετοί από τους υποπληθυσμούς που εμφανίζονται εντός ή στα περιθώρια των καλλιεργημένων περιοχών (περίπου το 1/3 με 1/2 των γνωστών υποπληθυσμών) κινδυνεύουν άμεσα από τις καλλιεργητικές εργασίε, το βαθύ όργωμα, την επέκταση των καλλιεργειών και τη χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων. Οι υποπληθυσμοί που βρέθηκαν σε οικοσυστήματα λιγότερο επηρεαζόμενα από τον άνθρωπο φαίνεται να μην αντιμετωπίζουν σημαντικούς κινδύνου. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν παρατηρήσαμε σημάδια βόσκησης των φυτών, αν και υπήρχε συχνή παρουσία αιγοπροβάτων σε ορισμένους από τους βιοτόπους του. Δεν γνωρίζουμε την συμπεριφορά του είδους μετά από πυρκαγιά. Με βάση τα νέα δεδομένα, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη αρκετών νέων υποπληθυσμών, το είδος δεν πληροί τα κριτήρια για ένταξη σε μία υψηλή κατηγορία απειλή, σύμφωνα με την ΙUCN (2001). Eντούτοι, επειδή σημαντικό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού του φύεται σε περιβάλλοντα που εύκολα μεταβάλλονται, κατατάσσουμε το είδος στην κατηγορία των Σχεδόν Aπειλουμένων (ΝΤ), εφιστώντας την προσοχή σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τους υποπληθυσμούς του στο εγγύς μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίαç: H εξασφάλιση της επιβίωσης του είδους in situ σχετίζεται άμεσα με την διασφάλιση των βιοτόπων του. Περιοχές που φιλοξενούν το είδος κοντά σε παραλίες και σε τουριστικές εγκαταστάσεις θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης μέριμνα. Η ενημέρωση των τοπικών φορέων και των κατοίκων που ασχολούνται με την εκμετάλλευση τουριστικών θερέτρων για τα σπάνια φυτά, που φύονται στην περιοχή του, μπορεί να βοηθήσει στην προστασία των αντίστοιχων ειδών. Συχνά, ορισμένα καταστροφικά φαινόμενα συμβαίνουν εξαιτίας της άγνοιας και θα μπορούσαν να προληφθούν. Οι παρυφές των καλλιεργουμένων εκτάσεων θα πρέπει να διερευνηθούν για να πραγματοποιηθεί καλύτερη αξιολόγηση των υπαρχόντων υποπληθυσμών ή να εντοπισθούν νέοι. Η ανεξέλεγκτη χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων δεν πρέπει να ενθαρρύνεται. Η βιολογία και η καλλιέργεια του είδου, ιδιαίτερα από σπέρματα, θα πρέπει να μελετηθούν περισσότερο. Ο Αstragalus maniaticus έχει πρώιμη ανθοφορία και μπορεί να αποτελεί ένα ενδιαφέρον φυτό για Βοτανικούς Κήπους που ειδικεύονται στην καλλιέργεια σπανίων ειδών.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDAEFF1ED9B2FE853CB6FB07	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDABFF18D9ABFE853CB6FAD1.text	0397C81BBDABFF18D9ABFE853CB6FAD1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Asyneuma giganteum (Boiss.) Bornm.	<div><p>Asyneuma giganteum (Boiss.) Bornm.</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Asyneuma giganteum (Boiss.) Bornm. in Beih. Bot. Centralbl. 38(2): 341 (1921).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΕΑe), Νήσος Ρόδο] "ad parietes rupium montis Hagios Elias supra Salakos, insulae Rhodi" Bourgeau (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Podanthum giganteum Boiss., Fl. Orient. 3: 946 (1875).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής ή ενίοτε διετή, απαξανθής πόα με ένα βλαστό και ξυλώδη πασσαλώδη ρίζα. Βλαστός ύψους συνήθως 50-120 cm με αραιές σκληρές τρίχες στη βάση, απλός ή με 2-10 διακλαδώσει. Φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακα, 4-7(-10) x 2-5 cm, με μίσχο μήκους έως και διπλάσιου του ελάσματο, ωοειδή έως λογχοειδή, ακανόνιστα, λεπτώς οδοντωτά-πριονωτά, επίπεδα ή ελαφρώς κυματοειδή. Φύλλα βλαστού εκφυόμενα από το κατώτερο τμήμα του, μικρότερα, σχεδόν ακέραια, χωρίς τρίχωση ή με μερικές βραχείες τρίχες στη βάση του ελάσματο. Άνθη κατά ομάδες των 2-10(-20) ή μονήρη στο ανώτατο άκρο, σχηματίζοντα πυκνό στάχυ, με πολυάριθμα άνθη, έως 1.000 ή περισσότερα. Ποδίσκοι ανθέων βραχείς ή μήκους μέχρι 2 cm, συχνά κεκαμμένοι κατά την άνθηση. Όλα τα τμήματα της ταξιανθία, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ιξώδη. Κάλυκας διαιρεμένος ως τη βάση σε στενούς τριγωνικούς λοβού, μήκους 3-4 mm. Στεφάνη μήκους περίπου 10 mm, διαιρεμένη σχεδόν ως την βάση σε γραμμοειδείς λοβού, χρώματος αχνού ιώδου, βαθμιαίως βαθύχρωμοι προς την βάση. Ύπερος με 3 στίγματα. Καρπός σφαιρική κάψα διαμέτρου 6-8 mm, διαχωριζόμενη με 9 προεκβολές σε επιφάνειες που φέρουν δικτυωτές νευρώσει, κατά την ωρίμανση ανοίγει στο μέσον με 3 μεγάλους πόρου. Σπέρματα περίπου 1,5 x 1,2 mm, επίπεδα, ελλειψοειδή, υποκάστανα, στιλπνά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος έως Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος είναι ενδημικό του ΝΑ. Αιγαίου, στις νήσους Ρόδο, Χάλκη και Κάρπαθο. Η κύρια περιοχή εξάπλωσής του είναι η Ρόδο, όπου απαντά σε 3 κύριες περιοχές στα όρη Προφήτης Ηλίας (3 θέσει), Ατάβυρος (1 θέση) και Ακραμύτης (2 θέσει). Συλλέχθηκε για πρώτη φορά στον Προφήτη Ηλία νότια της Σαλάκου το 1870, όπου συλλέχθηκε ξανά το 1935 από τον Rechinger (1943a). Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 χαρτογραφήθηκε σε 6 τοποθεσίες (Carlsträm 1987). Το 2004 εντοπίσθηκαν 3 υποπληθυσμοί στη ίδια περιοχή του Προφήτη Ηλία και 3 υποπληθυσμοί στον Ατάβυρο, ενώ οι άλλες θέσεις δεν ερευνήθηκαν. Στη Χάλκη έχει χαρτογραφηθεί (Carlsträm 1987) σε μία μόνο θέση στο βόρειο τμήμα. Στην Κάρπαθο ανακαλύφθηκε πρόσφατα (Turland &amp; Chilton 1994) σε ένα σύστημα βράχων δυτικά της κορυφής του όρους Καλή Λίμνη, όπου εντοπίσθηκαν 3 αποικίες το 2003. Χρησιμοποιώντας κάνναβο 1 km, το συνολικό εύρος εξάπλωσης του είδους είναι περίπου 137 km2 (θεωρώντα ως ασυνέχεια τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των νησιών) ενώ η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι 12 km2.</p><p>Βιότοποç: Κρημνοί και σχισμές ή πλατώματα σχεδόν κάθετων ή βαθμιδωτών βράχων, ΒΑ. έως ΒΔ. έκθεση, σε σκληρό ασβεστόλιθο, σε υψόμετρο 200-600 m στην Ρόδο και στην Χάλκη και 1.095-1.150 m στην Κάρπαθο. Σε ορισμένες θέσεις η περιβάλλουσα βλάστηση (δάση Cupressus ή Pinus) είναι πυκνή και οι βράχοι σχεδόν μονίμως σκιασμένοι,ενώ σε άλλες θέσεις είναι εκτεθειμένοι. Το Asyneuma giganteum είναι αποκλειστικό χασμόφυτο και συμμετέχει σε κοινότητες με είδη, όπως Campanula hagielia, Trifolium paetermissum, Lactuca acanthifolia, Inula verbascifolia subsp. heterolepis, Campanula lyrata, Erysimum rhodium, Pteridium aquilinum στην Ρόδο και τα Campanula carpatha, Trifolium praetermissum, Cymbalaria microcalyx subsp. dodekanesi, Brassica cretica, Campanula laciniata, Silene gigantea στην Κάρπαθο.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η ταξινομική και φυλογενετική μελέτη του Asyneuma giganteum έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για ένα ταξινομικά απομονωμένο είδος με ιδιαίτερη βιομορφή (μονοκαρπική πόα με εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό ανθέων), ασυνήθιστη στην περιοχή του Αιγαίου (Snogerup 1995c).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Asyneuma giganteum σχηματίζει μικρές και αραιές αποικίες σε σχετικά απομακρυσμένες θέσει. Η ηλικία των ατόμων κατά την μοναδική ανθοφορία τους και οι παράγοντες που την καθορίζουν δεν είναι γνωστά. Το μέγεθος των υποπληθυσμών στην Ρόδο δεν έχει εκτιμηθεί σε όλες τις θέσει. Στην περιοχή του Ατάβυρου μετρήθηκαν συνολικά 16 ώριμα αναπαραγωτικά άτομα και 51 ρόδακες σε 4 θέσει, ενώ σε 3 θέσεις του Προφήτη Ηλία μετρήθηκαν 1 ώριμο αναπαραγωγικά άτομο και 13 ρόδακε. Ο μοναδικός υποπληθυσμός της Καρπάθου αποτελούνταν από 1 ώριμο αναπαραγωγικά άτομο και 10 ρόδακε. Στα δύο νησιά παρατηρήθηκαν ρόδακες διαφόρων μεγεθών, με 1-2 ή πολλές σειρές φύλλων. Η κατάσταση του πληθυσμού στη Χάλκη είναι άγνωστη.</p><p>Καθώς το είδος είναι πολύ πιθανό να απαντά και σε άλλες δυσπρόσιτες θέσεις ακόμη και στις περιοχές που ερευνήθηκαν, δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί με ακρίβεια το συνολικό μέγεθος των πληθυσμών του. Εκτιμάται ότι ο αριθμός των, αναπαραγωγικά, ωρίμων ατόμων του συνολικού πληθυσμού σε κάθε έτο, ενδέχεται να υπερβαίνει τα 250-500 άτομα, αλλά δεν θεωρείται πιθανό να υπερβαίνει τα 1.000 άτομα. Επιπλέον, υπάρχει κατάτμηση του πληθυσμού καθώς οι υποπληθυσμοί είναι απομονωμένοι και ενδέχεται το μέγεθος καθενός να μην υπερβαίνει τα 50 άτομα, που είναι τυπικά το κατώτατο όριο για τον ελάχιστο βιώσιμο πληθυσμό (Primack 1996, Mace &amp; Lande 1991).</p><p>Παρά την έλλειψη δεδομένων για ολόκληρη την περιοχή εξάπλωσής του, το είδος χαρακτηρίζεται ως Tρωτό (VU) βάσει του μικρού μεγέθους του πληθυσμού του (κριτήριο D1) και της περιορισμένης περιοχής κάλυψης (κριτήριο D2, σύμφωνα με την IUCN 2001). Σημειώνεται ότι η λεπτομερέστερη έρευνα είναι πολύ πιθανό να αποκαλύψει ακόμη μικρότερο συνολικό αριθμό ωρίμων ατόμων στον ολικό πληθυσμό και πιθανόν να καταστήσει το είδος υποψήφιο για υψηλότερη κατηγορία κινδύνου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το Asyneuma giganteum αναπτύσσεται σε δυσπρόσιτες θέσει, που γενικά δέχονται λίγες ή ελάχιστες ανθρώπινες επιδράσεις. Φαίνεται ότι η σημαντικότερη ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι η βόσκηση, η οποία είναι μικρή ή ανύπαρκτη στις θέσεις της Ρόδου, αλλά μέτρια έως έντονη στο όρος Καλή Λίμνη της Καρπάθου. Η αδυναμία του είδους να εγκατασταθεί σε λιγότερο δυσπρόσιτες βραχώδεις θέσεις ενδέχεται να σχετίζεται με αυτόν τον παράγοντα, καθώς στη μόνη εύκολα προσεγγίσιμη και με μικρότερη κλίση θέση όπου βρέθηκε, σε φαράγγι του Ατάβυρου, παρατηρήθηκαν βοσκημένα άτομα, με κομμένους βλαστούς και φύλλα. Αν και η βόσκηση δεν καταστρέφει τα φυτά, αφήνοντας οφθαλμούς αναγέννησης κοντά στη ρίζα, εντούτοις η κατανάλωση των ανθοφόρων βλαστών μειώνει σημαντικά το εγγενές αναπαραγωγικό δυναμικό. Η απειλή υποβάθμισης ή απώλειας του ενδιαιτήματος λόγω αλλαγής των χρήσεων γης (αναπτυξιακά έργα) δεν φαίνεται να υφίσταται στις γνωστές θέσεις του είδου. Ωστόσο, η φωτιά αποτελεί απειλή στις θέσεις που περιβάλλονται από πευκοδάσο.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση του Asyneuma giganteum, τουλάχιστον του μεγέθους των πληθυσμών του, καθώς και ολοκλήρωση της χαρτογράφησής του για τον καθορισμό αποτελεσματικών διαχειριστικών μέτρων. Οπωσδήποτε, η πρόληψη της φωτιάς και η ενημέρωση των εμπλεκομένων φορέων στη διαχείριση των περιοχών εξάπλωσης του είδου, έτσι ώστε να προληφθούν τυχαίες καταστροφές από κατασκευαστικά έργα ή άλλες δραστηριότητε, είναι τα ελάχιστα μέτρα για την επί τόπου (in situ) προστασία των πληθυσμών. Ο έλεγχος της βόσκησης στο φαράγγι του Ατάβυρου και στην Καλή Λίμνη ενδέχεται να προωθήσει τη φυσική εξάπλωση του είδου. Ως προς την εκτός τόπου (ex situ) προστασία, είναι προτεραιότητα, λόγω του μικρού μεγέθους του πληθυσμού, η συλλογή και η φύλαξη σε Τράπεζα Σπερμάτων, αναπαραγωγικού υλικού από όλους τους υποπληθυσμού.</p><p>Πηνελόπη Δεληπέτρου &amp; Κυριάκοç Γεωργίου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDABFF18D9ABFE853CB6FAD1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDA9FF14D9ABFE853CB6FE49.text	0397C81BBDA9FF14D9ABFE853CB6FE49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Athamanta arachnoidea Boiss. & Orph.	<div><p>Athamanta arachnoidea Boiss. &amp; Orph.</p><p>Umbelliferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Athamanta arachnoidea Boiss. &amp; Orph. in Boissier, Fl. Orient. Suppl.: 262 (1888).</p><p>Λεκτότυποç (Kit Tan in Kit Tan &amp; Iatroú 2001: 228): [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία] "ad rupes Aspra Spilia dictas montis Taygeti Laconiae", ann. 1870, Orphanides Pl. Graec. Exs. 570 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Athamantha macedonica var. arachnoidea (Boiss. &amp; Orph.) Halácsy, Consp. Fl. Gr. 1: 649 (1901).</p><p>A. macedonica subsp. arachnoidea (Boiss. &amp; Orph.) Tutin in Feddes Repert. Spec. Nov. Regni Veg. 79: 18 (1968).</p><p>Bubon macedonicum L. subsp. arachnoideum (Boiss. &amp; Orph.) Spalik &amp; S. R.Downie in Am. J. Bot. 87: 91 (2000).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, μονοκαρπικό είδος με διογκωμένη, πασσαλώδη ρίζα διαμέτρου 2-4 cm, φέρουσα υπολείμματα παλαιότερων φύλλων στο άνω τμήμα τη. Στελέχη όρθια, συνήθως εύρωστα, με γραμμώσει, ύψους 20-80 cm. Φύλλα βάσης με ευρέως ωοειδές έως τριγωνικό περίγραμμα, δις έως τρις πτεροσχιδή, με μίσχο και έλασμα τριχωτά, ακραίο τμήμα τρίλοβο, μήκους 1-5 cm, επίπεδο ή σφηνοειδές στη βάση του, ακανόνιστα οδοντωτόπριονωτό. Ανώτερα φύλλα βλαστού ακέραια ή διαιρεμένα. Ταξιανθία με σκιάδια σε βοτρυώδη διάταξη, με πυκνό, αφιστάμενο, υπόλευκο αραχνοειδές τρίχωμα, κατώτερα σκιάδια συνήθως βραχύτερα των ανωτέρων. Βράκτια και βρακτίδια 5-17, νηματοειδή έως γραμμοειδή-λογχοειδή, οξύληκτα. Σκιάδια με 8-20 τριχωτές ακτίνε, μήκους 1,5- 5 cm, τρίχωμα μακρύτερο από τη διάμετρο των ακτίνων. Ποδίσκοι ανθέων 4-7 mm. Σέπαλα μικρά, τριχωτά, παραμένοντα. Πέταλα λευκά, μήκους 2-3 mm, τριχωτά, με μεσαία απόληξη που συστρέφεται κυκλικά. Καρπίδια (σχιζοκάρπια) κυλινδρικά, ατρακτοειδή, με λεπτυνόμενα άκρα, μήκους 4-7 mm, με εμφανείς προεκβολές ιδιαίτερα στο ανώτερο τμήμα του, φέρουν μακρέ, λεπτές και συνεστραμμένες τρίχε, στυλοπόδιο επίμηκε -κωνικό, μήκους c. 1,5 mm, στύλοι καμπτόμενοι, μήκους 1,5-2 mm. Νωτιαίοι ρητινοφόροι αγωγοί 9-12 ανά μερικάρπιο, αγωγοί εσωτερικής επιφάνειας 2, διευρυμένοι.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Tan &amp; Iatroú 2001).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει από τα μέσα Ιουνίου μέχρι τον Ιούλιο και ωριμάζει τους καρπούς τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο ενδημικό είδος της Ν. Πελοποννήσου. Γνωστό από τα όρη Ταΰγετος και Πάρνωνα, καθώς και από τα μικρότερα όρη Χιονοβούνι, Κορακιά και Κουλοχέρα, που εκτείνονται νότια του Πάρνωνα και τα οποία ανήκουν στην οροσειρά του Ζάρακα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005).</p><p>Βιότοποç: Η Athamantha arachnoidea φύεται συχνά ως χασμόφυτο σε απόκρημνου, κατακόρυφους ή μεγάλης κλίσης ασβεστολιθικούς κρημνού, συνήθως σε ημισκιερά και προστατευμένα μέρη, σπανιότερα σε εκτεθειμένα και φωτεινά σημεία. Ορισμένες φορές φύεται στη βάση βράχων, σε περιοχές περισσότερο προσιτέ, εκεί όμως τα φυτά βόσκονται ή ποδοπατούνται από ζώα (συνήθω αίγε) και σπάνια φθάνουν σε αναπαραγωγική ηλικία.</p><p>Το είδος ήταν αρχικά γνωστό από δύο θέσει: από την χαράδρα της Λαγκάδας του Ταϋγέτου, πάνω από το χωριό Τρύπη, και από την χαράδρα Λεωνιδίου-Κοσμά στον Πάρνωνα, κοντά στη Μονή Παναγίας της Έλωνας (Tan &amp; Iatroú 2001). Στον Ταΰγετο, ένας υποπληθυσμός εντοπίσθηκε κοντά στη θέση Μαγγανιάρη, στο μονοπάτι που οδηγεί στο ορειβατικό καταφύγιο του ΕΟΣ Σπάρτη, σε βραχώδη πλαγιά με σχιστολιθικό πέτρωμα και βορεινή ή ανατολική έκθεση, σε άνοιγμα δάσους Abies cephalonica και Pinus nigra . Άλλοι υποπληθυσμοί υπάρχουν διάσπαρτοι σε τουλάχιστον 2 ακόμη θέσεις της χαράδρας της Λαγκάδα.</p><p>Νεότεροι υποπληθυσμοί, που βρέθηκαν πρόσφατα από τους συγγραφεί, δεν απαντούν σε χαράδρε, αλλά εμφανίζονταισυχνάσεβραχώδεις περιοχές πουαντικρίζουν το Μυρτώο πέλαγος ή δέχονται την ατμοσφαιρική υγρασία από τη θάλασσα. Συχνά, ο πετρώδης βιότοπός τους ευρίσκεται σε ανοίγματα μακίας βλάστησης και σπανιότερα σε δάσος Abies cephalonica και/ή Pinus nigra . Εκεί, η A. arachnoidea μπορεί να συνυπάρχει με άλλα σπάνια ή ενδημικά είδη, όπως τα Amelanchier parviflora subsp. chelmea, Campanula asperuloides, Hypericum taygeteum, Inula verbascifolia subsp. methanea, Melica rectiflora, Minuartia pichleri, Petrorhagia grandiflora, Rhamnus sibthorpiana, Scabiosa hymettia, Scaligeria moreana, Stachys chrysantha, Teucrium aroanium, T. francisci-werneri, Thalictrum orientale, κ.ά.</p><p>Η A. arachnoidea αναπτύσσεται σε υψόμετρο από τα 450 m έως τα 1.300 m και περιστασιακά μέχρι τα 1.600 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Athamanta arachnoidea περιγράφηκε το 1888 ως ξεχωριστό είδο, στη συνέχεια όμως θεωρήθηκε ως ποικιλία ή ως υποείδος της A. macedonica Spreng., από τους Halácsy και Tutin, αντίστοιχα. Σήμερα είναι αποδεκτή ως ανεξάρτητο είδο, εξαιτίας του συχνά μεγαλύτερου μεγέθους των ακραίων λοβών των φύλλων, του πυκνού, μακρού αραχνοειδούς τριχώματος που καλύπτει την ταξιανθία, του μακρύτερου μήκους των ακτίνων και του μεγαλύτερου αριθμού βρακτίων, καθώς και του σχήματος των καρπών που λεπταίνουν στις δύο τους άκρε, έχουν μακριέ, λεπτές και συνεστραμμένες τρίχες και φέρουν 9-12 νωτιαίους ρητινοφόρους αγωγούς (Hartvig 1986b). Πρόσφατα οι Downie &amp; al. (2000) έδειξαν με τη χρήση μοριακών τεχνικών ότι η Αthamanta είναι πολυφυλετικό γένο, με την A. macedonica να ομαδοποιείται μαζί με μέλη του γένους Pimpinella (c. 150 είδη). Η τελευταία όμως εμφανίζεται παραφυλετική και ίσως χρειάζεται να διασπασθεί σε μικρότερα, περισσότερο φυσικά γένη. Οι ίδιοι συγγραφείς επέλεξαν να επαναφέρουν το γένος Βubon L. και να κατατάξουν την Athamanta arachnoidea ως Bubon macedonicum subsp. arachnoideum . Εντούτοι, χρειάζεται περισσότερη κατανόηση των φυλογενετικών σχέσεων εντός του γένους Pimpinella, πριν γίνει ευρέως αποδεκτή η συγκεκριμένη υπόθεση.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Όταν το είδος βρίσκεται σε ανθοφορία, οι λευκές ταξιανθίες του γίνονται εύκολα αντιληπτές επάνω στους βράχου. Όμω, κάθε έτος ανθίζουν πολύ λίγα άτομα. Τα υπόλοιπα, μη ανθίζοντα, διατηρούνται για μεγάλο διάστημα (που μπορεί να υπερβαίνει τα 20 έτη) με τη μορφή ρόδακα φύλλων. Το είδος είναι μονοκαρπικό και μετά την ανθοφορία και την καρποφορία πεθαίνει. Στους πληθυσμούς που μελετήθηκαν, υπολογίσθηκε ότι το ποσοστό των ατόμων που ανθίζουν σε κάθε περίοδο ανθοφορίας είναι μικρότερο από το 5% του συνολικού πληθυσμού (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005), ενώ πρόσφατες παρατηρήσεις στον Ταΰγετο υπολογίζουν αυτό το ποσοστό μεταξύ 5-10%.</p><p>Η Athamanta arachnoidea είναι τοπικό είδο, που συχνά απουσιάζει από περιοχές που, φαινομενικά, πληρούν όλα τα απαραίτητα οικολογικά κριτήρια για να τη φιλοξενούν. Στη χαράδρα της Λαγκάδας του Ταϋγέτου είναι γνωστοί 3 τουλάχιστον υποπληθυσμοί με μικρό αριθμό ατόμων. Παρατηρήσεις σε μήκος 1.000 m εντός της χαράδρας έδειξαν ότι το είδος σχηματίζει μικρές ομάδες των 20-30 ατόμων σε κάθετους βράχους επιφάνειας 10 x 10 m ή μεγαλύτερη. Ο συνολικός πληθυσμός εδώ εκτιμάται σε τουλάχιστον 1.000 άτομα. Σε έναν δεύτερο υποπληθυσμό κοντά στη θέση Μαγγανιάρη καταμετρήθηκαν 9 ανθισμένα άτομα σε μια βραχώδη επιφάνεια 50 x 50 m με την εκτίμηση ότι ο συνολικός αριθμός ανέρχεται σε 100 περίπου άτομα. Στο όρος Πάρνωνα, ο υποπληθυσμός κοντά στη Μονή της Έλωνας περιλαμβάνει 200 περίπου φυτά, ενώ ο υποπληθυσμός της κορυφής Κακοκεφάλα περίπου 200-300 άτομα. Στο όρος Κουλοχέρα καταμετρήθηκαν 300 άτομα περίπου. Στην Κορακιά ο πληθυσμός περιλαμβάνει τουλάχιστον 500 φυτά. Στις ανατολικές πλαγιές του όρους Χιονοβουνίου η αρχική καταμέτρηση έδειξε τουλάχιστον 500 άτομα, στη συνέχεια όμως εντοπίσθηκαν περισσότερα άτομα και σήμερα εκτιμούμε ότι ο αριθμός τους εδώ θα πρέπει να υπερβαίνει τα 1.000. Με βάση τις μέχρι σήμερα εκτιμήσει, ο συνολικός αριθμός φυτών του είδους δεν υπερβαίνει τα 10.000 άτομα, από τα οποία όμως λιγότερα από 1.000 ανθίζουν κάθε έτο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Τα περισσότερα άτομα της Athamanta arachnoidea εμφανίζονται σε απόκρημνους και απρόσιτους βιοτόπου, που προσφέρουν σημαντική προστασία στο είδο. Εντούτοι, στη χαράδρα της Λαγκάδας παρατηρήθηκαν φυτά να φύονται στις παρυφές του ασφαλτοτάπητα και στα πρανή του οδικού άξονα. Τυχόν παρεμβάσεις με έργα οδοποιίας θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τα άτομα των παραπάνω θέσεων. Παρόμοιους κινδύνους αντιμετωπίζουν τα φυτά που εμφανίζονται κοντά στο δρόμο που οδηγεί στο ορειβατικό καταφύγιο.</p><p>Τα φυτά που φύονται στις βάσεις των κρημνών ή σε θέσεις προσιτές σε ζώα βοσκής πολύ σπάνια ολοκληρώνουν τον βιολογικό τους κύκλο και συνήθως καταστρέφονται εξαιτίας της βόσκηση. Το κάθε φυτό χρειάζεται συνήθως ένα μακρύ χρονικό διάστημα για να ενηλικιωθεί και έτσι υπόκειται σε κινδύνους ή τυχαίες καταστροφές που μπορεί να αποτρέψουν την ανθοφορία του. Τα σπέρματα και τα αρτίβλαστα εγκαθίστανται με δυσκολία στο βραχώδες υπόστρωμα μεγάλης κλίση, ενώ τα νεαρά φυτά φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε τυχαίε, ακραίες κλιματικές μεταπτώσει, κατά το πρώτο διάστημα της ζωής του. Περαιτέρω, πιθανές αλλαγές του κλίματος με παρατεταμένες περιόδους ξηρών και ζεστών καλοκαιριών μπορεί επίσης να επηρεάζουν τα φυτά μεγαλύτερης ηλικία, ιδιαίτερα τους πληθυσμούς που φύονται σε χαμηλότερα υψόμετρα.</p><p>Κατατάσσουμε την A. arachnoidea στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), διότι αφενός λιγότερα από 1.000 άτομα του είδους ενηλικιώνονται κάθε έτος και αφετέρου ο συνολικός πληθυσμός της καταλαμβάνει μικρή έκταση, που τον κάνει ευπρόσβλητο σε τυχαίες καταστροφικές ενέργειες ή ανθρώπινες δραστηριότητες (κριτήρια D1+2).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Είναι σημαντικό να ελαχιστοποιηθούν οι ανθρώπινες επεμβάσεις στις περιοχές όπου φύεται η Athamanta arachnoidea . Άλλωστε, τα όρη Κουλοχέρα και Χιονοβούνι, η περιοχή της Μονής της Έλωνας και η χαράδρα της Λαγκάδας περιλαμβάνονται στο Δίκτυο σημαντικών οικολογικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000 που έχουν καταρτισθεί για την Ελλάδα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ενεργοποιηθούν πρακτικές και μέτρα που θα προσδώσουν ενεργή προστασία στις συγκεκριμένες περιοχέ, ώστε να τις προφυλάξουν από τωρινούς ή μελλοντικούς κινδύνου.</p><p>Περαιτέρω, η ενημέρωση των εκπαιδευτικών κοινοτήτων και σχολείων, των περιοχών που φιλοξενούν σπάνια φυτικά είδη, είναι απαραίτητη ώστε να αποκτήσουν ουσιαστική και πρακτική αξία πολλά προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης των μαθητών, που στη συνέχεια θα έχουν περισσότερο ενεργό ρόλο στην προστασία του περιβάλλοντο.</p><p>Η βιολογία του είδους χρειάζεται λεπτομερέστερη έρευνα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την αναπαραγωγική επιτυχία αυτού του μονοκαρπικού είδου, ούτε στοιχεία για τις καταλληλότερες συνθήκες ex situ καλλιέργειας και προστασίας του. Θεωρείται ευεργετική η προσεκτική καλλιέργεια φυτών του είδους σε Βοτανικούς Κήπου, εντούτοι, η πιθανή επαναεισαγωγή ατόμων στο φυσικό τους περιβάλλον,αν κάτι τέτοιο χρειασθεί, περιορίζεται από τη δυσκολία εγκατάστασης των νεαρών φυτών στο ιδιαίτερα βραχώδες περιβάλλον του βιοτόπου του.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç, Χαράλαμποç Κυριακόπουλοç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDA9FF14D9ABFE853CB6FE49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDA5FF16D9ABFE833A3CFD6F.text	0397C81BBDA5FF16D9ABFE833A3CFD6F.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Aubrieta erubescens Griseb.	<div><p>Aubrieta erubescens Griseb.</p><p>Cruciferae</p><p>Aubrieta erubescens Griseb., Spicil. Fl. Rumel. 1: 268 (1843).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύποç: [Ελλά (NAe), Άγιον Όρο] "in saxis marmoreis m. Athus copiose pr. Panajia alt. 4500´consociata cum Draba aizoon ". Καλλιεργημένη στον Βοτανικό Κήπο του Gättingen από σπέρματα συλλεγμένα από τον Grisebach στο όρος Άθω, 9 Jun. 1839 (GOET, G-BOIS, K).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, προσκεφαλόμορφο, ποώδες φυτό με λεπτούς βλαστού. Ανθοφόρα στελέχη φέροντα (1-)3-10(-13) άνθη. Φύλλα απλά, διαστάσεων 8-17 x 3-7 mm, με μήκος περίπου 2-4 φορές το πλάτος του, πλατέως αντιλογχοειδή έως επιμήκως σπατουλοειδή, με ένα ζεύγος οδόντων ή ακέραια. Άνθη σε αραιό βότρυ. Σέπαλα μήκους 4-5,5 mm. Πέταλα μήκους 8-11 mm, λευκά ή ρόδινα. Στύλος μήκους 4-7 mm. Καρπός κέρα, 7-12 x 2-3,5 mm, με μήκος περίπου 2,5-4 φορές το πλάτος του, συμπιεσμένο, με επιφάνεια που καλύπτεται, συνήθω, μόνο από μικρές ακτινόμορφες τρίχες ή ορισμένες φορές επίσης με ελαφρά διχαλωτές τρίχες μόλις μακρύτερες από τις ακτινόμορφε.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Strid 1986a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλη Απριλίου μέχρι τέλη Ιουνίου, που μπορεί να παραταθεί μέχρι τις αρχές Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Aubrieta erubescens είναι ενδημικό είδος του Άθωνα, στην χερσόνησο του Αγίου Όρου.</p><p>Βιότοποç: Το είδος αυτό φύεται σε ασβεστολιθικά πετρώματα και απαντά σε πετρώδεις πλαγιέ, σάρες και σχισμές βράχων στην ορεινή ζώνη του Άθωνα (1.500-2.033 m), μαζί με τα Prunus prostrata, Pterocephalus perennis subsp. perennis, Daphne oleoides, Berberis cretica, Crepis athoa, Alyssoides utriculata, Isatis tinctoria subsp. athoa, Thlaspi perfoliatum, Sedum ochroleucum, Sempervivum marmoreum κ.ά. Επίσης αναπτύσσεται σε πετρώδη διάκενα μικτού δάσους και μακίας βλάστησης σε χαμηλότερα υψόμετρα (800-1.000 m) μαζί με τα Juniperus oxycedrus, Quercus coccifera, Q. ilex, Fraxinus ornus κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Aubrieta erubescens είναι γεωγραφικώς απομονωμένη και μορφολογικώς ευδιάκριτη, διαφέρουσα από τα υπόλοιπα ελληνικά είδη στα βραχύτερα σέπαλα, στο χρώμα των πετάλων (λευκά έως ρόδινα), καθώς και στο μέγεθος και το τρίχωμα των καρπών (Phitos 1970).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Aubrieta erubescens σχηματίζει τρεις μικρούς υποπληθυσμού, ενώ τα άτομα που τους αποτελούν είναι διασκορπισμένα σε μικρές ομάδε, συνήθως των 4-8 φυτών. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός αποτελείται από περίπου 145 άτομα, διασκορπισμένα σε 9 διαφορετικά σημεία, σε πετρώδη διάκενα μικτού δάσου, σε υψόμετρο 800-990 m, στις ανατολικές πλαγιές του Άθωνα, πάνω από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρα. Ένας άλλος υποπληθυσμός αποτελείται από περίπου 90 άτομα στην βραχώδη κορυφή του Άθωνα, με τα φυτά διασκορπισμένα σε 13 διαφορετικά σημεία. Τέλο, ένας μικρός υποπληθυσμός που αποτελείται από 40 περίπου άτομα, βρίσκεται σε 3 διαφορετικά σημεία στις νότιες πλαγιές του Άθωνα, πάνω από την τοποθεσία Κερασιά, σε υψόμετρο 900-990 m, σε πετρώδη ανοίγματα μακίας βλάστηση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι τρεις υποπληθυσμοί της Aubrieta erubescens είναι διασκορπισμένοι στην βραχώδη κορυφή του Άθωνα και σε πετρώδη διάκενα δασών, μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητε. Η βόσκηση δεν επιτρέπεται στη χερσόνησο και έτσι δεν αποτελεί απειλή για το είδος αυτό. Εντούτοι, η φωτιά θα μπορούσε να αποτελέσει δυνητική απειλή για τους δύο υποπληθυσμούς στα χαμηλότερα υψόμετρα.</p><p>Το είδος περιλαμβάνεται στους Καταλόγους της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλουμένων Ζώων και Φυτών, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπη, στο βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων για τα Φυτά της Ελλάδας (Phitos &amp; al. 1995), ενώ προστατεύεται, επίση, από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.</p><p>Εξαιτίας της περιορισμένης έκταση, στην οποία φύεται το είδο, της διασποράς των λιγότερων από 5 υποπληθυσμών, καθώς και του μικρού υπολογιζόμενου συνολικού αριθμού των ενηλίκων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 1.000, η Aubrieta erubescens πληροί τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001), ώστε να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για την Aubrieta erubescens . Δραστικές αλλαγές στον βιότοπο του είδου, ιδιαίτερα σε πετρώδη διάκενα δάσου, θα πρέπει να αποφευχθούν. Περαιτέρω, προτείνεται η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός του είδους σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπου, ως μέτρο για την e x situ προστασία του. Τέλο, η καταγραφή και η παρακολούθηση του είδους αυτού, μακροπρόθεσμα, θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του.</p><p>Αντώνιοç Καρύδαç &amp; Δημήτριοç Φοίτοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDA5FF16D9ABFE833A3CFD6F	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDA3FF10D9ABFE833CB6FE33.text	0397C81BBDA3FF10D9ABFE833CB6FE33.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bellevalia brevipedicellata Turrill	<div><p>Bellevalia brevipedicellata Turrill</p><p>Hyacinthaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Bellevalia brevipedicellata Turrill in Kew Bull. 1940: 264 (1940).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "SW Kriti, above Palaiochora at Kephala, stony limestone hills, with Biarum davisii " 1 Mar. 1940, Davis 1223K (Ολότυπο: E).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβώδες είδο. Βολβός ωοειδής ή ωοειδή -σφαιροειδή, διαμέτρου 25-35 mm, χιτώνας χρώματος καστανού. Φύλλα 2-3, λογχοειδή-γραμμοειδή, περίπου ίσου μήκους με τον βλαστό, 8-17 cm, πλάτους 10-20 mm, περιθώρια λεία, κυματοειδή. Βλαστοί 1-4, ύψους 9,5-16 cm. Ταξιανθία με 15-26 άνθη, κυλινδρική, πυκνή, κατά την ωρίμανση επιμηκυνόμενη. Ποδίσκοι μήκους 1-1,5 mm, όρθιοι, βραχύτεροι από το περιάνθιο. Περιάνθιο μήκους 5-8 mm, ±κωδωνοειδέ, λευκό, με λοβούς μήκους το 1/2-1/3 του μήκους του ανθικού σωλήνα, ευρέως ωοειδεί, με ελαφρώς ρόδινο χρώμα και με μία κεντρική πράσινη γράμμωση. Ανθήρες ιώδει. Ταξιανθία κατά την καρποφορία κυλινδρική, με ποδίσκους βραχύτερους από την κάψα. Κάψα ωοειδής με πλατειά έως ελλειπτική κορυφή, μήκους 12-15 mm. Σπέρματα ευρέως ελλειψοειδή έως σφαιρικά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 8 (Tzanoudakis &amp; al. 1991, Bareka &amp; al. 2008).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει από το τέλος Ιανουαρίου μέχρι το τέλος Μαρτίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό ενδημικό είδο, εντοπισμένο σε μικρή περιοχή της ΝΔ. Κρήτη. Μικροί υποπληθυσμοί εντοπίζονται κοντά στη Μονή Χρυσοσκαλίτισσα, στην περιοχή της Παλαιόχωρας Σφακίων καθώς και στη νήσο Γαύδο.</p><p>Βιότοποç: H Bellevalia brevipedicellata απαντά σε βραχώδεις θέσει, ανάμεσα σε φρύγανα, καθώς και σε πετρώδεις ασβεστολιθικές πλαγιέ, από το επίπεδο της θάλασσας έως το υψόμετρο των 150 m περίπου. Φύεται μαζί με χαρακτηριστικά ενδημικά είδη της κρητικής χλωρίδα, όπως το Biarum davisii subsp. davisii και θάμνου, όπως ο Stachys spinosa και η Thymelaea tartonraira subsp. argentea (Turland 1995) .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Bellevalia brevipedicellata ανήκει στην sectio Patens. Είναι συγγενής της B. sitiaca Kypr. &amp; Tzanoud., ενός ακόμη ενδημικού είδους της Κρήτης εντοπισμένου μόνο στον Νομό Λασιθίου (Α. Κρήτη), το οποίο παλαιότερα θεωρούνταν μία τετραπλοειδής μορφή της B. brevipedicellata, με 2 n = 4x = 16 χρωμοσώματα. H μορφολογία της ταξιανθίας και των ανθέων, τόσο στην B. sitiaca όσο και στην B. brevipedicellata, είναι παρόμοια. Εντούτοι, οι ιδιαίτερες περιοχές εξάπλωσής του, ο διαφορετικός χρωμοσωματικός αριθμό, αλλά και κάποιες μορφολογικές διαφορές μεταξύ των ειδών, είχαν ως αποτέλεσμα την περιγραφή της B. sitiaca ως ξεχωριστού είδου. Τα φύλλα της B. brevipedicellata είναι κυματοειδή και το σχήμα των καρπών της ωοειδές έως ελλειπτικό, ενώ στην B. sitiaca τα φύλλα έχουν ορατές παράλληλες νευρώσεις και είναι μακρύτερα και πιο στενά από αυτά της B. brevipedicellata, ενώ το σχήμα των καρπών της είναι ημισφαιρικό.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο τέσσερις υποπληθυσμοί από αυτό το στενοεδημικό είδος έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα, οι οποίοι αποτελούνται από λίγα άτομα (περίπου 40-70) ο καθένα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η περιορισμένη περιοχή εξάπλωσης της Bellevalia brevipedicellata απειλείται από καταστροφή του βιοτόπου τη, λόγω αυξημένων τουριστικών δραστηριοτήτων. Επίση, δημιουργείται κίνδυνος μείωσης των πλήθυσμών της εξαιτίας της συλλογής των βολβών της εμπορικούς σκοπού. Η B. brevipedicellata έχει χαρακτηρισθεί στο έργο The Red Data Book of the Rare and Threatened Plants of Greece ως Τρωτό (Turland 1995a). Όμω, μετά την περιγραφή της B. sitiaca ως ξεχωριστού είδου, προτείνεται ο χαρακτηρισμός της ως Κινδυνεύον (ΕΝ), σύμφωνα με το κριτήριο D της IUCN (2001), διότι ο συνολικός αριθμός των ατόμων του πληθυσμού της δεν ξεπερνά τα 250.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας για το είδος μέχρι σήμερα, αν και η νήσος Γαύδος έχει περιληφθεί στις περιοχές του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000. Οι βιότοποι θα πρέπει να προστατευθούν από την ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη και την συλλογή βολβών. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιβίωση του είδου, άτομα βρίσκονται ήδη σε καλλιέργεια στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Εργαστηρίου Βοτανική, του Πανεπιστημίου Πατρών. Παράλληλα συνιστάται η συντήρηση σπερμάτων σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Πέπη Μπαρέκα</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDA3FF10D9ABFE833CB6FE33	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDA1FF12D9ABFF693CB6FE6A.text	0397C81BBDA1FF12D9ABFF693CB6FE6A.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bellevalia edirnensis Ozhatay & B. Mathew	<div><p>Bellevalia edirnensis Özhatay &amp; B. Mathew</p><p>Hyacinthaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Bellevalia edirnensis Özhatay &amp; B. Mathew in Bot. J. Linn. Soc. 107(1): 90 (1991).</p><p>Τύποç: [Ευρωπαϊκή Τουρκία] "Edirne to Uzunkäprü, 1 km from Ibrik Tepe road junction, alt. 250 m", 30 April 1988, Güler Dalgiç 59752 (Ολότυπο: ISTE).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβώδες είδο. Βολβός ωοειδή -σφαιροειδή, διαμέτρου 25-35 mm, χιτώνας χρώματος τεφρού-μαύρου. Φύλλα 3-4(-5), στενά αντιλογχοειδή, μακρύτερα από τον βλαστό, μήκους 30-42 cm, πλάτους 15-20 mm, κυματοειδή, περιθώρια μεμβρανώδη, ελαφρώς τριχωτά. Βλαστοί 1-2, ύψους 18-33 cm. Ταξιανθία με 50-60 άνθη, πυκνή, ελλειψοειδής έως κυλινδρική. Ποδίσκοι μήκους 8-15 mm, όρθιοι στην αρχή και στη συνέχεια τοξοειδεί. Βράκτια μικρά, λευκά, φέροντα δύο λοβού. Ανώριμα άνθη ενίοτε ιώδη. Περιάνθιο μήκους 5-11 mm, σωληνοειδές έως κωδωνοειδέ, λευκό, ελαφρώς πράσινο στη βάση του, με λοβούς ελαφρώς μικρότερου μήκους από τον ανθικό σωλήνα, ελλειπτικού -ωοειδεί. Ανθήρες κίτρινοι. Ταξιανθία κατά την καρποφορία κυλινδρική. Βαλβίδες κάψας ευρέως ωοειδεί, μήκους 9-10 mm. Σπέρματα ευρέως ωοειδή-ελλειψοειδή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 6x = 24 (Özhatay &amp; al. 1991, Bareka &amp; al. 2008).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει κυρίως κατά την διάρκεια του Μαϊου, αλλά περιστασιακά κάποια άτομα βρέθηκαν σε ανθοφορία στα τέλη Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: H Bellevalia edirnensis εμφανίζεται στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, απ' όπου έχει περιγραφεί. Το 2004 συλλέχθηκαν άτομα του γένους από τα περιθώρια καλλιεργημένων περιοχών του Νομού Έβρου (ΒΑ. Ελλάδα), πλησίον των ελληνοτουρκικών συνόρων. Τα φυτά αυτά ήσαν μορφολογικώς διαφορετικά από τα μέχρι τότε γνωστά ελληνικά taxa. Η μελέτη των μορφολογικών χαρακτήρων σε συνδυασμό με τον προσδιορισμό του εξαπλοειδούς χρωμοσωματικού αριθμού (2 n = 6x = 24), οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι τα φυτά της ΒΑ. Ελλάδας ανήκουν στην B. edirnensis, ενός από τα πλέον στενότοπα είδη του γένου. Το εύρημα αυτό προσέθεσε ακόμη ένα είδος στην ελληνική χλωρίδα (Bareka &amp; al. 2008).</p><p>Βιότοποç: Η Bellevalia edirnensis φύεται σε καλλιεργημένες εκτάσει, λιβάδια, καθώς και στις παρυφές καλλιεργειών, σε υψόμετρο από 70 έως 250 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Bellevalia edirnensis ανήκει στην sectio Patens. Το ταξινομικά συγγενέστερο είδος είναι η B. kurdistanica Feinbrun, η οποία εξαπλώνεται από το Ιράκ και την Ιορδανία έως την ΝΑ. Ανατολία. Τα δύο είδη χαρακτηρίζονται από το μήκος των φύλλων που είναι μεγαλύτερο από αυτό του βλαστού, από τα ελαφρώς τριχωτά περιθώριά τους και από τους παρόμοιας μορφολογίας ποδίσκου, κυρίως κατά την καρποφορία. Διαφέρουν στο χρώμα του άξονα της ταξιανθία, ο οποίος στην B. edirnensis είναι πράσινος και όχι ιώδη, όπως αυτός της B. kurdistanica, στο μέγεθος των λοβών του περιανθίου, οι οποίοι έχουν ελαφρώς μικρότερο μήκος από τον ανθικό σωλήνα στην B. edirnensis (και όχι το μισό μήκος του ανθικού σωλήνα) και στο χρώμα των ανθήρων, οι οποίοι στην B. kurdistanica είναι ιώδει, ενώ στην B. edirnensis κίτρινοι. Από τα είδη που απαντούν στην Ελλάδα, η B. edirnensis είναι συγγενής της B. romana (L.) Sweet. Οι κύριες μορφολογικές διαφορές των δύο ειδών είναι: τα ελαφρώς τριχωτά περιθώρια των φύλλων, το μήκος των λοβών του περιανθίου, το οποίο είναι μικρότερο από τον ανθικό σωλήνα, καθώς και το κίτρινο χρώμα των ανθήρων της B. edirnensis, ενώ η B. romana χαρακτηρίζεται από τα λεία περιθώρια των φύλλων, λοβούς ίσου ή μεγαλύτερου μήκους από τον ανθικό σωλήνα και από ιώδεις ανθήρε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα έχει βρεθεί μόνον ένας πληθυσμός του είδους αυτού στον Νομό Έβρου, περίπου 3 km ΝΔ. του χωριού Κουφόβουνο. Τα περισσότερα άτομα του πληθυσμού (περίπου 100) βρέθηκαν στις παρυφές καλλιεργημένων περιοχών. Εντούτοι, μερικά άτομα εντοπίσθηκαν και εντός των καλλιεργειών. Μία προσεκτικότερη έρευνα έδειξε ότι το σύνολο των φυτών δεν υπερβαίνει τα 150 ενήλικα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Δεδομένου ότι είναι γνωστός μόνον ένας πληθυσμός της Bellevalia edirnensis στην Ελλάδα και ο αριθμός των ατόμων του πληθυσμού είναι μικρότερος από 150, προτείνεται το είδος αυτό να χαρακτηρισθεί ως Κινδυνεύον (ΕN), σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), καθώς πληροί το κριτήριο D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει ληφθεί μέχρι στιγμής κανένα μέτρο προστασία, το οποίο να διασφαλίζει την επιβίωση της B. edirnensis . Δεδομένου ότι η περιοχή, στην οποία εξαπλώνεται, είναι καλλιεργούμενη και το είδος δέχεται έντονες ανθρώπινες επιδράσει, προτείνεται να γίνει παρακολούθησή του για μία περίοδο αρκετών ετών, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν υφίσταται μείωση του πληθυσμού. Επιπλέον, προτείνεται η καλλιέργεια του είδους σε Βοτανικούς Κήπου, αλλά και η συλλογή σπερμάτων για την ex situ διασφάλιση της προστασίας του.</p><p>Πέπη Μπαρέκα</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDA1FF12D9ABFF693CB6FE6A	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDBFFF0CD9ABFE833A3DFD72.text	0397C81BBDBFFF0CD9ABFE833A3DFD72.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bellevalia sitiaca Kypr. & Tzanoud.	<div><p>Bellevalia sitiaca Kypr. &amp; Tzanoud.</p><p>Hyacinthaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Bellevalia sitiaca Kypr. &amp; Tzanoud. in Bot. Helv. 109(1): 85 (1999).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "prope vicum Sitia, in saxosis calcareis promontorii Phaneromeni", 2 Apr.1975, Tzanoudakis 1814 (Ολότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές βολβώδες είδο. Βολβός σφαιροειδής έως ευρέως ωοειδή, διαμέτρου 25-35 mm, χιτώνας χρώματος καστανoύ. Φύλλα 3-5, επιμήκη, μακρύτερα από τον βλαστό, μήκους 15-33 cm, πλάτους 5,5-15 mm, με εμφανείς παράλληλες νευρώσει, περιθώρια λεία. Βλαστοί 1-2, μήκους 12,5-27 cm. Ταξιανθία με (13-)20- 30 άνθη, κυλινδρική, πυκνή. Ποδίσκοι βραχύτεροι από το περιάνθιο, μήκους περίπου 1 mm, όρθιοι. Νεαρά άνθη λευκά. Περιάνθιο μήκους 4,5-7,5 mm, σωληνοειδέ - κυλινδρικό έως σωληνοειδέ -κωδωνοειδέ, λευκό, με λοβούς μήκους 1/2-1/3 φορές το μήκος του ανθικού σωλήνα, ευρέως ωοειδεί, με ελαφρώς ρόδινο χρώμα και μία κεντρική πράσινη γραμμή. Ανθήρες ιώδει. Ταξιανθία κατά την καρποφορία κυλινδρική, με ποδίσκους βραχύτερους από την κάψα. Βαλβίδες της κάψας ημισφαιρικέ, διαμέτρου 10-15 mm. Σπέρματα σφαιρικά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 4x = 16 (Tzanoudakis &amp; al. 1991, Μπαρέκα 2007, Bareka &amp; al. 2008).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Φεβρουάριος έως αρχές Μαρτίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό ενδημικό είδο, εντοπισμένο στην Κρήτη (ανατολικά τμήματα του Νομού Λασιθίου και νησίδα Χρυσή).</p><p>Βιότοποç: Η Bellevalia sitiaca προτιμά βραχώδεις θέσεις και σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο 0-100 m, κυρίως μεταξύ φρυγάνων και θαμνώδους βλάστηση, όπου συνυπάρχει με μερικά από τα χαρακτηριστικά και ενδημικά taxa της κρητικής χλωρίδα, όπως Viola scorpiuroides, Scorzonera cretica, Campanula pelviformis, Linum arboreum, Ebenus cretica κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος αυτό πριν από την περιγραφή του είχε συλλεχθεί από τον Rechinger το 1942 από το όρος Μόδι του Ν. Λασιθίου, αλλά και από άλλους συλλέκτες κατά το στάδιο της καρποφορίας και είχε λανθασμένα προσδιορισθεί ως Muscari macrocarpum Sweet (Kypriotakis &amp; Tzanoudakis 1999). Ο λανθασμένος προσδιορισμός των φυτικών δειγμάτων του βασίσθηκε κυρίως στην ομοιότητα τόσο των καρπών όσο και των φύλλων των δύο taxa.</p><p>Η Bellevalia sitiaca και η B. brevipedicellata Turrill είναι στενά συγγενείς και ομοιάζουν σημαντικά, κυρίως στην μορφολογία της ταξιανθίας και των ανθέων τους. Ωστόσο, η απομονωμένη γεωγραφική εξάπλωση, σε συνδυασμό με ορισμένες μορφολογικές διαφορές των δύο ειδών, οδήγησαν στην περιγραφή της B. sitiaca ως ξεχωριστού είδου. Οι σημαντικότερες μορφολογικές διαφορές των δύο ειδών εντοπίζονται στα φύλλα, τα οποία στην B. sitiaca χαρακτηρίζονται από εμφανείς παράλληλες νευρώσεις και είναι μεγαλύτερα σε μήκος και στενότερα από αυτά της B. brevipedicellata, καθώς και στο σχήμα των καρπών της πρώτη, το οποίο είναι ημισφαιρικό, ενώ της B. brevipedicellata ωοειδές έως ελλειπτικό. Προσφάτω, μοριακή κυτταρογενετική μελέτη των δύο ειδών (Μπαρέκα 2007), έδειξε σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ του. Η σύγκριση των καρυοτύπων τους υποδεικνύει ότι η τετραπλοειδής B. sitiaca έχει το ένα γονιδίωμα όμοιο με αυτό της B. brevipedicellata, ενώ το δεύτερο γονιδίωμα από άλλο, άγνωστο μέχρι σήμερα taxon. Δηλαδή η B. sitiaca είναι ένα αλλοτετραπλοειδές taxon, του οποίου ο ένας πρόγονος είναι πιθανότατα η B. brevipedicellata .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Bellevalia sitiaca δημιουργεί δέκα μικρούς υποπληθυσμού, αποτελούμενου, ο καθένας του, από περίπου 50-100 ώριμα άτομα. Εκτιμάται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων, που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα, είναι μικρότερος από 1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η βόσκηση και οι έντονες ανθρωπογενείς επιδράσει, κυρίως λόγω της τουριστικής ανάπτυξης στην περιοχή εξάπλωσης του είδου, σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό ατόμων κάθε υποπληθυσμού, αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για την επιβίωσή του.</p><p>Το taxon αυτό προτείνεται να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU), καθ' όσον πληροί τα κριτήρια C2a(i) και D1 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει μέχρι σήμερα ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας της Bellevalia sitiaca . Συνιστάται τόσο η προστασία της στις περιοχές όπου φύεται όσο και η ex situ διατήρησή της σε Βοτανικούς Kήπους και Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Για τον σκοπό αυτό, άτομα των περισσοτέρων υποπληθυσμών του taxon βρίσκονται ήδη σε καλλιέργεια στον πειραματικό Βοτανικό Κήπο του Εργαστηρίου Βοτανική, του Πανεπιστημίου Πατρών.</p><p>Πέπη Μπαρέκα</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDBFFF0CD9ABFE833A3DFD72	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDBDFF09D9ABFE833CBDFBAF.text	0397C81BBDBDFF09D9ABFE833CBDFBAF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Biebersteinia orphanidis Boiss.	<div><p>Biebersteinia orphanidis Boiss.</p><p>Biebersteiniaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Biebersteinia orphanidis Boiss., Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 1: 113 (1854).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Κορινθία] "in regione superiori montis Kyllenes Peloponnesi ad 5500´-6000´altitudinis in vallecula sicca ad meridiem spectanti loco "του πουλιού ο όχθο" dicto", Orphanides, Fl. Gr. exsicc. no. 292, 18/24 Jun. 1851 (ATHU, BM, E, G, G-BOIS, GB, K, LD, LIV, P, S, W, WU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με ρίζωμα παχύ, ξυλώδε, διαμέτρου 7 cm και πλέον. Φυτό σε όλη του την υπέργεια επιφάνεια χνοώδε -αδενώδε, ελαφρά κολλώδες στην αφή και με χαρακτηριστική οσμή. Βλαστός σπανίως με ασθενή διακλάδωση, όρθιο, ύψους 30-70 cm, με βάση στο σημείο έκφυσης από το ρίζωμα καλυμμένη με καστανέρυθρα ωοειδή λέπια. Φύλλα κυρίως στη βάση, τα υπόλοιπα κατ' εναλλαγή, όλα λογχοειδή στο περίγραμμα, βραχύμισχα, μήκους 20-40 cm και πλάτους έως 12 cm, καλυμμένα με τρίχες και έμμισχους αδένε, τρις πτερότμητα, τα τελικά τμήματα λογχοειδώς γραμμοειδή, οξύληκτα, μήκους περίπου 1 cm. Παράφυλλα μεμβρανώδη, χρώματος ανοικτού καστανού, στο επάνω τμήμα τους σχισμένακροσσωτά, μήκους 1-2 cm. Βράκτια μεγάλα, ωοειδή, τα ανώτερα ακέραια. Άνθη ακτινόμορφα, σχεδόν επιφυή, πολυάριθμα, σε δέσμες των 2-3, σχηματίζοντα πυκνό σταχυόμορφο βότρυ ή, σπανιότερα, σταχυόμορφη φόβη μήκους 10-16 cm. Σέπαλα 5 ελεύθερα, ωοειδή, οξύληκτα, πυκνά καλυμμένα με έμμισχους αδένε, μεγεθυνόμενα κατά την καρποφορία. Πέταλα 5 ελεύθερα, μικρότερα των σεπάλων, αλλά ελαφρώς εξέχοντα από αυτά κατά την άνθηση, ερυθρά στο εξέχον τμήμα τους και κίτρινα στο υπόλοιπο, με άκρα ελαφρώς κροσσωτά-οδοντωτά και με μακρύ όνυχα. Στήμονες 10 ενωμένοι στις βάσεις του. Νεκτάρια 5, εναλλασόμενα με τα πέταλα. Ωοθήκη επιφυής με 5 βαθείς λοβού, καρπόφυλλα 5, στίγμα στην απόληξη 5 συμφυών γυνοβασικών στύλων. Καρπός σχιζοκάρπιο, αποτελούμενος από 5 σκληροπεριβληματικά μερικάρπια με πτυχωτή ποίκιλση, τεφρόχρωμα, περίπου 6 x 4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 10 (Constantinidis 1996).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος - Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Biebersteinia orphanidis θεωρείτο εξαφανισθέν είδος από την Ελλάδα και την Ευρώπη (Webb 1968 a, Greuter &amp; al. 1986, Persson 1986b) έως την επανανακάλυψή της το 1994 στο όρος Σαϊτάς (Yannitsaros &amp; al. 1996). Η έρευνα πεδίου, που ακολούθησε, έδειξε ότι το είδος σχηματίζει μικρούς διάσπαρτους πληθυσμούς στους μεγάλους ορεινούς όγκους της ΒΑ. Πελοποννήσου, έχοντας καταγραφεί στο όρος Κυλλήνη, το συγκρότημα του Ολίγυρτου, τον Σαϊτά και το Τραχύ (Vassiliades &amp; Yannitsaros 2000). Εκτός από την Ελλάδα, το είδος υπάρχει στην οροσειρά του Ταύρου στην Κ. και Ν. Τουρκία, παρουσιάζοντας έτσι μία διακεκομμένη περιοχή εξάπλωση, που έχει τις ρίζες της στη φυτογεωγραφική ιστορία της Α. Μεσογείου. Η μονοτυπική οικογένεια Biebersteiniaceae έχει κυρίως ασιατική εξάπλωση, από την Κ. Κίνα έως την Α. Μεσόγειο και την Ελλάδα.</p><p>Βιότοποç: Στην Ελλάδα, η Biebersteinia orphanidis σχηματίζει μικρούς πληθυσμούς σε ανοικτές θέσεις μέσα ή κοντά σε δάση Abies cephalonica, σπανιότερα σε κλιτύες ορέων πάνω από τα δασοόρια, σε υψόμετρο 1.350-1.760 m. Έχει σαφή προτίμηση σε λίγο έως μετρίως επικλινή ελαφρά πετρώδη εδάφη με καλή στράγγιση και συχνά συναντάται στις πλαγιές δολινών στα ασβεστολιθικά όρη που προαναφέρθηκαν, οι οποίες προσφέρουν και προφύλαξη από δυσμενείς καιρικές συνθήκε. Άλλα φυτικά taxa που φύονται μαζί με ή κοντά στην B. orphanidis είναι: Pteridium aquilinum, Vicia tenuifolia subsp. tenuifolia, Marrubium cylleneum, Poa bulbosa s.l., Adonis cyllenea, Fritillaria mutabilis κ.ά. Στην Τουρκία, η Biebersteinia orphanidis αναφέρεται ότι φύεται σε ανοικτές θέσεις δασών Abies cilicica και Cedrus libani, σε υψόμετρο 1.700- 1.900 m (Davis 1967).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Biebersteinia θεωρείτο από το 19ο αιώνα μέλος της οικογενείας των Geraniaceae, αλλά πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι οι συγγένειες του μικρού αυτού ασιατικού γένους είναι διαφορετικές και οι ιδιαιτερότητές του αρκετά μεγάλε, ώστε να δικαιολογούν την τοποθέτησή του σε δική του μονοτυπική οικογένεια (Bakker &amp; al. 1998, Muellner &amp; al. 2007 κ.ά.). Η B. orphanidis είναι το είδος που αντιπροσωπεύει τα όρια της εξάπλωσης της οικογένειας προς τα δυτικά, τη Μεσόγειο και την Ευρώπη και θεωρείται ανατολικομεσογειακό χλωριδικό στοιχείο. Είναι ένα, ταξινομικά, καθαρό είδο, μορφολογικά και φυτογεωγραφικά διακριτό από τα υπόλοιπα είδη της οικογένεια.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Βiebersteinia orphanidis στην Ελλάδα σχηματίζει μικρούς σποραδικούς υποπληθυσμούς αποτελούμενους από ελάχιστα έως μερικές δεκάδες άτομα. Έχουν καταγραφεί έως τώρα 12 υποπληθυσμοί του φυτού στους ορεινούς όγκους που προαναφέρθηκαν. Ο ακριβής υπολογισμός των ατόμων ανά υποπληθυσμό είναι δύσκολος γιατί από το κάθε ρίζωμα μπορεί να εκφύονται περισσότερα από ένα στελέχη. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν αρτίβλαστα και νεαρά φυτά σε αυτούς τους χώρου. Παρατηρήθηκε επίσης ότι δημιουργεί φυσική τράπεζα σπερμάτων στους βιοτόπους του, καθώς τα σπέρματα του φυτού φέρουν ένα ιδιαίτερα σκληρό και στεγανό περίβλημα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Βiebersteinia orphanidis, σύμφωνα με τα κριτήρια B2a,b(i) και D2 των κατηγοριών επικινδυνότητας της IUCN (2001), χαρακτηρίζεται ως Kινδυνεύον (ΕΝ) είδος στην Ελλάδα, λόγω της περιορισμένης εμφάνισής της και κυρίως εξαιτίας των πιέσεων που δέχεται από τη συλλογή της και από τη βόσκηση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το είδος αυτό είναι η συλλογή του από κτηνοτρόφου, οι οποίοι πιστεύουν ότι το φυτό και κυρίως το ρίζωμά του περιέχει ουσίες τονωτικές και θεραπευτικές για τα ζώα του. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι πράγματι η B. orphanidis έχει κάποιες αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες (Miceli &amp; al. 2005). Η συλλογή της από τους κτηνοτρόφους έχει ως συνέπεια κατά καιρούς να εκριζώνονται ολόκληροι υποπληθυσμοί του φυτού. Επίσης το είδος βόσκεται εύκολα από αιγοπρόβατα,καθώς φύεται σε προσιτά μέρη και δεν διαθέτει μηχανισμούς απώθησης (αγκάθια, τοξικές ουσίες κ.ά.). Η συλλογή του από βοτανικούς συλλέκτες πρέπει επίσης να αναφερθεί ως μία πρόσφατη πίεση στην παρουσία του στην Ελλάδα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η σπανιότητα του φυτού έχει επισημανθεί σε κτηνοτρόφους της περιοχή. Η επιτυχία των πειραμάτων φύτρωσης που βρίσκονται σε εξέλιξη (Κουτσοβούλου κ.ά. 2008) θα επιτρέψει την καλλιέργεια του φυτού σε Βοτανικούς Κήπους και την επανεισαγωγή του στο βιότοπό του αν χρειασθεί. Επίση, θα ελαφρύνει την πίεση που δέχονται οι πληθυσμοί του εξαιτίας της συλλογής του από κτηνοτρόφους για τη θεραπεία των ζώων του, αλλά και από τους βοτανικούς συλλέκτε. Θα επιτρέψει ακόμη την παραγωγή σπερμάτων για φύλαξη σε Τράπεζα Σπερμάτων χωρίς να επιβαρύνονται οι φυσικοί πληθυσμοί και τέλος την καλλιέργεια του ενδιαφέροντος και σπάνιου αυτού φυτού ως καλλωπιστικού είδου.</p><p>Διονύσιοç Βασιλειάδηç &amp; Αρτέμιοç Γιαννίτσαροç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDBDFF09D9ABFE833CBDFBAF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDBAFF0BD9B2FE833CBEFC5B.text	0397C81BBDBAFF0BD9B2FE833CBEFC5B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bolanthus creutzburgii Greuter	<div><p>Bolanthus creutzburgii Greuter</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Bolanthus creutzburgii Greuter in Candollea 20: 210 (1965).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Ηρακλείου] "Mons Mávri, supra fontem Skarónero", 1800-1900 m, Greuter 3733 (Ολότυπο: PAL-Greuter. Ισότυποι: G, W, Z).</p><p>Περιγραφή: Nανώδη, πολυετής πόα, με βάση ξυλώδη. Όλο το φυτό πυκνά τριχωτό με αφιστάμενο τρίχωμα, αποτελούμενο από μακρές αδενώδεις τρίχες και βραχύτερες μη αδενώδει. Βλαστοί ανορθωμένοι έως όρθιοι, μήκους 1,5-6 cm, ακέραιοι ή σπανίως με βραχείες διακλαδώσεις στο ανώτερο τμήμα. Φύλλα αντίθετα, αντιλογχοειδή έως σπατουλοειδή, διαστάσεων 2-10 x 0,5-3 mm. Ταξιανθία σε επάκριες και μασχαλιαίες δέσμε, με πυκνές συστάδες 2-10 ανθέων, σπανίως επίσης άνθη μονήρη, βράκτια παρόμοια των φύλλων, σχεδόν ισομεγέθη του κάλυκα, ποδίσκοι βραχύτεροι του κάλυκα έως απόντε. Κάλυκας ελλειψοειδή, 2,5-3,5 x 1-1,4 mm, σωλήνας με 5 παχυσμένα νεύρα, χρώματος βαθέως πορφυρού, καταλήγοντα σε οξεία τριγωνική κορυφή και συνενούμενα με λευκωπές μεμβράνε. Πέταλα 5, γραμμοειδή-σπατουλοειδή, μακρύτερα του κάλυκα, χείλος πετάλων λευκωπό με εγκάρσια, πορφυρή λωρίδα πλησίον της βάσης του. Στύλοι 2. Κάψα επιφυή, ωοειδή -ελλειπτική, σχεδόν ισομήκης του κάλυκα, διαρρηγνυόμενη με 4 οδόντε. Σπέρματα μαύρα, σε σχήμα κόμματο, διαστάσεων 0,8-1,1 x 0,5-0,7 mm, με μικροσκοπικές θηλέ.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 30 (Phitos &amp; Kamari 1974).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος έως Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος των ορεινών όγκων των Λευκών Ορέων και του Ψηλορείτη, στη Δ. και Κ. Κρήτη, αντιστοίχω. Αναφορές από παραλίες ανατολικά της Παλαιόχωρας στη ΝΔ. Κρήτη (Zaffran 1976, 1990), αν και φαίνονταν απίθανες εξαιτίας του χαμηλού υψομέτρου επιβεβαιώθηκαν πολύ πρόσφατα (Απρίλιο 2009). Τα φυτά αυτών των περιοχών χρειάζονται, εντούτοι, περισσότερη διερεύνηση.</p><p>Βιότοποç: Ασβεστολιθικέ, βραχώδεις θέσει, ρωγμές και σάρε, σε υψόμετρο (5-)1.550-2.100 m. Ο πληθυσμός ανατολικά της Παλαιόχωρας φύεται σε βραχώδη και αμμώδη παραλία λίγο υψηλότερα από το επίπεδο της θάλασσα. Ανάμεσα στα συνοδά είδη περιλαμβάνονται τα Erica manipuliflora και Micromeria hispida, το τελευταίο ενδημικό της Κρήτη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Bolanthus creutzburgii, πιθανώ, συγγενεύει περισσότερο με τον B. filicaulis (Boiss.) Barkoudah της Συρία, παρά με οποιοδήποτε άλλο είδος που εμφανίζεται στην Ελλάδα (Greuter 1965). Οι χρωμοσωματικοί αριθμοί του B. creutzburgii και του B. graecus (Schreb.) Barkoudah δίδονται από τους Phitos &amp; Kamari (1974) και είναι και για τα δύο είδη 2 n = 30 χρωμοσώματα (ο αριθμός 2 n = 20 που, επίση, αναφέρεται στην ίδια δημοσίευση αποτελεί τυπογραφικό λάθο).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον 8 υποπληθυσμοί του είδους είναι γνωστοί: 5 στα Λευκά Όρη και 3 στον Ψηλορείτη. Ο ένατος (αν πραγματικά αντιστοιχεί στον Bolanthus creutzburgii) εμφανίζεται στη ΝΔ. ακτή της Κρήτη, ανατολικά της Παλαιόχωρα. Ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει 3 από τους υποπληθυσμού, έναν σε κάθε ορεινό όγκο, καθώς και αυτόν κοντά στην Παλαιόχωρα. Ο αριθμός των φυτών εμφανίζεται πολύ μικρό, ίσως μόνο λίγες δεκάδες άτομα σε κάθε περιοχή. Δεδομένα, σχετικά με το μέγεθος των άλλων πληθυσμών, δεν είναι διαθέσιμα. Φαίνεται πιθανό ότι ο συνολικός πληθυσμός αριθμεί λιγότερα από 1.000 ενήλικα άτομα. Η συνολική έκταση που καταλαμβάνουν τα φυτά είναι μικρότερος των 10 km2. Δεν έχουν παρατηρηθεί μετρήσιμες συνεχείς μειώσεις ή ακραίες μεταβολές στον αριθμό των ενηλίκων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο πρωταρχικός κίνδυνος για το είδος σχετίζεται με την υπερβόσκηση που υφίσταται από τα πρόβατα, η οποία, πάνω από το δασικό όριο των Λευκών Ορέων και του Ψηλορείτη, είναι διαρκής για όλο το καλοκαίρι. Αυτή η δραστηριότητα τραυματίζει τα φυτά, περιορίζει την ποσότητα των σπερμάτων που παράγονται και αναστέλλει την εγκατάσταση νεαρών φυτών. Τα ενήλικα άτομα προστατεύονται, ως ένα βαθμό, εξαιτίας του νανώδους μεγέθους του. Η γειτνίαση τεσσάρων ορεινών υποπληθυσμών με το οδικό δίκτυο επαυξάνει τους δυνητικούς κινδύνους από πιθανές διαπλατύνσεις του οδοστρώματο, αυξημένη βόσκηση, αυξημένο τουρισμό και υπερσυλλογή από βοτανικού. Ίσως σε μεγαλύτερο κίνδυνο να βρίσκεται ο υποπληθυσμός ανατολικά της Παλαιόχωρα, όπου τα φυτά μπορεί να ποδοπατούνται και να υπόκεινται σε καθαρισμούς της άμμου με μηχανικά μέσα, ενώ άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό μπορεί να προκαλέσουν σημαντική ζημιά ή ακόμη να καταστρέψουν τόσο τα φυτά όσο και το βιότοπό του. Βασιζόμενοι στα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, προτείνεται για το είδος η κατηγορία του Τρωτού (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληρούνται τα κριτήρια D1+2. Σε περίπτωση που τα φυτά της Παλαιόχωρας ενταχθούν με βεβαιότητα στον Bolanthus creutzburgii τότε ενδέχεται να πληρούνται επίσης τα κριτήρια B1a,b(i,ii,iii,iv,v)+2a,b(i,ii,iii,iv,v) και C2a(i), τα οποία θα πρέπει να προστεθούν στα προηγούμενα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μετά την επιβεβαίωση της ύπαρξης του πληθυσμού ανατολικά της Παλαιόχωρας είναι επιτακτική ανάγκη να ερευνηθεί εκτενώς η ταξινομική θέση του Bolanthus creutzburgii, η δομή του πληθυσμού του, αλλά και η έκταση που καλύπτει. Τόσο τα φυτά όσο και το φυσικό τους περιβάλλον στην παραλία θα πρέπει να προστατευθούν από οποιαδήποτε βλάβη ή διαταραχή. Ένας υποπληθυσμός των υψηλών ορέων θα πρέπει να περιφραχθεί, ώστε να αποκλεισθούν τα βόσκοντα ζώα και να παρακολουθηθεί η αναγέννηση της βλάστησης για μία περίοδο 5-10 ετών, συγκριτικά με την περιοχή εκτός περίφραξης που θα δρα ως μάρτυρα. Αν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, τότε θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα περαιτέρω περιφράξεων με την ανάλογη παροχή αποζημιώσεων στους παραδοσιακούς χρήστες της γη, τους τοπικούς κτηνοτρόφους και τους χωρικού. Η συλλογή σε όλους τους υποπληθυσμούς πρέπει να ελέγχεται. Ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί (αν αυτή η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν συνιστά απειλή) ώστε να καλλιεργηθούν φυτά ex situ. Οι υποπληθυσμοί που θα προκύψουν θα μπορούσαν να αναπαραχθούν περαιτέρω και να διανεμηθούν σε Βοτανικούς Κήπου, ενώ σπέρματά τους θα μπορούσαν να διαφυλαχθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα παρείχε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους στο φυσικό του περιβάλλον, ή της ενδυνάμωσης των φυσικών υποπληθυσμών, σε περίπτωση που αυτοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDBAFF0BD9B2FE833CBEFC5B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDB8FF05D9B2FE833CBDFAB4.text	0397C81BBDB8FF05D9B2FE833CBDFAB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bonannia graeca (L.) Halacsy	<div><p>Bonannia graeca (L.) Halácsy</p><p>Umbelliferae</p><p>Bonannia graeca (L.) Halácsy, Consp. Fl. Graec. 1: 641 (1901).</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Λεκτότυποç (Jury &amp; Southan 2006): [Ελλά] "Habitat in Graecia" ( " Ligusticum graecum, folio apii, Tournef. cor. 23"), ως Sium graecum (Herb. Clifford: 98, Sium 4, BM-000558308).</p><p>Συνώνυμα: Sium graecum L., Sp. Pl. 1: 252 (1753).</p><p>Ferula nudicaulis Spreng., Neue Entdeck. 2: 149 (1820).</p><p>Laserpitium resinosum Presl, Delic. Prag. 137 (1822).</p><p>Ligusticum resinosum Guss., Fl. Sic. Prodr. 1: 335(1827) .</p><p>Bonannia resinifera Guss., Fl. Sicul. Syn. 1: 355 (1843).</p><p>B. resinosa Strobl in Oesterr. Bot. Z. 34: 174 (1884).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό, όρθιο, ύψους 30-70 cm, άτριχο (εκτό από τα φύλλα). Βλαστός με γραμμώσεις στο άνω τμήμα του και αραιές διακλαδώσει, άτριχο, ρητινοφόρος αρωματική, κίτρινης ρητίνη. Βάση βλαστού με τραχέα, ινώδη υπολείμματα των μίσχων. Φύλλα με βραχύ τρίχωμα, σχεδόν όλα στη βάση του φυτού σχηματίζοντα ρόδακα, λογχοειδή-επιμήκη, 1-2 πτεροσχιδή, με πριονωτού, επιμήκεις έως λογχοειδείς λοβού, σχεδόν σταυροειδώς τοποθετημένου, ευκρινώς διμορφικού, αυτοί της βάσης με αβαθείς πτερωτούς επιμέρους λοβούς ενώ οι ακραίοι πτεροσχιδεί, ανώτερα φύλλα βραχύτερα, αποτελούμενα σχεδόν μόνο από κολεό. Ακτίνες (6)9-12(20), οι εσωτερικές βραχύτερες των εξωτερικών, βράκτια και βρακτίδια έως 5 ή ελλείποντα, με ποικιλία μεγέθου, γραμμοειδή-λογχοειδή, μήκους συνήθως έως c. 5 mm. Σέπαλα απόντα. Πέταλα κίτρινα, επιμήκη, με αμβλεία απόληξη συστρεφόμενη κυκλικά. Στυλοπόδιο κωνικό, πολύ βραχύ. Στύλος βραχύ, καμπτόμενο. Νεαροί καρποί αντιστρόφως σφηνοειδείς έως αντωοειδεί, μη πιεσμένοι, ώριμοι καρποί μήκους 6-8 mm, ωοειδεί -ελλειπτικοί, χωρίς ράμφο, ελαφρώς πιεσμένοι ραχιαία, πλευρικές προεκβολές όπως οι ραχιαίε, ευκρινώς διογκωμένε, δίχως πτέρυγε, με 3-4 ρητινοφόρους αγωγού.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Colombo &amp; al. 1982).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Αργά τον Μάιο μέχρι τον Ιούνιο (σπανίω μέχρι και τον Ιούλιο).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της ΚΑ. Μεσογείου, γνωστό από την Ελλάδα και την Ιταλία (ευρωπαϊκό ενδημικό). Υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές από την Ελλάδα, ιδιαίτερα από τα νησιά του Ν. Αιγαίου, μόνο λίγες όμως πρόσφατες καταγραφές από την περιοχή, με νεότερη αυτή της Νάξου (Bähling 1997). Παλαιότερες αναφορές από το Λόπεσι, Ν. της Πάτρας στην Πελοπόννησο (Halácsy 1901), από την Κρήτη (Sieber, βλέπε Gandoger 1916, Rechinger 1943a,b) και από τις νήσους Ίο (Heldreich, βλέπε Rechinger 1943a) και Φολέγανδρο των Κυκλάδων (Bretzl, βλέπε Rechinger 1943a) χρειάζονται πρόσφατη επιβεβαίωση. Εντούτοι, το είδος συλλέχθηκε μεταξύ 1960 και 1968 στον Πύργο και τον Κάμπο της Σερίφου, στον όρμο Βαθύ της Φολεγάνδρου και Β. της Χώρας στη Σίφνο, όπως μαρτυρούν δείγματα κατατεθειμένα στο Βοτανικό Μουσείο της Lund (LD) στη Σουηδία. Νεότερες αναφορές της Bonannia graeca από περιοχή της Πελοποννήσου δεν αποδείχθηκαν αληθεί.</p><p>Στην Ιταλία το είδος φαίνεται να είναι περισσότερο εξαπλωμένο και συχνότερο από ότι στην Ελλάδα. Όμω, η περιοχή της εμφάνισής του περιορίζεται στις νοτιότερες επαρχίες της Καλαβρία, Σικελία, Καμπανίας και Πούλιας (βλέπε Pignatti 1982, Marchiori &amp; al. 1993, NATURA 2000 site IT9150002). Εδώ το είδος εμφανίζεται μέχρι το υψόμετρο των 1.500 m.</p><p>Βιότοποç: Όσον αφορά στην Ελλάδα, ο βιότοπος του είδους περιγράφεται ως (ημιορεινέ) εκτάσεις με ακανθωτούς θάμνους ή/και βράχους (Halácsy 1901, Hayek 1927). Στο Λόπεσι, ο βιότοπος περιγράφεται ως ''κάτω από θάμνου, υψόμετρο 400 m'' (Halácsy 1894). Η Flora d'Italia (Pignatti 1982) περιγράφει τον βιότοπο ως ''ξηρά, ορεινά λιβάδια''. Στη Νάξο, όπου υπάρχει η μόνη, πρόσφατα επιβεβαιωμένη περιοχή εξάπλωσης της Bonannia στην Ελλάδα, ο βιότοπος είναι περισσότερο εξειδικευμένος (Bähling 1997). Οι δύο γνωστές θέσεις του είδους στα Δ. και ΒΔ. της νήσου εμφανίζονται σε πλαγιές βόρειας έκθεσης με πυριτικό έδαφο. Το γεγονός ότι τα πυριτικά εδάφη είναι πολύ σπανιότερα στην Ελλάδα, συγκριτικά με τα ασβεστολιθικά, ίσως είναι ένας λόγος για την σπανιότητα της Bonannia . Οι περιοχές βρίσκονται σε υψόμετρο 160 και 350 m, υποδεικνύοντας ότι το είδος δεν είναι ένα αληθινά (ημι)ορεινό φυτό. Οι δύο περιοχές έχουν κοινό γνώρισμα ότι βόσκονται από αιγοπρόβατα, κατά τη διάρκεια των λίγων τελευταίων ετών. Η Bonannia είναι ένας δείκτης της εγκατάλειψης της βόσκηση. Στις δύο περιοχές υπάρχουν υψηλοί βράχοι, απρόσιτοι στα ζώα, ύψους λίγων μέτρων. Αυτοί δρουν ως καταφύγιο των φυτών και ως πηγές επανεισαγωγής του, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί γρήγορα. Με αυτό τον τρόπο τα φυτά μπορούν να αναπτυχθούν σε φρυγανώδεις θέσει, οι οποίες έχουν εγκαταλειφθεί από την βόσκηση. Φυτά του είδου, ιδιαίτερα με μορφή ρόδακα, εμφανίζονται σχετικώς ανθεκτικά στη σκίανση, όμω, είναι βέβαιο ότι δεν είναι ιδιαίτερα σκιόφιλα. Άτομα φύονται σε όχι πολύ ξηρούς βράχους που δεν διατηρούν πυκνή βλάστηση καθώς και σε φρύγανα, σε βαθύ έδαφο. Το είδος δεν είναι ένα τυπικό χασμόφυτο που φύεται στις ρωγμές των κρημνών. Επιβιώνει στις κορυφές των βράχων, ενδεχομένως εξαιτίας της ύπαρξης ενός (προσωρινά) υγρότερου εδάφου. Με βάση τις αξίες των οικολογικών δεικτών (Bähling 1995) η Bonannia graeca χαρακτηρίζεται προσωρινά ως φυόμενη σε επίπεδες έως λοφώδεις θερμομεσογειακές (W3), πολύ ξηρές (F2), όξινες (R1) και μη υποκείμενες ή ελάχιστα υποκείμενες σε καταπόνηση (παραθαλάσσιου) άλατος (S1) περιοχές της Νάξου.</p><p>Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τους βιοτόπους του είδους στα άλλα τρία νησιά των Κυκλάδων (Σέριφο, Φολέγανδρος και Κύθνο), όπου το είδος συλλέχθηκε την δεκαετία του 1960.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η ταξινομική θέση ορισμένων γενών των Umbelliferae μπορεί να είναι αμφίβολη και να υπόκειται σε αλλαγέ. Έχοντας το ρόλο, από ταξινομική άποψη, του ''περιπλανόμενου'' σε διάφορα γένη των Umbelliferae (βλέπε συνώνυμα) η Bonannia κατετάγη σε 6 διαφορετικά γένη από την περιγραφή της μέχρι την αποδοχή τη, ως διακριτού γένου. Ίσως εξαιτίας των ταξινομικών αλλαγών το είδος έχει μελετηθεί λίγο. Ο Gussone (1843) αντιλήφθηκε ότι το Sium graecum L. δεν είναι ένα μέλος του γένους Sium, αλλά ένα ξεχωριστό γένος που το ονόμασε Bonannia . Ως αποτέλεσμα, το είδος πήρε τότε το όνομα Bonannia resinifera Guss.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι μοναδικοί, προσφάτως επιβεβαιωμένοι ελληνικοί υποπληθυσμοί της Νάξου είναι πολύ μικροί. Η μία θέση περιλαμβάνει έως 5 άτομα, η άλλη 20-30 (Bähling 1997).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Εξαιτίας των ελάχιστων ατόμων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της Νάξου, το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN), σύμφωνα με τo κριτήριο D της IUCN (2001). Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τους άλλους τέσσερις πληθυσμούς των Κυκλάδων που συλλέχθηκαν την δεκαετία του 1960. Πιθανολογούμε, όμω, ότι αν εξακολουθούν να επιβιώνουν, θα πρέπει να απαρτίζονται από λίγα ή πολύ λίγα φυτά.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η Bonannia graeca υφίσταται έντονη βόσκηση από αιγοπρόβατα, ενώ επίσης σκιάζεται από υψηλότερη βλάστηση. Οι δύο αυτοί παράγοντες θα πρέπει να ελεγχθούν, ώστε να εξασφαλισθεί η επιβίωση του είδους όχι μόνο στους υψηλούς βράχους αλλά και στα φρύγανα. Η ελεγχόμενη καύση κάθε 10 έτη και ο αποκλεισμός της βόσκησης μπορεί να είναι χρήσιμα εργαλεία ώστε να διατηρηθούν οι θέσεις με ανοιχτή βλάστηση και να ευνοηθεί η Bonannia, στην περίπτωση που γίνει σωστή επιλογή των κατάλληλων περιοχών. Το είδος χρειάζεται να μεταφερθεί στην καλλιέργεια, ως μέτρο ex situ προστασία.</p><p>Νiels Böhling</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDB8FF05D9B2FE833CBDFAB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDB6FF07D9B2FE833CBEFD51.text	0397C81BBDB6FF07D9B2FE833CBEFD51.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bupleurum aira Snogerup	<div><p>Bupleurum aira Snogerup</p><p>Umbelliferae</p><p>Bupleurum aira Snogerup in Bot. Notiser 115: 366 (l962).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Ελλά (Kik), Κυκλάδε, Νήσος Νάξο] "Naxos, 2 km W of Psiliammos (Psili Ammos), 100 m", 7 Jun. 1958, Runemark &amp; Snogerup 10684 (Ολότυπο: LD. Ισότυποι: GB, K, W, UPA cult.).</p><p>Περιγραφή: Ετήσια πόα, ύψους 10-50 cm, διακλαδιζόμενη κοντά στη βάση τη. Βλαστός πολύκαμπτο, λεπτό, κυλινδρικό, διαμέτρου έως 1,5 mm, λείο. Όλα τα φύλλα περίβλαστα, τα χαμηλότερα έμμισχα, με έλασμα ±στενά λογχοειδέ, τα μεσαία και ανώτερα στενότερα, γραμμοειδή, διαστάσεων 10-40(-60) x 0,5-3 mm, τραχέα στην άνω επιφάνεια. Σκιάδια συνήθως 20-70, οι διακλαδώσεις των πλευρικών υπερβαίνουν το κεντρικό σκιάδιο. Ποδίσκοι των μεγαλύτερων σκιαδίων μήκους 10-40 mm. Ακτίνες σκιαδίου 3-6, άνισε, 3-20 mm, η μεγαλύτερη από αυτές περίπου το 1/2-3/4 του μήκους του ποδίσκου. Βράκτια 3-4, διαστάσεων 2-7 x 0,5-1 mm, βραχύτερα από τις ακτίνε, λογχοειδή, οξύληκτα, με 3 κύριες και λίγες εσωτερικές νευρώσεις και αδιαφανή τμήματα μεταξύ των νευρώσεων. Βρακτίδια (3-)4(-5), μεμβρανώδη, διαστάσεων 2-5 x 1-1,5 mm, που περιβάλλουν τα άνθη πριν και μετά την άνθηση, αφιστάμενα κατά την άνθηση, στιλπνά, πρασινωπά-λευκά, λογχοειδή, οξύληκτα, ακέραια ή με μικροσκοπικό τρίχωμα, με 3 προεκβάλλοντα νεύρα, μικρές νευρώσεις απούσες ή λίγες και μόλις διακριτές μεταξύ των νευρώσεων. Σκιάδια με 1-3 άνθη, σπανίως με περισσότερα, ποδίσκοι μήκους 0,2-1,5 mm. Πέταλα κίτρινα, 0,4-0,5 x 0,4 mm, ακέραια, ευθέα ή ελαφρώς κυρτά, δισχιδή. Ανθήρες 0,25 mm. Στυλοπόδιο μήκους 0,4-0,5 mm, στενότερο του καρπού. Στύλοι 0,15-0,2 mm, βραχύτεροι από την διάμετρο του στυλοποδίου. Σχιζοκάρπια 1,2-1,8 x 0,5-0,6 mm, ημικυκλικά στη διατομή, λεία, με λεπτές προεκβολέ.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2n = 14 (Snogerup 1962).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη Απριλίου έως τον Ιούνιο. Καρποφορεί από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από την νήσο Νάξο στις Κυκλάδε, όπου εμφανίζεται μόνο σε δύο τοποθεσίε, οι οποίες απέχουν περίπου 5 km μεταξύ του, στο μέσον του νότιου τμήματος της νήσου. Οι τοποθεσίες εντοπίζονται 2 km Δ. της Ψιλής Άμμου και 3,5 km ΝΝΑ. του Σαγκρίου.</p><p>Βιότοποç: Το Bupleurum aira εμφανίζεται σε ανοικτές θέσεις με κοινότητες από ετήσια φυτά με εαρινή άνθηση, τόσο σε ανθρωπογενείς βιότοπους όσο και σε φυσικούς βιότοπους φρυγάνων. Στις δύο τοποθεσίες βρίσκεται μόνο σε ασβεστολιθικά πετρώδη και χαλικώδη εδάφη, σε υψόμετρο περίπου 100 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Bupleurum aira ανήκει σε μία ομάδα ειδών (14 στην Ευρώπη) του B. sectio Aristata, η οποία χαρακτηρίζεται από ±πλατειά βράκτια που περιβάλουν τα άνθη πριν και μετά την άνθηση. Έχει τον ίδιο χρωμοσωματικό αριθμό, 2 n = 16, με τα είδη αυτής της ομάδας και η μορφολογία των χρωμοσωμάτων του ομοιάζει, τουλάχιστον, με το κοινό και πολύ γνωστό Bupleurum gracile D³Urv. Οι εμφανείς διαφορές του από τα στενότερα συγγενικά του είδη δείχνουν ότι η διαφοροποίησή του είναι σημαντικής ηλικία, όμω, παρότι υπάρχουν παρεμφερείς βιότοποι στην περιοχή η κατανομή του είδους παραμένει πολύ περιορισμένη. Είναι γνωστές αρκετές άλλες περιπτώσεις ανάλογης συμπεριφοράς στα ετήσια είδη του γένους Bupleurum, όπως αναφέρεται περαιτέρω από τους Snogerup &amp; Snogerup (2003).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στις δύο γνωστές περιοχέ, όπου φύεται το είδο, ο αριθμός των φυτών ήταν υψηλό, τουλάχιστον λίγες χιλιάδες ατόμων. Ο σχηματισμός σπερμάτων είναι καλός και τα σπέρματα φυτρώνουν στην καλλιέργεια σε ποσοστό σχεδόν 100%. Η γύρη παράγεται σε μικρές ποσότητες και λίγοι μόνο επικονιαστές επισκέπτονται τα ετήσια Bupleurum, επομένως υπερισχύει η αυτογονιμοποίηση. Ο υποπληθυσμός από τον οποίο περιγράφηκε το είδος εμφανίζεται μορφολογικά σταθερό, αλλά ο υποπληθυσμός που βρέθηκε αργότερα στα δυτικά του είναι περισσότερο ποικιλόμορφο, τουλάχιστον στο σχήμα και στην υφή των βρακτιδίων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος θεωρείται Τρωτό (VU) σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), λόγω του ότι εμφανίζεται μόνο σε δύο γνωστές τοποθεσίες εντός μιας πολύ μικρής περιοχής (κριτήρια D1+2). Πιθανόν να υπάρχουν περισσότερες θέσει, στις οποίες εμφανίζεται το είδο, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχουν καταγραφεί και κάτι τέτοιο πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι εύκολα παραβλέπεται, ακόμη και από ειδικούς επιστήμονε. Επιπλέον, η νήσος Νάξος έχει ήδη ερευνηθεί λεπτομερώς από αρκετούς βοτανικού, χωρίς νεότερα στοιχεία και έτσι η πιθανότητα να βρεθεί το είδος σε μία σημαντικά μεγάλη περιοχή είναι μειωμένη. Ακόμη και αν δεν είναι γνωστός κάποιος άμεσος κίνδυνος που να απειλεί τους υποπληθυσμού, κάθε δραστική αλλαγή στη διαχείριση της υπάρχουσας περιοχής εξάπλωσής του, όπως π.χ. αναδάσωση, πιθανόν να μειώσει δραστικά τον αριθμό των ατόμων ή ακόμη να οδηγήσει στην εξαφάνιση των υποπληθυσμών του.</p><p>Οι πεδινές περιοχές της Νάξου βόσκονται εντατικά, κυρίως από αιγοπρόβατα, αλλά συνήθως τα ζώα δεν θίγουν τα είδη του γένους Bupleurum . Το B. aira ευνοείται επομένως από τη διατήρηση της βόσκηση, η οποία περιορίζει άλλα είδη περισσότερο εύγεστα και δημιουργεί ανοικτές θέσεις κατάλληλες για τα ετήσια είδη μικρού μεγέθου.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας μέχρι σήμερα. Πιθανές αλλαγές στη χρήση γης ή πυρκαγιά μπορεί να καταστρέψουν τους σχηματισμούς της βλάστηση, στους οποίους αναπτύσσεται το Bupleurum aira . Για τη διατήρησή του είναι σημαντικό η ανοικτή, βοσκούμενη περιοχή με τη βλάστηση από φρύγανα να παραμείνει στην παραδοσιακή της μορφή.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDB6FF07D9B2FE833CBEFD51	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDB4FF01D9B2FE833CBDFC5B.text	0397C81BBDB4FF01D9B2FE833CBDFC5B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bupleurum capillare Boiss. & Heldr.	<div><p>Bupleurum capillare Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Umbelliferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Bupleurum capillare Boiss. &amp; Heldr. in Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 2: 82 (1856).</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Βοιωτία] "in monte Parnasso ad margines vinetorum pr. Rachova", 31 Jul. 1852, Heldreich 2690 (G-BOIS).</p><p>Περιγραφή: Μονοετέ, ύψους (10-)30-50(-60) cm, με διακρινόμενο κύριο βλαστό ή ενίοτε με ψευδοδιχοτομική διακλάδωση από τη βάση. Βλαστός όρθιο, λεπτοφυή, ±εύκαμπτο, ραβδωτό, με νεαρά τμήματα γωνιώδη, λεία, πάχους έως 2,5 mm. Πρώτα φύλλα λιγοστά, έμμισχα και έλασμα μάλλον λογχοειδέ. Φύλλα βλαστού γραμμοειδή, 10-100 x 1-3 mm, άμισχα, λεία, φύλλα ταξιανθίας ακόμη μικρότερα. Ποδίσκος ταξιανθίας 10-40 mm, σαφώς μεγαλύτερος από τις ακτίνες και τα σύνθετα σκιάδια. Σύνθετα σκιάδια με μία ακτίνα, ή σπάνια με δύο, μήκους 0,5-1,5 mm. Βράκτια 2, μήκους 1,5-3 mm, μακρύτερα από την ακτίνα, λογχοειδή, συνήθως οξύληκτα, με 3 νεύρα, φυλλώδη με μεμβρανώδες περιθώριο πλάτους c. 0,1 mm. Βρακτίδια 5, διαστάσεων 4-7 x 2-3 mm, υπερβαίνοντα τα άνθη, λογχοειδή, οξύληκτα έως αμβλέα, καταλήγοντα σε ακίδα, ακέραια, κατά την άνθηση ποώδη με περιθώρια μεμβρανώδη, κατά την καρποφορία εξ' ολοκλήρου μεμβρανώδη. Σκιάδια μικρά, με 5-10 άνθη. Ποδίσκοι 0,5-2 mm, άνισοι. Πέταλα περίπου 0,5-0,6 x 0,6-0,7 mm, πλατύτερα στο ανώτερο τμήμα του. Ανθήρες ±0,4 mm, νήματα ±1,5 mm. Στυλοπόδιο πλάτους 0,6-0,7 mm, τουλάχιστον ίσο με την ωοθήκη, αλλά στενότερο από τον ώριμο καρπό. Στύλοι 0,25-0,4 mm, με διάμετρο σχεδόν ίση με εκείνη του στυλοπόδιου. Καρπίδια (σχιζοκάρπια) 2-2,5 x 1-1,5 mm, ανοικτοκάστανα, λεία, στενότερα προς τα άκρα, με αποστρογγυλωμένη διατομή, κοιλιακή όψη με βαθειά αύλακα, ελαιοφόροι αγωγοί εμφανεί, πορφυροκάστανοι.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Φοίτο 1988).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Bupleurum capillare απαντά στα όρη Παρνασσός (2 θέσει, 1 υποπληθυσμό) και Γκιώνα (3 θέσει, 2 υποπληθυσμοί). Συλλέχθηκε πρώτη φορά από τον Heldreich το 1852 στις παρυφές αμπελώνα ΒΔ. της Αράχωβας (locus classicus) και κατόπιν από τον Ορφανίδη το 1854 Α. της Αράχωβας προς Λιβαδειά, μεταξύ των θέσεων Σκαλιά και Παλουκάκια. Μέχρι την δεκαετία του 1980 εντοπίσθηκε σε επιπλέον σημεία στην περιοχή ΒΔ. της Αράχωβας και Δ. της Αράχωβας στον δρόμο προς Δελφού, σε λιθώνες και παρυφές καλλιεργειών (Snogerup 1995d). Επίση, βρέθηκε στην Ν. Γκιώνα, σε παρυφές δρόμου στο δάσος ελάτης μεταξύ Άμφισσας και Καρουτών (Snogerup &amp; Snogerup 2001) και βόρεια στην περιοχή του χωριού Βάργιανη, σε παρυφές δρόμων και στην περιοχή του παλαιού μεταλλείου βωξίτη. Όλες οι παραπάνω θέσεις επιβεβαιώθηκαν την περίοδο 2002- 2004, εκτός από τη θέση Α. της Αράχωβα, παρόλο που ερευνήθηκαν κατάλληλοι βιότοποι της περιοχή. Χρησιμοποιώντας κάνναβο 1 km, το συνολικό εύρος εξάπλωσης είναι 268 km2, ενώ η περιοχή κατάληψης του πληθυσμού είναι 12 km2.</p><p>Βιότοποç: Το Bupleurum capillare αναπτύσσεται σε εγκαταλειμμένους και ενεργούς ελαιώνες και αμπελώνε, σε παρυφές δρόμων και σε σχεδόν σταθεροποιημένους λιθώνε, σε επίπεδες ή κεκλιμένες θέσει, σε υψόμετρο 500-1.120 m. Τα ενδιαιτήματά του έχουν κοινά εδαφικά χαρακτηριστικά: πρόκειται για ορυκτά εδάφη (τύπου lithosol), τα οποία, τουλάχιστον επιφανειακά, συντίθενται από ασβεστολιθικές κροκάλες και λίθου. Η μεγάλη θερμοχωρητικότητα του ασβεστολίθου, το πτωχό έδαφος και οι επικρατούσες νότιες εκθέσεις υποδεικνύουν αντοχή σε ξηροθερμικές συνθήκε.</p><p>Το είδος συμμετέχει σε αραιές κοινότητε, όπου κατά περίπτωση επικρατούν χαρακτηριστικά φυτικά είδη λιθώνων, όπως τα Scrophularia canina, Lactuca viminea, είδη βραχωδών και πετρωδών ενδιαιτημάτων και τοίχων όπως τα Fibigia clypeata, Centranthus ruber, Ballota acetabulosa, είδη ξηρών λιβαδιών, όπως τα Bupleurum glumaceum, Cerastium brachypetalum, Medicago minima, Bituminaria bituminosa, Linum strictum, Xeranthemum inapertum και υπονιτρόφιλα και νιτρόφιλα είδη της συνανθρωπικής βλάστησης όπως τα Chondrilla juncea, Anthemis tinctoria, Eryngium campestre, Thesium humile, Valerianella coronata .</p><p>Φαίνεται ότι το φυσικό ενδιαίτημα του είδους είναι οι ασβεστολιθικοί λιθώνε, οι οποίοι, στην περιοχή εξάπλωσής του βρίσκονται συχνά ανάμεσα σε καλλιέργειες και έτσι έχει τη δυνατότητα να εποικίζει τις πετρώδεις και χαλικώδεις αποθέσεις που δημιουργούνται με διάφορα κατασκευαστικά έργα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Bupleurum capillare είναι ένα σαφώς διαφοροποιημένο είδο, με χαρακτηριστική ταξιανθία, η οποία το καθιστά μοναδικό μέσα στο γένο. Αυτός είναι ο κύριος λόγο, που το είδος δεν έχει ποτέ αναθεωρηθεί μέχρι σήμερα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Bupleurum capillare σχηματίζει αποικίες με έκταση 0,2 m2 - 0,2 km2, όπου αναπτύσσεται κατά συστάδες πυκνότητας 0,4-50 άτομα/m2. Το μεγέθος του πληθυσμού, στις 9 γνωστές θέσεις το 2003, ήταν συνολικά 5.758 ώριμα αναπαραγωγικά άτομα, αλλά σε τμήμα της νότιας θέσης της Γκιώνας όπου δεν έγινε καταμέτρηση μπορεί να απαντούν 2.000-10.000 επιπλέον άτομα. Η κατανομή στον locus classicus είναι ομοιόμορφη, αλλά σε άλλες θέσεις είναι, κατά τα φαινόμενα, ακανόνιστη.</p><p>Τα πρώτα φυτά εμφανίζονται αργά την άνοιξη, ενώ το μέγιστο της παρουσίας τους συμπίπτει με το θέρος έως αργά το φθινόπωρο. Προκαταρκτικά δεδομένα υποδεικνύουν υψηλή αναπαραγωγική επιτυχία. Η διασπορά των σπερμάτων φαίνεται ότι είναι μικρής εμβέλεια, αλλά ενδέχεται να γίνεται επίσης ανθρωπογενής διασπορά, με τη μεταφορά αδρανών υλικών. Η συνεχιζόμενη παρουσία του στη μικρή περιοχή του locus classicus για 150 χρόνια υποδεικνύει σταθερότητα των θέσεων εξάπλωση, ωστόσο σε μία αποικία στη Γκιώνα παρατηρήθηκε ετήσια διακύμαση του μεγέθους του πληθυσμού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το Bupleurum capillare χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) λόγω της μικρής περιοχής κάλυψης και του μικρού αριθμού θέσεων (κριτήριο D2). Η κύρια απειλή που αντιμετωπίζει είναι η απώλεια του ενδιαιτήματο, λόγω αλλαγής της χρήσης γης στις θέσεις ΒΔ. της Αράχωβα, όπου η συνεχιζόμενη ανάπτυξη του χειμερινού τουρισμού και η οικοδομική έξαρση καθιστούν πιθανή την μελλοντική αξιοποίηση της γης για οικοπεδοποίηση. Οι υπόλοιπες θέσεις του Δ. της Αράχωβας αντιμετωπίζουν την ίδια απειλή σε πολύ μικρότερο βαθμό λόγω των μέτρων που εφαρμόζονται για την προστασία του τοπίου του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών. Στις περιοχές της Γκιώνας δεν φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος οικοδομικών δραστηριοτήτων. Πιθανές απειλές που μπορεί να καταστρέψουν τμήμα των αποικιών αποτελούν οι ενδεχόμενες απομακρύνσεις των αποθέσεων, η αποκατάσταση του χώρου των ορυχείων, οι επεκτάσεις ή ασφαλτοστρώσεις δρόμων. Σημειώνεται ότι λόγω του μικρού εύρους εξάπλωσης και των λίγων θέσεων, οποιαδήποτε υποβάθμιση του ενδιαιτήματος ή η διαπίστωση διακυμάνσεων του μεγέθους του πληθυσμού θα καταστήσουν, εξαιτίας των κριτηρίων Β1α,b(iii),c(iv), το είδος Κινδυνεύον (ΕΝ).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Το καθεστώς προστασίας του Bupleurum capillare είναι κατοχυρωμένο από νομική άποψη, καθώς αποτελεί είδος προτεραιότητας της Οδηγίας 92/43/EEC και προστατεύεται επιπλέον από τη σύμβαση της Βέρνης και το ΠΔ 67/81. Ωστόσο, εντός προστατευομένων περιοχών του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 βρίσκονται μόνο μία αποικία στον Παρνασσό, καθώς και δύο αποικίες στο βόρειο και το νότιο τμήμα της Γκιώνα. Η διαχείριση και πιθανώς μικρή επέκταση των ορίων των προστατευομένων περιοχών, προκειμένου να καλύψουν το σύνολο του πληθυσμού, μπορεί να εξασφαλίσουν τη διατήρηση του είδου. Στο πλαίσιο της διαχείριση, η παρακολούθηση του πληθυσμού, τουλάχιστον όσον αφορά στο μέγεθος και το εύρος εξάπλωση, θα δώσει σημαντικές πληροφορίες τόσο για την εξακρίβωση της κατάστασής του όσο και για τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων. Η προστασία των υποπληθυσμών του Παρνασσού, πιθανώς με αγορά ή ανταλλαγή των οικοπέδων, αποτελεί πρώτη προτεραιότητα λόγω της επαπειλούμενης αλλαγής στη χρήση της γη. Η ενημέρωση των τοπικών φορέων θα μπορούσε να αποσοβήσει την τυχαία καταστροφή των υπόλοιπων θέσεων. Ως προς την εκτός τόπου προστασία (ex situ), προτείνεται η διατήρηση και ο εμπλουτισμός του αναπαραγωγικού υλικού που φυλάσσεται στην Τράπεζα Σπερμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών.</p><p>Κυριάκοç Γεωργίου, Πηνελόπη Δεληπέτρου, Ευδοξία Ιωαννίδου &amp; Γεώργιοç Καρέτσοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDB4FF01D9B2FE833CBDFC5B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDB2FF03D9B2FE833CBDFCC7.text	0397C81BBDB2FF03D9B2FE833CBDFCC7.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Bupleurum kakiskalae Greuter	<div><p>Bupleurum kakiskalae Greuter</p><p>Umbelliferae</p><p>Bupleurum kakiskalae Greuter in Bauhinia 3: 250 (1967).</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Prov. Sfakia, surpa hiatum Kakiskala, prope fontem Linoseli, 1450 m, ad rupraeruptas calcareas sole illustres", 11 Oct. 1966, Greuter 7714 (Oλότυπο: PAL-Greuter. Ισότυποι: E, G, K, LD, M, W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, μονοκαρπικό είδο, ανθίζον μετά από μακρά περίοδο στειρότητας (έω και 12 έτη), με πασσαλώδη ρίζα. Βλαστός μονήρη, εύρωστο, ξυλώδη, πάχους 1 cm και μήκους 15(-75) cm, διακλαδίζεται σε ανθοφορούντα τμήματα μήκους έως 1 m και καταλήγει σε φόβη από σκιάδια, το καθένα με 4-6 ακτίνε. Φύλλα βάσεως σχηματίζοντα ρόδακα με 15-30 λογχοειδή φύλλα μήκους έως 25 cm. Βράκτια και βρακτίδια ποώδη με 5-9 νεύρα, μήκους περίπου 3 mm, αμβλέα, γλωσσοειδή ή σπατουλοειδή. Πέταλα κίτρινα και κυρτά στην κορυφή, ωοθήκη λεία, γλαυκοαλευρώδη. Καρπίδια (μεριστόκαρποι) ελλειπτικά, επιμήκη, (3)4-5(6) mm, επίπεδα ή κοίλα στην εσωτερική πλευρά, βαθυκάστανα, φέροντα κατά μήκος πέντε κύριε, στενά προεξέχουσε, γραμμοειδείς νευρώσει, οι δε δευτερεύουσες δυσδιάκριτε, 4-5 σε κάθε κοίλωμα, ενώ από την πλευρά του διαφράγματος παρατηρούνται 4 δευτερεύουσες νευρώσει.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Montmollin 1987).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος έως αρχές Σεπτεμβρίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το Bupleurum kakiskalae είναι στενοενδημικό είδος της περιοχής των Λευκών Ορέων (Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000-GR4340008), γνωστό μόνο από ένα σημείο στα ΒΔ. όρια του Εθνικού Δρυμού Σαμαριά, κοντά στο μονοπάτι από Ξυλόσκαλο προς Λινοσέλι. Στην ίδια περιοχή των Λευκών Ορέων, στην κορυφή Μελινταού, εντοπίσθηκε προσφάτως (2007) και δεύτερος υποπληθυσμός (Ν. Τurland, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Βιότοποç: Το Bupleurum kakiskalae είναι αποκλειστικό χασμόφυτο, φυόμενο στις ρωγμές μικρών αναβαθμίδων στην πρόσοψη σχεδόν κατακόρυφων βράχων ενός εκτεταμένου συστήματος κρημνών από ευδιάβρωτα μεταμορφωμένα ασβεστολιθικά πετρώματα, σε υψόμετρο 1.450-1.500 m. Άλλα σημαντικά είδη που έχουν καταγραφεί στο βιότοπό του είναι τα: Onobrychis sphaciotica, το οποίο είναι, επίση, ενδημικό της Κρήτη, αναφέρεται ως Τρωτό (Vulnerable) από τον Greuter (1995b) και προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/81, καθώς και τα Campanula cretica, Dianthus juniperinus subsp. juniperinus, Campanula jacquinii, Crepis auriculifolia, Cirsium morinifolium, Staehelina fruticosa και Lomelosia albocincta .</p><p>Στον ίδιο βιότοπο μπορεί ακόμη να βρεθούν τα</p><p>ενδημικά είδη της Κρήτης Carlina corymbosa subsp. curetum, Staehelina petiolata, Origanum microphyllum, Sideritis syriaca subsp. syriaca, Satureja cretica, Asperula pubescens, Galium fruticosum και Verbascum spinosum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Bupleurum kakiskalae είναι ένα υπολειμματικό στοιχείο της κρητικής χλωρίδας (Greuter 1973, 1995a). Δεν έχει κανένα συγγενές taxon και κατέχει εντελώς ιδιαίτερη θέση εντός του γένους Bupleurum, όχι μόνο λόγω των μορφολογικών διαφορών του, αλλά επίσης λόγω του ιδιαίτερου βιολογικού κύκλου (μονοκαρπικό, πολυετές με κύκλο ζωής 3-12 έτη) και του χαρακτηριστικού βιοτόπου, εμφανιζόμενο αποκλειστικώς σε σχισμές και ρωγμές βράχων (χασμόφυτο). Εντούτοι, σε μικρή περίφραξη στη βάση της κατακόρυφης πλαγιά, εμφανίστηκε μεγάλος αριθμός αρτιβλάστων του είδου, που αναπτύσσονται κανονικά.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT, η μεθοδολογία εκτίμησης και καταμέτρησης του πληθυσμού έγινε με τη χρήση τηλεσκοπίου (προσοφθάλμιος φακός x20-60). Το τηλεσκόπιο τοποθετήθηκε σε σταθερό σημείο παρατήρηση. Η καταμέτρηση των αναπαραγωγικά ωρίμων ατόμων έγινε σε τρεις επισκέψεις στο πεδίο (δύο το καλοκαίρι και μία το φθινόπωρο του 2005).</p><p>Στους τρεις από τους τέσσερις βράχους μετρήθηκαν περίπου 47 άτομα ανθισμένα και 41-46 ρόδακε, σύνολο 88-93 φυτά. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων υπολογίζεται ότι είναι μεγαλύτερο, διότι οι παρατηρήσεις με το τηλεσκόπιο έγιναν από συγκεκριμένα σημεία, από τα οποία προφανώς δεν υπήρχε πλήρης ορατότητα. Όπως προαναφέρθηκε, το είδος είναι μονοκαρπικό και παρατηρήθηκε ότι η ανθοφορία του φυτού δεν εξαρτάται μόνον από την ηλικία, αλλά κυρίως από τις καιρικές συνθήκες κάθε έτου. Φυτά, στον αλπικό βοτανικό κήπο του Ομαλού, άνθισαν σχεδόν όλα κατά το τρίτο έτος της ζωής του, το 2005, ενώ ο Greuter (1995) αναφέρει ότι τα φυτά ανθίζουν έως και μετά από το 12ο έτος της ζωής του.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) με βάση το κριτήριο D1 (IUCN 2001). Εκτός του μικρού μεγέθους του πληθυσμού του, που έχει ως αποτέλεσμα την γενετική του υποβάθμιση, κύρια απειλή για το είδος είναι η βόσκηση, καθώς και ορισμένες δραστηριότητες αναψυχή, όπως η αναρρίχηση στους συγκεκριμένους βράχους του πληθυσμού.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγές που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος του Bupleurum kakiskalae θα πρέπει να αποφευχθούν. Το είδος προστατεύεται από το Π.Δ.67/81, από τη Συνθήκη της Βέρνης και περιλαμβάνεται στα παραρτήματα ΙΙ (ω είδος προτεραιότητα) και IV της Οδηγίας των Οικοτόπων. Συμπεριλαμβάνεται στα 50 πλέον απειλούμενα φυτά των νησιών της Μεσογείου, σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση για την Προστασία της Φύση. Στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT ορίσθηκε το μικροαπόθεμα του φυτού σε έκταση περίπου 1 ha που περιλαμβάνει τις προσόψεις των τριών κατακόρυφων βράχων όπου εντοπίζεται το είδο. Επίση, έγινε μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των τοπικών φορέων και κατοίκων για την ανάδειξη και προστασία του φυτού. Σπέρματα του είδους διατηρούνται στην Τράπεζα Σπερμάτων του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτου Χανίων (ΜΑΙΧ) και το φυτό καλλιεργείται με επιτυχία στους Βοτανικούς Κήπους της Διεύθυνσης Δασών Χανίων στα Ποριά και στο Ξυλόσκαλο, στην περιοχή του Ομαλού Λευκών Ορέων.</p><p>Χριστίνα Φουρναράκη &amp; Κώσταç Α. Θάνοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDB2FF03D9B2FE833CBDFCC7	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDCFFF7FD9ABFF693CBEF932.text	0397C81BBDCFFF7FD9ABFF693CBEF932.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Buxbaumia viridis (Lam. & DC.) Moug. & Nestl.	<div><p>Buxbaumia viridis (Moug. ex Lam. &amp; DC.) Brid. ex Moug. &amp; Nestl.</p><p>Buxbaumiaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Buxbaumia viridis (Moug. ex Lam. &amp; DC.) Brid. ex Moug. &amp; Nestl., Stirp. Crypt., Vogeso-Rhen., fasc. 8: n. 724 (1823).</p><p>Tύποç: [Ελβετία] Το είδος ανακαλύφθηκε από τον A.P. de Candolle στο Mt. Pilatus της Ελβετία, το 1801 (?G-DC).</p><p>Συνώνυμα: Buxbaumia aphylla var. viridis Moug. in Fl. France ed. 3(6): 227 (1815).</p><p>B. indusiata Brid., Bryol. Univ. 1: 331 (1826).</p><p>Περιγραφή: Δίοικο, ακρόκαρπο, μικροσκοπικών διαστάσεων φυτό, με αναλογικά μεγάλη σποριόκαψα. Βλαστοί εφήμεροι, αποτελούμενοι από καστανά στρώματα πρωτονηματίων, αναπτυσσόμενοι μεμονωμένα ή διασκορπισμένοι. Φυλλάρια περιχαίτιου μικροσκοπικά, ωοειδή, βλεφαριδωτά, βλεφαρίδες νηματόμορφες με την πάροδο του χρόνου, σχηματίζουσες μάζες που ομοιάζουν με πρωτόνημα στη βάση του ποδίσκου. Ποδίσκος ύψους έως 10- 15 mm, ευθύ, θηλωτό. Σποριόκαψα ποικίλλουσα χρωματικά, κίτρινο-πράσινη έως αχνά καστανή, όχι στιλπνή, πλευρικά ελλειψοειδή, συνήθως σε ευθεία γραμμή με τον ποδίσκο, σπανίως υπό γωνία, πεπλατυσμένη στη ράχη. Επικάλυμμα διαρρηγνυόμενο κατά μήκο, απομακρυνόμενο από την άνω πλευρά της κάψας κατά την ωρίμανση. Στόματα επιφανειακά. Έξω περιστόμιο με τέσσερις ομόκεντρες σειρές οδόντων. Σπόρια μεγέθους περίπου 10 μm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: n = 8 (Smith 2004).</p><p>Περίοδοç ανάπτυξηç σποριόφυτου: Τα σποριόφυτα με τις σποριόκαψες αναπτύσσονται το καλοκαίρι.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος έχει καταγραφεί σχεδόν στο σύνολο των χωρών της ΝΑ. Ευρώπης (Βουλγαρία, Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία &amp; Ερζεγοβίνη, Σερβία, Μαυροβούνιο, Αλβανία, FYROM και Ρουμανία, Sabovljevic &amp; al. 2008, Τσακίρη 2009). Υπάρχει μόνο μία σχετική δημοσίευση από την Ελλάδα, με καταγραφή του είδους στην Ελατιά της Ροδόπης (Νομό Δράμα), σε υψόμετρο περίπου 1.380 m (Geissler 1977). Συλλέχθηκε όμως πρόσφατα στο όρος Βαρνούς και στο Φαράγγι του Αώου (2003), καθώς και στα όρη Σμόλικας και Τύμφη (2008) (Blockeel, αδημοσίευτα στοιχεία).</p><p>Βιότοποç: Η Buxbaumia viridis είναι είδος βόρειουορεινού χαρακτήρα, με μέτριες απαιτήσεις υγρασίας αλλά και σκίασης (σκιόφιλο, Düll 1995). Αναπτύσσεται κατά προτίμηση σε νεκρά δέντρα, τα οποία βρίσκονται σε ποικίλα στάδια αποσύνθεσης (σαπρόφυτο), κυρίως όμως σε κορμούς κωνοφόρων σε δάση μεγάλης ηλικίας (Smith 2004). Απαιτεί την ύπαρξη δασών που δεν επηρεάζονται από δασική διαχείριση και γενικότερα από ανθρωπογενείς επεμβάσει, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο υπόβαθρο ανάπτυξη, δηλαδή μεγάλης ηλικίας κορμοί δέντρων ή πεσμένοι κορμοί σε ποικίλο βαθμό αποσύνθεση. Τέτοιες περιοχές είναι περιορισμένες στον ελληνικό χώρο.</p><p>Η B. viridis εντοπίστηκε στην Ελλάδα κυρίως σε μεγάλης ηλικίας κορμούς Pinus (Σμόλικα), Fagus /Abies (Βαρνού), Fagus (Τύμφη), σε κορμούς Picea σε αποσύνθεση (Ελατιά, ορεινή Ροδόπη) και σε κορμούς σε αποσύνθεση (Φαράγγι Αώου). Ο αριθμός των ατόμων στους κορμούς δεν καταμετρήθηκε, όμως δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος και τα άτομα αναπτύσσονταν διάσπαρτα πάνω στο ξύλο. Για τη θέση ανάπτυξης του είδους στην Ελατιά δεν είναι γνωστά λεπτομερή στοιχεία.</p><p>Τόσο η θέση συλλογής στην Ελατιά (1.380 m ορεινή Ροδόπη), όσο και οι θέσεις όπου πρόσφατα εντοπίστηκε το είδος στον Βαρνούντα (περίπου 1.100 m) και στην οροσειρά της Πίνδου (Φαράγγι Αώου στα 1.300 m περίπου, Σμόλικας στα 1.700-1.900 m, Τύμφη στα 1.500 m περίπου) (Blockeel, προσωπική επικοινωνία), έχουν παρόμοιες κλιματικές συνθήκες μεσευρωπαϊκού τύπου, οι οποίες ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ανάπτυξης του βόρειου-ορεινού χαρακτήρα της B. viridis .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Buxbaumia viridis είναι ο μόνος αντιπρόσωπος του γένους που έχει εντοπισθεί στην Ελλάδα. Οι ιδιαίτερες απαιτήσεις της για συγκεκριμένο τύπο βιοτόπου και το μικροσκοπικό μέγεθός τη, κάνουν δυνατό τον εντοπισμό στο πεδίο μόνο όταν δημιουργεί σποριόκαψε. Η μεγάλου μεγέθους και χαρακτηριστικού σχήματος σποριόκαψα (σε σχέση με το μικροσκοπικό γαμετόφυτο) την διαχωρίζει από άλλα βρυοφυτικά είδη, με τα οποία μπορεί να αναπτύσσεται στο ίδιο υπόστρωμα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στον Βαρνούντα και στο Φαράγγι του Αώου (κορμοί σε αποσύνθεση) σημειώθηκε μικρός αριθμός κορμών δέντρων πάνω στους οποίους αναπτυσσόταν η Buxbaumia viridis, σε έκταση όχι μεγαλύτερη των 100 m2 περίπου. Στον Σμόλικα και την Τύμφη καταγράφηκε μόνο σε ένα κορμό δένδρου. Όλοι οι πληθυσμοί ήταν μικροί, ενώ ο αριθμός των ατόμων στους κορμούς δεν ήταν μεγάλος και εντοπίστηκαν εξαιτίας της παρουσίας σποριόκαψα. Τα άτομα αναπτύσσονταν διάσπαρτα πάνω στους κορμού. Ο ακριβής αριθμός των ατόμων δεν έχει καταγραφεί, ενώ για την κατάσταση του πληθυσμού της Ελατιάς δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίε.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η μελέτη των βρυοφύτων στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, με αποτέλεσμα η γνώση της βρυοφυτικής ποικιλότητας να είναι ελλιπή. Κατ' επέκταση είναι ιδιαίτερα περιορισμένα τα δεδομένα για την ανάγκη και τον βαθμό προστασίας κάποιων ειδών. Τα παραπάνω καθιστούν πολύ δύσκολη την εφαρμογή των κριτηρίων της IUCN (2001, 2003, 2005), με τις αναγκαίες προσαρμογές για τα βρυόφυτα (Hallingbäck &amp; al. 1998), για την Buxbaumia viridis και τα ελληνικά βρυόφυτα γενικότερα. Δεν έχει πραγματοποιηθεί ευρύτερη, διεξοδική έρευνα για τον εντοπισμό του είδους σε κατάλληλες θέσεις και δεν υπάρχει λεπτομερής καταγραφή των πληθυσμών του, ώστε να είναι γνωστό αν είναι σπάνιο και σε ποιο βαθμό κινδυνεύει στην Ελλάδα. Ο βιότοπο, όμω, που απαιτείται για την ανάπτυξή του είναι σπάνιο, γεγονός που αντικατοπτρίζει, ως ένα βαθμό, τη σπανιότητα του ίδιου του είδου.</p><p>Η B. viridis περιλαμβάνεται στη Σύμβαση της Βέρνης (Appendix I) και στην Οδηγία 92/43 της ΕΟΚ (Annex II). Πρακτικά όμως δεν υφίσταται κάποιο καθεστώς προστασίας της στην Ελλάδα. Η ύπαρξη μόνο μιας δημοσιευμένης θέσης της στην Ελλάδα, οδήγησε στον χαρακτηρισμό της ως πιθανώς Κινδυνεύον (ΕΝ) στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (Ντάφη κ.ά. 1997). Ο χαρακτηρισμός αυτός διατηρείται εδώ, επειδή υποδηλώνει τα πολύ λίγα άτομα που έχουν μέχρι σήμερα εντοπισθεί και τη σπανιότητα του βιοτόπου του.</p><p>Εντούτοι, στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων για τα ευρωπαϊκά βρυόφυτα (ECCB 1995) χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (V) για την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Μακαρονησία.</p><p>H B. viridis απειλείται από την εφαρμογή ακατάλληλων δασικών πρακτικών, οι οποίοι κυρίως σχετίζονται με την απομάκρυνση των νεκρών, πεσμένων κορμών δέντρων, ιδιαίτερα αυτών που ανήκουν σε γηραιά άτομα και υπόκεινται σε αποσύνθεση. Απειλείται, επίση, από την κατάτμηση του ενδιαιτήματός τη. Η περιοχή συλλογής της B. viridis στην Ελατιά (ορεινή Ροδόπη) υπόκειται σε εντατικούς δασοκομικούς χειρισμού, ενώ οι υπόλοιπες θέσεις συλλογής (Βαρνού, Σμόλικα, Φαράγγι Αώου και Τύμφη) βρίσκονται αρκετά κοντά σε οικισμούς και σε μονοπάτια που ακολουθούνται από κοπάδια ζώων, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο καταστροφής του περιορισμένου αριθμού υποστρωμάτων (κορμών), πάνω στα οποία αναπτύσσεται το είδο, είτε εξαιτίας τυχαίων γεγονότων είτε λόγω ξύλευσης ή απομάκρυνση. Επίση, η εντατικοποίηση των οικοτουριστικών δραστηριοτήτων σε δασικές περιοχές της Δ. Μακεδονίας και Ηπείρου τα τελευταία χρόνια, η διάνοιξη περιηγητικών μονοπατιών και νέων δρόμων μεταξύ των οικισμών, κ.λπ., αποτελούν πιθανές απειλές για το είδο.</p><p>Ο κίνδυνος εξαιτίας συλλογής στον ελληνικό χώρο είναι ιδιαίτερα μικρός και περιορίζεται κυρίως σε ξένους εξειδικευμένους ερευνητέ.</p><p>Μέτρα προστασίαç Όλες οι περιοχές συλλογής της Buxbaumia viridis που αναφέρθηκαν βρίσκονται μέσα σε δασικές εκτάσεις που υπόκεινται σε δασικούς χειρισμούς διαφόρων μορφών και ένταση. Πρέπει να υπάρξει ενημέρωση των κατά τόπους Δασαρχείων για την προστασία των θέσεων αυτών και εξαίρεσή τους από διαδικασίες ξύλευσης και εκκαθάρισης νεκρών κορμών.</p><p>Επίση, όλες οι θέσεις καταγραφής του είδους βρίσκονται εντός των ορίων περιοχών που ανήκουν στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000. Προτείνεται ενημέρωση των αρμόδιων Φορέων Διαχείρισης για την ύπαρξη των θέσεων ανάπτυξης του είδους και τη λήψη μέτρων προστασίας των ιδιαίτερων αυτών θέσεων. Τέλο, συνιστάται η ενημέρωση των τοπικών αρχών για την ύπαρξη του σπάνιου αυτού είδους στην περιοχή τους έτσι ώστε διάφορες δραστηριότητες (οικοτουρισμό, κατασκευαστικά έργα) να μην διαταράξουν τις θέσεις ανάπτυξης των μικρών πληθυσμών του.</p><p>Αξίζει να σημειωθεί ότι η B. viridis είναι ένα από τα συνολικά 44 απειλούμενα βρυοφυτικά είδη που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα. Η ανεπαρκής γνώση για την κατάσταση των πληθυσμών τους και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν είναι το κυριότερο πρόβλημα σε χώρες με περιορισμένο επίπεδο βρυοφυτικής έρευνα, όπως η Ελλάδα. Η άγνοια του σημαντικότατου ρόλου των βρυοφύτων στα οικοσυστήματα αλλά και η έλλειψη δεδομένων για το βρυοφυτικό πλούτο στην Ελλάδα έχουν ως αποτέλεσμα την έλλειψη οργανωμένης προστασίας των βρυοφύτων, φαινόμενο γενικότερο στις χώρες της ΝΑ. Ευρώπης (Sabovljevic &amp; al. 2001, Τσακίρη 2009).</p><p>Ευδοξία Τσακίρη, Beata Papp &amp; Tom Blockeel</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDCFFF7FD9ABFF693CBEF932	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDCCFF79D9B2FE813CBEFBE5.text	0397C81BBDCCFF79D9B2FE813CBEFBE5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Callitriche pulchra Schotsm.	<div><p>Callitriche pulchra Schotsm.</p><p>Callitrichaceae</p><p>Kρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Callitriche pulchra Schotsm., Les Callitriches: espèces de France et taxa nouveaux d’Europe: 40 (1967).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Insel Gaudos", I. DÖrfler 45, Iter creticum 1904, 22 Mar. 1904 (Oλότυπο: W).</p><p>Περιγραφή: Λεπτοφυέ, υδρόβιο φυτό με λευκωπά, διακλαδισμένα στελέχη, τα οποία έρχονται σε χρωματική αντίθεση με την απόχρωση των φύλλων. Φύλλα γλωσσοειδή, διαστάσεων 4,5-9,4 x 0,6-0,9(-1) mm, πλατύτερα στη βάση του, με μία μόνο νεύρωση και απόληξη που φέρει μικρή κόλπωση. Σπατουλοειδή φύλλα και ρόδακες απουσιάζουν. Βράκτια απόντα. Άνθη μονήρη ή ορισμένες φορές με δύο άρρενα ή δύο θήλεα άνθη τοποθετημένα απέναντι από ένα θήλυ ή άρρεν άνθο, αντίστοιχα. Στύλοι μικρότεροι του 1 mm, καμπτόμενοι στη βάση του, όμως ανορθωμένοι στην απόληξή του. Νήματα μικρότερα του 1 mm, ανθήρες μήκους 0,3 mm, νεφροειδεί. Γυρεόκοκκοι σφαιρικοί, άχρωμοι, χωρίς εξίνη. Επικονίαση εντός του νερού. Καρποί διαστάσεων 1,4-1,8 x 1,6-2,2 mm, με πλάτος μεγαλύτερο του μήκου, σε ποδίσκους μικρότερους των 2 mm, ώριμοι καρποί μαύροι, με σπερματικό περίβλημα σε δακτυλίου, πάνω στους οποίους επικάθεται ένας παχυνόμενος σταυρό. Στενέ, διαφανείς πτέρυγες πλάτους έως 0,5 mm σε όλη την περίμετρο του καρπού, σύνθετα ινίδια εμφανιζόμενα αποκλειστικά στα κύτταρα των πτερύγων, τοποθετημένα γύρω από δενδροειδείς σχηματισμούς με ισχυρές πλευρικές διακλαδώσεις που σχεδόν διαχωρίζουν τα κύτταρα. Χερσαία μορφή με φύλλα πολύ σμικρυσμένα, διαστάσεων 3 x 0,8 mm, φέροντα στόματα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 8 (Schotsman 1969).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Υπάρχουν δείγματα του είδους συλλεγμένα τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο, που φέρουν άνθη και καρπού, ενώ ένας υποπληθυσμός της Γαύδου είχε μεγάλους αριθμούς καλά σχηματισμένων καρπών στο τέλος του Μαρτίου. Οι υποπληθυσμοί της Γαύδου εμφανίζονται σε κοιλότητες με νερό που πιθανότατα ξηραίνονται, στα περισσότερα έτη, πριν το τέλος Μαϊου. Οι κοιλότητες νερού στις οποίες φύεται το είδος στη Λιβύη περιγράφονται όλες ως ρηχές και είναι πολύ πιθανό να έχουν εφήμερη διάρκεια. Ως αποτέλεσμα τούτου, αν και το είδος μπορεί πιθανότατα να ανθίζει κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του έτους (όπω συμβαίνει με τα περισσότερα άλλα είδη Callitriche), η άνθισή του πραγματοποιείται κυρίως νωρίς την άνοιξη.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Callitriche pulchra είναι γνωστή από 3 μικρές κοιλότητες με νερό στο νοτιοδυτικό ήμισυ της νήσου Γαύδου, Ν. της Κρήτη, και από 5 θέσεις στην Κυρηναϊκή της Λιβύη.</p><p>Βιότοποç: Στην Γαύδο, η Callitriche pulchra φύεται σε</p><p>σχετικά αβαθείς πέτρινες κοιλότητες με νερό, σε ένα ασβεστολιθικό λιθόστρωτο, σε φωτεινή θέση ή κάτω από τη σκιά δέντρων Pinus halepensis subsp. brutia . Στο ασβεστολιθικό λιθόστρωτο δίκτυο του νησιού εμφανίζονται εκατοντάδες κοιλότητε, όμως η C. pulchra περιορίζεται μόνο σε αυτές που διατηρούν νερό όλη τη διάρκεια του χειμώνα (E. Bergmeier, προσωπ. επικοινωνία 2009). Υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες για τον βιότοπο των πληθυσμών που καταγράφηκαν στη Λιβύη, εκτός του ότι όλοι βρίσκονται σε ρηχό νερό, που σχεδόν σίγουρα ξηραίνεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή της άνοιξη.</p><p>Φαίνεται πιθανό ότι η C. pulchra είναι σχετικά ανθεκτική στον εμπλουτισμό του νερού με θρεπτικά στοιχεία καθώς οι κοιλότητες νερού εξυπηρετούσαν το πότισμα κοπαδιών για μεγάλη διάρκεια ετών, ίσως αιώνε. Μία τέτοια δραστηριότητα σχετίζεται συνήθως με λίπανση μέσω κοπριά. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει απομάκρυνση της ιλύος από τον πυθμένα των κοιλοτήτων (αν αυτό συνέβαινε πιστεύουμε ότι η C. pulchra θα εξαφανιζόταν) και κατά συνέπεια θα πρέπει να δημιουργούνται διαρκώς αυξανόμενα επίπεδα θρεπτικών ουσιών στο νερό.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Callitriche pulchra εντάσσεται στην ταξινομική ομάδα της Callitriche, η οποία περιλαμβάνει τα είδη C. fassettii Schotsm., C. hermaphroditica L., C. lusitanica Schotsm., C. stenocarpa Lansdown, C. transvolgensis Tzvelev and C. truncata Guss. Τα εν λόγω είδη δεν διαθέτουν λέπια στον βλαστό, δεν σχηματίζουν ρόδακες στην επιφάνεια του νερού και δεν εμφανίζουν παράλληλες νευρώσεις στα φύλλα. Ο πλησιέστερος συγγενής είναι η C. fassettii, η οποία έχει, επίση, καρπούς με ποδίσκο, των οποίων το πλάτος είναι μεγαλύτερο του ύψους και στους οποίους συνήθως ο ένας από τους δύο μεριστόκαρπους (καρπίδια) δεν αναπτύσσεται.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Υπάρχουν πολύ λίγα δεδομένα για την συμπεριφορά της Callitriche pulchra, η οποία δεν έχει ποτέ μελετηθεί με λεπτομέρεια. Στην Γαύδο βρέθηκαν περίπου 30 φυτά να αναπτύσσονται ανάμεσα και κάτω από μία πυκνή συστάδα Zannichellia palustris . Είναι πολύ πιθανό ο πυθμένας της κοιλότητας να διατηρεί μία σημαντική τράπεζα σπερμάτων. Κατά πάσα πιθανότητα η C. pulchra φύεται ως ετήσιο είδος σε όλες τις θέσεις τη, αν και θα μπορούσε να γίνει πολυετές σε κατάλληλες συνθήκε.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Callitriche pulchra χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) είδο, σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001, κριτήριο B2) διότι η έκταση που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί της στην Ελλάδα είναι σχεδόν σίγουρα μικρότερη των 100 m2 και η απόσταση μεταξύ των θέσεων μικρότερη από 10 km.</p><p>Στην Γαύδο, ο ένας θύλακας νερού που περιέχει φυτά της Callitriche pulchra βρίσκεται σχετικά μακριά από μονοπάτια ή περιοχές που χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους και πιθανότατα δεν επηρεάζεται από ανθρώπινες επιδράσει. Εντούτοι, είναι σχεδόν σίγουρο ότι τον επισκέπτονται τα κοπάδια ζώων και πιθανότατα επηρεάζεται από υπερβολική λίπανση εξαιτίας της κοπριάς του. Μία άλλη κοιλότητα με νερό εμφανίζεται ακριβώς δίπλα από ένα μονοπάτι, που ενώνει τα χωριά Καστρί και Άμπελος και το οποίο ενδέχεται να χρησιμοποιείται από τους τουρίστες το καλοκαίρι. Χρησιμοποιείται επίση, σε μεγάλο βαθμό, από τα κοπάδια. Ένας αριθμός από κοιλότητες που συγκρατούν νερό στο νησί φαίνεται να έχουν εκβαθυνθεί με τεχνητό τρόπο, ώστε να αυξηθεί η αξία τους για τα κοπάδια ζώων, ενώ άλλες έχουν καλυφθεί από πέτρε. Δράσεις σαν τη τελευταία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση εξαφάνιση της C. pulchra από το νησί και βέβαια από ολόκληρη την Ευρώπη. Επιπλέον, οι κοιλότητες νερού θα μπορούσαν να ξηρανθούν, αν το νερό διαβρώσει τον ασβεστόλιθο και συναντήσει μία ρωγμή ή μία οπή. Ακόμη, οι κοιλότητες θα μπορούσαν να σταματήσουν να διατηρούν νερό για κάποιο ικανό χρονικό διάστημα, εξαιτίας πιθανών κλιματικών αλλαγών.</p><p>Δεν υπάρχουν δεδομένα για τους πληθυσμούς της Λιβύη, ώστε να είναι δυνατή μία αξιολόγηση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την διατήρησή του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν υπάρχουν, προς το παρόν, ενεργά μέτρα για την προστασία της Callitriche pulchra, αν και το πρόγραμμα ΜEDPONDS είχε εφαρμογή στο νησί και παρείχε κάποια γενική πληροφόρηση σχετική με τη διατήρηση των εφήμερων υγροτόπων και της βλάστησής τους στη Μεσόγειο. Είναι πιθανόν ότι η C. pulchra καταλαμβάνει όλους του κατάλληλους βιοτόπους στην Γαύδο. Ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί η διαθεσιμότητα των οικοτόπων τη, θα ήταν να πραγματοποιηθεί τεχνητή αύξηση του βάθους των υφισταμένων κοιλοτήτων στο λιθόστρωτο ασβεστολιθικό μονοπάτι.</p><p>Richard V. Lansdown</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDCCFF79D9B2FE813CBEFBE5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDC9FF75D9ABFE833CBEFBB2.text	0397C81BBDC9FF75D9ABFE833CBEFBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula aizoides Greuter	<div><p>Campanula aizoides Zaffran ex Greuter</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula aizoides Zaffran ex Greuter,Florist.Rep.Cretan Area:15(1072).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "sommet à l'est des Gorges de Samaria", 16 Jul. 1965, Zaffran s.n. (Oλότυπο: PAL- Greuter).</p><p>Συνώνυμα: Campanula aizoon subsp. aizoides (Zaffran ex Greuter) Hartvig in Strid &amp; Tan (eds), Mount. Fl. Greece, 2: 373 (1991).</p><p>Περιγραφή: Διετές ή μονοκαρπικό πολυετέ, λείο φυτό, με παχειά κύρια ρίζα. Βλαστός όρθιο, ύψους 10-20(-60) cm, πάχους 1(-1,5) cm στη βάση του, γωνιώδης με πολυάριθμες άκαμπτες βασικές διακλαδώσει, όρθιε, μήκους 4-12(-20) cm ή περιστασιακά μειούμενες και βραχύτατε. Φύλλα βάσεως σχηματίζοντα ρόδακα, σπατουλοειδή, (2-) 3-5(-7) x 0,5-1,2 cm, ελαφρώς σαρκώδη, περιθώρια χόνδρινα, βλεφαριδωτά στο κατώτερο ήμισυ, κορυφή οξύληκτη. Φύλλα βλαστού μικρότερα σε μέγεθο, τα ανώτερα τριγωνικά. Ταξιανθία άκαμπτη πυραμιδοειδής φόβη ή σταχυόμορφη με πολυάριθμα, αλλά σχετικώς αποκλίνοντα άνθη, σε βραχείς άκαμπτους ποδίσκου. Κάλυκας με οδόντες στενώς τριγωνικού, 3-4 mm, κορυφή σχεδόν αμβλεία. Στεφάνη κυανή, 10-13 mm, διπλάσια ή τριπλάσια του μήκους των οδόντων του κάλυκα. Ωοθήκη λεία. Κάψα όρθια, σφαιροειδή, 5-7 mm, ισχυρώς γωνιώδη, ανοιγόμενη με πλευρικούς πόρου. Σπέρματα ωχροκάστανα, 1,5-2 x 0,8-1 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Contandriopoulos &amp; al. 1973, βασισμένος σε υλικό από το όρος Χελμό).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος έως Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνο από το όρος Χελμός στην Β. Πελοπόννησο και τα Λευκά Όρη (Δ. Κρήτη).</p><p>Βιότοποç: Σχισμές και αναβαθμίδες ασβεστολιθικών βράχων, πλαγιές ανατολικής έκθεσης με σάρες και (στο όρος Χελμό) φαράγγια σε δάσος Abies-Pinus, σε υψόμετρο 1.250-2.450 m (πάνω από τα 1.800 m στην Κρήτη). Στα συνοδά taxa του είδους στα Λευκά Όρη μπορεί να περιλαμβάνονται (*= ενδημικό της Κρήτη): Arenaria cretica, * Campanula jacquinii, Gypsophila nana, * Hieracium schmidtii subsp. creticum, * Phagnalon pygmaeum και Potentilla speciosa . Στα συνοδά taxa στο όρος Χελμός μπορεί να περιλαμβάνονται: Arnebia densiflora, Gypsophila nana, Linum elegans, Potentilla speciosa και Scabiosa taygetea .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Zaffran (1966) περιέγραψε την Campanula aizoides ως νέο είδο, αλλά δεν υπέδειξε ένα δείγμα ως τύπο, με αποτέλεσμα το όνομα του taxon να μην είναι έγκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 37.1 του Κώδικα Βοτανικής Ονοματολογίας (ICBN) της Βιέννης (McNeill &amp; al. 2006). Ο Greuter (1972) κατέστησε το όνομα έγκυρο. Ο Fedorov (Heywood 1973) προσπάθησε να κάνει έναν νέο συνδυασμό, την C. aizoon subsp. aizoides, αλλά και αυτό το όνομα δεν ήταν έγκυρο (άρθρο 33.4) διότι στο βασιώνυμο αναφερόταν ο Zaffran (1966), χωρίς αναφορά στον Greuter (1972). Ο συγκεκριμένος συνδυασμός επικυρώθηκε (ακούσια) από τον Hartvig (1991). To συγγενέστερο είδος της C. aizoides είναι η C. aizoon Boiss. &amp; Spruner, η οποία εξαπλώνεται στην Στερεά Ελλάδα (όρη Γκιώνα και Παρνασσό). Η C. aizoon χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη στεφάνη, 4-5 φορές μακρύτερη από τους οδόντες του κάλυκα. Η εικόνα του φυτού που αναφέρεται ως C. aizoides στους Tan &amp; Iatroú (2001), φαίνεται να αναπαριστά την C. aizoon αντί της C. aizoides . Ένα τρίτο είδος αυτής της ομάδος είναι η C. columnaris Contandr., Quézel &amp; Zaffran (Contandriopoulos &amp; al. 1973), ενδημική του όρους Βαρδούσια στην Στερεά Ελλάδα, η οποία χαρακτηρίζεται από κιονοειδή ταξιανθία φέρουσα άνθη σε λεπτούς ποδίσκους και τα οποία καλύπτουν πυκνά τον βλαστό.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον τέσσερις υποπληθυσμοί είναι γνωστοί από το όρος Χελμός και εννέα από την Κρήτη. Ο αριθμός των ατόμων κάθε υποπληθυσμού μπορεί να είναι μικρό, με μόνο μερικές δεκάδε, ακόμη και μέχρι δέκα άτομα. Δεδομένου ότι το είδος αυτό είναι διετές ή μονοκαρπικό πολυετέ, τα ώριμα άτομα είναι Βιότοπο, άτομο και άνθος του ενδημικού είδους Campanula aizoides από τα Λευκά Όρη της Κρήτη. (Φωτ. J. Bienvenu).</p><p>ακόμη λιγότερα, ο αριθμός των οποίων κυμαίνεται από έτος σε έτος και πιθανώς κατά την διάρκεια κάποιων ετών να είναι κοντά στο μηδέν. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο συνολικός πληθυσμός περιλαμβάνει λιγότερα από 1.000 ώριμα άτομα ανά έτο. Η περιοχή εξάπλωσης του είδους είναι c. 3.500 km2, με μία απόσταση 335 km μεταξύ του Χελμού και των Λευκών Ορέων. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει η Campanula aizoides πιθανόν να είναι μικρότερη των 8 km2. Είναι άγνωστο, εάν το μέγεθος του πληθυσμού υφίσταται συνεχή μείωση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος βρίσκεται υπό απειλή εξαιτίας του διετούς ή μονοκαρπικού κύκλου ζωής του, καθώς και τον ιδιαίτερα μικρό αριθμό ωρίμων ατόμων ανά έτο. Αν και τα άτομα αναπτύσσονται σε σχισμές βράχων, συχνά βρίσκονται σε θέσεις προσιτές από ζώα και ανθρώπους (π.χ. όχι σε κρημνού). Η βόσκηση αποτελεί σημαντική απειλή και ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει στην Κρήτη αρκετές περιπτώσει, όπου η ταξιανθία ενός ωρίμου ατόμου είχε εν μέρει αποκοπεί λόγω βόσκησης από αιγοπρόβατα. Ακόμη και η συλλογή φυτικών δειγμάτων από βοτανικούς και σπερμάτων από καλλιεργητές για καλλωπιστικούς σκοπού, αποτελεί σημαντική απειλή για τους μικρότερους υποπληθυσμού. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,c(iv)+2a,c(iv) και D1+2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει μέχρι σήμερα ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας του είδου. Τουλάχιστον δύο από τους μεγαλύτερους και απρόσιτους πληθυσμούς (στο όρος Χελμός και την Κρήτη αντίστοιχα) μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μικροαποθέματα, παρόμοια με τα ιδρυθέντα στα πλαίσια του προγράμματος CRETAPLANT στην Κρήτη. Η περίφραξη της περιοχής θα μπορούσε να αποκλείσει την βόσκηση και ως εκ τούτου να επιτρέψει στα φυτά ανενόχλητα να ανθήσουν και να καρποφορήσουν. Πιθανώς ένα από αυτά τα αρχικά μικροαποθέματα θα μπορούσε να είναι η περιοχή από όπου περιγράφηκε το είδος στα Λευκά Όρη της Κρήτη, δηλαδή το όρος Βόκινο, ένα απομακρυσμένο όρος στην κορυφογραμμή μεταξύ του φαραγγιού της Σαμαριάς και του φαραγγιού του Ελιγιά-κοιλάδας του Ποταμού στα ανατολικά. Πράγματι, είναι πιθανό ότι τουλάχιστον μέρος αυτού του υποπληθυσμού βρίσκεται υπό το καθεστώς προστασίας του Εθνικού Πάρκου της Σαμαριά.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDC9FF75D9ABFE833CBEFBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDC6FF77D9B2FF6A3CBDFCE0.text	0397C81BBDC6FF77D9B2FF6A3CBDFCE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula asperuloides (Boiss. & Orph.) Engler	<div><p>Campanula asperuloides (Boiss. &amp; Orph.) Engler</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula asperuloides (Boiss.&amp;Orph.)Engler in Engler&amp;Prantl,Nat.Pflanzenfam.Nachtr.1:310(1807).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αχαϊα] "in regione media montis Chelmos Peloponnesi prope Stygem, alt. 5000-6000 ped.", Jul. 1851, Orphanides 248 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Trachelium asperuloides Boiss. &amp; Orph. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. Ser. 2, 3: 117 (1856).</p><p>T. taygeteum Quézel &amp; Contandr. in Taxon 16: 240 (1967).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα σχηματίζουσα χαμηλέ, πυκνές συστάδες πλάτους έως 25 cm. Ανθοφόρα στελέχη πολυάριθμα, λεπτά και εύθραυστα, μήκους 1-7(-14) cm με υπολείμματα παλαιών φύλλων στη βάση. Φύλλα σχεδόν στρογγυλά έως επιμήκως ελλειπτικά, 2-6 mm, ακέραια ή με λίγους αβαθείς οδόντες στο ανώτερο τμήμα του, τραχέως βλεφαριδωτά. Άνθη σε συστάδες των 1-5, σε ακραίες ή σχεδόν ακραίες ομάδε, κάλυκας 5-λοβο, λείος ή τριχωτό, λοβοί οξείς έως οξύληκτοι. Στεφάνη 5-9 mm, στενά σωληνοειδή, έντονα κυανή έως κυανοϊώδη, με 5 στενούς λοβούς μήκους το 1/2 του σωλήνα έως περίπου ολόκληρο το μήκος του. Στήμονες 5, βραχύτεροι των λοβών της στεφάνη, ανθήρες ελεύθεροι, υπόλευκοι. Στύλος που προεκβάλλει σημαντικά, ελαφρά διογκωμένος στο ανώτερο τέταρτο, στίγματα 2(-3). Κάψα ανοιγόμενη με 2 ή 3 πόρους πλησίον της βάσης τη.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Contandriopoulos 1964, Damboldt 1968, ως Trachelium taygeteum).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο και αυτό εξαρτάται από το υψόμετρο, την θέση και την έκθεση.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Πελοποννήσου. Μέχρι σήμερα γνωστή από τέσσερα όρη: τον Χελμό, τον Ταΰγετο, τον Πάρνωνα και την Κουλοχέρα. Πρόσφατα βρέθηκε και στην περιοχή της Ευρωστίνης (Raabe &amp; al. 2009).</p><p>Βιότοποç: Το είδος είναι χασμοφυτικό και φύεται σε απόκρημνους ασβεστολιθικούς βράχους ή σε κροκαλοπαγή εδάφη, συνήθως σε σκιερά και προστατευμένα μέρη. Στα όρη Χελμός και Ταΰγετος ανευρίσκεται σε ανοίγματα δάσους Abies cephalonica ή Pinus nigra ή ακόμη σε θέσεις χωρίς δασική βλάστηση. Εκεί μπορεί να φύεται μαζί με άλλα τοπικά ενδημικά είδη, όπως το Teucrium aroanium . Στον Πάρνωνα έχει βρεθεί σε βράχους και κρημνούς βόρειου η βορειοδυτικού προσανατολισμού μαζί με Asperula boryana, A. taygetea, Inula verbascifolia subsp. methanea, Minuartia pichleri, Stachys chrysantha κ.λπ. Στο όρος Κουλοχέρα φύεται σε βράχους κατά μήκος της κορυφογραμμή, σε περισσότερο εκτεθειμένες θέσει, που σκιάζονται από αραιά Acer sempervirens, Phillyrea latifolia και Amelanchier parviflora subsp. chelmea ή σε προεκβολές των βράχων, πάλι μαζί με άλλα σπάνια ή τοπικά ενδημικά όπως τα Melica rectiflora, Minuartia pichleri, Rhamnus sibthorpiana, Thalictrum orientale κ.λπ.</p><p>Η Campanula asperuloides εμφανίζεται σε ένα μεγάλο εύρος υψομέτρου, από τα 400 m (θέσει στον Πάρνωνα) έως τα 1.800 m (κοιλάδα της Στυγός στον Χελμό).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Campanula asperuloides είναι ένα ευδιάκριτο ενδημικό είδο, που αρχικά περιγράφηκε ως ένα μέλος του γένους Trachelium εξαιτίας του πολύ στενού σωλήνα της στεφάνης και του στύλου που προεκβάλλει (Tan &amp; Iatroú 2001). Όπως συμβαίνει με άλλα γένη, ταξινομικώς συγγενή με την Campanula, το Trachelium αποδείχθηκε πως δεν είναι αρκούντως διακριτό ώστε να δικαιούται το επίπεδο του ιδιαίτερου γένους και ως εκ τούτου ενσωματώθηκε στην Campanula . Το T. taygeteum, το οποίο περιγράφηκε από το όρος Ταΰγετος της Πελοποννήσου (Quézel &amp; Contantriopoulos 1964 -1965), θεωρείται ότι διαφέρει από την C. asperuloides στο ότι έχει σχεδόν λεία στελέχη και κάλυκα, μακρύτερους οδόντες κάλυκα και βραχύτερο σωλήνα στεφάνη. Κατατάχθηκε σε επίπεδο υποείδους (Greuter 1981), αλλά στη συνέχεια θεωρήθηκε από την Tan (1995) ότι ανήκει στην ποικιλομορφία της C. asperuloides . Η άποψή της ακολουθείται από εμά. Όμω, η ανακάλυψη περισσότερων πληθυσμών και η ύπαρξη αρκετών δειγμάτων από διάφορες θέσει, επιβάλλουν την πληρέστερη αξιολόγηση της μορφολογικής ποικιλομορφίας του είδου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Campanula asperuloides, όταν βρίσκεται σε ανθοφορία, σχηματίζει μικρές μαλακές τούφες πάνω στους βράχους και δύσκολα διαφεύγει της προσοχή. Το είδος μπορεί να είναι πολύ τοπικό και να απουσιάζει από περιοχές που φαινομενικά πληρούν όλα τα απαραίτητα οικολογικά κριτήρια για να το φιλοξενούν, ακόμη και όταν τέτοιες θέσεις είναι γειτονικές γνωστών πληθυσμών του. Η C. asperuloides είναι μάλλον σπάνια στην χαράδρα της Στυγός του όρους Χελμού, αλλά περισσότερο λεπτομερής έρευνα στην περιοχή ενδεχομένως θα αποκαλύψει νέους υποπληθυσμού. Στα όρη Πάρνωνας και Κουλοχέρα το είδος σχηματίζει υποπληθυσμού, που ποικίλουν σε αριθμό ατόμων, από περίπου 80 έως περισσότερα από 1.000 (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2005). Οι συγγραφείς δεν έχουν μελετήσει τους υποπληθυσμούς στην χαράδρα της Λαγκάδα, στα ανατολικά τμήματα του όρους Ταϋγέτου και της Ευρωστίνη.</p><p>Σε ορισμένες θέσεις βρήκαμε αποξηραμένα και νεκρά φυτά του είδου, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται σε συνεχόμενες χρονιές μικρότερης βροχόπτωση. Αυτό ίσως είναι μία ένδειξη ότι το φυτό είναι ευαίσθητο σε ακραίες μεταβολές των κλιματικών συνθηκών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Campanula asperuloides είναι ένα ελκυστικό φυτό, το οποίο επιζητείται για ανθοκομικούς σκοπού. Είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε βραχόκηπου. Η συλλογή των αυτοφυών φυτών, τόσο από βοτανικούς όσο και από κηπουρού, μπορεί να αποτελεί έναν κίνδυνο για το είδο. Αλλαγές του κλίματος με παρατεταμένες περιόδους ξηρών και ζεστών καλοκαιριών φαίνεται να επηρεάζει το είδο, ιδιαίτερα τους πληθυσμούς που φύονται στα χαμηλότερα υψόμετρα. Προς το παρόν, πάντω, υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες που σχετίζονται με την επίδραση, την οποία μπορεί να έχουν οι κλιματικές μεταβολές στο είδος και αυτές περιορίζονται σε ορισμένες έμμεσες παρατηρήσει. Όμω, η ύπαρξη νεκρών φυτών είναι μία ένδειξη μείωσης των υπαρχόντων ατόμων σε ορισμένους πληθυσμούς και θα πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά.</p><p>Κατατάσσουμε την C. asperuloides στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), επειδή πληροί τη κριτήρια B1a,b(v)+2a,b(v) και C2a(i). Όπως συμβαίνει με αρκετά άλλα σπάνια φυτά της Ελλάδα, απουσιάζουν στοιχεία από την παρακολούθηση των πληθυσμών της για μία περίοδο ετών.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Σημαντικά μέτρα προστασία, τα οποία θα είναι σαφώς επωφελή για τη διατήρηση του είδου, θα πρέπει να περιλαμβάνουν την διατήρηση των βιοτόπων του. Τουλάχιστον κάποιες περιοχέ, στις οποίες φύεται η Campanula asperuloides, φαίνεται να εξασφαλίζουν όλες τις προϋποθέσεις για να υπαχθούν σε κάποιο ειδικό καθεστώς προστασία. Το όρος Κουλοχέρα, η χαράδρα της Λαγκάδα, η περιοχή της Μονής της Έλωνας και η κοιλάδα της Στυγός του όρους Χελμού περιλαμβάνονται στο Δίκτυο σημαντικών οικολογικών περιοχών της Ελλάδας ΦΥΣΗ 2000. Όμω, απαιτούνται ειδικές πρακτικές και μέτρα που πρέπει να ληφθούν εντός των περιοχών αυτών, προκειμένου να προφυλάξουν το αναφερόμενο είδος από οποιονδήποτε κίνδυνο.</p><p>Η C. asperuloides καλλιεργείται εύκολα από μοσχεύματα που λαμβάνονται την άνοιξη και ριζώνουν σε κατάλληλο υπόστρωμα. Ειδική φροντίδα θα πρέπει να δίνεται στα φυτά κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων ζεστού και ξηρού καιρού. Η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη διασπορά του είδους σε καλλιέργεια και η διαθεσιμότητα καλλιεργημένου υλικού θα κάνει μη απαραίτητη τη συλλογή αυτοφυών φυτών. Σπέρματα μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν, σε μία προσπάθεια να εμπλουτισθεί η γενετική ποικιλότητα του καλλιεργημένου υλικού. Βοτανικοί Κήποι και Εργαστήρια που είναι προσανατολισμένα στη διατήρηση των φυτικών ειδών θα πρέπει να διαθέτουν συλλογές της C. asperuloides γνωστής προέλευση. Τα σπέρματα του είδους μπορούν επίσης να τοποθετηθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων και να ερευνηθούν οι βέλτιστες συνθήκε, που επιτρέπουν την ικανότητα φύτρωσής του.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDC6FF77D9B2FF6A3CBDFCE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDC4FF71D9B2FF6A3CBDFA9B.text	0397C81BBDC4FF71D9B2FF6A3CBDFA9B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula garganica subsp. acarnanica (Damboldt) Damboldt	<div><p>Campanula garganica Ten. subsp. acarnanica (Damboldt) Damboldt</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula garganica Ten. subsp. acarnanica (Damboldt) Damboldt in Bot. Jahrb. Syst. 84: 358 (1965).</p><p>Τύποç: [Ελλα (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αιτωλοακαρνανία] "mons Bumistos, in rup. fiss. calc. ca. 1100 m", 10 Jun. 1963, D. Phitos 1058 (Ολότυπο: M. Ισότυπο: Μ).</p><p>Συνώνυμα: Campanula acarnanica Damboldt in Bot. Jahrb. Syst. 84: 341 (1965).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με ξυλώδες ρίζωμα. Βλαστοί κατακείμενοι, μήκους 5-25 cm, μη διακλαδισμένοι, εύθραυστοι, με εμφανές χνοώδες τρίχωμα. Φύλλα βάσης αποστρογγυλωμένα, με μίσχο 0,5-7,5 cm και έλασμα 7-35 x 6-32 mm, καρδιοειδή, με αβαθείς λοβούς και οδόντε, ανώτερα φύλλα μικρότερου μεγέθου, ωοειδή, οξέα, οδοντωτά. Ταξιανθία αραιή, σε ομάδες των 1-3 ανθέων. Κάλυκας χνοώδη, με σχεδόν ισομήκει, όρθιους λοβού. Στεφάνη λευκοκύανη έως κυανή, βραχέως χοανοειδή, μήκους 11-17 mm, περίπου τριπλάσια του κάλυκα, διαιρεμένη κατά το 1/2 έως τα 2/3 σε λοβού. Ωοθήκη σφαιρική, με 3 χώρους και 3 στίγματα. Κάψα που ανοίγει κατά την ωρίμανση με πόρου. Σπέρματα ωοειδή-κυκλικά, καστανά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Damboldt 1965).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Tέλη Απριλίου έως αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό υποείδος της Ελλάδα. Η Campanula garganica subsp. acarnanica ήταν μέχρι σήμερα γνωστή μόνο από τα βορειοδυτικά τμήματα του όρους Μπούμιστο. Πρόσφατα (Μάιο 2008), βρέθηκε ένας νέος υποπληθυσμός στις δυτικές κορυφές των Ακαρνανικών Ορέων. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, το υποείδος θεωρείται ως ένα στενότοπο ενδημικό της ευρύτερης περιοχής των Ακαρνανικών Ορέων.</p><p>Βιότοποç: Η Campanula garganica subsp. acarnanica εμφανίζεται κυρίως σε ασβεστολιθικέ, βραχώδεις κλιτύες με μεγάλη κλίση και συμπεριφέρεται ως χασμόφυτο. Στον πληθυσμό του Μπούμιστου φύεται σε υψόμετρο μεταξύ 1.000-1.200 m, σε σκιερές θέσει, συνήθως εντός μικτού δάσους Abies cephalonica και Quercus ilex . Ο πληθυσμός των Ακαρνανικών Ορέων βρέθηκε σε υψόμετρο 800 m, σε σχισμές βράχων νότιας έκθεση. Στην περιοχή του Μπούμιστου φύεται μαζί με τα σπάνια τοπικά ενδημικά Cerastium illyricum subsp. crinitum και Centaurea subciliaris subsp. acarnanica, ενώ στην περιοχή Πηγάδια του όρους Τσέρεκας (Ακαρνανικά Όρη) μαζί με τo Cerastium illyricum subsp. crinitum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Campanula garganica εκπροσωπείται στην Ελλάδα με δύο ενδημικά υποείδη, το subsp. acarnanica στα Ακαρνανικά Όρη και το subsp. cephallenica στα γειτονικά Ιόνια νησιά (Κεφαλονιά, Ιθάκη, Ζάκυνθος και Λευκάδα). Το τυπικό υποείδος ( subsp. garganica) εντοπίζεται στο όρος Γκάργκανο (Gargano) της Ιταλία. Το subsp. acarnanica διαφέρει από τα συγγενικά του στη στεφάνη, η οποία διαιρείται σε λοβούς κατά το 1/2-2/3 του μήκους τη, ενώ στα άλλα δύο τουλάχιστον κατά τα 2/3-3/4 του μήκους τη. Επίση, παρατηρείται διαφορά στο τρίχωμα, το οποίο στο subsp. acarnanica είναι εμφανές και χνοώδες ενώ στα άλλα δύο υποείδη είναι είτε ανύπαρκτο είτε αραιό. Ομοιότητες της Campanula garganica subsp. acarnanica με το τυπικό υποείδος εμφανίζονται στον τύπο του τριχώματος της βάσης των νημάτων του ανθήρα, που αποτελείται από βραχείε, αμβλείες τρίχε, σε αντίθεση με το subsp. cephallenica, το οποίο παρουσιάζει στην ίδια θέση μακρέ, οξύληκτες τρίχε. Το subsp. acarnanica και το subsp. cephallenica ομοιάζουν στο τρόπο διάνοιξης της κάψα, που επιτυγχάνεται με πόρου, ενώ στο τυπικό υποείδος ( subsp. garganica) με σχισμέ. Οι μορφολογικές διαφορές που παρατηρούνται στην ομάδα, σε συνδυασμό με μοριακά δεδομένα, ώθησαν τους Park &amp; al. (2006) να προτείνουν την ταξινόμηση των υποειδών της ομάδας στο επίπεδο του είδου. Θεωρούμε ότι απαιτείται περαιτέρω μελέτη της ομάδας για την διερεύνηση των ταξινομικών σχέσεων των μελών τη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Campanula garganica subsp. acarnanica αναφέρθηκε για πρώτη φορά στο όρος Μπούμιστος από τους Maire &amp; Petitmengin (1908) ως Campanula cephallenica Feer. Η εμφάνιση του συγκεκριμένου υποείδους στην ίδια περιοχή επιβεβαιώθηκε τον Μάιο του 2008 από τον πρώτο συγγραφέα. Η περιοχή συμπίπτει με τα δεδομένα που προέρχονται από τον Damboldt (1965). Ένας νέος υποπληθυσμός βρέθηκε σε απόσταση περίπου 7,5 km δυτικά του locus classicus. Οι δύο υποπληθυσμοί δεν αριθμούν συνολικά περισσότερα από 300 ενήλικα άτομα. Ο πρώτος εντοπίζεται σε πλαγιά με κάθετες όψεις βράχων, σε σκιερές θέσεις του υπορόφου δάσου. Ο δεύτερος εντοπίζεται σε νότιας έκθεσης βράχου, συνοδευόμενο, μεταξύ άλλων, από κοινούς θάμνου, όπως τα είδη Quercus coccifera και Phlomis fruticosa . Ο συγκεκριμένος υποπληθυσμός αποτελείται από διάσπαρτα απομονωμένα άτομα, που συνολικά δεν ξεπερνούν σε αριθμό τα 100.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Campanula garganica subsp. acarnanica αναπτύσσεται σε σχισμές απότομων βράχων ασβεστολιθικής σύστασης και σχηματίζει μικρές ομάδες σε συγκεκριμένες θέσει. Η εξειδίκευση του οικοτόπου υποδεικνύει ότι μικρές διαταραχές σε αυτόν μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο σημαντικό αριθμό ατόμων του υποείδου.</p><p>Στον πρώτο υποπληθυσμό, στις ΒΔ.πλαγιές του όρους Μπούμιστου, ενδέχεται να δημιουργηθούν αλλαγές στο μικροκλίμα εξαιτίας της σχεδιαζόμενης κατασκευής του φράγματος των Αχυρών και τη δημιουργία τεχνητής λίμνης και αρδευτικών καναλιών. Το μεγάλο κατασκευαστικό έργο ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο την C. garganica subsp. acarnanica, αλλά και άλλα τοπικά ενδημικά είδη, όπως τα Centaurea subciliaris subsp. acarnanica και Cerastium illyricum subsp. crinitum .</p><p>Η εύρεση του δεύτερου υποπληθυσμού αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης του υποείδου, όμως ο σχετικά μικρός αριθμός των ωρίμων ατόμων, η υποβάθμιση της βλάστησης της περιοχή, η μικρής κλίσης πλαγιά και η κοντινή απόσταση από κτηνοτροφικές μονάδες σε συνδυασμό με την ύπαρξη δασικών οδών εύκολης πρόσβασης μπορεί να επηρεάσουν τον αριθμό των ατόμων του. Οι πηγές που υπάρχουν στην περιοχή χρησιμοποιούνται από κοπάδια ζώων που με αυτό τον τρόπο έχουν εύκολη πρόσβαση στους υποπληθυσμούς της C. garganica subsp. acarnanica . Προτείνουμε να καταταχθεί το συγκεκριμένο υποείδος στην κατηγορία των Τρωτών (VU) της IUCN (2001), εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, του κατακερματισμού των λιγότερων από 5 γνωστών υποπληθυσμών και του μικρού αριθμού φυτών που με τα μέχρι στιγμής δεδομένα δεν ξεπερνούν τα 300 ενήλικα άτομα (κριτήρια D1+2).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα δεν έχουν ληφθεί πρακτικά μέτρα για την προστασία της Campanula garganica subsp. acarnanica, αν και τμήματα της περιοχής των Ακαρνανικών Ορέων έχουν συμπεριληφθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000.</p><p>Προτείνουμε τον προσεκτικό έλεγχο των μεγάλων κατασκευαστικών έργων και την επισταμένη μελέτη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που μπορεί να έχουν. Οι Δ. πλαγιές του ευρύτερου ορεινού όγκου των Ακαρνανικών Ορέων θα πρέπει να ερευνηθούν για τον εντοπισμό περισσότερων υποπληθυσμών. Επίση, θα πρέπει να καταγραφεί η δυναμική των υποπληθυσμών και η παρακολούθηση της βιολογίας του υποείδους μακροπρόθεσμα. Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών, οι κτηνοτρόφοι και οι τοπικοί φορείς και σύλλογοι θα πρέπει να ενημερωθούν για τη σπανιότητα του συγκεκριμένου υποείδους αλλά και άλλων ειδών που φύονται στα Ακαρνανικά Όρη.</p><p>Τέλο, με σκοπό την επιβίωση του υποείδους ex situ προτείνεται η διατήρησή του σε Βοτανικούς Κήπους καθώς και η φύλαξη των σπερμάτων του σε Τράπεζες Σπερμάτων και Γενετικού Υλικού.</p><p>Θεοφάνηç Καραμπλιάνηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDC4FF71D9B2FF6A3CBDFA9B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDC2FF6DD9B2FF6A3CBEFA60.text	0397C81BBDC2FF6DD9B2FF6A3CBEFA60.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula garganica subsp. cephallenica (Feer) Hayek	<div><p>Campanula garganica Ten. subsp. cephallenica (Feer) Hayek</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula garganica Ten. subsp. cephallenica (Feer) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 31(2): 534 (1930).</p><p>Λεκτότυποç (Damboldt 1965: 344): [Ελλά (IoI), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Κεφαλληνία] "ad rupes pr. Coen. Taphi", 13 Sept. 1872, Heldreich fl. exc. ceph. 3705 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Campanula cephallenica Feer in J. Bot. 28: 273 (1890).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα. Όλο το φυτό με χνοώδες αραιό τρίχωμα ή, σπανίω, σχεδόν λείο. Βλαστοί ύψου, συνήθω, μέχρι 25(-45) cm. Φύλλα βάσεως σχηματίζοντα ρόδακε, καρδιόσχημα, ακανονίστως διπλά πριονωτά, σπανιότερα οδοντωτά, πλάτους 3 cm και μήκους 4 cm, με μίσχο μήκους μέχρι 10 cm. Φύλλα βλαστού ωοειδή, πριονωτά, με βραχύτερο μίσχο. Ανώτερα φύλλα βλαστού ωοειδή έως λογχοειδή, πριονωτά έως ακέραια. Άνθη σε ±αραιέ, φοβοειδείς ταξιανθίε. Ποδίσκος μήκους 2 cm. Ανθοδόχη ημισφαιρική. Στεφάνη ανοικτοκύανη, σπανίως λευκή, ±δισκοειδή, διαμέτρου 10-12 mm. Κάψα ±ημισφαιρική, μήκους 3 mm και πλάτους 2,5 mm, ανοίγουσα με τρεις πόρους στην βάση τη. Σπέρματα ωοειδή, ερυθρόφαια, στιλπνά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Damboldt 1965).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη Απριλίου έως τις αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της Ελλάδο. Εξαπλώνεται στις Ιονίους νήσους Ζάκυνθο, Κεφαλληνία, Ιθάκη και Λευκάδα.</p><p>Βιότοποç: Η Campanula garganica subsp. cephallenica φύεται σε βραχώδει, ασβεστολιθικές θέσει, ενίοτε σε απότομες κλιτύε, ως χασμόφυτο, αλλά επίσης σε παλαιούς τοίχους κάστρων, κατοικιών κ.α. Το υψόμετρο, στο οποίο εμφανίζεται, κυμαίνεται μεταξύ 50-1.550 m. Στη νήσο Κεφαλληνία φύεται σε ασβεστολιθικούς βράχους εντός του δάσους Abies cephalonica του Αίνου μεταξύ 600-1.500 m, αλλά επίσης σε χαμηλότερα υψόμετρα όπως π.χ. στις δυτικές παρυφές των παραθαλασσίων βραχωδών οικοσυστημάτων του όρμου της Αγ. Ελένη, στην Δ. Παλική (Κεφαλληνία). Σε χαμηλά υψόμετρα (κάτω των 800 m) φύεται επίσης στις νήσους Ζάκυνθο, Ιθάκη και Λευκάδα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Campanula garganica διακρίνεται σε τρία υποείδη: στο τυπικό υποείδος subsp. garganica, το οποίο εμφανίζεται στο όρος Gargano, στις Αδριατικές ακτές της Ιταλία, στο subsp. acarnanica εμφανιζόμενο στα Ακαρνανικά Όρη (κυρίω στο όρος Μπούμιστο), καθώς και στο subsp. cephallenica με την αναφερόμενη εδώ εξάπλωση (Φοίτο &amp; Damboldt 1985). Είναι προφανές ότι η C. garganica με τα τρία υποείδη, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός στοιχείου του Aδριατικο-Iονίου χώρου. Από την άποψη των μορφολογικών διαφορών των εν λόγω υποειδών, σημειώνουμε τα εξή: το subsp. cephallenica διαφέρει από το subsp. acarnanica στην διαίρεση της στεφάνης σε λοβού, η οποία στο πρώτο φθάνει μέχρι τα 2/3-3/4 του μήκους τη, ενώ στο δεύτερο μέχρι το 1/2-2/3. Επίσης στο subsp. cephallenica το τρίχωμα του φυτού είναι αραιό και ενίοτε λείπει, ενώ στο subsp. acarnanica είναι εμφανώς πυκνό σε ολόκληρο το φυτό. Εξ άλλου, στο subsp. cephallenica το τρίχωμα στην βάση των νημάτων του ανθήρα αποτελείται από μακρές οξύληκτες τρίχε, εν αντιθέσει προς τα άλλα δύο υποείδη, όπου οι τρίχες είναι βραχείες και αμβλείε. Η διάνοιξη της κάψας στο subsp. cephallenica και subsp. acarnanica επιτυγχάνεται με πόρου, ενώ στο subsp. garganica με σχισμέ. Σε πρόσφατη δημοσίευσή τους οι Park &amp; al. (2006), βασιζόμενοι σε μοριακά δεδομένα και σε συνδυασμό με τις γνωστές μορφολογικές διαφορές του, προτείνουν την κατάταξη των αναφερομένων τριών υποειδών στο επίπεδο του είδου. Εν τούτοι, πιστεύουμε ότι η αναγωγή των αναφερομένων υποειδών στο επίπεδο του είδους απαιτεί περαιτέρω μελέτη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι τέσσερις νήσοι του Ιονίου, όπου απαντά η Campanula garganica subsp. cephallenica, αποτελούν μία ενιαία φυτογεωγραφική περιοχή με πολλά κοινά ενδημικά taxa, αρκετά από τα οποία εμφανίζονται επίσης και στην απέναντι της Λευκάδας περιοχή της Αιτωλοακαρνανία, όπως π.χ. στα Ακαρνανικά Όρη, όπου συχνά διαφοροποιούνται στο επίπεδο του υποείδου. Οι πληθυσμοί του εξεταζόμενου εδώ ενδημικού υποείδους είναι διάσπαρτοι και στις τέσσερις νήσου, όπως διάσπαρτοι είναι και οι υποπληθυσμοί του. Ειδικότερα:</p><p>Στην νήσο Ζάκυνθο απαντούν τουλάχιστον 3 υποπληθυσμοί, ο ένας σε κατακόρυφα βράχια πάνω από το χωριό Καταστάρι (&gt;10 άτομα), ο άλλος στους τοίχους των οικιών και στις παρυφές των δρόμων μέσα στο χωριό Λούχα (περίπου 50 άτομα), ενώ ένας τρίτος κοντά στο χωριό Γύρι. Και οι τρεις υποπληθυσμοί εμφανίζονται στις ΒΑ. παρυφές της οροσειράς του Βραχίονα. Στην Κεφαλονιά έχουν καταγραφεί 6 υποπληθυσμοί, διάσπαρτοι σε όλη την έκταση της νήσου. Απαντά σε κατακόρυφους απόκρημνους βράχους (όπω πάνω από το χωριό Αγκώνα, περίπου 100 άτομα), σε κράσπεδα δρόμων (όπω στον επαρχιακό δρόμο μεταξύ Ι.Μ. Ταφιού και Μονής Κηπουραίων, περίπου 80-90 άτομα), σε παραποτάμιες θέσεις (όπω κοντά στο χωριό Πυργί, περίπου 20 άτομα), σε τοίχους κάστρων (όπω στο κάστρο της Άσσου, περίπου 10 άτομα), στους κατακόρυφους βράχους του φαραγγιού του Πόρου (περίπου 20 άτομα) και σε σκιερές θέσεις βράχων μέσα στον Εθνικό Δρυμό Αίνου, σε υψόμετρο 700-1.620 m, σε ανοίγματα του δάσους της Abies cephalonica, αλλά και πάνω από το όριο του δάσου, σε πετρώδεις θέσεις προς την κορυφή. Ο υποπληθυσμός στον Εθνικό Δρυμό είναι ο πολυπληθέστερο, όπου καταμετρήθηκαν (Β. Καραγιάννη, προσωπ. επικοινωνία) διάσπαρτες συστάδες μερικών δεκάδων έως και μερικών εκατοντάδων ατόμων. Στον Δρυμό συνυπάρχει με είδη όπως τα: Cerastium illyricum subsp. illyricum, Cyanus segetum, Cymbalaria microcalyx subsp. minor, Hedera helix, Petrorhagia obcordata, Stachys parolinii, ενώ σε βραχώδει, ανοικτές θέσεις συνυπάρχει με τον S. ionica . Στην νήσο Ιθάκη απαντά σε 2 μικρούς υποπληθυσμούς των 20 περίπου ατόμων έκαστο: στο οροπέδιο Ανωγής στη Β. Ιθάκη και στους βράχους του παραθαλάσσιου δρόμου στον όρμο Φρίκες (ΕυθυμιάτουΚατσούνη 2006). Τέλο, από την νήσο Λευκάδα είναι γνωστή μία μόνο θέση πλησίον του χωριού Νικολή, ανατολικά του όρους Σταυρωτά, σε υψόμετρο περίπου 800 m, όπου φύεται το εν λόγω υποείδο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο μόνος υποπληθυσμός της Campanula garganica subsp. cephallenica που προστατεύεται, είναι αυτός του Εθνικού Δρυμού Αίνου. Η περιοχή του Δρυμού εντάσσεται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 (GR 2220002), ως περιοχή ιδιαίτερου επιστημονικού και κοινοτικού ενδιαφέροντος (SCI και SPA). Δεν φαίνεται να κινδυνεύει από την υπερβόσκηση, τουλάχιστον στην περιοχή του Δρυμού, εντούτοις παρατηρήθηκε στον υποπληθυσμόν αυτόν να υπάρχει έντονη προσβολή εντόμων. Γενικότερα, στις άλλες θέσεις κινδυνεύει από διαπλάτυνση των επαρχιακών οδών, από οικιστικές πιέσεις (εμφανίζεται σε τοίχους σπιτιών), από αλλαγές των βιοτόπων της (αφού προτιμά σκιερές και σχετικά υγρές θέσει). To taxon αυτό είχε παλαιότερα ευρύτερη εξάπλωση, όμως στα περισσότερα των 20 ετών μελέτης των Ιονίων νήσων έχει παρατηρηθεί σημαντική μείωση των υποπληθυσμών του, ιδιαίτερα στις νήσους Ζάκυνθο και Κεφαλονιά. Το taxon χαρακτηρίζεται ως τρωτό (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληροί τα κριτήρια Β1a,b(i,ii,iv) και C1, λόγω της σποραδικής του εμφάνιση, της μικρής έκτασης που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί του, αλλά και της παρατηρούμενης υποβάθμισης των βιοτόπων του σε αρκετές από τις περιοχές εμφάνισής του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ο υποπληθυσμός του Αίνου προστατεύεται νομικά ανήκων στην χλωρίδα του Εθνικού Δρυμού Αίνου και ουσιαστικά, μέσω του Φορέα Διαχείρισής του. Σπέρματα του υποείδους έχουν συλλεχθεί για την μελέτη της φύτρωσής του, αλλά και για την ex situ διατήρησή τους στην Τράπεζα Γενετικού Υλικού, η οποία άρχισε να λειτουργεί στον ανωτέρω Φορέα. Για τους υπόλοιπους πληθυσμούς ή υποπληθυσμούς δεν έχει προβλεφθεί κάποιο συγκεκριμένο μέτρο προστασίας του. Το γεγονός ότι η εξάπλωση του εν λόγω υποείδους έχει την μορφή μικρών, διάσπαρτων πληθυσμών και μάλιστα σε περισσότερα του ενός νησιά, δυσκολεύει την λήψη ενιαίων μέτρων για την προστασία του, οι μικρές όμως εκτάσεις που καταλαμβάνει μπορούν εύκολα να λειτουργήσουν ως μικρά καταφύγια αυτοφυούς χλωρίδα, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης των τοπικών φορέων και κατοίκων. Όλα τα υποείδη της Campanula garganica είναι ελκυστικά φυτά, ιδιαιτέρως κατάλληλα για βραχόκηπους σε Βοτανικούς Κήπους κ.α. Προτείνεται, τέλο, η διατήρηση των σπερμάτων τους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç, Γεωργία Καμάρη &amp; Νίκη Κατσούνη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDC2FF6DD9B2FF6A3CBEFA60	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDDEFF6FD9B2FE833CBEFE49.text	0397C81BBDDEFF6FD9B2FE833CBEFE49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula hierapetrae Rech. f.	<div><p>Campanula hierapetrae Rech. f.</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula hierapetrae Rech. f. in Oesterr. Bot. Z. 84: 170 (1935).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "An Felsen des Aphendi Kavusi", 2 Aug. 1904, DÖrfler, Iter Creticum no. 1049 (Ολότυπο: W).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, τεφρή, χνοώδης εξ ολοκλήρου, με φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακα και ακτινωτά εμφανιζόμενα ανθοφόρα στελέχη. Ρίζωμα ισχυρό, ξυλώδε, πάχους 1-2 cm, περιβαλλόμενο από τις παλαιότερες βάσεις των ανθοφόρων στελεχών. Φύλλα βάσης με μίσχο 4-10 mm, έλασμα ωοειδέ -σπατουλοειδέ, 8-10 x 4-6 mm, σχεδόν σαρκώδε, με περιθώριο ελαφρώς οδοντωτό-πριονωτό, ενίοτε ελαφρώς κυματιστό ή σχεδόν ακέραιο και επίπεδο, με κορυφή σχεδόν αμβλεία έως οξεία. Ανθοφόρα στελέχη πολυάριθμα, κατακείμενα, νηματώδη, 5-10 cm, χωρίς διακλαδώσει, εύθραυστα. Φύλλα βλαστού πολυάριθμα, σχεδόν σαρκώδη, κράσπεδα ελαφρώς οδοντωτά-πριονωτά ή σχεδόν ακέραια, απόληξη σχεδόν αμβλεία έως ευρέως απεστρογγυλεμένη-οξύληκτη, μίσχος 1-2 mm, έλασμα των κατωτέρων φύλλων ωοειδέ - λογχοειδέ, 5-8 × ±3 mm, των μεσαίων σχεδόν κυκλικό, 8-10 mm και των ανωτέρων ωοειδέ -λογχοειδέ, 3-5 x ±3 mm. Άνθη 1-5 σε κάθε βλαστικό στέλεχο, τοποθετημένα κοντά στην κορυφή, με βραχύ ποδίσκο. Κάλυκας περίπου 4 mm με οδόντες τριγωνικού, περίπου διπλάσιους του μήκους της ωοθήκης με εξαρτήματα πολύ βραχέα. Στεφάνη τεφροκύανη, χοανοειδή, 12-15 x 10-12 mm, 2-3 φορές μακρύτερη του κάλυκα, χνοώδης εξωτερικά, με λοβούς λογχοειδεί -τριγωνικού, περίπου 8 x 5 mm, οξύληκτου. Ανθήρες ωχροκίτρινοι, μήκους περίπου 3 mm. Στύλοι βραχέως εξερχόμενοι.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος έως Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του όρους Αφέντης Καβούσι (Αφέντη Σταυρωμένο, όρη Θρύπτη) στην Α. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Σχισμές και αναβαθμίδες ασβεστολιθικών κρημνών, σε υψόμετρο 1.000-1.470 m. Η Campanula hierapetrae αναπτύσσεται μαζί με την Arenaria fragillima (ενδημικό είδος της Κρήτης και της Καρπάθου) και την Inula pseudolimonella (ενδημικό της A. Κρήτη).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Campanula hierapetrae έχει τοποθετηθεί στην C. sect. Rupestres (Boiss.) Kharadze. Τα πλησιέστερα συγγενή της είδη είναι η C. calaminthifolia Lam., ενδημική των Κυκλάδων και της Ικαρία, η C. amorgina Rech. f., ενδημική της Αμοργού και η C. heterophylla L., ενδημική των Κυκλάδων (Fedorov 1976, Damboldt 1978). Εκτός Ελλάδα, ένα άλλο στενό συγγενές της taxon είναι η C. koyuncui H. Duman, που περιγράφηκε πρόσφατα από το όρος Baba Dag κοντά στην Fethiye της ΝΔ. Τουρκίας (Duman 1999).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο ένας πληθυσμός της Campanula hierapetrae είναι γνωστός στο όρος Αφέντης Καβούσι, ο οποίος περιλαμβάνει 5.000-10.000 άτομα, σύμφωνα με τον Jahn (1995a), αν και δεν διευκρινίσθηκε πόσα από αυτά ήταν ώριμα άτομα. Σύμφωνα με τις πρόσφατες (2008) παρατηρήσεις του συγγραφέα, ο αριθμός αυτός σίγουρα δεν αποτελεί υποεκτίμηση. Η έκταση της εξάπλωσης και ο χώρος που καταλαμβάνει ο πληθυσμός είναι μόνο 3 km2 περίπου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: O μοναδικός πληθυσμός της Campanula hierapetrae πιθανόν να έχει επηρεασθεί από την κατασκευή δρόμου, ο οποίος καταλήγει στην κορυφή του όρους Αφέντης Καβούσι. Ο δρόμος προσεγγίζει την κορυφή από ΒΑ., αποφεύγοντας τις απόκρημνες βόρειες και δυτικές πλαγιέ, όπου αναπτύσσονται τα περισσότερα άτομα της Campanula . Ωστόσο, αλλαγές στη χρήση της γη, που προκαλούνται από τον δρόμο, μπορεί να αποτελούν απειλή για την επιβίωση του είδου, όπως για παράδειγμα η κατασκευή περισσότερων δρόμων, κάποια επακόλουθη διαπλάτυνση του οδοστρώματο, η αυξημένη τουριστική κίνηση και η αύξηση της βόσκηση. Πολλά από τα φυτά προσεγγίζονται από τα αιγοπρόβατα, αν και η θέση τους στους απρόσιτους κρημνούς και η κατακείμενη ανάπτυξή τους τα προστατεύουν εν μέρει. Σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,b(iii,v)+2a,b(iii,v), C2a(ii) και D2 της IUCN (2001) προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για την C. hierapetrae .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασία. Η επίσημη προστασία του όρους Αφέντης Καβούσι θα βοηθούσε στη διατήρηση του πληθυσμού. Είναι πιθανόν να υπάρχει ένας δεύτερος υποπληθυσμός σε απρόσιτους κρημνούς υψομέτρου 900-1.200 m, στη ΒΔ. πλευρά του όρους Κλήρος (Σκλήρο ή Μπέμπονα), το οποίο βρίσκεται βορειοανατολικά του Αφέντη Καβούσι. Ένα άλλο τοπικό ενδημικό, το Helichrysum doerfleri, είναι γνωστό μόνο από τα όρη Αφέντης Καβούσι και Κλήρο. Θα πρέπει, επομένω, να διεξαχθεί μία εξονυχιστική έρευνα του όρους Κλήρο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDDEFF6FD9B2FE833CBEFE49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDDCFF69D9B2FE833BC4FC1D.text	0397C81BBDDCFF69D9B2FE833BC4FC1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula merxmuelleri Phitos	<div><p>Campanula merxmuelleri Phitos</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula merxmuelleri Phitos in Mitt. Bot. München 5: 121 (1963).</p><p>Tύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Σκύρο] "in fissuris rupium calc. declivium borealium montis Kochilas, ad Hagios Artemios", c. 400 m, 1962, Phitos 760 (Ολότυπο: Μ. Ισότυπο: Μ).</p><p>Περιγραφή: Διετής ή απαξανθής (μονοκαρπική) πόα, λεία με πολυάριθμου, απλούς βλαστού, φυλλωμένους και ανθοφόρου. Φύλλα βάσεως σχηματίζοντα ρόδακα, λεία, σαρκώδη, ελλειπτικά έως σπατουλοειδή, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, μήκους έως 9 cm και πλάτους μέχρι 2,5 cm, ελαφρώς οδοντωτά, στην κορυφή με μικρή προεξοχή. Άνθη μεμονωμένα, με ποδίσκο, τοποθετημένα στην κορυφή μικρών βλαστών ή κατ' εναλλαγή. Σέπαλα τριγωνικά, αραιώς χνοώδη, κατά το ήμισυ βραχύτερα της στεφάνη. Κάλυκας με εξαρτήματα επιμήκη-ελλειπτικά ή επιμήκως ωοειδή, χνοώδη, ισομήκη προς την ανθοδόχη ή ελαφρώς μακρύτερα. Ανθοδόχη ημισφαιρική, χνοώδη. Στεφάνη σωληνοειδή -χοανοειδή, εξωτερικώς λεπτώς χνοώδη, ελαφρώς κυανοϊώδη, σωλήνας μήκους ±14mm και διαμέτρου ±5 mm με λοβούς ελλειπτικού - ωοειδεί, ημιόρθιου. Στίγματα 5. Ωοθήκη 5-μερή. Σπέρματα επιμήκη, ωοειδή-ελλειπτικά, μήκους 0,7-1,0 mm, καστανά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Phitos 1963a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιο -Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Campanula merxmuelleri είναι ένα στενότοπο ελληνικό, ενδημικό είδο. Η κύρια εξάπλωσή της περιορίζεται στη νήσο Σκύρο. Η παλαιότερη γνωστή θέση, απ' όπου έχει περιγραφεί, είναι η περιοχή του ναϊσκου του Αγίου Αρτεμίου, βορείως του όρους Κόχυλας και σε υψόμετρο περίπου 400 m. Η εμφάνισή της επεκτείνεται επίσης στην ευρύτερη περιοχή των παρυφών της κορυφής Κοκκινάρι (513 m). Μεμονωμένα άτομα αυτού του είδους έχουν εντοπισθεί και στην βόρεια περιοχή της νήσου των Ψαρών (συλλογή Π. Σαλιάρης 2005, UPA).</p><p>Βιότοποç: Φύεται κυρίως σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, αλλά και σε παλαιούς τοίχους Κάστρων, Ναϊσκων κ.α., σε υψόμετρο 30-450 m. Στο όρος Κόχυλας της Σκύρου συνυπάρχει με άλλα χαρακτηριστικά, χασμοφυτικά είδη της περιοχή, όπως Aubrieta scyria και Galium reiseri .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Campanula merxmuelleri ανήκει στην εξαιρετικώς πολύμορφη ομάδα των Quinqueloculares (Phitos 1965) και συγκεκριμένως στην επιμέρους ομάδα των ειδών, τα οποία εμφανίζονται στο Δ. και Κ. Αιγαίο (Εύβοια, Β. Σποράδε, Σκύρος και Β. Κυκλάδε). Εντός αυτής της ομάδο, η C. merxmuelleri είναι το πλέον διακεκριμένο είδο. Κυρίω, τα τυπικώς σπατουλοειδή έως ελλειπτικά,οδοντωτά στο επάνω μέρος του, σαρκώδη και λεία φύλλα, που καταλήγουν βαθμιαίως σε απλόν, βραχύ ποδίσκο, την διακρίνουν ασφαλώς από οποιοδήποτε άλλο είδος αυτής της ομάδο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο κυριότερος πληθυσμός της Campanula merxmuelleri εμφανίζεται στο όρος Κόχυλας της νήσου Σκύρου, όπου δημιουργεί κατά τόπου, μικρούς υποπληθυσμού. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός είναι αυτός που αναπτύσσεται στην βόρεια πλευρά του όρου, πάνω από τη θέση Άγιος Αρτέμιος και εκτιμάται ότι αποτελείται από περισσότερα των 500 ατόμων. Οι άλλοι υποπληθυσμοί στην ανατολική και νότια πλευρά του όρους (στον δρόμο προς την κορυφή Ξάνεμα Δεντρά) αποτελούνται από λιγότερα των 100 ατόμων έκαστο. Εξ άλλου, τόσο στους παλαιούς τοίχους του Κάστρου της Χώρας (Σκύρο) όσο και στους τοίχους της Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη νήσο Ψαρά, όπου ευρέθη προσφάτως (βοτανικό δείγμα Π. Σαλιάρης 2005, UPA), καταμετρήθηκαν λιγότερα των 10 ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η παρουσία μερικών χιλιάδων αιγοπροβάτων που βόσκουν ελεύθερα σε όλη την έκταση του όρους Κόχυλα, παρότι αυτός αποτελεί τόπο κοινοτικής σημασίας του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (GR2420006), δημιουργεί ένα σημαντικό παράγοντα πίεσης για την σπάνια χλωρίδα της περιοχή. Άλλες δραστηριότητες στην περιοχή, όπως η δημιουργία εκτεταμένου αιολικού πάρκου, η υπερσυλλογή του φυτού κ.λπ. είναι σημαντικοί κίνδυνοι μείωσης του αριθμού των ατόμων στην περιοχή του Κόχυλα. Αυτοί είναι πιθανότατα και οι λόγοι κατακερματισμού του πληθυσμού του είδους στη νήσο Σκύρο.</p><p>Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995) η Campanula merxmuelleri αναφέρεται (Phitos 1995a) ως Τρωτό (VU). Με τα νέα κριτήρια B1a,b(i,ii,iv)+2a,b(i,ii,iv) και D1 της IUCN (2001) το είδος πρέπει και πάλι να διατηρηθεί στην κατηγορία αυτή.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η μορφή της κατανομής του εν λόγω είδους στις περιοχές εμφανίσεώς του δυσκολεύει τη λήψη δραστικών μέτρων για την προστασία του. Η ευαισθητοποίηση των πολιτών, των κατοίκων, των τοπικών συλλόγων ή επισκεπτών είναι ο μοναδικός τρόπος για την in situ προστασία της Campanula merxmuelleri . Η διατήρηση των σπερμάτων του είδους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού και η μακροχρόνια καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους αποτελούν σημαντικές ενέργειες για την ex situ προστασία του.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDDCFF69D9B2FE833BC4FC1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDDAFF6AD9B2FE833CB6FB5D.text	0397C81BBDDAFF6AD9B2FE833CB6FB5D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula pangea Hartvig	<div><p>Campanula pangea Hartvig</p><p>Campanulaceae</p><p>Campanula pangea Hartvig in Willdenowia 28: 65 (1998).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΝΕ), Μακεδονία, Νομός Καβάλα] "Mt Pangeon, E part, by road from Akrovounion to the TV station, 1250 m, Fagus forest, limestone" 4 Jul. 1985, Univ. Copenhagen Excurs. no. 47 (Ολότυπο: C).</p><p>Περιγραφή: Αδρότριχο, διετές φυτό με ατρακτοειδές ρίζωμα. Βλαστός απλό, μονήρη, ή σπανιότερα περισσότεροι του ενό, ύψους 60-100 cm, κυλινδρικός έως γωνιώδης στο επάνω τμήμα. Φύλλα βάσης και κατώτερα φύλλα βλαστού ωοειδή έως τριγωνικά-ωοειδή, 5-8 x 3-5 cm, καρδιόσχημα στη βάση του, αδρώς δις πριονωτά, συχνά ελαφρώς λυρόμορφα-πτεροσχιδή. Μίσχος κατώτερων φύλλων έως 12 cm. Μεσαία φύλλα μικρότερα και στενότερα με βραχύτερο ±πτερυγωτό μίσχο, πριονωτά. Ανώτερα φύλλα λογχοειδή, άμισχα, τα κορυφαία (που υποβαστάζουν τα επάκρια κεφάλια) διευρυμένα στη βάση του. Συνταξιανθία βοτρυοειδής (χαλαρό στάχυ) με 10- 20 απομακρυσμένα κεφάλια, καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 3-5 άνθη χωρίς ποδίσκο (το επάκριο κεφάλιο περιλαμβάνει έως περίπου 10 άνθη). Βράκτια ωοειδή έως ωοειδή-λογχοειδή, μήκους 6-15 mm, με διευρυμένη λευκωπή και πορφυρόχροη βάση. Λοβοί κάλυκα 4 x 1(-1,5) mm, γραμμοειδείς και αποστρογυλωμένοι στην κορυφή, ελαφρώς βραχύτεροι από τη λεία ωοθήκη, δίχως εξαρτήματα, με σκληρές βλεφαρίδες στα κράσπεδα και εμφανή, λευκόχροη και κατερχόμενη κεντρική νεύρωση. Στεφάνη κυανοϊώδη, 18-24 mm, στενά κωδωνοειδή, διαιρεμένη κατά το 1/3 σε 5 οξύληκτους λοβού, με αδρές τρίχες στις νευρώσεις και με αραιέ, μακριέ, απαλές και καμπτόμενες τρίχες στο εσωτερικό τη. Ανθήρες 4-5 mm. Στύλος υπέρου έως 25 mm, ελαφρώς προεξέχων, στίγμα υπέρου τρισχιδέ, 1,5-3 mm. Κάψα ανορθωμένη, ευρέως ωοειδή, μήκους 5-6 mm, γωνιώδη, με έντονες νευρώσεις και λεπτά τοιχώματα, η οποία διανοίγεται με πόρους στη βάση τη. Σπέρματα ελλειπτικά-αντωοειδή, περίπου 1 x 0,5 mm.</p><p>Χρωματοσωμικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιος (σπανίω μέχρι τα μέσα Αυγούστου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Β. Ελλάδα. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνον από τη ΝΑ. και τη ΒΔ. πλευρά του όρους Παγγαίου, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 1.000 έως 1.700 m.</p><p>Βιότοποç: Το είδος απαντά σε βραχώδεις εξάρσεις ασβεστολίθου ή/και σχιστολίθου, εντός ή σε ανοίγματα και περιθώρια της ορεινής ζώνης της οξυά, καθώς και σε πλευρές δασικών δρόμων και κράσπεδα μονοπατιών. Προτιμά ηλιόλουστες ανοικτές θέσεις χωρίς ή με αραιή ξυλώδη βλάστηση, η οποία συνήθως έχει υπερβοσκηθεί. Φύεται συχνά μαζί με άλλα κοινά είδη όπως Tanacetum vulgare, Achillea millefolium, Origanum vulgare subsp. hirtum, Hypericum perforatum, Clinopodium vulgare subsp. arundanum, Centaurea affinis, Rubus idaeus, Cirsium ligulare, Clematis vitalba, Tussilago farfara .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Campanula pangea διακρίνεται από τις συγγενείς ομάδες ειδών του γένους Campanula με βάση τη μορφή της επάκριας ταξιανθίας με τα πολυάριθμα κεφάλια άμισχων ανθέων, τις ανορθωμένες κάψε, οι οποίες διανοίγονται με 3 πόρους στη βάση του, τα διευρυμένα στη βάση του, συχνά έγχρωμα βράκτια και την απουσία εξαρτημάτων μεταξύ των οδοντώσεων του κάλυκα (Hartvig 1998). Ανήκει στη sectio Involucratae [C. sect. Medium subsect. Involucratae, Fedorov (1957)]. Ωστόσο, κανένα είδος σε αυτή τη sectio δεν παρουσιάζει τον ιδιαίτερο συνδυασμό ταξινομικών χαρακτήρων της C. pangea, δηλαδή τα τριγωνικά-ωοειδή φύλλα με μακρύ μίσχο και καρδιόσχημη βάση, τη διετή διάρκεια ζωής και το ατρακτοειδές ρίζωμα (Hartvig 1998).</p><p>Φύλλα βάσεως παρόμοια με αυτά της C. pangea απαντούν, μεταξύ άλλων, σε είδη της sectio Campanula (C. subsect. Eucodon). Ωστόσο, τα φυτά σε αυτή τη sectio είναι όλα πολυετή και χαρακτηρίζονται από κεκλιμένες κάψε, όπως για παράδειγμα η C. trachelium L. subsp. athoa (Boiss. &amp; Heldr.) Hayek, που απαντά στην ίδια περιοχή με την C. pangea . Εξ άλλου, taxa με φύλλα παρόμοια με αυτά της C. pangea και διετή διάρκεια ζωής απαντούν επίσης στη sectio Elatae (C. subsect. Cordifoliae), όπως για παράδειγμα η C. sclerotricha Boiss. της ιρανοτουρανικής φυτογεωγραφικής περιοχή. Τα φυτά αυτά ωστόσο χαρακτηρίζονται από κεκλιμένες κάψες και καλά αναπτυγμένα εξαρτήματα μεταξύ των οδοντώσεων του κάλυκα (Hartvig 1998).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μέχρι σήμερα η Campanula pangea έχει εντοπισθεί σε τρεις τουλάχιστον διαφορετικές περιοχές του όρους Παγγαίου: (α) στην Α. πλευρά του όρου, στην περιοχή των δασικών λυομένων και την περιοχή Μαύρα Νερά, (β) στη ΒΔ. πλευρά του όρου, στην περιοχή μετά από το Μοναστήρι Θείας Αναλήψεως προς την κορυφή και (γ) στην περιοχή Τσεκούρ Μάντρα. Γενικά, η γνωστή περιοχή εξάπλωσης της C. pangea στο όρος Παγγαίο καλύπτει μια έκταση τουλάχιστον 10 km2. Σε αυτή την περιοχή, το είδος σχηματίζει σχετικά αραιούς υποπληθυσμού, που αποτελούνται από διάσπαρτα μεμονωμένα άτομα ή ολιγομελείς συστάδες ατόμων, που σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις μπορεί να φτάνουν τα 100-200 άτομα ανά 50 m2. Η εξέταση δύο από τους γνωστούς υποπληθυσμούς της C. pangea στο πεδίο έδειξε ότι πιθανότατα υπάρχουν λιγότερα από 10.000 ενήλικα άτομα στη φύση.</p><p>Η παρουσία επιπροσθέτων μικρών ή ενδιάμεσου μεγέθους υποπληθυσμών της C. pangea σε άλλα ανοίγματα της ζώνης της οξυά, καθώς και σε πλευρές άλλων δασικών δρόμων και μονοπατιών του όρους Παγγαίου θα πρέπει να θεωρείται αναμενόμενη, σε υψόμετρο από 1.000 έως 1.700 m. Αν και διενεργήθηκαν προσπάθειες ανεύρεσης πληθυσμών του είδους σε γειτονικά ορεινά συστήματα, όπως για παράδειγμα στο όρος Μενοίκιο, μέχρι σήμερα η C. pangea δεν έχει εντοπισθεί αλλού. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν αποκλείει την ύπαρξη άλλων υποπληθυσμών του είδους σε ορεινά συστήματα, που γειτνιάζουν με το όρος Παγγαίο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η γνωστή περιοχή εξάπλωσης της Campanula pangea στο όρος Παγγαίο παρουσιάζει μεγάλα κενά που δημιουργούνται από αμιγές δάσος οξυά. Με εξαίρεση τα άτομα της C. pangea που φύονται σε βραχώδεις εξάρσεις εντός της ζώνης της οξυά, οι παρατηρήσεις πεδίου δείχνουν ότι σχεδόν όλα τα φυτά στις πλευρές του οδικού δικτύου είχαν υποστεί έντονη βόσκηση με αποτέλεσμα την καταστροφή του ανθοφόρου τμήματός του. Επιπροσθέτω, ένας από τους μεγαλύτερους υποπληθυσμούς του είδους στην περιοχή που περιβάλλει τα δασικά λυόμενα, κατά την καλοκαιρινή τουλάχιστον περίοδο, εμφανίζει μεγάλο αριθμό επισκεπτών που μπορεί να κόβουν το φυτό.</p><p>Οι γνωστοί υποπληθυσμοί της C. pangea κινδυνεύουν, καθώς μπορούν να επηρεασθούν αρνητικά είτε από σημαντικές αλλαγές στη δομή της συνυπάρχουσας βλάστησης είτε από αρνητικές ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητε. Ενέργειες όπως τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα και/ή διαπλάτυνση οδικών αρτηριών πρόσβασης στον ορεινό όγκο του Παγγαίου θα απειλούσαν, θα μετέβαλαν ή θα κατέστρεφαν τα ενδιαιτήματα αυτού του είδους και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή ή να αποφεύγονται.</p><p>Εξαιτίας τη, μέχρι σήμερα γνωστή, μικρής περιοχής εξάπλωσής της C. pangea, των διάσπαρτων και σχετικά μικρού ή μεσαίου μεγέθους υποπληθυσμών τη, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του είδους και της πιθανότητας ελάττωσης των αρχικών πληθυσμών και στηριζόμενοι στα κριτήρια B2a,b(iv), C2a(i) και D2 της IUCN (2001), προτείνεται το είδος να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των υποπληθυσμών και των ενδιαιτημάτων της Campanula pangea .</p><p>Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των υποπληθυσμών του είδους προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στα ενδιαιτήματά τη, όπως η ανέγερση κτισμάτων ή ο μηχανικός καθαρισμός της βλάστηση. Οποιεσδήποτε δραστικές ενέργειε, στις περιοχές όπου φύεται το συγκεκριμένο είδο, θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή. Προτείνονται δράσεις ήπιας τουριστικής εκμετάλλευσης της περιοχή, καθώς και η αποφυγή της μηχανικής κοπής και του καθαρισμού της βλάστησης στα δασικά λυόμενα της περιοχής του Παγγαίου. Θα μπορούσε να γίνει οριοθέτηση των θέσεων, στις οποίες φύονται οι υποπληθυσμοί της C. pangea στην εν λόγω περιοχή με τοποθέτηση σχετικών ενημερωτικών πινακίδων.</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων της C. pangea, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών τη. Οι προσπάθειες ανεύρεσης άλλων υποπληθυσμών και/ή νέων περιοχών εξάπλωσης του είδους σε γειτνιάζοντα ορεινά συστήματα θα πρέπει να συνεχισθούν.</p><p>Για την ex situ διατήρηση και προστασία του είδου, σπέρματα από 5 διαφορετικά φυτά συλλέχθηκαν προκειμένου να καλλιεργηθούν στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων, του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνα.</p><p>Νικόλαοç Κρίγκαç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDDAFF6AD9B2FE833CB6FB5D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDD7FF64D9ABFE833CB6FC74.text	0397C81BBDD7FF64D9ABFE833CB6FC74.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula papillosa Halacsy	<div><p>Campanula papillosa Halácsy</p><p>Campanulaceae</p><p>Κρισίμως ΚινδυνεύOν (CR)</p><p>Campanula papillosa Halácsy in Bull. Séances Soc. Sci. Nancy ser. 3,9: 387 (1908).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία] "Taygetos, rochers calcaires, l.d. Megala Zonaria, 2000-2200 m", 22 Aug. 1906, Maire &amp; Petitmengin 1022 (WU-Hal).</p><p>Περιγραφή: Πόα νανώδη, πολυετή, ριζωματώδη, έντονα τριχωτή, με λεπτούς βραχύτατους βλαστού, υπό μορφήν παραφυάδων, μήκους (2-)5-7 cm, φέροντες στο επίγειο άκρο τους ολιγόφυλλο ρόδακα. Φύλλα ακέραια, αραιώς πριονωτά, επιμήκως σπατουλοειδή έως αντωοειδή, 5-20(-25) x 3-5(-8) mm, λεπτυνόμενα σε μίσχο βραχύτερο του ελάσματο, με τρίχωμα από όρθιε, σκληρές τρίχε. Άνθη μεμονωμένα, τοποθετημένα στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων, επιφυή. Σέπαλα επιμήκη, αμβλέα, με μικρότατα εξαρτήματα και με μακρές σκληρές τρίχε. Οδόντες κάλυκα μεγέθους 4-6 x 2-3 mm, τριγωνικοί, καλυμμένοι με σκληρέ, όρθιες τρίχε. Στεφάνη χοανοειδή - κωδωνοειδή, κυανοϊώδης ή σπανίως υπόλευκη, θηλώδης με αραιές μικρές τρίχε, μήκους 12-17(-25) mm, κατά το 1/3 διαιρημένη σε λοβούς στρεφόμενους συνήθως προς τα κάτω. Στίγμα 3-σχιδέ, σπανίως 4-σχιδέ. Ωοθήκη λεία.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα μέσα Ιουνίου έως τα τέλη Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο, ενδημικό είδος της Ελλάδα, γνωστό μόνο από λίγες θέσεις στα ανώτερα υψόμετρα του όρους Ταΰγετο, στη Ν. Πελοπόννησο.</p><p>Βιότοποç: Η Campanula papillosa αναπτύσσεται αποκλειστικά στη βάση ασβεστολιθικών βράχων, σε πετρώδεις πλαγιές ήπιας ή έντονης κλίση, σε σημεία όπου η υψηλή ξυλώδης βλάστηση απουσιάζει. Προτιμά ημισκιερέ, αλλά και σχετικά φωτεινές θέσεις στα διάκενα των ασβεστολιθικών βράχων. Εμφανίζεται σε υψόμετρο μεταξύ 1.900- 1.950(-2.200) m, μαζί με άλλα είδη όπως τα Campanula radicosa, Beta nana, Daphne oleoides, Drypis spinosa, Nepeta camphorata, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, Sedum laconicum, Sideritis clandestina subsp. clandestina, αλλά και το επίσης τοπικό ενδημικό μονοτυπικό γένος Phitosia με το είδος Ph. crocifolia .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Campanula papillosa βρέθηκε για πρώτη φορά από τους Maire &amp; Petitmengin (1906/1908) και περιγράφηκε από τον Halácsy (1908). Αποτελεί ένα ελάχιστα γνωστό taxon του γένους Campanula, μεταξύ αυτών που απαντούν στην Ελλάδα. Έχει ελάχιστες φορές συλλεχθεί και πολύ λίγο μελετηθεί (Hartving 1991, Tan &amp; Iatroú 2001). Δεν υπάρχουν συγγενή του είδη στην Ελλάδα και πιθανότατα έχει κατέλθει από τα αλπικά όρη της Μεσευρώπη, όπως και μερικά ακόμη είδη που έχουν το νοτιότερο όριο εξάπλωσής τους στο όρος Ταΰγετο. Πρόκειται για ένα υπολειμματικό είδο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Campanula papillosa σχηματίζει ολιγομελείς υποπληθυσμού, κανένας από τους οποίους δεν ξεπερνά σε αριθμό τα 50 άτομα. Όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί της εμφανίζονται στις υπώρειες της υψηλότερης κορυφής του Προφήτη Ηλία, στον κεντρικό Ταΰγετο. Συνολικά έχουν εντοπισθεί 3 υποπληθυσμοί, όπου το είδος σχηματίζει συστάδες των 4 έως 40 ατόμων. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός αποτελείται από 14 συστάδες 2 έως 10 ατόμων η καθεμία. Σε δύο άλλες θέσεις που εντοπίσθηκαν άτομα της C. papillosa, σε απόσταση 300 m από την πρώτη θέση, δεν παρατηρήθηκαν περισσότερα από 4 άτομα. Συνολικά, τα άτομα που καταμετρήθηκαν πρόσφατα δεν υπερβαίνουν τα 100, σε μια έκταση επιφάνειας 300 x 300 m.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Κατά τις πρόσφατες παρατηρήσεις οι υποπληθυσμοί της Campanula papillosa δεν φαίνεται να κινδυνεύουν από την υπερβολική βόσκηση αιγοπροβάτων, που πραγματοποιείται σε ολόκληρο τον Ταΰγετο, μάλλον λόγω της απωθητικότητας που προκαλεί στα φυτοφάγα ζώα το συγκεκριμένο φυτικό είδο. Επίση, η απομόνωση των βιοτόπων της C. papillosa από σημεία ανθρωπίνων δραστηριοτήτων μειώνει τον κίνδυνο υποβάθμισης των γνωστών υποπληθυσμών τη. Όμω, η C. papillosa είναι ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα, από φυλογενετικής απόψεως και κυρίως λόγω της σπανιότητός του, είδη της ελληνικής χλωρίδας και γι' αυτό από τα πλέον περιζήτητα για βοτανικές συλλογέ. Έτσι, η πιθανή υπερσυλλογή του taxon αποτελεί την σημαντικότερη απειλή για την επιβίωσή του. Αλλά επίση, σημαντικό μειονέκτημα σε ότι αφορά την ασφαλή επιβίωση της C. papillosa αποτελεί η πολύ περιορισμένη παρουσία τη, σε λίγους και μικρούς υποπληθυσμού, οι οποίοι καταλαμβάνουν έκταση πολύ μικρότερη των 10 km2. Λόγω των τριών μόνο γνωστών θέσεων, στις οποίες η C. papillosa φύεται, των ολιγομελών υποπληθυσμών της και του γεγονότος ότι τα καταμετρημένα ώριμα άτομα της δεν υπερβαίνουν συνολικά τα 250, προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), καθ' όσον πληροί τα κριτήρια C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της Campanula papillosa . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των πληθυσμών της προτείνεται η προστασία από υπερβολική συλλογή, η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στους βιοτόπους τη. Επιβάλλεται η συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων, που θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών μακροπρόθεσμα. Θα πρέπει επίσης να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του είδους σε Βοτανικούς Κήπου, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρηση του και η επαναφορά του στον βιότοπό του, όποτε τούτο χρειασθεί.</p><p>Ένας αποτελεσματικός τρόπος προστασίας αυτού του σπανιότατου και, από φυλογενετικής απόψεω, σημαντικότατου είδου, αλλά και ενός πλήθους άλλων που εμφανίζονται στον Ταΰγετο, θα ήταν η ανακήρυξη του εν λόγω ορεινού συγκροτήματος σε Εθνικό Δρυμό. Ο Ταΰγετος πληροί όλες τις σχετικές προϋποθέσεις από την άποψη της βλαστήσεω, της βιοποικιλότητος φυτών και ζώων, των γεωλογικών σχηματισμών του, του ιδιαιτέρου κάλους του,της ιστορίας του κ.λπ.Σημειώνουμε εδώ μερικά από τα πολυάριθμα φυτικά σπάνια, στενότοπα ενδημικά είδη τα οποία εμφανίζονται στο ορεινό συγκρότημα του Ταϋγέτου: Achillea taygetea, Aethionema carlsbergii, Aquilegia ottonis subsp. taygetea, Astragalus taygeteus, Beta nana, Campanula radicosa, Dianthus androsaceus, Draba laconica, Jurinea taygetea, Nepeta camphorata, Onosma leptantha, Petrorhagia illyrica subsp. taygetea, Rindera graeca, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, Sedum laconicum, Sesleria taygetea, Sideritis clandestina subsp. clandestina, Silene taygetea, Viola chelmea κ.ά., καθώς και το τοπικό ενδημικό μονοτυπικό γένος Phitosia .</p><p>Χαράλαμποç Κυριακόπουλοç, Γεωργία Καμάρη &amp; Νicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDD7FF64D9ABFE833CB6FC74	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDD5FF61D9ABFE833CBEFC89.text	0397C81BBDD5FF61D9ABFE833CBEFC89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula reiseri Halacsy	<div><p>Campanula reiseri Halácsy</p><p>Campanulaceae</p><p>Campanula reiseri Halácsy in Österr. Bot. Z. 47: 96 (1897).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύποç: [Ελλά (WAe), Β. Σποράδε, Νήσος Γιούρα] "Ins. Jura (Gyaros veterum)" 25 Maj.-9 Jun. 1896, Leonis s.n. (WU-Hal, JE).</p><p>Περιγραφή: Διετής ή πολυετή, απαξανθής πόα. Βλαστοί μήκους 15-45 cm, χνοώδεις ή ενίοτε λείοι, συνήθως απλοί ή ενίοτε διακλαδισμένοι, κατακλινόμενοι επί των βράχων. Φύλλα βάσεως σχηματίζοντα ρόδακα, ελαφρώς χνοώδη ή λεία, μήκους μέχρι 16 cm, ημιλυροειδή ή ωοειδή, πριονωτά-δαντελωτά, στην κορυφή αμβλέα ή απεστρογγυλωμένα, βάση ελάσματος καρδιόσχημη με μακρύ λοβωτό μίσχο· φύλλα βλαστού ωοειδή ή επιμήκη-σπατουλοειδή, πριονωτά.Άνθη με βραχύ ποδίσκο,στα πλάγια ή στην κορυφή των βλαστών, κυανοϊώδη. Οδόντες κάλυκα τριγωνικοί, ενίοτε βραχέως χνοώδει· εξαρτήματα ωοειδή έως ωοειδήαπεστρογγυλωμένα, περίπου του ιδίου μήκους με την ανθοδόχη. Στεφάνη χοανοειδής έως πιθοειδή -κωδωνοειδή, σωλήνας μήκους 18-20 mm με λοβούς αντωοειδεί, μήκους ±11 mm. Ωοθήκη 5-χωρη, στίγματα 5.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Phitos 1965 και Runemark &amp; Phitos 1996).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από το μέσον Απριλίου έως και τον Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995) σημειώνεται για την Campanula reiseri (Phitos 1995b) ότι η μέχρι τότε γνωστή γεωγραφική εξάπλωσή της περιοριζόταν στις νήσους Γιούρα και Κυρά Παναγιά (Β. Σποράδε) και ότι η περαιτέρω έρευνα, πιθανότατα, θα διεύρυνε την περιοχή εμφανίσεώς τη. Πράγματι, όπως φαίνεται στην δημοσίευση των Runemark &amp; Phitos (1996), ανετράπησαν τα μέχρι τότε γνωστά δεδομένα. Η C. reiseri (s.l.) εμφανίζεται επίσης σε μερικές νήσους των Κυκλάδων, όπως Άνδρο, Κέα, Δονούσα, νησίδες Μακάρες και Στρογγυλή πλησίον της Νάξου και στη νησίδα Χταπόδια πλησίον της Μυκόνου (Runemark &amp; Phitos 1996).</p><p>Βιότοποç: Η Campanula reiseri, όπως τα περισσότερα είδη αυτής της ομάδο, φύεται στις σχισμές αποτόμων ασβεστολιθικών, συνήθως παραθαλασσίων βράχων, σε υψόμετρο 10-150(-300) m. Αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα των εξειδικευμένων, ενδημικών χασμοφύτων του Αιγαίου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Campanula reiseri ανήκει στην εξαιρετικώς πολυποίκιλη ομάδα των Quinqueloculares (Phitos 1965). Η τυπική μορφή αυτού του είδους απαντά στη νήσο Γιούρα των Β. Σποράδων, από την οποίαν έχει περιγραφεί. Η πιθοειδής μορφή των ανθέων και το εντυπωσιακό μέγεθός του, όπως αυτά απαντούν στην εν λόγω νήσο, το διακρίνουν σαφέστατα -σε συνδυασμό και προς άλλα γνωρίσματα- από τα υπόλοιπα είδη αυτής της ομάδα. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί η ποικιλότητα των ειδών Campanula της ομάδας Quinqueloculares και βεβαίως και εντός της αναφερόμενης εδώ C. reiseri . Έτσι, ο Halácsy έδωσε κατ' αρχάς (in schedis) το όνομα Campanula leonis σε δείγματα συλλογής από τα Γιούρα, τα οποία ήσαν λεία στους βλαστούς και τα φύλλα. Αργότερα, ονόμασε τα εν λόγω φυτά Campanula reiseri var. leonis Halácsy. Στα πλαίσια της ποικιλότητας του είδου, ο Phitos (1965) περιέγραψε ακόμη μία ποικιλία αυτού του είδους από την νήσο Κυρά Παναγιά ή Πέλαγο, την var. pelagia (l.c.). Σχετικώς με τα φυτά της νήσου Κύθνου, τα οποία αναφέρονται από τους Runemark &amp; Phitos (1996) σημειώνουμε τα εξή: οι συγγραφείς του παρόντος άρθρου, κατά τις επιτόπιες παρατηρήσεις τους (2007 &amp; 2008), επιβεβαίωσαν την άποψη ότι τα φυτά της Κύθνου συνιστούν ένα ιδιαίτερο υποείδος της Campanula reiseri, χαρακτηριζόμενο κυρίως από τα λογχοειδή φύλλα βάσης και την ±σωληνοειδή στεφάνη. Εξ άλλου, μορφές φυτών με λείους βλαστούς και φύλλα, από τις νήσους Γιούρα και Κυρά Παναγιά, έχουν περιγραφεί από τον Halácsy ως var. leonis .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πληθυσμοί του εν λόγω είδους είναι ολιγομελείς ή αραιοί, ενίοτε δε τα εμφανιζόμενα άτομα σε ορισμένες θέσεις δεν υπερβαίνουν τα δέκα. Υπ' αυτήν την έννοια η Campanula reiseri, παρότι εμφανίζεται σε αρκετές νήσους και νησίδε, δικαίως θεωρείται ως σπάνιο είδο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Λόγω, κυρίω, των θέσεων στις οποίες εμφανίζεται αυτό το είδο, δεν απειλείται από αμέσους κινδύνου. Η συλλογή του, όμω, από ερασιτέχνες ή επιστήμονες βοτανικού, καθώς και η αραιότητα των πληθυσμών του αποτελούν μορφές απειλή. Πρέπει, επί πλέον, να σημειωθεί ότι, όταν σε σπάνιες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν άτομα σε θέσεις προσβάσιμες στα αιγοπρόβατα, τα άτομα αυτά ήσαν έντονα βοσκημένα και, βεβαίω, δεν επρόκειτο να ανθοφορήσουν.</p><p>Δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί με ακρίβεια ο συνολικός αριθμός των ατόμων του είδους σε όλες τις περιοχές της κατακερματισμένης εξάπλωσής του, καθώς αυτό απαντά σε δυσπρόσιτες θέσει, ενώ στις περιοχές που ερευνήθηκαν δεν καταμετρήθηκαν ποτέ περισσότερα των 10-20 ωρίμων αναπαραγωγικά ατόμων. Εκτιμάται ότι ο αριθμός των ωρίμων ατόμων του είδους ενδέχεται να μην υπερβαίνει τα 1.000. Παρά την έλλειψη επαρκών δεδομένων για το σύνολο των υποπληθυσμών του, το είδος χαρακτηρίζεται ως Tρωτό (VU), κυρίως λόγω του μικρού και μεταβαλλόμενου αριθμού των ωρίμων ατόμων του, που έχουν μέχρι σήμερα καταμετρηθεί σε όλη την περιοχή εξάπλωσής του και της περιορισμένης συνολικής έκτασής του. Πληρούνται τα κριτήρια Β1a,c(ii,iv) και D1 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι απόκρημνοι, βραχώδεις τόποι, οι οποίοι συνιστούν τον βιότοπο της Campanula reiseri, θα πρέπει να παραμείνουν ανεπηρέαστοι από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Περαιτέρω, για την ex situ προστασία του είδου, θεωρείται σκόπιμη η φύλαξη σπερμάτων του στις λειτουργούσες Τράπεζες Σπερμάτων και η καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπου, απ' όπου θα υπάρχει η δυνατότητα επανεγκατάστασής του στους φυσικούς του βιοτόπου, εάν τούτο θεωρηθεί αναγκαίο.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDD5FF61D9ABFE833CBEFC89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDD2FF63D9B2FF6A3CBEFC89.text	0397C81BBDD2FF63D9B2FF6A3CBEFC89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula samothracica subsp. samothracica (Degen) Greuter & Burdet	<div><p>Campanula samothracica (Degen) Greuter &amp; Burdet subsp. samothracica</p><p>Campanulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Campanula samothracica (Degen) Greuter &amp; Burdet subsp. samothracica in Willdenowia 11: 40 (1981).</p><p>Τύποç: [Ελλά (NAe), Νήσος Σαμοθράκη] "in Felsspalten häherer Lagen der Inneseite des Kraters", 27-29 Jun. 1890, Degen (?).</p><p>Συνώνυμα: Symphyandra cretica A. DC. var. samothracica Degen in Österr. Bot. Z. 41: 333 (1891).</p><p>S. cretica A. DC. subsp. samothracica (Degen) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30(2): 549 (1930).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, ύψους 20-35 cm, λεία. Φύλλα βάσεως με μακρείς μίσχου, τα ανώτερα άμισχα. Έλασμα φύλλων καρδιόσχημο, μήκους 2,5-4 cm με πριονωτό περιθώριο. Άνθη κατανεύοντα, σε απλή ταξιανθία βότρυ, 2-6 ανά ανθοφόρο βλαστό. Λοβοί κάλυκα σχεδόν ανορθωμένοι, ακέραιοι, 5-10 mm, γραμμoειδεί -λογχοειδεί, δίχως διογκωμένο εξάρτημα σε κάθε κοίλωμα. Στεφάνη κωδωνοειδής συνήθως χρώματος ανοικτού κυανοϊώδους με πέντε λοβού. Στήμονες 5, με τριχωτά νήματα και ανθήρες συμφυείς σε σωλήνα. Ωοθήκη τρίχωρη, ύπερος με τριχωτό στύλο και τρισχιδές νηματοειδές στίγμα. Καρπός κάψα που ανοίγει με τρεις θυρίδες κοντά στη βάση.</p><p>Χρωματοσωμικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Phitos 1966).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Μέχρι σήμερα, γνωστό μόνο από τη νήσο Σαμοθράκη.</p><p>Βιότοποç: Το είδος φύεται αποκλειστικά σε κάθετους βράχου, ρωγμώδεις επιφάνειε, παλαιά τείχη και βραχώδεις θέσεις με ασβεστόλιθο, βασάλτη ή γρανίτη (χασμόφυτο), από τους πρόποδες (50-400 m) έως την περιοχή της κορυφής του όρους Φεγγάρι (περί τα 1.500 m). Προτιμά ηλιόλουστες ανοικτές θέσεις με αραιή δενδρώδη ή θαμνώδη βλάστηση. Φύεται συχνά μαζί με το ενδημικό του Αιγαίου Polygonum icaricum, τον Dianthus pinifolius subsp. pinifolius και άλλα κοινά είδη όπως τα: Quercus coccifera, Acer sempervirens, Pistacia terebinthus, Nerium oleander, Arbutus andrachne, Phillyrea latifolia, Pyrus spinosa, Sedum rubens, Umbilicus rupestris, Aurinia saxatilis, Alkanna tinctoria, Euphorbia characias, κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Symphyadra έχει ήδη, από ταξινομική άποψη, ενσωματωθεί στο γένος Campanula (Greuter &amp; al. 1984). Η διαφορά των δύο γενών έγκειτο στο γεγονός ότι στο γένος Symphyadra οι στήμονες συμφύονται, σχηματίζοντες ένα σωλήνα. Σύμφωνα με την νέα κατάταξη, τα taxa του γένους Symphyandra στο Αιγαίο, αντιπροσωπεύονται από τα εξής είδη του γένους Campanula: C. cretica (A. DC.) D. Dietr., εμφανιζόμενη στην Κρήτη, C. samothracica (Degen) Greuter &amp; Burdet subsp. samothracica, εμφανιζόμενη στην Σαμοθράκη και C. samothracica subsp. sporadum (Halácsy) Greuter &amp; Burdet, εμφανιζόμενη σε μερικές νήσους των Β. Σποράδων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Campanula samothracica subsp. samothracica σχηματίζει, συνήθω, αραιούς υποπληθυσμού. Μέχρι σήμερα τέσσερις υποπληθυσμοί αναφέρονταν στη νήσο της Σαμοθράκη: στην περιοχή της Παναγιάς Κρεμνιώτισσα, ΝΑ. του Προφήτη Ηλία σε κάθετους βράχους και βραχώδεις περιοχέ, στα τείχη της Χώρας (Strid &amp; Tan 1998), σε γειτονική περιοχή της Χώρα, στο ύψωμα Βρυχός (4 Jun. 1970, Ε. Stamatiadou 9325, ATH), καθώς και κοντά στην κορυφή του όρους Φεγγάρι. Η εξέταση του πρώτου υποπληθυσμού στο πεδίο έδειξε την ύπαρξη λιγότερων των 1.000 ατόμων. Στον δεύτερο υποπληθυσμό υπάρχουν 200 περίπου άτομα. Μικροί υποπληθυσμοί εμφανίζονται, επίση, στις περιοχές Γριά Βάθρα (&gt;300 άτομα) και σε θέσεις στη Β. πλευρά του όρους (περίπου 450 άτομα στα 500 m και 350 άτομα στα 1.500 m). Η παρουσία αρκετών άλλων μικρών υποπληθυσμών σε βραχώδη ενδιαιτήματα του όρους Φεγγάρι πρέπει να θεωρείται αναμενόμενη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Campanula samothracica subsp. samothracica είναι ένα χασμοφυτικό taxon που σχηματίζει μικρούς και αραιούς υποπληθυσμού. Οι υποπληθυσμοί αναπτύσσονται σε ηλιόλουστε, ανοικτές θέσει, ανάμεσα σε αρκετά υψηλά φυτά αποφεύγοντας έτσι τις συνέπειες της βόσκησης ή ανάμεσα σε άλλα πολυετή φυτά που δεν βόσκονται. Οι γνωστοί υποπληθυσμοί της C. samothracica subsp. samothracica είναι δυνατόν να κινδυνεύσουν, καθώς μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά είτε από σημαντικές αλλαγές στη δομή της συνυπάρχουσας βλάστησης είτε από αρνητικές ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητε. Αν και δεν σχεδιάζονται εκτενή κατασκευαστικά έργα στην περιοχή, οποιαδήποτε αλόγιστη τουριστική αξιοποίηση των θέσεων, όπου φύεται το υποείδο, θα απειλούσε ή θα κατάστρεφε τμήματα των ενδιαιτημάτων του. Οι παρατηρήσεις πεδίου δείχνουν ότι σχεδόν όλα τα άτομα που δεν φύονται σε κάθετους βράχους είχαν υποστεί έντονη βόσκηση και συχνά στερούνταν ανθοφόρων βλαστών.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσής τη, των μικρών και διεσπαρμένων υποπληθυσμών που σχηματίζει και της οικολογικής εξειδίκευσής της και εφόσον πληρούνται τα κριτήρια C2a(i) και D2 σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), προτείνεται η C. samothracica subsp. samothracica να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία της Campanula samothracica subsp. samothracica. Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των πληθυσμών της προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η επιτακτική αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στα ενδιαιτήματά τη. Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση στην φύση, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών του εν λόγω taxon. Σπέρματα 3 διαφορετικών ατόμων συλλέχθηκαν προκειμένου να καλλιεργηθούν στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας για την ex situ διατήρηση και προστασία του υποείδου.</p><p>Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDD2FF63D9B2FF6A3CBEFC89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDD0FF5CD9B2FE833CB6FC74.text	0397C81BBDD0FF5CD9B2FE833CB6FC74.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Campanula saxatilis subsp. saxatilis L. 1753	<div><p>Campanula saxatilis L. subsp. saxatilis</p><p>Campanulaceae</p><p>Campanula saxatilis L., Sp. Pl. 1: 167 (1753) subsp. saxatilis</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Λεκτότυποç (Turland 2006: 304): [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη] " Traicheliu saxat Bellid fol caeruleum creticum " in Boccone, Mus. Piante Rar. Sicilia: 76, t. 64. 1697.</p><p>Συνώνυμα: Campanula saxatilis var. simonellii Bald. in Malpighia 9: 331 (1895).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με βάση παχεία, σχεδόν ξυλώδη. Βλαστοί καμπτόμενοι ή επικαθήμενοι επί των βράχων, μήκους έως 20 cm, απλοί ή σπάνια διακλαδιζόμενοι, εύθραυστοι. Φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακα, έμμισχα, έλασμα ±στιλπνό πράσινο, σπατουλοειδές έως επιμήκως σπατουλοειδέ, ±λείο ή ελαφρώς τριχωτό, (0,8-)1,5-3,5 x (0,5-)1-1,5 cm βαθμιαία στενούμενο στη βάση σε μίσχο. Φύλλα βλαστών όμοια με τα φύλλα του ρόδακα αλλά μικρότερα, τα χαμηλότερα με μίσχο, τα υψηλότερα άμισχα. Άνθη με βραχείς ποδίσκου, ταξιανθία βραχύς βότρυς με 1 έως λίγα άνθη. Κάλυκας χνοώδης με λοβούς τριγωνικούς έως τριγωνικού -λογχοειδεί, βραχύτερους ή σπάνια μακρύτερους από το μισό του μήκους της στεφάνη, με κορυφή οξύληκτη και εξαρτήματα ±1 mm, πολύ βραχύτερα από τον δίσκο της ανθοδόχη. Στεφάνη χρώματος γλαυκού, ανοικτού κυανού ή σπάνια κυανού, στενώς σωληνοειδή, (10-)13-19(-23) mm, με βελούδινο τρίχωμα εξωτερικά και αποκλίνοντες λοβού. Ωοθήκη 5-χωρη, στίγματα 5.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Phitos 1963, 1964 και Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Απρίλιο έως και τις αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Campanula saxatilis subsp. saxatilis είναι ενδημική της Δ. Κρήτη, όπου είναι γνωστή από τρεις διαφορετικές περιοχέ, συνήθως κοντά στις ακτέ.</p><p>Βιότοποç: Το είδος αναπτύσσεται χασμοφυτικά, στις ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων και πλαγιών ή περιστασιακά σε παλαιούς πέτρινους τοίχου, σε υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας έως τα 300 m. Συνοδά taxa είναι η Capparis orientalis και το Verbascum arcturus, το οποίο είναι ενδημικό της Κρήτη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Campanula saxatilis περιγράφηκε από την Κρήτη, όπου ήταν ήδη γνωστή στους Ιταλούς βοτανικούς του 17ου αιώνα (η εικόνα του Λεκτοτύπου απεικονίζει ένα τέτοιο φυτό). Μικρά φυτά από τη χερσόνησο του Ακρωτηρίου, στην ΒΔ. Κρήτη, με πολύ βραχύ, πυκνό φύλλωμα και ανθοφόρους βλαστούς με 1 άνθο, ονομάσθηκαν C. saxatilis var. simonellii (Baldacci 1895) . Το είδος εμφανίζεται, επίση, και στις νήσους Κύθηρα και Αντικύθηρα, μεταξύ της Κρήτης και της Πελοποννήσου, όπου αποτελεί ιδιαίτερο υποείδο, το C. saxatilis subsp. cytherea Rech. f. &amp; Phitos (Phitos 1965).</p><p>Η Campanula saxatilis έχει καταταχθεί στην ιδιαιτέρως πολύμορφη sectio Quinqueloculares και αποτελεί ένα από τα πιο ευδιάκριτα μέλη τη. Η γεωγραφική της εξάπλωση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς υποδεικνύει μία βιογεωγραφική σύνδεση μεταξύ της Κρήτης και των νησιών Κύθηρα και Αντικύθηρα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον εννέα υποπληθυσμοί της Campanula saxatilis subsp. saxatilis είναι γνωστοί. Ένας εντοπίζεται στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου, ένας στη Μονή Χρυσοσκαλίτισσα, ένας κοντά στην Παλαιόχωρα στη ΝΔ. γωνιά της Κρήτης και τουλάχιστον έξι εντοπίζονται σε μία έκταση μήκους 35 km στη νότια ακτή τη, μεταξύ της Χώρας των Σφακίων και της Μονής Πρέβελη. Τέσσερις από αυτούς τους υποπληθυσμούς εμφανίζονται να περιλαμβάνουν μόνο μερικές δεκάδες ωρίμων ατόμων. Ακόμη και έτσι, όμω, φαίνεται πιθανό ότι ο συνολικός πληθυσμός υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα άτομα. Η συνολική περιοχή εξάπλωσής τους είναι 4.500 km2, ενώ η συνολική περιοχή που το υποείδος καταλαμβάνει είναι μεταξύ 7 km2 και 45 km2.</p><p>υ</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Campanula saxatilis, λόγω της αυστηρά χασμοφυτικής προσαρμογής τη, αναπτυσσόμενη σχεδόν αποκλειστικά σε ασβεστολιθικές απότομες πλευρές βράχων, αυτοπροστατεύεται από τις περισσότερες απειλές όπως είναι η βόσκηση, οι φωτιέ, η οικοδομική δραστηριότητα κ.λπ. Πιθανότητα καταστροφής μερικών από τους υποπληθυσμούς υπάρχει από την ανατίναξη βράχων κατά την κατασκευή δρόμων, καθώς και από την συλλογή βοτανικών δειγμάτων, γεγονότα επιζήμια για τους μικρούς υποπληθυσμού, οι οποίοι περιλαμβάνουν μόνο μερικά, ώριμα άτομα. Για τα άτομα της C. saxatilis, καθώς και για πολλά άλλα πολυετή χασμόφυτα, η εγκατάσταση σε νέα περιβάλλοντα ή η εξάπλωση σε ήδη υπάρχοντα επιτυγχάνεται με μεγάλη δυσκολία. Επομένω, οποιαδήποτε καταστροφή στους φυσικούς της υποπληθυσμούς είναι πιθανό να έχει σοβαρό, αρνητικό αποτέλεσμα. Ένας υποπληθυσμός που έχει καταγραφεί από την Περιβολίτσα, στην ανατολικότερη ακτή της χερσονήσου του Ακρωτηρίου (Rechinger 1943a), πιθανόν να έχει ήδη εξαφανισθεί, εξαιτίας της απόρριψης σκουπιδιών (βλέπε Greuter &amp; al. 1985, υπό το Hypericum aegypticum) και της πρόσφατης μεγάλης κλίμακας οικοδομικής δραστηριότητας του στρατού στην περιοχή αυτή.</p><p>Αν και η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν οι αναφερθέντες υποπληθυσμοί πιθανόν να είναι μικρότερη από 20 km2, είναι πολύ απίθανο οι ανθρώπινες δραστηριότητες ή τυχαία γεγονότα να καταστήσουν το είδος ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) εντός συντόμου χρονικού διαστήματο. Όμω, το taxon αυτό είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό και υπάρχει σαφής κίνδυνος υπερβολικής συλλογής ατόμων και σπερμάτων από βοτανικούς και καλλιεργητές για δείγματα Βοτανικών Συλλογών και καλλιέργεια. Τέτοιες ενέργειες προκαλούν συνεχή μείωση του αριθμού των ωρίμων ατόμων.</p><p>Με το δεδομένο αυτό, την συνολική περιοχή εξάπλωσης αυτού του taxon, την συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί του και με τον συνολικό πληθυσμό όχι πολύ μεγαλύτερο από 1.000 ώριμα άτομα, προτείνεται η κατάταξη της C. saxatilis subsp. saxatilis στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,b(v)+2a,b(v) και C2a(i) της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασία. Τα σχέδια για απόρριψη σκουπιδιών, κατασκευή δρόμων και άλλες κατασκευαστικές εργασίες θα πρέπει να παρακολουθούνται και εάν κρίνεται απαραίτητο να τροποποιούνται, έτσι ώστε να μην καταστρέφουν τους βιοτόπους της C. saxatilis subsp. saxatilis στην Κρήτη. Το είδος αυτό, καθώς και άλλα είδη Campanula, είναι εύκολο να αναπαραχθεί από σπέρματα και να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, όπου θα πρέπει να διατηρηθεί πληθυσμός του.</p><p>Nicholas Turland &amp; Δημήτριοç Φοίτοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDD0FF5CD9B2FE833CB6FC74	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDEDFF59D9ABFF5B3CBDFB07.text	0397C81BBDEDFF59D9ABFF5B3CBDFB07.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea achaia subsp. corinthiaca (Boiss. & Heldr.) Phitos & T. Georgiadis	<div><p>Centaurea achaia Boiss. &amp; Heldr. subsp. corinthiaca (Boiss. &amp; Heldr.) Phitos &amp; T. Georgiadis</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea achaia Boiss. &amp; Heldr. subsp. corinthiaca (Boiss. &amp; Heldr.) Phitos &amp; T. Georgiadis in Bot. Chron. 1(2): 102 (1981).</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Κορινθία] "in jugo Isthmi Corinthiaci inter Calamaki et Loutraki" Samaritani &amp; Guicciardi in Heldreich 3316 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea corinthiaca Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Or. 2, 6: 113 (1859).</p><p>C. αchaia Boiss. &amp; Heldr. var. corinthiaca (Boiss. &amp; Heldr.) Boiss., Fl. Orient. 3: 661 (1875).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με διακλαδισμένα στελέχη ύψους 20-70 cm. Φύλλα σχηματίζοντα ρόδακα, τα κατώτερα με λίγους πλευρικούς λοβού, ώριμα φύλλα πτεροσχιδή-πτεροειδή, με 6-14 λοβού, λοβοί ακέραιοι, λογχοειδείς έως πτεροσχιδεί, αραχνοειδείς έως σχεδόν εριώδει. Κεφάλια στην άκρη των βλαστών, ωοειδή, 2-2,8 x 1,2 -1,8 cm. Bράκτια περιβλήματος βαθυπράσινα έως πράσινα-ιώδη, πλάτους 5-7 mm, εξαρτήματα υποκίτρινα έως καστανωπά, καλύπτοντα κατά 50-80% τα υποκείμενα βράκτια, με καταληκτική άκανθα 0,5-2,5 cm και 11-16 πλευρικές βλεφαρίδες μήκους 1,5-3,5 mm. Άνθη λευκά έως λευκορόδινα, με πορτοκαλόχροες νευρώσεις ιδιαίτερα στο κατώτερο τμήμα του, τα περιφερικά περίπου ίσα των κεντρικών, αποκλίνοντα, μήκους 2,6-3,2 cm, με 3-5 λοβούς μήκους περίπου το 1/3 της στεφάνη. Κεντρικά αχαίνια μήκους 5-5,6 mm, πάππος μακρύτερος των αχαινίων, με διπλή σειρά τριχών, η εξωτερική μήκους 9-11 mm, η εσωτερική 2,5-3,5 mm. Περιφερικά αχαίνια μήκους 4-5,5 mm, με πάππο μήκους 1-5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Phitos &amp; Georgiadis 1981, Ρούτση 1993).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη Μαϊου μέχρι τις αρχές Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της Ελλάδα. Γνωστό αρχικά από την περιοχή γύρω από τον Ισθμό της Κορίνθου (Καλαμάκι, Σουσάκι, μεταξύ του Ισθμού και του Λουτρακίου), βρέθηκε στη συνέχεια στους πρόποδες και τις χαμηλότερες πλαγιές των Γερανείων Ορέων (Κωνσταντινίδης 1997). Ορισμένοι από τους υποπληθυσμούς του έχουν πιθανώς ήδη εξαφανισθεί.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea αchaia subsp. corinthiaca φύεται σε ομαλές θέσει, στις άκρες καλλιεργημένων αμπελώνων και αγρών, σε άκρες δασικών δρόμων και σε ακαλλιέργητους ελαιώνε, σε όχθες ξηρών χειμάρρων και ανάμεσα σε φρύγανα. Συχνά, τα εδάφη στα οποία φύεται είναι αμμώδη ή πετρώδη, ενώ τις περισσότερες φορές είναι οφιολιθικά. Έχει συλλεχθεί σε υψόμετρο 50-470 m.</p><p>Συνοδεύεται από κοινούς χαμηλούς θάμνους ή φρύγανα όπως τα Cistus creticus, Coridothymus capitatus,</p><p>Erica manipuliflora, Quercus coccifera και σχηματίζει μικρές συστάδες (εκτό ενός υποπληθυσμού), ορισμένες φορές στα κράσπεδα ή στο εσωτερικό αραιού δάσους με Pinus halepensis .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι Wagenitz &amp; Gamal-Eldin (1985) και Ρούτση (1993) θεωρούν την Centaurea αchaia subsp. corinthiaca ως ξεχωριστό είδος ( C. corinthiaca), συγγενές της ποικιλόμορφης C. achaia, από την οποία όμως διαφέρει στο μικρότερο ύψο, στα μικρότερα κεφάλια, στο μικρότερο αριθμό βλεφαρίδων στα βράκτια, στην τοποθέτηση των βρακτίων, των οποίων το τμήμα της βάσης καλύπτεται έως 70% από τα εξαρτήματα των αμέσως επικειμένων βρακτίων και στα λευκά ανθίδια με πορτοκαλόχροες νευρώσει. Οι Constantinidis &amp; Yannitsaros (1996) και Κωνσταντινίδης (1997), όμω, παρατήρησαν μία μεγάλη ποικιλομορφία σε πολλά από αυτά τα ταξινομικά γνωρίσματα και υπέθεσαν ότι, τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές των Γερανείων Ορέων και ανατολικά του Λουτρακίου, εμφανίζεται υβριδισμός μεταξύ των Centaurea achaia και C. corinthiaca . Οι πολλές ενδιάμεσες μορφές μέσα στον ίδιο υποπληθυσμό κάνουν τα ταξινομικά όρια μεταξύ των δύο ειδών ασαφή και αποδυναμώνουν την θεώρησή τους σε επίπεδο είδου. Είναι αξιοσημείωτο ότι το πρότυπο της ποικιλότητας που παρατηρείται σε αυτούς τους υποπληθυσμούς υπενθυμίζει ιδιαιτέρως τις παρατηρήσεις που έγιναν από τον Phitos (1992) για την C. achaia .</p><p>Απαιτείται περισσότερη μελέτη στο μέλλον, ιδιαίτερα με προσεκτικές μορφολογικές παρατηρήσεις στους υποπληθυσμούς κοντά στον Ισθμό της Κορίνθου και μεταξύ του Ισθμού και του Λουτρακίου. Προς το παρόν, δεχόμαστε την C. corinthiaca ως ένα ιδιαίτερο γεωγραφικό taxon της C. achaia, στη βαθμίδα του υποείδους (Phitos &amp; Georgiadis 1981).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μεγαλύτερο, γνωστός υποπληθυσμός εντοπίσθηκε ανατολικά του Λουτρακίου και είναι μορφολογικά ετερογενή. Αριθμεί λίγες χιλιάδες ατόμων. Όλοι οι υπόλοιποι υποπληθυσμοί είναι πολύ μικρότεροι, με αριθμό ατόμων μεταξύ 10-200. Συνολικά, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα φαίνεται να έχουν καταγραφεί 6 υποπληθυσμοί, όλοι εντοπισμένοι στην στενή περιοχή από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι τους πρόποδες των Γερανείων. Τουλάχιστον 2 από τους υποπληθυσμούς βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης ή πιθανώς έχουν ήδη εξαφανισθεί. Δυστυχώ, αυτοί οι υποπληθυσμοί περιλαμβάνουν φυτά με τυπικά γνωρίσματα της C. achaia subsp. corinthiaca .</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι Ιατρού &amp; Γεωργιάδης (1989) έχουν ήδη επισημάνει τον πολύ μικρό αριθμό ατόμων του υποείδους στην περιοχή μεταξύ Ισθμού Κορίνθου και Λουτρακίου, η οποία υπόκειται σε έντονη αναπτυξιακή δραστηριότητα. Ο συγγραφέας του άρθρου απέτυχε να εντοπίσει ένα υποπληθυσμό του υποείδους στην ίδια περιοχή κατά το 2008, πιστοποίησε όμως ότι ο υποπληθυσμός ανατολικά του Λουτρακίου βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Επιπλέον, επανεντοπίσθηκαν άτομα και μικρές ομάδες φυτών στα Γεράνεια Όρη και το Σουσάκι, τα οποία είχαν επισημανθεί πριν το 1997.</p><p>Είναι πολύ πιθανόν οι υποπληθυσμοί κοντά στην τουριστικά αξιοποιημένη περιοχή του Ισθμού της Κορίνθου και τριγύρω από το Λουτράκι να έχουν υποστεί δραματική μείωση ή ακόμη να έχουν εξαφανισθεί. Η οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή και η επέκταση της πόλης του Λουτρακίου απειλούν άμεσα τα πιθανά υπολείμματα των ατόμων ή τις μικρές ομάδες του υποείδου, που μπορεί να έχουν επιβιώσει. Επιπλέον, η αναμόρφωση και η βελτίωση του δασικού δικτύου των Γερανείων Ορέων βρίσκεται σε εξέλιξη και απειλεί με εξαφάνιση τους μικρούς υποπληθυσμού, που εξακολουθούν να υφίστανται στα κράσπεδα των δασικών δρόμων.</p><p>Ο μόνος εκτεταμένος υποπληθυσμός που βρίσκεται σε σχετικά καλή κατάσταση είναι αυτός ανατολικά του Λουτρακίου. Σε αυτή την περιοχή απαγορεύεται αυστηρά η οικοδόμηση, η απόθεση αδρανών υλικών και η κτηνοτροφία, ώστε να προφυλαχθεί η καλή ποιότητα των μεταλλικών νερών του Λουτρακίου. Eντούτοι, ο υποπληθυσμός αυτός παρουσιάζει σημαντική μορφολογική ποικιλομορφία με περίπου το 80% των ατόμων να εμφανίζουν λευκά άνθη με πορτοκαλόχροες νευρώσει, περίπου 10% ρόδινα-ιώδη άνθη και περίπου 10% συνδυασμούς των παραπάνω χρωμάτων. Τα κεφάλια και τα εξαρτήματα των βρακτίων παρουσιάζουν, επίση, σημαντική ποικιλομορφία. Αν αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υποπληθυσμός είναι υβριδογενούς προέλευση, με επιρροές της C. achaia subsp. achaia, τότε τεκμηριώνεται σημαντική γενετική αλλοίωση της C. achaia subsp. corinthiaca, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά τη μελλοντική της επιβίωση.</p><p>Με βάση τα παραπάνω στοιχεία κατατάσσουμε προσωρινά την C. achaia subsp. corinthiaca στην κατηγορία των Τρωτών (VU) ειδών, σύμφωνα με την IUCN (2001) αφού πληρούνται τα κριτήρια Β1a,b(i,ii,iii,iv)+2a,b(i,ii,iii, iv) και D2. Χρειάζεται περισσότερη μελέτη και παρακολούθηση στο μέλλον, ώστε να ελέγχεται η κατηγορία απειλής του υποείδου.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Πρέπει να ερευνηθούν σχολαστικά οι περιοχές γύρω από τον Ισθμό της Κορίνθου και νότια του Λουτρακίου για να διαπιστωθεί, αν ορισμένοι υποπληθυσμοί της Centaurea achaia subsp. corinthiaca επιβιώνουν εκεί. Η αυξανόμενη αξία της γης και η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής μπορεί να δυσκολέψουν την in situ προστασία. Παρόλα αυτά, το υποείδος χρειάζεται να γίνει γνωστό στους κατοίκους της περιοχής και τις δημοτικές αρχέ, και να υιοθετηθεί ως φυτό με άμεση ανάγκη προστασία, να καλλιεργείται σε κήπου, άλση ή δημοτικούς χώρους και αν είναι δυνατόν να αφιερωθεί ένας χώρος για τη μόνιμη διαβίωσή του. Η δημιουργία ενός μικρού Βοτανικού Κήπου στο Λουτράκι, με σπάνια φυτά της περιοχή, μπορεί να αποτελέσει πόλο τουριστικής έλξης ενώ ταυτόχρονα θα συμβάλλει στην ex situ προστασία της C. achaia subsp. corinthiaca .</p><p>Προτείνεται η καλλιέργεια της C. achaia subsp. corinthiaca από αχαίνια υποπληθυσμών με μορφολογική ομοιομορφία, ώστε να διατηρηθούν τα γνωρίσματα του υποείδου. Αχαίνια και καλλιεργημένα φυτά μπορούν να διανεμηθούν σε διαφορετικούς Βοτανικούς Κήπους ή ανάλογα Ιδρύματα, ενώ η μακροπρόθεσμη διατήρηση των αχαινίων του μπορεί να επιτευχθεί σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDEDFF59D9ABFF5B3CBDFB07	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDEAFF5BD9B2FE833CBEFE2C.text	0397C81BBDEAFF5BD9B2FE833CBEFE2C.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea aetolica Phitos & T. Georgiadis	<div><p>Centaurea aetolica Phitos &amp; T. Georgiadis</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Centaurea aetolica Phitos &amp; T. Georgiadis in Bot. Chron. 1(2): 104 (1981).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αιτωλοακαρνανία] "mons Paliovouna, ad margines viae, alt. 100 m", 5 Jul. 1976, Georgiadis 2537 (Oλότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο. Ολόκληρο το φυτό με αραιό αραχνοειδέ -χνοώδε, αδενώδες και μαλακό τρίχωμα. Στελέχη μήκους 40-60(-100) cm, όρθια, πολύκλαδα στην βάση. Φύλλα βάσης διττώς πτεροσχιδή με φυλλάρια λογχοειδή έως γραμμοειδή, λοβωτά κυρίως στην βάση του, φύλλα βλαστών πτεροσχιδή με λοβούς επιμήκει, λογχοειδεί, συνήθως ακέραιου. Κεφάλια μονήρη. Περίβλημα κεφαλίου μήκους 20-25 mm και πλάτους 23-25 mm, ημισφαιρικό. Βράκτια περιβλήματος κατά την καρποφορία των φυτών αχυρόχρωμα, τα ανώτερα ελαφρώς καστανόχρωμα. εξαρτήματα βρακτίων αχυρώδη, στιλπνά, τα κατώτερα ημικυκλικά-ωοειδή, βλεφαριδωτά με βραχεία κορυφαία άκανθα μήκους ±3 mm, τα μεσαία ομοιάζοντα προς τα κατώτερα, αλλά με κορυφαία άκανθα ισχυρή, μήκους 5-10(-15) mm και τα ανώτερα αντωοειδήσπατουλοειδή με περιθώρια ακανονίστως κατεσχισμένα, κορυφαία άκανθα ελλείπουσα ή σχεδόν αφανή. Ανθίδια ρόδινα-ιώδη· περιφερειακά ανθίδια ελαφρώς ακτινωτά, ίσα έως ελαφρώς μεγαλύτερα από τα κεντρικά. Κεντρικά αχαίνια μήκους 4-5 mm, καλυμμένα με μακρέ, μαλακέ, αργυρόχροες τρίχε· πάππος μήκους 10-13 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Phitos &amp; Georgiadis 1981).</p><p>Περίοδοç ανθήσεωç: Από τα μέσα Μαϊου μέχρι το τέλος Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό ενδημικό είδο. Εμφανίζεται σποραδικώ, κυρίως στα κράσπεδα της οδού Αντιρρίου-Μεσολογγίου στο όρος Παλιοβούνα, καθώς επίσης πλησίον των πόλεων Μεσολογγίου, Αιτωλικού και Αγρινίου.</p><p>Βιότοποç: Δεν δημιουργεί μεγάλους υποπληθυσμού, αλλά εμφανίζεται σποραδικά, κυρίως στις παρυφές των οδών, σε εδάφη χαλικώδη έως πετρώδη και σε υψόμετρο μεταξύ 2-100 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα αχυρώδη εξαρτήματα των βρακτίων, όπως και η ιδιαίτερη μορφή του, καθιστούν την Centaurea aetolica ένα ευδιάκριτο και, ταξινομικώ, απομονωμένο είδος της sectio Acrocentron .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η εμφάνιση της Centaurea aetolica είναι σποραδική στην περιοχή εξάπλωσής τη. Οι συγγραφείς αυτού του άρθρου δεν έχουν συναντήσει μεγάλους υποπληθυσμού, ενώ έχουν παρατηρήσει ότι, τα τελευταία έτη, η εμφάνισή της γίνεται συνεχώς αραιότερη και η ανεύρεσή της δυσκολότερη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Όλοι οι μικροί υποπληθυσμοί της Centaurea aetolica κινδυνεύουν, όχι μόνο λόγω των ανθρωπίνων παρεμβάσεων στους βιοτόπους του, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων τεχνικών εργασιών (όπω διαπλατύνσεις δρόμων, δόμηση κ.λπ.), αλλά και από τα συνυπάρχοντα, ανταγωνιστικά, ιθαγενή ή ξενικά taxa. Θεωρούμε ότι η παρατηρούμενη μείωση των ατόμων στους υποπληθυσμούς της σχετίζεται στενά, έμμεσα ή άμεσα, με τις ανθρώπινες ενέργειες και τις αλλαγές στη χρήση της γη.</p><p>Εξαιτίας της πολύ περιορισμένης συνολικής περιοχής εξάπλωσής της C. aetolica, της κατακερματισμένης φύσης των λιγοτέρων από 5 υποπληθυσμών τη, της συνεχούς μείωσης του αριθμού των ατόμων της και με βάση τις παρατηρήσεις στο πεδίο, υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων δεν θα πρέπει να ανέρχεται σε περισσότερα των 250. Για όλα τα ανωτέρω προτείνεται να καταταγεί το είδος στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), καθώς πληροί τα κριτήρια Β1a,b(ii,iii,v)+2a,b(ii,iii,v) και D, της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η λήψη ιδιαιτέρων μέτρων για την προστασία αυτού του είδους στην φύση δυσχεραίνεται, διότι τα άτομα που συνιστούν τους υποπληθυσμούς του εμφανίζονται κατεσπαρμένα στην περιοχή εξάπλωσής του, η οποία καταλαμβάνει έκταση περίπου 700 km2. Eνδέχεται μικροί θύλακες του είδους να μπορούν να προστατευθούν in situ, σε σημεία που δεν υπόκεινται σε τεχνικές εργασίες ή άμεση αξιοποίηση. Μία παρόμοια ενέργεια, ιδιαιτέρως επιθυμητή, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την βοήθεια των τοπικών φορέων και συλλόγων. Πάντω, θεωρείται αναγκαία η επισταμένη παρακολούθηση του είδους σε όλη την περιοχή εξαπλώσεώς του, καθώς και η προληπτική διατήρηση των αχαινίων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Η Centaurea aetolica, δυστυχώ, κινδυνεύει να υπαχθεί στα Κρισίμως Κινδυνεύοντα (CR) είδη στο αμέσως προσεχές μέλλον, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα προστασίας τη.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDEAFF5BD9B2FE833CBEFE2C	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDE8FF55D9B2FE833CBEFBB2.text	0397C81BBDE8FF55D9B2FE833CBEFBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea argentea subsp. argentea L.	<div><p>Centaurea argentea L. subsp. argentea</p><p>Compositae</p><p>Centaurea argentea L., Sp. Pl. 2: 912 (1753) subsp. argentea</p><p>Χαμηλού Κινδύνου (LC)</p><p>Λεκτότυποç (Turland in Javris &amp; Turland 1998, Taxon 47: 357): [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Habitat in Creta". Herb. Clifford: 422, Centaurea 14 (BM-00647265).</p><p>Συνώνυμα: Acosta argentea (L.) Holub in Folia Geobot. Phytotax. 7: 313 (1972).</p><p>Centaurea argentea var. brachythysana Rech. f. in Denkschr. Akad. Wiss. Wien, Math.-Naturwiss. Kl. 105(2, 1): 151 (1944).</p><p>Περιγραφή: Ημίθαμνος διαστάσεων έως 20 x 40 cm, πυκνά καλυμμένος με πολύ βραχύ λευκωπό ή τεφρό τρίχωμα. Διακλαδώσεις ξυλώδει, συχνά πολύ βραχείες και καλυπτόμενες από ξηρά υπολείμματα νεκρών φύλλων, ώστε το φυτό να εμφανίζεται σχεδόν χωρίς βλαστό. Φύλλα σχηματίζοντα ρόδακε, πολύμορφα, λυροειδή, πτεροειδή έως πτεροσχιδή ή, ενίοτε, δις πτεροειδή, 3-12 x 1,5-5 cm, λοβοί ή τμήματα γραμμοειδή, επιμήκη, ελλειπτικά, ή υποκυκλικά, τα επάκρια συχνά μεγαλύτερα και πλατύτερα από τα υπόλοιπα. Ανθοφόροι βλαστοί όρθιοι ή ανερχόμενοι, μήκους 10-15 cm, με αραιό φύλλωμα, αραιά διακλαδιζόμενοι στην κορυφή, διακλαδώσεις που καταλήγουν σε μονήρες κεφάλιο ή σε ομάδα κεφαλίων. Φύλλα βλαστού παρεμφερή με τα φύλλα του ρόδακα, αλλά με λιγότερους λοβούς ή τμήματα. Περίβλημα κεφαλίου κατά την άνθιση 10-15 x 8-12 mm, ελλειψοειδέ -σφαιροειδέ, τα μεσαία βράκτια ωχροπράσινα έως αχυρόχρωμα, με λίγα σκουρόχρωμα επιμήκη νεύρα, στενώς έως ευρέως επιμήκη ή ελλειπτικά, 3,5-8 x 2-3 mm (εξαιρουμένων των εξαρτημάτων)· εξαρτήματα ωχροκάστανα έως βαθυκάστανα, ημισεληνοειδή (όταν κάμπτονται γύρω από την απόληξη του βρακτίου) ή ημικυκλικά, 0,6-1 mm συμπεριλαμβανομένων των οδόντων ή των πολύ μικρών ακανθών, οδόντες ή άκανθες 9-19, ακραία άκανθα βραχύτερη έως ελαφρώς μακρύτερη από τις υπόλοιπε. Ανθίδια κίτρινα, 6-8 mm μακρύτερα από το περίβλημα, τα εξωτερικά άγονα, ελαφρώς αφιστάμενα. Αχαίνια φαιά, ωχροκάστανα ή αχυρόχρωμα, επιμήκη, μήκους 7-8 mm, συμπεριλαμβανομένου του πάππου, χρώματος λευκού και μήκους 4-5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Montmollin 1986, σε υλικό από το Τοπολιανό φαράγγι της Κρήτη, Routsi &amp; Georgiadis 1988, σε υλικό από τα Κύθηρα).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Centaurea argentea subsp. argentea είναι ενδημικό στην ΒΔ. Κρήτη και τα Κύθηρα. Δεν βρέθηκαν καταγραφές από τη μικρή νήσο των Αντικυθήρων μεταξύ Κυθήρων και Κρήτη, αν και το είδος μπορεί πράγματι να αναπτύσσεται εκεί, εάν υπάρχουν κατάλληλοι βιότοποι. Μία μοναδική αναφορά της C. argentea από τη Ν. Πελοπόννησο, χωρίς ακριβή τοποθεσία (Zaffran 1990, που την αναφέρει ο Runemark 1967), αν και μπορεί να μην είναι απίθανη, φαίνεται ότι στηρίζεται σε παρερμηνεία: ο Runemark κατέγραψε την ανακάλυψη του είδους στα ''Κύθηρα, νοτίως της Πελοποννήσου'', το οποίο ο Zaffran παρέθεσε ως "Kithira et dans le Sud du Peloponnèse".</p><p>Βιότοποç: Πρόκειται για ένα τυπικό χασμοφυτικό είδος των ασβεστολιθικών κρημνών, που εμφανίζεται από το επίπεδο της θάλασσας έως το υψόμετρο των 700 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Rechinger (1944) περίεγραψε δύο ποικιλίες της Centaurea argentea: την var. brachythysana Rech. f. και την var. macrothysana Rech. f. Ο τύπος της var. brachythysana συμπίπτει με το δείγμα του Λεκτοτύπου της C. argentea, ώστε η var. brachythysana θα πρέπει να θεωρείται ως ένα συνώνυμό τη. Όταν οι Turland &amp; Chilton (2000) επανεξέτασαν την C. argentea αναγνώρισαν 2 υποείδη:το subsp. argentea από την Επαρχία Κισσάμου (BΔ. Κρήτη) και τη νήσο των Κυθήρων, το οποίο χαρακτηρίζεται από εξαρτήματα των βρακτίων ημισεληνοειδή ή ημικυκλικά, μήκους 0,6-1 mm, με οδόντες ή βραχείες άκανθες μήκους 0,1-0,6 mm και το subsp. macrothysana (Rech. f.) Turland &amp; L. Chilton από τα Λευκά Όρη (Δ. Κρήτη), τα Αστερούσια Όρη (ΝΚ. Κρήτη) και την περιοχή των ορέων Αφέντης Καβούσι (Όρη Θρύπτη) και Ζήρος (Α. Κρήτη), το οποίο χαρακτηρίζεται από εξαρτήματα βρακτίων τριγωνικά έως τριγωνικά-ωοειδή, μήκους 1,4-3,5 mm, με άκανθες μήκους 0,6-2 mm. Οι Turland &amp; Chilton (2000) περιέγραψαν περαιτέρω τα φυτά από την περιοχή Αφέντης Καβούσι ως var. chionantha Turland &amp; L. Chilton, εξαιτίας των λευκών ανθιδίων. Το taxon αυτό στη συνέχεια ταξινομήθηκε στο επίπεδο του υποείδους [βλέπε την περιγραφή της C. argentea subsp. chionantha (Turland &amp; L. Chilton) Greuter]. Υβρίδια μεταξύ της C. argentea subsp. argentea (ω άρρεν που διασπείρει γυρεοκόκκου) και της C. poculatoris Greuter (ω θήλυ που δημιουργεί αχαίνια) έχουν εμφανισθεί χωρίς να έχει γίνει τεχνητή διασταύρωση, σε καλλιέργεια στη Βρετανία (Turland &amp; Chilton 2000).</p><p>Στη φύση,τα δύο taxa διαχωρίζονται από μία απόσταση 53 km, στην οποία παρεμβάλλεται ο ορεινός όγκος των Λευκών Όρεων καθώς και ορισμένοι υποπληθυσμοί της C. argentea subsp. macrothysana .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στα Κύθηρα είναι γνωστοί τουλάχιστον 2 υποπληθυσμοί και τουλάχιστον 11 είναι γνωστοί στη ΒΔ. Κρήτη. Οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων δεν είναι γνωστοί για τον κάθε υποπληθυσμό, αν και οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων των υποπληθυσμών, που παρατηρήθηκαν από τον συγγραφέα, ήσαν από μερικές δεκάδες έως και μερικές εκατοντάδες φυτά. Ο συνολικός πληθυσμός πιθανότατα είναι πολύ μεγαλύτερος από τα 1.000 ώριμα άτομα. Στους υπάρχοντες υποπληθυσμούς δεν υπάρχει ένδειξη σημαντικής διακύμανσης ή μείωσης του αριθμού των ατόμων. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το υποείδος πιθανότατα υπερβαίνει τα 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Τα φυτά προστατεύονται αποτελεσματικά από τα ζώα που βόσκουν, εξαιτίας του χασμοφυτικού τους χαρακτήρα. Η ανατίναξη βράχων κατά τη διάρκεια της διάνοιξης νέων δρόμων ή της διαπλάτυνσης παλαιοτέρων θα μπορούσε να αποτελεί απειλή για το υποείδο. Η πυρκαγιά θα μπορούσε επίσης να αποτελεί απειλή σε περιοχές όπου η βλάστηση των κρημνών είναι αρκετά πυκνή ή όπου ένας κρημνός βρίσκεται πάνω από πλαγιά πυκνά καλυμμένη με εύφλεκτη βλάστηση. Ωστόσο, στα Φαλάσαρνα, τον Μάρτιο του 1989, ο συγγραφέας παρατήρησε έναν κρημνό με βλάστηση, που είχε καεί παλαιότερα και άρχιζε να αναγεννάται, στην χλωρίδα του οποίου συμπεριλαμβάνονταν φυτά της Centaurea argentea subsp. argentea, γεγονός που δείχνει ότι το taxon διαθέτει έναν βαθμό ανθεκτικότητας στις πυρκαγιέ. Λαμβάνοντας υπόψη την δομή του πληθυσμού και τον σχετικά χαμηλό βαθμό απειλή, προτείνεται η κατηγορία Χαμηλού Κινδύνου (LC) για το υποείδο, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί κάποιο πρακτικό μέτρο προστασία. Τα σχέδια για τη δημιουργία ή τη διαπλάτυνση δρόμων στις περιοχέ, όπου αναπτύσσεται η Centaurea argentea subsp. argentea, θα πρέπει να ελέγχονται και όπου κρίνεται απαραίτητο να τροποποιούνται, ώστε να αποτρέπεται η καταστροφή των κρημνωδών οικοσυστημάτων, όπου φύεται το υποείδο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDE8FF55D9B2FE833CBEFBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDE6FF57D9B2FF6A3CBEFCAA.text	0397C81BBDE6FF57D9B2FF6A3CBEFCAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea argentea subsp. chionantha (Turland & L. Chilton) Greuter	<div><p>Centaurea argentea L. subsp. chionantha (Turland &amp; L. Chilton) Greuter</p><p>Compositae</p><p>Xαμηλού Κινδύνου (LC)</p><p>Centaurea argentea L. subsp. chionantha (Turland &amp; L. Chilton) Greuter in Willdenowia 33: 54 (2003).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Schluchtausgang nordästlich von Monastyraki", 300- 400 m, 29 Mai 1981, Pleger &amp; Risse s.n. (Ολότυπο: UPA. Ισότυποι: B, PAL-Greuter).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea argentea var. chionantha Turland &amp; L. Chilton in Bot. Chron. 13: 77 (2000).</p><p>Περιγραφή: Ημίθαμνο, διαστάσεων έως 20 x 40 cm, πυκνά καλυμμένος με πολύ βραχύ λευκωπό ή τεφρό τρίχωμα. Διακλαδώσεις ξυλώδει, συχνά πολύ βραχείες και καλυπτόμενες από ξηρά υπολείμματα νεκρών φύλλων, ώστε το φυτό εμφανίζεται σχεδόν χωρίς βλαστό. Φύλλα σχηματίζοντα ρόδακε, πολύμορφα, λυροειδή, πτεροειδή, πτεροσχιδή, έως μερικές φορές δις πτεροσχιδή, 3-12 x 1,5-5 cm, λοβοί ή τμήματα γραμμοειδή, επιμήκη, ελλειπτικά ή σχεδόν κυκλικά, το αποληκτικό τμήμα τους συχνά μεγαλύτερο και πλατύτερο από τα υπόλοιπα. Ανθοφόρα στελέχη όρθια ή ανερχόμενα, λεπτά, μήκους 10-50 cm, με αραιό φύλλωμα και λίγες διακλαδώσεις προς την κορυφή, που καταλήγουν σε μονήρες κεφάλιο ή σε ομάδες κεφαλίων. Φύλλα βλαστού ομοιάζοντα με τα φύλλα του ρόδακα, αλλά με λιγότερους λοβούς ή τμήματα. Περίβλημα κεφαλίου κατά την άνθηση 10-15 x 8-12 mm, ελλειψοειδέ -σφαιρικό, τα μεσαία βράκτια ωχροπράσινα έως αχυρόχρωμα, με μερικά σκουρόχρωμα, επιμήκη νεύρα, στενώς έως ευρέως επιμήκη ή ελλειπτικά, 3,5-8 x 2-3 mm (εξαιρουμένων των εξαρτημάτων), εξαρτήματα ωχρά έως βαθυκάστανα, τριγωνικά έως τριγωνικά-ωοειδή, μήκους 1,4-3,5 mm συμπεριλαμβανομένων των ακανθών, άκανθες 9-19, αποληκτική βραχύτερη έως ελαφρώς μακρύτερη από τις υπόλοιπε. Ανθίδια λευκά, κατά 6-8 mm μακρύτερα του περιβλήματο, τα εξωτερικά άγονα, ελαφρώς αφιστάμενα, τα εσωτερικά γόνιμα, ρόδινα-ιώδη στην κορυφή. Αχαίνια φαιά, ωχροκάστανα ή αχυρόχρωμα, επιμήκη, μήκους 7-8 mm συμπεριλαμβανομένου του πάππου, χρώματος λευκού και μήκους 4-5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Runemark 1967, Georgiadis 1980, 1983).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως και Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό στην περιοχή του όρους Αφέντης Καβούσι (όρη Θρύπτη) στην Α. Κρήτη (Επαρχία Ιεράπετρας και γειτονική Επαρχία Σητεία).</p><p>Βιότοποç: Τυπικό χασμοφυτικό είδος των ασβεστολιθικών αποτόμων βραχωδών κρημνών, που αναπτύσσεται από το επίπεδο της θάλασσας έως το υψόμετρο των 800 m. Ένας υποπληθυσμός εμφανίζεται σε δάσος Pinus halepensis subp. brutia στα όρη Θρύπτη, στις ΒΔ. πλαγιές του όρους Αφέντης Καβούσι. Μερικά από τα άτομα του πληθυσμού αυτού αναπτύσσονται στον υπόροφο του δάσου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Κατά την αναθεώρηση της ομάδας της Centaurea argentea, οι Turland &amp; Chilton (2000) περιέγραψαν, αρχικά, το taxon αυτό ως C. argentea var. chionantha και το τοποθέτησαν ταξινομικά κάτω από την C. argentea subsp. macrothysana (Rech. f.) Turland &amp; L. Chilton. Διαχώρισαν την var. chionantha από την var. macrothysana Rech. f. εξαιτίας του ότι η πρώτη έχει κεφάλια με λευκά, αντί κιτρίνων ανθιδίων, με τα γόνιμα ανθίδια να έχουν ερυθρωπό-ιώδες χρώμα στις άκρες του. Στα υπόλοιπα μορφολογικά χαρακτηριστικά τα δύο taxa είναι πολύ παρεμφερή. Ο Greuter (2003), στη συνέχεια, κατέταξε την var. chionantha στην βαθμίδα του υποείδου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον εννέα υποπληθυσμοί του συγκεκριμένου υποείδους είναι γνωστοί. Οι αριθμοί των ωρίμων ατόμων δεν είναι γνωστοί για όλους τους υποπληθυσμούς και είναι αβέβαιο, εάν ο συνολικός αριθμός των ατόμων υπερβαίνει τα 1.000 ώριμα φυτά. Κάτι τέτοιο, όμω, φαίνεται πολύ πιθανό. Ορισμένοι από τους υποπληθυσμούς υπάρχουν σε εκτεταμένους και σε μεγάλο βαθμό, μη προσβάσιμους κρημνού, όπως το φαράγγι του Χα και η βόρεια ακτή κοντά στο Λιόπετρο. Εκεί θα μπορούσαν να φύονται μερικές εκατοντάδες ατόμων. Η Centaurea argentea subsp. chionantha δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί στους τεράστιου, ύψους 300 m, παραθαλάσσιους κρημνούς στον Καλαβρό, δυτικά του Λιόπετρου, αλλά ενδέχεται να αναπτύσσεται εκεί, ίσως σε μεγάλους αριθμού. Δεν υπάρχει ένδειξη σημαντικής διακύμανσης ή μείωσης του αριθμού των ωρίμων ατόμων. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το υποείδος πιθανόν να υπερβαίνει τα 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Τα φυτά προστατεύονται αποτελεσματικά από τα ζώα που βόσκουν, λόγω του χασμοφυτικού τους χαρακτήρα. Ο υποπληθυσμός της Centaurea argentea subsp. chionantha στο δάσος με Pinus στα όρη Θρύπτης μπορεί να απειληθεί από πυρκαγιά, αν και στη συγκεκριμένη περιοχή παρατηρήθηκαν ώριμα άτομα σε καμένη έκταση τον Απρίλιο του 1989, τα οποία εμφανίσθηκαν μετά από μία μεγάλη πυρκαγιά που συνέβη το 1987. Η ανατίναξη βράχων, κατά τη διάρκεια κατασκευής νέων δρόμων ή κατά τη διαπλάτυνση του υπάρχοντος δικτύου, θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει απειλή.</p><p>Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των υποπληθυσμών και την σχετικά χαμηλού βαθμού απειλή που δέχονται, προτείνεται η κατηγορία Χαμηλού Κινδύνου (LC) σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας της Centaurea argentea subsp. chionantha μέχρι στιγμή. Στα όρη Θρύπτης οι δασικές πυρκαγιές θα πρέπει να ελέγχονται όσο το δυνατόν περισσότερο. Τα σχέδια για την κατασκευή ή τη διαπλάτυνση δρόμων στην περιοχή που φύεται η C. argentea subsp. chionantha θα πρέπει να παρακολουθούνται και όπου κρίνεται απαραίτητο θα πρέπει να γίνονται τροποποιήσει, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος καταστροφής των βιοτόπων που υπάρχουν σε κρημνού. Θα πρέπει επίσης να αναζητηθούν επιπρόσθετοι υποπληθυσμοί, σε περιοχές που θεωρούνται κατάλληλοι βιότοποι για το υποείδος και βρίσκονται μεταξύ Ιεράπετρας και Σητεία, όπως για παράδειγμα οι τεράστιοι παραθαλάσσιοι κρημνοί στην περιοχή του Καλαβρού.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDE6FF57D9B2FF6A3CBEFCAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDE4FF51D9B2FE833CBDFC74.text	0397C81BBDE4FF51D9B2FE833CBDFC74.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea athoa subsp. athoa DC.	<div><p>Centaurea athoa DC. subsp. athoa</p><p>Compositae</p><p>Centaurea athoa DC., Prodr. 6: 588 (1838) subsp. athoa .</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρου] "in Graecia monte Athone", Aucher 3176 (G-DC, βλέπε Wagenitz &amp; Gamal-Eldin 1985).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea parolinii DC. Prodr. 6: 592 (1838).</p><p>C. rupestris L. subsp. athoa (DC.) Gugler in Ann. Hist.- Nat. Mus. Natl. Hung. 6: 194 (1907).</p><p>C. trojana Bornm. in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. 19: 101 (1923).</p><p>Colymbada athoa (DC.) Holub in Folia Geobot. Phytotax. 7: 315 (1972).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, με διακλαδιζόμενη ξυλώδη βάση. Ανθοφόρα στελέχη κατακείμενα έως ανορθούμενα, μήκους 10-30 cm, ακέραια ή με 1-2 διακλαδώσει. Βλαστοί και φύλλα με χνοώδες έως αραχνοειδές τρίχωμα, σπανιότερα σχεδόν λεία. Φύλλα βάσης και κατώτερα φύλλα βλαστού έμμισχα, σπανίως ακέραια, συνήθως λυροειδή έως λοβωτά, λοβοί συνήθως σε 3-7 ζεύγη, 5-25 x 1,5-4 mm, ακέραιοι ή με οδόντες επιμήκει -αντωοειδεί έως στενά λογχοειδεί, αποληκτικός λοβός συχνά μεγαλύτερο. Μεσαία και ανώτερα φύλλα βλαστού πολύ μικρότερα, άμισχα. Περίβλημα κεφαλίου ωοειδέ, διαμέτρου 12-14,5 cm, βράκτια πλάτους 4-6 mm, συχνά χνοώδη, εξαρτήματα μικρά, ημισεληνοειδή έως τριγωνικά, καστανά, συχνά με μικρά ωτία στη βάση και 8-10 βλεφαρίδες μήκους 1-3 mm σε κάθε πλευρά, καταλήγοντα σε μικρή ακίδα 0,7-2,5 mm. Άνθη κίτρινα, τα περιφερικά ίσα έως ελαφρώς μεγαλύτερα από τα κεντρικά. Αχαίνια μήκους 3-6 mm, πάππος διπλό, στα κεντρικά αχαίνια 1-3 mm, στα περιφερικά αχαίνια 0,2-0,12 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 20 (Strid 1986a, Ρούτση 1993).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος και Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: H Centaurea athoa subsp. athoa εξαπλώνεται στον ελληνικό χώρο αποκλειστικά στην ανώτερη ζώνη του όρους Άθωνα, στην Χερσόνησο του Αγίου Όρους της Χαλκιδική. Εκτός Ελλάδας είναι γνωστή από λίγες θέσεις της Δ. Ανατολίας (Wagenitz &amp; Gamal-Eldin 1985).</p><p>Βιότοποç: H Centaurea athoa subsp. athoa αναπτύσσεται σε υψόμετρο από 1.400 μέχρι περίπου 1.800 m, στο όρος Άθω. Εμφανίζεται σε πετρώδη δασικά ανοίγματα, λίγο χαμηλότερα από τα όρια δασών με Abies borisii-regis, Populus tremula και Pinus nigra subsp. pallasiana. Επίσης αναπτύσσεται σε τμήμα της υπαλπικής ζώνης του ίδιου όρου, όπου φύεται κυρίως σε εκτεθειμένες πετρώδεις πλαγιές με ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Μικρές ομάδες φυτών εμφανίζονται στις νότιε, νοτιοδυτικές και δυτικές πλαγιές του όρου, ενώ η περιοχή εξάπλωσης δεν εκτείνεται μέχρι την κορυφή του Άθωνα (2.030 m). Στους βιοτόπους της συνοδεύεται από είδη, όπως τα Astragalus angustifolius subsp. pungens, Draba lasiocarpa, Prunus prostrata και Pterocephalus perennis subsp. perennis . Μαζί της φύονται ορισμένα σπάνια ή τοπικά είδη όπως τα Isatis tinctoria subsp. athoa, Dianthus gracilis subsp. gracilis, D. petraeus subsp. orbelicus, Crepis athoa και Viola athois (Καρύδα 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H ταξινομική θέση της ομάδας της Centaurea athoa και Centaurea rupestris L. είναι ακόμη προβληματική. Σύμφωνα με μία θεώρηση (Wagenitz &amp; Gamal-Eldin 1985), αποδεκτή από τους Greuter &amp; RaabStraube (2008), η C. athoa διατηρείται ως ιδιαίτερο είδος από την C. rupestris και περιλαμβάνει δύο υποείδη: το τυπικό και το αμφίβολης ταξινομικής θέσης subsp. parnonia (Halácsy) E. Gamal-Eldin &amp; Wagenitz, το οποίο εξαπλώνεται στα όρη Πάρνωνας και Ταΰγετος της Πελοποννήσου. Μία δεύτερη θεώρηση (Ρούτση 1993, Routsi &amp; Georgiadis 1994) αποδέχεται μόνο ένα είδο, την C. rupestris, η οποία περιλαμβάνει 4 υποείδη στην Ελλάδα, ένα από τα οποία είναι η C. rupestris subsp. athoa. Η τελευταία αυτή θεώρηση θα ήταν, κατά την γνώμη μα, προτιμότερη, εντούτοις πρόσφατες συλλογές από τους νομούς Πέλλης και Φλωρίνης δυσχεραίνουν την οριοθέτηση των υποειδών, όπως αυτή αναφέρεται από τους τελευταίους συγγραφεί. Πιστεύουμε ότι η ταξινομική θέση των αναφερομένων, εδώ, δύο ειδών και των περιλαμβανομένων σε αυτά υποειδών χρειάζεται περισσότερη εργασία, που να βασίζεται σε καλή γνώση της μορφολογικής ποικιλομορφίας και στην εξέταση σημαντικού αριθμού δειγμάτων εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Centaurea athoa subsp. athoa σχηματίζει ενιαίο πληθυσμό, o οποίος αποτελείται από διάσπαρτα άτομα που δεν ξεπερνούν τα 1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: To συγκεκριμένο υποείδος δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιους άμεσους κινδύνους που να το απειλούν. Η βόσκηση στη Χερσόνησο του Αγίου Όρους απαγορεύεται και τα μοναδικά μεγάλα χορτοφάγα ζώα στον βιότοπό του είναι μικρός αριθμός μουλαριών, τα οποία βόσκουν ελεύθερα στην ανώτερη ζώνη και σε ανοίγματα δασών κοντά στα δασικά όρια του Άθωνα. Η βόσκηση ενδέχεται να έχει ήπιε, όμω, αρνητικές επιπτώσεις στον πληθυσμό του υποείδου. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητε, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στον βιότοπο της Centaurea athoa subsp. athoa . Μόνο οι μικρής κλίμακας οικοδομικές δραστηριότητες για την επέκταση του κτίσματος που στεγάζει το εκκλησάκι της Παναγία, ώστε να αναγερθεί κτήριο φιλοξενίας προσκυνητών, θα μπορούσαν να υποβαθμίσουν τον βιότοπό τη. Οι ενέργειες αυτέ, μαζί με την διαταραχή που μπορεί να προκαλέσει η μη προσεκτική μεταφορά και απόθεση φερτών οικοδομικών υλικών, μπορεί να έχουν αρνητικές εξελίξεις σε τμήμα του πληθυσμού της C. athoa subsp. athoa.</p><p>Το συγκεκριμένο υποείδος δεν προστατεύεται από την εθνική ή τη διεθνή νομοθεσία και δεν περιλαμβάνεται σε κάποιον από τους καταλόγους προστατευμένων ειδών. Ωστόσο, εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του και του μεγέθους του πληθυσμού του, προτείνεται να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της Centaurea athoa subsp. athoa . Προτείνεται η λεπτομερής έρευνα του πληθυσμού και της βιολογίας της και η αποφυγή κάθε ενέργειας που θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον βιότοπό τη. Η καταγραφή και η παρακολούθηση των ατόμων του υποείδους μακροπρόθεσμα θα επιτρέψουν μία πληρέστερη εικόνα της εξέλιξης του πληθυσμού στο μέλλον. Προτείνεται, τέλο, η ex situ διατήρηση φυτών μέσω καλλιέργειας σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπου, καθώς και αχαινίων τους σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Αντώνιοç Καρύδαç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDE4FF51D9B2FE833CBDFC74	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDE2FF53D9B2FF6A3CBDFAD1.text	0397C81BBDE2FF53D9B2FF6A3CBDFAD1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea attica subsp. megarensis (Halacsy & Hayek) Dostal	<div><p>Centaurea attica Nyman subsp. megarensis (Halácsy &amp; Hayek) Dostál</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea attica Nyman subsp. megarensis (Halácsy &amp; Hayek) Dostál in Bot. J. Linn. Soc. 71: 198 (1976).</p><p>Tύποç: Σύμφωνα με τον Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Bech. 30(2): 775 (1930): [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "m. Gerania Megarae, in rupestribus montanis" (?GB).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea megarensis Halácsy &amp; Hayek in Hayek, Centaur. Exsicc. Crit. [in schedis] no. 29 (1913).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές με κατακείμενα έως ανυψούμενα στελέχη μήκους 8-35 cm, διακλαδιζόμενα στα κατώτερα και μεσαία τμήματα. Φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακα, βαθυπράσινα, μήκους 2-9 cm, έμμισχα, με σκληρές τρίχε, απλά ή διπλά πτεροσχιδή,λοβοί λογχοειδείς έως ωοειδεί, πλάτους 1,5-4 mm. Φύλλα βλαστού βαθμιαίως σμικρυνόμενα, λοβοί λογχοειδείς έως ωοειδεί, ανώτατο φύλλο απλό. Περίβλημα κεφαλίου 11-15 x 6-10 mm, ωοειδέ - κυλινδρικό. Βράκτια περιβλήματος βαθυπράσινα, σχεδόν λεία, εξαρτήματα στενά τριγωνικά, μη καλύπτοντα όλη την επιφάνεια του γειτονικού βρακτίου, καστανά έως βαθυκάστανα, με ωτία και πλευρικές βλεφαρίδε, καταλήγοντα σε άκανθα μήκους 3-7 mm. Ανθίδια λευκά, ρόδινα-λευκά, ρόδινα-πορφυρά, κίτρινα-ρόδινα ή εντελώς κίτρινα, περιφερειακά ανθίδια αποκλίνοντα. Αχαίνια μήκους 3-4 mm, πάππος περίπου το 1/2 του αχαινίου, αποτελούμενος από σκληρές τρίχε.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 18 (Georgiadis &amp; Phitos 1976), 2 n = 4x = 36 (Constantinidis &amp; al. 1997).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ο Μάιος και o Ιούνιο. Ώριμα αχαίνια εμφανίζονται αργά τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό υποείδος της Ελλάδα, το οποίο περιορίζεται στα δυτικά τμήματα των Γερανείων Ορέων, όπου φύεται σε σερπεντίνε.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea attica subsp. megarensis φύεται σε σερπεντινικέ, πετρώδεις πλαγιές με αραιά δέντρα Pinus halepensis, σε σχετικά ανοικτές θαμνώδεις εκτάσεις με Arbutus unedo, Cotinus coggygria, Quercus coccifera, Phillyrea latifolia κ.ά, σε παρυφές δασικών δρόμων, όπου μπορεί να είναι το κυριαρχούν είδο, και τέλος σε διαταραγμένες περιοχές από όπου έχει αφαιρεθεί χώμα εδάφους ή έχει συσσωρευθεί χώμα. Το υποείδος έχει αναφερθεί μόνο από τις σερπεντινικές περιοχές των Γερανείων Ορέων. Προτιμά φωτεινές θέσεις και μπορεί να εισβάλει σε θέσεις όπου έχει απομακρυνθεί η βλάστηση. Καταγράφηκε σε υψόμετρο περίπου 550-1.150 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea attica subsp. megarensis ανήκει στην ομάδα της C. sect. Acrolophus και αποτελεί μέλος του πολύμορφου είδους Centaurea attica, το οποίο, περιλαμβάνει τρία ή τέσσερα taxa σε επίπεδο υποείδου. Από όλα τα άλλα taxa της ομάδα, η C. attica subsp. megarensis διαφέρει στο ότι έχει κατεκείμενους ή σπανίως ανορθωμένους βλαστού, βαθυπάσινα φύλλα με σκληρή τρίχωση και ωοειδεί -λογχοειδεί λοβού. Τα εξαρτήματα των βρακτίων είναι στενά τριγωνικά, συνήθως με καλά ανεπτυγμένα ωτία και με αποληκτική άκανθα μήκους 3-7 mm. Το συγκεκριμένο taxon συγχεόταν στο παρελθόν, αλλά οριοθετήθηκε με ακρίβεια από τον Georgiadis (1980). Παρεμφερείς πληθυσμοί από τις ασβεστολιθικές πλαγιές των Γερανείων είναι ταξινομικά προβληματικοί, όμω, με βεβαιότητα δεν ανήκουν στο subsp. megarensis . Τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς ίσως είναι το αποτέλεσμα υβριδισμού ή γονιδιακής διείσδυσης μεταξύ διαφόρων taxa της C. attica ή συγγενών ειδών.</p><p>Η μεγάλη ποικιλομορφία που παρατηρήθηκε στο χρώμα των ανθιδίων της subsp. megarensis είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντο. Διαφορετικά χρώματα συνυπάρχουν στον ίδιο πληθυσμό και ενδεχομένως ανήκουν στην ενδογενή ποικιλότητα του taxon. Παρόλα αυτά, φυτά με εντελώς κίτρινα άνθη που βρέθηκαν στα χαμηλότερα τμήματα της εξάπλωσης του υποείδους ίσως αντιπροσωπεύουν υβρίδια με την C. pelia DC., ενός άλλου είδους της sectio Acrolophus που επίσης φύεται στα Γεράνεια.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το συγκεκριμένο taxon είχε θεωρηθεί στο παρελθόν ότι εμφανιζόταν σε πολύ μικρούς αριθμούς ατόμων, σε έναν μόνο πληθυσμό. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πιθανώς οφειλόταν στην περιορισμένη γνώση (ή στην έλλειψη γνώση) σχετικά με το υποείδος και τους βιοτόπους του. Έχουμε τεκμηριώσει την ύπαρξη τουλάχιστον πέντε υποπληθυσμών στα Γεράνεια Όρη και πιθανώς να βρεθούν περισσότεροι στις σερπεντινικές πλαγιές του. Ορισμένοι υποπληθυσμοί είναι ιδιαίτερα πλούσιοι σε αριθμό ατόμων, που υπολογίζονται σε αρκετές εκατοντάδες ή λίγες χιλιάδες φυτών. Ένας επιθυμητός βιότοπος του υποείδους είναι οι παρυφές των νεοδημιουργημένων δασικών δρόμων, στις οποίες τα φυτά μπορούν να εισβάλουν γρήγορα και με επιτυχία. Στους βιοτόπους αυτούς και υπό άριστες συνθήκε, τα φυτά μπορεί να διπλασιάζουν τον αριθμό των ατόμων τους κάθε τρία έτη.</p><p>Η Centaurea attica subsp. megarensis δεν αναπτύσσεται ικανοποιητικά σε πυκνή βλάστηση. Οι σερπεντινικές περιοχές των Γερανείων Ορέων είναι κυρίως πετρώδει, διατηρούν όμως σημαντικά δάση Pinus halepensis . Έχει βρεθεί, επίση, στον υπόροφο τέτοιων δασών, σε μικρούς αριθμού.</p><p>Υπολογίζουμε ότι τουλάχιστον 10.000 άτομα της C. attica subsp. megarensis φύονται στα Γεράνεια Όρη, ενώ ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Centaurea attica subsp. megarensis είναι ένα τοπικό υποείδος που έχει βρεθεί σε ένα μόνο όρο. Για όσο διάστημα οι βιότοποί της παραμένουν στην παρούσα κατάσταση δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο και ο προηγούμενος χαρακτηρισμός της ως Κινδυνεύον δεν είναι δικαιολογημένο.</p><p>Τα περισσότερα από τα φυτά αναπτύσσονται στα όρια δάσους Pinus halepensis ή γειτνιάζουν με θαμνώνες που είναι επιρρεπείς στις πυρκαγιέ. Στην περίπτωση της εμφάνισης μεγάλης πυρκαγιά, που θα εξαπλωθεί εκτός ελέγχου στις σερπεντινικές περιοχές των Γερανείων Ορέων, οι υποπληθυσμοί του υποείδους μπορεί να πληγούν. Τα χαμηλά τμήματα των Γερανείων Ορέων δέχονται σημαντικές πιέσεις από την επέκταση οικισμών. Οι ηθελημένες ή αθέλητες δασικές πυρκαγιές σε περιοχές με ανθρώπινη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού δεν είναι σπάνιες στην Ελλάδα τα τελευταία έτη.</p><p>To taxon υπόκειται επίσης σε βόσκηση, κυρίως από αιγοπρόβατα, αλλά η κατακείμενη μορφή του φαίνεται ότι του προσφέρει κάποιου είδους προστασία. Περαιτέρω, η υπερβολική ποικιλομορφία που παρουσιάζεται στο χρώμα των ανθέων ίσως είναι ένδειξη γονιδιακής διείσδυση. Ο υβριδισμός με άλλα taxa ίσως αποτελεί έναν ακόμη κίνδυνο για το υποείδο, διευκολύνοντας την γενετική αλλοίωσή του.</p><p>Προς το παρόν χαρακτηρίζουμε το συγκεκριμένο υποείδος ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001), προκειμένου να υπογραμμίσουμε την επίπτωση που μπορεί να έχουν οι δασικές πυρκαγιές στους υποπληθυσμούς του και στους βιοτόπους του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η συμπεριφορά αυτού του υποείδους μετά από μία πυρκαγιά θα πρέπει να ερευνηθεί λεπτομερώ. Στην περίπτωση που μπορεί να αντεπεξέρχεται στις δασικές πυρκαγιέ, οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει μειώνονται αισθητά.</p><p>Ένα μεγάλος μέρος των Γερανείων Ορέων έχει ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 των σημαντικών οικοτόπων. Σε αυτές τις περιοχές θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι εφαρμογές κανόνων ή προγραμμάτων που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντο.</p><p>Tο συγκεκριμένο υποείδος καλλιεργείται εύκολα από αχαίνια. Η ανάπτυξή του δεν προϋποθέτει την ύπαρξη σερπεντινικού εδάφου, δεν είναι όμως γνωστό το κατά πόσον ο πληθυσμός μπορεί να διατηρηθεί επιτυχώς σε ένα διαφορετικό έδαφος για αρκετά έτη. Η παραγωγή αχαινίων στην καλλιέργεια θα πρέπει να γίνεται με πολύ προσοχή ώστε να αποφευχθεί πιθανή υβριδοποίηση με συγγενή taxa του γένους Centaurea, τα οποία ενδεχομένως καλλιεργούνται σε γειτονικές θέσει.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDE2FF53D9B2FF6A3CBDFAD1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDFFFF4CD9ABFE833CB6FBAF.text	0397C81BBDFFFF4CD9ABFE833CB6FBAF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea carystea Trigas & Constantin.	<div><p>Centaurea carystea Trigas &amp; Constantin.</p><p>Compositae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Centaurea carystea Trigas &amp; Constantin. in Bot. J. Linn. Soc. 158(4): 764 (2008).</p><p>Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "Mt. Ochi, western parts of Profitis Ilias summit, north of the mountain shelter, stony plain with rocks in open, steppe-like vegetation", 38° 03³ N, 24° 28³ E, c. 1200 m, 26 Jun. 2004, Trigas 3117 (Ολότυπο: ΑΤΗU. Ισότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με ημιξυλώδη βάση και 1-3 ρόδακες φύλλων. Ανθοφόροι βλαστοί κατακείμενοι, με εριώδη τρίχωση, μήκους (4-)8-24 cm, καταλήγοντες σε 1-4 κεφάλια. Φύλλα βάσης επιμήκη έως ελλειψοειδή, με πυκνό, λευκωπό, εριώδες τρίχωμα, 1- έως 2-πτεροσχιδή, 1,0-6,5 x 0,5-2,5 cm, με 4-9 λοβούς σε κάθε πλευρά. Φύλλα βλαστού όμοια με τα φύλλα βάση, αλλά βαθμιαία μειούμενα σε μέγεθος και σε αριθμό λοβών. Περίβλημα κεφαλίου στενά ωοειδές έως ημισφαιροειδέ, 1,0-1,2 x 0,5-1,0 cm. Βράκτια περιβλήματος αχυρόχρωμα, υποκάστανα στο κεντρικό τμήμα του, χνοώδη έως άτριχα, με 3 ή 5 νεύρα, τα μεσαία 6,0-9,5 x 5,0-7,5 mm (συμπεριλαμβανομένου του εξαρτήματο). Εξαρτήματα μεσαίων βρακτίων πλατιά τριγωνικά έως σχεδόν ρομβικά, διαστάσεων 2,8-3,2 x 5,0-7,5 mm (συμπεριλαμβανομένων των βλεφαρίδων) με λευκά, υαλώδη, πλευρικά ωτίδια και βλεφαρίδες μήκους έως 3 mm, πάντοτε μακρύτερες από την κορυφαία άκανθα μήκους 0,3-1,2 mm. Στεφάνη ωχροκίτρινη. Αχαίνια αραιώς τριχωτά έως σχεδόν άτριχα, μήκους περίπου 3 mm, πάππος μήκους 1/3-1/2 του μήκους των αχαινίων.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 6x = 54 (Trigas &amp; al. 2008).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μέσα Ιουνίου έως και Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από μία θέση στο όρος Όχη της Ν. Εύβοια.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea carystea αναπτύσσεται σε ανοικτό, βραχώδη βιότοπο, σε ένα μικρό υψίπεδο δυτικά της κορυφής Προφήτης Ηλίας του όρους Όχη, σε υψόμετρο περίπου 1.200 m. Το γεωλογικό υπόστρωμα της περιοχής συνίσταται από σχιστολίθους ποικίλης σύσταση. Το έδαφος είναι εξαιρετικά αβαθές και συνήθως περιορισμένο σε μικρές θέσεις μεταξύ των κυριαρχούντων βράχων και λίθων. Η περιοχή είναι εκτεθειμένη στους ισχυρούς βόρειους ανέμους που πνέουν κυρίως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Πολλά ενδημικά και αξιοσημείωτα φυτικά taxa αναπτύσσονται μαζί με την C. carystea, όπως τα ακόλουθα: Anthemis wiedemanniana, Centaurea raphanina subsp. mixta, Dianthus monadelphus subsp. pallens, Ononis spinosa subsp. antiquorum, Scabiosa argentea, Sedum eriocarpum subsp. apertiflorum, Thlaspi bulbosum κ.ά. (Trigas &amp; al. 2008).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea carystea ανήκει στην C. sect. Acrolophus . Το χρώμα των ανθέων θεωρείται σημαντικό χαρακτηριστικό για την συστηματική κατάταξη των taxa της sect. Acrolophus (Georgiadis 1980). Τα ωχροκίτρινα άνθη της C. carystea την ομαδοποιούν μαζί με ένα μικρό αριθμό ελληνικών αντιπροσώπων που έχουν κίτρινα, υπόλευκα ή λευκά άνθη. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει εννέα είδη, τα οποία εξαπλώνονται, κυρίω, στο ανατολικό τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας και στα νησιά του Αιγαίου (Georgiadis 1980). Βασιζόμενοι σε μορφολογικά χαρακτηριστικά, τα στενότερα συγγενή είδη της C. carystea με κίτρινα άνθη είναι η C. pelia DC. (ανατολική ηπειρωτική Ελλάδα), η C. mantoudii Τ. Georgiadis (Β. Εύβοια) και η C. x laureotica Heldr. ex Halácsy (Α. Αττική). Τα τρία είδη διαφοροποιούνται από την C. carystea στην γενική τους μορφή, τον αριθμό των κεφαλίων, καθώς και σε μορφολογικά χαρακτηριστικά των βρακτίων του περιβλήματο, των φύλλων, των καρπών και του τριχώματος (Trigas &amp; al. 2008).</p><p>H Centaurea carystea παρουσιάζει σημαντικές μορφολογικές ομοιότητες και με την C. attica Nyman, ένα ποικιλόμορφο είδος με ρόδινα έως πορφυρά άνθη, το οποίο διακρίνεται σε 4 υποείδη με εξάπλωση στην Α. Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια. Τα δύο είδη διαφοροποιούνται μεταξύ τους από την συνολική μορφή, τον αριθμό των κεφαλίων και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των βρακτίων του περιβλήματο. Η χρήση μοριακών δεικτών (RAPDs), για τη διερεύνηση των γενετικών αποστάσεων μεταξύ της C. carystea και των μορφολογικά συγγενών της έδειξε, επίση, ότι το είδος της Ν. Εύβοιας κρατά μία μάλλον απομονωμένη θέση μεταξύ τόσο των αντιπροσώπων της ομάδας της C. attica με ρόδινα-πορφυρά άνθη όσο και των αντιπροσώπων της ομάδας της C. pelia με κίτρινα άνθη (Trigas &amp; al. 2008).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Centaurea carystea σχηματίζει μικρές ομάδες των 5-20 ατόμων, που αναπτύσσονται σε μικρές επιφάνειες λίγων τετραγωνικών μέτρων. Ο μοναδικός γνωστός πληθυσμός καταλαμβάνει έκταση 50 στρεμμάτων περίπου και ο συνολικός αριθμός των ατόμων του εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει τα 500.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η βλάστηση του όρους Όχη υπόκειται σε έντονη βόσκηση, αργά την άνοιξη και το καλοκαίρι, κυρίως από κοπάδια αιγών. Τα ζώα καταναλώνουν, συνήθω, τους ανθοφόρους βλαστούς και τα φύλλα της Centaurea carystea, αφήνοντας ανέπαφα τα κατώτερα τμήματα των φυτών. Η κατακείμενη μορφή των ατόμων της C. carystea την προστατεύει από περαιτέρω απώλειε, αλλά τα εύκολα εντοπιζόμενα, ανθισμένα κεφάλια καταναλώνονται ευρέω. Υπολογίζεται ότι περισσότερο από το 95% της ετήσιας παραγωγής αχαινίων του είδους καταναλώνεται από τα ζώα, καθιστώντας την υπερβόσκηση σημαντικό κίνδυνο για τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή του.</p><p>Η κατασκευή αιολικών πάρκων στην περιοχή εξάπλωσης της C. carystea συνιστά σημαντική απειλή για τον πληθυσμό τη. Περισσότερες από 800 ανεμογεννήτριες έχουν εγκατασταθεί στη Ν. Εύβοια τα τελευταία έτη, σε θέσεις εκτεθειμένες στους ισχυρούς βόρειους ανέμους που πνέουν στην περιοχή. Ο βιότοπος της C. carystea είναι ιδανικός για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών, λόγω της έκθεσής του στους βόρειους ανέμου. Σε περίπτωση κατασκευής αιολικού πάρκου στην περιοχή, το είδος θα αντιμετωπίσει άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση. Το όρος Όχη περιλαμβάνεται στο Δίκτυο των σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την αποφυγή καταστροφικών επεμβάσεων στους ευαίσθητους βιοτόπους του.</p><p>Με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR), σύμφωνα με το κριτήριο B2a,b(v).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ο έλεγχος της βόσκησης στο όρος Όχη και η αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στο βιότοπο της C. carystea είναι απαραίτητα μέτρα για τη μείωση του κινδύνου εξαφάνισης του είδου. Παράλληλα, είναι αναγκαία η παρακολούθηση για τη γνώση της δυναμικής του πληθυσμού και των δυνατοτήτων επιβίωσής του. Η ιδιαίτερα περιορισμένη περιοχή εμφάνισης του είδους και οι άμεσοι κίνδυνοι που το απειλούν, καθιστούν ενδεδειγμένη τη δημιουργία μικροαποθέματος (micro-reserve) (Laguna &amp; al. 2004) για την αποτελεσματική in situ διατήρησή του. Η καλλιέργεια και η διατήρηση του είδους σε Βοτανικούς Κήπους και Τράπεζες Σπερμάτων είναι επίσης στα ενδεικνυόμενα μέτρα προστασία.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDFFFF4CD9ABFE833CB6FBAF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDFDFF4ED9ABFE833CB6FB20.text	0397C81BBDFDFF4ED9ABFE833CB6FB20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea charrelii Halacsy & Dorfl.	<div><p>Centaurea charrelii Halácsy&amp;Dörfl.</p><p>Compositae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Centaurea charrelii Halácsy&amp;Dörfl. in Jahreskat.Wiener Bot.Tauschvereins1804:6(1804).</p><p>Τύποç: [Ελλά (NC), Μακεδονία, Νομός Πέλλη] "Vladova (Macédoine), prope Vodena", 18 Jul. 1893, L. Charrel s.n. (Σύντυποι: Β, JE).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με στελέχη ύψους 40-120 cm και βραχείες πτερυγιοφόρες διακλαδώσεις στο ανώτερο τμήμα του. Φύλλα επιμήκη λογχοειδή, 10-20 cm. Μεσαία και ανώτερα φύλλα με έλασμα κατερχόμενο στον βλαστό,ανώτατα φύλλα λίγο χαμηλότερα από τα κεφάλια. Κεφάλια διαμέτρου 40-55 mm, μονήρη ή σε μικρές ομάδε, στις άκρες βραχέων διακλαδώσεων, βράκτια περιβλήματος με δερματώδη υφή, τα μεσαία ωοειδή-λογχοειδή, με εξαρτήματα καταλήγοντα σε επάκρια, συμπαγή, βραχεία άκανθα και με 9-12 άκαμπτες πλευρικές βλεφαρίδες σε κάθε πλευρά. Ανθίδια έντονα κίτρινα έως χρυσοκίτρινα. Αχαίνια μήκους 3,5 mm, λεία, πάππος σχεδόν διπλάσιου μήκους από το αχαίνιο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 4χ = 36 (Constantinidis &amp; al. 2002).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη του Ιουνίου έως τα μέσα του Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό αρχικά από την περιοχή της Έδεσσας (locus classicus) και αργότερα από την Ομβριακή, έναν οικισμό κοντά στην πόλη του Δομοκού. Πρόσφατα εντοπίσθηκε σε διάφορες θέσεις του ορεινού συγκροτήματος του Ελικώνα, στην Βοιωτία. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες αρκετών ερευνητών, το συγκεκριμένο είδος δεν έχει μέχρι σήμερα επανευρεθεί στην ευρύτερη περιοχή της Έδεσσα.</p><p>Βιότοποç: Οι υποπληθυσμοί κοντά στον Δομοκό αναπτύσσονται στις παρυφές γεωργικών καλλιεργειών με σιτηρά, αλλά και σε υπολειμματικούς φυσικούς φυτοφράκτε, οι οποίοι δημιουργούνται σε οφιολιθικό υπόστρωμα. Οι φυτικοί αυτοί σχηματισμοί εμφανίζονται σε υψόμετρο 500 m και αποτελούνται από τα είδη Asparagus acutifolius, Quercus coccifera, Prunus spinosa . Στα διάκενα και περιμετρικά τους παρατηρούνται νιτρόφιλα είδη με κυριότερα τα: Acanthus spinosus, Dasypyrum villosum, Malva sylvestris, Scolymus hispanicus .</p><p>Στο ορεινό συγκρότημα του Ελικώνα, οι πληθυσμοί της Centaurea charrelii απαντούν σε περισσότερο φυσικές ενότητες βλάστηση, που υψομετρικά εκτείνονται μεταξύ 500 και 800 m και αναπτύσσονται σε ποικιλία εδαφικών τύπων (ασβεστολιθικά, αλλουβιακά, ψαμμίτε). Άτομα του είδους συμμετέχουν σε διαφορετικής σύνθεσης και φυσιογνωμίας θαμνώνε, σε σχετικά πυκνά δάση ή σε μεμονωμένες συστάδες φυλλοβόλων δρυών και τέλος σε υπολειμματικούς φυτοφράκτε. Κοντά στην Μονή του Αγίου Νικολάου του Ελικώνα, το είδος εντοπίσθηκε σε μικρά διάκενα υψηλής μακία, η οποία αναπτύσσεται πάνω σε σχετικά βαθιά, ασβεστολιθικά εδάφη. Η σύνθεση της μακίας περιλαμβάνει πληθώρα ειδών με κυριότερα τα Arbutus andrachne, A. unedo, Cotinus coggygria, Pistacia terebinthus, Quercus coccifera . Διάσπαρτα άτομα Quercus pubescens συνθέτουν ένα χαμηλό σε ύψος ανώροφο, ενώ ο υπόροφος αποτελείται από τα είδη Brachypodium retusum, Cistus creticus, C. salviifolius, Dorycnium hirsutum, Helictotrichon convolutum subsp. convolutum, Hypericum empetrifolium, Teucrium chamaedrys subsp. chamaedrys . Στην θέση Χούνη, άτομα του είδους φύονται τόσο στο κατώτερο τμήμα κλιτύων, όπου αναπτύσσεται θαμνώνας με Quercus coccifera και Phillyrea latifolia, όσο και σε σχετικά επίπεδες θέσει, όπου κυριαρχούν υπολειμματικές και σχετικά αραιές συνδενδρίες φυλλοβόλων δρυών. Ένας ιδιαίτερα ολιγομελής πληθυσμός της C. charrelii βρέθηκε στη θέση Μύτικα, σε δάσος φυλλοβόλων δρυών αποτελούμενο από Quercus frainetto και λιγότερο από Quercus pubescens . Στον υπόροφο του δάσους αυτού εμφανίζονται τα είδη: Campanula spatulata subsp. spruneriana, Lathyrus laxiflorus subsp. laxiflorus, Luzula forsteri, Veronica chamaedrys subsp. chamaedryoides, Silene italica s.l. κ.λπ. Τέλο, στα δυτικά του χωριού Αγία Άννα, σε σχετικώς επίπεδα, αλλουβιακά εδάφη, συγκροτείται ένα ιδιότυπο τοπίο, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι η εναλλαγή χέρσων εκτάσεων με συμπαγή τμήματα θαμνώδους βλάστησης που αποτελείται κυρίως από Quercus coccifera και Phillyrea latifolia, ενώ σποραδικά συμμετέχουν άτομα ή ολιγομελείς συνδενδρίες της Abies cephalonica .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea charrelii είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος της ασιατικής sectio Cynaroides στην Ευρώπη, χωρίς στενά συγγενή είδη στην Ελλάδα (Wagenitz 1975). Η δυσκολία αναπαραγωγής μέσω σπερμάτων οδήγησαν, αρχικά, στο συμπέρασμα ότι το είδος αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, ένα υβρίδιο με υψηλό βαθμό στειρότητας (Georgiadis 1995). Οι Constantinidis &amp; al. (2002), παρατήρησαν βιώσιμα αχαίνια, τα οποία φύτρωσαν εύκολα σε καλλιέργεια. Σύμφωνα με τους παραπάνω ερευνητέ, η κανονική φυλετική αναπαραγωγή, τα βιώσιμα σπέρματα, η ομοιότητα απογόνων και προγόνων και η έλλειψη συγγενών ειδών στην Ελλάδα κάνουν την πρώτη υπόθεση μάλλον απίθανη, εκτός αν πρόκειται για ένα παλαιό αλλοτετραπλοειδέ, που προέρχεται από τον διπλασιασμό χρωμοσωμικού αριθμού υβριδίου που προέκυψε μετά από την διασταύρωση δύο διπλοειδών ειδών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Centaurea charrelii σχηματίζει δύο μόνο πληθυσμού. O ένα, στην περιοχή του Δομοκού, αποτελείται από δύο υποπληθυσμού, των οποίων το άθροισμα δεν ξεπερνάει τα 40 άτομα. Στον Ελικώνα έχουν επισημανθεί τέσσερις υποπληθυσμοί. Ο πρώτος εντοπίσθηκε πάνω από το χωριό Σωληνάρι και αποτελείται από 40 περίπου άτομα. Ο δεύτερος υποπληθυσμό, στη κορυφή Μύτικα, ήταν ιδιαίτερα ολιγομελή, αφού μόνο 3-4 άτομα καταγράφηκαν. Ο τρίτος στη θέση Χούνη, όπου βρέθηκαν αρκετά διάσπαρτα άτομα που, όμω, δεν υπερβαίνουν τα 35. Μεγάλο ποσοστό των ατόμων αυτών είχαν υποστεί έντονη βόσκηση εξαιτίας εγκατεστημένων ποιμνιοστασίων στην περιοχή. Τέλο, δυτικά της Αγίας Άννας βρέθηκε ο τέταρτος υποπληθυσμό, ο οποίος αποτελείται από 30 περίπου άτομα σε καλή κατάσταση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR), σύμφωνα με το κριτήριο C2a(i). Ο συνολικός αριθμός των φυτών δεν ξεπερνά τα 250 και η συνεχής μείωση του αριθμού των ωρίμων ατόμων αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε μια δομή τέτοια, ώστε κανένας υφιστάμενος υποπληθυσμός να μην ξεπερνά σήμερα τα 50 άτομα. Γίνεται φανερό ότι η C. charrelii αντιμετωπίζει έναν εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο εξαφάνιση. Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαίτερα μεγάλος για τους δύο ολιγομελείς υποπληθυσμούς του Δομοκού, εξαιτίας της εντατικοποίησης των καλλιεργειών και της τάσης επέκτασης της αγροτικής γης σε βάρος των λιγοστών τμημάτων δασικής βλάστηση. Επιπλέον, η μέθοδος καύσης των υπολειμμάτων καλλιεργειών που εφαρμόζεται στην ευρύτερη περιοχή, σε συνδυασμό με την πιθανότητα επέκτασης της φωτιάς σε παρακείμενους φυτοφράκτε, θέτουν σε αυξημένο κίνδυνο την επιβίωση των υποπληθυσμών. Ιδιαίτερα υψηλός θεωρείται ο κίνδυνος εξαφάνισης του υποπληθυσμού στην κορυφή Μύτικα, εξαιτίας του πολύ μικρού αριθμού ατόμων στην περιοχή, καθώς και του υποπληθυσμού στη θέση Χούνη, εξαιτίας της υπερβόσκηση. Σε κάθε περίπτωση, οι επιμέρους πληθυσμοί θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανές αλλαγές του αριθμού των ατόμων ή να επισημαίνονται οι πιθανές αρνητικές εξελίξεις στον φυσικό τους βιότοπο. Μια πιθανή διαπλάτυνση του δασικού δρόμου, ο οποίος συνδέει το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου με το Σωληνάρι και την Κορώνεια θα αποβεί μοιραία για τον υποπληθυσμό που υφίσταται στην περιοχή. Τέλο, η εκδήλωση πυρκαγιάς θεωρούμε ότι θα προκαλούσε την υποβάθμιση της συνοδευτικής βλάστησης και ενδεχομένως να επηρέαζε πολύ σοβαρά το σπάνιο αυτό είδο.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε μεταβολέ, οι οποίες θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν τους βιότοπους της Centaurea charrelii, θα πρέπει να αποφευχθούν. Για τον πληθυσμό στον Δομοκό συνιστάται η οριοθέτηση του χώρου όπου αναπτύσσεται το είδος και η απαγόρευση κάθε μορφής καλλιέργειας στον χώρο αυτό με καταβολή αποζημίωσης λόγω μείωσης της προσόδου, καθώς και η απαγόρευση καύσης των υπολειμμάτων καλλιεργειών. Περαιτέρω, η διερεύνηση της πιθανότητας αλλαγής των ετησίων εκτατικών καλλιεργειών με δενδρώδεις καλλιέργειε, που απαιτούν περιορισμένες καλλιεργητικές φροντίδε, η μείωση στη χρήση φυτοφαρμάκων-λιπασμάτων, αλλά και η λήψη μέτρων προστασίας των τμημάτων δασικής βλάστησης που έχουν υπολειμματικό χαρακτήρα, θα βοηθήσουν στην προστασία του είδου. Επιπλέον, η ρύθμιση της βόσκησης στις ευρύτερες περιοχές εκτιμούμε ότι θα συμβάλει στην διατήρηση των υφισταμένων υποπληθυσμών και στην ευρύτερη εξάπλωση του είδου. Παράλληλα, θα πρέπει να συνεχισθούν οι προσπάθειες ανεύρεσης νέων υποπληθυσμών, τόσο στον Δομοκό όσο και στον Ελικώνα. Τέλο, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο της επανεγκατάστασης του είδους στην περιοχή της Έδεσσας (locus classicus), όσο και της καλλιέργειάς του σε Bοτανικούς Kήπου.</p><p>Ευθύμιοç Κοκμοτόç &amp; Θεόδωροç Γεωργιάδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDFDFF4ED9ABFE833CB6FB20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDFBFF48D9ABFE803CB6FB91.text	0397C81BBDFBFF48D9ABFE803CB6FB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea cithaeronea Phitos & Constantin.	<div><p>Centaurea cithaeronea Phitos &amp; Constantin.</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Centaurea cithaeronea Phitos &amp; Constantin. in Fl. Medit. 3: 273 (1993).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "Mt. Kitheron, W of an abandoned military camp, open, rocky, grazed ground, limestone, alt. 1290 m", 12 July 1992, Constantinidis 2690 (Ολότυπο: UPA. Ισότυπο: Β).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος διακλαδιζόμενο υπόγεια, με έναν ή περισσότερους ρόδακες φύλλων την εποχή της άνθηση. Στελέχη ανυψούμενα ή όρθια, μήκους 10-20 cm με πυκνό εριώδες τρίχωμα, απλά ή με 1-3 διακλαδώσει. Φύλλα ρόδακα με πιεσμένο πυκνό τρίχωμα, μήκους 4-7 cm, έμμισχα, κατεσχισμένα έως πτεροσχιδή, με 3-4 πλευρικούς λοβούς ανά πλευρά, ακραίος λοβός ελλειπτικό, χαμηλότερα φύλλα βλαστού παρόμοια με αυτά της βάσης όμως μικρότερα, μεσαία άμισχα, λυροειδή έως βαθιά σχισμένα με 1-2 γραμμοειδεί -λογχοειδεί λοβού, ανώτερα απλά, λογχοειδή. Κεφάλια συνήθως μονήρη, περίβλημα ωοειδέ, 10-14 x 6-10 mm, εξαρτήματα βρακτίων τριγωνικά έως ωοειδή, τα ανώτερα με μία μικρή άκανθα στην κορυφή του, τα κατώτερα συνήθως χωρίς άκανθα, κράσπεδα υαλώδη, λευκά, με μικρούς οδόντε. Ανθίδια κίτρινα, τα εξωτερικά ημιαποκλίνοντα. Αχαίνια λεία έως αραιώς αραχνώδη, μήκους 5-5,5 mm, πάππος μήκους 2,5-3,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 6x = 54 (Phitos &amp; Constantinidis 1993).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει στα μέσα του καλοκαιριού, από το τέλος του Ιουνίου μέχρι τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδο. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό από τρεις μόνο θέσει, δύο στο όρος Κιθαιρώνας και μία στο όρος Ελικώνα. Πιθανότατα, εξαφανισμένο από μία τέταρτη θέση στην κορυφή Παλιοβούνα του Ελικώνα.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea cithaeronea φύεται σε πετρώδεις ή χαλικώδεις θέσει, σε άδενδρες πλαγιές ή σε μεγάλα ανοίγματα δάσους Abies cephalonica, συχνά σε περιοχές με ισχυρούς ανέμους κατά μήκος της κορυφογραμμή. Σχηματίζει μικρές συστάδες που ανυψώνονται λίγα εκατοστά από το έδαφο. Οι διαφορετικοί ρόδακες φύλλων, οι οποίοι εμφανίζονται σε απόσταση 15 cm ή ακόμη περισσότερο, ενδεχομένως ανήκουν στο ίδιο φυτό. Στον Κιθαιρώνα, η C. cithaeronea φύεται μαζί με άλλα ελληνικά ενδημικά είδη όπως τα Dianthus serratifolius subsp. serratifolius, Crepis incana, Rindera graeca κ.ά. Στην κορυφή Παλιοβούνα του Ελικώνα βρέθηκε μαζί με το Colchicum parnassicum . Έχει καταγραφεί σε υψόμετρο από 1.000 έως 1.400 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea cithaeronea ανήκει</p><p>στα σπάνια μέλη της C. sect. Phalolepis που έχουν κίτρινα άνθη. Οι ταξινομικές της συγγένειες με άλλα είδη δεν είναι ακόμη ξεκάθαρε, υπενθυμίζει, όμω, ιδιαίτερα σε βλαστικά χαρακτηριστικά, την C. pseudocadmea Wagenitz, ένα άλλο σπάνιο είδος του Κιθαιρώνα. Διαφέρει από το τελυταίο στα κίτρινα ανθίδια, στο σχήμα των εξαρτημάτων των βρακτίων, στο μήκος της αποληκτικής άκανθας και στον χρωμοσωματικό αριθμό. Φαίνεται επίσης να έχει συγγένειες με δύο ακόμη είδη που έχουν κίτρινα άνθη, τα οποία όμως είναι διπλοειδή (2 n = 18), την C. litochorea Τ. Georgiadis &amp; Phitos και ίσως με την περισσότερο ευδιάκριτη C. musarum Boiss. &amp; Orph.</p><p>Η C. cithaeronea είναι εξαπλοειδή, έχοντας έναν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό χρωμοσωμάτων. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξετασθεί αν έχει υβριδογενή προέλευση, καθώς και ποια taxa έχουν συμβάλλει στην δημιουργία τη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Έχουν γίνει επανειλημμένες επισκέψεις στους τρεις από τους τέσσερις γνωστούς υποπληθυσμούς του είδου. Η περιοχή στο όρος Κιθαιρώνα, από όπου το είδος περιγράφηκε, δεν εκτείνεται σε περισσότερο από 200 m2. Υπολογίζεται ότι εκεί φύονται περίπου 250 φυτά. Ο ακριβής υπολογισμός των ατόμων μέσω απλής αρίθμησης είναι δύσκολο, γιατί φαινομενικά ανεξάρτητοι ρόδακες φύλλων μπορεί να ανήκουν στο ίδιο άτομο. Η δεύτερη θέση στον Κιθαιρώνα έχει ακόμη λιγότερη έκταση, ίσως περίπου 100 m2 και στην οποία μετρήθηκαν λιγότερα από 100 φυτά. Στην κορυφή Παλιοβούνα του Ελικώνα βρέθηκαν πολύ λίγα φυτά (περίπου 10-20), όμω, κατά την διάρκεια μία επίσκεψης το 2004 όλα τα φυτά είχαν εξαφανισθεί, για άγνωστους λόγου. Στην περιοχή δεν βρέθηκε άλλος πληθυσμός του είδους (Kokmotos &amp; Georgiadis 2005). Ευτυχώ, ένας νέος πληθυσμός διαπιστώθηκε στην κορυφή Κολλιέδες του Ελικώνα, από τους Kokmotos &amp; Georgiadis (2005).</p><p>Η μορφή με την οποία αναπτύσσεται η C. cithaeronea καθιστά σχεδόν αδύνατη τη διάκριση νεαρών ατόμων μέσα στον πληθυσμό. Εντούτοι, τα σπέρματα του είδους είναι εξαιρετικώς βιώσιμα και προκαταρκτικά δεδομένα δείχνουν ότι εμφανίζουν υψηλό βαθμό φύτρωση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο συνολικός αριθμός των φυτών που υπάρχουν στις τρεις γνωστές θέσεις της Centaurea cithaeronea δεν ξεπερνά τα 700 άτομα. Το είδος ανθίζει στα μέσα του καλοκαιριού, όταν μεγάλος αριθμός αιγοπροβάτων βόσκουν στα δύο όρη. Όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους υπόκεινται σε υπερβόσκηση και η δημιουργία αχαινίων σε αρκετές περιπτώσεις ματαιώνεται. Επιπλέον, υπάρχουν μελλοντικά σχέδια κατασκευής και λειτουργίας ενός πάρκου αιολικής ενέργειας στην περιοχή του Κιθαιρώνα, στο ίδιο σημείο από όπου το είδος περιγράφηκε. Η πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου ίσως οδηγήσει άλλον ένα υποπληθυσμό της C. cithaeronea στην εξαφάνιση. Οι παλαιότερες σκέψεις δημιουργίας στις κορυφές του Κιθαιρώνα ενός κέντρου αεραθλητισμού φαίνεται να έχουν εγκαταλειφθεί.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN) σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληρούνται τα κριτήρια B1a,b(iv) και C2a(i). Tα δύο όρη, όπου φύεται το είδο, θεωρούνται χλωριδικώς καλά γνωστά και θα είναι σχετικά δύσκολο να ανευρεθούν στο μέλλον νέοι υποπληθυσμοί σε αυτά.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι βιότοποι του είδους θα πρέπει να προστατευθούν, τόσο στο όρος Κιθαιρώνας όσο και στο όρος Ελικώνα. Οι εκτάσεις που χρειάζονται προστασία είναι μικρές και μπορούν εύκολα να περιφραχθούν ή να ενταχθούν σε ελεγχόμενα μικροαποθέματα, ώστε να μην επιτρέπεται η είσοδος σε βόσκοντα ζώα. Εναλλακτικά, οι κτηνοτρόφοι θα πρέπει να πληροφορηθούν την ύπαρξη αυτού του σπάνιου είδους και να βοηθήσουν στην προστασία του. Η ανέγερση ανεμογεννητριών στην περιοχή των περίπου 300 m2 του Κιθαιρώνα, όπου φύεται η Centaurea cithaeronea, θα πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Το έργο μπορεί να μεταφερθεί σε πολύ κοντινή περιοχή, στην οποία δεν υπάρχουν πληθυσμοί σπανίων φυτών.</p><p>Tο είδος είναι σχετικά εύκολο να φυτρώσει από αχαίνια, δύσκολο όμως να διατηρηθεί σε καλλιέργεια. Σε χαμηλά υψόμετρα τα φυτά πεθαίνουν το καλοκαίρι, ενδεχομένως εξαιτίας της μικρής ανοχής τους στις υψηλές θερμοκρασίες του περιβάλλοντο. Οι συνθήκε, υπό τις οποίες η καλλιέργεια του είδους εμφανίζει την μεγαλύτερη επιτυχία, θα πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDFBFF48D9ABFE803CB6FB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDF9FF4AD9ABFE833CB6FBB2.text	0397C81BBDF9FF4AD9ABFE833CB6FBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea heldreichii Halacsy	<div><p>Centaurea heldreichii Halácsy</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea heldreichii Halácsy in Denkschr. Kaiserl. Akad. Wiss., Wien. Math.-Naturwiss. Kl. 61: 315 (1894).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αιτωλοακαρνανία] "in rupibus calcareis mare imminentibus Mt. Chalkis (Varassova hodie), pr. Krioneri ad sinum Patrarum Aetoliae" Apr. 1893, Halácsy (WU).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea alba L. subsp. heldreichii (Halácsy) Dostál in Bot. J. Linn. Soc. 71: 205 (1976).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με έναν ή περισσότερους ρόδακες φύλλων. Ολόκληρο το φυτό καλυμμένο με πιεσμένο, λευκωπό, εριώδες τρίχωμα. Στελέχη μήκους 8-25(-30) cm, όρθια ή καμπυλούμενα, απλά ή βοτρυοειδώς διακλαδισμένα στο ανώτερο ήμισύ του. Φύλλα ρόδακα μήκους 3-18 cm, με εμφανή μίσχο, έλασμα διπλά πτεροσχιδέ, τουλάχιστον στα περισσότερα εσωτερικά φύλλα, με 6-13 ελλειπτικούς έως επιμήκεις λοβούς ανά πλευρά. Κεφάλια μονήρη, στις απολήξεις των βλαστών. Περίβλημα κεφαλίου ημισφαιροειδέ, 10-15 x 12-17 mm. Βράκτια αχυρώδη, ωοειδή, εξαρτήματα κατωτέρων βρακτίων πλάτους ±5 mm, μήκους ±3 mm, με καστανό κεντρικό τμήμα καταλήγον σε βραχεία άκανθα, περιθώρια σκληρά, μεμβρανώδη, ημιδιαφανή, με κράσπεδα ακανονίστως σχισμένα, ανώτερα βράκτια επιμήκη με μικρότερα εξαρτήματα, δίχως άκανθα. Ανθίδια ανοικτόχρωμα, ρόδινα-ιώδη, τα εξωτερικά μεγαλύτερα και αποκλίνοντα. Αχαίνια μήκους περίπου 4 mm, πάππος ισομήκης του αχαινίου ή μακρύτερο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Phitos &amp; Damboldt 1971).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει κυρίως κατά την διάρκεια του Μαϊου, ακόμη και τον Ιούνιο. Ορισμένα φυτά ανθοφορούν ήδη από το τέλος Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από το όρος Βαράσοβα (πρόκειται για το όρος Χαλκίς των κλασσικών χρόνων) του Πατραϊκού κόλπου, απέναντι από την πόλη της Πάτρα.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea heldreichii φύεται πάνω στους απότομους και συχνά απρόσιτους κρημνούς της Βαράσοβα, συνήθως σε ρωγμές βράχων και σε μικρές αναβαθμίδες σκληρού ασβεστολίθου. Ορισμένα φυτά βρέθηκαν να φύονται σε κορήματα, στους λοφώδεις πρόποδες της Βαράσοβα, κοντά στον οικισμό του Κρυονερίου. Οι βραχώδεις εξάρσεις στα ανατολικά τμήματα της Βαράσοβας φιλοξενούν επίσης λίγα φυτά. Τα περισσότερα άτομα προτιμούν σκιερές θέσεις που διατηρούν κάποια υγρασία, αν και η ξυλώδης βλάστηση της Βαράσοβας είναι περιορισμένη και δεν εξασφαλίζει πολλές παρόμοιες θέσει. Καθώς το όρος εμφανίζει νότιο προσανατολισμό, η πλειονότητα του πληθυσμού της C. heldreichii αντικρίζει την θάλασσα. Τα φυτά της C. heldreichii φύονται σε υψόμετρο μεταξύ 3 και περίπου 600 m. Συνυπάρχουν με άλλα βραχόφιλα είδη όπως τα Asperula chlorantha, Capparis spinosa, Melica ciliata, Ptilostemon chamaepeuce, Teucrium halacsyanum, Inula verbascifolia κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Centaurea heldreichii είναι μέλος της C. sect. Phalolepis, αλλά επίσης εμφανίζει ταξινομικές σχέσεις με μέλη της C. sect. Acrolophus . Εντός της sect. Phalolepis ο πλησιέστερος συγγενής της είναι η Centaurea leonidia Kalpoutz. &amp; Constantin., η οποία περιγράφηκε πρόσφατα, ενώ στη sect. Acrolophus συνδέεται με την C. niederi Heldr. Πρόσφατες φυλογενετικές μελέτες (Garcia-Jacas &amp; al. 2006) αμφισβητούν την ορθότητα της ταξινομικής διάκρισης μεταξύ των δύο αυτών ομάδων του γένους Centaurea, υποστηρίζοντας την άποψη, η οποία είχε ήδη εκφρασθεί από τον Wagenitz (1989), ότι δεν ανταποκρίνονται στην εξέλιξη του είδου. Κατά συνέπεια, η C. heldreichii και τα συγγενή της είδη είναι χρήσιμα taxa στην διαλεύκανση της εξελικτικής πορείας που έχει ακολουθηθεί εντός του γένους Centaurea .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: To είδος είναι γνωστό ότι σχηματίζει μόνον ένα μεγάλο και συνεχή πληθυσμό, ο οποίος εμφανίζεται κυρίως στις νότιες και δυτικές και λιγότερο στις ανατολικές πλαγιές του όρους Βαράσοβα. Καθώς τα περισσότερα φυτά αναπτύσσονται σε απρόσιτους κρημνού, ο συνολικός αριθμός τους μπορεί να καθορισθεί μόνο κατά προσέγγιση, σύμφωνα με την έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε το 2007. Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι υπάρχουν περίπου 4.000-8.000 άτομα, τόσο ενήλικα όσο και νεαρά. Η αναγέννηση εμφανίζεται επαρκή, ενώ στους βράχους παρατηρήθηκαν συστάδες διαφόρων ηλικιών. Δεν βρέθηκαν φυτά στις λιγότερο επικλινείς ή επίπεδες θέσεις στις βάσεις των βράχων, παρά το ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αχαινίων θα πρέπει να φθάνει έως εκεί. Αυτό, ενδεχομένω, οφείλεται στην σημαντική ανταγωνιστική πίεση που δέχεται η Centaurea heldreichii από άλλα είδη, καθώς και στην βόσκηση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο σχετικά μεγάλος πληθυσμός της Centaurea heldreichii και ο απρόσιτος βιότοπός της θα έπρεπε να συνιστούν επαρκείς προϋποθέσεις για την ανεμπόδιστη επιβίωση του είδου. Όμω, η Βαράσοβα αποτελεί ένα από τα κύρια ασβεστολιθικά πεδία αναρρίχησης στην Ελλάδα, με τις περισσότερες διαφορετικές διαδρομές και τις παραλλαγές τους να έχουν ήδη χαραχθεί στο όρο. Η ίδια περιοχή χρησιμοποιείται ιδιαιτέρως για την εκπαίδευση των νέων αναρριχητών. Μία προσεκτική παρατήρηση των ορειβατικών διαδρομών έδειξε ότι αυτές στερούνται ατόμων της C. heldreichii . Ως εκ τούτου, η δραστηριότητα της αναρρίχησης αποτελεί τον σημαντικότερο κίνδυνο για την επιβίωση του είδους και έναν παράγοντα που επηρεάζει τόσο την ύπαρξη των ωρίμων φυτών όσο και την εγκατάσταση νέων ατόμων στο τραχύ περιβάλλον. Στα ανατολικά τμήματα του όρους υπάρχει ένα εγκαταλειμμένο λατομείο. Δεν επηρεάζει τον πληθυσμό της C. heldreichii στην παρούσα κατάσταση, αλλά μία πιθανή επαναλειτουργία και επέκτασή του θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για το είδο. Με δεδομένη την ζημία που προκαλούν οι αναρριχητικές δραστηριότητες στον πληθυσμό της C. heldreichii στο όρος Βαράσοβα, χαρακτηρίζουμε το είδος ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001), επειδή πληροί τα κριτήρια B2a,b(ii), C2(ii) και D2. Το είδος χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση και αν ο πληθυσμός του υφίσταται συνεχή μείωση, ίσως πρέπει να περιληφθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι ερασιτέχνες αναρριχητές στο όρος Βαράσοβα θα πρέπει να είναι πληροφορημένοι για την ύπαρξη αυτού του σπάνιου είδου. Η συνεργασία τους και η βοήθεια τους είναι απαραίτητες στην προσπάθεια να ελαττωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις τέτοιων δραστηριοτήτων στα φυτά. Η εξόρυξη πέτρας στους βιοτόπους αυτού του είδους θα πρέπει να απαγορευθεί αυστηρά. Η Centaurea heldreichii μπορεί εύκολα να καλλιεργηθεί σε κήπου, όμω, ενδεχομένως να μην είναι ανθεκτική στον παρατεταμένο παγετό. Δεν παρατηρήσαμε κάποιου είδους λήθαργο, όταν προσπαθήσαμε να καλλιεργήσουμε τα αχαίνια του είδου, το φθινόπωρο. Άτομα της C. heldreichii θα πρέπει, επίση, να διατηρούνται μακροχρόνια σε Βοτανικούς Κήπου, καθώς και αχαίνια της σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç, Γεωργία Καμάρη &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDF9FF4AD9ABFE833CB6FBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDF7FF44D9ABFE833CB6FA9B.text	0397C81BBDF7FF44D9ABFE833CB6FA9B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea lancifolia Spreng.	<div><p>Centaurea lancifolia Sieber ex Spreng.</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Centaurea lancifolia Sieber ex Spreng. in Syst. Veg., ed. 16, 3: 406 (1826).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη] "Creta" [χωρί συγκεκριμένη θέση], Sieber s.n. (Σύντυποι: B, BM, G-DC, KIEL, W).</p><p>Συνώνυμα: Amberboa lancifolia (Sieber ex Spreng.) DC., Prodr. 6: 561 (1838).</p><p>Chartolepis lancifolia (Sieber ex Spreng.) Fenzl, Diagn. Pl. Orient.: 66 (1860) και in Tchichatscheff, Asie Min. 3[Bot.](2): 327 (1860).</p><p>Wagenitzia lancifolia (Sieber ex Spreng.) Dostál in Acta Bot. Acad. Sci. Hung. 19: 76 (1973).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με ισχυρή, ξυλώδη βάση βλαστού φέρουσα ανθοφόρα στελέχη και μη ανθοφόρους ρόδακες φύλλων, σχηματίζουσα συστάδα διαμέτρου έως 50 cm. Βλαστοί με επιμήκεις ραβδώσεις και πολύ βραχύ, άκαμπτο τρίχωμα, ενίοτε καλυπτόμενοι επίσης με αραιό, φαιό, αραχνοειδές τρίχωμα, επεκτεινόμενο και στην κατώτερη επιφάνεια των φύλλων κατά μήκος του κύριου νεύρου. Ανθοφόρα στελέχη χωρίς διακλαδώσει, ύψους 15-40 cm, με φύλλα καταλήγοντα σε μονήρες κεφάλιο. Φύλλα εναλλασσόμενα, απλά, πράσινα, με ελαφρώς προεκβάλλουσα μεσαία νεύρωση, στενώς αντιλογχοειδή ή στενώς επιμήκη έως γραμμοειδή, διαστάσεων 2-8 x 0,4-1,1 cm, σταδιακά μειούμενα σε μέγεθος προς το άνω τμήμα του βλαστού, με πολύ βραχύ και άκαμπτο τρίχωμα στις δύο επιφάνειε, κράσπεδα ακέραια, απόληξη αποστρογγυλωμένη έως οξεία με μικρή ακίδα. Φύλλα βάσης στενούμενα σταδιακά σε βραχύ μίσχο, τα μεσαία και ανώτερα φύλλα του βλαστού άμισχα, με ελαφρώς κατερχόμενα κράσπεδα. Περίβλημα κεφαλίου 2-2,5 x 1,5-2,2 cm, με βράκτια αχνοκάστανα έως καστανά, λεία, τα εξωτερικά ωοειδή, ±3 mm (χωρί το ακραίο εξάρτημα), που μεταπίπτουν σταδιακά στα εσωτερικά, στενώς λογχοειδή βράκτια, μήκους ±17 mm, με εξαρτήματα βαθυκάστανα, λεπτώς οδοντωτά, οδόντες ακτινωτοί, έως 5 mm, κεντρικός οδόντας συχνά μακρύτερος των υπολοίπων. Άνθη φωτεινά κίτρινα, μακρύτερα του περιβλήματος κατά 1-1,5 cm, περιφερικά ανθίδια μη αφιστάμενα. Αχαίνια 5-6 x ±2,3 mm. Πάππος αποτελούμενος από πυκνή δέσμη σκληρών τριχών, πολύ αχνού καστανού χρώματο, μήκους 5-7 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Tzanoudakis 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μέσα Ιουνίου έως αρχές Αυγούστου, πιθανώς επίσης τον Σεπτέμβριο σε σκιερέ, ψυχρές θέσει. Τα φυτά σε ένα προστατευμένο κρημνό με νότια έκθεση, στα 1.900 m των Λευκών Ορέων, μόλις άρχιζαν να ανθίζουν στις 9 Ιουνίου 2008 και είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την άνθιση στις 3 Αυγούστου 2008. Τα φυτά σε ένα κρημνό βορειοδυτικής έκθεση, στα 1.800 m της Δίκτη, βρίσκονταν ακόμα σε κατάσταση ανθικών οφθαλμών στις 24 Ιουνίου 1994.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των Λευκών Ορέων και της Δίκτη, στην Δ. και Α. Κρήτη, αντιστοίχω. Στα Λευκά Όρη, η C. lancifolia είναι γνωστή μόνο από λίγες κορυφέ, κοντινές μεταξύ του, στο βόρειο τμήμα του ορεινού όγκου, ενώ στη Δίκτη είναι γνωστή μόνο από μία κορυφή (Turland 1995).</p><p>Βιότοποç: Το είδος είναι υποχρεωτικό χασμόφυτο απρόσιτων κρημνών και αναβαθμίδων σε κατακόρυφους ασβεστολιθικούς βράχου, σε υψόμετρο 1.700-1.900 m. Έχει αναφερθεί σε συστήματα με βόρειο, νότιο, ανατολικό και βορειοδυτικό προσανατολισμό. Στα Λευκά Όρη τα συνοδά taxa μπορεί να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα (*= ενδημικό της Κρήτη): Amelanchier ovalis subsp. cretica, Anthyllis vulneraria, Arenaria cretica, * Campanula jacquinii, Cotoneaster nummularia, Erica manipuliflora, Hellenocarum multiflorum, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, * Muscari spreitzenhoferi, Potentilla speciosa, * Sideritis syriaca subsp. syriaca και Sorbus aria subsp. cretica . Στο όρος Δίκτη συνυπάρχουν τα taxa: * Alyssum lassiticum, * Asperula idaea, * Crepis auriculifolia, * Silene antri-jovis και Umbilicus luteus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea lancifolia είναι ένα σπάνιο, υπολειμματικό, ενδημικό είδος της Κρήτη. Οι Gamal-Eldin &amp; Wagenitz (1991) θεωρούν ότι συγγενεύει με μία ομάδα τουρκικών ειδών, που όλα έχουν περιορισμένες εξαπλώσει.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Υπάρχουν 3 γνωστοί υποπληθυσμοί στα Λευκά Όρη, όλοι φυόμενοι σε μία έκταση 1 km2. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα οι μόνες δημοσιευμένες αναφορές ήταν αυτές του Zaffran (1976, 1990), ο οποίος κατέγραψε το είδος στο όρος Μαύρη, σε έναν κρημνό βόρειας έκθεσης στα 1.850 m και στο όρος Άνδραχος (βόρεια της Μαύρη), σε έναν κρημνό με νοτιοδυτική έκθεση στα 1.780 m.</p><p>Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου παρατήρησε έναν πληθυσμό περίπου 45 ενηλίκων ατόμων να φύεται σε κρημνούς ανατολικής και νότιας έκθεση, σε μία μεγάλη δολίνη (πλάτου 100 m και βάθους 30 m) κοντά στο όρος Μαύρη, στα 1900 m. Καθώς ο προσανατολισμός των κρημνών και το υψόμετρό τους είναι διαφορετικά από αυτά του Zaffran φαίνεται ότι αντιπροσωπεύουν έναν τρίτο υποπληθυσμό. Ο Tzanoudakis (1986) κατέγραψε το είδος από τα Λευκά Όρη, πάνω από το χωριό Κάμποι, στα 1.800 m, σε μία ασαφή αναφορά του που μπορεί να υποδεικνύει οποιονδήποτε από τους 3 γνωστούς υποπληθυσμούς ή ακόμη και έναν τέταρτο. Τον Ιούνιο του 1994 ένας μοναδικό, φαινομενικά μικροσκοπικός πληθυσμός ανακαλύφθηκε στο ορεινό συγκρότημα της Δίκτης (Turland in Phitos &amp; al. 1995, Chilton &amp; Turland 1997), στο όρος Λάζαρο, σε έναν κρημνό με έκθεση βορειοδυτική στα 1.800 m, όπου μόνο ένα ή δύο ενήλικα άτομα παρατηρήθηκαν. Με μόνη εξαίρεση την περίπτωση που οι δύο υποπληθυσμοί του Zaffran είναι σημαντικά μεγαλύτεροι από αυτόν της δολίνης κοντά στην κορυφή Μαύρη, ο συνολικός πληθυσμός του είδους προφανώς δεν ξεπερνά τα 250 ενήλικα άτομα. Δεν έχουν παρατηρηθεί μετρήσιμες μειώσεις ή ακραίες αυξομειώσεις στους αριθμούς των ενηλίκων ατόμων. Η έκταση που καταλαμβάνει το είδος είναι μόλις 2 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Τα φυτά εμφανίζονται μόνο σε ασβεστολιθικούς κρημνού, ένα πολύ σταθερό και συνήθως απρόσιτο περιβάλλον, το οποίο δεν επηρεάζεται από τη βόσκηση. Εντούτοι, η μεγάλη σπανιότητα του είδους και ο κίνδυνος υπερσυλλογής από βοτανικούς και κηπουρούς μπορεί να οδηγήσουν στην ενδεχόμενη εξαφάνισή του. Σε πολύ μικρούς υποπληθυσμού, όπου ο αριθμός των ατόμων έχει μειωθεί κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος της ολικής εξαφάνιση, εξαιτίας μίας ξαφνικής περιβαλλοντικής καταστροφής ή αναπαραγωγικής κατάρρευσης που σχετίζεται με την έλλειψη γενετικής ποικιλότητα. Επειδή ο συνολικός πληθυσμός του είδους υπολογίζεται να περιλαμβάνει λιγότερα από 250 ενήλικα άτομα, προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) σύμφωνα με την IUCN (2001) και το κριτήριο D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί λεπτομερής έρευνα των καταλλήλων κρημνών στις περιοχές όπου εμφανίζεται η Centaurea lancifolia, ώστε να κατανοηθεί καλύτερα η έκταση και η δομή του πληθυσμού τη. Το είδος υπόκειται σε νομική προστασία ως Τρωτό με την ένταξή του στο Αναθεωρημένο Παράρτημα 1 της Συνθήκης της Βέρνης (αυστηρώ προστατευόμενα είδη χλωρίδα), το 1990. Κατόπιν αδεία, θα μπορούσε να συλλεχθεί ένας μικρός αριθμός αχαινίων του είδους (αν αυτή η ίδια η πράξη δεν συνιστά κίνδυνο) και να αναπτυχθούν φυτά σε καλλιέργεια, τα οποία θα δώσουν ex situ υποπληθυσμού. Από αυτούς θα μπορούσαν να δημιουργηθούν περισσότερα φυτά, να διανεμηθούν άτομα σε Βοτανικούς Κήπους και να κατατεθούν αχαίνια σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους στο φυσικό του περιβάλλον ή της ενδυνάμωσης των φυσικών υποπληθυσμών, σε περίπτωση που αυτοί φθίνουν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDF7FF44D9ABFE833CB6FA9B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDF5FF41D9ABFE803CBDF9B9.text	0397C81BBDF5FF41D9ABFE803CBDF9B9.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea leonidia Kalpoutz. & Constantin.	<div><p>Centaurea leonidia Kalpoutz. &amp; Constantin.</p><p>Compositae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Centaurea leonidia Kalpoutz. &amp; Constantin. in Bot. J. Linn. Soc. 146: 375-383 (2004).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αρκαδία] "Mt. Parnonas, the convent of Agios Nikolaos Sintzas, c. 6.4 km south-west of the town of Leonidion, steep, calcareous rocks mostly to the north and north-east of the convent, 37o 08´N, 22o 49´E, alt. c. 550-600 m", 30 May 2003, Constantinidis &amp; Kalpoutzakis 10674 (Ολότυπο: ATHU. Iσότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, ημιξυλώδης στη βάση τη. Κατώτερα φύλλα σε ρόδακε, πυκνά εριώδη, έλασμα με περίγραμμα ευρέως ελλειπτικό έως αντωοειδέ, απλά πτεροσχιδέ, 5,0-6,5 x 2,5-3,5 cm, λοβοί 4-6 ανά πλευρά φύλλου, ελλειπτικοί, 1,3-3,2 x 0,5-1,3 cm. Φύλλα βλαστού όπως τα κατώτερα φύλλα, όμως βαθμιαία σμικρυνόμενα. Περίβλημα κεφαλίου ημισφαιροειδές έως ευρέως ωοειδέ, 1,2-1,6 x 1,2-1,8 cm, εξαρτήματα βρακτίων μήκους 5-7 mm, αντωοειδή έως τριγωνικά, μήκους περίπου τα 2/3 των βρακτίων, με ένα βαθύ καστανό έως σχεδόν μαύρο τριγωνικό έως ωοειδές κεντρικό τμήμα, περιθώρια με αβαθείς σχισμέ, ανώτερο τμήμα καταλήγον σε άκανθα μήκους 0,6-2,1 mm. Στεφάνη ρόδινη-πορφυρή, εξωτερικά ανθίδια μήκους 20-23 mm, άγονα, με 5 λοβούς μήκους περίπου το μισό του σωλήνα, εσωτερικά ανθίδια κυλινδρικά, μήκους 16-17 mm. Aχαίνια μήκους 3,5-4 mm, αραιώς τριχωτά, πάππος με ανισομήκεις τραχιές τρίχες μήκους έως 5,5 mm, μακρύτερος του αχαινίου.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2004).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Κυρίως τον Μάιο και τον Ιούνιο. Τα ώριμα αχαίνια εμφανίζονται αργά τον Ιούνιο και νωρίς τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από τρεις θέσεις στις κατώτερες περιοχές του όρους Πάρνωνα: κοντά στην Μονή Αγίου Νικολάου Σίντζα, στις πλαγιές της κορυφής Πούντες και στους Τσακώνικους Βράχους (Κοκκινόβραχο) πάνω από τη βορειοδυτική απόληξη της κωμόπολης του Λεωνιδίου.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea leonidia είναι ένα υποχρεωτικό χασμοφυτικό είδο, το οποίο φύεται μόνο σε απόκρημνου, σχεδόν απρόσιτους κρημνού. Τα φυτά σχηματίζουν συστάδες από φύλλα βάσης που μεγαλώνουν σε κάθετες ή σχεδόν κάθετες όψεις βράχων. Σχεδόν όλα τα φυτά είναι απρόσιτα σε οποιονδήποτε βοτανικό δεν έχει εκπαιδευθεί σε τεχνικές αναρρίχηση. Τα τρία συστήματα σκληρών ασβεστολιθικών κρημνών που φιλοξενούν το είδο, εκτείνονται σε υψόμετρο περίπου 300-750 m, έχοντας ανατολικό έως νοτιοανατολικό ή νότιο προσανατολισμό. Ένα σημαντικό τμήμα της επιφάνειάς του, ιδιαίτερα στα σημεία όπου φύεται η C. leonidia, έχει ελάχιστες προεκβολές ή ρωγμές και κατά συνέπεια είναι αραιά καλυμμένο με άλλα φυτικά είδη. Τα περισσότερο κοινά είδη που εμφανίζονται μαζί με την C. leonidia είναι τα ακόλουθα (με * σημειώνονται τα ελληνικά ενδημικά): * Asperula taygetea, Aurinia saxatilis subsp. orientalis, * Brassica cretica subsp. laconica, Capparis spinosa subsp. spinosa, * Erysimum corinthium, * Petrorhagia grandiflora, Ptilostemon chamaepeuce, * Stachys chrysantha, * Teucrium francisci-werneri κ.ά.</p><p>Η C. leonidia έχει συλλεχθεί σε υψόμετρο περίπου 450-550 m και οι πληθυσμοί της φθάνουν τα 600-650 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea leonidia είναι μέλος της C. sectio Phalolepis και συγγενεύει με ένα άλλο σπάνιο ενδημικό της ίδιας ομάδα, την C. heldreichii Halácsy. Από το τελευταίο διαφέρει στο ότι έχει φύλλα κυρίως απλά πτεροσχιδή με πλατύτερη ράχη και λιγότερους λοβούς ανά πλευρά φύλλου. Επίση, τα εξαρτήματα έχουν μήκος περίπου τα 2/3 του μήκους των βρακτίων και καταλήγουν σε μια μακρύτερη άκανθα, ενώ η εξωτερική επιφάνεια των βρακτίων φέρει αραιές τρίχες αντί άμισχους αδένε. Η C. leonidia εμφανίζει επίσης σημαντική μορφολογική συγγένεια με την C. niederi Heldr., αν και η τελευταία είναι μέλος της C. sectio Acrolophus . Η εμφάνιση αρκετών βλεφαρίδων καθώς και η μακρύτερη αποληκτική άκανθα των βρακτίων στην C. niederi, την διακρίνουν εμφανώς από την C. leonidia .</p><p>H μορφολογική ομοιότητα της C. leonidia με την C. niederi είναι φυλογενετικά σημαντική και υπογραμμίζει την στενή συγγένεια μεταξύ ειδών που ανήκουν στην sect. Phalolepis και μελών της sect. Acrolophus . Ο Wagenitz (1989) σχολίασε αυτό το θέμα και ανέφερε παραδείγματα περιπτώσεων από αρκετά ζεύγη συγγενικών ειδών, στα οποία το ένα τοποθετείται στη sect. Acrolophus και το άλλο στη sect. Phalolepis . Καθώς αυτά τα ζεύγη ειδών φύονται σε γειτονικές περιοχέ, είναι πιθανό ότι έχουν προκύψει κατευθείαν από έναν κοινό πρόγονο, οπότε είναι φυλογενετικώς συγγενή. Ως αποτέλεσμα, η διάκριση μεταξύ των δύο ομάδων, που παραδοσιακά στηρίζεται στη μορφολογία των εξαρτημάτων, πιθανώς είναι τεχνητή (Wagenitz &amp; Hellwig 1996). Καθώς οι μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ των δύο ομάδων αποδεικνύονται συνεχώς περισσότερες και στενότερε, ίσως είναι απαραίτητο να υιοθετηθεί μία ευρύτερη θεώρηση που θα τις ενοποιεί.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μας στο πεδίο, υπολογίζουμε ότι ο συνολικός αριθμός των ενηλίκων ατόμων της Centaurea leonidia, σε κάθε μία από τις τρεις θέσεις τη, δεν πρέπει να ξεπερνά τα 100 άτομα, με ένα σύνολο μικρότερο των 250 ατόμων. Ένας τέτοιος αριθμός δεν διασφαλίζει την απρόσκοπτη επιβίωση του είδου.</p><p>Η επέκταση των τριών γνωστών υποπληθυσμών της C. leonidia προϋποθέτει την εμφάνιση νέων ατόμων πάνω στους απότομους βράχου. Αυτή είναι μία πολύ δυσχερής διαδικασία, καθώς τα αχαίνια του είδους δύσκολα εξαπλώνονται στις κατακόρυφες επιφάνειες και η διαθεσιμότητα καταλλήλων ρωγμών ή σχισμών στους βράχους είναι πολύ περιορισμένη. Επιπλέον, η C. leonidia πρέπει να ανταγωνισθεί άλλα χασμόφυτα για τον ίδιο οικολογικό θώκο. Παρατηρήσαμε πολύ λίγα νεαρά φυτά στις δύο θέσεις και το ποσοστό αναγέννησης του πληθυσμού θα πρέπει να είναι πολύ μικρό. Πράγματι, τα περισσότερα φυτά στους βράχους φαίνεται να είναι αρκετά μεγάλης ηλικίας και τα νεαρά άτομα είναι απίθανο να μπορέσουν να επιβιώσουν στις βάσεις των βράχων, όπου αντιμετωπίζουν την έντονη βόσκηση από ζώα, που επισκέπτονται τις περιοχές σε τακτά διαστήματα. Οι τρεις γνωστοί υποπληθυσμοί θα συρρικνωθούν περαιτέρω, στην περίπτωση που οποιαδήποτε τυχαία ή σκόπιμη δραστηριότητα επηρεάσει τους αριθμών των υπαρχόντων φυτών της C. leonidia .</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Centaurea leonidia είναι ένα σπάνιο και πολύ τοπικό είδος που πρέπει να καταταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), σύμφωνα με την IUCN (2001). Εμφανίζει περιοχή εξάπλωσης μικρότερη των 500 km2 και είναι γνωστή από λιγότερες των πέντε θέσεων (κριτήριο B1). Ο συνολικός πληθυσμός της υπολογίζεται σε λιγότερα από 250 ενήλικα άτομα (κριτήριο D) και οι υποπληθυσμοί της είναι ισχυρά διακεκομμένοι (κριτήριο C2a).</p><p>Η περιοχή, στην οποία φύεται η C. leonidia, δηλαδή οι κάθετες όψεις βράχων, προσφέρουν προστασία από οποιαδήποτε ανθρώπινη ενέργεια και δημιουργούν ένα ασφαλές καταφύγιο για το είδο. Εντούτοι, παρατηρήσαμε δραστηριότητες αναρρίχησης στους κρημνούς όπου φύεται το είδο, οι οποίες αποσκοπούσαν στην έρευνα ορισμένων σπηλαίων που αναφέρονται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Οποιαδήποτε δραστηριότητα τέτοιου είδου, ιδιαίτερα αν εντατικοποιηθεί, μπορεί να προκαλέσει έναν σοβαρό και απρόσμενο κίνδυνο για την επιβίωση του είδου.</p><p>Επιπλέον, η γενετική υποβάθμιση καθώς και άλλα τυχαία φαινόμενα είναι δύο ακόμη αιτίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον αριθμό των ατόμων του πληθυσμού και την περαιτέρω επιβίωση του είδου.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η χαράδρα κοντά στον Άγιο Νικόλαο Σίντζας είναι μία διακλάδωση της χαράδρας του Λεωνιδίου, η οποία ξεκινά με τα ανώτερα τμήματά της κοντά στο χωριό Κοσμάς και καταλήγει κοντά στην πόλη του Λεωνιδίου. Αυτή η περιοχή έχει ενταχθεί στο ελληνικό Δίκτυο των οικολογικά, σημαντικών περιοχών ΦΥΣΗ 2000. Η προστασία των οικοτόπων της περιοχής θα έχει ασφαλώς μία ευεργετική επίδραση στους πληθυσμούς της Centaurea leonidia .</p><p>Οι αναρριχητές και οι ερευνητές στην περιοχή πρέπει να πληροφορηθούν την ύπαρξη αυτού του σπάνιου είδους και χρειάζεται να καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε να μη διαταράξουν τους υποπληθυσμούς των φυτών.</p><p>Η μεταφορά της C. leonidia στην καλλιέργεια θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό μέτρο για για την ex situ προστασία του είδου. Όμω, κάτι τέτοιο παρουσιάζει δυσκολίε, καθώς η συλλογή αχαινίων προϋποθέτει αναρρίχηση στους βράχους την κατάλληλη εποχή του έτου. Η C. leonidia είναι ένα μη αυτογονιμοποιούμενο φυτό και η παραγωγή βιώσιμων αχαινίων προϋποθέτει την καλλιέργεια τουλάχιστον δύο διαφορετικών φυτών.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDF5FF41D9ABFE803CBDF9B9	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBDF2FF42D9B2FE833CB6FB5D.text	0397C81BBDF2FF42D9B2FE833CB6FB5D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea litochorea T. Georgiadis & Phitos	<div><p>Centaurea litochorea T. Georgiadis &amp; Phitos</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea litochorea T. Georgiadis&amp;Phitos in Rev.Biol.Ecol.Médit.5:31(1078).</p><p>Tύποç: [Ελλά (NC), Μακεδονία, Νομός Πιερία] "mons Olympos, supra vicum Litochoron, ad locum Stavros dictum, alt. 950 m, in apertis silvae", 7 Aug. 1973, Phitos, Georgiadis &amp; Tzanoudakis 13724 (Ολότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Διετές έως πολυετές είδος με φαιή και τραχιά τρίχωση και 1-4 κατακείμενα στελέχη μήκους 5-30 cm. Φύλλα βάσης σε ρόδακα, μήκους 2-8 cm, σχισμέναλοβωτά έως πτεροσχιδή, τμήματα ορισμένες φορές με λίγους λοβού. Ανθοφόροι βλαστοί αραιά διακλαδισμένοι κοντά στη βάση ή το μέσον του, με λίγα φύλλα. Μεσαία φύλλα βλαστού πτεροσχιδή, με λοβούς πλάτους 0,8-1 mm. Περίβλημα κεφαλίου 11-17 x 6-10 mm, χοανοειδέ - κωδωνοειδέ, στην καρποφορία ανοικτό. Βράκτια περιβλήματος απαλά πράσινα, λεία, εξαρτήματα σχεδόν κυκλικά, 3-5 x 3-6 mm, καλύπτοντα τα βασικά τμήματα του βρακτίου, υαλώδη, με τριγωνικό-ωοειδέ, αχυρόχρωμο έως βαθυκάστανο κεντρικό τμήμα, κράσπεδα ακανόνιστα οδοντωτά-σχισμένα, ενίοτε με 1-3 βλεφαρίδες κοντά στο ανώτερο τμήμα του, καταλήγοντα σε μία άκανθα μήκους 1-2 mm. Ανθίδια κίτρινα, τα εξωτερικά αποκλίνοντα. Αχαίνια μήκους 3,5 mm περίπου. Πάππος μήκους 1-2,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Georgiadis &amp; Phitos 1978). O αριθμός 2 n = 16 (Strid &amp; Franzén 1981) χρειάζεται επιβεβαίωση.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό από λίγες μόνο θέσεις στα όρη Όλυμπος και Κάτω Όλυμπο.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea litochorea φύεται συνήθως σε πετρώδεις θέσεις ή σε περιοχές με μικρούς βράχου, ορισμένες φορές στις παρυφές δάσου, όχι όμως μέσα σε αυτό. Η περιοχή στην οποία συλλέχθηκε για πρώτη φορά εμφανίζει μικρή ή μέτρια κλίση και καλύπτεται κυρίως από ποώδη βλάστηση, με λίγου, διάσπαρτους θάμνου. Ο βιότοπος του φυτού στο όρος Κάτω Όλυμπος αντιστοιχεί είτε σε ανοικτέ, πετρώδει, λιβαδικές εκτάσεις της κορυφής Ανάληψη, οι οποίες βόσκονται περιοδικά και όπου το είδος φύεται σε ασβεστολιθικό έδαφος μαζί με άλλα ποώδη είδη είτε σε βραχώδεις θέσεις ΒΔ. της Καλλιπεύκη, όπου η C. litochorea φύεται σε σχετικά αδιατάρακτο περιβάλλον μαζί με Carum strictum, Ephedra major, Inula verbascifolia, Jurinea mollis, Silene parnassica και Thesium divaricatum (Bergmeier 1988) .</p><p>Το είδος έχει καταγραφεί σε υψόμετρο από 830-1.800 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea litochorea ανήκει στα σπάνια μέλη της C. sectio Phalolepis, που έχουν κίτρινα άνθη. Οι Georgiadis &amp; Phitos (1978) την συγκρίνουν με την C. formanekii Halácsy, από την οποία διαφέρει στα μεγαλύτερα κεφάλια, τα διαφορετικά εξαρτήματα των βρακτίων και τα κίτρινα ανθίδια. Φαίνεται επίσης να έχει συγγένειες με την C. cithaeronea Phitos &amp; Constantin., η οποία, όμω, έχει όρθιους ή ανορθούμενους και βραχύτερους βλαστούς και διαφορές στο τύπο του τριχώματος και στη μορφή των βρακτίων του περιβλήματο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συγγένειά της με την γεωγραφικά γειτονική C. incompleta Halácsy, μέσω της οποίας τονίζεται η στενή ταξινομική σχέση της C. sect. Αcrolοphus με την C. sect. Phalolepis .</p><p>Οι υποπληθυσμοί της C. litochorea που φύονται σε μεγάλο υψόμετρο φαίνεται ότι υβριδίζουν με άλλα μέλη του γένου, τα οποία ανήκουν στη sect. Αcrolοphus και, ως αποτέλεσμα, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία στα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά, ακόμη και στο χρώμα των ανθέων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Centaurea litochorea φύεται σε τοπικούς υποπληθυσμού, οι οποίοι, όμω, μπορεί να περιλαμβάνουν σημαντικό αριθμό ατόμων. Στην κορυφή Ανάληψη του όρους Κάτω Όλυμπος υπάρχουν τουλάχιστον 700 άτομα, τα οποία φύονται διάσπαρτα, όμω, τοπικά μπορεί να επικρατούν. Επίση, σε δύο περιοχές του όρους Όλυμπος το είδος σχηματίζει πληθυσμούς περίπου 100 και περισσότερο των 500 ατόμων αντιστοίχω. Εντούτοι, ο υποπληθυσμός στον οποίο στηρίχθηκε η περιγραφή του είδου, στην θέση Σταυρός του Ολύμπου, θα πρέπει να θεωρείται εξαφανισμένο. Ο συγγραφέας αναζήτησε επανειλημμένα φυτά του συγκεκριμένου πληθυσμού στις αρχές Αυγούστου του 2006 και ξανά τον Αύγουστο του 2008, χωρίς καμία επιτυχία. Υπολογίζουμε ότι ο συνολικός πληθυσμός της C. litochorea ανέρχεται σε λιγότερα από 5.000 άτομα. Οι συνολικές θέσεις όπου έχει εντοπισθεί το είδος είναι περίπου 5 ή 6, ενδέχεται, όμω, να βρεθούν νέοι υποπληθυσμοί, αν οι ανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές του Ολύμπου ερευνηθούν προσεκτικά. Η εξαφάνιση ενός σημαντικού υποπληθυσμού δείχνει ότι το φυτό ενδέχεται να μην είναι ικανό να αντεπεξέλθει σε ανθρωπογενείς πιέσεις και αλλαγές στον βιότοπό του. Σε αντίθεση με το συγγενές είδος C. cithaeronea, η C. litochorea δεν φαίνεται να δημιουργεί παραφυάδες και το σύνολο των πληθυσμών της προέρχεται από την φύτρωση των αχαινίων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που απειλούν το είδος σχετίζονται αφενός με την ανθρώπινη δραστηριότητα και αφετέρου με την αλλοίωση του γενετικού υλικού, σε περιοχές που η εξάπλωση της C. litochorea συναντά άλλα είδη του γένου. Η εξαφάνιση του υποπληθυσμού στη θέση Σταυρός του Ολύμπου πιθανότατα οφείλεται στη συνεχή ύπαρξη μεγάλων χορτοφάγων ζώων,κυρίως αλόγων και μουλαριών, που βόσκουν στην περιοχή. Ο υποπληθυσμός στην κορυφή Ανάληψη του Κάτω Ολύμπου βόσκεται από αιγοπρόβατα και αγελάδε, ενώ πολύ κοντά του υπάρχουν φωτοβολταϊκές εγκαταστάσει. Τα φυτά εδώ κινδυνεύουν από πιθανές επεκτάσεις των υπαρχουσών ενεργειακών υποδομών ή από τη δημιουργία νέων υποδομών διαφορετικής χρήση, καθώς και από τη κατανάλωση των ανθοφόρων τμημάτων τους από τα ζώα. Ο υποπληθυσμός του είδους στα υψηλότερα όρια της εξάπλωσής του, στο καταφύγιο Β του Ολύμπου, επηρεάζεται γενετικά από άλλα είδη Centaurea, με τα οποία υβριδίζει. Παρά τα παραπάνω, ορισμένοι υποπληθυσμοί δέχονται μικρές πιέσεις και δεν φαίνεται να υπόκεινται σε οποιαδήποτε απειλή.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με την IUCN (2001), εξαιτίας της πιστοποιημένης εξαφάνισης ενός υποπληθυσμού του σε διάστημα 30 ετών, των μεταβολών στον αριθμό των ατόμων ορισμένων υποπληθυσμών εξαιτίας της βόσκησης και της πιθανής επέκτασης υποδομών στο μέλλον, αλλά και της γενετικής αλλαγής που μπορεί να υποστεί εξαιτίας του υβριδισμού, σε περιοχές όπου συνυπάρχει με άλλα είδη.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Είναι σημαντικό να αποφευχθεί η υπερβόσκηση στις περιοχές όπου φύεται το είδο, ενώ η ήπια βόσκηση ενδέχεται να έχει ευεργετικές επιπτώσεις στον πληθυσμό, αποτρέποντας τη μεγάλη αύξηση ή πύκνωση των ξυλωδών ειδών. Η υβριδοποίηση που παρατηρείται στα ανώτατα υψομετρικά όρια της εξάπλωσής της Centaurea litochorea είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί ή να εξαλειφθεί. Η επιλογή του χώρου για την εγκατάσταση υποδομών παραγωγής ενέργειας (φωτοβολταϊκά συστήματα, ανεμογεννήτριες κ.λπ.) θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, ώστε να μην θίγονται πληθυσμοί σπανίων ειδών, φυτών ή ζώων. Tο είδος καλλιεργείται εύκολα από αχαίνια και συνιστάται να διατηρούνται πληθυσμοί του γνωστής προέλευσης σε ειδικευμένα κέντρα ή Βοτανικούς Κήπου. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί επανεισαγωγή του είδους σε περιοχέ, όπου, για οποιουσδήποτε λόγου, τα φυτά δεν καταφέρουν να επιβιώσουν.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBDF2FF42D9B2FE833CB6FB5D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC0FFEBCD9ABFF6A3CB6FC5B.text	0397C81BBC0FFEBCD9ABFF6A3CB6FC5B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea messenicolasiana T. Georgiadis, G. Dimitrellos & Routsi	<div><p>Centaurea messenicolasiana T. Georgiadis, G. Dimitrellos &amp; Routsi</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea messenicolasiana T. Georgiadis, G. Dimitrellos &amp; Routsi in Willdenowia 25(2): 563 (1996).</p><p>Τύποç: [Ελλά (SPi), Θεσσαλία, Νομός Καρδίτσα] "in regione media et inferiore montis Agrapha, ad margines viarum, prope pagum Messenicolas, solo phlyscho, 600- 800 m" 10 Jul. 1993, Th. Georgiadis &amp; G. Dimitrellos 7354 (Ολότυπο: UPA. Ισότυπο: B).</p><p>Περιγραφή: Εύρωστο, πολυετές φυτό με ανερχόμενους βλαστούς μήκους 50-100 cm, αποξυλωμένους και διακλαδισμένους στη βάση τους ή μέχρι το μέσον του, κυλινδρικούς ή με 10(-12) ασαφείς γωνίε. Φύλλα βάσης πτεροσχιδή ή δις πτεροσχιδή, έμμισχα με ακέραιους αντιλογχοειδείς λοβού, τραχιά, με αδένες και αραχνοειδείς τρίχε, μεσαία φύλλα πτεροσχιδή με επιμήκει -λογχοειδεί λοβού. Κεφάλια μεμονωμένα ή σε ομάδες των 3-5, σε σύνθετη βοτρυοειδή-κορυμβοειδή ταξιανθία. Περίβλημα κεφαλίου 13-15 x 8-11 mm, κατώτερα βράκτια ωοειδή, διαστάσεων 7,5-9,5 x 1,7-2 mm, μεσαία βράκτια αντωοειδή, με πρασινόχρωμες νευρώσει, διαστάσεων 11-13 x 2-3 mm, εξαρτήματα βρακτίων λευκά-μαργαριτώδη, ωοειδή έως κυκλικά, κοίλα, χωρίς ωτία, με αβαθείς σχισμές στα κράσπεδα και ελαφρώς ακιδωτά στην απόληξή του, αυτά των μεσαίων βρακτίων διαστάσεων 6-8 x 5,5-7 mm, απολήγοντα σε λεπτή ακίδα μήκους 1-1,5 mm. Ανθίδια λευκά, τα περιφερειακά με ελαφρώς αποκλίνουσα διάταξη. Αχαίνια μήκους 3 mm. Πάππος μήκους 0,8-1,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Georgiadis &amp; al. 1996).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Αναλόγως της έκθεση, η ανθοφορία αναμένεται από το Μάιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Κ. Ελλάδα. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνο από μία μικρή περιοχή στους πρόποδες των Αγράφων και βορειοανατολικά της τεχνητής λίμνης Ταυρωπού (Πλαστήρα), στην περιοχή κοντά στο χωριό Μεσενικόλας του νομού Καρδίτσα.</p><p>Βιότοποç: Το είδος απαντά σε ανοίγματα και περιθώρια φυλλοβόλων διαπλάσεων, σε υπόστρωμα φλύσχη, σε υψόμετρο περίπου 500-800 m. Φύεται μαζί με άλλα κοινά είδη όπως τα: Cotinus coggygria, Cercis siliquastrum, Carpinus orientalis, Castanea sativa, Ostrya carpinifolia, Quercus cerris, Teucrium capitatum, Eryngium campestre, Origanum vulgare, Chondrilla juncea, Hordeum murinum κ.ά. Αρκετά φυτά εμφανίζονται σε κράσπεδα δρόμων και δασικών ανοιγμάτων και πιθανότατα δεν μπορούν να διεισδύσουν σε περιοχές με πυκνή ξυλώδη βλάστηση.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea messenicolasiana ανήκει σε μια σχετικώς ομοιογενή ομάδα της sectio Phalolepis, τα είδη της οποίας χαρακτηρίζονται από λευκά ανθίδια και βράκτια με ημιδιαφανή λευκά ή ξανθοκίτρινα εξαρτήματα. Η C. messenicolasiana φαίνεται να συγγενεύει στενά με την C. chrysocephala Phitos &amp; Τ. Georgiadis, τοπικό ενδημικό είδος της ευρύτερης περιοχής της Καλαμπάκας (Georgiadis &amp; Phitos 1977) και την C. princeps Boiss. &amp; Heldr., τοπικό ενδημικό είδος του όρους Τυμφρηστού (Gamal-Eldin &amp; Wagenitz 1991). Η C. messenicolasiana διακρίνεται από τους στενούς συγγενείς τη, κυρίω, από τα μικρότερου μεγέθους κεφάλια, τα λευκά-μαργαριτώδη, ωοειδή βράκτια που δεν φέρουν ωτία, τους αντιλογχοειδείς επιμήκεις και ακέραιους λοβούς των φύλλων βάσης και τα μικρότερα αχαίνια (Geοrgiadis &amp; al. 1996).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Centaurea messenicolasiana είναι ένα σπάνιο τοπικό ενδημικό της περιοχής του λόφου Άγιος Ταξιάρχης του χωριού Μεσενικόλα. Απαντά στις παρυφές του παλαιού δρόμου που συνδέει το χωριό Μεσενικόλας με την Καρδίτσα, όπου σχηματίζει ολιγομελείς συστάδες των 10-60 ατόμων και διάσπαρτους υποπληθυσμούς στα περιθώρια και στα ανοίγματα των φυλλοβόλων διαπλάσεων, σε μια έκταση περίπου 4 km2. O συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων στην περιοχή δεν φαίνεται να ξεπερνά τα 5.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η περιοχή εξάπλωσης του είδους βρίσκεται σχετικά κοντά στην πολυσύχναστη και τουριστικά αναπτυσσόμενη περιοχή της τεχνητής λίμνης Ταυρωπού (Πλαστήρα). Οι γνωστοί υποπληθυσμοί κινδυνεύουν, καθώς μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητε. Ενέργειε, όπως τα εκτεταμένα κατασκευαστικά έργα και η διαπλάτυνση των οδικών αρτηριών θα απειλούσαν, θα μετέβαλαν ή θα κατέστρεφαν τα μοναδικά ενδιαιτήματα του είδους και γι' αυτό τον λόγο θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή. Το μεγαλύτερο τμήμα της εξάπλωσης του είδους υφίσταται, επιπλέον, την επίδραση της βόσκηση. Παρόλα αυτά, σημαντικές αλλαγές στη χρήση της γης στην περιοχή, όπως η διακοπή της βόσκηση, θα οδηγούσαν σε ανεπιθύμητη αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των ξυλωδών φυτών που αναπτύσσονται στον βιότοπο του είδου, με αρνητικές συνέπειες στην μακροπρόθεσμη επιβίωση των υποπληθυσμών του.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσης του είδου, των διάσπαρτων και μικρoύ μεγέθους υποπληθυσμών που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του και της πιθανότητας ελάττωσης των αρχικών υποπληθυσμών εξαιτίας ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στηριζόμενοι στα κριτήρια Β1a,b(ii,iii)+2a,b(ii,iii), C2a(i) και D2 της IUCN (2001) που πληρούνται, προτείνεται η Centaurea messenicolasiana να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την απρόσκοπτη, επιτόπια (in situ) διατήρηση και προστασία των υποπληθυσμών της Centaurea messenicolasiana . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του είδους στο φυσικό του περιβάλλον προτείνεται η διαχείριση της ξυλώδους βλάστησης με σκοπό τη διατήρηση ανοιγμάτων και ηλιόλουστων θέσεων. Επιπλέον, προτείνεται η επιτακτική αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στους βιοτόπους που αναπτύσσονται οι υποπληθυσμοί του (κατασκευαστικά έργα, καθαρισμό - απομάκρυνση της ποώδους βλάστησης στις παρυφές δρόμων, διαπλάτυνση οδικών αρτηριών, εκτεταμένη τουριστική εκμετάλλευση της περιοχή).</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας καλύτερης εικόνας της δυναμικής των υποπληθυσμών του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση.</p><p>Στο πλαίσιο της εκτός τόπου (ex situ) διατήρησης και προστασίας του είδου, 3 ζωντανά άτομα και αχαίνια από 10 διαφορετικά άτομα συλλέχθηκαν από το φυσικό περιβάλλον και καλλιεργούνται στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων, του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνα.</p><p>Θεόδωροç Γεωργιάδηç, Νικόλαοç Κρίγκαç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC0FFEBCD9ABFF6A3CB6FC5B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC0DFEBED9ABFE833CB6FE33.text	0397C81BBC0DFEBED9ABFE833CB6FE33.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea niederi Heldr.	<div><p>Centaurea niederi Heldr.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea niederi Heldr. in Ann. Sci. Nat. ser. 4, 13: 380 (1860).</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αιτωλία - Ακαρνανία] "in rupibus, prope Mesolongi Aetoliae", Mai. 1860, Nieder (G-BOIS).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο. Ολόκληρο το φυτό με τεφρό και πυκνό, εριώδες τρίχωμα. Βλαστοί μήκους 15-40 cm, συνήθως όρθιοι ή ημιανερχόμενοι, αραιώς και βοτρυοειδώς διακλαδισμένοι, φέροντες στο άκρο τους 1 ή, σπανιότερα, 2-3 κεφάλια. Φύλλα βάσεως έμμισχα, μήκους 10-25 cm, δις πτεροσχιδή με πλάγια τμήματα επιμήκη, αμβλέα έως οξέα· ανώτερα φύλλα βλαστού άμισχα, απλώς πτεροσχιδή. Περίβλημα κεφαλίου με διάμετρο (10-)15-20 mm, ωοειδές έως σφαιρικό. Εξαρτήματα των εξωτερικών φυλλαρίων του περιβλήματος επιμήκως τριγωνικά, καστανόχρωμα, κτενοειδώς βλεφαριδωτά, καταλήγοντα σε άκανθα μήκους 2,5-5 mm, ισχυρότερη των βλεφαρίδων · εξαρτήματα των εσωτερικών φυλλαρίων ωοειδή, αχυροειδή, οδοντωτά. Ανθίδια ιώδη-ρόδινα, ακτινωτά. Αχαίνια χνοώδη, μήκους περίπου 4 mm, με πάππο μιάμιση φορά μακρύτερο του αχαινίου.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Georgiadis &amp; Phitos 1976).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιος - Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της ελληνικής χλωρίδα. Εξαπλώνεται κυρίως στην Δ. Στερεά Ελλάδα (Νομό Αιτωλοακαρνανία) με κύρια εμφάνιση στο Φαράγγι της Κλεισούρα, όπου ευρέθη για πρώτη φορά από τον Nieder το 1860. Έχει ευρεθεί επίσης πλησίον του χωριού Φράξος και λίγα διασκορπισμένα άτομα σε λίγες ακόμη θέσεις του ίδιου Νομού. Απαντά, επίση, στην ΒΔ. Πελοπόννησο στο όρος Μαύρο Βουνό πλησίον του ακρωτηρίου Αράξου (Νομοί Αχαϊας και Ηλεία).</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea niederi είναι τυπικό, χασμοφυτικό είδο, συνήθως των καθέτων ασβεστολιθικών βράχων. Εμφανίζεται σχεδόν από την επιφάνεια της θαλάσσης μέχρι το υψόμετρο των 150 m. Τα συνοδά είδη είναι τα συνήθη, χλωριδικά στοιχεία της κατώτερης ζώνης των ασβεστολιθικών βράχων της Δ. Στερεάς Ελλάδος και ΒΔ. Πελοποννήσου, όπω: Aurinia saxatilis, Euphorbia dendroides, Capparis spinosa, Centranthus ruber, Ptilostemon chamapeuce, Silene congesta subsp. congesta κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Centaurea niederi είναι ένα διακεκριμένο είδο, το οποίον ανήκει στην sectio Acrolophus . O Wagenitz (1989), σε μία ενδιαφέρουσα εργασία του περί της φυλογενετικής συγγενείας των ειδών της sect. Acrolophus και της sect. Phalolepis, συγκρίνει, μεταξύ άλλων, τα είδη C. niederi και C. heldreichii Halácsy (sect. Phalolepis), προκειμένου να δείξει την, ενίοτε, στενή συγγένεια μεταξύ ορισμένων μεγάλων ομάδων ειδών του γένους Centaurea .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos 1995c) αναφέρεται η Centaurea niederi ως Κινδυνεύον είδος (EN), εξαιτίας των λίγων θέσεων εμφανίσεώς τη, οι οποίες ήσαν, τότε, γνωστέ. Όμω, με βάση το υλικό, το οποίον έχει, εν τω μεταξύ, συγκεντρωθεί, αποδεικνύεται ότι το είδος αυτό έχει μίαν ευρύτερη περιοχή εξαπλώσεως (ιδέ επίσης Στρατάκη 1998). Πράγματι, η C. niederi εμφανίζεται σε τρει, τουλάχιστον, υποπληθυσμού, από τους οποίους οι δύο πρώτοι ευρίσκονται στην Αιτωλοακαρνανία και ο τρίτος στην Πελοπόννησο. Ο ένας ευρίσκεται στην κλασσική θέση του είδου, στο Φαράγγι της Κλεισούρα, όπου ο αριθμός των ατόμων υπολογίζεται, κατά προσέγγιση, σε 1.000. Ο δεύτερος υποπληθυσμός αριθμεί περί τα 150-200 άτομα και ευρίσκεται στην περιοχή του χωριού Φράξο. Ο τρίτος υποπληθυσμός (ΒΔ. Πελοπόννησο) ευρίσκεται παρά την θέση Καλόγρια, όπου αναπτύσσεται στους ασβεστολιθικού, κάθετους βράχου, πλησίον της ακτή, του όρους Μαύρο Βουνό και αριθμεί περίπου 500 άτομα. Ένα δείγμα του Rechinger είναι συλλεγμένο το 1964 από την περιοχή της Παραλίμνης (Νομό Αχαϊα). Πρόκειται για την περιοχή του χωριού Άραξο, περίπου 6 km από την θέση Καλόγρια. Στην περιοχή του Αράξου ευρίσκονται σήμερα εν λειτουργία λατομεία, τα οποία έχουν αλλάξει το τοπίο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η πραγματική επιφάνεια, την οποία καταλαμβάνει η Centaurea niederi εκτιμάται ότι είναι μικρότερη των 20 km2. Συγχρόνω, η εν λόγω επιφάνεια μπορεί να θεωρηθεί ως κατακερματισμένη. Με βάση αυτά τα δεδομένα και σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), το εν λόγω είδος κατατάσσεται στην κατηγορία των Τρωτών (VU), καθόσον πληροί τα κριτήρια B1a,b(ii,iii,iv)+2a,b(ii, iii,iv). H Centaurea niederi, λόγω των θέσεων στις οποίες εμφανίζεται (στι παρυφές οδικών αρτηριών της χώρα, παραλιακές θέσεις κ.λπ.), είναι προσιτή στην συλλογή από επαγγελματίες και ερασιτέχνες βοτανικού. Άλλωστε, το είδος αυτό είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον όχι μόνον διότι συγκαταλέγεται στα σπάνια, ενδημικά είδη της Ελλάδα, αλλά και διότι, από ταξινομικής απόψεω, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος διαπλατύνσεων των οδών, πλησίον των οποίων εμφανίζεται το εν λόγω είδο, αλλά και η χρησιμοποίηση των ασβεστολιθικών θέσεων ως λατομεία.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Παρότι η Centaurea niederi περιλαμβάνεται στην Σύμβαση της Βέρνης (οδηγία 92/43 ΕΕ), δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα προστασίας τη, τα οποία άλλωστε, απο πρακτικής απόψεω, χρειάζονται προσεκτικό προγραμματισμό. Συνιστούμε να παύσει η αλόγιστη συλλογή αυτού του είδους και συγχρόνως να εμποδισθεί η αλλοίωση ή η καταστροφή των βιοτόπων, στους οποίους εμφανίζεται. Επίση, θα πρέπει, για την ex situ διατήρησή τη, να διατηρηθούν αχαίνια της σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Συγχρόνω, θεωρούμε απαραίτητη την συνεχή παρακολούθηση των φυσικών υποπληθυσμών του εν λόγω είδου, ώστε να προληφθούν ενέργειες που μπορούν να έχουν αρνητικές συνέπειες για αυτού.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC0DFEBED9ABFE833CB6FE33	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC0BFEBBD9ABFE833CBDFCE0.text	0397C81BBC0BFEBBD9ABFE833CBDFCE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea paxorum Phitos & T. Georgiadis	<div><p>Centaurea paxorum Phitos &amp; T. Georgiadis</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea paxorum Phitos&amp;T.Georgiadis in Rev.Biol.Ecol.Medit.4:3(1077).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΙοΙ), Ιόνιοι Νήσοι, Νήσος Παξοί] "in rupestribus calc. maritimis ad meridio-orientalem insulae spectantibus", 27 April. 1975, Georgiadis 170 (Ολότυπο: UPA).</p><p>Περιγραφή: Διετές ή πολυετές φυτό με ανερχόμενους βλαστού, αποξυλωμένους στη βάση του, μήκους 20- 30(-50) cm, συνήθως μεμονωμένου, από το μέσον τους ακανόνιστα διακλαδιζόμενου, με πυκνό φύλλωμα. Φύλλα βάσης όλα έμμισχα, σχετικώς παχιά και αδρά, πτεροειδή-έλλοβα με αντωοειδεί -λογχοειδεί λοβού. Φύλλα βλαστού άμισχα, παρόμοια ή σχεδόν παρόμοια με τα φύλλα βάση. Κεφάλια μεμονωμένα, περίβλημα σχεδόν υποσφαιρικό, πλάτους 15-18 mm και μήκους 15-20 mm. Βράκτια περιβλήματος κυρτά, λεία, με αποστρογγυλωμένα, υαλοειδή, λευκόχρωα εξαρτήματα με μικροσκοπικές οδοντώσει, αβαθείς σχισμές και στενά τριγωνική, κεντρική καστανόχρωμη νεύρωση, απολήγοντα σε προεξέχουσα εμφανώς λεπτή ακίδα μήκους 1-1,5 mm. Ανθίδια ιώδη-πορφυρά, τα περιφερειακά με ελαφρώς αποκλίνουσα διάταξη. Αχαίνια χνοώδη ή σχεδόν λεία, μήκους 3-3,5 mm, με ισομήκη ή μακρύτερο πάππο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Georgiadis &amp; Phitos 1977).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Αναλόγως της έκθεση, η ανθοφορία μπορεί να ξεκινά από τα τέλη Απριλίου και να συνεχίζεται (κυρίω τον Μάιο) μέχρι και τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος των Παξών και Αντιπαξών (Ιόνιοι Νήσοι). Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνον από την Δ. και ΝΑ. περιοχή των Παξών, καθώς και την ΒΑ. περιοχή των Αντιπαξών.</p><p>Βιότοποç: Το είδος είναι χασμόφυτο και απαντά σε ασβεστολιθικές βραχώδεις θέσεις κοντά στη θάλασσα. Φύεται μαζί με το τοπικό ενδημικό Limonium antipaxorum και άλλα κοινά φυτά όπως τα: Crithmum maritimum, Pistacia lentiscus, Reichardia picroides, Silene sedoides, Malcolmia maritima κ.ά. Στην περιοχή του Μύλου Καστανίδας των Παξών ένας υποπληθυσμός απαντά σε βραχώδη ανοίγματα θαμνωδών σκληροφύλλων διαπλάσεων, όπου κυριαρχούν τα Quercus coccifera, Pistacia lentiscus, Spartium junceum, Myrtus communis, Anthyllis hermanniae, Dittrichia viscosa, Senecio bicolor, Teucrium flavum subsp. hellenicum κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea paxorum ανήκει στην sectio Phalolepis, τα είδη της οποίας χαρακτηρίζονται από βράκτια με ημιδιαφανή, λευκά ή υποκίτρινα εξαρτήματα. Φαίνεται να συγγενεύει στενά με την C. brunnea (Halácsy) Halácsy, ένα σπάνιο, τοπικό ενδημικό είδος της ορεινής περιοχής τoυ Ζαλόγγου, Δ. Ελλάδα, από την οποία διακρίνεται μορφολογικά εξαιτίας των βραχυτέρων βλαστών, των μεγαλυτέρων περιβλημάτων, των βραχυτέρων και πλατυτέρων φύλλων και των αχαινίων με ισομήκη ή μακρύτερο πάππο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Centaurea paxorum είναι ένα σπάνιο, τοπικό ενδημικό της Δ. και ΝΑ. περιοχής των Παξών, καθώς και της ΒΑ. περιοχής των Αντιπαξών. Απαντά, συνήθω, σε κάθετες ή επικλινείς επιφάνειες ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο από 0 έως 150 m. Συνήθως σχηματίζει ολιγομελείς συστάδες ατόμων (1-5 άτομα ανά m2 ή περίπου 1.100 άτομα ανά km2) και διάσπαρτους υποπληθυσμούς σε μια ακτογραμμή μήκους περίπου 15 km (από το χωριό Λάκκα έως το Μογγονήσι). O συνολικός αριθμός των φυτών στην περιοχή δεν φαίνεται να ξεπερνά τα 5.000 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η περιοχή εξάπλωσης της Centaurea paxorum βρίσκεται σε μια πολυσύχναστη από επισκέπτες τουριστική περιοχή (Παξοί-Αντίπαξοι). Οι γνωστοί υποπληθυσμοί της κινδυνεύουν, καθώς μπορεί να επηρεασθούν αρνητικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητε.Ενέργειες όπως τα εκτεταμένα οικοδομικά και/ή κατασκευαστικά έργα κοντά στον αιγιαλό (περιοχή εξάπλωσης του είδου) θα απειλούσαν, θα μετέβαλαν ή θα κατέστρεφαν τα μοναδικά ενδιαιτήματά του και γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να αποφεύγονται. Μεγάλο τμήμα της εξάπλωσης του είδους υφίσταται επιπλέον την επίδραση της βόσκηση. Παρόλα αυτά, σημαντικές αλλαγές στη χρήση της γης στην περιοχή, όπως η διακοπή της βόσκηση, θα οδηγούσαν σε ανεπιθύμητη αύξηση του αριθμού και της πυκνότητας των ξυλωδών φυτών περιορίζοντας τον διαθέσιμο χώρο για την C. paxorum . Επιπλέον, οι γνωστοί υποπληθυσμοί κινδυνεύουν από φυσικές κατολισθήσεις (όπω στην περιοχή της Καστανίδας και του Τρυπητού), που προκαλούνται από τη διάβρωση των βραχωδών υποστρωμάτων της δυτικής πλευράς των Παξών εξαιτίας του κυματισμού και των ανέμων.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσης του είδου, των διάσπαρτων και μικρού μεγέθους υποπληθυσμών που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του, της πιθανότητας ελάττωσης των αρχικών υποπληθυσμών του εξαιτίας ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αλλά και φυσικών φαινομένων και στηριζόμενοι στα κριτήρια Β1a,b(ii), C2a(i) και D2 σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), προτείνεται η Centaurea paxorum να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί</p><p>συγκεκριμένα μέτρα για την απρόσκοπτη, επιτόπια (in situ) διατήρηση και προστασία των υποπληθυσμών της Centaurea paxorum . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του πληθυσμού της στο φυσικό περιβάλλον προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστηση, καθώς και η διαχείριση της ξυλώδους βλάστησης με σκοπό τη διατήρηση ανοιγμάτων και ηλιόλουστων θέσεων ιδιαίτερα κοντά στον αιγιαλό. Επιπλέον, ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των υποπληθυσμών του είδου, προτείνεται η επιτακτική αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στα ενδιαιτήματα όπου αυτοί αναπτύσσονται.</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας καλύτερης εικόνας της δυναμικής των υποπληθυσμών του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση. Στο πλαίσιο της εκτός τόπου (ex situ) διατήρησης και προστασίας της C. paxorum, 3 ζωντανά άτομα καθώς και αχαίνια από συνολικά 30 διαφορετικά άτομα 3 υποπληθυσμών συλλέχθηκαν από το φυσικό περιβάλλον και καλλιεργούνται στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνα.</p><p>Θεόδωροç Γεωργιάδηç &amp; Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC0BFEBBD9ABFE833CBDFCE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC08FEB5D9B2FE833CBEFD34.text	0397C81BBC08FEB5D9B2FE833CBEFD34.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea peucedanifolia Boiss. & Orph.	<div><p>Centaurea peucedanifolia Boiss. &amp; Orph.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea peucedanifolia Boiss. &amp; Orph. in Boissier, Fl. Orient. 3: 647 (1875).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρου] "Peninsula Athoa prope Daphne (Orph.)". Περιγράφηκε από καλλιεργημένο υλικό.</p><p>Συνώνυμα: Acosta peucedanifolia (Boiss. &amp; Orph.) Holub in Preslia 46: 226 (1974).</p><p>Περιγραφή: Διετές είδο, με ανθοφόρους βλαστούς ύψους 30-60 cm, διακλαδιζόμενους από το μέσον του. Φύλλα αδρά, με χνοώδη, βραχεία τρίχωση, τα κατώτερα δις έως τρις πτεροσχιδή με λοβούς στενώς λογχοειδεί, πλάτους 1-2 mm, τα μεσαία πτεροειδώς διαιρεμένα, τα ανώτερα γραμμοειδή-λογχοειδή, στην βάση πτεροειδή. Κεφάλια μονήρη με περίβλημα ωοειδέ, 12-14 x 7-9 mm. Βράκτια περιβλήματος πράσινα, εξαρτήματα βρακτίων καστανά, μήκους 1,5 mm, με λεπτή κορυφαία άκανθα μήκους 1,0-1,5 mm και 4-5(-6) βλεφαρίδες σε κάθε πλευρά, ίσου μήκους με την άκανθα. Άνθη ανοικτόχρωμα ιώδη, τα εξωτερικά αποκλίνοντα. Αχαίνια μήκους 2,5-3,5 mm, λεία. Πάππος λευκό, μήκους 2,5-4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 + 0-2Β (Georgiadis 1980).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές του Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Centaurea peucedanifolia είναι ενδημικό είδος της Ελλάδα, γνωστό μόνο από δύο παραθαλάσσιες τοποθεσίες στη χερσόνησο του Αγίου Όρου. Ορισμένα φυτικά δείγματα από τον Νομό Κοζάνης και τη γειτονική FYROM (Β!) προσεγγίζουν μορφολογικά την C. peucedanifolia και χρειάζονται περισσότερη μελέτη.</p><p>Βιότοποç: Το είδος αυτό αναπτύσσεται αποκλειστικά σε χαμηλό υψόμετρο, κοντά στην επιφάνεια της θάλασσα, σε μεταμορφωμένα πετρώματα (αμφιβολίτε εναλλασσόμενοι με μαρμαρυγιακούς γνεύσιους του σχηματισμού Βερτίσκου). Απαντά σε έναν μόνο πληθυσμό, σε 4 διαφορετικέ, πετρώδεις θέσεις με έντονη κλίση, με δυτικό και νοτιοδυτικό προσανατολισμό, που φθάνουν σε ύψος τα 20 m και βρίσκονται κατά μήκος του δρόμου, ο οποίος οδηγεί από το λιμάνι της Δάφνης στη Mονή Ξηροποτάμου, καθώς και πλησίον της Μονής του Αγίου Παύλου. Επίση, λίγα άτομα στην πρώτη τοποθεσία υπάρχουν σε πετρώδες έδαφο, όχι μακριά από τα ερείπια ενός πυργίσκου. Η Centaurea peucedanifolia αναπτύσσεται μαζί με είδη της μακίας βλάστηση, όπως τα Cistus creticus, C. salviifolius, Spartinum junceum, Cercis siliquastrum, Quercus coccifera, Pistacia lentiscus, Euphorbia characias, E. paralias, Arbutus unedo, A. andrachne, Erica arborea, E. manipuliflora, Olea europaea και την εισαχθείσα από την Αμερική Opuntia ficus-barbarica.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea peucedanifolia ανήκει στην C. sect. Acrolophus και διαφέρει από τα συγγενή της είδη, μεταξύ άλλων, στα εντόνως διαιρεμένα φύλλα βάσης με στενούς λοβούς που φέρουν χαρακτηριστικό βραχύ τρίχωμα, το οποίο δεν καλύπτει πλήρως τα φύλλα και την σχεδόν κορυμβοειδή ταξιανθία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην περιοχή μεταξύ της Δάφνης και της Μονής Ξηροποτάμου, η Centaurea peucedanifolia σχηματίζει 2 ξεχωριστούς υποπληθυσμούς σε 4 διαφορετικά σημεία. Σε κάθε σημείο υπάρχουν αντιστοίχως 8, 76, 111 and 196 ώριμα άτομα, με τον συνολικό αριθμό των 2 υποπληθυσμών να φθάνει τα 391 ώριμα άτομα. Οι αποστάσεις μεταξύ των 2 υποπληθυσμών κυμαίνονται από 600 μέχρι 1.000 m. Στην περιοχή της Μονής Αγίου Παύλου εμφανίζεται επίσης ένα μικρός αριθμός φυτών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η κατασκευή του αμαξωτού δρόμου από το λιμάνι της Δάφνης προς τις Καρυέ,στις αρχές τις δεκαετίας του 1980,έπληξε τον βιότοπο του είδους αυτού. Ως αποτέλεσμα, ο ένας από τους υποπληθυσμούς της Centaurea peucedanifolia απαντά δίπλα στον πιο πολυσύχναστο δρόμο της χερσονήσου του Αγίου Όρους. Εκεί, τα φυτά απειλούνται από ανθρώπινες δραστηριότητε, όπως η διάνοιξη δρόμων και η συλλογή φυτικού υλικού. Αντιθέτω, κοπάδια αιγοπροβάτων δεν υπάρχουν στην χερσόνησο, οπότε το είδος δεν απειλείται από τη βόσκηση.</p><p>Η C. peucedanifolia περιλαμβάνεται στους Καταλόγους της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλουμένων Ζώων και Φυτών, στον Κατάλογο του Συμβουλίου της Ευρώπη, στον κατάλογο απειλουμένων φυτών του εγχειριδίου CORINE, προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνη, από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, τη σύμβαση CITES και τέλος συμπεριλαμβάνεται στο παράρτημα IΙ/V της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Εξαιτίας της πολύ μικρή, συνολικά, έκτασης στην οποία φύεται (κριτήριο D2), καθώς και του υπολογιζόμενου αριθμού των ενήλικων ατόμων που δεν υπερβαίνουν τα 1.000 συνολικά (κριτήριο D1), το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί πρακτικά μέτρα για την ουσιαστική προστασία του είδου. Προτείνεται η αποφυγή κάθε ανθρώπινης δραστηριότητα, που θα ήταν καταστροφική για τον βιότοπο του, καθώς και η καταπολέμηση της εισαχθείσας Opuntia ficusbarbarica, η οποία εξαπλώνεται ταχέως στον ίδιο βιότοπο.</p><p>Μία ακόμη πρόταση για την ex situ διατήρηση και προστασία της C. peucedanifolia αποτελεί η καλλιέργεια και ο πολλαπλασιασμός της σε Ερευνητικά Κέντρα και Βοτανικούς Κήπου, καθώς και η κατάθεση αχαινίων της σε Τράπεζες Σπερμάτων. Τέλο, απαιτείται καταγραφή και παρακολούθηση του είδους στον βιότοπό του, γεγονός που θα επιτρέψει μακροπρόθεσμα μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του.</p><p>Αντώνιοç Καρύδαç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC08FEB5D9B2FE833CBEFD34	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC06FEB7D9B2FE833CBEFD34.text	0397C81BBC06FEB7D9B2FE833CBEFD34.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea poculatoris Greuter	<div><p>Centaurea poculatoris Greuter</p><p>Compositae</p><p>Centaurea poculatoris Greuter in Bauhinia 3: 252 (1967).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in faucibus infra pagum Asféndos, 280-320 m, in rupium calcarearum praeruptarum fissuris sole illustribus frequens", 8 Oct. 1966, Greuter 7689 (Ολότυπο: PALGreuter. Ισότυποι: ATH, B, E, G, GB, K, LD, M, P, UPA, W, herb. Zaffran - Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτη, Κολυμπάρι).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, σχηματίζουσα συμπαγείς ομάδες από ρόδακες φύλλων. Φύλλα ρόδακα συνήθως με βραχύ μίσχο, σπανίως με επιμήκη, μήκους 1-2,5 cm, έλασμα λογχοειδές ή σπατουλοειδέ, 2-4,5 x 0,5-1,5 cm, περιθώριο ακέραιο ή συνήθως κολπωτό-λοβωτό έως πτεροσχιδές στην απόληξή του, με ωοειδείς έως σχεδόν κυκλικούς λοβού, λευκό-εριώδες όταν είναι νεαρό, με αραιό τρίχωμα στην άνω επιφάνεια κατά την ωρίμανση. Ανθικά στελέχη κατακείμενα (σε επίπεδο έδαφο), ή κατερχόμενα (σε κεκλιμένο έδαφος ή από την επιφάνεια των αποτόμων βράχων), πολύ λεπτά, μήκους 3-13 cm, χωρίς διακλαδώσει, με λίγα μικρά φύλλα βλαστού. Κεφάλιο μονήρε, στρεφόμενο προς τα άνω. Περίβλημα 12-16 x 6-8 mm, εξαρτήματα βρακτίων κτενοειδή-βλεφαριδωτά, με μία λεπτή κορυφαία άκανθα, βαθυκάστανα, περιφέρεια με απαλότερο χρώμα. Ανθίδια με χρώμα που διαβαθμίζεται από υπόλευκο στη βάση, σε κίτρινο, καστανοκίτρινο-χρυσοκίτρινο και ρόδινο έως πορφυρό-ιώδες στην κορυφή, 16-18 mm, με τα εξωτερικά ανθίδια ελαφρώς αποκλίνοντα. Αχαίνια επιμήκη, 2,8-3 x ±1,2 mm, με βραχύ, αραιό τρίχωμα. Πάππος λευκό, αποτελούμενος από άνισες τρίχες με μικροσκοπικές προεκβολέ, μήκους έως 3,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Montmollin 1986, Routsi &amp; Georgiadis 1988).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό στο ανατολικό τμήμα της Επαρχίας Σφακίων (ΝΔ. Κρήτη).</p><p>Βιότοποç: Το είδος είναι υποχρεωτικό χασμόφυτο που αναπτύσσεται σε σχισμές ασβεστολιθικών κρημνών, καθώς επίσης σε ρωγμές βράχων ή επίπεδες αναβαθμίδες που σχηματίζονται σε κρημνού. Εμφανίζεται σε υψόμετρο 50-400 m. Τα συνοδά του είδη είναι μεταξύ άλλων τα (με * σημειώνονται τα ενδημικά της Κρήτη): * Alkanna sieberi, Anthyllis hermanniae, Brassica cretica subsp. cretica, Daphne jasminea, * Ebenus cretica, Erica manipuliflora, * Ferulago thyrsiflora, * Galium fruticosum, * Sanguisorba cretica, * Staehelina petiolata, * Teucrium cuneifolium, Thymbra capitata και * Verbascum spinosum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea poculatoris είναι ένα ιδιαιτέρως ευδιάκριτο, μορφολογικά απομονωμένο είδο, το οποίο εμφανίζει, από ταξινομική άποψη, μακρινούς δεσμούς με την C. attica Nyman (Greuter 1967). Στην Βρετανία, σε καλλιέργεια της C. poculatoris (ω θήλυ που δημιουργεί αχαίνια) και της C. argentea L. subsp. argentea (ω άρρεν που διασπείρει γυρεόκοκκου) έχουν παραχθεί υβρίδια μεταξύ του, χωρίς να γίνει τεχνητή διασταύρωση (Turland &amp; Chilton 2000). Στη φύση, τα δύο είδη αναπτύσσονται σε διαφορετικές περιοχέ, αν και ένας από τους υποπληθυσμούς της C. argentea subsp. macrothysana (Recf. f.) Turland &amp; L. Chilton εμφανίζεται στο φαράγγι της Ίμβρου, μόλις 4,5 km Δ. του φαραγγιού του Ασφένδου, όπου φύεται η C. poculatoris .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τέσσερις συνολικά υποπληθυσμοί του είδους είναι γνωστοί: ένας στο φαράγγι του Ασφένδου (η τυπική θέση, από όπου το είδος περιγράφηκε), ένας σε μία μικρή κοιλάδα βόρεια του Πατσιανού, ένας στο Καλλικρατιανό φαράγγι (γειτονικό, όμω, διακριτό από την κοιλάδα του Πατσιανού) και ένας στο Αργουλιανό φαράγγι, κοντά στη Σκαλωτή και τις Αργουλέ, σε απόσταση μόλις 6,5 km η πρώτη από τη δεύτερη (Greuter 1967, Strasser 1988, Turland 1992, Turland &amp; Chilton 2000). Κάθε ένας από τους τέσσερις υποπληθυσμούς περιλαμβάνει λίγα φυτά, από μερικές δεκάδες έως λίγες εκατοντάδες ωρίμων ατόμων. Ο συνολικός πληθυσμός πιθανόν είναι μικρότερος των 1.000 ωρίμων ατόμων, ωστόσο οι ακριβείς αριθμοί δεν είναι γνωστοί. Η συνολική γνωστή περιοχή που καταλαμβάνουν είναι μόλις 3 km2 περίπου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Centaurea poculatoris είναι, ως επί το πλείστον, απρόσιτη στα αιγοπρόβατα που βόσκουν, κυρίως εξαιτίας του χασμοφυτικού της χαρακτήρα. Η μοναδική ενδεχόμενη απειλή είναι η ανατίναξη βράχων κατά τη διάρκεια κατασκευής δρόμων στον Πατσιανό ή στη διαδρομή μεταξύ Σκαλωτή -Αργουλέ. Στις περιοχές αυτές οι βιότοποι των κρημνών είναι σχετικά προσεγγίσιμοι, σε αντίθεση με το φαράγγι του Ασφένδου και το Καλλικρατιανό φαράγγι, όπου η κατασκευή δρόμων είναι πρακτικά αδύνατη. Στην κοιλάδα του Πατσιανού τα περισσότερα φυτά βρίσκονται σε χαμηλούς κρημνούς ή αναβαθμίδες βράχων, όπου απειλούνται από τη βόσκηση, η οποία είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περιοχή. Ένας ακόμη ενδεχόμενος κίνδυνος προκύπτει από την υπερσυλλογή των φυτών για τη χρήση τους ως βοτανικά δείγματα. Με βάση τις αναφερθείσες απειλές και την δομή των πληθυσμών, προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για την C. poculatoris, σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού ικανοποιούνται τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κανένα πρακτικό μέτρο προστασίας αυτού του είδου. Αχαίνια της Centaurea poculatoris θα μπορούσαν να διατηρηθούν σε Τράπεζα Σπερμάτων. Η εκτός τόπου (ex situ) διατήρηση του είδους παρουσιάζει δυσκολίε, γιατί η διάρκεια ζωής του σε καλλιέργεια φαίνεται να είναι μικρή και επιπροσθέτως υπάρχει κίνδυνος υβριδισμού του με άλλα είδη Centaurea, που μπορεί να καλλιεργούνται κοντά του.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC06FEB7D9B2FE833CBEFD34	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC04FEB0D9B2FE833CB6FB20.text	0397C81BBC04FEB0D9B2FE833CB6FB20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea princeps Boiss. & Heldr.	<div><p>Centaurea princeps Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea princeps Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 2, 6: 111 (1859).</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Νομός Ευρυτανία] "in summo jugi Petra montis Veluchi Eurytaniae", Samaritani &amp; Guicciardi in Heldreich Pl. Exs. Gr. no 3298 (Ολότυπο: G-BOIS. Ισότυποι: BP, G).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea alba L. var. princeps (Boiss. &amp; Heldr.) Boiss., Fl. Or. 3: 621 (1875)</p><p>C. alba L. subsp. princeps (Boiss. &amp; Heldr.) Gugler, Cent. Ungar. Nat.-Mus.: 31 (1907).</p><p>Περιγραφή: Διετές είδος με στελέχη διακλαδισμένα από τη βάση ή το μέσον του, πυκνώς αδενώδη, με ύψος περίπου 20-45 cm. Φύλλα βάσης σχηματίζοντα ρόδακα, πτεροσχιδή έως δις πτεροσχιδή, με πυκνούς αδένες και βραχείες μονοκύτταρες τρίχε, λοβοί σε 4-8 ζεύγη, ελλειπτικοί έως στενώς λογχοειδεί, φύλλα βλαστού συνήθως βαθέως πτεροσχιδή, τα ανώτερα αδιαίρετα ή με 1-2 ζεύγη από λοβούς κοντά στη βάση. Κεφάλια σε κορυμβόμορφη ταξιανθία, σχεδόν σφαιρικά, περίβλημα 18-22 x 15-18 mm. Εξαρτήματα βρακτίων σχεδόν κυκλικά έως ωοειδή, κυρτά, καλύπτοντα τα βράκτια, αχυρόχρωμα με καστανό κεντρικό τμήμα, μήκους περίπου 7 mm συμπεριλαμβανομένης της αποληκτικής ακίδας μήκους 1-2 mm, περιθώριο πλατύ, μη υαλώδε, ελαφρώς οδοντωτό. Άνθη υπόλευκα, τα περιφερειακά ελαφρώς αποκλίνοντα. Αχαίνια μήκους 3-3,5 mm. Πάππος μήκους περίπου 1-1,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Georgiadis &amp; Phitos 1977).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιο -Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος του όρους Τυμφρηστού, όπου σχηματίζει δύο υποπληθυσμούς στις περιοχές Πέτρα και Κουμπί, οι οποίες απέχουν σημαντική απόσταση μεταξύ τους (Dimitrellos &amp; Christodoulakis 1995).</p><p>Βιότοποç: Ασβεστολιθικοί κρημνοί και βράχοι, σε φωτεινά διάκενα μεταξύ πολύ αραιών συστάδων Juniperus foetidissima ή πάνω από το δασικό όριο. Τα φυτά αναπτύσσονται σε θέσεις με νότια ή νοτιοανατολική έκθεση, συνήθως σε σχισμές βράχων, σε αναβαθμίδες και σε θυλάκους χώματος μεταξύ των βράχων. Στην θέση Πέτρα, ο υποπληθυσμός του είδους γειτνιάζει με λατομείο εξόρυξης πέτρα, ενώ στην περιοχή Κουμπί καταγράφηκαν μεγάλες ομάδες φυτών σε στεπόμορφα λιβάδια, κοντά σε απόκρημνους βράχου. H Centaurea princeps απαντά σε υψόμετρο (1.100-)1.200-1.850 m. Στην περιοχή Κουμπί, η C. princeps φύεται συνήθως σε βράχους που παρουσιάζουν πολλές ρωγμές και θραύσματα, σε κλίσεις που κυμαίνονται μεταξύ (40-)60-100% και εμφανίζεται μαζί με πλήθος άλλων ειδών, όπως τα: Erodium guicciardii, Teucrium montanum, Saxifraga tridactylites, Euphorbia herniariifolia, Silene parnassica, Doronicum columnae, Arabis bryoides, Carum graecum, C. multiflorum, Cerastium banaticum subsp. speciosum, Leontondon crispus subsp. asper, Sempervivum marmoreum, Sedum dasyphyllum, Inula verbascifolia subsp. parnassica, Thymus leucotrichus, Minuartia eurytanica κ.ά. (Δημητρέλλο 2006).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Centaurea princeps μαζί με την C. chrysocephala Phitos &amp; T. Georgiadis και την C. messenicolasiana T. Georgiadis, G. Dimitrellos &amp; Routsi σχηματίζουν μία ξεχωριστή ομάδα μέσα στη C. sect. Phalolepis, η οποία χαρακτηρίζεται από τα λευκά έως κιτρινόλευκα ανθίδια και τα λευκά έως αχυρόχρωμα, διαφανή εξαρτήματα των βρακτίων του περιβλήματος (Georgiadis &amp; al. 1996).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Παλαιότερα, οι μεγαλύτεροι υποπληθυσμοί του είδους είχαν αναφερθεί από την θέση Πέτρα (Dimitrellos &amp; Phitos 1995). Με βάση όμως μεταγενέστερη χλωριδική και φυτοκοινωνιολογική έρευνα (Δημητρέλλο 2006) προέκυψε ότι ο μεγαλύτερος και αντιπροσωπευτικότερος υποπληθυσμός της Centaurea princeps είναι αυτός που απαντά σε δύο θέσεις της βραχώδους κορυφής Κουμπί.</p><p>Αναφορές της C. princeps από τη θέση Ασπρόρρεμα περιλαμβάνονται στην ευρύτερη περιοχή Κουμπί, στην οποία ανήκει ολόκληρη η υδρολογική λεκάνη του Ασπρορρέματο. Ο αριθμός των ατόμων του είδους εμφανίζει μία ενδιαφέρουσα μεταβολή ανά έτο: οι μεγαλύτεροι υποπληθυσμοί καταγράφηκαν τα έτη με τη μεγαλύτερη βροχόπτωση, υποδεικνύοντας στενή σχέση του αριθμού των φυτών με τις επικρατούσες περιβαλλοντικές συνθήκε.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Centaurea princeps είναι είδος προτεραιότητας της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και περιλαμβάνεται στους καταλόγους των WCMC, Council of Europe, European Red List και ΙUCN ως Κινδυνεύον, ενώ προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης και το Π.Δ. 67/81. Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece το είδος αναφέρεται ως Τρωτό (Dimitrellos &amp; Phitos 1995). Στηριζόμενοι στα μέχρι σήμερα δεδομένα, το είδο, επίση, χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001).</p><p>Οι υποπληθυσμοί της C. princeps στις περιοχές Πέτρα και Κουμπί (Ασπρόρρεμα) κινδυνεύουν από ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με την εξόρυξη αδρανών υλικών. Στις δύο αυτές περιοχές οι εξορυκτικές δραστηριότητες λειτουργούν επί σειρά ετών, ενώ στο Κουμπί, μετά τις πρόσφατες εξορύξεις υπάρχει κίνδυνος κατολισθήσεων και καταστροφής τμήματος του βιοτόπου της C. princeps .</p><p>Η υπερβόσκηση αποτελεί άλλον έναν κίνδυνο για το είδο. Αν και πολλά άτομα της C. princeps απαντούν σε θέσεις που δύσκολα προσεγγίζονται από τον άνθρωπο και τα ζώα, εντούτοι, τα φυτά που αναπτύσσονται σε περισσότερο προσιτές περιοχές συχνά καταναλώνονται από τα ζώα που βόσκουν. Τέλο, η ανεξέλεγκτη συλλογή του είδους από βοτανικούς ή συλλέκτε, για να χρησιμοποιηθεί σε βοτανικές συλλογές ή ως διακοσμητικό, αποτελεί έναν ακόμη κίνδυνο για την C. princeps .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η Centaurea princeps φύεται στην προστατευόμενη περιοχή του όρους Τυμφρηστού (Βελούχι), η οποία έχει ενταχθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 με τον κωδικό GR2430001. Στην πράξη όμως δεν έχει εφαρμοσθεί κανένα καθεστώς προστασία.</p><p>Προτείνεται να διακοπούν οι δραστηριότητες εξόρυξης αδρανών υλικών που απειλούν άμεσα τους υποπληθυσμούς του είδους και να μεταφερθούν οι εγκαταστάσεις τους στην εγκεκριμένη περιοχή Κοκκινόρρεμα, η οποία βρίσκεται μακριά από τους βιοτόπους της C. princeps . Οι υπάρχοντες υποπληθυσμοί θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά ανά έτος και για τουλάχιστον μία δεκαετία, ώστε να διερευνηθεί η δυναμική τους και η εξάρτησή τους από περιβαλλοντικούς παράγοντε.</p><p>Το είδος πολλαπλασιάζεται εύκολα από αχαίνια. Προτείνεται η διατήρηση φυτών σε Βοτανικούς Κήπους και παρεμφερή ιδρύματα, καθώς και η προσεκτική συλλογή αχαινίων από τους υπάρχοντες υποπληθυσμού, για τη διατήρησή τους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Αν χρειασθεί, θα πρέπει να εξετασθεί η δυνατότητα καλλιέργειας του είδους σε κατάλληλους βιοτόπου, ή η μεταφορά αρτιβλάστων στο φυσικό τους περιβάλλον, με σκοπό την ενδυνάμωση των υπαρχόντων υποπληθυσμών.</p><p>Η βοσκοϊκανότητα των περιοχών που φιλοξενούν την C. princeps θα πρέπει να εξετασθεί και να εφαρμοσθούν συστήματα διαχείρισης της βόσκησης που θα προσφέρουν προστασία στο είδος και την καλύτερη απόδοση στους κτηνοτρόφους της περιοχή. Ταυτόχρονα, επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί η κατάλληλη ενημέρωση των κατοίκων και των φορέων της περιοχής με σκοπό την μέγιστη ευαισθητοποίηση της τοπικής κοινωνίας σε θέματα προστασίας του είδους και του φυσικού περιβάλλοντο.</p><p>Θεόδωροç Γεωργιάδηç &amp; Γεώργιοç Δημητρέλλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC04FEB0D9B2FE833CB6FB20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC01FEADD9ABFE833CBEFC3E.text	0397C81BBC01FEADD9ABFE833CBEFC3E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea pseudocadmea Wagenitz	<div><p>Centaurea pseudocadmea Wagenitz</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea pseudocadmea Wagenitz in Ann.Naturhist.Mus.Wien75:244(1071).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "in regione super. montis Cithaeron, alt. 1.300-1.400 m, solo calcareo", 7/20 Jun. 1911, B. Tuntas (Ολότυπο: Herb. Tuntasium no. 1175, WU. Ισότυποι: GB, W).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea deustiformis subsp. pseudocadmea (Wagenitz) Dostál in Bot. J. Linn. Soc. 71: 206 (1976).</p><p>Περιγραφή: Πoλυετές είδος με διακλαδιζόμενο, ημιξυλώδες ρίζωμα και ρόδακες φύλλων. Φύλλα με πιεσμένο, πυκνό, εριώδες τρίχωμα και στις δύο επιφάνειε, τα κατώτερα έμμισχα, ακέραια έως λυροειδή-πτεροειδή, μήκους 1-3,5 cm, με 0-6 πλευρικούς λοβούς και μακρύτερο, ευρέως ελλειπτικό έως σχεδόν στρογγυλό αποληκτικό λοβό πλάτους 2-11 mm που μπορεί να φέρει μικρές οδοντώσει. Ανώτερα φύλλα βαθμιαία μικρότερου μήκου, με λιγότερους λοβούς έως ακέραια. Βλαστοί 1-8, προερχόμενοι από διαφορετικούς ρόδακες του ίδιου φυτού, κατακείμενοι έως ανορθούμενοι, μήκους 8-22 cm, με τρίχωμα ανάλογο των φύλλων, απολήγοντες σε 1-4 κεφάλια με ποδίσκους 0,5-2,5 cm. Περίβλημα κεφαλίου ωοειδέ -κωδωνοειδέ, 1,0-1,4 x 0,8-1,1 mm. Bράκτια σε 4-5 σειρέ, αραιώς τριχωτά έως λεία, με ασαφείς παράλληλες γραμμώσει. Εξαρτήματα μεσαίων βρακτίων ωοειδή-ρομβοειδή με κατερχόμενα πλευρικά τμήματα και αποληκτική άκανθα 1-2 mm, με μεμβρανώδη περιθώρια ακανόνιστα σχισμένα στο πάνω τμήμα του, φέροντα 1-4 βλεφαρίδε, μεσαίο τμήμα εξαρτημάτων τριγωνικό, βαθύ καστανό. Ανθίδια ρόδινα έως πορφυρά, τα περιφερειακά κατερχόμενα και άγονα. Αχαίνια μήκους 2,5-3 mm, πάππος διπλό, ίσου ή μικρότερου μήκους από το αχαίνιο, εσωτερική σειρά τριχών πολύ βραχεία, μήκους περίπου 0,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 18 (αδημοσίευτο υλικό από την Πελοπόννησο), 2 n = 4x = 36 (Constantinidis &amp; Kamari 1994).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: To είδος ανθίζει τον Μάιο και τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο ενδημικό είδος της Ελλάδα, με γνωστή εξάπλωση σε τρία μόνον όρη: τον Κιθαιρώνα της Στερεάς Ελλάδας και τα Γαϊδουροβούνι και Χιονοβούνι της Α. Πελοποννήσου.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea pseudocadmea φύεται σε πετρώδεις ασβεστολιθικές πλαγιέ, συχνά κατά μήκος των κορυφογραμμών, σε περιοχές που η φυτική κάλυψη με δενδρώδη ή υψηλά ξυλώδη είδη είναι περιορισμένη.</p><p>Στο όρος Κιθαιρώνας το είδος συλλέχθηκε ήδη από το 1856. Σήμερα, εμφανίζεται σε μικρά πετρώδη λιβάδια πάνω από τα δασοόρια ή σε πλαγιές με αραιά άτομα Abies cephalonica και Quercus coccifera, σε υψόμετρο περίπου 800-1.400 m. Στα όρη της Πελοποννήσου το είδος ανακαλύφθηκε σχετικώς πρόσφατα (Κalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006) και φύεται σε υψόμετρο 1.100- 1.274 m, ανάμεσα σε αραιούς θαμνώνες από Acer sempervirens, Erica manipuliflora, Genista acanthoclada, Juniperus oxycedrus, Phlomis cretica, Quercus coccifera κ.ά., ορισμένες φορές μαζί με Abies cephalonica . Οι υποπληθυσμοί του είδους στην Πελοπόννησο απέχουν από αυτούς της Στερεάς Ελλάδας περίπου 150 km, εντούτοις οι βιότοποι παρουσιάζουν ομοιότητες στο γεωλογικό υπόστρωμα, τη μορφολογία του εδάφου, το υψόμετρο και την έκθεση, ακόμη και στη μορφή της επικρατούσας βλάστηση.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τον Wagenitz (1971), η Centaurea pseudocadmea είναι μέλος της C. sect. Phalolepis και συγγενεύει με τη C. cadmea Boiss. από την Μικρά Ασία. Οι κυριότερες διαφορές τους σχετίζονται με την δομή των εξαρτημάτων των βρακτίων, τα οποία στο τελευταίο είδος δεν κατέρχονται κατά μήκος των κρασπέδων του βρακτίου ούτε φέρουν βλεφαρίδες στη βάση της αποληκτικής άκανθα. Το είδος μοιάζει επίσης πολύ με την C. subsericans Halácsy, αν και η τελευταία ανήκει στη διαφορετική sect. Acrolophus . Η C. subsericans διαφέρει από τη C. pseudocadmea στα μακρύτερα, ανερχόμενα στελέχη, τους στενότερους λοβούς των φύλλων και τα μακρύτερα εξαρτήματα των βρακτίων, που καταλήγουν σε μεγαλύτερη άκανθα και φέρουν κατά μέσον όρο περισσότερες βλεφαρίδε. Μία ακόμη διαφορά, που σχετίζεται με τους διαφορετικούς χρωμοσωματικούς αριθμούς των ειδών στην Στερεά Ελλάδα (2n = 18 για τη C. subsericans, 2n = 36 για τη C. pseudocadmea), καθίσταται προβληματική μετά την ανακάλυψη διπλοειδών πληθυσμών της C. pseudocadmea στην Πελοπόννησο. Στο όρος Χιονοβούνι, όπου τα δύο είδη συναντώνται, έχουν παρατηρηθεί φυτά με ενδιάμεσα χαρακτηριστικά, που πιθανότατα αντιστοιχούν σε υβρίδια μεταξύ των δύο ειδών. Τέλος σημειώνεται ότι υπάρχουν μικρέ, μόνο, μορφολογικές διαφορές μεταξύ των φυτών της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδα, οι οποίε, όμω, δεν δικαιολογούν κάποια ταξινομική διάκριση.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι σημαντικότεροι υποπληθυσμοί του είδους έχουν, μέχρι σήμερα, βρεθεί στο όρος Χιονοβούνι και αριθμούν λίγες χιλιάδες ατόμων. Σημαντικά τμήματα του συγκεκριμένου όρους δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί με σχετική ακρίβεια το μέγεθος του υποπληθυσμού. Στο όρος Γαϊδουροβούνι ο υποπληθυσμός είναι κρίσιμα μικρός και καταλαμβάνει μία πολύ μικρή έκταση, περίπου 50-100 m2, κατά μήκος της κορυφογραμμή, όπου τα φυτά συνωστίζονται σε πετρώδες έδαφο. Στο όρος Κιθαιρώνας έχουν με βεβαιότητα βρεθεί μόνο 3 υποπληθυσμοί, στην κορυφή Τρεις Κορυφέ, σε πλαγιά Β. των Βιλίων και σε πετρώδη περιοχή κοντά στο καταφύγιο. Οι υποπληθυσμοί αυτοί αριθμούν συνολικά λιγότερα των 500 ατόμων, εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1996- 2003. Ένας τέταρτος μικρός υποπληθυσμός στο ίδιο όρος πιθανότατα ανήκει στο εξεταζόμενο είδο, όμω, δεν έχει παρατηρηθεί σε κατάσταση ανθοφορίας και χρειάζεται ακριβέστερη μελέτη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Στα όρη Κιθαιρώνας και Γαϊδουροβούνι η εμφάνιση της Centaurea pseudocadmea είναι πιθανότατα υπολειμματική, και δεν αναμένεται να επεκταθεί περαιτέρω στο μέλλον. Εδώ, τα ανθισμένα κεφάλια του είδους καταναλώνονται σχεδόν άμεσα από κοπάδια αιγοπροβάτων και η δημιουργία αχαινίων περιορίζεται σημαντικά ή αναστέλλεται. Τα στελέχη και οι ρόδακες επίσης καταναλώνονται από τα ζώα, φαίνεται, όμω, ότι αναγεννώνται κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, του χειμώνα (όταν δεν υπάρχει χιονόπτωση) και της άνοιξη, πριν την εμφάνιση των κοπαδιών στα όρη. Στο όρος Χιονοβούνι, πέραν της βόσκηση, η σημαντικότερη απειλή σχετίζεται με την υβριδοποίηση της C. pseudocadmea με τη C. subsericans . Tα δύο είδη καταλαμβάνουν ξεχωριστές υψομετρικές ζώνε, αλλά άτομα με ενδιάμεσες μορφές έχουν παρατηρηθεί στις περιοχές επαφής των πληθυσμών. Σε αντίθεση με τη Στερεά Ελλάδα, όπου τα δύο είδη παρουσιάζουν διαφορετικό χρωμοσωματικό αριθμό, ο οποίος δεν ευνοεί την υβριδοποίηση, στην Πελοπόννησο τα είδη είναι διπλοειδή, και δεν φαίνεται να υπάρχουν μεταξύ τους γενετικοί φραγμοί.</p><p>Με δεδομένο ότι οι υποπληθυσμοί του είδους σε δύο όρη είναι εξαιρετικά μικροί και υπόκεινται σε καταπόνηση, που μπορεί μακροπρόθεσμα να οδηγήσει στην πλήρη εξαφάνισή του, το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια Β2α,b(iii,iv) της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι πολύ μικρές περιοχές εμφάνισης της Centaurea pseudocadmea, στα όρη Γαϊδουροβούνι και Κιθαιρώνα, θα μπορούσαν να τύχουν ειδικής μεταχείρισης και προστασία, ώστε να επιτευχθεί η ανάσχεση της περαιτέρω μείωσης ή καταστροφής του πληθυσμού. Είναι πολύ σημαντικό να δοθεί η δυνατότητα στους συγκεκριμένους υποπληθυσμούς να παράγουν αχαίνια για την συνέχιση της αναπαραγωγή. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα πρέπει να αναληφθεί κατόπιν κατάλληλης ενημέρωσης των τοπικών φορέων και ιδιαίτερα των κτηνοτρόφων που δραστηριοποιούνται στις περιοχέ.</p><p>Η καλλιέργεια του είδους σε Ινστιτούτα και Βοτανικούς Κήπους (ex situ διατήρηση) μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως προβλήματα, αλλά συνιστάται να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω της φύτρωσης αχαινίων. Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα, ώστε τα φυτά να μην υπόκεινται σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και μεγάλη παροχή νερού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, εποχή που αντιστοιχεί στο ξηρό, όμω, δροσερό (στι κορυφές των ορέων) μεσογειακό κλίμα.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC01FEADD9ABFE833CBEFC3E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC1EFEA9D9B2FE833CBEFBB2.text	0397C81BBC1EFEA9D9B2FE833CBEFBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea pumilio L.	<div><p>Centaurea pumilio L.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea pumilio L., Cent. Pl. 1: 30 (1755).</p><p>Τύποç: Προταθείς ως διατηρητέο, από τον Turland in Taxon 44: 643 (1995): [Αίγυπτο, Αλεξάνδρεια] "in arenosis maritimis ad Sidi-Gaber", 8 Apr. 1908, Bornmüller 10781 (B).</p><p>Συνώνυμα: Aegialophila pumilio (L.) Boiss., Diagn. Pl. Orient. 10: 105 (1849).</p><p>Crocodylium pumilio (L.) N. Garcia &amp; Susanna in Pl. Syst. Evol. 234: 25 (2002).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, ποώδες με επιμήκη, κονδυλώδη κύρια ρίζα. Ανθοφόροι βλαστοί βραχεί, (1-)3-8(- 15) cm, απλοί ή διακλαδισμένοι, εν μέρει, εντός του εδάφου. Φύλλα βάσης σχηματίζοντα έναν ή περισσότερους ρόδακε, με τρίχωμα αραχνοειδέ -εριώδε, λευκόφαιο, συνήθως λυροειδή ή πτεροειδή με μεγάλους ακέραιους λοβού, σπανίως αδιαίρετα, οπότε ωοειδή-καρδιόσχημα ή ελλειπτικά. Κεφάλια συνήθως 1-2, σπανίως περισσότερα (έω 8), με βραχύ ποδίσκο. Περίβλημα ωοειδές με διάμετρο έως 20 mm. Μεσαία βράκτια περιβλήματος ωοειδή με υαλώδες εξάρτημα, καταλήγοντα σε ισχυρή άκανθα, μήκους 3-8 mm. Εξωτερικά ανθίδια ιώδη, λίγο μακρύτερα από τα εσωτερικά, μερικά από τα κεντρικά συχνά πορφυρά, σπανίως λευκά. Αχαίνια ροπαλοειδή, μήκους μέχρι 6 mm. Πάππος διπλασίου μήκους αυτού των αχαινίων, στην βάση ανοικτόφαιο, οι εξωτερικές τρίχες τραχείε, μήκους περίπου 15 mm, εσωτερικό μέρος του πάππου αποτελούμενο από γραμμοειδή-λογχοειδή λέπια με οξύ άκρον, ακέραια, λεία.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Kamari &amp; Matthäs 1986, Tornadore &amp; al. 1998, Φοίτος κ.ά. 2003).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιο -Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Centaurea pumilio απαντά στην Αίγυπτο, απ' όπου έχει περιγραφεί, την Λιβύη, Συρία, Ελλάδα και στα ανατολικά παράλια (περιοχή Puglia) της Ιταλίας (Tornadore &amp; al. 1998, Mele &amp; al. 2008 ως Aegialophila pumilio). Στην Ελλάδα είναι γνωστή από τις παραλίες της ΝΔ. και ΒΔ. Κρήτης (Παλαιόχωρα, Φαλάσαρνα, Μπάλος και την πλησίον κειμένη νησίδα Ελαφονήσι), από την νήσο Ελαφόνησο (πλησίον του ΝΑ. άκρου της Πελοποννήσου), την Κεφαλληνία (Φοίτο κ.ά. 2003), από την περιοχή της Ζαχάρως στην Δ. Πελοπόννησο (Π. Δημόπουλο, προσωπ. επικοινωνία), καθώς και από τον όρμο Ξυλής του Νομού Λακωνίας (Ε. Καλπουτζάκη, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea pumilio είναι γνωστή μόνον από αμμώδει, παραλιακές θέσει, συνήθως σε αμμοθίνε. Συχνά απαντά με τα είδη Pancratium maritimum, Cakile maritima, Euphorbia paralias, Silene colorata κ.ά. Στο Ελαφονήσι (ΝΔ. Κρήτη) απαντά επίσης με την Silene ammophila .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η ονοματολογία της Centaurea pumilio υπήρξε για μεγάλο διάστημα συγκεχυμένη, με το είδος να αναφέρεται σε πολλά έργα ως Aegialophila pumilio (L.) Boiss., ακόμη και προσφάτως (π.χ. Mele &amp; al. 2008), αλλά και εξ αιτίας της στενής συγγένειάς της προς την C. aegialophila Wagenitz (= Aegialophila cretica Boiss. &amp; Heldr.). O Turland (1995b) επρότεινε την διατήρηση του ονόματος αυτού του είδους ως Centaurea pumilio L., το οποίον έχει γίνει αποδεκτό (Τaxon 47: 867, 1998). Πράγματι, η συγγένεια της C. pumilio προς την C. aegialophila είναι πολύ στενή, με τις διαφορές τους να εντοπίζονται κυρίως στην μορφή του πάππου των αχαινίων και των βρακτίων φύλλων του περιβλήματο. Περαιτέρω μελέτη αυτών των ειδών μπορεί να αποδείξει ότι η ορθότερη ταξινομική τους θέση είναι αυτή των δύο υποειδών (Wagenitz 1974).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι υποπληθυσμοί της Κρήτη, κυρίως του Ελαφονησιού και της περιοχής των Φαλασάρνων, είναι πλουσιότατοι σε αριθμόν ατόμων. Σε κάθε μία από τις εν λόγω περιοχέ, τα άτομα ίσως υπερβαίνουν τις 5.000(-10.000). Θα αναμενόταν,ως εκ τούτου,η παρουσία της Centaurea pumilio να εθεωρείτο ασφαλή. Δυστυχώ, οι προοπτικές διατηρήσεως του εν λόγω είδους δεν είναι ευοίωνε, παρά μόνον για την νησίδα Ελαφονήσι (ΝΔ. Κρήτη), η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (SCI, GR4340002). Και τούτο μόνον, εάν εκεί διατηρηθούν τα κάποια μέτρα προστασίας της νησίδα, τα οποία έχουν ληφθεί. Η περίφημη αμμώδης παραλία των Φαλασάρνων έχει αρχίσει ήδη να ''καθαρίζεται'' με μηχανικά μέσα. Στη νήσο Κεφαλληνία οι δύο υποπληθυσμοί, οι οποίοι είχαν εντοπισθεί προ ετών,έχουν μειωθεί σημαντικά και ο ένας εξ αυτών έχει σχεδόν εξαφανισθεί (ο βιότοπος έχει γίνει παραλία έντονης τουριστικής ανάπτυξη). Στην αμμώδη παραλία της Ζαχάρως (Πελοπόννησο) παρά την αναζήτηση αυτού του είδου, μετά την πρώτη ανεύρεσή του, δεν επανευρέθη. Στην νήσο Ελαφόνησο, νοτίως της Πελοποννήσου, όπου δεν έχουν ληφθεί ιδιαίτερα μέτρα προστασία, ισχύει ότι και στις ανωτέρω περιοχέ, δηλαδή ο βαθμιαίος περιορισμός του πληθυσμού, λόγω εντόνων ανθρωπογενών επιδράσεων (οικοτουριστική περιοχή).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Centaurea pumilio θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα είδος που δεν απειλείται, καθ' όσον σε δύο (ΝΔ. Κρήτη) από του, τουλάχιστον, 8 πληθυσμούς τη, που φύονται στην Ελλάδα, καταμετρήθηκαν περισσότερα από 5.000(- 10.000) άτομα. Όμω, όλοι οι βιότοποι αυτού του είδους υπόκεινται σε έντονη τουριστική πίεση και μόνο ένας από αυτούς προστατεύεται μερικώ. Εξαιτίας της πίεσης αυτή, οι περισσότεροι πληθυσμοί (Κεφαλονιά, Ζαχάρω, Ελαφόνησο), κατά τα τελευταία 5-10 έτη, έχουν υποστεί μείωση μεγαλύτερη του 10%. Επίση, στον πληθυσμό του Μπάλου (ΒΔ. Κρήτη) παρατηρήθηκε (Απρίλιο 2009) από τους συγγραφείς του παρόντος άρθρου, έντονη υποβάθμιση του πληθυσμού, αφού δεν υπήρχαν σε αυτόν ούτε 10 ώριμα άτομα, ικανά για ανθοφορία!Το είδος θεωρείται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), επειδή πληροί τα κριτήρια Β1a,c(i,ii,iii)+2a,c(i,ii,iii). Η περαιτέρω τουριστική ανάπτυξη, στις περιοχές όπου το είδος απαντά, πιθανόν θα επηρεάσει αρνητικά την επιβίωση της C. pumilio και το είδος θα χρειασθεί να καταταγεί σε υψηλότερη κατηγορία απειλής στο προσεχές μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δύο είναι οι ρεαλιστικές προτάσεις για την προστασία της Centaurea pumilio . Κατ' αρχά, να γίνει ουσιαστική η προστασία του είδους στην νησίδα Ελαφονήσι. Τούτο θα επιτευχθεί με την θέσπιση αυστηρών μέτρων προστασίας για την συνολική χλωρίδα και πανίδα και συγχρόνως με την συνεχή επιτήρηση, κυρίως κατά τους θερινούς μήνε, για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων. Άλλωστε, η εν λόγω νησίδα έχει χαρακτηρισθεί ως Τόπος Κοινοτικής Σημασία. Ο δεύτερος προτεινόμενος τρόπος είναι η διατήρηση των αχαινίων του είδους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, για την ex situ διατήρησή τους και την, εν καιρώ, χρησιμοποίησή τους προς ενίσχυση των φυσικών πληθυσμών.</p><p>Η λήψη μέτρων προστασίας στις υπόλοιπες αμμώδεις παραλίες της χώρα, όπου η τουριστική πίεση είναι πολύ έντονη, θεωρείται ουτοπική, τουλάχιστον, μέχρις ότου οι πολίτες αποκτήσουν οικολογική συνείδηση.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Νίκη Κατσούνη, Nicholas Turland &amp; Δημήτριοç Φοίτοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC1EFEA9D9B2FE833CBEFBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC1AFEABD9B2FE833CBEFD87.text	0397C81BBC1AFEABD9B2FE833CBEFD87.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea rechingeri Phitos	<div><p>Centaurea rechingeri Phitos</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea rechingeri Phitos in Ann. Naturhist. Mus. Wien 67: 165 (1964).</p><p>Tύποç: [Ελλά (WAe), Β. Σποράδε, Νήσος Κυρά Παναγιά] "Ins. Kyra Panagia, in rupestribus calc. prope monasterium Panagia", 31 Maj. 1963, Phitos 965 (Ολότυπο: Μ, Ισότυπο: W).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea scyria Runemark in Bot. Not. 120: 166 (1967).</p><p>Colymbada scyria (Runemark) Holub in Preslia 45: 144 (1973).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με βάση ημιξυλώδη, ολόκληρο με πυκνό, λευκωπό, εριώδες κάλυμμα. Bλαστοί εκφυόμενοι καθένας από ρόδακα φύλλων, ενίοτε με αραιές διακλαδώσεις στο κάτω μέρος και περισσότερες στο άνω μέρο. Ρόδακας ένας ή περισσότεροι με πολυάριθμα φύλλα μήκους μέχρι 15 cm και πλάτους μέχρι 5 cm, βραχέως έμμισχα, πτεροσχιδή, με πλάγιους λοβούς αντίθετους ή κατ' εναλλαγήν, συνήθως ελλειψοειδεί, ακέραιους ή φέροντες ένα μικρό λοβό στο κάτω μέρος του, ανώτερα φύλλα βλαστού μικρότερα, σχεδόν όμοια προς αυτά της βάση, ακέραια, λογχοειδή. Κεφάλια μεμονωμένα, στο άκρον των βλαστών. Περίβλημα κεφαλίου ημισφαιρικό, μήκους ±2,5 cm. Βράκτια περιβλήματος κεραμοειδώς επικαλυπτόμενα, αχυρώδη, ωχρά, με αραιό χνοώδες κάλυμμα, κατώτερα βράκτια ωοειδή, μεσαία επιμήκως ελλειψοειδή-λογχοειδή, ανώτερα επιμήκη, τα κατώτερα και μεσαία βράκτια φέροντα στο ανώτερο μέρος τους ελάχιστες αραιέ, καστανόφαιες βλεφαρίδες και στην κορυφή ακίδα, μήκους 1-2 mm. Εξαρτήματα μη ευκρινή. Ανθίδια πορφυρά, μήκους ±19 mm. Αχαίνια πυκνώς μεταξότριχα με πάππο τριπλασίου μήκου.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Runemark 1967, Georgiadis &amp; Christodoulakis 1984).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιο -Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ελληνικό ενδημικό είδο, εμφανιζόμενο σε διάφορες νήσους του Αιγαίου: Κυρά Παναγιά, Γιούρα, Σκύρος και την νησίδα Έξω Διαβάτε. Η Centaurea rechingeri απαντά και στην νήσο Σάμο (Georgiadis &amp; Christodoulakis 1984). Η εν λόγω εμφάνιση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, από φυτογεωγραφικής απόψεω, ασυνήθιστη για ένα ενδημικό είδος του K. Αιγαίου (Β. Σποράδε -Σκύρο) και μία νήσο όπως η Σάμο, η οποία ανήκει στην ανατολική φυτογεωγραφική περιοχή.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea rechingeri φύεται κυρίως σε σχισμές αποτόμων, συνήθω, παραθαλασσίων, ασβεστολιθικών κλιτύων. Λόγω του εξειδικευμένου βιοτόπου της και της αραιής εμφανίσεώς τη, τα κατά τόπους συνυπάρχοντα είδη δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συνοδά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Centaurea rechingeri και η C. atropurpurea Olivier (= C. oliveriana DC.) είναι, μορφολογικώ, τα πλέον συγγενή είδη εντός της ομάδος Acrocentron, στην οποίαν ανήκουν (Phitos 1964). Παρά τις υπάρχουσες ομοιότητε, διακρίνονται σαφώς μεταξύ του. Π.χ. τα φύλλα της βάσεως της C. rechingeri είναι καθ' όλο το μήκος τους πτεροσχιδώς διηρημένα, της C. atropurpurea είναι λυροειδή με το ανώτερο ήμισυ των φύλλων να μένει σχεδόν αδιαίρετο. Επίση, τα κεφάλια της C. rechingeri είναι μικρότερα, ενώ τα βράκτια του κεφαλίου είναι σημαντικώς μικρότερα, πολυαριθμότερα και φέρουν στην κορυφή μία βραχεία ακίδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Όπως συμβαίνει συνήθως με τα ενδημικά είδη του Αιγαίου, τα προσαρμοσμένα και φυόμενα στις σχισμές των αποκρήμνων, ασβεστολιθικών βράχων, η Centaurea rechingeri εμφανίζεται σποραδικώς ή συγκροτεί ιδιαιτέρως ολιγάριθμους πληθυσμούς ή υποπληθυσμού. Αυτός είναι ο λόγο, για τον οποίον η C. rechingeri, παρότι φύεται σε διάφορες νήσους των Β. Σποράδων, την Σκύρο και την Σάμο, θεωρείται ιδιαίτερα σπάνιο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι κίνδυνοι που απειλούν την Centaurea rechingeri σχετίζονται με την ολιγομελή σύσταση των πληθυσμών της και δεν είναι άμεσοι. Όμω, η ολιγομελής σύσταση των πληθυσμών της συνιστά, ακριβώ, τον μοναδικό κίνδυνο, δεδομένου ότι ενδεχόμενη διαταραχή της ισορροπίας των βιοτόπων της είναι δυνατόν να επιφέρει μείωση των ατόμων με τις αυτονόητες συνέπειε. Παρόμοια ενδεχόμενα δεν είναι, σήμερα, απίθανα. Το είδο, σύμφωνα με τα κριτήρια Β1a,b(ii,iv,v)+2a,b(ii,iv,v) και C2a(i) της IUCN (2001) τα οποία πληροί, χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ιδιαίτερα μέτρα προστασίας της Centaurea rechingeri δεν είναι εφικτά, λόγω των μεμονωμένων και απρόσιτων βιοτόπων όπου αυτή φύεται. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως σε πολλές ανάλογε, η περιβαλλοντική ευαισθησία και η ενημέρωση των πολιτών και των τοπικών φορέων θα μπορούσε να αποσοβήσει ενδεχόμενη συρρίκνωση των βιοτόπων του είδου. Η έρευνα της αναπαραγωγής της C. rechingeri, η σταθερή διατήρηση ατόμων της σε Βοτανικούς Κήπους και αχαινίων της σε Τράπεζες Σπερμάτων θα αποτελέσουν, επίση, σημαντικές ενέργειες για την ex situ διατήρησή της και για πιθανή χρησιμοποίηση φυτών για τον εμπλουτισμό των αυτοφυών πληθυσμών τη.</p><p>Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC1AFEABD9B2FE833CBEFD87	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC18FEA4D9B2FF6A3CB6FBEA.text	0397C81BBC18FEA4D9B2FF6A3CB6FBEA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centaurea subciliaris subsp. acarnanica Matthas	<div><p>Centaurea subciliaris Boiss. &amp; Heldr. subsp. acarnanica Matthäs</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centaurea subciliaris Boiss. &amp; Heldr. subsp. acarnanica Matthäs in Bot. Jahrb. Syst., 95(4): 430 (1976).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αιτωλοακαρνανία] "Mt. Boumistos, Macchie, Quercus ilex -Wald, alt. 1100 m", 18 Jul 1971, Damboldt 137/71 (Ολότυπο: Bherb. Damboldt. Ισότυποι: B, UPA).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea acarnanica (Matthäs) Greuter in Willdenowia 33: 53 (2003).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, με ένα ή λίγα στελέχη ύψους έως 60 cm. Βλαστός συνήθως διακλαδισμένο, διακλαδώσεις μήκους 8-16 cm. Kατώτερα φύλλα σε μορφή ρόδακα, μήκους 2-7,5 cm, πλατύτερα στο μέσον ή στο κατώτερο τμήμα του, συνήθως απλώς πτεροσχιδή, λοβοί ελλειπτικοί-λογχοειδεί, αποληκτικός λοβός συχνά μεγαλύτερος των άλλων. Κατώτερα φύλλα στελέχους όμοια με τα φύλλα του ρόδακα αλλά μικρότερα, ανώτερα φύλλα συνήθως απλά, στενώς λογχοειδή. Κεφάλια 1-5 ανά στέλεχο, ωοειδή, μήκους 11-17 mm. Εξαρτήματα βρακτίων περιβλήματος κεφαλίου ανοικτοκίτρινα έως διαφανή, κυρτά, κυκλικά έως ωοειδή, καλύπτοντα το μεγαλύτερο τμήμα των γειτονικών βρακτίων, το μεσαίο τμήμα τους στενά τριγωνικό, αχυρόχρωμο έως απαλό καστανό, περιθώρια ακέραια. Άνθη αχνοϊώδη έως ρόδινα, τα εξωτερικά μεγαλύτερα και αποκλίνοντα. Αχαίνια τριχωτά, ελαφρώς καστανά, με γραμμώσει. Πάππος με μέγεθος περίπου το 1/4 του αχαινίου, με αδρές τρίχε.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 36 + 4B (Matthäs 1976).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούλιο έως τα μέσα ή τα τέλη του Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το taxon είναι ενδημικό σε ένα μικρό τμήμα της Δ. Ελλάδα. Η εξάπλωση της Centaurea subciliaris subsp. acarnanica περιορίζεται στα βόρεια τμήματα του όρους Μπούμιστο, απ' όπου συλλέχθηκε για πρώτη φορά και περιγράφηκε, καθώς και στα κεντρικά και βόρεια τμήματα του ορεινού συγκροτήματος των Ακαρνανικών Ορέων.</p><p>Βιότοποç: Η Centaurea subciliaris subsp. acarnanica εμφανίζεται κυρίως σε πετρώδη και βραχώδη εδάφη. Προτιμά ανοικτές και ηλιόλουστες πλαγιέ, σε ανοίγματα θάμνων και φρυγάνων. Φύεται τοπικά, σε υψόμετρο μεταξύ 700-1.200 m, συνήθως μαζί με κοινά ξυλώδη είδη, όπως η Quercus coccifera, η Phillyrea latifolia κ.ά. Στην περιοχή της μονής Ρόμβου, κατ' εξαίρεση, φύεται μαζί με το σπάνιο τοπικό ενδημικό Cerastium illyricum subsp. crinitum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Centaurea subciliaris subsp. acarnanica ανήκει στην C. sectio Phalolepis . Ταξινομικά, συνδέεται στενά με την C. subciliaris subsp. subciliaris, η οποία εξαπλώνεται σε ορισμένα νησιά του Ιονίου πελάγου. Από αυτήν διαφέρει στο ότι, συνήθω, έχει μόνο ένα στέλεχο, στο σχήμα των φύλλων του ρόδακα και των κατωτέρων τμημάτων του βλαστού, στο σχήμα και, ενδεχομένω, στις διαστάσεις του κεφαλίου (Matthäs 1976). Οι συγκεκριμένες διαφορές χρειάζονται προσεκτική αξιολόγηση για το αν είναι σταθερές και για το κατά πόσο ακολουθούν κάποιο γεωγραφικό πρότυπο. Η C. subciliaris subsp. acarnanica αναβαθμίσθηκε πρόσφατα στο επίπεδο του είδους από τον Greuter (2003), ο οποίος όμως δεν έδωσε κάποιο επιπλέον στοιχείο που να υποστηρίζει την άποψή του. Κυτταρολογικά, το subsp. subciliaris φαίνεται να είναι διπλοειδές και τετραπλοειδέ, με ορισμένα φυτά να εμφανίζουν υπεράριθμα (B) χρωμοσώματα, ενώ το subsp. acarnanica είναι μόνο τετραπλοειδέ, με τέσσερα B χρωμοσώματα (Matthäs 1976).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι υποπληθυσμοί του subsp. acarnanica, που ανακαλύφθηκαν στα Ακαρνανικά Όρη, αποτελούνται από αρκετές εκατοντάδες έως ακόμη και χιλιάδες ατόμων. Ας σημειωθεί ότι σε ορισμένες θέσεις υπολογίσαμε ότι η πυκνότητα εμφάνισης αυτού του taxon φθάνει τα 15-30 άτομα ανά m2. Έχει βρεθεί στις ΒΔ. πλαγιές της κορυφής Υψηλή Κορυφή και στο Περγαντί. Ο υποπληθυσμό, που φύεται στα βόρεια τμήματα του ορεινού συγκροτήματο, αποτελείται από μερικές χιλιάδες ατόμων και εμφανίζεται με συγκεντρώσεις που πλησιάζουν τοπικά τα 25-35 άτομα ανά m2. Αν και τα φυτά σε κάθε πληθυσμό είναι ακόμη πολυάριθμα, σπανίως καταφέρνουν να ανθίσουν και να δημιουργήσουν αχαίνια, εξαιτίας της έντονης βόσκησης κυρίως από αιγοπρόβατα. Σε υποπληθυσμούς που αριθμούν αρκετές εκατοντάδες ατόμων δυσκολευθήκαμε να βρούμε λίγες δεκάδες ανέγγιχτα άτομα κατά την εργασία πεδίου το 2005 και το 2006. Υπολογίσαμε ότι λιγότερα του 10% των συνολικών φυτών καταφέρνουν να σχηματίζουν αχαίνια (Kαραμπλιάνη 2007). Η αναγέννηση είναι πολύ μικρή και κυρίως εξαρτάται από τα φυτά που μεγαλώνουν μέσα σε θάμνους ή προστατεύονται με κάποιο τρόπο από τα ζώα. Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες σχετικά με τον αριθμό των φυτών που φύονται στην περιοχή από όπου περιγράφηκε το υποείδος (όρο Μπούμιστο), καθώς και τους κινδύνους που ίσως αντιμετωπίζουν.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο υποπληθυσμός της Υψηλής Κορυφής βρέθηκε κοντά στη Μονή Ρόμβου. Αυτή η θέση και ιδιαίτερα το κοντινό οροπέδιο Λιβάδι αποτελούν παραδοσιακές βοσκές εκατοντάδων αιγοπροβάτων κάθε καλοκαίρι. Η πλειονότητα των φυτών καταναλώνεται από ζώα και ο υποπληθυσμός απειλείται επίσης από την επέκταση των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, καθώς και από ορισμένα τεχνικά έργα, όπως η ισοπέδωση των αγρών της μονή.</p><p>Ο δεύτερος υποπληθυσμό, μεταξύ των κορυφών Πύργος και Περγαντί, βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο εξαιτίας της υπερβόσκησης από οικόσιτα ζώα, όπως αιγοπρόβατα, αγελάδες και χοίρου. Αυτός ο πληθυσμός αποτελείται από λίγες χιλιάδες φυτά αλλά μόνο ένα μικρό ποσοστό τους (λιγότερο του 10%) επιτυγχάνει να ανθίσει κάθε έτο. Μεγάλοι θάμνοι, ιδιαίτερα Quercus coccifera, έχουν σημαντικό ρόλο στην προστασία ορισμένων φυτών.</p><p>Προτείνουμε να καταταχθεί το υποείδος στην κατηγορία των Τρωτών (VU) καθόσον πληροί τα κριτήρια B1a,b(v)+B2a,b(v) και D2 της IUCN (2001), εξαιτίας της περιορισμένης περιοχής εμφάνισής του, του κατακερματισμού των λιγότερων από 5 γνωστών υποπληθυσμών του, της μικρής αναγέννηση, της υποβάθμισης της ποιότητας του οικοτόπου του, αλλά και της συνεχιζόμενης μείωσης του αριθμού των ενήλικων ατόμων του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η σωστή διαχείριση της βλάστησης και η αντιμετώπιση της υπερβόσκησης στην περιοχή εμφάνισης του υποείδους αναμένεται να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα, τόσο στους υποπληθυσμούς του όσο και στην μακροπρόθεσμη διατήρηση του ζωικού κεφαλαίου. Οποιαδήποτε ανθρώπινη επέμβαση, π.χ. με τεχνικά έργα, στην περιοχή του βιοτόπου των φυτών θα πρέπει να αποφευχθεί.</p><p>Το υποείδος δεν φαίνεται να έχει κάποια καλλωπιστική αξία, ούτε βεβαιωμένες ή πιθανολογούμενες φαρμακευτικές ιδιότητες και σπανίως συλλέγεται από τους ανθρώπους της περιοχή. Μπορεί να καλλιεργηθεί με ευκολία σε Βοτανικούς Κήπους μέσω των αχαινίων του, η φύτρωση των οποίων είναι πολύ καλή. Η καλλιέργεια των φυτών ex situ επιτρέπει, επίση, τον πολλαπλασιασμό του υποείδου, την συλλογή αχαινίων του και την αποθήκευσή τους σε Τράπεζες Σπερμάτων σε περισσότερα του ενό, κατά προτίμηση, Εργαστήρια ή Ινστιτούτα.</p><p>Θεοφάνηç Καραμπλιάνηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC18FEA4D9B2FF6A3CB6FBEA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC15FEA6D9ABFE833CB6FDFE.text	0397C81BBC15FEA6D9ABFE833CB6FDFE.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Centranthus sieberi Heldr.	<div><p>Centranthus sieberi Heldr.</p><p>Valerianaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Centranthus sieberi Heldr. in Verh. Zool.-Bot. Ges. Wien 40: 295 (1890).</p><p>Λεκτότυποç (Franzén in Strid &amp; Tan (eds) 1991, Mount. Fl. Greece 2: 348): [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "ad cacumen Hagios Theodoros" [Mt Thodori], 24 Sep. 1817, Sieber s.n. (W).</p><p>Συνώνυμα: Centranthus nevadensis Boiss. subsp. sieberi (Heldr.) I. Richardson in Bot. J. Linn. Soc. 71: 229 (1976).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό, πυκνώς πολύβλαστο, με παχιά, ξυλώδη βάση. Ανθοφόροι βλαστοί ανορθούμενοι έως όρθιοι, μήκους 5-25 cm, αδιακλάδωτοι, με 2-6 ζεύγη φύλλων, λείοι. Χαμηλότερα φύλλα βλαστού σπατουλοειδή, τα μεσαία σπατουλοειδή ή γραμμοειδή-ελλειπτικά και άμισχα, 10-35 x 4-10 mm, λεία. Ταξιανθία φόβη, με πολυάριθμα άνθη σχηματίζοντα μία χαλαρή σφαίρα, διακλαδώσεις ταξιανθίας ελαφρώς αδενωδώ -τριχωτέ. Βράκτια νηματοειδή-γραμμοειδή, περίπου 2 mm. Άνθη ερμαφρόδιτα. Στεφάνη ρόδινη, με σωλήνα μακρύ και λεπτό, μήκους 9-11 mm, με λοβούς περίπου 2 mm, ελαφρώς άνισους και με πλήκτρο λεπτό, μήκους 13-17 mm. Στήμονας 1, προεκβάλλων περίπου 5 mm από τον σωλήνα της στεφάνη. Ανθήρας περίπου 1,7 mm. Στύλος προεξέχων περίπου 4 mm από τον σωλήνα της στεφάνη, στίγμα ακέραιο. Καρπός ωοειδή, μήκους 3-3,5 mm, αυλακούμενος στην μία του πλευρά, λείο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 32 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος έως Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του ανατολικού, κυρίου τμήματος του ορεινού όγκου των Λευκών Όρεων στην Δ. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Ρωγμές ασβεστολιθικών κρημνών, ανοιχτές χαλικώδεις εκτάσεις και σάρε, πάντοτε πάνω από το δασοόριο, σε υψόμετρο (1.600-)1.800-2.300 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το πλησιέστερο συγγενές είδος του Centranthus sieberi φαίνεται να είναι ο C. nevadensis Boiss., από τα όρη της Ν. Ισπανίας και του Β. Μαρόκου (Richardson 1976). Το είδος αυτό είναι παρεμφερές τόσο οικολογικά όσο και μορφολογικά με το C. sieberi, αλλά διαφέρει στο ότι έχει 4-12 ζεύγη γραμμοειδών έως ελλειπτικών φύλλων βλαστού, μακρύτερο σωλήνα στεφάνης μήκους 12-14 mm, και βραχύτερο πλήκτρο, μήκους 4-5 mm.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Είναι γνωστοί επτά υποπληθυσμοί του είδου: στo όρος Άγιο Πνεύμα στη βόρεια πλευρά των Λευκών Όρεων, στο όρος Θοδωρή στη νότια πλευρά, στο όρος Κάστρο στην ανατολική πλευρά, στο πέρασμα μεταξύ Γριάς Σωρός και Ασφακιώτικος Σωρός στο κέντρο του ορεινού όγκου και στις κοιλάδες Λαγκόνια, Αμμουτσαρά και Μαύροι Λάκκοι ΒΑ. και Α. του όρους Θοδωρή (Franzén 1991b, J. Bienvenu προσωπ. επικοινωνία και παρατηρήσεις του συγγραφέα).</p><p>Ο συγγραφέας έχει παρακολουθήσει μόνο τον υποπληθυσμό στην κοιλάδα της Αμμουτσαράς σε διάφορα έτη, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και δεν παρατήρησε περισσότερα από μερικές δεκάδες ώριμα άτομα. Φυσικά, τα ώριμα άτομα που δεν ανθίζουν δεν γίνονται αντιληπτά και εύκολα παραβλέπονται, επομένως οι αριθμοί του είδους μπορεί να είναι υψηλότεροι από ότι φαίνεται. Εάν ο υποπληθυσμός της Αμμουτσαράς είναι πραγματικά πολύ μικρός και εάν το ίδιο ισχύει για τους άλλους έξι υποπληθυσμού, τότε ο συνολικός πληθυσμός μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερα από 1.000 ώριμα άτομα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο φαίνεται απίθανο. Δεν είναι γνωστό εάν οι υποπληθυσμοί αυξομειώνονται ή φθίνουν. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνουν, σύμφωνα με τα στοιχεία των επτά γνωστών υποπληθυσμών, είναι περίπου 9 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η επιβίωση του Centranthus sieberi σε όλους τους υποπληθυσμούς του απειλείται κυρίως από την υπερβόσκηση από πρόβατα, η οποία συνεχίζεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του καλοκαριού στα μεγάλα υψόμετρα των Λευκών Όρεων, πάνω από το δασοόριο. Τα φυτά γενικώς είναι προσβάσιμα στα πρόβατα και είναι βέβαιο ότι βόσκονται, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η παραγωγή των σπερμάτων. Επιπλέον, οι υποπληθυσμοί στις κοιλάδες της Λαγκόνιας και της Αμμουτσαράς είναι προσβάσιμες σε οχήματα από ένα επισφαλή δρόμο που φθάνει εκεί από την Ανώπολη. Η γειτνίαση του συγκεκριμένου δρόμου θα μπορούσε να επιφέρει επιπλέον απειλέ, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν π.χ. από διαπλάτυνση του οδοστρώματο, από αυξημένη βόσκηση, από αύξηση του τουρισμού ή εξαιτίας υπερσυλλογής του είδους από βοτανικούς ή κηπουρού. Σύμφωνα με το κριτήριο D2 της IUCN (2001) προτείνεται για το είδος η κατηγορία Τρωτό (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Mέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασία. Τμήμα ενός από τους υποπληθυσμούς μπορεί να περιφραχθεί για τον αποκλεισμό των ζώων που βόσκουν. Στην περιοχή αυτή θα μπορούσε να παρακολουθηθεί η συμπεριφορά του είδους για μία περίοδο 5-10 ετών, χρησιμοποιώντας ως μάρτυρα την περιοχή που δεν είναι περιφραγμένη. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο περαιτέρω περίφραξης με την ανάλογη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γη, των τοπικών κτηνοτρόφων και των χωρικών. Θα πρέπει επίσης να γίνει έρευνα για το Centranthus sieberi εντός του μικροαποθέματος CRETAPLANT, το οποίο έχει δημιουργηθεί στο όρος Σβουριχτή το 2006 για τη Nepeta sphaciotica .</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC15FEA6D9ABFE833CB6FDFE	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC13FEA3D9ABFE833CBEFBEA.text	0397C81BBC13FEA3D9ABFE833CBEFBEA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cephalanthera cucullata Boiss. & Heldr.	<div><p>Cephalanthera cucullata Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Orchidaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Cephalanthera cucullata Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. 1, 13: 12 (1854).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου]: "in pinetis montium Lassiti supra Males, alt. circ. 4000³, 1846, Heldreich" (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Epipactis cucullata (Boiss. &amp; Heldr.) Wettst. in Österr. Bot. Z. 39: 429 (1889), nom. illeg.</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ποώδες φυτό ύψους 10-30 cm. Βλαστός λείο, με αυλακώσεις στο ανώτερο τμήμα του. Φύλλα 2-4, σχεδόν περίβλαστα, επιμήκη-λογχοειδή, κοίλα, μήκους 2,5-6 cm, οξύληκτα, γλαυκοπράσινα. Βράκτια υπενθυμίζοντα τα φύλλα, τα κατώτερα μακρύτερα των ανθέων, τα ανώτερα μακρύτερα της ωοθήκη. Ταξιανθία μήκους 4-15 cm, συνήθως με 5-24 πυκνά τοποθετημένα, υποκίτρινα-λευκωπά έως ρόδινα άνθη που δεν ανοίγουν εντελώ. Σέπαλα επιμήκη-λογχοειδή, 14-20 x 4-7 mm, oξύληκτα. Πέταλα μικροτέρων διαστάσεων και λιγότερο οξύληκτα. Χειλάριο μήκους 11-13 mm, υποχείλιο κοίλο, οι παρακείμενοι αποστρογγυλωμένοι λοβοί περικλείοντες το γυνοστήμιο, επιχείλιο καρδιοειδέ, κοίλο, ακρόληκτο, με 4-7 επιμήκεις κιτρινόχροες προεκβολέ,. Πλήκτρο βραχύ, κωνικό, αμβλύ, μήκους 1-2 mm. Ωοθήκη λεία.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Αρχές Μαϊου με αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Κρήτη, το οποίο είναι γνωστό μόνο από διακεκομμένους πληθυσμούς που εμφανίζονται στους τρεις κύριους ορεινούς όγκους της νήσου: τα Λευκά Όρη, τον Ψηλορείτη και τη Δίκτη.</p><p>Βιότοποç: Το είδος φύεται σε αλκαλικά, πετρώδη ή χαλικώδη εδάφη, συνήθως μέσα σε μικτά δάση που αποτελούνται από δενδρώδεις πρίνους ( Quercus coccifera) σφενδάμια ( Acer sempervirens), κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) και πεύκα ( Pinus halepensis subsp. brutia), σε υψόμετρο που ποικίλει μεταξύ 500-1.500 m. Προτιμά τις σκιερές θέσεις σε περιοχές που συγκεντρώνουν σχετική υγρασία.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To είδος είναι, ταξινομικά, ευδιάκριτο και ξεχωρίζει από όλα τα άλλα είδη του γένους Cephalanthera εξαιτίας των κοίλων γλαυκοπράσινων φύλλων του και των ανθέων του, που δεν ανοίγουν εντελώς και φέρουν βραχύ πλήκτρο, το μήκος του οποίου δεν ξεπερνά τα 1-2 mm. Το πλησιέστερο, ταξινομικά, είδος είναι η C. epipactoides Fich. &amp; Mey., η οποία στην Ελλάδα απαντά σε ορισμένες νήσους του Α. Αιγαίου (Χίο, Λέσβο, Σάμος και πιθανόν Ρόδο) και στην Θράκη, ενώ εξαπλώνεται και ανατολικότερα στην Τουρκία. Η C. epipactoides διακρίνεται από την C. cucullata εξαιτίας του μακρύτερου πλήκτρου (3-4 mm) και του μεγαλύτερου μήκους των τεπάλων (20-36 mm) των ανθέων τη.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Cephalanthera cucullata είναι ένα σπάνιο φυτό της Κρήτης (Αλιμπέρτη 1998, Delforge 2005, Baumann &amp; al. 2006), το οποίο συνήθως σχηματίζει μικρούς υποπληθυσμούς των 10-150 ατόμων (βλέπε Kypriotakis &amp; Kalopissis 1988). Στο παρελθόν, σε λίγες μόνο θέσει, οι υποπληθυσμοί της είχαν μετρηθεί μεγαλύτεροι. Υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν μία σημαντική μείωση των πληθυσμών και του αριθμού των ατόμων του είδου, από την δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα. Oι πρώτες προσπάθειες προστασίας πραγματοποιήθηκαν ήδη το 1979 από τον Γιάννη Καλοπίση με την περίφραξη ενός χώρου που φιλοξενεί το είδος κοντά στην θέση Μάνα του Νερού, πάνω από το χωριό Καμάρες της Κρήτη. Δυστυχώ, οι εν λόγω προσπάθειες δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Ο ίδιος χώρος περίφραξης σύντομα χρησιμοποιήθηκε για να οριοθετεί τον χώρο συγκέντρωσης ενός κοπαδιού ζώων της περιοχής και όλα τα φυτά εξαφανίστηκαν. Στην περιοχή του φαραγγιού του Ρούβα καταμετρήθηκαν το 1989, μαζί με τον Ζ. Κυπριωτάκη, περισσότερα από 250 άτομα, ανευρέθηκαν όμως μόλις 10 το 2007. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σημείο αναψυχής με το πέτρινο καθιστικό, που το 1989 καταμετρήθηκαν 8 άτομα, το 2007 βρέθηκε μόλις 1 καχεκτικό άτομο το οποίο έφερε δύο άνθη.</p><p>Μικροί υποπληθυσμοί επισημάνθηκαν στη δύσβατη περιοχή Καλοί Λάκκοι των Λευκών Ορέων (περίπου 50- 80 άτομα), στο φαράγγι της Σαμαριάς (παρατηρήσει το έτος 1989) και πάνω από την Ανώπολη των Σφακίων (παρατηρήσει το έτος 1994). Υπολογίζουμε, επίση, ότι ο πληθυσμός που εμφανίζεται στο οροπέδιο Σελάκανο της Δίκτη, πάνω από το χωριό Καρύδι, έχει επίσης υποστεί σημαντικές αλλαγέ, με μείωση των ατόμων. Κοντά στο χωριό Κουστογέρακο της Επαρχίας Σελίνου του Νομού Χανίων η C. cucullata έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα "Μικροαποθέματα φυτών-διατήρηση και διαχείριση της απειλούμενης χλωρίδα" που εποπτεύεται από το Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η εξαφάνιση υποπληθυσμών και η πιστοποιημένη μείωση του αριθμού των ατόμων της Cephalanthera cucullata σε διάστημα περίπου 30 ετών δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στην μελλοντική επιβίωση του είδου. Θεωρούμε ότι το φυτό θα πρέπει να χαρακτηρισθεί τουλάχιστον ως Κινδυνεύον (EN) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), εξαιτίας της σημαντικής αποδυνάμωσης των υποπληθυσμών του, κυρίως σε ότι αφορά στις γνωστές θέσεις του Ψηλορείτη και της Δίκτη. Περισσότερο συγκεκριμένα, για το είδος πληρούνται τα κριτήρια B2b(i,ii,iii)+2c(iii,iv) και C2a(i).</p><p>Η σημαντική μείωση του πληθυσμού στο φαράγγι του Ρούβα, από το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου μέχρι το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη στο δάσος του Ρούβα, πιθανότατα οφείλεται στους πολλούς επισκέπτες που το διασχίζουν, επειδή πολλά φυτά φύονταν κοντά στις άκρες του μονοπατιού. Επιπλέον, ο υπερβολικός αριθμός ζώων, που βόσκει στα τρία μεγάλα ορεινά συγκροτήματα της Κρήτης και οδηγεί σε ισχυρά φαινόμενα υπερβόσκηση, αποτελεί ένα διαρκή κίνδυνο για το είδο. Η υπερβόσκηση, που εξακολουθεί να υφίσταται για μακρά σειρά ετών στην Κρήτη, θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως μεγάλη περιβαλλοντική ασυνέπεια.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής προστασίας της Cephalanthera cucullata είναι η προστασία των βιοτόπων τη. Η προστασία του είδους σε επιμέρους περιοχές μπορεί να συνδυασθεί με συγκεκριμένα μέτρα προστασίας του από την υπερβόσκηση και ανάκαμψη της επικρατούσας βλάστηση. Για να έχει επιτυχία μία τέτοια προσπάθεια,θα πρέπει να γίνει σε συνεργασία με τους τοπικούς παράγοντες και φορεί. Θα πρέπει, επίση, να ελέγχονται περιοδικά οι υποπληθυσμοί του είδους και να εκτιμάται η αποτελεσματικότητα της in situ προστασία. Τουλάχιστον κάποιες θέσεις που φιλοξενούν ικανό αριθμό φυτών θα πρέπει να διατηρούνται μυστικέ, ώστε να αποφεύγονται κατά το δυνατόν οι ανθρώπινες επεμβάσεις είτε αυτές προέρχονται από φυσιολάτρες είτε από βοτανικού.</p><p>Η καλλιέργεια ειδών του γένους Cephalanthera δεν είναι εύκολη. Θα είχε ενδιαφέρον η προσπάθεια πειραματικού πολλαπλασιασμού του είδους ώστε να προσδιορισθούν οι συνθήκες φύτρωσης και ανάπτυξης του.</p><p>Η ανάγκη λήψης μέτρων προστασίας για την C. cucullata είναι επιτακτική. Στην περίπτωση που αυτά δεν ληφθούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το είδος να οδηγηθεί στην πλήρη εξαφάνιση.</p><p>Αντώνηç Αλιμπέρτηç &amp; Μανώληç Αβραμάκηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC13FEA3D9ABFE833CBEFBEA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC10FE9DD9B2FF6A3CBEFC1D.text	0397C81BBC10FE9DD9B2FF6A3CBEFC1D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cephalaria squamiflora (Sieber) Greuter	<div><p>Cephalaria squamiflora (Sieber) Greuter</p><p>Dipsacaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Cephalaria squamiflora (Sieber) Greuter in Candollea 22: 235 (1967).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in rupibus", 1817, Sieber s.n. (Σύντυποι: AWH, K, LE, W, WU).</p><p>Συνώνυμα: Scabiosa squamiflora Sieber in Flora 1: 275 (1818), " squamaeflora ".</p><p>Cephalaria sieberi Szabó in Bot. Jahrb. Syst. 57: 643 (1922), nom. illeg. superfl.</p><p>C. mediterranea var. sieberi Szabó in Mat. Term. Käzlem. 38: 152 (1940).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό με ξυλώδη βάση ή ημίθαμνο. Ανθοφόροι βλαστοί έως 90 cm, απλοί ή διακλαδισμένοι. Φύλλα στιλπνά βαθυπράσινα, ωοειδή-λογχοειδή έως αντιλογχοειδή, συχνά κυκλικά όταν είναι νεαρά, 4-17 x 1,5-5 cm, δερματώδη, με βάση στενούμενη σε έναν ευδιάκριτο μίσχο, περιθώρια ακέραια, οδοντωτά ή σπανίως ελαφρώς λυροειδή, οδόντες ωρίμων φύλλων όχι βλεφαριδωτοί. Κεφάλιο ωοειδές ή σχεδόν σφαιρικό. Βράκτια περιβλήματος κεφαλίου ωοειδή, 4-6 x 3-5 mm, με πιεσμένο τρίχωμα και οξεία κορυφή. Λέπια ανθικού δίσκου αντωοειδή-λογχοειδή, 6-7 x 3-4 mm, μεμβρανώδη. Κάλυκας κυπελοειδή. Στεφάνη του άνθους λευκή έως κίτρινη, 4-σχιδή, μήκους 9-12 mm. Υποκαλύκιο με 4 γωνίε, ±6 mm κατά την καρποφορία, με ένα βραχύ οδόντα σε κάθε γωνία και ένα βραχύτερο οδόντα μεταξύ των γωνιών.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18 (Montmollin 1986, βασισμένος σε υλικό από τα Λευκά Όρη της Κρήτη).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος έως Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της περιοχής του Αιγαίου, όπου είναι γνωστό από έξι νήσου: τα Γιούρα, την Χίο, την Ικαρία, την Αμοργό, την Κάρπαθο (όρο Καλή Λίμνη) και την Δ. Κρήτη (Λευκά Όρη).</p><p>Βιότοποç: Αποκλειστικό χασμόφυτο των ασβεστολιθικών κρημνών, όπου εμφανίζεται σε υψόμετρο 1.400-1.800 m στην Κρήτη, 935-1.150 m στην Κάρπαθο, 850-950 m στη Χίο, έως 500 m στα Γιούρα και περίπου 460 m στην Αμοργό. Ως συνοδά, στην Κρήτη μπορεί να εμφανίζονται τα είδη (* = ενδημικό): * Anthemis samariensis, Athamanta macedonica, * Bupleurum kakiskalae, * Campanula jacquinii, * Centaurea argentea subsp. macrothysana, * Dianthus juniperinus subsp. juniperinus, * Galium fruticosum, Hellenocarum multiflorum, * Lomelosia albocincta, Odontites linkii subsp. creticus και * Onobrychis sphaciotica . Στην Κάρπαθο μπορεί να συνυπάρχει με τα είδη: Brassica cretica subsp. aegaea, Campanula carpatha, Helichrysum orientale, Inula heterolepis, Linum arboreum, Pimpinella pretenderis και Seseli gummiferum subsp. crithmifolium, ενώ στην Αμοργό με τα είδη Jacobaea maritima subsp. bicolor, Seseli gummiferum subsp. crithmifolium και Anthyllis splendens .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τέσσερα συγγενή και πιθανότατα αντίστοιχα είδη εμφανίζονται δυτικότερα, στη λεκάνη της Μεσογείου (Βacchetta &amp; al. 2008): η Cephalaria balearica Coss.ex Willk. στη Μαγιόρκα,η C. bigazzii Bacch., Βrullo &amp; Giusso στη ΝΔ. Σαρδηνία, η C. ebusitana (O. Bolàs &amp; Vigo) Bacch., Βrullo &amp; Giusso στην Ίμπιζα και η C. mediterranea (Viv.) Szabó στην Α. Σαρδηνία (ενώ είναι αμφίβολη στην Κορσική, βλέπε Greuter &amp; al. 1986).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το taxon αυτό ήταν γνωστό ήδη από παλαιά στα Λευκά Όρη της Κρήτης (Sieber 1818, Turrill 1940, Davis 1953, Greuter 1967b, Turland 2008), όπου υπάρχουν τουλάχιστον δύο υποπληθυσμοί στα ανώτερα τμήματα του Φαραγγιού της Σαμαριά, μόλις εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου. Ένας υποπληθυσμός εκτείνεται κατά μήκος αρκετών εκατοντάδων μέτρων στους απότομους κρημνούς από το όρος Στριφομάδι έως τα κατακόρυφα βράχια της Κακισκάλας στην κοιλάδα του Λινοσελίου, ενώ ο άλλος εκτείνεται από το όρος Μελινταού για τουλάχιστον 2 km νοτιοανατολικά, σε ένα τεράστιο σύμπλεγμα κρημνών, όπου υπάρχουν εκατοντάδες ώριμων ατόμων και πολυάριθμα φυτά διαφόρων μεγεθών, γεγονός που υποδηλώνει μία δομή μικτών ηλικιών και μία τακτική, επιτυχημένη αναπαραγωγή. Οι Bacchetta &amp; al. (2008) αναφέρουν δείγματα από τα ''Lefka Ori, Mavri''. Αν και υπάρχουν τουλάχιστον δύο όρη στο σύμπλεγμα των Λευκών Ορέων που φέρουν το συγκεκριμένο όνομα, η αναφορά προφανώς συνδέεται με το όρος Μαύρη, περίπου 5 km BA. του όρους Μελινταού.</p><p>Στην Κάρπαθο είναι γνωστός ένας πληθυσμό, στο όρος Καλή Λίμνη (Turrill 1940, Rechinger 1943a, Davis 1953, Greuter 1967b, Greuter &amp; al. 1983). Παρατηρήθηκε από τον συγγραφέα τον Απρίλιο του 1992 στη βορειοδυτική πλευρά του όρου, σε έναν κρημνό κάτω από την κορυφή. Στα Γιούρα έχουν αναφερθεί τέσσερις υποπληθυσμοί, στο νότιο ήμισυ της νήσου (Kamari &amp; al. 1988).</p><p>Στην Xίο έχει βρεθεί ένας μόνο πληθυσμός από τους S. Snogerup και B. Snogerup τον Μάιο του 1990, σε κρημνούς με βόρεια έκθεση, στη βόρεια πλευρά του όρους Πεληναίο, πάνω από το Βίκι (Snogerup &amp; al. 2001).</p><p>Στην Αμοργό το είδος συλλέχθηκε από τον P. Davis τον Οκτώβριο του 1939 σε μία μεγάλη, ασβεστολιθική, κρημνώδη πλαγιά ανατολικά του Σταυρού, μεταξύ της Λαγκάδας και του Κρίκελου. Ο Davis παρατήρησε: ''πολύ σπάνιο, μόνο ένα φυτό βρέθηκε έπειτα από παρατεταμένη έρευνα'' (Turrill 1940).</p><p>Στην Ικαρία το είδος συλλέχθηκε από τον C. Forsyth Major τον Αύγουστο του 1887 σε μία απόκρημνη πλαγιά της νότιας ακτής (Turrill 1940, Rechinger 1943a, Greuter 1967). Ο συνολικός πληθυσμός της Cephalaria squamiflora (που εμφανίζεται και στα έξι νησιά) συνίσταται σχεδόν με βεβαιότητα από περισσότερα των 1.000 ωρίμων ατόμων και η περιοχή που καταλαμβάνουν είναι πιθανόν μεγαλύτερη από 20 km2. Δεν παρατηρήθηκε μετρήσιμη συνεχής μείωση ή ακραίες διακυμάνσεις στον αριθμό των ώριμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Όλα τα άτομα αναπτύσσονται σε πολύ απρόσιτους βιοτόπους (κατακόρυφοι ασβεστολιθικοί κρημνοί), γεγονός που παρέχει έναν υψηλό βαθμό προστασίας από τα ζώα που βόσκουν και από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού επιπέδου απειλής και της δομής του πληθυσμού προτείνεται, σύμφωνα με την IUCN (2001), η κατηγορία Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι δύο υποπληθυσμοί στην Κρήτη εμφανίζονται εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου του Φαραγγιού της Σαμαριά. Στον Φυσικό Κήπο του Chelsea, στο Λονδίνο, καλλιεργούνται φυτά αυτού του είδου, που έχουν προέλθει από την Κάρπαθο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC10FE9DD9B2FF6A3CBEFC1D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC2EFE9FD9B2FE833CBEFE16.text	0397C81BBC2EFE9FD9B2FE833CBEFE16.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cerastium dominici Favarger	<div><p>Cerastium dominici Favarger</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Cerastium dominici Favarger in Bull. Soc. Neuchâteloise Sci. Nat., 99: 82 (1976).</p><p>Tύποç: [Τουρκία, Mugla] "in Lycia, in monte Gäz-Tepe, 2000 m, in glaris, solo ophiolitico", 1975, M. Tissot-Daguette 21674 (Ολότυπο: NEU).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα, διακλαδισμένη από την βάση, ύψους περίπου 10(-20) cm, με βαθύ πράσινο χρώμα. Χαμηλότερες διακλαδώσεις ανορθούμενε, καταλήγουσες σε επανειλημμένως διχοτομικές ταξιανθίε. Στέλεχο, φύλλα και εξωτερική επιφάνεια των σεπάλων με πολυάριθμες αδενώδεις τρίχες με καστανωπά κεφάλια. Φύλλα βάσης αντωοειδή-σπατουλοειδή, στενούμενα σταδιακά σε μίσχο, ανώτερα φύλλα στενά αντιλογχοειδή ως λογχοειδή, με αποστρογγυλωμένες απολήξει. Σέπαλα 5, μήκους 4-5 mm, αμβλέα, με υαλώδη-μεμβρανώδη περιθώρια και ιώδη χρώση. Πέταλα 5, λευκά, αντικαρδιοειδή, μήκους περίπου 10(-12) mm, σχεδόν διπλάσια των σεπάλων, δίλοβα μέχρι περίπου το 1/10 του μήκους του. Στήμονες 10, νήματα μήκους περίπου 5 mm, ανθήρες μήκους 1 mm. Στύλοι 5, μήκους περίπου 3 mm, ωοθήκη λεία. Κάψα λεία, κυλινδρική, με ελαφρώς καμπτόμενη απόληξη, μήκους 6-10 mm, περίπου διπλάσια του κάλυκα, οδόντες 10, μήκους 1-1,5(-2) mm, όρθιοι με στρεφόμενα κράσπεδα. Σπέρματα καστανά, πιεσμένα, κυκλικά έως νεφροειδή, μήκους 1-1,2 mm, με φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 30 (n = 15, Favarger 1976b).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλος Μαρτίου έως και τον Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Χαρακτηριστικό είδος των υπερβασικών εδαφών βόρεια του χωριού Λάερμα της Ρόδου και της ΝΔ. Τουρκίας (cf. Carlsträm 1987). Στην Ελλάδα γνωστό μόνο από δύο θέσεις της Ρόδου, που εντοπίζονται βορειοδυτικά του χωριού Λάερμα, στο δρόμο προς την Μονή Αρταμίτη.</p><p>Βιότοποç: Οι ελληνικές θέσεις του Cerastium dominici ανακαλύφθηκαν σε λεπτόκοκκκο εδαφικό υλικό υπερβασικής προέλευση. Μία από αυτές βρίσκεται στις ανοικτές πλευρές δρόμου, ενώ η άλλη σε ένα μικρό ανάχωμα. Και οι δύο εμφανίζονται σε υψόμετρο περίπου 250 m. To είδος φύεται κατεσπαρμένο σε πολύ αραιή βλάστηση, μαζί με ετήσια είδη όπως τα Bupleurum gracile, Trifolium stellatum, Silene salamandra, Aethionema arabicum, Rumex bucephalophorus, Cleome iberica, Acinos rotundifolius και Phleum exaratum subsp. aegaeum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τον Favarger (1976a), το είδος συγγενεύει με το C. fragillimum Boiss.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο μεγαλύτερος πληθυσμός του Cerastium dominici σχηματίζει μία λωρίδα αραιών ατόμων πλάτους περίπου 2 m και μήκους περίπου 15 m παράλληλα με μία πλευρά δρόμου, όπου το 2005 υπήρχαν λιγότερα από 1.000 άτομα. Ο δεύτερος πληθυσμός εντοπίζεται σε μια μικρή περιοχή περίπου 10 m2 και αριθμεί περίπου 50 άτομα (μέτρηση του 2008). Περισσότερες θέσεις ίσως ανακαλυφθούν στο μέλλον, αλλά καθώς αρκετοί βοτανικοί έχουν επισκεφθεί την περιοχή χωρίς να βρουν το είδο, συνάγουμε ότι αυτό θα πρέπει θα είναι σπάνιο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: To είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001, 2006), εξαιτίας του μικρού μεγέθους του πληθυσμού του, αλλά και της μικρής διαθεσιμότητας του κατάλληλου βιότοπου (κριτήριο D2). Tο συγκεκριμένο είδος θα μπορούσε να αλλάξει επίπεδο επικινδυνότητας στο πολύ εγγύς μέλλον, εντασσόμενο στα Κρισίμως Κινδυνεύοντα (CR) ή ακόμη και στα Εξαφανισθέντα είδη (EX) της Ρόδου, καθώς ο μεγαλύτερος από τους δύο γνωστούς υποπληθυσμούς του βρίσκεται δίπλα σε έναν δρόμο. Σε αυτή τη θέση κινδυνεύει από οποιοδήποτε καταστροφικό γεγονό, όπως μία νέα διάνοιξη ή διαπλάτυνση του δρόμου. Οι δύο υποπληθυσμοί της Ρόδου αποτελούν το 1/3 από τους 6 συνολικά γνωστούς υποπληθυσμούς του είδους παγκοσμίω.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα και μέριμνα για τους υποπληθυσμούς του είδου, στις περιοχές όπου εμφανίζεται, ώστε να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας και φροντίδας κατά τη διάρκεια πιθανών οδικών έργων. Η περιοχή της Κ. Ρόδου που καταλαμβάνεται από υπερβασικά πετρώματα θα πρέπει να τύχει ειδικών μέτρων προστασίας του περιβάλλοντός τη, αφού φιλοξενεί επιπλέον άλλα ενδημικά ή υποενδημικά φυτικά είδη όπως τα Silene salamandra, Anthemis rhodensis και Arenaria rhodia .</p><p>Michael Ristow, Andreas Kleinsteuber &amp; Ulrike Doyle</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC2EFE9FD9B2FE833CBEFE16	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC2CFE98D9B2FF6A3CB6FA08.text	0397C81BBC2CFE98D9B2FF6A3CB6FA08.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cerastium illyricum subsp. crinitum (Lonsing) P. D. Sell & Whitehead	<div><p>Cerastium illyricum Ard. subsp. crinitum (Lonsing) P. D. Sell &amp; Whitehead</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Cerastium illyricum Ard. subsp. crinitum (Lonsing) P. D. Sell &amp; Whitehead in Feddes Repert. Spec. Nov. Regni Veg. 69: 16 (1964).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Νομός Αιτωλοακαρνανία] "Romvo in Μt. Ypsili Koryfi", alt. 1100 m., 12 Jul. 1906, Maire &amp; Petitm. 215 (Ολότυπο: WU-Hal. Ισότυπο: W).</p><p>Συνώνυμα: Cerastium crinitum Lonsing in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. 46: 15 (1939).</p><p>Περιγραφή: Λεπτοφυέ, ετήσιο φυτό ύψους 5-30 cm, διακλαδισμένο στην βάση του, με μη αδενώδες τρίχωμα. Βλαστοί και ποδίσκοι ανθέων με τρίχωση αφιστάμενη. Φύλλα μήκους έως 20 mm, σπατουλοειδή έως ελλειπτικά, με μαλακό τρίχωμα και στις δύο επιφάνειές του. Ταξιανθία διχοτομικά διακλαδισμένη, ποδίσκοι ελαφρώς μακρύτεροι των σέπαλων. Σέπαλα μήκους 8-11 mm, λογχοειδή, οξύληκτα, με μεμβρανώδη περιθώρια. Πέταλα περίπου ίσου μήκους ή μακρύτερα των σεπάλων, με βαθιά εγκόλπωση, βλεφαριδωτά στις βάσεις του. Κάψα σαφώς μακρύτερη των σεπάλων με οδόντες μήκους 2 mm περίπου. Σπέρματα ωοειδή έως νεφροειδή, καστανά έως καστανέρυθρα, καλυμμένα με αμβλείες θηλέ, μήκους περίπου 0,9 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από το τέλος Απριλίου έως το τέλος Μαϊου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα. Το Cerastium illyricum subsp. crinitum είναι γνωστό μόνον από τα νότια και δυτικά τμήματα των Ακαρνανικών Ορέων, στα οποία περιλαμβάνεται και το όρος Μπούμιστο.</p><p>Βιότοποç: Το Cerastium illyricum subsp. crinitum εμφανίζεται κυρίως σε πετρώδεις και βραχώδεις θέσει, καθώς επίσης σε χαλικώδεις επικλινείς πλαγιές και σάρε. Προτιμά τις ανοικτές και ηλιόλουστες περιοχέ, σε ξέφωτα ξυλώδους βλάστησης και σε ανοικτές θέσεις φρυγάνων. Εντοπίζεται σε υψόμετρο 500-1.200 m, συχνά μαζί με κοινούς θάμνου, όπως τα είδη Quercus coccifera, Phlomis fruticosa, Phillyrea latifolia κ.ά. Στην περιοχή όπου συλλέχθηκε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο υποείδο, φύεται μαζί με το σπάνιο, τοπικό ενδημικό Centaurea subciliaris subsp. acarnanica, ενώ ορισμένοι υποπληθυσμοί του εμφανίζονται μαζί με την, επίση, σπάνια Daphne sericea .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Cerastium illyricum είναι ποικιλόμορφο είδο, το οποίο διακρίνεται σε τρία υποείδη: το subsp. brachiatum (Lonsing) Jalas, το subsp. crinitum και το subsp. illyricum. Η εξάπλωση του πρώτου υποείδους εντοπίζεται στην Πελοπόννησο και τις νήσους του Ιονίου, Κεφαλονιά και Ζάκυνθο. Το subsp. illyricum είναι γνωστό από την Κεφαλονιά, την Λευκάδα και την Κέρκυρα, ενώ το subsp. crinitum είναι στενότοπο ενδημικό των Ακαρνανικών Ορέων. Το τελευταίο υποείδος διακρίνεται αμέσως από τα συγγενικά του taxa εξαιτίας των χαρακτηριστικών μακρών τριχών που είναι κάθετες στην επιφάνεια του βλαστού και των ποδίσκων, των μακρών σέπαλων των οποίων το μήκος ξεπερνά τα 8 mm και της προεξέχουσας κάψα, η οποία είναι μακρύτερη των σέπαλων (Strid 1997).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μετά τις συλλογές των Maire &amp; Petitmengin (1908) δεν υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των υποπληθυσμών του συγκεκριμένου υποείδου. Ο Strid (1997) αναζήτησε το υποείδος τον Μάιο του 1993, χωρίς επιτυχία. Ο πρώτος από τους συγγραφείς του παρόντος άρθρου επιβεβαίωσε ότι ο υποπληθυσμό, πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η περιγραφή του υποείδου, εξακολουθεί να διατηρείται και ότι οι αναφορές των Maire &amp; Petitmengin (1908) είναι ακριβείς και αντιπροσωπεύουν υποπληθυσμούς που συνεχίζουν να επιβιώνουν. Νέοι υποπληθυσμοί ανακαλύφθηκαν σε μία απόσταση 4,4-5,2 km στα δυτικά του πληθυσμού της Μονής Ρόμβου. Η πλειονότητα των γνωστών υποπληθυσμών αποτελούνται από εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες άτομα, ενώ η πυκνότητα των φυτών σε ορισμένες θέσεις παρατηρήθηκε να ανέρχεται στα 12-40 άτομα ανά m2. Η τοπική εξάπλωση του υποείδους εξαρτάται από το ανάγλυφο του εδάφους και μπορεί να επηρεάζεται από το είδος του πετρώματο. Παρατηρήσαμε ότι υποπληθυσμοί που φύονται σε μάργες εμφανίζουν μικρότερη πυκνότητα (12-18 άτομα ανά m2), συγκριτικά με υποπληθυσμούς που φύονται σε ασβεστολιθικά εδάφη (30-40 άτομα ανά m2). Τα φυτά που ανακαλύφθηκαν ΝΔ. της Μονής Ρόμβου, κοντά στο ερειπωμένο χωριό Βάρνακα, είναι λιγότερα, με μέση πυκνότητα πληθυσμού τα 6-7 άτομα ανά m2. Δεν έχουμε λεπτομέρειες σχετικά με τον αριθμό των ατόμων του υποείδους που φύονται στο όρος Μπούμιστο, καθώς και τους κινδύνους που πιθανώς να αντιμετωπίζουν.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο υποπληθυσμό, στον οποίο στηρίχθηκε η περιγραφή του υποείδου, κοντά στη Μονή Ρόμβου, κινδυνεύει εν μέρει, εξαιτίας τεχνικών αγροτικών εργασιών που πραγματοποιούνται στα κτήματα της Μονή. Τα φυτά που φύονται στο οροπέδιο Λιβάδι, κοντά στη Μονή Ρόμβου, υφίστανται πίεση εξαιτίας της έντονης βόσκηση. Παρόλα αυτά, τα φυτά δεν φαίνεται να υπόκεινται σε άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση, αφού ένας αριθμός σπερμάτων διατηρείται και είναι ικανός να δώσει νέα φυτά το επόμενο έτο. Στην ίδια περιοχή παρατηρήσαμε ένα μεγάλο αριθμό φυτών, τα οποία έχουν αποικίσει κορήματα και πλευρές δρόμων, που έχουν ανοιχθεί πρόσφατα, μία ένδειξη ότι το συγκεκριμένο είδος μπορεί να είναι από τους πρώτους εποικιστές τέτοιων βιοτόπων.</p><p>Οι υποπληθυσμοί στις περιοχές των ερειπωμένων χωριών Βάτου και Βάρνακα αποτελούνται από μικρότερο αριθμό ατόμων, τα οποία μπορεί να επηρεάζονται από την εντατικοποίηση της βόσκησης (μηχανική καταστροφή των φυτών από τα κοπάδια) και την επέκταση των αγροτικών κτισμάτων (Kαραμπλιάνη 2007). Η διάβρωση μπορεί να είναι ακόμη ένας κίνδυνο, όμως η επίπτωσή της στους υποπληθυσμούς του Cerastium illyricum subsp. crinitum δεν είναι σαφή.</p><p>Ο υποπληθυσμός στις ΒΔ. πλαγιές του όρους Μπούμιστου ίσως επηρεασθεί από την μελλοντική κατασκευή του υδάτινου ταμιευτήρα των Αχυρών, ο οποίος θα σχηματίσει τεχνητή λίμνη στην κοιλάδα του ποταμού Νήσσα.</p><p>Προτείνουμε το Cerastium illyricum subsp. crinitum να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001), εξαιτίας της περιορισμένης εξάπλωσής του και της κατακερματισμένης φύσης των υποπληθυσμών του. Το C. illyricum subsp. crinitum είναι μονοετές φυτό και ο αριθμός των ατόμων του μπορεί να μεταβάλλεται κάθε έτο. Οι παράγοντες του τοπικού μικροκλίματος και ιδιαίτερα η βροχόπτωση, επηρεάζουν επίσης την φύτρωση των σπερμάτων και την βιωσιμότητα των αρτιβλάστων. Με βάση τις επιτόπιες παρατηρήσεις μας στα Ακαρνανικά Όρη τα έτη 2006 και 2007, εκτιμούμε ότι πληρούνται τα κριτήρια B1a,c(iv)+2a,c(iv) και D2 της IUCN για την κατάταξη του υποείδους στην κατηγορία των Τρωτών (VU).</p><p>Μέτρα προστασίαç: To Cerastium illyricum subsp. crinitum ήταν γνωστό για περίπου 95 χρόνια μόνο από τις αρχικές συλλογέ. Η ανακάλυψή του στις ΒΔ. πλαγιές του όρους Μπούμιστου (τμήμα του ορεινού συγκροτήματος των Ακαρνανικών Ορέων) δημοσιεύθηκε από τους Vlachos &amp; al. (2002). Η πρόσφατη έρευνα στα Ακαρνανικά Όρη ανακάλυψε νέους υποπληθυσμού, οι οποίοι δίνουν ελπίδες ότι το υποείδος δεν αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο φυσικό του περιβάλλον.</p><p>Μέτρα προστασίας θα μπορούσαν να ληφθούν για ορισμένους υποπληθυσμούς του φυτού, ιδιαίτερα σε αυτούς που είναι κοντά στον Βάρνακα και τον Βάτο. Προτείνουμε την ενημέρωση των αγροτών και των κατοίκων των γύρω περιοχών, ώστε να γνωρίζουν ότι ένα πολύ σπάνιο υποείδος φύεται στις περιοχές που μπορεί να επισκέπτονται για τις αγροτικές τους εργασίε. Η ανεξέλεγκτη χρήση ζιζανιοκτόνων δεν ενδείκνυται, ενώ η ήπια βόσκηση βοηθά τη διατήρηση πετρωδών ανοιγμάτων που αποτελούν βιοτόπους του συγκεκριμένου υποείδου. Η καταμέτρηση των ατόμων ορισμένων υποπληθυσμών σε διαδοχικά έτη θα δώσει δεδομένα για πιθανές μεγάλες αυξομειώσεις του αριθμού των φυτών, που θα μπορούσαν δυνητικά να απειλήσουν τον πληθυσμό.</p><p>Με σκοπό την εξασφάλιση της απρόσκοπτης διατήρησης του υποείδους προτείνεται επίσης η ex situ καλλιέργειά του σε Βοτανικούς Κήπους καθώς και η φύλαξη των σπερμάτων του σε περισσότερες της μίας Τράπεζας Γενετικού Υλικού.</p><p>Θεοφάνηç Καραμπλιάνηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC2CFE98D9B2FF6A3CB6FA08	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC29FE9AD9ABFE833CB6FC3E.text	0397C81BBC29FE9AD9ABFE833CB6FC3E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cerastium runemarkii Moschl & Rech. f.	<div><p>Cerastium runemarkii Möschl &amp; Rech. f.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Cerastium runemarkii Möschl &amp; Rech. f. in Österr. Akad. Wiss., Math.-Naturwiss. Kl. Anz. 1962: 231 (1962).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Kik), Κυκλάδε, Νήσος Νάξο] "Naxos, Koronos Oros", 950 m, 30 May 1958, Runemark &amp; Snogerup 9750 (Ολότυπο: LD).</p><p>Συνώνυμα: Cerastium coronense Runem. in Bot. Not. 114: 455 (1961) [non Schur in Verh. Naturf. Vereines Brünn 15(2): 154 (1877)].</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, τριχωτό, που σχηματίζει αραιές συστάδε. Μη ανθοφόροι βλαστοί βραχεί, κατακείμενοι, ανθοφόροι βλαστοί μήκους 5-12 cm, ανερχόμενοι έως σχεδόν όρθιοι. Φύλλα 5-10 x 2-4,5 mm, αντωοειδή έως πλατιά αντιλογχοειδή. Άνθη μονήρη στην κορυφή των ανθοφόρων βλαστών ή στις μασχάλες των φύλλων. Σέπαλα μήκους 7-8 mm, λογχοειδή, οξυκόρυφα έως βραχέως ακιδωτά. Πέταλα λευκά, μήκους 9-11 mm, στενά αντωοειδή, δισχιδή έως το 1/3 του μήκους του. Κάψα μήκους περίπου 10 mm, κυλινδρική, ευθεία. Σπέρματα 0,7-1 mm, με αμβλέα φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 36 (Strid 1997).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιο -Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Εξαπλώνεται στα όρη Κόρωνος της Νάξου και Όχη της Ν. Εύβοια.</p><p>Βιότοποç: Το Cerastium runemarkii αναπτύσσεται σε βραχώδεις θέσεις και σχισμές βράχων, σε υψόμετρο 950- 1.390 m. Το γεωλογικό υπόστρωμα των περιοχών εξάπλωσής του συνίσταται από σχιστόλιθους ποικίλης σύστασης και βαθμού μεταμόρφωση. Το έδαφος είναι αβαθές έως βαθύ, αμμώδε, μέτριας οξύτητας (R2 σύμφωνα με τον Bähling 1995), σχετικά γόνιμο (μέτρια πλούσιο σε άζωτο) και, συνήθω, περιορισμένο σε μικρές θέσεις μεταξύ των κυριαρχούντων στην περιοχή βράχων και λίθων. Το φυτό συνήθως αναπτύσσεται σε σκιερές ή ημισκιερές και σπανιότερα σε ανοικτές θέσει.</p><p>Οι κορυφές της Όχης και της Κορώνου χαρακτηρίζονται από τη συχνή παρουσία απροσδόκητων φυτικών ειδών με βόρεια γεωγραφική εξάπλωση, κυρίως κεντροευρωπαϊκή. Μεταξύ αυτών που αναπτύσσονται μαζί με το C. runemarkii περιλαμβάνονται τα: Clinopodium vulgare, Silene compacta, Solidago virgaurea, Taxus baccata, κ.ά. Αυτά τα χλωριδικά στοιχεία πρέπει να ήταν πιο κοινά στην περιοχή του Αιγαίου κατά τη διάρκεια των βροχερών περιόδων του Πλειστοκαίνου, που αντιστοιχούν στις παγετώδεις περιόδους στη Βόρεια Ευρώπη. Η σημερινή εξάπλωσή τους θα πρέπει να θεωρείται υπολειμματικού χαρακτήρα (Runemark 1961, 1971). Άλλα φυτικά taxa που συνοδεύουν το C. runemarkii στις περιοχές εξάπλωσής του είναι τα: Anthemis wiedemanniana, Anthoxanthum odoratum subsp. odoratum, Armeria canescens, Cerastium comatum, Erica manipuliflora, Galium amorginum, Hypochaeris glabra, Lamium garganicum subsp. striatum, Moenchia graeca, Myosotis incrassata, Phleum exaratum subsp. exaratum, Poa pelasgis, Ranunculus thasius, Sedum amplexicaule subsp. tenuifolium, Scilla andria, Saxifraga carpetana subsp. graeca, Scleranthus perennis, Vulpia myuros κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To Cerastium runemarkii ανήκει, υπό ευρείαν έννοια, στην ποικιλόμορφη ομάδα των C. alpinum L. - C. arcticum Lange, η οποία χαρακτηρίζεται από δικτυωτή εξέλιξη, δηλαδή προερχόμενη μέσω σειράς υβριδισμών και πολυπλοειδισμού (Brysting &amp; Borgen 2000). Τα μοναδικά διπλοειδή μέλη αυτής της πολυπλοειδούς ομάδας είναι τα C. runemarkii, C. theophrasti Merxm. &amp; Strid, ενδημικό του Ολύμπου (Strid 1997) και C. eriophorum με εξάπλωση στα όρη των Βαλκανίων, τα Καρπάθια και τις Α. Άλπεις (Boscaiu &amp; al. 1997). Tο C. runemarkii φαίνεται να είναι ταξινομικά απομονωμένο μέσα σε αυτήν την ομάδα και θα πρέπει να θεωρείται υπολειμματικό στοιχείο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Cerastium runemarkii σχηματίζει δύο διακριτού, απομονωμένους μεταξύ τους πληθυσμού. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός βρίσκεται στο όρος Όχη της Νότιας Εύβοια, αριθμεί περίπου 800-1.000 άτομα και καταλαμβάνει έκταση μικρότερη από 0,3 km2. Ο πληθυσμός στο όρος Κόρωνος της Νάξου είναι σημαντικά μικρότερο, περιλαμβάνει λίγες εκατοντάδες άτομα και η περιοχή που καταλαμβάνει είναι πολύ περιορισμένη, μόλις λίγων στρεμμάτων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι περιοχές εξάπλωσης του Cerastium runemarkii βρίσκονται μακριά από εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητε, μειώνοντας σημαντικά τους πιθανούς μελλοντικούς κινδύνους για τους πληθυσμούς του. Όμω, ενέργειες όπως η κατασκευή αιολικών πάρκων, σταθμών αναμετάδοσης σήματος (τηλεπικοινωνίε) και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, που είναι δραστηριότητες συμβατές με τη γεωμορφολογία των περιοχών εξάπλωσης του είδου, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση ή ακόμη και εξαφάνιση των πληθυσμών του.</p><p>Τα φυτικά είδη που αναπτύσσονται στα όρη των νησιών του Αιγαίου θα πρέπει να θεωρούνται εξαιρετικά ευαίσθητα στις κλιματικές αλλαγέ. Αυτά τα είδη δεν είναι προσαρμοσμένα σε συνθήκες υδατικής καταπόνησης αφού έχουν καταφέρει να επιβιώσουν σε σχετικά υγρούς βιοτόπου. Αύξηση της ξηρασίας στην περιοχή του Αιγαίου θα οδηγήσει πολλά από αυτά τα είδη στην εξαφάνιση. Τα όρη Κόρωνος και Όχη υπόκεινται σε έντονη βόσκηση αργά την άνοιξη και το καλοκαίρι, η επίδρασή της όμως στα άτομα του Cerastium runemarkii φαίνεται να είναι περιορισμένη. Με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η επίδραση της βόσκησης στους βιότοπους του είδους χρειάζεται να μελετηθεί πειραματικά, ώστε να κατανοηθεί αν έχει θετική ή αρνητική επίπτωση στους πληθυσμούς του Cerastium runemarkii . H εγκατάσταση κτιριακών υποδομών, κεραιών αναμετάδοσης και γενικότερα η κατασκευή έργων στις κορυφές των ορέων των νήσων του Αιγαίου θα πρέπει να γίνεται μετά από πολύ προσεκτική επιτόπια μελέτη, ώστε να μην βλάπτονται οι πληθυσμοί των σπάνιων φυτικών ειδών. Οι πληθυσμοί του C. runemarkii χρειάζονται, επιπλέον, περιοδική παρακολούθηση, ώστε να διαπιστωθούν εγκαίρως πιθανές αρνητικές μεταβολές στον αριθμό των ατόμων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα σπέρματα του είδους παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό φύτρωση, είναι ληθαργικά και η φύτρωσή τους προωθείται μερικώς από το φως (Μακρή κ.ά. 2008). Η ex situ διατήρηση φυτών σε Βοτανικούς Κήπους και σπερμάτων σε Τράπεζες Σπερμάτων θα μείωνε σημαντικά τον κίνδυνο οριστικής εξαφάνισής του είδου.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç &amp; Niels Böhling</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC29FE9AD9ABFE833CB6FC3E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC27FE94D9ABFE833CB6FB91.text	0397C81BBC27FE94D9ABFE833CB6FB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Chaerophyllum creticum Boiss. & Heldr.	<div><p>Chaerophyllum creticum Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Umbelliferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Chaerophyllum creticum Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 1, 10: 51 (1849).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in planitie Omalo montium Sphacioticorum, alt. 3500´", May 1846, Heldreich s.n. (Ολότυπο: G-BOIS. Iσότυπο: BM).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής τριχωτή πόα, αναπτυσσόμενη από ένα εύρωστο, υπόγειο τμήμα. Βλαστοί όρθιοι, διακλαδιζόμενοι, ύψους έως 50 cm. Φύλλα βάσης και βλαστού με μίσχο ωχρό, τριχωτό, με ευρύ κολεό στην βάση, έλασμα 3-πτεροειδέ, χνοώδε, αποληκτικά τμήματα στενώς ελλειπτικά, 3-10 x 1-2,5 mm. Ταξιανθία ακραίο σκιάδιο διαμέτρου έως 10 cm, ακτίνες έως 25, μήκους μέχρι 5,5 cm, βράκτια και βρακτίδια κιτρινοπράσινα, συνήθως λογχοειδή, ενίοτε πτεροσχιδή, συνήθως σε κάποιο βαθμό μεμβρανώδη, λεία, διατηρούμενα κατά την καρποφορία, κορυφή οξύληκτη. Άνθη κίτρινα, μονογενή, άρρενα και θήλεα άνθη εμφανιζόμενα στο ίδιο σκιάδιο. Πέταλα αντωοειδή, 0,6-1 mm, κορυφή με εγκοπή. Ανθήρες ±0,5 mm. Στυλοπόδιο κορυνοειδέ, πλάτους ±0,5 mm κατά την άνθηση, διογκούμενο μετά την γονιμοποίηση. Καρπίδια (σχιζοκάρπια) όρθια, γραμμοειδή, ευθυτενή ή με μικρή κλίση, 2-2,5 cm x 1,5-2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Ιούλιο, καρποφορία από τον Μάιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των Λευκών Ορέων και του Ψηλορείτη στην Δ. και Κ. Κρήτη, αντιστοίχω.</p><p>Βιότοποç: Το είδος αναπτύσσεται σε βαθύ, πηλώδες έδαφος σε ασβεστολιθικά όρη, σε υπολείμματα δάσου, ανάμεσα σε θάμνους Berberis, σε ακανθώδη προσκεφαλόμορφη βλάστηση ή σε χαλικώδεις θέσει, σε υψόμετρο 1.050-1.500 m. Χρειάζεται την προστασία ακανθωδών θάμνων, κυρίως Berberis cretica, διαφορετικά καταναλώνεται από τα αιγοπρόβατα. Ανάμεσα στα είδη που συνυπάρχουν περιλαμβάνεται το Pteridium aquilinum καθώς και ορισμένα που βοσκούνται από τα ζώα όπως τα Clinopodium vulgare, Dactylis glomerata, Galium aparine, Lamium garganicum subsp. striatum, Lathyrus laxiflorus, Silene vulgaris και Vicia tenuifolia .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Πολύ λίγα είναι γνωστά για τις ταξινομικές σχέσεις του Chaerophyllum creticum και απαιτείται περαιτέρω έρευνα με τη χρήση μοριακών μεθόδων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τέσσερις υποπληθυσμοί είναι γνωστοί: ένας στην περιοχή από όπου το είδος περιγράφηκε στην πεδιάδα του Ομαλού,ένας στο πέρασμα της Ποριάς μεταξύ του Ομαλού και του όρους Μελινταού, ένας στις βόρειες πλαγιές του όρους Μελινταού (όλε οι θέσεις στα Λευκά Όρη) και ένας στο οροπέδιο της Νίδας στον Ψηλορείτη. Ο συγγραφέας του άρθρου παρατήρησε μερικά άτομα στο οροπέδιο του Ομαλού στις 13 Απριλίου 1990, τα οποία αναπτύσσονταν ανάμεσα σε θάμνους Berberis cretica . Ένας τέτοιος βιότοπος είναι ιδιαίτερα κοινός στο οροπέδιο και είναι πιθανό ο υποπληθυσμός αυτός να αριθμεί μερικές εκατοντάδες άτομα. Όμω, κατά τη διάρκεια μίας επίσκεψης στην ίδια περιοχή τον Ιούλιο του 2008 και παρά την επίμονη αναζήτηση σε μία περιφραγμένη έκταση που δεν εβόσκετο, ο συγγραφέας δεν βρήκε κάποιο άτομο του είδου. Επίση, το είδος καταγράφηκε από τον συγγραφέα στις 2 Ιουλίου 1994 (Turland 818, BM) ως ''συχνό'' στο πέρασμα της Ποριά, όπου αναπτυσσόταν ανάμεσα σε πυκνού, χαμηλούς θάμνους B. cretica, αλλά μετά από επανειλημμένη αναζήτηση τον Ιούλιο του 2006 δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί ούτε ένα άτομο. Σε μία τρίτη επίσκεψη τον Ιούνιο του 2008 παρατηρήθηκαν τουλάχιστον 30 άτομα, από τα οποία 6 ήταν σε ανθοφορία, τουλάχιστον 5 είχαν στελέχη βοσκημένα από πρόβατα, ενώ άλλα 20 περίπου είχαν μόνο φύλλα.</p><p>Οι άλλοι δύο υποπληθυσμοί ήταν άγνωστοι στον συγγραφέα όταν έγραψε το αντίστοιχο άρθρο του Chaerophyllum creticum για το έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995) και τα δεδομένα που παραθέτονται εδώ στηρίζονται σε δείγματα του Βοτανικού Μουσείου του Βερολίνου (B). Ο υποπληθυσμός στο βόρειο τμήμα του όρους Μελινταού βρέθηκε από τον R. Jahn στις 4 Ιουλίου 1992, σε έδαφος με ακανθώδη προσκεφαλόμορφη βλάστηση, ενώ ο πληθυσμός της Νίδας βρέθηκε στις 18 Ιουνίου 1982 από τον J. Hager σε υπερβοσκημένα υπολείμματα δάσου, σε χαλικώδες έδαφος με ακανθώδη προσκεφαλόμορφη βλάστηση. Τον Ιούνιο του 2008 ο συγγραφέας ερεύνησε προσεκτικά μία βοσκημένη περιοχή αραιού δάσους με Crataegus monogyna και πυκνές συστάδες Berberis cretica κοντά στο νότιο άκρο του οροπεδίου της Νίδα, χωρίς να βρει οποιοδήποτε άτομο Chaerophyllum, ακόμη και μέσα σε θάμνους Berberis που δεν επιδέχονταν διείσδυση.</p><p>Μία διεξοδική αποτίμηση των γνωστών υποπληθυσμών κρίνεται απαραίτητη πριν υπολογισθεί ο συνολικός αριθμός των ατόμων του πληθυσμού, ο οποίος μπορεί σαφώς να αριθμεί λιγότερα των 1.000 ωρίμων ατόμων. Η συνολική περιοχή που ο πληθυσμός καταλαμβάνει δεν υπερβαίνει τα 10 km2. Η μη εμφάνιση φυτών κατά τη διάρκεια ορισμένων ετών υποδεικνύει ότι είτε υπάρχουν ακραίες μεταβολές στον αριθμό των ενηλίκων ατόμων είτε η έρευνα έχει διεξαχθεί σε λανθασμένη θέση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç επικινδυνότηταç: Το Chaerophyllum creticum είναι ιδιαίτερα εύγευστο στα αιγοπρόβατα, ενώ δεν διαθέτει κάποια φυσική αυτοπροστασία από την βόσκηση. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναπτυχθεί μακριά από την προστασία ακανθωδών θάμνων. Όλοι οι γνωστοί υποπληθυσμοί του είδους βρίσκονται σε περιοχές με κτηνοτροφία και η υπερβόσκηση αποτελεί ασφαλώς τον σημαντικότερο κίνδυνο για την επιβίωσή του. Η συλλογή από βοτανικούς μπορεί επίσης να αποτελέσει κίνδυνο για τους μικρούς υποπληθυσμού. Η κατηγορία Τρωτό (VU) προτείνεται για το είδος (IUCN 2001), δεδομένου ότι πληρούνται τα κριτήρια B1a,b(ii,iii,iv,v),c(iv)+2a,b(ii,iii,iv,v),c(iv), C2a(i) και D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θα πρέπει να πραγματοποιηθούν έρευνες σε βιοτόπους παρόμοιους με αυτού, στους οποίους φύεται το Chaerophyllum creticum, όχι μόνο στα Λευκά Όρη, αλλά σε όλες τις περιοχές των υψηλών ορέων της Κρήτη. Η ύπαρξη του είδους στον Ψηλορείτη, πέραν των Λευκών Ορέων, όπου εθεωρείτο για πολύ καιρό τοπικό ενδημικό, υποδεικνύει ότι είναι δυνατόν να βρεθεί και αλλού. Οι περιοχές των υποπληθυσμών θα μπορούσαν πειραματικά να περιφραχθούν προκειμένου να αποκλεισθεί η βόσκηση των ζώων. Οι περιφραγμένες θέσεις θα μπορούσαν να μελετηθούν επί σειρά ετών, ώστε να διαπιστωθεί οποιαδήποτε πιθανή εξάπλωση του Chaerophyllum εκτός της προστασίας των θάμνων Berberis, καθώς και οι επιδράσεις του ενδεχόμενου ανταγωνισμού από την ανάπτυξη δασών με Acer sempervirens, Quercus coccifera και Zelkova abelicea. Ο υποπληθυσμός του οροπεδίου του Ομαλού θα πρέπει να προστατευθεί από την πιθανή επαναφορά και επέκταση της καλλιέργεια.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC27FE94D9ABFE833CB6FB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC25FE96D9ABFE833CB6FA08.text	0397C81BBC25FE96D9ABFE833CB6FA08.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cicuta virosa L.	<div><p>Cicuta virosa L. Umbelliferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Cicuta virosa L, Sp. Pl. 1: 255 (1753).</p><p>Λεκτότυποç (Hedge &amp; Lamond in P. H. Davis (ed.) 1972, Fl. Turkey &amp; E. Aegean Is. 4: 425): "Habitat in paludibus Europae sterilibus", Amman s.n., Herb. Linn. no. 361.1 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Cicuta nipponica Franchet in Bull. Soc. Bot. France 26: 85 (1879).</p><p>Cicutaria aquatica Lamarck in Fl. Franç. (Lamarck) 3: 445 (1778).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ποώδε, εύρωστο φυτό ύψους 1-2 m. Ρίζωμα ωοειδές ή βραχύ κυλινδρικό, κοίλο, με διαφράγματα. Βλαστοί λείοι, διακλαδιζόμενοι, διογκωμένοι στη βάση, με πορφυρές γραμμώσει, με κοίλα μεσογονάτια διαστήματα και συμπαγή γόνατα. Σε διατομή, βλαστοί με μία πλευρά επίπεδη και τις υπόλοιπες στρογγυλεμένε. Φύλλα κατ' εναλλαγή, δις έως τρις πτεροειδή, δελτοειδή στο περίγραμμα, έως 30 cm. Φυλλάρια γραμμοειδώς λογχοειδή ή γραμμοειδή, με έντονη οδόντωση, ασύμμετρα στη βάση, 5-10 cm. Άνθη μικρά, συνήθως λευκά, ομαδοποιημένα σε σύνθετα σκιάδια. Ακτίνες σκιαδίων 10-20 σχεδόν ισομήκει, 1-5 cm. Βράκτια ελλείποντα. Βρακτίδια 6-8, γραμμοειδώς επιμήκη, περίπου ισομήκη με τους ποδίσκους κατά την καρποφορία. Επιμέρους σκιάδια με 30-50 άνθη το κάθε ένα και με άνισους λεπτούς ποδίσκους μήκους 5-11 cm, κυρτούμενους κατά την καρποφορία. Καρπός λείο, σχεδόν σφαιρικό, ελαφρά πιεσμένος πλευρικά, 1,75-2 x 1,5-1,75 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 22 (Lävkvist &amp; Hultgård 1999).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος - Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Cicuta virosa είναι ιθαγενές είδος της B. και Κ. Ευρώπη, της Β. Ασίας και της Β. Αμερική. Στην Ελλάδα είναι γνωστή από την Ήπειρο και συγκεκριμένα μόνο από τη λίμνη Παμβώτιδα, από όπου αναφέρεται από τον Γκανιάτσα (1970) και από παλαιότερους ερευνητές (βλέπε Halácsy 1904). Από την Ήπειρο αναφέρει την Cicuta virosa και ο Hayek (1924), χωρίς όμως συγκεκριμένη τοποθεσία. Πρόσφατα επιβεβαιώθηκε η παρουσία της στη λίμνη Παμβώτιδα (Σαρίκα-Χατζηνικολάου κ.ά. 1993, 1994, 1998, Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999).</p><p>Βιότοποç: Η Cicuta virosa, η οποία είναι ένα πολύ τοξικό φυτό, αναπτύσσεται σε υγρά λιβάδια, όχθες ρεματιών και άλλες υγρές και ελώδεις τοποθεσίε. Από τον ευρωπαϊκό χώρο είναι γνωστή από εύτροφα νερά, μετρίου βάθου, όπου σχηματίζει μικρές συστάδες μέσα στη ζώνη των καλαμώνων (Magnocaricion, Phragmition) (Matz 2006). Στην Παμβώτιδα, η οποία στη μέση στάθμη έχει έκταση περίπου 22 km2, αναπτύσσεται μέσα στους καλαμώνες σε σκιερές θέσει, ιδιαίτερα σε θέσεις στις οποίες η βλάστηση έχει πυκνή δομή, κυρίως στη βόρεια και νοτιοανατολική πλευρά της λίμνης (Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999). Μικρός αριθμός ατόμων βρέθηκε επίσης κοντά στην ακτή του Νησιού της λίμνης (Γιαννίτσαρο κ.ά. 2008). Στη λίμνη Παμβώτιδα η Cicuta virosa συμμετέχει στη δομή της Phragmitetum australis Soó 1927 και στη δομή των Typhetum angustifoliae Pign. 1953 και Typhetum latifoliae G. Lang 1973. Εκτός των καλαμώνων εμφανίζεται ως συνοδό είδο, με μικρή κάλυψη, στις συνθέσεις των Nymphaetum minoris Vollmer 1947 και Lemnetum gibbae Miyawaki et J. Tx. 1960 (Sarika-Hatzinikolaou &amp; al. 2003). Αναπτύσσεται σε νερά εύτροφα έως υπερεύτροφα ως προς το ολικό ανόργανο άζωτο και φώσφορο, ελαφρώς πλούσια σε διττανθρακικά ιόντα, με βάθος 0,2-0,8 m, διαφάνεια 0-0,7 m, θερμοκρασία 16-30 oC, αγωγιμότητα 230-1400 μmhos και pH 7,3-9,7 (Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το μικρό γένος Cicuta αποτελείται από 4 είδη, από τα οποία μόνο η Cicuta virosa είναι αυτοφυής στην Ευρώπη. Η φυλογένεση του γένους έχει μελετηθεί πρόσφατα από τους Downie &amp; Lee (2006) με τη χρήση μοριακών δεδομένων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Cicuta virosa απαντά σε ολόκληρη τη λίμνη Παμβώτιδα. Συχνότερα εμφανίζεται στους καλαμώνες που εκτείνονται στη βόρεια πλευρά της λίμνη, μέσα στις συστάδες του Phragmites australis και στις παρυφές του, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση αυτού του τύπου βλάστηση. Με μία, κατά προσέγγιση, εκτίμηση υπολογίζεται πως ο αριθμός των ατόμων του είδους στη λίμνη Παμβώτιδα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Σύμφωνα με τα κριτήρια Β2α και D2 των κατηγοριών επικινδυνότητας της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης εμφάνισής του στον ελληνικό χώρο. Ίσως αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση, καθώς η λίμνη Παμβώτιδα, που αποτελεί το μοναδικό τόπο εμφάνισης του είδους στην Ελλάδα, είναι ένα εύτροφο και ιδιαίτερα ευάλωτο οικοσύστημα, λόγω των αυξημένων ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Έχει διαπιστωθεί ότι ο τελικός αποδέκτης του συνόλου των ρύπων του λεκανοπεδίου είναι η λίμνη. Μεταξύ των ρύπων σημαντική θέση κατέχουν τα αστικά λύματα και απορρίμματα, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα, τα απόβλητα χοιροστασίων κ.λπ. (Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999). Είναι γνωστό πως η ποιότητα του νερού επηρεάζει την ανάπτυξη των φυτικών ειδών και τη χλωριδική σύνθεση των διαφόρων τύπων βλάστησης (Segal 1982, Best 1988). Από τη λίμνη Παμβώτιδα έχουν αναφερθεί από παλαιότερους ερευνητές ταξινομικές μονάδες που δεν βρέθηκαν προσφάτως (βλέπε Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999). Μεταξύ αυτών υπάρχουν και ορισμένα σπάνια στην Ελλάδα taxa όπως τα: Hippuris vulgaris, Sagittaria sagittifolia, Potamogeton filiformis, Leucojum aestivum . Οι Stefanidis &amp; Papastergiadou (2007) αναφέρουν την εξάλειψη και άλλων ειδών που παλαιότερα αφθονούσαν στη λίμνη.</p><p>Επίση, η κατασκευή εγγειοβελτιωτικών έργων και οι τεχνητές επιχωματώσει, που έγιναν σε διάφορες παραλίμνιες περιοχές (αθλητικό γήπεδο Περάματο, περιφερειακό ανάχωμα Ντραμπάτοβα -Περάματο), είχαν ως αποτέλεσμα να περιορισθεί η έκταση και το βάθος της λίμνη, καθώς και η δυνατότητα εισόδου καθαρών νερών. Επιπλέον, η έντονη άντληση νερού, που γίνεται από καλλιεργητές και διάφορες βιομηχανίε, χαμηλώνει τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, ενισχύοντας τη ροή των πηγών προς μέρη διαφορετικά από τη λίμνη. Η Cicuta virosa έχει χαρακτηρισθεί ως Τρωτό είδος (VU), σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN, σε ολόκληρη την περιοχή των Καρπαθίων (Witkowski &amp; al. 2003). Επίση, συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των ειδών εθνικής σημασίας της Αγγλία, σύμφωνα με το Information Sheet on Ramsar Wetlands (RIS) και αναφέρεται από τη Γερμανία ως είδος απειλούμενο με εξαφάνιση (CR) (Matz 2006).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα δεν έχουν προταθεί και δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας της Cicuta virosa στην Ελλάδα. Είναι δύσκολο να προταθούν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας του είδου. Η προστασία του πρέπει να συνδεθεί με μέτρα προστασίας και διατήρησης της βλάστησης των καλαμώνων, στη δομή της οποίας συμμετέχει, αλλά και με γενικά μέτρα προστασίας του οικοσυστήματος της λίμνης Παμβώτιδα. Είναι γνωστό πως ο ευτροφισμός (αυξημένε εισροές PO4-P και NO3-N) αποτελεί την κύρια αιτία φθοράς των υγροτοπικών ενδιαιτημάτων. Επομένω, η μείωση των επιπέδων των θρεπτικών φαίνεται να είναι πανάκεια για την επίλυση του προβλήματο. Στη λίμνη Παμβώτιδα εισέρχονται ετησίω, συνολικά 262 τόννοι αζώτου και 14,2 τόννοι φωσφόρου, προερχόμενοι από γεωργικέ, οικιστικέ, κτηνοτροφικές και βιομηχανικές δραστηριότητες (βλέπε Σαρίκα-Χατζηνικολάου 1999.) Η υπερυδατική βλάστηση (κυρίω των καλαμώνων με Phragmites australis) επηρεάζεται άμεσα από τον ευτροφισμό και εμφανίζει άριστη ανάπτυξη όταν η συγκέντρωση του αζώτου (NO3-N) στο νερό δεν υπερβαίνει τα 5 mg/l. Στη λίμνη Παμβώτιδα το άζωτο είναι ο κύριος περιοριστικός παράγοντας και οι τιμές του στη ζώνη των καλαμώνων κυμαίνονται από 0,25-4 mg/l.</p><p>Σε υψηλότερες συγκεντρώσεις αζώτου οι καλαμώνες χάνουν τη μηχανική τους σταθερότητα και επιπλέον απειλούνται έμμεσα από τα νηματοειδή φύκη (κυρίω είδη του γένους Cladophora) και το κυανοφύκος Microcystis aeruginosa, η ανάπτυξη των οποίων ευνοείται σε αυξημένες συγκεντρώσεις νιτρικών. Έτσι, τα πλέον σημαντικά μέτρα για τη διατήρηση των καλαμώνων είναι η ρύθμιση του τροφικού καθεστώτος (ιδιαίτερα της συγκέντρωσης των νιτρικών), η απομάκρυνση των παλαιών βλαστών έπειτα από κοπή ή καύση και η κατασκευή περιφράξεων. Το κάψιμο κατά τη διάρκεια του χειμώνα και νωρίς την άνοιξη επηρεάζει θετικά τη φύτρωση, το σχηματισμό και την ανάπτυξη των βλαστών. Η ανάπτυξη των αρτίβλαστων καθορίζει την ανάπτυξη των βλαστών αλλά και την πυκνότητά τους αργότερα, κατά τη διάρκεια της αυξητικής περιόδου. Η απομάκρυνση του νεκρού φυτικού υλικού επιφέρει ταχύτερη ανάπτυξη, αλλά κάνει τις συστάδες περισσότερο ευάλωτες στον παγετό και στην εισβολή άλλων υπερυδατικών ειδών, ιδιαίτερα σε θέσεις που δεν πλημμυρίζουν. Μετά από πυρκαγιά η απομάκρυνση του νεκρού φυτικού υλικού είναι ένα αποτελεσματικό μέτρο, με την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται κάθε χειμώνα και όχι περιστασιακά (van der Toorn &amp; Mook 1982). Έχει διαπιστωθεί πως φράκτες φτιαγμένοι μέσα στο νερό από κλαδιά ιτιά, πλαστικούς μικρούς πασσάλους ή πλαστικά δίκτυα, διατηρούν το νεκρό φυτικό υλικό σε μια ποσότητα μικρότερη από 15-30 kg ανά μέτρο ακτογραμμής (Kloetzli 1971).</p><p>Μαρία Σαρίκα &amp; Αρτέμιοç Γιαννίτσαροç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC25FE96D9ABFE833CB6FA08	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC23FE93D9ABFE833CBEFBAF.text	0397C81BBC23FE93D9ABFE833CBEFBAF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Clematis elisabethae-carolae Greuter	<div><p>Clematis elisabethae-carolae Greuter</p><p>Ranunculaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Clematis elisabethae-carolae Greuter in Candollea 20: 213 (1965).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Eparchia Sfakion, northern part of Amoutsará valley, alt. 1800 m", 2 Jul. 1962, Greuter 4848 (Ολότυπο: PAL-Greuter. Ισότυποι: ATH, G, LD, W, Z).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με απλωτά, σχεδόν λεία στελέχη, μήκους έως 50 cm ή περισσότερο, με τρίχωση στα γόνατα. Φύλλα αντίθετα, έμμισχα, μίσχοι σπανίως σε μορφή σπείρα, έλασμα κατώτερων φύλλων ακέραιο, ανώτερων φύλλων με τρία ή πέντε βαθυπράσινα, ωοειδή, λεία, δερματώδη φυλλάρια διαστάσεων 2-5 x 1-3 cm με ακέραια κράσπεδα. Ταξιανθία ακραία, σε αραιό σύνθετο βότρυ, φέρουσα έως 25 άνθη, βρακτίδια ελεύθερα. Άνθη αναδύοντα γλυκιά οσμή εσπεριδοειδού, περιάνθιο με 4 τμήματα, λευκά, ωοειδή, μήκους 5-10 mm, με αρθρωτή βραχεία τρίχωση στα κράσπεδα. Ανθήρες λευκωποί. Καρπός ένα συνάθροισμα από λίγα, πιεσμένα-ωοειδή, βαθυκάστανα αχαίνια, με αραιή εριώδη τρίχωση. Πάππος μήκους έως 15 mm, κυματοειδή, με ανορθούμενο πτερωτό τρίχωμα στο κατώτερο μισό του, λευκοκίτρινο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από δύο θέσεις στο ανατολικό τμήμα του όγκου των Λευκών Ορέων της Δ. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Η Clematis elisabethae-carolae φύεται σε αργιλλώδες έδαφο, το οποίο είτε συσσωρεύεται σε βαθιές σχισμές ασβεστολιθικών κρημνών ή στις βάσεις ανοικτών ρωγμών, αυλάκων ή θυλάκων ασβεστολιθικών βράχων, οι οποίοι είναι απρόσιτοι στα βόσκοντα ζώα. Οι δύο γνωστές θέσεις εμφανίζονται σε υψόμετρο 1.250-1.300 m και 1.800-1.850 m, αντιστοίχω. Υπάρχουν ελάχιστα ή κανένα συνοδό είδος και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η Daphne oleoides, καθώς και αγρωστώδη είδη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος εμφανίζει επιστημονική αξία σε πιθανές μελλοντικές μελέτες του γένους Clematis . Υπολειμματικά, ενδημικά είδη, όπως αυτό, είναι ενδιαφέροντα γιατί προσφέρουν μία βαθιά γνώση της εξέλιξης και της φυτογεωγραφία. Η εξάπλωσή τους συχνά συνδυάζεται με αυτήν άλλων ενδημικών ειδών. Η C. elisabethaecarolae ανήκει στο C. sect. Clematis και θεωρείται από τον Greuter (1965) ότι είναι συγγενής δύο πολύ περισσότερο διαδεδομένων ευρωπαϊκών ειδών, της C. flammula L. και της C. recta L.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο συνολικά καταγραμμένος πληθυσμός της Clematis elisabethae-carolae είναι γνωστό ότι απαρτίζεται μόνο από δύο υποπληθυσμού. Η περιοχή από όπου περιγράφηκε το είδο, στην κοιλάδα της Αμμουτσαρά, περιλαμβάνει λίγα μόνο ενήλικα άτομα. Η επακριβής καταμέτρησή τους είναι δύσκολη, εξαιτίας του ιδιαίτερα απόκρημνου χαρακτήρα της περιοχή, όμω, τον Ιούλιο του 2007 παρατηρήθηκαν μόνο τρία ενήλικα άτομα. Ένα από τα άτομα αυτά φαίνεται να είναι το ίδιο με το άτομο που φωτογραφήθηκε από τον R. Jahn και του οποίου η εικόνα δημοσιεύθηκε στους Phitos &amp; al. (1995). Κάτι τέτοιο συνεπάγεται μία διάρκεια ζωής του είδους τουλάχιστον 13 ετών. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι περισσότερα άτομα φύονται στην ίδια περιοχή, ο αριθμός του, όμως μπορεί να είναι αρκετά μικρότερος των 50. Ο άλλος υποπληθυσμός βρέθηκε από την Έλλη Σταματιάδου κοντά στο όρος Κόρδα στο βορειοανατολικό τμήμα των Λευκών Ορέων (Strid 1986). Δεν υπάρχουν περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία για τον συγκεκριμένο υποπληθυσμό. Η περιοχή που ο πληθυσμός του είδους καταλαμβάνει δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη των 2 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Clematis elisabethae-carolae βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο τελικής εξαφάνισης εξαιτίας της ιδιαίτερης σπανιότητάς τη, σε συνδυασμό με την βόσκησή της από αιγοπρόβατα, αλλά και την συλλογή της από βοτανικούς και κηπουρού. Σε πολύ μικρούς υποπληθυσμού, στους οποίους ο αριθμός των ατόμων έχει μειωθεί κάτω από ένα κρίσιμο όριο, ελλοχεύει ο κίνδυνος πλήρους εξαφάνισής του, εξαιτίας είτε τυχαίων περιβαλλοντικών καταστροφών ή αναπαραγωγικής κατάρρευση, που οφείλεται στην έλλειψη γενετικής ποικιλότητα. Στις δεκαετίες του 1980 και 1990 ενδεχομένως καταστράφηκε ένας από τους υποπληθυσμούς του είδου, εξαιτίας της επέκτασης του οδικού δικτύου βόρεια της Ανώπολη, προς την κοιλάδα της Αμμουτσαρά. Τον Ιούνιο του 1994, το τέρμα του δρόμου είχε προσεγγίσει τον πληθυσμό της Clematis σε απόσταση περίπου 1 km. Τον Μάιο του 1998 ο δρόμος είχε περαιτέρω επεκταθεί, όμως ευτυχώς είχε στραφεί δυτικά, προς την κοιλάδα της Λαγόνια, χωρίς να συναντήσει την Clematis . Μέχρι την ημερομηνία συγγραφής του άρθρου (2008), ο δρόμος δεν έχει σημαντικά επεκταθεί περισσότερο από το 1998. Παρόλα αυτά, η ευκολία της πρόσβασης σαφώς αυξάνει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο υποπληθυσμό.</p><p>Αν και δεν έχει μετρηθεί κάποια εξελισσόμενη μείωση του πληθυσμού του είδου, ούτε έχουν παρατηρηθεί υπερβολικές μεταβολές στους αριθμούς των ενηλίκων ατόμων, το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού υπολογίζεται σε λιγότερα από 250 ενήλικα άτομα. Ως αποτέλεσμα, προτείνεται η υπαγωγή του είδους στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), επειδή πληροί, σύμφωνα με την IUCN (2001), το κριτήριο D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Πρακτικά, δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προς το παρόν. Θα πρέπει να διευκρινισθεί αν οι περιοχές όπου φύεται το είδος περιλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000. Λεπτομερείς έρευνες θα πρέπει να πραγματοποιηθούν, ώστε να εντοπισθούν όλα τα άτομα που συνθέτουν τους δύο υποπληθυσμούς του είδου. Τα φυτά αυτά θα πρέπει να παρακολουθηθούν για μία περίοδο αρκετών ετών (τουλάχιστον 10, όμως κατά προτίμηση 20), ώστε να αξιολογηθεί οποιαδήποτε μείωση ή μεταβολή του μεγέθους του πληθυσμού, η οποία, πιθανώ, θα εμφανισθεί. Κατάλληλοι βιότοποι σε άλλες θέσεις των Λευκών Ορέων θα πρέπει επίσης να ερευνηθούν, σε μία προσπάθεια εντόπισης περισσοτέρων υποπληθυσμών.</p><p>Οι περιοχές στις οποίες εμφανίζονται γνωστοί υποπληθυσμοί θα πρέπει να περιφραχθούν για να μην επιτρέπεται η είσοδος αιγοπροβάτων, ώστε να μπορέσουν τα φυτά να αναπτυχθούν, να παράγουν αχαίνια και να δημιουργήσουν νέα άτομα. Είναι επίσης απαραίτητο, οι περιφραγμένες περιοχές να παρακολουθούνται προσεκτικά, ώστε να διαπιστωθεί η επιτυχία της συγκεκριμένης πρακτική.</p><p>Θα πρέπει, επιπροσθέτω, να εξασφαλισθεί για το είδος νομική προστασία ώστε να αποθαρρυνθούν επίδοξοι συλλέκτε. Ένας μικρός αριθμός αχαινίων θα πρέπει επίσης να συλλεχθεί (με ειδική άδεια και μόνο στην περίπτωση που η συλλογή δεν δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για το είδο) για να επιτευχθεί η καλλιέργεια του φυτού, να πολλαπλασιασθεί και στη συνέχεια να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπου.</p><p>Αχαίνια θα πρέπει επίσης να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την πιθανότητα επανεισαγωγής του είδους στον φυσικό του βιότοπο ή θα δώσει την δυνατότητα πειραμάτων ενίσχυσης των φυσικών υποπληθυσμών στην περίπτωση που τα άτομα, τα οποία έχουν απομείνει, θα μειωθούν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC23FE93D9ABFE833CBEFBAF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC20FE8CD9B2FF6A3CB6F9DB.text	0397C81BBC20FE8CD9B2FF6A3CB6F9DB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum asteranthum Vassiliad. & K. Perss.	<div><p>Colchicum asteranthum Vassiliad. &amp; K. Perss.</p><p>Colchicaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Colchicum asteranthum Vassiliad. &amp; K. Perss. in Preslia (Praha) 74: 57 (2002).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αρκαδία] "Mt. Lirkio, above Moni Ag. Nikolaou (W of Sanga, NNW of Pikerni), SW- to SE-facing slopes with stony terra rossa, 950-1450 m", 9 Jan. 1999, Vassiliades s. n. (Ολότυπο: GB).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ριζωματώδες είδο. Κεντρικό τμήμα ριζώματος μικρό, διαμέτρου το πολύ 1 cm με οριζόντιε, ημικυλινδρικές παραφυάδες μήκους 3-4,5(-5) cm και πάχους 3-5(-8) mm, χιτώνες μεμβρανώδει, εύθραυστοι, υποκίτρινοι-καστανοί έως ερυθροκάστανοι, λαιμός πολύ βραχύς ή ελλείπων. Φύλλα 4 (μερικέ φορές 3 ή 5), συνάνθια, στενώς γραμμοειδή, παχέα, σχεδόν όρθια κατά την άνθιση ή όρθια-αποκλίνοντα και καμπτόμενα, συχνά ελικοειδή στις άκρες του, προεκβάλλουν για περίπου 1,5-4 cm από το κατάφυλλο, ύψους τουλάχιστον όσο ο σωλήνας του άνθου, διαστάσεων 8-15 cm x 2-5 mm, σαφώς αυλακούμενα, χωρίς καρίνα, σχεδόν βαθυπράσινα με απολήξεις και κράσπεδα συχνά οινόχρωμα, κράσπεδα ενίοτε ελαφρώς κυματιστά, λεία ή σχεδόν τραχέα. Άνθη 1-2, σπανίως 3, με οσμή μελιού, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά 1-2,5(-4) cm, λευκωπό, απόληξη χοανοειδής που γίνεται αστεροειδής σε δυνατό ήλιο, αρχικά λευκωπή, όμως γρήγορα απαλή ρόδινη-ιώδη. Τέπαλα 1,8-2,8 cm x 4-8 mm, επιμήκη-αντιλογχοειδή έως αντιλογχοειδή, με σχεδόν οξύ έως αμβλύ άκρο. Εσωτερικά τέπαλα με στενές προεκβολές στη βάση της άνω επιφάνεια, συχνά καταλήγοντα σε στενούς οδόντε. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 7-11 mm, εσωτερικοί 9-12 mm, νήματα λεία, λευκωπά ή ενίοτε αχνά ρόδινα-ιώδη, με κίτρινη έως χρυσοκίτρινη και ελαφρώς διογκούμενη βάση, ανθήρες μήκους 1,7-2,5 mm, (γλαυκοκίτρινοι έω) βαθυκάστανοι ή γλαυκοπορφυροί, γυρεόκοκκοι υποκίτρινοι έως χρυσοκίτρινοι. Στύλοι συνήθως όχι μακρύτεροι των στημόνων, λευκωποί, ευθυτενείς ή ελαφρώς καμπύλοι στην απόληξη, στίγματα στικτά. Κάψες σχεδόν υπόγειες ή με το άκρο τους υπέργειο, διαστάσεων 1-1,5 cm x 6-8 mm, ελλειψοειδείς έως ελλειψοειδεί - σφαιρικέ, με βραχεία απόληξη. Προσάρτημα σπέρματος μικρό, σχεδόν αμελητέο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 36 (Vassiliades &amp; Persson 2002). Μόνο δύο άλλα είδη της Ελλάδας έχουν τον ίδιο τετραπλοειδή χρωμοσωματικό αριθμό, το C. cretense (Κρήτη) και το C. autumnale (B. Ελλάδα) (Persson 1991, 1999, 2009).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Το είδος ανθίζει τον χειμώνα (Δεκέμβριο-Ιανουάριο), με έξαρση το τέλος του Δεκεμβρίου και τις πρώτες δύο εβδομάδες του Ιανουαρίου. Η ανθοφορία πραγματοποιείται με τα φύλλα συνήθως ανεπτυγμένα. Η χειμερινή ανθοφορία είναι σπάνια στα είδη του γένους που δεν προέρχονται από τη Σαχαρο-Σινδική και Ιρανο-Τουρανική ζώνη. Στην Ελλάδα, το C. chimonanthum της Α. Μακεδονίας είναι ένα ακόμα παράδειγμα ανάλογης ανθοφορίας (Persson 1999).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σπάνιο, ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από το όρος Λύρκειο της Κ. Πελοποννήσου.</p><p>Βιότοποç: Άδενδρες πλαγιές με νοτιοδυτική έως νοτιοανατολική έκθεση και έδαφος από κοκκινόχωμα (terra rossa). Άλλα είδη που συνυπάρχουν με το Colchicum asteranthum στο όρος Λύρκειο είναι: Anemone blanda, Biarum tenuifolium, Centaurea raphanina subsp. mixta, Cyclamen hederifolium, Erodium cicutarium, Erophila verna, Euphorbia acanthothamnos, Malcolmia graeca, Muscari neglectum, Ornithogalum sibthorpii, Phlomis fruticosa, Quercus coccifera, Ranunculus ficarioides, Salvia argentea, Seseli tortuosum κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Δεν υπάρχει κάποιο είδος Colchicum με ρίζωμα στην ΝΑ. Ευρώπη (περιλαμβανομένη της Ελλάδα), που να παρουσιάζει έστω μακρινή ομοιότητα με το C. asteranthum . Το είδος C. soboliferum (Fisch. &amp; C.A. Mey.) Stef., που γενικά ανθίζει την άνοιξη, έχει όνυχες περιανθίου ελεύθερους μέχρι τη βάση τους και ομοιάζει περισσότερο με το C. atticum Spruner ex Tomm., είδος που δεν φέρει ρίζωμα. Το C. psaridis Heldr. ex Halácsy ανθίζει σχετικά νωρίς (συνήθω από τον Οκτώβριο έως το πρώτο μισό του Δεκεμβρίου) με σχεδόν σταθερά 2, έντονα ρόδινα-ιώδη άνθη και έχει πλατύτερα φύλλα. Συγγενεύει στενά με το C. cupanii Guss. του οποίου όμως οι βολβοί είναι αποστρογγυλωμένοι. Το τρίτο είδος με ρίζωμα και φθινοπωρινή ανθοφορία C. boissieri Orph. έχει συνήθως 3 υστεράνθια φύλλα και πολύ μακρύτερα ρόδινα-ιώδη άνθη με κίτρινους ανθήρε. Τα υπόλοιπα δύο είδη Colchicum που φέρουν ριζώματα, δηλαδή τα τουρκικά ενδημικά C. leptanthum K. Perss. και C. minutum K. Perss., υπενθυμίζουν περισσότερο το C. asteranthum επειδή είναι μικρά φυτά με λεπτοφυή άνθη και φύλλα. Όμω, και στα δύο εμφανίζονται, συνήθω, 3 φύλλα (4 στο C. asteranthum), που συχνά ξεπερνούν σε μήκος τα άνθη (βραχύτερα στο C. asteranthum), ενώ υπάρχει μία σειρά από χαρακτήρε, τόσο στα φύλλα όσο και στα άνθη, που επιτρέπουν την ασφαλή διάκριση μεταξύ του.</p><p>Το Colchicum asteranthum, με βάση τα χαρακτηριστικά του υπέργειου τμήματο, έχει κάποια ομοιότητα με τα είδη C. pusillum Sieber (Ν. Αιγαίο) και C. cretense Greuter (ενδημικό της Κρήτη), που δεν δημιουργούν ριζώματα. Η φυλογενετική έρευνα, η οποία βασίσθηκε σε έναν αριθμό χλωροπλαστικών γονιδίων (Del Hoyo &amp; al. in prep.), έδειξε ότι το C. cretense όντως ανήκει στον ίδιο μεγάλο κλάδο με το C. asteranthum και το C. minutum . Αποτελεί έκπληξη, όμω, ότι το άμεσο αδερφό είδος του C. asteranthum εμφανίζεται να είναι το C. chimonanthum της Α. Μακεδονία, ένα μικρό είδος χειμερινής ανθοφορίας με συνάνθια φύλλα, το οποίο δεν φέρει ρίζωμα και το οποίο διαφέρει αρκετά σε άλλους μορφολογικούς χαρακτήρε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το υπόγειο αποταμιευτικό όργανο με τον οφθαλμό ανανέωσης είναι επίμηκες και στενό και αναπτύσσεται περισσότερο οριζόντια παρά κάθετα. Επιπλέον, ο εφεδρικός οφθαλμός στη μασχάλη του δεύτερου φύλλου μπορεί να αναπτυχθεί συγχρόνω, σε έναν βραχύ οριζόντιο λοβό. Το αρχέφυτρο που αναπτύσσεται από έναν τέτοιο επιπρόσθετο λοβό μπορεί να παράγει ένα μη ανθοφόρο φυτό, ταυτόχρονα με το κύριο φυτό. Με αυτόν τον τρόπο το C. asteranthum μπορεί να έχει μία δραστήρια αγενή αναπαραγωγή, σχηματίζοντας τοπικά πυκνές ομάδε, που εμφανίζουν ανθοφορία με μορφή ''τάπητα'' κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ο συνολικός αριθμός των φυτών στο Λύρκειο υπολογίζεται σε αρκετές χιλιάδες άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το αναφερόμενο εδώ είδος έχει μέχρι στιγμής βρεθεί μόνο σε ένα όρο, το Λύρκειο της Κ. Πελοποννήσου, σε διαφορετικά υψόμετρα (950-1.450 m). Η περιοχή όπου φύεται είναι μάλλον απομονωμένη και δεν φαίνεται να υπόκειται σε κάποιον άμεσο κίνδυνο, με την προϋπόθεση ότι οι πλαγιές δεν υπερβόσκονται. Επιπλέον, το φυτό περνά σχετικά απαρατήρητο όταν έχει μόνο φύλλα, ενώ η χειμερινή ανθοφορία του το προστατεύει από τους συλλέκτε. Όμω, η χειμερινή ανθοφορία μπορεί περιοδικά να είναι επικίνδυνη για την επιτυχή αναπαραγωγή του είδους με σπέρματα. Η εμφάνιση καταστροφικών καιρικών συνθηκών και η κάλυψη των ανθέων από χιόνι ή η μείωση των εντόμωνεπικονιαστών μπορεί να οδηγήσουν στην επιτυχημένη επικονίαση μόνον ελαχίστων ανθέων ή κανενό. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι σε μία ομάδα φυτών ενός συγκεκριμένου υψομέτρου μπορεί να βρεθούν ελάχιστες κάψες κάποια χρονιά, ενώ άλλες χρονιές μπορεί τα περισσότερα άνθη να γονιμοποιηθούν και να δημιουργήσουν κάψε. Εντούτοι, η μείωση του ποσοστού γονιμοποίησης κάποιων ετών εξισορροπείται από την δραστήρια αγενή αναπαραγωγή μέσω ριζωμάτων. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της μεγάλης σπανιότητάς του, το είδος θα πρέπει, κατά προτίμηση, να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό, σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001) και με εφαρμογή του κριτηρίου D2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θα πρέπει να αποφευχθούν οποιεσδήποτε αλλαγέ, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν τους φυσικούς βιοτόπους του Colchicum asteranthum . Αν και μικρό σε μέγεθο, το είδος είναι πολύ ελκυστικό κατά την ανθοφορία του και μπορεί να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, όμω, η συλλογή νέων φυτών γι αυτό τον σκοπό θα πρέπει να αποφευχθεί. Αντ' αυτού, ο πολλαπλασιασμός των ατόμων που ήδη βρίσκονται σε καλλιέργεια σε λίγους Βοτανικούς ή εμπορικούς Κήπους θα πρέπει να είναι επαρκή, ώστε να προμηθεύσει την ανθοκομική αγορά με ζωντανό υλικό για περαιτέρω αναπαραγωγή, ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργήσει ως μία Τράπεζα Γενετικού Υλικού στο μέλλον.</p><p>Διονύσιοç Βασιλειάδηç &amp; Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC20FE8CD9B2FF6A3CB6F9DB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC3DFE8ED9ABFE833CB6FB91.text	0397C81BBC3DFE8ED9ABFE833CB6FB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum burttii Meikle	<div><p>Colchicum burttii Meikle</p><p>Colchicaceae</p><p>Colchicum burttii Meikle in Bot. Mag. 181: 134, t. 735 (1977).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Tύποç: [Τουρκία] "Çanakkale, between Eceabat and Abide", 15 Mar. 1975 (cultivated at Kew, 8.01.1976), T. Baytop ISTE 31322 (Ολότυπο: K).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές βολβόρριζο είδο. Βολβός επιμήκης έως στενώς ωοειδή, 2-3(-4) x (0,8-)1-1,7(-2,5) cm, χιτώνες ημιδερματώδεις έως δερματώδει, σε αρκετές στρώσει, καστανοί έως καστανόμαυροι, με ισχυρές νευρώσει, σχεδόν ρυτιδούμενοι, δημιουργούντες ένα βραχύ, απότομα κομμένο ή σχισμένο λαιμό ύψους 0,5-1,2(-2,5) cm, που συνήθως καλύπτει μόνο ένα μικρό τμήμα του κατάφυλλου. Φύλλα 3 (πολύ σπάνια 4), συνάνθια, στενώς γραμμοειδή έως στενώς λογχοειδή-γραμμοειδή, στην άνθιση όρθια-αποκλίνοντα, συνήθως καμπτόμενα, μεγαλύτερα κατά c. 1,5-5 cm από το κατάφυλλο, βραχύτερα ή ελαφρώς μακρύτερα των ανθέων, κατόπιν αποκλίνονταδρεπανοειδή, διαστάσεων c. 7-16(-20) cm x (3-)5-12 mm, αυλακούμενα, μάλλον βαθέως πράσινα έως γλαυκοπράσινα, λεία έως πυκνά τριχωτά στην κατώτερη επιφάνεια, τραχέα έως σχεδόν πυκνά βλεφαριδωτά στα κράσπεδα. Άνθη 1-4(-6), σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά 1-3 cm, λευκωπός έως λευκοκίτρινο, ενίοτε ρόδινο -ιώδη στο ανώτερο τμήμα του, απόληξη χοανοειδή, που ανοίγει περαιτέρω σε αστεροειδές ή κωνικό-κωδωνοειδές σχήμα. Τέπαλα (1,4-)1,8-2,7(-3) cm x (2,5-)3-6(-8) mm, στενώς επιμήκη έως αντιλογχοειδή, με σχεδόν οξεία έως αμβλεία απόληξη, ελαφρώς ιώδη (σχεδόν λευκά) έως πορφυρά-ιώδη, συχνά με αποχρώσεις βαθύτερου ιώδους στην βάση του, με μακρά επάρματα περιβάλλοντα το κατώτερο τμήμα των νημάτων. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 9-10,5 mm, εσωτερικοί 11-13(-14) mm, νήματα τριχωτά στο κατώτερο 1/2 έως 3/4, λευκοκίτρινα έως λευκά, ενίοτε με ρόδινη-ιώδη απόχρωση στο ανώτερο τμήμα του, με τη διογκωμένη βάση τους αχνή κίτρινη έως καστανοκίτρινη, ανθήρες (1,8-)2,5-3,5(-4) mm, τεφροί έως πορφυρόμαυροι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι συνήθως μη υπερβαίνοντες τους στήμονε, λευκωποί, ενίοτε με αποχρώσεις ρόδινε -ιώδει, ευθυτενείς έως ελαφρά καμπτόμενοι στην απόληξή του, στίγματα στικτά. Κάψες μόλις πάνω από το έδαφο, μερικές φορές σχεδόν υπόγειε, 1,3-2,3 cm x 5-15 mm, επιμήκεις έως επιμήκει - ελλειψοειδεί, αμβλείες έως βραχέως αιχμηρέ, ενίοτε τραχείες έως βραχέως εριώδεις στο ανώτερο τμήμα του, σπέρματα με μάλλον βραχύ, λευκοκίτρινο προσάρτημα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 2009, σε υλικό από την Τουρκία και από την Χίο).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Το είδος ανθίζει με τα φύλλα ανεπτυγμένα, αργά τον χειμώνα και νωρίς την άνοιξη. Στην Χίο η περίοδος ανθοφορίας κυμαίνεται μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, ενώ μερικές φορές παρατείνεται μέχρι τον Μάρτιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Tο είδος είναι μάλλον κοινό στην Δ. και ΔΚ. Ανατολία. Στην Ελλάδα είναι γνωστό μόνο από τη νήσο Χίο. Μέχρι την δημοσίευση του Meikle (1977), αλλά ακόμη και μέχρι τους Snogerup &amp; al. (2001), είχε αναφερθεί από σκιερές πλαγιές στην περιοχή της Καμποχώρα, νότια της πόλης της Χίου. Νωρίτερα είχε επίσης καταγραφεί ως Colchicum sp. near C. biebersteinii Stef. (Meikle 1955) και Colchicum sp. near C. ancyrense B. L. Burtt (Burtt 1955) από ηλιόλουστες πλαγιές νότια του χωριού Θολοποτάμι, στα νότια τμήματα της νήσου. Το 1996 το C. burttii συλλέχθηκε επίσης από το ΒΔ. τμήμα της Χίου, κοντά στην Μονή Μετοχίου, σε υψόμετρο 50 m (Persson 558, GB).</p><p>Βιότοποç: Πετρώδεις πλαγιές και πεδιάδε, σε βοσκημένους λειμώνες ή σε φρύγανα με θάμνους Quercus coccifera, ενίοτε ανάμεσα σε αραιά πεύκα και είδη Cistus (με επικρατούντα τον Cistus parviflorus). Σε χαμηλό υψόμετρο, από τα ±50 m (στην Δ. Τουρκία έως τα 1.450 m, σπανίως μέχρι τα 1.700 m). Ως επί το πλείστον σε ασβεστολιθικά υποστρώματα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Τα μέρη του ανθοφόρου φυτού που βρίσκονται πάνω από το επίπεδο του εδάφους είναι μάλλον παρεμφερή με το C. triphyllum Kunze (syn.: C. ancyrense B. L. Burtt) κάτι που δικαιολογεί την παλαιότερη ενσωμάτωσή του στο τελευταίο είδος (Burtt 1955). Tο C. triphyllum έχει εντονότερα κωδωνοειδή άνθη με ελαφρώς αχνότερους τόνους γαλάζιου-ιώδους χρωματισμού, λείους στήμονες και φύλλα λεία έως τραχέα στα κράσπεδα. Τα υπόγεια, όμω, όργανα του φυτού είναι πολύ διαφορετικά, με το C. triphyllum να έχει ερυθροκάστανου, πολύ λεπτού, συχνά αφανείς χιτώνε. Σε κατάσταση καρποφορίας το C. burttii ομοιάζει πολύ με το C. atticum Spruner, το οποίο επίσης φύεται στις ίδιες θέσεις στην Τουρκία. Τα δύο είδη έχουν, γενικώ, σχεδόν επιμήκεις βολβού, με άκαμπτου, δερματώδει, καστανόμαυρου, συχνά γραμμωτούς χιτώνες και γλαυκοπράσινα φύλλα με βλεφαριδωτά κράσπεδα. Μία διαφορά τους έγκειται στο ότι το C. atticum συνήθως έχει περισσότερα από 3 φύλλα (4 έως 5) ενώ ακόμη και στους σχεδόν ώριμους καρπούς τα υπολείμματα της βάσης των ανθέων είναι εμφανή, δεικνύοντας τους ελεύθερους όνυχες των τεπάλων του είδους (το C. burttii έχει όνυχες ενωμένους σε έναν σωλήνα). Η πραγματική ταξινομική θέση του C. burttii είναι αβέβαιη: η φυλογενετική έρευνα που βασίζεται στα γονίδια του χλωροπλαστικού DNA προσφέρει πολύ αμφιλεγόμενα αποτελέσματα (Del Hoyo &amp; al. in prep.). Εντούτοι, η μορφολογία και η φυτογεωγραφία υποδεικνύουν μάλλον συγγένειες με το C. atticum .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Colchicum burttii προφανώς αναπαραγάγεται με εγγενή τρόπο, καθώς πολύ σπάνια παρατηρείται η δημιουργία επιπλέον βολβών από τους αποκαλούμενους ''εφεδρικού'' οφθαλμού. Οι πληθυσμοί είναι γενικά μικροί, με μάλλον διάσπαρτα άτομα, αν και τοπικά μπορεί να σχηματίζονται πυκνότερες συστάδες φυτών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το Colchicum burttii δεν φαίνεται να υπόκειται σε κάποιο άμεσο κίνδυνο που να το απειλεί. Τα φυτά δίνουν την εντύπωση ότι εύκολα επιβιώνουν της ήπιας βόσκησης από τα αιγοπρόβατα, καθώς και των περιοδικά καταστροφικών καιρικών συνθηκών που επικρατούν κατά την ανθοφορία, πολύ νωρίς στη διάρκεια του έτου. Το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001), με βάση το κριτήριο D2, κυρίως επειδή η περιοχή εξάπλωσής του στην Ελλάδα είναι αρκετά περιορισμένη και αποτελεί τις δυτικές ακρώρειες της συνολικής περιοχής εξάπλωσης του taxon.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι θέσει, όπου φύεται το είδος στην Χίο, θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανή αύξηση της βόσκηση, καθώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την αναγέννηση των πληθυσμών με σπέρματα. Δεν συνιστάται η χρήση της περιοχής για οποιαδήποτε αστική δραστηριότητα. Το φυτό είναι ελκυστικό και μπορεί εύκολα να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC3DFE8ED9ABFE833CB6FB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC3BFE88D9ABFE833CB6FB5D.text	0397C81BBC3BFE88D9ABFE833CB6FB5D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum chimonanthum K. Perss.	<div><p>Colchicum chimonanthum K. Perss.</p><p>Colchicaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Colchicum chimonanthum K. Perss. in Pl. Syst. Evol. 217: 56 (1999).</p><p>Tύποç: [Ελλά (NE), Μακεδονία, Νομός Σερρών] "SE. of Nea Zichni, near Mesorrachi, in short turf, 200 m", 16 Mar. 1976, K. Persson 315 (Ολότυπο: GB).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές βολβόρριζο είδο. Βολβός ωοειδή -επιμήκη έως ελλειψοειδή -επιμήκη (έω σχεδόν σφαιρικό), διαστάσεων 1-2,5 x 0,8-1,5 cm, με χιτώνες μεμβρανώδει, κιτρινοκάστανου, υποκάστανους έως καστανού, σχιζόμενου, σχηματίζοντες έναν βραχύ λαιμό (έω 1,5 cm) και καλύπτοντες ελαφρώς το κατάφυλλο ή έως και το ήμισυ του μήκους του. Φύλλα (4-)5-7(-8), συνήθως 6 (εμφανίζονται λιγότερα κατά την άνθιση), συνάνθια, στενώς γραμμοειδή (έω στενώς λογχοειδώ - γραμμοειδή), κατά την άνθιση όρθια-αποκλίνοντα, συχνά ελαφρώς κυρτωμένα, προεκβάλλουν κατά 1-4 cm, βραχύτερα των ανθέων,στη συνέχεια αποκλίνοντα-δρεπανοειδή, 6-14 cm x 2-5,5(-8 mm στη βάση), σχεδόν αυλακωτά, με ευκρινές μεσαίο νεύρο, ελαφρώς θολά γκριζωπά-πράσινα ή βαθέως πράσινα, αραιώς ή πυκνώς τραχέα στα κράσπεδα. Άνθη (1-)3-6 (έω 12 στην καλλιέργεια), με οσμή μελιού, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, προεξέχων του κατάφυλλου κατά 1,5-3,5 cm, λευκός έως αχνός ρόδινο - ιώδη, απόληξη στενώς χοανοειδή, τμήματα διαστάσεων 1,7-2,2(-2,5) cm x 2,3-4(-5) mm, στενώς επιμήκη έως στενώς αντιλογχοειδή, σχεδόν οξέα έως σχεδόν αμβλέα (σπανίω εγκολπωμένα), λευκά, συχνά με αποχρώσεις ελαφρώς ρόδινες έως ιώδεις κοντά στην απόληξή τους ή ρόδινα-ιώδη σε όλη τους την έκταση, με μακρά επάρματα φέροντα συχνά 1 ή 2 οδόντες και περιβάλλοντα το κατώτερο τμήμα των νημάτων. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 7-10(-11) mm, εσωτερικοί 8,5-11(-12) mm, νήματα λεία, υποκίτρινα-λευκά έως λευκά, με ελαφρώς διογκωμένη χρυσοκίτρινη βάση, (εμφανή μέσω των τμημάτων του περιανθίου), ανθήρες μήκους 2,5-3 mm, με λεπτές θήκε, τεφροί έως πορφυροί-μαύροι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι συνήθως βραχύτεροι των στημόνων, λευκοί, νηματοειδεί, ευθυτενείς έως ελαφρώς καμπτόμενοι στην απόληξή του, στίγμα κοκκιόμορφο. Κάψες σχεδόν υπόγειες ή με την απόληξή τους στην επιφάνεια του εδάφου, διαστάσεων 1-1,8 cm x 4-7 mm, στενώς ελλειπτικέ, αιχμηρέ, σπέρματα με προσάρτημα μία χαμηλή καρίνα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 32 (Persson 1999, 2009), βασισμένος σε φυτά τόσο από τις βόρειες όσο και από τις νότιες θέσεις εξάπλωσης της Μακεδονία.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει συνήθως πολύ νωρί, Ιανουάριο και Φεβρουάριο, ορισμένες φορές ήδη από τον Δεκέμβριο. Τα φύλλα έχουν σχηματιστεί κατά την άνθιση. Ο επιθετικός προσδιορισμός του ονόματος ( chimonanthum, που σημαίνει χειμερινής ανθοφορία) αναφέρεται τόσο στην φαινολογία του είδους όσο και στο χρώμα (συχνά λευκό) του περιανθίου του.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Μακεδονία. Προς το παρόν είναι γνωστό με βεβαιότητα από δύο σχεδόν γειτονικές θέσεις του Νομού Σερρών και από μία θέση στη Χαλκιδική. Σύμφωνα με δύο παλαιότερες συλλογές του είδους (που δεν είχαν ονομασθεί τότε) εμφανίζεται κοντά στην Θεσσαλονίκη ("near Salonika"), θέση που μπορεί να αντιστοιχεί ή να είναι κοντά με αυτή της Χαλκιδική, όπου το είδος βρέθηκε πρόσφατα.</p><p>Βιότοποç: Πλαγιές ή λιβάδια με χαμηλή ποώδη βλάστηση, σε χαλικώδε -πηλώδε έδαφο, το οποίο ξηραίνεται έντονα, ήδη από τις αρχές του Μαρτίου. Επίση, σε αραιούς θαμνώνες με Quercus coccifera ή σε επίπεδο ασβεστολιθικό έδαφος με πετρώδη terra rossa, όπου μπορεί να φύεται μαζί με Colchicum chalcedonicum, Bellevalia hyacinthoides και Muscari commutatum . Οι υποπληθυσμοί έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί μόνο σε χαμηλό υψόμετρο, περίπου 100-200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Tόσο στην Ελλάδα όσο και, γενικότερα, στα Βαλκάνια δεν υπάρχει κάποιο είδος που να έχει έστω μικρή ομοιότητα με το Colchicum chimonanthum . Εμφανίζει, όμω, κάποια ομοιότητα με ορισμένα είδη της Μέσης Ανατολής π.χ. τα C. fasciculare (L.) R. Br. και C. crocifolium Boiss. Αυτά τα είδη ανθίζουν επίσης τον χειμώνα (ή πολύ νωρίς την άνοιξη) αλλά δεν είναι σαφές το κατά πόσο είναι όντως συγγενή με το ελληνικό είδο, καθώς τότε οι γεωγραφικές συνδέσεις τους θα εμφανίζονταν ασυνήθιστε. Τόσο το C. fasciculare όσο και το C. crocifolium, γενικά, έχουν παχύτερους και μακρύτερους χιτώνες και περισσότερα άνθη, καθώς και διαφορετικούς χρωμοσωματικούς αριθμούς (επίση διαφορετικούς αριθμούς βάση). Στο δενδρόγραμμα από την φυλογενετική ανάλυση ενός αριθμού χλωροπλαστικών γονιδίων (Del Hoyo &amp; al. in prep.) το C. chimonanthum συνδέεται σταθερά με το C. asteranthum Vassiliad. &amp; K. Perss., ενώ στον ίδιο ευρύτερο κλάδο ανήκουν τα C. cretense Greuter, C. triphyllum Kunze (με ευρεία εξάπλωση από την Ισπανία μέχρι το Ιράν) και C. minutum K. Perss. (ενδημικό της Τουρκία),κανένα από τα οποία δεν εμφανίζει μορφολογικές ομοιότητες με το C. chimonanthum αλλά ούτε μεταξύ του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι βορειότεροι πληθυσμοί του είδους είναι πολύ μικροί. Εντούτοι, καθώς οι μασχαλιαίοι "εφεδρικοί οφθαλμοί" των δεύτερων φύλλων ορισμένες φορές αναπτύσσονται σε ανεξάρτητα φυτά με μικρούς βολβού, οι οποίοι αποκόπτονται ενώ είναι ακόμα νεαροί και χωρίς φύλλα, το είδος έχει μία μέτρια ικανότητα να πολλαπλασιάζεται αγενώ. Αυτό μπορεί να είναι ευεργετικό σε περιόδους επιζήμιων καιρικών συνθηκών, όταν τα άνθη μπορεί να καλυφθούν με χιόνι και να μην επιτευχθεί επικονίαση ή να επικονιασθούν ελάχιστα από αυτά, με αποτέλεσμα να μειωθεί πολύ η ικανότητα για επιτυχημένη εγγενή αναπαραγωγή. Η περιοχή εμφάνισης του Colchicum chimonanthum στην Χαλκιδική το 1998 ήταν καλυμμένη με μεγάλο αριθμό ατόμων αυτού του είδου, ως αποτέλεσμα, της εκτεταμένης βλαστητικής αναπαραγωγής σε συνδυασμό με εγγενή πολλαπλασιασμό. Ανάλογη στρατηγική έχει παρατηρηθεί και σε φυτά που καλλιεργούνται.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: To Colchicum chimonanthum χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001), με βάση το κριτήριο D2, κυρίως επειδή έχει βρεθεί σε πολύ λίγες θέσεις και η περιοχή εξάπλωσής του είναι αρκετά περιορισμένη.</p><p>Επιπλέον, στις βόρειες θέσεις του το είδος φύεται σε αραιές πόες και αρκετά κοντά σε δρόμους και αστικές κατοικίε, με αποτέλεσμα να υπάρχει πιθανός κίνδυνος εξαιτίας της αστικής ανάπτυξη, της επέκτασης των καλλιεργειών και της διαπλάτυνσης των δρόμων, ή του ποδοπατήματος από οικόσιτα ζώα. Η θέση με τους θαμνώνες Quercus στην Χαλκιδική είναι περισσότερο απομονωμένη και τα φυτά έχουν το πλεονέκτημα της προστασίας από την βόσκηση και την υπερσυλλογή εξαιτίας του μικρού τους μεγέθου, καθώς πρακτικά δεν μπορούν να εντοπισθούν όταν έχουν μόνο φύλλα, ενώ η ανθοφορία παρατηρείται πολύ νωρί.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι πληθυσμοί θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, έτσι ώστε να προληφθεί οποιαδήποτε εξωτερική καταστροφική ενέργεια σε αυτού. Ακόμη, επιβάλλεται η λεπτομερής έρευνα της Α. Μακεδονίας και επίσης της Χαλκιδική, ώστε να εντοπιστούν περισσότεροι και κατά προτίμηση πιο απομονωμένοι πληθυσμοί. Το είδος έχει πολλαπλασιασθεί στον Βοτανικό Κήπο του Gäteborg από τις αρχικές επιστημονικές συλλογές και στη συνέχεια έχει διανεμηθεί σε άλλους κήπου. Καθώς πρόκειται για ένα αρκετά ελκυστικό είδος εύκολης καλλιέργεια, ορισμένοι προμηθευτές φυτών το έχουν συμπεριλάβει στο εμπορικό υλικό του, κάτι που θα συμβάλει περαιτέρω στην διατήρησή του ως μία παρακαταθήκη γενετικού υλικού.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC3BFE88D9ABFE833CB6FB5D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC39FE8AD9ABFE833CB6FCAA.text	0397C81BBC39FE8AD9ABFE833CB6FCAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum euboeum (Boiss.) K. Perss.	<div><p>Colchicum euboeum (Boiss.) K. Perss.</p><p>Colchicaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Colchicum euboeum (Boiss.) K. Perss. in Candollea 53: 400 (1998).</p><p>Λεκτότυποç (Persson 1998: 400): [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "in monte Candyli Euboeae ", Aug. 1871, Orphanides 4027 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Cοlchicum euboeum Orph. in Atti Congr. Int. Bot. Firenze 1874: 29, 214 (1876) [nom. nud.].</p><p>C. latifolium var. euboeum Boiss., Fl. Orient. 5: 159 (1882).</p><p>C. bivonae subsp. euboeum (Boiss.) Nyman, Consp. Fl. Eur.: 743 (1882).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ωοειδής έως σχεδόν σφαιρικό, 3,5-6,5 x 3-5(-6) cm, με μεμβρανώδεις έως σχεδόν δερματώδεις χιτώνε, καστανούς ή καστανέρυθρου, σχηματίζοντες εύρωστο λαιμό μήκους 6,5-13(-18,5) cm. Φύλλα 3-4, με επίμηκε -ελλειψοειδέ έως ελλειψοειδές έλασμα, διαστάσεων (8,5-)10-19(-26) x (1,6-)2,5-6(-8,5) cm, υστεράνθια. Άνθη 1-3(-4). Σωλήνας περιανθίου λευκός ή λευκοκίτρινο, μεγαλύτερος του κατάφυλλου κατά (2,5-)4-10 cm. Τμήματα περιανθίου στενά, επιμήκη έως αντιλογχοειδή-επιμήκη, (3,8-)4,5-6,5(-7,5) x 0,6-1,6(-2) cm, συχνά άνισου μήκους στο ίδιο άνθο, μέτρια έως εντόνως ψηφιδωτά, χρωματισμένα με ρόδινοπορφυρό ή ιώδε -πορφυρό χρώμα. Στήμονες με μήκος 1/3 έως 1/2 του μήκους των τμημάτων του περιανθίου, ανθήρες κίτρινοι. Στύλοι κιτρινόλευκοι, με κορυφή ευθεία ή σε σχήμα αγκίστρου. Κάψες στο επίπεδο του εδάφους ή λίγο ψηλότερα, διαστάσεων 2-5 x 0,8-2,5 cm, επιμήκει - ελλειψοειδείς έως ελλειψοειδεί. Σπέρματα πολυάριθμα, επιμήκη-σφαιρικά έως σφαιρικά, καστανέρυθρα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 1998).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τα άνθη εμφανίζονται τέλος Ιουλίου με Αύγουστο, χωρίς φύλλα. Τα φύλλα και οι καρποί παρουσιάζονται τον επόμενο Απρίλιο έως τις αρχές Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό από τα όρη της Κ. Εύβοιας (Δίρφυ, Ξεροβούνι και Κανδήλι). Το είδος έχει, επίση, συλλεχθεί δύο φορές στην περιοχή της Χαλκιδική, στο όρος Χολομώντας και στο Άγιον Όρο, από τους Γκανιάτσα και Ζαγανιάρη, αντιστοίχω. Καμία από αυτές τις συλλογές δεν έχει επιβεβαιωθεί μεταγενέστερα και υπάρχουν ακόμη ορισμένες αμφιβολίες σχετικώς με την πραγματική προέλευση αυτών των δειγμάτων (Persson 1998).</p><p>Βιότοποç: Το Colchicum euboeum αναπτύσσεται σε βραχώδεις πλαγιέ, σε σχισμές και καρστικές κοιλότητες βράχων, σε ανοικτές θέσεις ή σπανιότερα στον υπόροφο αραιών συστάδων Abies cephalonica, σε υψόμετρο 900-1.350 m, αποκλειστικά σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Συνήθως καταλαμβάνει επίπεδες και μικρής κλίσης θέσεις ή το κατώτερο τμήμα πλαγιών, όπου το συγκεντρωμένο έδαφος μεταξύ των ασβεστολιθικών βράχων έχει ικανοποιητικό βάθο. Ορισμένα από τα χαρακτηριστικότερα φυτικά taxa που το συνοδεύουν στις περιοχές εξάπλωσής του είναι τα εξή: Achillea umbellata, Cerastium candidissimum, Crataegus monogyna subsp. azarella, Helleborus odorus subsp. cyclophyllus, Inula oxylepis, Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Lamium garganicum subsp. striatum, Pterocephalus perennis subsp. perennis κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Colchicum euboeum ομοιάζει μορφολογικώς περισσότερο με το C. graecum K. Perss., ένα είδος με εξάπλωση στα όρη της ηπειρωτικής Ελλάδα, από την Πελοπόννησο μέχρι τη Β. Πίνδο (Persson 1988). Τα δύο είδη έχουν παρόμοια μορφή, με εύρωστους βολβούς και μεγάλα φύλλα. Το C. euboeum, ωστόσο, έχει λιγότερα φύλλα από το C. graecum και τα άνθη του είναι μεγαλύτερα, εντονότερα ψηφιδωτά χρωματισμένα και με μεγαλύτερους ανθήρε. Το C. parnassicum Sartori, Orph. &amp; Heldr. εξαπλώνεται στα όρη Παρνασσό, Γκιώνα και Ελικώνας (Persson 1991) και παρουσιάζει μορφολογικές ομοιότητες με τα δύο προαναφερόμενα είδη. Είναι, ωστόσο, μικρότερο και λιγότερο εύρωστο φυτό, με πολύ μικρότερα άνθη και πολύ λεπτότερου, καστανόχρωμους χιτώνε.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Colchicum euboeum σχηματίζει δύο υποπληθυσμούς στα όρη της Κ. Εύβοια. Ο πρώτος υποπληθυσμός εξαπλώνεται στα όρη Δίρφυ και Ξηροβούνι και στο μεταξύ τους διάσελο και εκτιμάται ότι περιλαμβάνει 5.000-10.000 άτομα. Ο δεύτερος υποπληθυσμός εξαπλώνεται στο όρος Κανδήλι και υπολογίζεται ότι δεν περιλαμβάνει περισσότερα από 2.000 άτομα. Η κατάσταση των υποπληθυσμών του είδους στην περιοχή της Χαλκιδική, σε περίπτωση που φύεται εκεί, είναι εντελώς άγνωστη. Η συλλογή του, ωστόσο, φαίνεται να έχει πραγματοποιηθεί μόνο δύο φορές πριν αρκετές δεκαετίε, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα εντυπωσιακό, εύκολα εντοπιζόμενο φυτό. Κάτι τέτοιο υποδηλώνει ότι οι υποπληθυσμοί του είδους στη Χαλκιδική, αν εντοπισθούν, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ολιγομελεί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι πληθυσμοί του Colchicum euboeum στην Εύβοια δεν αντιμετωπίζουν κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση. Οι βραχώδεις περιοχές όπου εξαπλώνεται δεν προσφέρονται για εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητε, ενώ σημάδια βόσκησης του τοξικού αυτού είδους δεν έχουν παρατηρηθεί. Η αύξηση των επισκεπτών στα όρη της Κ. Εύβοιας και η ανάπτυξη του οικοτουρισμού στην περιοχή αποτελούν έναν εν δυνάμει κίνδυνο για τους πληθυσμούς του είδου. Με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), το C. euboeum χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), διότι ενώ ο συνολικός αριθμός των ατόμων του είδους δεν είναι μεγάλο, προς το παρόν δεν φαίνεται να υπόκειται σε κάποια άμεση απειλή. Η συγκεκριμένη κατηγορία κινδύνου χρειάζεται επαναξιολόγηση στο μέλλον.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η ουσιαστική προστασία και διατήρηση των ορεινών περιοχών της Κ. Εύβοιας θα είχε ευεργετική επίδραση στους δύο υποπληθυσμούς του Colchicum euboeum . Η παρακολούθηση των πληθυσμών και η περιοδική καταμέτρηση των ατόμων είναι εύκολο να γίνει, όταν το είδος βρίσκεται σε ανθοφορία. Εξαιτίας των ελκυστικών ανθέων του, το C. euboeum έχει καλλωπιστική αξία και θα μπορούσε εύκολα να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC39FE8AD9ABFE833CB6FCAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC37FE84D9ABFF6A3CB6FB5D.text	0397C81BBC37FE84D9ABFF6A3CB6FB5D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum lingulatum subsp. lingulatum Boiss. & Spruner	<div><p>Colchicum lingulatum Boiss. &amp; Spruner subsp. lingulatum</p><p>Colchicaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Colchicum lingulatum Boiss. &amp; Spruner in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 1, 5: 66 (1844) subsp. lingulatum .</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "Mons Parnes Atticae, Maj. 1842", [cf. Boissier l.c.: "vere 1842 fructiferum cum amiciss. Spruner legi"] (Ολότυπο: G-BOIS. Iσότυπο: G).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ελλειπτικό -ωοειδή έως ωοειδή, 2,5-4 x (1,5-)2-3,5 cm, χιτώνες δερματώδει, σκληροί, σε πολλά στρώματα, οι εξωτερικοί βαθέως ερυθροκάστανοι έως καστανόμαυροι, οι εσωτερικοί ερυθροκάστανοι έως βαθέως ερυθροκάστανοι, δημιουργούντες λαιμό μήκους (1,5-)3-10 cm, με το κατάφυλλο γενικά καλυπτόμενο. Φύλλα (3-)4-5, ενίοτε με 1-3 επιπρόσθετα μικρότερα και στενότερα, υστεράνθια, όρθια-αποκλίνοντα, διαστάσεων (2,5-)3,5-7(-9) x 0,5- 2,5(-4) cm, επιμήκη, με ελαφρά αυλάκωση έως σχεδόν επίπεδα, σχεδόν αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα στην απόληξη, ενίοτε συνεστραμμένα, σχεδόν γλαυκοπράσινα (έω βαθέως πράσινα), κράσπεδα γενικώς κυματιστά, εμφανώς χόνδρινα, λεία. Άνθη 1-5(-9), σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του καταφύλλου κατά 0,5-3,5(-5,5) cm, λευκωπό, ορισμένες φορές με αποχρώσεις πορφυρέ -ιώδει στο ανώτερο τμήμα, απόληξη συνήθως στενώς χοανοειδή, τμήματα μήκους 2,4-4,5 cm, που διαφέρουν κατά 1-5(-7) mm σε μήκος εντός του ίδιου άνθου, πλάτους (2,5-)3-9(-11) mm, γραμμοειδή έως στενώς επιμήκη-αντιλογχοειδή, σχεδόν οξέα έως αμβλέα, αχνά πορφυρά-ιώδη έως πορφυρά-ιώδη, με ή χωρίς δικτύωση, αχνότερου χρώματος στη βάση και στην ράχη, με μία λευκή μεσαία ταινία σχεδόν σε όλο το μήκος της ανώτερης επιφάνεια. Αυλακώσεις στημόνων λείες ή με αραιά φυμάτια, εξωτερικοί στήμονες μήκους 9-18 mm, εσωτερικοί 12-20 mm, με τα δύο σπονδυλώματα να προσφύονται σε εμφανώς ξεχωριστά επίπεδα, νήματα λεία, λευκά, με λευκή ή υποκίτρινη, ελαφρώς διογκούμενη βάση, ανθήρες ορισμένες φορές καμπτόμενοι, μήκους 4-7(-9) mm, κίτρινοι, ενίοτε γλαυκοκίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι (σπανίω γλαυκοκίτρινοι). Στύλοι ελαφρώς έως εμφανώς μακρύτεροι των στημόνων, λευκωποί, με ελαφρώς διογκούμενη απόληξη, ευθυτενείς έως αγκιστροειδείς ή ελαφρώς καμπτόμενοι, στίγματα κατερχόμενα κατά 0,8-2 mm. Κάψες στο επίπεδο του εδάφου, διαστάσεων 1-2 x 0,5-1,5 cm, επιμήκεις έως επιμήκει -ωοειδεί (έω ελλειπτικέ), συχνά με αποχρώσεις πορφυρού-ερυθρού, με αμβλεία απόληξη έως ελαφρώς αιχμηρέ. Σπέρματα με ένα μικρό ή μεγάλο υποκίτρινο-λευκό προσάρτημα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 1998), βασισμένος σε υλικό από όλες τις περιοχές εξάπλωσης του taxon.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Η άνθιση πραγματοποιείται πριν από την έκφυση των φύλλων από (αργά τον Αύγουστο-) τον Σεπτέμβριο μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου. Τα ώριμα φύλλα και οι καρποί εμφανίζονται από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο, ενώ ξηρά φύλλα παραμένουν πάνω στο φυτό μέχρι την επόμενη ανθοφορία.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Eνδημικό υποείδος της Ελλάδα. Σπάνιο στην ΝΑ. Στερεά Ελλάδα (Νομοί Αττικής και Βοιωτία) και στην Εύβοια.</p><p>Βιότοποç: Ανοικτές θέσεις σε σχετικώς υποβαθμισμένα φρύγανα με θάμνους Sarcopoterium και διάσπαρτα Genista acanthoclada, Cistus salviifolius, Erica manipuliflora, Arbutus unedo και Fumana thymifolia, συνήθως σε λεπτό, πολύ πετρώδες στρώμα εδάφου. Επίσης σε ανοίγματα δασών Abies cephalonica ή πεύκων, σε διάφορα υποστρώματα, συχνά μη ασβεστολιθικά, όπως σε σχιστόλιθους ή σερπεντίνε, μεταξύ 200 και 1.300 m.</p><p>Στα σερπεντινικά εδάφη φύεται ένας μικρός αριθμός ειδών Colchicum, όπως π.χ. τα C. variegatum (ΝΑ. ηπειρωτική Ελλάδα, Κυκλάδε, νήσοι Α. Αιγαίου, ΝΔ. Τουρκία), C. lingulatum subsp. rigescens (Δ. Τουρκία), C. chalcedonicum subsp. chalcedonicum (Α. Ελλάδα, ΒΔ. Τουρκία) και C. confusum (ηπειρωτική Ελλάδα). Το C. lingulatum subsp. lingulatum επίσης παρατηρείται αρκετά συχνά σε παρόμοια εδάφη, καθώς και σε άλλα μη ασβεστολιθικά υποστρώματα, ενώ σπανιότερα φύεται σε ασβεστόλιθου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To Colchicum chalcedonicum Azn. έχει κατά καιρούς ενσωματωθεί στο C. lingulatum . Tα δύο είδη έχουν καθιερωθεί ως διαφορετικά από τον Baytop (1993), αν και οι χαρακτήρες που χρησιμοποιήθηκαν για το C. lingulatum προέρχονται από τουρκικούς πληθυσμού, που τώρα αναγνωρίζονται ως ένα ιδιαίτερο υποείδος (Persson 1998). Το C. lingulatum και το C. chalcedonicum είναι εμφανώς πολύ συγγενή, με κάποιες ομοιότητες στις οικολογικές προτιμήσεις και στους μορφολογικούς χαρακτήρε, όπως π.χ. στα γενικά χαρακτηριστικά του βολβού, των χιτώνων και των φύλλων, καθώς και της θέσης προσάρτησης των στημόνων κάτω από το φάρυγγα του περιανθίου. Διαφέρουν στα σχετικά μήκη (ο λαιμός των χιτώνων, το κατάφυλλο και ο σωλήνας του άνθους είναι συχνά μακρύτεροι στο C. lingulatum από ότι στο C. chalcedonicum s. str.), στο χρώμα των φύλλων (σε γενικές γραμμές περισσότερο πράσινο στο C. lingulatum), στον αριθμό των ανθέων (συνήθω 1-2 στο C. chalcedonicum, έως 5, μερικές φορές περισσότερα, στο C. lingulatum), στο σχήμα του άνθους (περισσότερο στενά υποκρατηροειδές στο C. lingulatum), στο σχήμα και το χρώμα των τεπάλων (αναλογικά στενότερα, περισσότερο γραμμοειδή, πιο ανοικτόχρωμα και λίγο ή καθόλου δικτυωτά στο C. lingulatum), στο χρώμα του ανθήρα (ω επί το πλείστον κιτρινωπό στο C. lingulatum, σπανίως κίτρινο στο C. chalcedonicum).</p><p>Το C. lingulatum συνήθως ομαδοποιείται μαζί με το C. variegatum στα φυλογενετικά δένδρα που προκύπτουν από την ανάλυση ενός αριθμού χλωροπλαστικών γονιδίων (Del Hoyo &amp; al. in prep.), και το ίδιο κάνει το C. chalcedonicum . Η στενή σχέση των τριών ειδών φαίνεται μάλλον πιθανή, επίσης από μορφολογική και φυτογεωγραφική άποψη. Όμω, το C. variegatum διακρίνεται πάντοτε εύκολα από τα άλλα δύο είδη, καθ' όσον τα φύλλα του είναι περισσότερο γλαυκά και κυματιστά και τα άνθη του, με εμφανώς δικτυωτή νεύρωση, είναι τυπικά δισκοειδή, με τμήματα περιανθίου που λεπτύνονται απότομα σε αρκετό μήκος της βάσης του, ενώ έχει σχεδόν ευθυτενείς στήμονες που αποκλίνουν, όμω, προς το εσωτερικό του άνθου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πληθυσμοί γενικώς εξαπλώνονται σε μικρές εκτάσει. Τα φυτά ως ένα βαθμό πολλαπλασιάζονται αγενώ, μέσω μικρών βολβών, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μικρές συστάδες στο έδαφο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tο είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) με βάση τα κριτήρια της IUCN (2001, κριτήριο D2), κυρίως επειδή εμφανίζεται σε μικρό αριθμό περιοχών, οι οποίες εντοπίζονται στο ΝΑ. τμήμα της Στερεάς Ελλάδας (Νομοί Αττικής και Βοιωτία) καθώς και στην Εύβοια. Επίση, στις περισσότερες από τις περιοχές εμφάνισής του υπάρχει εύκολη πρόσβαση, ορισμένες είναι κοντά σε αστικά κέντρα και ως εκ τούτου υπόκεινται, εν μέρει, στις ανθρώπινες επιδράσει, καθώς και σε μάλλον έντονη βόσκηση από οικόσιτα ζώα.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας προς το παρόν, όμω, οι υποπληθυσμοί αυτού του είδους θα πρέπει να εποπτεύονται επιμελώ, ούτως ώστε να γίνει δυνατή η πρόληψη οποιωνδήποτε γεγονότων πού μπορεί να επηρεάσουν τους φυσικούς βιότοπου, όπως π.χ. η περαιτέρω εκμετάλλευση της Πάρνηθα, η ανακατασκευή του οδικού δικτύου της Εύβοιας κ.λπ. Η υπερβολική βόσκηση θα πρέπει να αποφευχθεί στους βιοτόπους του είδου, καθώς το ποδοπάτημα από τα ζώα μπορεί να βλάψει τα φυτά και το μάλλον ευπαθές έδαφο.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC37FE84D9ABFF6A3CB6FB5D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC35FE86D9ABFF6A3CB6FB20.text	0397C81BBC35FE86D9ABFF6A3CB6FB20.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum parnassicum Sartori, Orph. & Heldr.	<div><p>Colchicum parnassicum Sartori, Orph. &amp; Heldr.</p><p>Colchicaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Colchicum parnassicum Sartori, Orph. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 2, 4: 122 (1859).</p><p>Λεκτότυποç (Persson 1988: 40): [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Βοιωτία] "in reg. superiori m. Parnassi prope Arnovryssi, alt. 5000-7000 ped.", 27 Jul. 1854, Orphanides Fl. Graec.Exs. no. 465 (G-BOIS.Ισoλεκτότυποι: ATHU, BM, FI, GB, JE, K, LD, P, S, UPS, WU).</p><p>Συνώνυμα: Colchicum lingulatum var. parnassicum (Sart., Orph. &amp; Heldr.) Stef., Sborn. Bälg. Akad. Nauk. 22: 71 (1926), nom. illeg., καθώς ένα προηγούμενο όνομα στο ίδιο ταξινομικό επίπεδο, το C. latifolium Sm. var. euboeum Boiss. 1882 [= C. euboeum (Boiss.) K. Perss.], αναγράφεται ως συνώνυμο.</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ωοειδής έως σχεδόν σφαιρικός ή πεπιεσμένα σφαιρικό, (2-)2,5-4,5(-6) x 2-4(-4,5) cm, χιτώνες μεμβρανώδεις έως σχεδόν μεμβρανώδει, σπανίως δερματώδει, κιτρινοκάστανοι έως βαθέως ερυθροκάστανοι (έω βαθέως καστανοί), δημιουργούντες λαιμό (2-)4-9(-11,5) cm, ίσο ή έως 2 cm βραχύτερο του κατάφυλλου. Φύλλα 3-4(- 5), υστεράνθια, σχεδόν όρθια έως όρθια-αποκλίνοντα, διαστάσεων (7-)9-20(-25) x (1-)1,8-4(-4,5) cm, ευρέως επιμήκη-λογχοειδή έως επιμήκη ή επιμήκη-ελλειπτικά, με αβαθή αυλάκωση (συχνά με ευκρινή καρίνα), χωρίς ή με ελάχιστη πτύχωση, όχι (σπανίω ελάχιστα) συνεστραμμένα, με χρώμα λαμπρό και στιλπνό πράσινο, κράσπεδα συχνά ερυθροπόρφυρα κοντά στην απόληξη, λεία. Άνθη 1-4, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά (1-)3-6,5(-8) cm, ημίλευκος έως λευκό, σπανίως με ιώδει -πορφυρέ αποχρώσεις στο άνω τμήμα του, απόληξη χοανοειδή. Τέπαλα διαστάσεων (2,2-)2,5-4,7(-5,1) cm x (4-)5-11(-14) mm, στενώς επιμήκη έως στενώς αντιλογχοειδή, σχεδόν οξέα έως αμβλέα ή ενίοτε με αποστρογγυλωμένα-οξύληκτα άκρα, χρώματος ιώδου -πορφυρού έως βαθέως ιώδου -πορφυρού ή ρόδινου-πορφυρού, συνήθως με έντονη δικτύωση, ενίοτε με πορφυρές λωρίδες κατά μήκος των νεύρων. Αύλακες νημάτων περιβαλλόμενες από επιμήκει, χαμηλές εξάρσει, λείες ή με αραιή τρίχωση. Εξωτερικοί και εσωτερικοί στήμονες προσαρτημένοι σε σημαντικά διαφορετικό ύψος στα τμήματα του περιανθίου, οι εξωτερικοί μήκους 10-15(-17) mm, οι εσωτερικοί 13-22 mm, νήματα λεία, λευκά, ενίοτε με ρόδινο-πορφυρό ανώτερο τμήμα, το διογκωμένο τμήμα της βάσης τους υποκίτρινο (έω κίτρινο), ανθήρες (4-)5-8(-11) mm, συνήθως κίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι μακρύτεροι των στημόνων, στίγματα κατερχόμενα σε μήκος (1,5-)2-5(-7) mm. Κάψες μόλις πάνω από το έδαφο, διαστάσεων 2-3 x 0,8-1,6 cm, επιμήκεις έως ελλειψοειδείς (έω επιμήκει -ωοειδεί), σπέρματα με ένα μικρό, κιτρινόλευκο προσάρτημα. Οι κάψες και τα ξηρά φύλλα διατηρούνται ορισμένες φορές πάνω στο φυτό μέχρι την εμφάνιση των πρώτων ανθέων, αργά το καλοκαίρι ή νωρίς το φθινόπωρο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 1988, 2009), βασισμένος σε φυτά από τα όρη Παρνασσός και Γκιώνα.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τα άνθη εμφανίζονται πριν τα φύλλα, το δεύτερο ήμισυ του Ιουλίου μέχρι τον Αύγουστο, ορισμένες φορές στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Τα φύλλα ολοκληρώνουν την έκπτυξή τους τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο, μαζί με τους καρπού. Το Colchicum parnassicum είναι ένα από τα πρωιμότερα κολχικά της Ελλάδας σε ανθοφορία, μεταξύ των ειδών που ανθίζουν χωρίς φύλλα. Όπως τα περισσότερα είδη της ομάδας του, συμπεριφέρεται ανάλογα στην καλλιέργεια, ανθίζοντας στα μέσα του καλοκαιριού, νωρίτερα από την πλειονότητα των άλλων υστερανθίων ειδών.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα, μέχρι στιγμής γνωστό από λίγα όρη της Στερεάς Ελλάδας (Παρνασσό, Ελικώνας και το βόρειο τμήμα της Γκιώνα).</p><p>Βιότοποç: Υπαλπικά τμήματα ορέων, χαλικώδει, πετρώδεις πλαγιές με θαμνώνες Quercus, θύλακες στις βάσεις κρημνών, πετρώδη λιβάδια όπου επικρατούν τα Daphne oleoides, Marrubium velutinum, καθώς και αγκαθωτά είδη Astragalus, όπως το A. thracicus subsp. parnassi, μεταξύ 1.500-2.300 m (συνήθω όμως υψηλότερα των 1.800 m), σε ασβεστόλιθου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Μέχρι την εμφάνιση της περιγραφής του Colchicum graecum K. Perss. (Persson 1988) τα δύο είδη συγχέονταν μεταξύ του. Οι ίδιοι οι βοτανικοί που περιέγραψαν το C. parnassicum (στον Boissier 1859) περιέλαβαν υλικό από το C. graecum, στην αντίληψη που είχαν για το νέο τους είδο. Όμω, υπάρχουν πολλές σαφείς διαφορές σε μορφολογικά δεδομένα μεταξύ των δύο ειδών. Το C. graecum είναι περισσότερο εύρωστο φυτό, με χιτώνες σκληρότερους και βαθύτερου χρώματο, με τέπαλα χωρίς εμφανή δικτύωση, συχνά με μεγαλύτερο αριθμό φύλλων μεγαλυτέρου μεγέθους και αλαμπούς πρασινωπού χρώματο. Ο χρωμοσωματικός αριθμός των δύο ειδών είναι επίσης διαφορετικό. Επιπλέον, μοριακά δεδομένα από περιοχές του γονιδιώματος των πλαστιδίων (Del Hoyo &amp; al. in prep.) υποδεικνύουν ότι τα δύο είδη είναι φυλογενετικώς μάλλον απομακρυσμένα το ένα από το άλλο. Η μοριακή ανάλυση τοποθετεί το C. parnassicum στην ίδια ομάδα με τα C. euboeum (Boiss.) K. Perss. και C. sfikasianum Kit Tan &amp; Iatroú, δύο ελληνικά ενδημικά είδη με δικτυωτό περιάνθιο και πορφυρές ταινίες κατά μήκος των νεύρων. Υπάρχουν εντούτοις ξεκάθαρες διαφορές σε χαρακτήρες των χιτώνων και των φύλλων, με το C. euboeum να έχει βαθυτέρου χρώματο, ημιδερματώδεις χιτώνες σε πολλά στρώματα, χωρίς την δημιουργία λαιμού, καθώς και σχετικά πλατύτερα φύλλα βαθύτερου, θαμπού χρώματο. Επιπλέον, τα άνθη του είναι σαφώς μεγαλύτερα, με εμφανεί, μακρούς στήμονε. Τα στενώς επιμήκη, αποκλίνοντα-καμπτόμενα φύλλα του C. sfikasianum είναι σαφώς διαφορετικά, τόσο από το C. parnassicum όσο και από το C. euboeum, ενώ οι εξωτερικοί του στήμονες προσαρτώνται λίγα χιλιοστά χαμηλότερα στο σωλήνα του περιανθίου (αυτό δεν εμφανίζεται στα άλλα δύο είδη).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Colchicum parnassicum είναι διασκορπισμένο σε αρκετά μεγάλες εκτάσεις στα ανώτερα υψόμετρα, ιδιαίτερα της περιοχής του Παρνασσού, όπου από ότι φαίνεται δημιουργεί σημαντικούς αριθμούς ατόμων. Εντούτοι, ο συνολικός αριθμός των φυτών είναι δύσκολο να εκτιμηθεί επακριβώ.</p><p>Αν η εγγενής αναπαραγωγή αποτύχει εξαιτίας ακατάλληλων καιρικών συνθηκών σε αυτά τα μεγάλα υψόμετρα, μία μέτριου βαθμού αγενής αναπαραγωγή μέσω μικρών βολβών, οι οποίοι αναπτύσσονται επιπροσθέτως της ετήσιας ανανέωσης του κύριου βολβού, θα βοηθήσει ως ένα βαθμό στην εξάπλωση των πληθυσμών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tο είδος είναι πιθανώς ασφαλέ, τουλάχιστον στις πλαγιές της περιοχής του Παρνασσού, όπου εμφανίζεται σε σχετικά μεγάλους αριθμού. Φαίνεται να μην επηρεάζεται από την βόσκηση των αιγοπροβάτων, όμω, σε ορισμένες περιοχές οι έντονες δραστηριότητες που σχετίζονται με το χιονοδρομικό κέντρο ίσως έχουν στο μέλλον αρνητικές επιπτώσεις στον πληθυσμό.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) σύμφωνα με τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001) με βάση το κριτήριο D2, κυρίως επειδή η συνολική περιοχή εξάπλωσης είναι αρκετά περιορισμένη.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας προς το παρόν, όμω, δραστικές αλλαγές όπως η αύξηση της βόσκησης και ιδιαίτερα η επέκταση των δραστηριοτήτων του χιονοδρομικού κέντρου θα πρέπει να αποφευχθούν. Το είδος καλλιεργείται σε Βοτανικούς Κήπους και ως ένα βαθμό διανέμεται στην εμπορική ανθοκομία.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC35FE86D9ABFF6A3CB6FB20	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC33FE80D9AAFF6A3CB6FAB4.text	0397C81BBC33FE80D9AAFF6A3CB6FAB4.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum peloponnesiacum Rech. f. & P. H. Davis	<div><p>Colchicum peloponnesiacum Rech. f. &amp; P. H. Davis</p><p>Colchicaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Colchicum peloponnesiacum Rech. f. &amp; P. H. Davis in Rechinger f., Österr. Bot. Z. 95: 427 (1949).</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Αχαϊα] "in gorge between Diakofto and Mega Spileon, sides of railway embankment, probably brought down with soil from higher up valley, 30-100 m", 20 Oct. 1939, Davis 1007 (Ολότυπο: K. Ισότυπο: G).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ωοειδή -επιμήκη έως ωοειδή, 1,5-2,5(-3,5) x 0,9-2 cm, χιτώνες μεμβρανώδεις έως σχεδόν μεμβρανώδεις (σπανίως ημιδερματώδει), καστανοί (έω βαθέως καστανοί), δημιουργούντες λαιμό μήκους (1-)2-7,5 cm, γενικώς πολύ βραχύτερο του κατάφυλλου. Φύλλα 4-5(-7), συνηθέστερα 5, συνάνθια, σχεδόν νηματοειδή έως στενώς γραμμοειδή, σχεδόν όρθια κατά την άνθιση, ελαφρώς τοξωτά ή καμπτόμενα και μακρύτερα κατά ±4,5 cm από το κατάφυλλο, συνήθως βραχύτερα των ανθέων, κατά την ανάπτυξή τους περισσότερο αποκλίνοντα-τοξωτά, συχνά καμπτόμενα στο ακραίο τμήμα του, διαστάσεων 6-15(-20) cm x (1-)1,5- 2,5(-4) mm, με αβαθή αυλάκωση και ευκρινές μεσαίο νεύρο, σχετικώς παχέα, θαμπά πράσινα, λεία ή συνήθως αραιώς τριχωτά στις νευρώσεις της ράχη. Άνθη 1-3(-5), πολύ εύοσμα, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά (1,5-)2-5 cm, λευκωπό, απόληξη χοανοειδής έως στενώς κωδωνοειδή. Tέπαλα 1,7-2,6(- 3) cm x (3-)4-7(-9) mm, στενώς επιμήκη έως αντιλογχοειδή (σπανίω λογχοειδή), σχεδόν οξέα έως αμβλέα, με ευκρινείς νευρώσει, υπορόδινα-πορφυρά ή συνήθως λαμπρά ρόδινα-πορφυρά, αχνότερα (έω λευκά) προς τη βάση του, με πολύ στενά επάρματα γειτνιάζοντα με το κατώτερο μισό των αυλάκων των νημάτων. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 8-13(-15) mm, εσωτερικοί 10-15(-17) mm, νήματα αραιώς τριχωτά στο κατώτερο μισό, λευκά, με διογκωμένη κίτρινη έως γλαυκοκίτρινη βάση, ανθήρες μήκους 2-3,5(-4,5) mm, γλαυκοί-κίτρινοι έως καστανοί, σπανιότερα σχεδόν μαύροι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι συνήθως μόλις μακρύτεροι των στημόνων, λευκοί, ευθυτενεί, στίγμα κοκκιόμορφο. Κάψες εμφανιζόμενες στο επίπεδο του εδάφου, διαστάσεων 1,3-2 x 0,8-1,2 cm, στενώς ωοειδεί -επιμήκει έως επιμήκει -ελλειπτικέ, αμβλείε, ορισμένες φορές με πορφυρές αποχρώσει. Σπέρματα με μικρό αλλά ευκρινέ, λευκωπό προσάρτημα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 44 (Persson 1993, 2001, 2009), σε φυτά από την Αχαϊα.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Οκτώβριο -Νοέμβριο. Το είδος ανθίζει με τα φύλλα να έχουν σχετικά καλά σχηματιστεί.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σπάνιο ενδημικό είδος της Ελλάδα, γνωστό μόνο από την Β. Πελοπόννησο (Αργολίδα, Κορινθία και Αχαϊα).</p><p>Βιότοποç: Όχι πολύ εκτεθειμένες πλαγιές λόφων (συχνά βόρειου προσανατολισμού), σε πετρώδη και χαλικώδη εδάφη (ιζήματα του Νεογενού, μη ασβεστώδη), μεταξύ αγρωστωδών ή ενίοτε σε δάσος Pinus halepensis, υψόμετρο c. 800 m. Το είδος συλλέχθηκε για πρώτη φορά από τον P. H. Davis κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμή, που συνδέει την βόρεια ακτή της Πελοποννήσου (Διακοπτό) με την Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Ο Davis υπέθεσε ότι τα φυτά είχαν μεταφερθεί από τα υψηλότερα σημεία της κοιλάδα, κάτι που φαίνεται να είναι εύλογο.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Colchicum peloponnesiacum συγγενεύει στενά με είδη της ομάδας του C. cupanii (Persson 1993) . Οι Greuter (1967b) και Brickell (1980, 1984) συζήτησαν την ταξινομική θέση ορισμένων από αυτά τα είδη και εξέφρασαν, αντιστοίχω, αμφιβολίες σχετικώς με την διάκριση του C. peloponnesiacum από το C. pusillum Sieber ή από το C. stevenii Kunth. Οι χαρακτήρες που συζητήθηκαν ήταν το χρώμα των ανθήρων και η ανάπτυξη των φύλλων. Το C. peloponnesiacum όπως και τα C. pusillum και C. cretense Greuter έχουν ανθήρες των οποίων το χρώμα ποικίλει από τεφρό-κίτρινο μέχρι σχεδόν μαύρο, δηλαδή γενικώς σε διάφορες αποχρώσεις του φαιού. Στο C. stevenii οι ανθήρες είναι συνήθως κίτρινοι στην Μέση Ανατολή, αλλά συχνά φαιοί στην Δ. Τουρκία. Μεταξύ των ειδών της ομάδας που εμφανίζουν πολλά φύλλα, στα είδη C. peloponnesiacum, C. stevenii και C. pusillum τα φύλλα είναι συνάνθια. Το C. peloponnesiacum, με τα άνθη έντονου χρώματο, είναι περισσότερο συγγενές με το C. stevenii από ανατολικότερες περιοχέ. Όμω, το τελευταίο είδος έχει συχνά μακρύτερους σωλήνες στεφάνης με απόληξη περισσότερο χοανοειδή (που εκπτύσσεται σε αστεροειδή μορφή), με τμήματα στενότερα, περισσότερο γραμμοειδήεπιμήκη,λεία νήματα στημόνων,ισχυρότερους δερματώδεις χιτώνες και φύλλα αχνότερου χρώματος (κιτρινωπάπράσινα έως πράσινα), τα οποία είναι συχνά λιγότερα σε αριθμό και πλατύτερα. Τα δύο είδη έχουν διαφορετικούς χρωμοσωματικούς αριθμούς (2 n = 54 στο C. stevenii). Η οικολογία τους είναι επίσης τελείως διαφορετική, με το C. stevenii να είναι ένα είδος ξηρών, βραχωδών θέσεων, όπου γενικά εμφανίζεται ανάμεσα σε χαμηλούς θάμνους όπως τα φρύγανα, σε ασβεστολιθικά εδάφη. Σύμφωνα με υλικό βοτανικών συλλογών, το Colchicum peloponnesiacum είχε ήδη συλλεχθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα από τους Zuccarini και Sartori στην Αργολίδα, αν και οι συγκεκριμένοι βοτανικοί εμφανίζονταν διστακτικοί σχετικά με την ταυτότητά του. Ο Zuccarini σχολίασε το όμορφο ρόδινο-πορφυρό χρώμα των ανθέων του. Όμω, όταν το φυτό έχει μόνο φύλλα είναι πολύ δύσκολο να διακριθεί στη φύση. Το Colchicum peloponnesiacum χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο αριθμό φύλλων που είναι κατά σταθερό τρόπο πολύ στενά, ανάμεσα στα στενότερα του γένου. Ως αποτέλεσμα, τα φυτά σε καρποφορία είναι πολύ δύσκολο να ανιχνευθούν στην φύση, ιδιαίτερα αν φύονται ανάμεσα σε αγρωστώδη. Όμω, εξαιτίας των λαμπρών ρόδινων-πορφυρών ανθέων το είδος είναι πολύ εμφανές κατά την ανθοφορία, παρά το μικρό του μέγεθο. Εντούτοι, διαφεύγει της προσοχής πολλών βοτανικών εξαιτίας της αργοπορημένης ανθοφορίας του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το τυπικό περιβάλλον για το Colchicum peloponnesiacum είναι σχετικώς σκιερές θέσεις με αγρωστώδη, σε μη ασβεστολιθικό χαλικώδες έδαφος (ιζήματα του Νεογενού). Αν και ορισμένοι από τους πληθυσμούς του είναι πολύ μικροί, υπάρχουν άλλοι, στους οποίους το είδος εμφανίζεται με μεγάλους αριθμούς ατόμων. Υπάρχει μέτρια δυνατότητα στο είδος για αγενή πολλαπλασιασμό, μέσω της ανάπτυξης των 'εφεδρικών οφθαλμών' των δευτερευόντων φύλλων σε μικρούς βολβού, που αργά ή γρήγορα κατά την ανάπτυξη του μητρικού φυτού, αποκόπτονται και δημιουργούν ανεξάρτητα φυτά.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το Colchicum peloponnesiacum περιορίζεται σε λίγες μόνο θέσεις εμφάνιση, σε ορισμένες από τις οποίες καταλαμβάνει μικρές περιοχές εξάπλωση. Εντούτοι, οι θέσεις του είναι σχετικώς απομονωμένες και μόνο λίγο επηρεάζονται από οικόσιτα ζώα που βόσκουν. Επιπλέον, το είδος περνά απαρατήρητο όταν έχει μόνο φύλλα. Αυτό, μαζί με την αργοπορημένη ανθοφορία του, το προστατεύουν από τους βοτανικούς συλλέκτε. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της σπανιότητάς του, το είδος προτιμούμε να χαρακτηρισθεί ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) σύμφωνα με τα κριτήρια και τις κατηγορίες επικινδυνότητας της IUCN (2001), με βάση το κριτήριο D2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν τον φυσικό βιότοπο του Colchicum peloponnesiacum θα πρέπει να αποφευχθούν. Αν και μικρού μεγέθου, το είδος είναι πολύ ελκυστικό κατά την ανθοφορία του και καλλιεργείται στο Βοτανικό Κήπο του Gäteborg, καθώς και σε ορισμένους άλλους κήπου, που μπορεί να έχουν εμπορικό χαρακτήρα. Το είδος φαίνεται να ανταποκρίνεται πολύ καλά στην καλλιέργεια. Εντούτοι, οποιαδήποτε περαιτέρω συλλογή ζωντανών φυτών θα πρέπει να αποφευχθεί. Αντ' αυτού, η αναπαραγωγή από υλικό που ήδη βρίσκεται σε καλλιέργεια θα πρέπει να επαρκεί ώστε να εφοδιάσει την ανθοκομική αγορά με ζωντανά φυτά για περαιτέρω πολλαπλασιασμό, ενώ ταυτόχρονα τα φυτά της καλλιέργειας θα χρησιμεύουν ως Τράπεζα Γενετικού Υλικού.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC33FE80D9AAFF6A3CB6FAB4	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC31FEFDD9ABFE833CBEFAEF.text	0397C81BBC31FEFDD9ABFE833CBEFAEF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum psaridis Halacsy	<div><p>Colchicum psaridis Heldr. ex Halácsy</p><p>Colchicaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Colchicum psaridis Heldr. ex Halácsy, Consp. Fl. Graec. 3: 274 (1904). – C. psaridis Heldr. ex Nyman, Consp. Fl. Eur. Suppl. 2: 310 (1890), nom. nud.</p><p>Λεκτότυποç (Persson 2001: 408): [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Μεσσηνία] "in monte Taygeto (probabiliter haud procul ab loco natali Colchici Boissieri Orph.), Sept. 1870", Psarides in Heldr., Herb. Graec. Norm. no. 982 (W. Ισολεκτότυποι: B, BM, E, FI, GB, JE, LD, M, P, S, UPS).</p><p>Συνώνυμα: Colchicum boissieri var. gracile Orph., in sched., nom. nud. (''Descriptio in Scholiis nostris'').</p><p>C. zahnii Heldr. in sched. ad Herb. Graec. Norm. no. 1586 (1900), nomen; Halácsy, Consp. Fl. Graec. 3: 273 (1904), descr.</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ριζωματώδες είδο. Ρίζωμα κατά την άνθηση συνήθως με προεκβολέ, κεντρικό τμήμα ασήμαντο, με διάμετρο το πολύ c. 1 cm, με 1 ή περισσότερες κυρίως οριζόντιες προεκβολέ, συνήθως ημικυλινδρικού σχήματο, μήκους (1-)2-5 cm και διαμέτρου 2-5(-8) mm, χιτώνες μεμβρανώδει, ερυθροκάστανοι έως καστανοί, χωρίς λαιμό. Φύλλα 2 (πολύ σπάνια 3), συνάνθια, στενώς γραμμοειδή έως λογχοειδή-γραμμοειδή, σχεδόν όρθια έως όρθια-αποκλίνοντα κατά την άνθηση, συχνά ελαφρώς τοξοειδή, μεγαλύτερα κατά 7(-9) cm από το κατάφυλλο, στην συνέχεια τοξοειδή-αποκλίνοντα έως πρηνή, μήκους έως 15(-20) cm, πλάτους 2-10(-15) mm, με αβαθή αυλάκωση και ευκρινές μεσαίο νεύρο, σχεδόν αχνοπράσινα έως πράσινα, λεία ή ενίοτε με βραχείες βλεφαρίδες στα κράσπεδα και στη ράχη. Άνθη 1-2(-4), με έντονη οσμή αμύγδαλου, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά (1-)2-6 cm, κιτρινωπό -λευκό, ενίοτε με αποχρώσεις ρόδινου-ιώδου, απόληξη χοανοειδής εκπτυσσόμενη περαιτέρω σε αστεροειδές σχήμα ή σπανιότερα προσεγγίζουσα την στενώς κωδωνοειδή μορφή, τέπαλα 1,4-2,5(-3) cm x 2-5(-7) mm, στενώς επιμήκη έως στενώς επιμήκη-ελλειπτικά, σχεδόν αμβλέα έως σχεδόν οξέα, ενίοτε κυρτωμένα στην απόληξη, με εμφανείς νευρώσει, ρόδινα-ιώδη έως λαμπερά ρόδινα-πορφυρά, αχνότερου χρώματος (έω λευκά) προς τη βάση, ανώτερη επιφάνεια ορισμένες φορές με μία βραχεία λευκή ταινία. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 6-10(-11) mm, εσωτερικοί 8-11(-15) mm, νήματα λεία, λευκά, ορισμένες φορές με αποχρώσεις ρόδινου-ιώδου, η διογκωμένη βάση τους βαθέως πρασινωπή-κίτρινη, ανθήρες μήκους 1,5-2(-3) mm, συνήθως πορφυροκάστανοι, πορφυρόφαιοι ή πορφυρόμαυροι, ορισμένες φορές φαιοκίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι συνήθως όχι μακρύτεροι των στημόνων, λευκοί, ευθυτενεί, στίγμα κοκκιόμορφο. Κάψες στο επίπεδο του εδάφους ή ενίοτε υπόγειε, ελλειπτικέ -επιμήκει έως ελλειπτικέ, 1-1,8 x 0,9-1,3 cm, αμβλείε, ορισμένες φορές τριχωτέ, σπέρματα με ένα μικρό αλλά ευκρινές λευκό προσάρτημα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 1993, 2001, 2009), σε φυτά από τους Νομούς Λακωνίας και Μεσσηνία.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Η κύρια περίοδος ανθοφορίας είναι το όψιμο φθινόπωρο, τους μήνες Οκτώβριο έως Δεκέμβριο, ενώ ορισμένες φορές ανθίζει ήδη από τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα, περιορισμένο στη Ν. Πελοπόννησο (χερσόνησο της Μάνη) και στη νήσο Κύθηρα.</p><p>Βιότοποç: Πετρώδεις πλαγιές λόφων με φρύγανα, χέρσοι αγροί και ελαιώνε, σε terra rossa και ασβεστολιθικό υπόστρωμα, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι πιθανώς τα 1.000 m περίπου. Συχνά εμφανίζεται μαζί με τα είδη Colchicum parlatoris, Crocus niveus, C. goulimyi και C. boryi .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Heldreich συμπεριέλαβε στην συλλογή του, Herb. Graec. Norm., ως no. 982 και με το όνομα C. psaridis Heldr. δείγματα φυτών, τα οποία είχε λάβει από τον συλλέκτη Ψαρίδη. Όμω, δεν ήταν βέβαιος για την ακριβή προέλευση του υλικού, όπως φαίνεται από τις ετικέτες των δειγμάτων του. Είναι αμφίβολο αν αυτά τα δείγματα προέρχονται από κάποια περιοχή κοντινή με την αρχική περιοχή συλλογής του C. boissieri, καθώς το τελευταίο είδος εμφανίζεται σε σαφώς μεγαλύτερο υψόμετρο. Το C. psaridis είναι σχετικώς κοινό στους πρόποδες του Ταϋγέτου, εντούτοις η επίσημη περιγραφή του δεν δόθηκε μέχρι τον Halácsy (1904).</p><p>Φυτά με φύλλα πλατύτερα του τυπικού έχουν ονομασθεί Colchicum zahnii από τον Heldreich (1900) στο κείμενο της ετικέτας του δείγματος Herb. Graec. Norm. no. 1586, όπου και συγκρίνονται με το C. psaridis, το οποίο όμως μέχρι τότε δεν είχε επίσημη περιγραφή. Καθώς η διάγνωση του είδους βασίζεται στη σύγκριση με ένα ''μη υπαρκτό'' είδος χωρίς γνωστούς χαρακτήρε, το όνομα C. zahnii δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρα δημοσιευμένο μέχρι την επίσημη περιγραφή του στο Conspectus του Halácsy (1904), δηλαδή την ίδια χρονιά της περιγραφής του C. psaridis .</p><p>Το C. psaridis είναι πολύ παρεμφερές στα υπέργεια τμήματα με το C. cupanii Guss. που επίσης διαθέτει δύο φύλλα. Τα φύλλα του όμως είναι κάπως αχνότερου χρώματος (περισσότερο πρασινοκίτρινα) από ότι το συμπατρικό C. cupanii subsp. glossophyllum (Heldr.) Rouy, ενώ σπανιότερα εμφανίζονται βλεφαρίδες στα κράσπεδά του. Επιπλέον, έχουν λεπτότερη υφή και έτσι τείνουν να είναι λιγότερο άκαμπτα. Επιπλέον, τα άνθη είναι περισσότερο χοανοειδή, με περισσότερο επιμήκη τέπαλα (στο C. cupanii τα άνθη είναι συχνότερα κωδωνοειδή, με αντιλογχοειδή τέπαλα). Tα δύο είδη είναι προφανώς στενά συγγενικά, κάτι που επιβεβαιώνεται από την φυλογενετική ανάλυση ενός αριθμού χλωροπλαστικών γονιδίων (Del Hoyo &amp; al. in prep.), στην οποία εμφανίζονται πάντοτε μαζί στον ίδιο κλάδο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το Colchicum psaridis ανήκει στην ομάδα με 6 είδη Colchicum, που σχηματίζουν ριζώματα, από τα οποία είδη τα 4 απαντούν στην Ελλάδα ( C. psaridis, C. asteranthum, C. soboliferum και C. boissieri, κανένα τους κοντινό συγγενέ). Ο λοβός του ριζώματος που περιλαμβάνει τον οφθαλμό ανανέωσης είναι μακρύς και στενός κατά την ωριμότητα, αναπτυσσόμενος σχεδόν οριζόντια αντί για κάθετα. Επίση, ο ''εφεδρικό οφθαλμό'' στη μασχάλη του δεύτερου φύλλου μπορεί να αναπτυχθεί ταυτοχρόνως σε έναν βραχύτερο οριζόντιο λοβό. Το μικρό φυτό που θα αναπτυχθεί από έναν τέτοιο επιπρόσθετο λοβό θα δημιουργήσει μικρά φύλλα ταυτόχρονα με τα φύλλα του κύριου ριζώματο. Με αυτόν τον τρόπο το C. psaridis αναπαραγάγεται αγενώς αρκετά αποτελεσματικά, σχηματίζοντας τοπικά πυκνές συστάδες στο έδαφο, χωρίς όμως αυτές να καταλαμβάνουν σημαντική έκταση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç κινδύνου: Το Colchicum psaridis, αν και περιορισμένης εξάπλωση, δεν υπόκειται σε κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνιση. Η επικρατούσα επίδραση της βόσκησης από αιγοπρόβατα δεν επηρεάζει σημαντικά την επιβίωση των υποπληθυσμών. Μία πιθανή, σποραδική μείωση του εγγενούς πολλαπλασιασμού εξισορροπείται από την ανάπτυξη παραφυάδων και τον αποτελεσματικό αγενή πολλαπλασιασμό. Εντούτοι, εξαιτίας της μικρής περιοχής που καταλαμβάνει το είδο, προτιμούμε να το εντάξουμε στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ), σύμφωνα με το κριτήριο D2 της λίστας ερυθρών δεδομένων της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Πιθανότατα δεν απαιτούνται κάποια ιδιαίτερα μέτρα προστασίας προς το παρόν. Όμω, καθώς το δυτικό τμήμα της χερσονήσου της Μάνης προσελκύει συνεχώς περισσότερους τουρίστες και πολλά από τα κτίσματα χρησιμοποιούνται ως θερινές κατοικίες από νέους κατοίκου, οι θέσεις όπου φύεται το C. psaridis θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε χρήση γης που μπορεί να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στους υποπληθυσμού, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη και τα άλλα σπάνια βολβώδη είδη (π.χ. είδη του γένους Crocus) που φύονται μαζί με το C. psaridis . Tο είδος πολλαπλασιάζεται εύκολα με τις παραφυάδες του, από την άλλη όμως δεν είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό σε μεγάλα τμήματα της Ευρώπης και συνεπώς δεν είναι γενικά κατάλληλο ως φυτό κήπου. Καλλιεργείται σε παρτέρια βολβών και σε αλπικά θερμοκήπια σε ορισμένους Βοτανικούς Κήπου, από όπου έχει εξαπλωθεί σε μικρό αριθμό εμπορικών ανθοκομικών εταιρειών. Οι δύο αυτοί οργανισμοί προσφέρουν καλές δυνατότητες για την διατήρηση και περαιτέρω διάδοση του είδου.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC31FEFDD9ABFE833CBEFAEF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC4EFEFFD9B2FE833CBEFBAF.text	0397C81BBC4EFEFFD9B2FE833CBEFBAF.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum pulchellum K. Perss.	<div><p>Colchicum pulchellum K. Perss.</p><p>Colchicaceae</p><p>Colchicum pulchellum K. Perss. in Willdenowia 18: 30 (1988).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Tύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Κορινθία] "Mt. Killini (Ziria), 4 km SW of Ano Trikala, mountain plateau, on bare soil among scattered grass tufts, 1520 m", 24 Sept. 1974, K. Persson 257 (Ολότυπο: GB. Iσότυποι: C, K).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ωοειδής έως ωοειδή -σφαιρικό, διαστάσεων 1,6-2,4 x 1-2,2 cm, χιτώνες ημιμεμβρανώδεις έως δερματώδει, καστανοί ή ερυθροκάστανοι, σχηματίζοντες λαιμό ύψους 2-7 cm, ίσο ή έως c. 1 cm βραχύτερο του κατάφυλλου. Φύλλα 3-4(-5), υστεράνθια, ανορθωμένα ή συνήθως αποκλίνοντα, (5-)7-12(-14,5) x 0,5-1(-1,3) cm, γραμμοειδή έως γραμμοειδή-επιμήκη, συχνά ελαφρώς στενότερα στην βάση και την απόληξη, με αυλάκωση, πράσινα έως βαθέως πράσινα, λεία ή αραιώς τριχωτά στα κράσπεδα και στην κάτω επιφάνεια κοντά στην βάση. Άνθη 1-3, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά 1-4 cm, υποκίτρινος ή ενίοτε με πρασινωπές αποχρώσει, απόληξη χοανοειδής έως κωδωνοειδή. Τέπαλα (1,4-)1,7-2,5(-3) cm x (3-)4-9(-12) mm, ελλειπτικά έως αντιλογχοειδή ή αντωοειδή, σχεδόν αμβλέα έως κολπωτά, με σχετικά ευκρινείς νευρώσει, ελαφρώς υπορόδιναπορφυρά έως ροδοπόρφυρα, ανώτερη επιφάνεια με ευκρινή κρεμώδη-λευκή μεσαία ταινία μήκους συνήθως έως το μισό του τεπάλου, αύλακες στημόνων αβαθεί, λείε. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 8-11(-13) mm, εσωτερικοί 10-14(-18) mm, νήματα λεία, λευκωπά, ορισμένες φορές ρόδινα-πορφυρά στο άνω τμήμα του, διογκωμένη βάση κίτρινη έως πορτοκαλόχροη ή πρασινωπή-κίτρινη, ανθήρες μήκους (2,5-)3,5-5(-6) mm, κίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι ίσου μήκους έως ελαφρώς μακρύτεροι των στημόνων, λευκωποί, ευθυτενείς ή ελαφρώς καμπτόμενοι στην απόληξη, στίγμα κοκκιόμορφο ή πολύ ελαφρώς κατερχόμενο (λιγότερο από 1 mm). Κάψα εμφανιζόμενη μόλις πάνω από το έδαφο, διαστάσεων (1-)1,4-2 x (0,4-) 0,8-1 cm, ελλειπτική-επιμήκης έως ελλειπτική. Σπέρματα με προσάρτημα περιορισμένο σε μία μετρίως διογκωμένη κιτρινωπή-λευκή έξαρση, κατά μήκος της μίας πλευρά.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 1988), βασισμένος σε φυτά από τα δύο όρη εξάπλωσής του.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει χωρίς φύλλα από το δεύτερο ήμισυ του Αυγούστου έως τον Σεπτέμβριο. Τα φύλλα και οι κάψες εμφανίζονται από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Μέχρι στιγμής είναι γνωστό μόνο από την κορυφή Ξεροβούνα της οροσειράς του Ταϋγέτου και από το όρος Κυλλήνη (Ζήρια). Αν και αρκετές άλλες ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας έχουν επιμελώς ερευνηθεί από αρκετούς βοτανικού, το είδος αυτό δεν έχει βρεθεί μέχρι στιγμής σε κάποια άλλη θέση.</p><p>Βιότοποç: Στην κορυφή Ξεροβούνα το Colchicum pulchellum φύεται σε βραχώδεις εξάρσεις και απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές ανάμεσα σε Juniperus oxycedrus, Daphne oleoides, Sideritis clandestina, Crepis heldreichiana και Sesleria vaginalis . Στο όρος Κυλλήνη εμφανίζεται στις χαλικώδεις και αμμώδεις επίπεδες εκτάσεις του υψηλού οροπεδίου, σε σχεδόν γυμνό έδαφος μεταξύ αραιών συστάδων Marrubium cylleneum και Plantago atrata . Έχει συλλεχθεί μεταξύ 1.400 και 1.850 m, σε ασβεστολίθου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Colchicum pulchellum είχε ήδη συλλεχθεί στο όρος Κυλλήνη την δεκαετία του 1930, όμως δεν είχε αναγνωρισθεί ως νέο είδο. Στην δεκαετία του 1970 συλλέχθηκε επανειλημμένως από τους J. Persson &amp; K. Persson τόσο στην Κυλλήνη όσο και στην Ξεροβούνα του Ταϋγέτου και αναγνωρίσθηκε ότι αποτελεί διακριτό είδο, νέο για την επιστήμη. Φυτά από τα δύο όρη διαφέρουν ελαφρώς στην μορφολογία του. Αυτά του Ταϋγέτου έχουν περισσότερο σκουρόχρωμους και ελαφρώς τραχύτερους χιτώνε, καθώς και αχνότερο χρώμα ανθέων. Οι ξηρές κάψες και τα υπολείμματα των φύλλων συχνά παραμένουν στο φυτό μέχρι την επόμενη πρώιμη φθινοπωρινή ανθοφορία και στους δύο γνωστούς πληθυσμού. Από αυτή την άποψη το είδος προσεγγίζει το C. macedonicum Kosanin (syn. C. pieperianum Markgr.) της Αλβανίας και της FYROM, στο οποίο τα φύλλα και οι καρποί της προηγούμενης περιόδου ανθοφορίας είναι συχνά νωπά και πράσινα κατά τη διάρκεια της άνθησης (τέλο Ιουνίου και όλο τον Ιούλιο). Τα φύλλα όμως είναι αρκετά διαφορετικά στα δύο είδη: το C. macedonicum έχει συνήθως μόνο δύο φύλλα, τα οποία είναι σχεδόν όρθια, επιμήκη-γραμμοειδή έως γλωσσοειδή, πλάτους μέχρι 2,5 cm και σχεδόν επίπεδα.</p><p>Τα δύο είδη είναι πιθανώς αρκετά συγγενή, κάτι που υποδεικνύεται επίσης από την φυλογενετική ανάλυση που βασίζεται στην αλληλουχία του πλαστιδιακού DNA (Del Hoyo &amp; al. in prep.). Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, άλλοι κοντινοί συγγενείς φαίνεται να είναι τα C. rausii K. Perss. (ελληνικό ενδημικό), C. sfikasianum Kit Tan &amp; Iatroú (ελληνικό ενδημικό) και C. alpinum DC. (ΝΔ. Άλπει, Απέννινα, Σικελία).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στο Colchicum pulchellum ο εφεδρικός οφθαλμός στη μασχάλη του δεύτερου φύλλου συχνά αναπτύσσει μικρό βολβό ταυτόχρονα με την δημιουργία του νέου βολβού που προκύπτει από την ανανέωση του κύριου οφθαλμού. Το μικρό φυτό που δημιουργείται από έναν τέτοιο εφεδρικό οφθαλμό μπορεί να αναπτύσσει άνθη ταυτόχρονα με την ανθοφορία του μητρικού φυτού, όμως συχνότερα αναπτύσσονται μόνο φύλλα κάθε έτο, μέχρι το νέο φυτό να φθάσει σε κάποια ηλικία. Οι μικροί βολβοί μπορεί επίσης να παραμείνουν σε νάρκη στο έδαφος για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, με αυτό τον τρόπο οι πληθυσμοί φαίνεται να πολλαπλασιάζονται αγενώς με αρκετή επιτυχία και σε συνδυασμό με τον εγγενή πολλαπλασιασμό δημιουργούνται αρκετά πυκνές και μεγάλες συστάδε, τουλάχιστον στις επίπεδες εκτάσεις του όρους Κυλλήνη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tο είδος είναι πιθανώς αρκετά ασφαλές τουλάχιστον στην περιοχή του Ταϋγέτου, όπου δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τα βόσκοντα ζώα στις πετρώδεις πλαγιές όπου φύεται. Στο οροπέδιο του όρους Κυλλήνη το είδος είναι εύκολα προσβάσιμο και εκεί μπορεί να κινδυνεύσει αν η περιοχή χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες χιονοδρομικού κέντρου. Σε αυτόν τον πιθανό κίνδυνο θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ολική περιοχή εξάπλωσης του είδους είναι πολύ περιορισμένη. Το C. pulchellum χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ) με βάση τις κατηγορίες ερυθρών δεδομένων της IUCN (2001), εφαρμόζοντας το κριτήριο D2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας προς το παρόν. Θα πρέπει να αποφευχθούν αλλαγέ, όπως η αύξηση της βόσκησης και οι δραστηριότητες ενός χιονοδρομικού κέντρου, που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν τους φυσικούς βιοτόπους του είδου. Φυτά του Colchicum pulchellum διατηρούνται σε καλλιέργεια στο Βοτανικό Κήπο του Gäteborg για δεκαετίε, όμως δεν φαίνεται να έχουν κάποια ιδιαίτερη καλλωπιστική αξία για κήπους και ως εκ τούτου το είδος δεν έχει διαδοθεί ως ανθοκομικό.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC4EFEFFD9B2FE833CBEFBAF	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC4CFEF9D9B2FE833CBEFD51.text	0397C81BBC4CFEF9D9B2FE833CBEFD51.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum rausii K. Perss.	<div><p>Colchicum rausii K. Perss.</p><p>Colchicaceae</p><p>Colchicum rausii K. Perss. in Pl. Syst. Evol. 217: 58 (1999).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Tύποç: [Ελλά (SPi), Θεσσαλία, Νομός Καρδίτση] "Pass bei Oxya zwischen Argithea und Mouzakion", felsdurchragte Bergweiden reich an Astragalus und Pteridium, verkarstetes Kalkgestein, 1500-1600 m, 20 Sept. 1980, Binder, Hagemann, Hempel &amp; Raus 489 (Ολότυπο: B. Iσότυπο: GB).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ριζωματώδες είδο. Ρίζωμα με ακανόνιστο σχήμα, συχνά το κύριο τμήμα του σφαιρικόωοειδές έως λοξό επίμηκε -ωοειδέ, διαστάσεων 1-2 x 0,8-1,5 cm, με προεκβολές μέχρι 5 cm και πάχος 0,5-1 cm, χιτώνες λεπτοί, μεμβρανώδει, συνήθως εφήμεροι, ανοικτοκάστανοι, με ή χωρίς έναν βραχύ λαιμό που σχίζεται. Φύλλα 2(-3), υστεράνθια, σχεδόν όρθια, διαστάσεων 11- 22 x 0,6-2,2 cm, επιμήκη-γραμμοειδή έως γλωσσοειδή, ή στενώς αντιλογχοειδή-επιμήκη, με απότομη στένωση στην σχεδόν οξεία ή σχεδόν αμβλεία απόληξη, επίπεδα αλλά με σχετικά εμφανή μεσαία αυλάκωση στην άνω επιφάνεια και καρίνα στην κάτω επιφάνεια, πράσινα, με πολύ διακριτέ, βαθύτερου χρώματος νευρώσεις στην άνω επιφάνεια, λεία. Άνθη 1(-2), σωλήνας περιανθίου ακέραιο, ισχνό, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά 3-6,5(-8,5) cm, αχυροκίτρινο, απόληξη χοανοειδής έως στενώς κωδωνοειδή. Τέπαλα 1,6-3,3 cm, συχνά πολύ άνισα στο ίδιο άνθος (με διαφορά μήκους έως και 8 mm), πλάτους 3-9 mm, στενώς επιμήκη έως αντιλογχοειδή, σχεδόν αμβλέα έως αμβλέα, πολύ αχνά ιώδη έως υπορόδινα-ιώδη, με πολύ ευκρινείς νευρώσει, αύλακες νημάτων λείε, τουλάχιστον οι εσωτερικές περιβαλλόμενες από στενά επάρματα. Εξωτερικοί στήμονες μήκους 7-11 mm, εσωτερικοί 10-13 mm, νήματα λεία, λευκά, με έντονα κίτρινη έως χρυσοκίτρινη διογκωμένη βάση, ανθήρες μήκους 3,5-5 mm, αχνοκίτρινοι έως κίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι ίσου μήκους ή ελαφρώς μακρύτεροι των στημόνων, λευκωποί, στίγματα κοκκιόμορφα έως ελαφρώς κατερχόμενα, μήκους 0,5-0,8 mm. Κάψες αναπτυσσόμενες στο επίπεδο του εδάφου, διαστάσεων (0,7-)1,3-2,1 x (0,4-)0,6-0,9 cm, στενώς επιμήκεις έως επιμήκει -ελλειπτικέ, ενίοτε ωοειδεί. Σπέρματα με ένα κιτρινωπό-λευκό προσάρτημα, συχνά παχύτερο κοντά στη μικροπύλη.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Persson 1999).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει τον Σεπτέμβριο, χωρίς φύλλα. Τα φύλλα και οι καρποί εμφανίζονται αργά την άνοιξη ή νωρίς το καλοκαίρι.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από μία μικρή περιοχή του όρους Καράβα στη Ν. Πίνδο, όπου παρατηρήθηκε να φύεται σε δύο θέσεις ευρισκόμενες σε μικρή απόσταση μεταξύ του.</p><p>Βιότοποç: Αλπικά λιβάδια, λειμώνες με χαμηλή χλόη, ανάμεσα σε Pteridium και ακανθωτά είδη Astragalus, μαζί με Lotus corniculatus και Campanula spathulata, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Εμφανίζεται σε υψόμετρο μεταξύ 1.500 και c. 1.650 m.</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Tα άλλα ελληνικά είδη Colchicum με ριζωματώδη δομή, παρεμφερή με αυτή του C. rausii, εμφανίζουν προεκβολές του ριζώματος με περισσότερο σταθερό τρόπο [ C. boissieri Orph., C. psaridis Heldr. ex Halácsy, C. asteranthum Vassiliad. &amp; K. Perss. και C. soboliferum (Fisch. &amp; C.A. Mey.) Stef.] και επίσης διαφέρουν πολύ, τόσο σε χαρακτηριστικά των ανθέων όσο και σε χαρακτηριστικά των φύλλων. Μόνο το C. boissieri έχει υστεράνθια φύλλα, όπως το C. rausii, τα οποία όμως είναι 3 σε αριθμό και στενότερα γραμμοειδή, ενώ τα άνθη του είναι πολύ μεγαλύτερα, με σταθερότερη υφή και με περισσότερο έντονο πορφυρό χρώμα. Το C. rausii θυμίζει στα άνθη το C. pulchellum K. Perss. (ελληνικό ενδημικό) και το C. macedonicum Kosanin (FYROM, Αλβανία), τα οποία επίσης είναι μικρού μεγέθου, υστεράνθια είδη χωρίς όμως να σχηματίζουν προεκβολέ,ενώ έχουν ωοειδείς βολβούς με σχετικά άκαμπτους σκληρούς ερυθροκάστανους χιτώνες που επιμηκύνονται σε λαιμό. Το C. macedonicum έχει επιπλέον ελαφρώς παρεμφερή φύλλα (και μόνο 2 σε αριθμό) όπως το C. rausii, αλλά με μία στιλπνή, εντόνως πράσινη απόχρωση. Όλα αυτά τα τρία είδη είναι πιθανώς στενώς συγγενή, ενώ επίσης όλα είναι εξαπλοειδή με 2 n = 54.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το είδος αναπαράγεται σε μέτριο βαθμό αγενώ, με την δημιουργία αποσπωμένων πλαγίων παραφυάδων ή λοβών που υπενθυμίζουν οδόντε. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίζονται εύκολα συστάδες που περιλαμβάνουν ένα σημαντικό αριθμό φυτών. Εντούτοι, η συνολική περιοχή εξάπλωσης του είδου, που έχει μέχρι στιγμής παρατηρηθεί πάνω σε ένα μόνο όρο, παραμένει αρκετά περιορισμένη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η περιοχή στο όρος Καράβα, όπου φύεται το είδο, δεν είναι προς το παρόν εύκολα προσβάσιμη. Ως εκ τούτου, το Colchicum rausii δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα από ανθρώπινες δραστηριότητε. Επιπλέον, η επιβίωση του είδους δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τη βόσκηση οικόσιτων ζώων. Το ποσοστό της αγενούς αναπαραγωγής που επιτυγχάνει το φυτό δρα ως ρυθμιστής έναντι κάποιας προσωρινής υπερβόσκηση. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εξάπλωση, το είδος θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), με βάση το κριτήριο D2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Tο οδικό δίκτυο, στη μόνη περιοχή όπου φύεται το Colchicum rausii, έχει ανακατασκευασθεί τα τελευταία έτη, γι´ αυτό θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε οποιαδήποτε περαιτέρω εκμετάλλευση της περιοχής δεν θα επηρεάσει τον φυσικό βιότοπο του είδου. Η αύξηση της βόσκησης θα πρέπει επίσης να αποφευχθεί. Εξαιτίας της μεγάλης σπανιότητας του είδου, συνιστάται να πραγματοποιηθούν ενδελεχείς έρευνες για την πιθανή ανακάλυψη περισσότερων πληθυσμών σε γειτονικά όρη.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC4CFEF9D9B2FE833CBEFD51	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC4AFEFAD9B2FF6A3CB6FAD1.text	0397C81BBC4AFEFAD9B2FF6A3CB6FAD1.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum soboliferum (Fisch. & C. A. Mey.) Stef.	<div><p>Colchicum soboliferum (Fisch. &amp; C. A. Mey.) Stef.</p><p>Colchicaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Colchicum soboliferum (Fisch.&amp;C.A.Mey.)Stef. in Sborn.BAlg.Akad.Nauk.22:44(1026).</p><p>Tύποç: [Ιράν, Αζερμπαϊτζάν] "in pratis humidis circa Khoi", 10 Jun. 1828, Szovits 424, (Ολότυπο: LE. Ισότυποι: G, H, K).</p><p>Συνώνυμα: Bulbocodium soboliferum (Fisch. &amp; C. A. Mey.) Heynh. in Alph. Aufz. Gew. (Nomencl. Bot. Hort. Zweiter Band): 81 (1846).</p><p>B. hastulatum Friv. in Flora (Regensb.) 19: 434 (1836).</p><p>Merendera sobolifera Fisch. &amp; C. A. Mey. in Index Sem. Hort. Petrop. 1: 34 (1835), Linnaea 10, Litt. Ber.: 97 (1836).</p><p>M. hastulata (Friv.) Baker in J. Linn. Soc., Bot. 17: 439 (1879).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, ριζωματώδες είδο. Ρίζωμα με προεκβολές και με κεντρικό τμήμα σφαιρικό-ωοειδές έως σφαιρικό, διαμέτρου 0,7-1,5 cm, προεκβολέ, όπως και το υποπόδιο, οριζόντιες έως λοξώς οριζόντιε, ημικυλινδρικέ, μήκους 2-5(8) cm και πάχους 3-8 mm, με χιτώνες μεμβρανώδεις έως ημιμεμβρανώδει, ανοικτοκάστανους έως καστανού, συνήθως χωρίς λαιμό. Φύλλα 3 (πολύ σπάνια 4), συνάνθια, γραμμοειδή έως γραμμοειδή-λογχοειδή, κατά την άνθιση σχεδόν όρθια έως τοξοειδή-αποκλίνοντα, περίπου (1-)2-6(-8) cm μακρύτερα του κατάφυλλου, συνήθως ίσου μήκους ή μακρύτερα των ανθέων, κατά την ωριμότητα όρθια-αποκλίνοντα έως τοξοειδή-αποκλίνοντα, διαστάσεων 8-15(-20) cm x (3-)6-11 (-15) mm, με αβαθή αυλάκωση έως επίπεδα και με εμφανές μεσαίο νεύρο, πράσινα έως βαθέως πράσινα, λεία (σπανίω αραιώς τριχωτά στα κράσπεδα). Άνθη 1-2 (σπανίω 3), σωλήνας περιανθίου διαιρεμένος έως τη βάση του, όνυχες μακρύτεροι του κατάφυλλου κατά (0-) 0,5-2,5(-4) cm, λευκωποί, ενίοτε με αποχρώσεις πορφυρέ -ρόδινε στο άνω τμήμα του. Tέπαλα διαστάσεων (1,4-)1,7-3(-3,5) cm x (1,5-)2-5(-6) mm, λευκωπά ή πορφυρά-ιώδη, συχνά βαθύτερου χρώματος προς την απόληξη και την περιφέρεια, γραμμοειδή έως στενώς επιμήκη, σχεδόν αμβλέα έως αμβλέα, με βάση αποστρογγυλωμένη ή με οδοντωτούς έως νηματοειδής λοβούς μήκους έως 6 mm. Βάση των νημάτων περιβαλλόμενη από επιμήκει, στενέ, λεπτυνόμενες εξάρσεις τουλάχιστον στα εσωτερικά τέπαλα. Στήμονες λείοι, λευκωποί ή σχεδόν πρασινωποί, ενίοτε πορφυροί-ρόδινοι στο άνω τμήμα του, διογκωμένη βάση πρασινωπή, ανθήρες μήκους (1,5-)2-3,5 mm, γλαυκοκίτρινοι, καστανοί ή πορφυροί-μαύροι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι σχεδόν ίσου μήκους ή ελαφρώς μακρύτεροι των στημόνων, κιτρινωποί-λευκοί έως πρασινωποί, ενίοτε πορφυροί-ρόδινοι στο άνω τμήμα του, ευθυτενείς ή ελαφρώς καμπυλούμενοι στην απόληξή του, στίγμα κοκκιόμορφο. Κάψες στο επίπεδο του εδάφους ή μόνο ένα τμήμα τους υπέργειο, ενίοτε εντελώς υπόγειε, διαστάσεων 1,4-2 x 0,7-1,2 cm, επιμήκει -ελλειψοειδεί έως ελλειψοειδεί, με απόληξη, σπέρματα με μικρό αλλά εμφανές λευκό προσάρτημα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Zakhariyeva &amp; Makushenko 1969, Shopova 1969, Cheshmedziev 1970, Lovka &amp; al. 1971, Lovka 1975, Persson 1992, 2009). Μετρήσεις από την FYRΟΜ, την Βουλγαρία, την Ρουμανία, την Τουρκία και το Ιράν, καμία από την Ελλάδα. Οι μετρήσεις από τη FYRΟΜ (περιοχή των Σκοπίων) πραγματοποιήθηκαν σε πληθυσμούς πλησίον των ελληνικών συνόρων.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Συνήθως τα άνθη εμφανίζονται στο τέλος του χειμώνα και νωρίς την άνοιξη μαζί με τα φύλλα. Στα χαμηλά υψόμετρα η ανθοφορία αρχίζει τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο, ενώ υψηλότερα παρατείνεται μέχρι τις αρχές Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος με ευρεία, αλλά διασκορπισμένη εξάπλωση που εκτείνεται από την Α. Βαλκανική Χερσόνησο μέχρι το Αφγανιστάν και το Τουρκμενιστάν.Στην Ελλάδα, όπου μαζί με την FYRΟΜ φθάνει στα δυτικότερα όρια της εξάπλωσής του, έχει πολύ περιορισμένη κατανομή. Μέχρι στιγμής είναι γνωστό με βεβαιότητα από συλλογές στην Αττική κοντά στην εκβολή του Ασωπού, στη Μακεδονία κοντά στις λίμνες των Πετρών και της Βεγορίτιδα, κοντά στο χωρίο Νέα Ραιδεστός του Νομού Θεσσαλονίκης και στη νήσο Λέσβο, κοντά στη νότια ακτή της περιοχής του Πλωμαρίου. Υπάρχουν επίσης συλλογές από συνοριακές περιοχές κρατών: από το όρος Βόρας (νομοί Φλωρίνη/ Πέλλα, σύνορα με FYRΟΜ) και από το Kadinkäy (περιοχή του Edirne) κοντά στην τουρκική πλευρά του ποταμού Έβρου. Με δεδομένα την πρώιμη ανθοφορία του είδους και τον βιότοπό του, που μπορεί να μην προσελκύουν εύκολα βοτανικούς και συλλέκτε, είναι πιθανόν ότι το είδος δεν αντιπροσωπεύεται ικανοποιητικά σε βοτανικές συλλογέ. Αναμένεται να ευρεθούν στο μέλλον περισσότερες θέσεις του με μια πιο εκτεταμένη εργασία πεδίου. Θα πρέπει, για παράδειγμα, να ελεγχθούν οι περιοχές των δέλτα των μεγάλων ποταμών στην Α. Μακεδονία και την Θράκη.</p><p>Βιότοποç: Υγρά, αργιλώδη λιβάδια, χλοερές πλαγιέ, αμμώδεις πεδιάδες και βαλτότοποι κοντά σε πηγέ, ποταμούς και λίμνε. Εμφανίζεται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα ±700 m. Περισσότερο ανατολικά (Ανατολία και ανατολικότερα) το είδος εμφανίζεται επίσης σε μεγαλύτερα υψόμετρα, συχνά σε ασβεστολιθικές πλαγιές κοντά σε κηλίδες χιονιού.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Stefanov (1926), ο οποίος έγραψε την πρώτη μονογραφία του γένους Colchicum L., αντιλήφθηκε ότι το γένος Merendera Ram. (taxa με τμήματα περιανθίου ελεύθερα μέχρι τη βάση του) έπρεπε να ενσωματωθεί στο Colchicum, καθώς περιελάμβανε είδη που συγγένευαν περισσότερο με διάφορα taxa εντός του Colchicum s.str., παρά με άλλα είδη Merendera, ένα συμπέρασμα το οποίο στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε με μοριακές έρευνε. Ο ίδιος μετέφερε τη Merendera sobolifera στο Colchicum . Το C. soboliferum είναι πιθανώς εγγύτερα ταξινομικά στο C. atticum Spruner.</p><p>Το Colchicum soboliferum είναι ένα από τα έξι περίπου είδη του γένου, το ρίζωμα των οποίων φέρει σαφείς προεκβολέ. Μεταξύ αυτών είναι το μόνο με περιάνθιο διαχωρισμένο μέχρι τη βάση του. Τα φυτά ποικίλουν πολύ σε μέγεθος αλλά συχνά είναι πολύ μικρά, από τα μικρότερα του γένου, αριθμώντας μόνο c. 5 ή 6 cm από τη βάση του κατάφυλλου μέχρι την απόληξη του άνθου, με τα μικροσκοπικά, λεπτοφυή άνθη μόλις να προεκβάλλουν από την επιφάνεια του εδάφου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Λόγω της ύπαρξης προεκβολών του ριζώματος το είδος επεκτείνεται με ευκολία, σχηματίζοντας πυκνές συστάδες φυτών, ιδιαίτερα σε επίπεδες εκτάσεις και σε βαλτότοπου, όπου μπορεί να δημιουργήσει μεγάλους πληθυσμού. Τα φυτά που βρέθηκαν κοντά στη Νέα Ραιδεστό υπολογίζονται σε περίπου 500 άτομα και ίσως είναι τα υπολείμματα ενός άλλοτε μεγαλύτερου πληθυσμού.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Σε ορισμένες θέσεις τα φυτά ενδεχομένως υπόκεινται σε περιοδικές εποχικές πλημμύρε, οι οποίες όμως δεν φαίνεται να δημιουργούν κάποιο κίνδυνο στους πληθυσμού. Από την άλλη, οι αλλαγές στον ρου ποταμών, καθώς και στην έκταση που καταλαμβάνουν οι λίμνες μπορεί μακροπρόθεσμα να καταστρέψει τους κατάλληλους βιοτόπους για το είδο. Ορισμένοι πληθυσμοί που φύονται σε εύφορο έδαφος κινδυνεύουν από την εντατική γεωργική αξιοποίηση και την επέκταση υπαρχουσών αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Με την παρούσα γνώση της αρκετά περιορισμένης περιοχής εξάπλωσής του στην Ελλάδα, το είδος θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια επικινδυνότητας της IUCN (2001) και με βάση το κριτήριο D2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν υπάρχουν προς το παρόν μέτρα για την προστασία του είδου. Εντούτοι, οι πληθυσμοί θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ούτως ώστε οποιαδήποτε αρνητικά γεγονότα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στους βιοτόπους να προλαμβάνονται και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα εγκαίρω. Πληθυσμοί που καταλαμβάνουν μικρή έκταση στις παρυφές καλλιεργημένων εκτάσεων, θα μπορούσαν να προστατευθούν μέσω απευθείας επικοινωνίας με τους ιδιοκτήτες της γης και ενημέρωσής του. Το είδος καλλιεργείται σε αρκετούς Βοτανικούς Κήπους και έχει ως ένα βαθμό διαδοθεί και στην εμπορική ανθοκομία.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC4AFEFAD9B2FF6A3CB6FAD1	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC47FEF4D9ABFE833CB6FC5B.text	0397C81BBC47FEF4D9ABFE833CB6FC5B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Colchicum stevenii Kunth	<div><p>Colchicum stevenii Kunth</p><p>Colchicaceae</p><p>Colchicum stevenii Kunth, Enum. Plant. 4: 144 (1843).</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (NT)</p><p>Λεκτότυποç (Brickell 1984: 336): [Συρία] "Specimen meum Latakiae Syriae lectum, quod amicitiae Cl. LabillardiÉre debeo" (H.) (Steven in Nouv. Mém. Soc. Nat. Moscou 1: 267, 1829, το οποίο προφανώς έχει εκτυπωθεί πρo του 1828 ως Acta Mosquensia 7; cf. Stafleu &amp; Cowan 1985: 914).</p><p>Συνώνυμα: Colchicum bertolonii Steven subsp. stevenii (Kunth) Nyman, Consp. Fl. Eur. 4: 742 (1882) p.p. excl. syn.</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός επιμήκης έως ελλειπτικό -ωοειδή, διαστάσεων 1,5-2,6(-3,5) x 0,9-1,8(-2,3) cm, χιτώνες μεμβρανώδεις έως ημιδερματώδεις (σπανίω δερματώδει), εσωτερικοί ερυθρωποί-καστανοί έως καστανοί, εξωτερικοί βαθέως καστανοί, δημιουργούντες λαιμό μήκους 1,5-6(-7,5) cm, σχεδόν ίσο ή έως 2 cm βραχύτερο του κατάφυλλου. Φύλλα (3-) 4-7 (σπανίω περισσότερα), σχεδόν συνάνθια, στενώς γραμμοειδή, στην άνθηση σχεδόν όρθια, μακρύτερα κατά c. 5(-7) cm του κατάφυλλου, συνήθως βραχύτερα των ανθέων, στη συνέχεια όρθια-αποκλίνοντα έως τοξοειδήαποκλίνοντα, διαστάσεων 6-15(-18) cm x (1-)1,5-5(-8) mm, με αβαθή αυλάκωση και ευκρινές μεσαίο νεύρο, σχεδόν στιλπνά φωτεινά πράσινα έως γλαυκοπράσινα, λεία ή αραιώς τριχωτά στα κράσπεδα, σπανίως αραιώς τριχωτά στις νευρώσεις της ράχη. Άνθη (1-)2-4(-6), σπανίως περισσότερα, πολύ αρωματικά, σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του κατάφυλλου κατά 1,5-4,5(-6) cm, λευκωπό, απόληξη χοανοειδή, εκπτυσσόμενη περαιτέρω σε αστεροειδές σχήμα. Tέπαλα διαστάσεων (1,5-)1,8- 3 cm x (1,5-)3-6(-7) mm, γραμμοειδή έως στενώς επιμήκη-αντιλογχοειδή, σχεδόν οξέα έως σχεδόν αμβλέα, με αρκετά ευκρινείς νευρώσει, ελαφρώς πορφυρά-ρόδινα έως λαμπρά ροδοπόρφυρα, ημίλευκα έως λευκά προς την βάση τους καθώς και ορισμένες φορές κατά μήκος του μεσαίου τμήματός του, με την εμφάνιση ενίοτε πολύ στενών, σπανίως βραχέως οδοντωτών επαρμάτων, συχνά περιβάλλοντα το κατώτερο ήμισυ των αυλακώσεων των στημόνων. Εξωτερικοί στήμονες μήκους (7-)9-14 mm, εσωτερικοί (9-)11-15 mm, νήματα λεία, λευκά ή με αποχρώσεις πορφυρέ -ρόδινε, βάση ελαφρώς διογκωμένη, κίτρινη έως πορτοκαλοκίτρινη ή πρασινοκίτρινη, ανθήρες μήκους 2,5-4(-5) mm, γλαυκοκίτρινοι έως γλαυκοπορφυροί, καστανοί ή ιώδει -μαύροι, σπανίως αμιγώς κίτρινοι στην Ελλάδα και την Τουρκία, γυρεόκοκκοι κίτρινοι. Στύλοι μόλις έως σαφώς μακρύτεροι των στημόνων, λευκοί, ενίοτε με αποχρώσεις πορφυρού-ρόδινου, ευθυτενείς ή ελαφρώς καμπτόμενοι στην απόληξη, στίγμα κοκκιόμορφο. Κάψες συνήθως σε μακρείς ποδίσκου, εμφανιζόμενες 3-4 cm πάνω από το έδαφο, διαστάσεων (0,7-)1-2 x 0,5-1 cm, επιμήκεις έως επιμήκει -ωοειδεί, αμβλείε, ενίοτε με πορφυρές αποχρώσει. Σπέρματα με ένα μικρό, αλλά εμφανέ, λευκό προσάρτημα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 54 (Feinbrun 1958, Persson 2009). Οι αναφορές βασίζονται σε πληθυσμούς από το Ισραήλ, την περιοχή της Παλαιστίνης και την Τουρκία. Δεν έχουν γίνει μετρήσεις σε φυτά της Ελλάδα, όμως κάποιοι τουρκικοί πληθυσμοί που εξετάσθηκαν φύονται πολύ κοντά του.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει κυρίως τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, με παράταση μέχρι τον Δεκέμβριο. Σπανίως αρχίζει να ανθίζει κατά τον Σεπτέμβριο. Τα φυτά με πρώιμη ανθοφορία εμφανίζουν άνθη χωρίς φύλλα ή τα φύλλα τους μπορεί να είναι πολύ μικρά στην έναρξη της άνθιση.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σχετικά κοινό στην Μέση Ανατολή (από την Δ. Συρία έως το Ισραήλ), περισσότερο διασκορπισμένο στα μεσογειακά τμήματα της Ν. Τουρκίας και της ΒΑ. Κύπρου. Στην Ελλάδα είναι γνωστό μόνον από το ανατολικότερο τμήμα των Δωδεκανήσων, στις νήσους Μεγίστη (Καστελόριζο) και Στρογγύλη, όπου είναι μεν τοπικό, αλλά αρκετά άφθονο (Greuter 1979b).</p><p>Βιότοποç: Πετρώδες και βραχώδες έδαφος με πενιχρά ξηρά φρύγανα, σε χαμηλό υψόμετρο έως περίπου το επίπεδο της θάλασσα. Στην απέναντι ακτή της Τουρκίας σε ανοίγματα χαμηλής μακίας βλάστησης και σε θαμνώνες με δρυ, ή σε ξηρούς αγρούς και πετρώδη λιβάδια, σε ασβεστόλιθο, σε υψόμετρο περίπου 25-600 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το Colchicum stevenii είναι περισσότερο συγγενές στη μορφολογία των φύλλων και των ανθέων με τα C. peloponnesiacum Rech. f. &amp; P. H. Davis, C. cupanii Guss., C. psaridis Heldr. και C. pusillum Sieber. Όλα αυτά τα είδη προφανώς είναι στενώς συγγενή. Ενώ, όμω, τα C. cupanii και C. psaridis εμφανίζουν συνήθως 2 φύλλα, τα άλλα έχουν περισσότερα, συχνά πολύ στενά. Το C. stevenii υπενθυμίζει ίσως περισσότερο το C. peloponnesiacum .</p><p>Εντός του είδους υπάρχει κάποια ποικιλότητα στον αριθμό των φύλλων και στο πλάτος του. Τα λιγοστά φύλλα (3-4) σχετίζονται συνήθως με ελαφρώς μεγαλύτερο πλάτο, όμω, δεν εμφανίζονται άλλες διαφορές στα άνθη και τον βολβό μεταξύ των δύο μορφών. Το είδος έχει γενικώς κίτρινους ανθήρες στο ανατολικό τμήμα της συνολικής εξάπλωσής του, ενώ αυτό το χρώμα σπανίως εμφανίζεται σε πληθυσμούς της Δ. Τουρκίας και της Ελλάδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στο Colchicum stevenii ο εφεδρικός οφθαλμός στη μασχάλη του δεύτερου φύλλου συχνά αναπτύσσεται σε νέο βολβό, ταυτόχρονα με την δημιουργία βολβού από την ανανέωση του κύριου οφθαλμού. Οι πληθυσμοί φαίνεται να αναπαράγονται αγενώς με αρκετή επιτυχία. Με αυτόν τον τρόπο και σε συνδυασμό με την εγγενή αναπαραγωγή σχηματίζονται αρκετά πυκνές συστάδες φυτών, επίσης στις λιγοστές ελληνικές θέσεις του. Στις απέναντι ακτές της Τουρκίας το είδος είναι αρκετά άφθονο και πολλοί πληθυσμοί αποτελούνται από εκατοντάδες φυτά.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tο είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT), σύμφωνα με τις κατηγορίες της IUCN (2001) και με βάση το κριτήριο D2, κυρίως διότι η περιοχή εμφάνισής του στην Ελλάδα είναι αρκετά περιορισμένη, βρισκόμενη στα όρια της συνολικής εξάπλωσης του είδου. Είναι αρκετά άφθονο σε ορισμένες θέσει, αλλά καθώς οι περιοχές έχουν εύκολη πρόσβαση, είναι πιθανό να υποστούν αρνητική επίδραση από ανθρώπινες δραστηριότητε.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τους φυσικούς βιοτόπους του Colchicum stevenii θα πρέπει να αποφευχθούν, όπως για παράδειγμα η αξιοποίηση του εδάφους για οποιονδήποτε λόγο. Το φυτό είναι ελκυστικό, εύκολης καλλιέργειας και διατηρείται σε περισσότερους του ενός Βοτανικούς Κήπου.</p><p>Karin Persson</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC47FEF4D9ABFE833CB6FC5B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC45FEF1D9ABFE833CBEFA9B.text	0397C81BBC45FEF1D9ABFE833CBEFA9B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Consolida arenaria Carlstrom	<div><p>Consolida arenaria Carlström</p><p>Ranunculaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Consolida arenaria Carlström in Willdenowia 14 (1): 16 (1984).</p><p>Tύποç: [Ελλά (EAe), Νήσος Ρόδο] "Steg[e]na beach, 2 km E of Archangelos, near s. l.", 13 May 1982, CarlstrÖm 5808 (Oλότυπο: LD). To δείγμα του ολότυπου έχει λανθασμένη ετικέτα (και επίσης παρατίθεται λανθασμένα από τον Strid 2002). Η Carlsträm σημειώνει στην ετικέτα: "Rhodos, 2 km E of Archipolis, Stegena beach". Όμως το τοπωνύμιο Archipolis θα πρέπει να αντικατασταθεί με το σωστό Αrchangelos. Στην αρχική περιγραφή η αναφορά της περιοχής του τύπου είναι σωστή.</p><p>Περιγραφή: Moνοετής πόα με πιεσμένο τρίχωμα, ύψους 3-7(-10) cm. Στέλεχος ανορθούμενο, συνήθως διακλαδισμένο από τη βάση, με λεπτές γραμμώσει. Φύλλα εναλλασσόμενα, οξύληκτα, έλασμα 7-12 x 5-10 mm. Κατώτερα φύλλα με μίσχο έως 3 cm, τρίλοβα, λοβοί γραμμοειδεί -λογχοειδεί, ακέραιοι, ανώτερα φύλλα άμισχα, τρίλοβα ή ακέραια. Ταξιανθία με 2(-4) άνθη. Κατώτερα βράκτια c. 6 mm, τρίλοβα ή ακέραια, ανώτερα βράκτια κάπως μικροτέρου μεγέθου, γραμμοειδή-λογχοειδή, ακέραια. Βρακτίδια σχεδόν αντίθετα, γραμμοειδή, μακρύτερα των ποδίσκων. Κατώτεροι ποδίσκοι μήκους ±12 mm ανορθούμενοι κατά την άνθιση και ±20 mm, καμπτόμενοι κατά την καρποφορία. Άνθη μήκους έως 20 mm, χρώματος κυανοϊώδου. Σέπαλα μήκους 5-7 mm, ελλειπτικά, με μία πρασινωπή τριχωτή ταινία στην κατώτερη επιφάνεια. Νεκτάριο τρίλοβο, μήκους έως 8 mm, ανώτερος λοβός βραχύ, πλευρικοί λοβοί αποστρογγυλωμένοι. Στήμονες συνήθως 14, νήματα μήκους 4-5,5 mm, διογκούμενα, λεία. Ανθήρες μήκους 0,5-0,8 mm, κίτρινοι. Θύλακες μήκους έως 10 mm, με πιεσμένο τρίχωμα και λεπτό ράμφος c. 1-1,5 mm. Σπέρματα 0,9-1,2 x 0,6-0,9 mm, με εμφανή, παράλληλα λέπια, μελανόχρωμα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Strid 2002a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Αρχές Μαϊου έως μέσα Ιουνίου (σπανίω μέχρι τις αρχές του Ιουλίου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδο, που εξαπλώνεται στις ανατολικές ακτές της Ρόδου και την Λήμνο. Η Consolida arenaria είναι γνωστή μόνο από λίγες θέσεις του ανατολικού τμήματος της Ρόδου, μεταξύ της Αφάντου και του Γεννάδιου, καθώς και από τη χερσόνησο του Αγίου Σώζοντα της Λήμνου, κοντά στο χωριό Φυσίνη (Tan &amp; al. 2002).</p><p>Βιότοποç: Η Consolida arenaria εμφανίζεται κυρίως σε παραθαλάσσιες θίνε, σε αμμώδεις παραλίες και σε αμμώδεις αγρούς έως περίπου 150 m μακριά από την ακτογραμμή. Μερικές φορές παρουσιάζεται σε πετρώδεις ακτές (Strid 2002a). Το είδος μπορεί να βρεθεί συνήθως σε θέσεις αδιατάρακτε, αν και φαίνεται να απαντά επίσης και σε περιοχές με αρκετά εκτεταμένη χρήση της γη. Στις ανοικτέ, αμμώδεις θέσεις φύεται μαζί με άλλα σπάνια φυτικά είδη όπως τα Verbascum syriacum, Alyssum sibiricum και Erysimum hayekii, ενώ άλλα μονοετή που εμφανίζονται μαζί της είναι τα Matthiola sinuata, Lotus halophilus, Nigella arvensis subsp. brevifolia, Campanula rhodensis και Rumex bucephalophorus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Consolida arenaria συγχεόταν παλαιότερα με την C. tomentosa (Boiss.) R. Schrädinger (Rechinger 1943a) και την C. ajacis (L.) Schur (Vaccari in Beguinot &amp; Vaccari 1912), όμως στην πραγματικότητα ανήκει στην ομάδα της Consolida hellespontica, η οποία περιλαμβάνει τα είδη C. hellespontica (Boiss.) Chater και C. samia P. H. Davis. Aπό την C. hellespontica ξεχωρίζει εξαιτίας του μικρού της μεγέθου, της βραχείας ταξιανθίας της και των συνήθως μικροτέρων ανθέων με συγκριτικώς μεγαλύτερο πλήκτρο. Από την C. samia διαφέρει στο πιεσμένο τρίχωμα, στο κυανοϊώδες χρώμα των ανθέων, στο εμφανώς βραχύτερο μεσαίο λοβό της στεφάνη, στους επιμήκεις πλευρικούς λοβούς και στο μακρύτερο πλήκτρο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Consolida arenaria σχηματίζει σχετικώς μεγάλους πληθυσμούς σε παραλίες μεταξύ της Φερακλού και του Κάλαθου, με τα φυτά εκεί να εκτιμώνται σε αρκετές χιλιάδε. Όλοι οι άλλοι υποπληθυσμοί είναι πολύ μικρότεροι. Το 2004 υπολογίσθηκε ότι ο συνολικός αριθμός ατόμων ανέρχεται το πολύ σε 10.000.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Πριν από 25 έτη μόνο λίγοι κόλποι της ανατολικής ακτής της Ρόδου, μεταξύ της πόλης της Ρόδου και της Λίνδου, καταλαμβάνονταν από ξενοδοχειακές μονάδε, ενώ νότια της Λίνδου σχεδόν δεν υπήρχαν εκτεταμένα συγκροτήματα. Από το 1980 και έπειτα δημιουργούνται διαρκώς κτηριακές μονάδες μαζικού τουρισμού ή πολυτελείς επαύλεις καλοκαιρινού τουρισμού στις ακτέ. Η διαρκώς αυξανόμενη οικοδόμηση αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για την Consolida arenaria, αλλά και για ολόκληρο το παραθαλάσσιο οικοσύστημα. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι υποπληθυσμοί του είδους σε θέσεις που αναφέρονται από την Carlsträm (1984, 1987) είτε δεν επιβεβαιώθηκαν κατά την έρευνά μας το 2004, ή οι πληθυσμοί που βρέθηκαν περιορίζονταν σε λίγα μόνο φυτά ή στη μικρή έκταση των λίγων τετραγωνικών μέτρων.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (EN), σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001, 2006) και χρησιμοποιώντας το κριτήριο E, κυρίως εξαιτίας την δραματικής μείωσης των ατόμων και των υποπληθυσμών του κατά την διάρκεια των τελευταίων 25 ετών.</p><p>Η Consolida arenaria αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον, καθώς οι περισσότεροι υποπληθυσμοί της βρίσκονται σε κίνδυνο εξαιτίας της επέκτασης των τουριστικών δραστηριοτήτων, όπως είναι η κατασκευή ξενοδοχείων και δρόμων, η καταστροφή των αμμοθινών με μηχανικά μέσα ένα περίπου μήνα πριν την άνθηση του είδου, η καταστροφή της βλάστησης εξαιτίας ποδοπατήματο, απόθεσης απορριμμάτων και αποβλήτων, η φύτευση εξωτικών ειδών κ.ά (Phitos &amp; Constantinidis 1995b). Μόνο οι πληθυσμοί στις παραλίες μεταξύ της Φερακλού και του Κάλαθου δεν φαίνεται να απειλούνται προς το παρόν, εξαιτίας στρατιωτικής χρήσης της περιοχή. Σε περίπτωση που οι στρατιωτικές δραστηριότητες διακοπούν, είναι πολύ πιθανό ότι θα ενεργοποιηθούν μηχανισμοί εκμετάλλευσης μίας από τις τελευταίες και τουλάχιστον εν μέρει αδιατάρακτης παράκτιας περιοχή.</p><p>Αν δεν ληφθούν μέτρα προστασίας το φυτό θα εξαφανισθεί από την ανατολική ακτή της Ρόδου, ακριβώς όπως έχει ήδη συμβεί στην περιοχή από όπου το φυτό περιγράφηκε (locus classicus), στην παραλία Στεγνά, Α. του Αρχάγγελου. Εδώ παρατηρήθηκε ένας μικρός πληθυσμός 20 ατόμων το 2002, ο οποίος εξαφανίσθηκε το 2003. H δημιουργία αρκετών νέων κτηρίων, ένας ασφαλτοστρωμένος δρόμος περιπάτου, ο αυξανόμενος αριθμός τουριστών και η φύτευση εξωτικών ειδών στην ακτή δεν άφησαν πλέον αρκετό χώρο στην φυσική βλάστηση της περιοχή.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Είναι επιτακτική η ανάγκη προστασίας τουλάχιστον μερικών από τα λίγα συστήματα αμμοθινών, τα οποία δεν έχουν ακόμη καλυφθεί με κτίσματα. Προτείνεται εδώ η προστασία των ακόλουθων περιοχών που φιλοξενούν το είδο: παραλία Τσαμπίκα ΒΑ. του Αρχάγγελου, αμμοθίνες Β. της Φερακλού, καθώς και η παραθαλάσσια περιοχή μεταξύ της Φερακλού και του Κάλαθου. Στην τελευταία περιοχή υπάρχουν στρατιωτικές δραστηριότητε, όμως η μοναδική, φυσική βλάστηση έχει διατηρηθεί στο μεγαλύτερο μέρος τη. Για την αποτελεσματική προστασία, εδώ ο τουρισμός θα πρέπει να περιορισθεί.</p><p>Μία ελεγχόμενη, ήπια τουριστική χρήση των αμμοθινών Β. της Φερακλού θα μπορούσε να είναι αποδεκτή. Η διαδρομή των τουριστών πάνω σε ξύλινες σανίδε, ταυτόχρονα με την αποφυγή των ευαίσθητων περιοχών, θα μπορούσε να προσφέρει περαιτέρω προστασία. Κάτι τέτοιο έχει οδηγήσει σε καλά αποτελέσματα σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, όπως π.χ. στη ΝΔ. Γαλλία. Δυστυχώ, κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Ρόδου δεν συμπεριλήφθηκαν περιοχές με αμμοθίνες στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, σε αντίθεση με τις εκτεθειμένες στον άνεμο δυτικές ακτέ, των οποίων ένα σχετικά μεγάλο τμήμα προστατεύεται. Η τοπογραφία και η δομή της βλάστησης μεταξύ των δύο ακτών διαφέρουν σημαντικά.</p><p>Andreas Kleinsteuber, Michael Ristow &amp; Ulrike Doyle</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC45FEF1D9ABFE833CBEFA9B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC42FEF3D9B2FE833CBDFBC9.text	0397C81BBC42FEF3D9B2FE833CBDFBC9.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Consolida brevicornis (Vis.) Soo	<div><p>Consolida brevicornis (Vis.) Soó</p><p>Ranunculaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Consolida brevicornis (Vis.) Soó in Österr. Bot. Z. 71: 245 (1922).</p><p>Τύποç: [Κροατία] "Hab. in agris circa Gelsa insulae Lesina, unde misit Prof. Stalio" συμφώνως προς την εικόνα στον Visiani, Fl. Dalmat. Suppl., tab. 6 (1872) (Τύπο πιθανώς στο PAD).</p><p>Συνώνυμα: Delphinium brevicorne Vis., Fl. Dalmat. 3: 90 (1850).</p><p>Περιγραφή: Μονοετής πόα με όρθιο βλαστό ύψους 10- 40 cm, συνήθως χωρίς διακλαδώσει, με αραιό, αρθρωτό τρίχωμα στο κατώτερο τμήμα του και μίγμα αδενώδους και μη αδενώδους τριχώματος στην ταξιανθία. Φύλλα βάσης με ευρέως αντιλογχοειδεί, αμβλείς λοβού, φύλλα βλαστού με γραμμοειδεί, οξείς λοβούς πλάτους 0,4-1,1 mm, αραιώς τριχωτά. Ταξιανθία βοτρυώδη, συνήθως με 4-10 έμμισχα άνθη, ποδίσκοι ανορθωμένοι κατά την ανθοφορία, μήκους 5-9 mm κατά την άνθηση, μακρύτεροι κατά την καρποφορία. Βράκτια κατώτερων ανθέων με πολλές σχίσει, παρεμφερή των φύλλων, βράκτια ανώτερων φύλλων ακέραια ή σχεδόν ακέραια. Βρακτίδια βραχέα, δεν φθάνουν την βάση της στεφάνη. Σέπαλα με εμφανές βραχύ πλήκτρο μήκους 4-6 mm, ελλειπτικά έως ευρέως ωοειδή-ελλειπτικά, με όνυχα 2-4 mm, ρόδινα έως ρόδινα-ιώδη. Νεκτάριο τρίλοβο, με δισχιδή ανώτερο λοβό και αποστρογγυλωμένους πλευρικούς λοβού, λευκό με βαθυρόδινες στίξεις και νευρώσεις στο κέντρο, ρόδινο έως ρόδινο-ιώδες πλευρικά. Θύλακας μονήρη, 13-18 x 4-5 mm, με αρθρωτή τρίχωση και σχετικά απότομη απόληξη σε ράμφος μήκους περίπου 2 mm. Σπέρματα 1,4-2,2 x 1,1-1,5 mm, βαθέως καστανά έως μελανά, σχεδόν πυραμιδοειδή, με σειρές από εγκάρσια λέπια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Strid 2002a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Η ανθοφορία παρατηρείται από τα τέλη Απριλίου έως τουλάχιστον τα μέσα Ιουνίου, αναλόγως του υψομέτρου και της έκθεση.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα, το είδος εξαπλώνεται στις Ιόνιες Νήσους (Κεφαλονιά, Ιθάκη, Λευκάδα και Καστό) και στην Δ. Στερεά Ελλάδα (Ακαρνανία). Υπάρχει, επίση, μία πρόσφατη καταγραφή από την απόληξη της χερσονήσου την Μάνη, η οποία χρειάζεται επιβεβαίωση. Η συνολική εξάπλωση περιλαμβάνει την Δ. Βαλκανική Χερσόνησο, όπου, εκτός Ελλάδα, το είδος έχει αναφερθεί από τις Δαλματικές ακτές και ενδεχομένως από την Αλβανία.</p><p>Βιότοποç: Το είδος απαντά συνήθως σε μικρούς υποπληθυσμού, αποικίζοντας παρυφές αγρών καλλιεργημένων, σε αγρανάπαυση ή περιοχών που καλλιεργούνται ευκαιριακά. Έχει επίσης παρατηρηθεί στον υπόροφο ελαιώνων όπου δεν υπάρχει εντατική καλλιέργεια του εδάφου, καθώς και στα κράσπεδα αγροτικών οδών. Το είδος σπανίως εισέρχεται σε φυσική βλάστηση με φρύγανα ή υψηλούς θαμνώνε.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Consolida brevicornis ανήκει στην C. sect. Macrocarpae (Constantinidis &amp; al. 2001) και συγγενεύει με ευρωπαϊκά είδη της ίδιας section (Soó 1922), όπως η C. ajacis (L.) Schur, η C. hispanica (Costa) Greuter &amp; Burdet και η C. phrygia Soó. Διαφέρει από τα ανωτέρω είδη στο πολύ βραχύ μέγεθος τους πλήκτρου, καθώς και σε χαρακτήρες των ανθέων, του μεγέθους του ποδίσκου και του μεγέθους και της μορφολογίας των βρακτίων και των βρακτιδίων.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το είδος απαντά σε μικρούς υποπληθυσμού, οι οποίοι συνήθως σχηματίζουν κατακερματισμένες ομάδες των 10-100 ατόμων. Εξαιτίας του ιδιαίτερου βιοτόπου παρατηρούνται ακραίες αλλαγές του αριθμού των ατόμων σε ορισμένους υποπληθυσμού. Συγκεκριμένες ομάδε, οι οποίες είχαν επισημανθεί και καταμετρηθεί, εξαφανίζονται οριστικά, ενώ νέες ομάδες μπορεί να δημιουργηθούν εξαιτίας τυχαίας εισαγωγής σπερμάτων από κάποια άλλη θέση. Μεγάλοι πληθυσμοί (100-500 άτομα) που έχουν παρατηρηθεί σε ήπια καλλιεργούμενες γεωργικές εκμεταλλεύσει, όπως ελαιώνες ή αγροί με σιτηρά, μπορεί να εξαφανισθούν εξαιτίας της αλλαγής στον τρόπο της καλλιέργειας ή αλλαγής της ίδιας της καλλιέργεια. Ιδιαίτερα σε περιοχές όπου εφαρμόζεται εντατική κατεργασία του εδάφους και συστηματική ζιζανιοκτονία, απαντούν μόνο λίγα άτομα (1-50) στα όρια των χωραφιών και στους διαχωριστικούς φράκτες των αγροτεμαχίων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι μικροί υποπληθυσμοί της Consolida brevicornis κινδυνεύουν, κυρίω, λόγω των εντατικών ανθρώπινων παρεμβάσεων στους βιοτόπους του, που σχετίζονται με εντατική μηχανική κατεργασία του εδάφου, χημική ή μη καταστροφή των ζιζανίων, χρήση των διαχωριστικών λωρίδων των αγροτεμαχίων για εντατική καλλιέργεια. Οι υποπληθυσμοί που εμφανίζονται σε άκρες δρόμων κινδυνεύουν από τεχνικές εργασίε, όπως διαπλατύνσεις δρόμων, αρδευτικά έργα, απώλεια εδάφου. Επιπλέον, εμφανίζεται κίνδυνος για το συγκεκριμένο είδος εξαιτίας του ανταγωνισμού από τα συνυπάρχοντα νιτρόφιλα ή εύρωστα και επιθετικά ιθαγενή ή αλλόχθονα φυτικά είδη που ευνοούνται από ρυπασμένα περιβάλλοντα, υψηλά επίπεδα νιτρικών και συστηματική χρήση ύδρευση.</p><p>Εκτός των παραπάνω, η εισβολή της φυσικής βλάστησης σε περιοχέ, οι οποίες έχουν καλλιεργηθεί για δεκάδες ή εκατοντάδες ετών, εξαιτίας δημογραφικών αλλαγών και αλλαγής χρήσης της γη, δεν ευνοεί τους υποπληθυσμούς του είδου, που βαθμιαία συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται.</p><p>Η εύρεση νέων υποπληθυσμών στην Ακαρνανία (Καραμπλιάνης 2007) μειώνει την πιθανότητα εξαφάνισης του είδους στην συγκεκριμένη περιοχή, όμω, ο σχετικά μικρός αριθμός των ενήλικων ατόμων, η υποβάθμιση της βλάστησης της περιοχή, σε συνδυασμό με τις νέες καλλιεργητικές εφαρμογές ίσως επιδράσουν αρνητικά στην επιβίωση των υποπληθυσμών αυτών, μακροπρόθεσμα. Ανάλογοι κίνδυνοι εμφανίζονται και στις νήσους του Ιονίου.</p><p>Εξαιτίας της μικρής συνολικά εξάπλωσης της Consolida brevicornis στην Ελλάδα, της διακεκομμένης κατανομής των πληθυσμών και υποπληθυσμών της και των μεγάλων μεταβολών του αριθμού των ατόμων που μπορεί να παρατηρηθούν σε κάθε πληθυσμό, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Τρωτών (VU), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), πληρώντας τα κριτήρια Β1a,c(ii,iv)+2a,c(ii,iv).</p><p>Μέτρα προστασίαç: H διατήρηση του είδους στο φυσικό του περιβάλλον είναι δυνατή, αν ο τρόπος καλλιέργειας της γης ακολουθεί μεθόδους ήπιας και εν μέρει παραδοσιακής εκμετάλλευση. Η μακροχρόνια παύση της καλλιέργειας οδηγεί σε εισβολή της φυσικής βλάστησης και δεν ενδείκνυται. Σε περιοχές όπου το είδος βρίσκεται σε σχετικά μεγάλους αριθμούς θα πρέπει να αποφεύγεται η εντατική χρήση ζιζανιοκτόνων και να διατηρούνται μικρές λωρίδες γης χωρίς καλλιέργεια, στα κράσπεδα των αγροτικών εκτάσεων.</p><p>Το είδος έχει ελκυστική εμφάνιση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διακοσμητικό σε κήπους και αλέε. Συνιστάται, επίση, η εξασφάλιση της καλλιέργειάς του και η ex situ διατήρησή του σε Βοτανικούς Κήπου, καθώς και η φύλαξη των σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Θεοφάνηç Καραμπλιάνηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC42FEF3D9B2FE833CBDFBC9	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC40FEEDD9B2FE833CBDFB91.text	0397C81BBC40FEEDD9B2FE833CBDFB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Consolida tenuissima (Sm.) Soo	<div><p>Consolida tenuissima (Sm.) Soó</p><p>Ranunculaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Consolida tenuissima (Sm.) Soó in Österr. Bot. Z. 71: 241 (1922).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "in monte Hymetto prope Athenas", Sibthorp (OXF, BM).</p><p>Συνώνυμα: Delphinium tenuissimum Sm. in Sibth. &amp; Sm., Fl. Graec. Prodr. 1: 370 (1809).</p><p>Περιγραφή: Μονοετή, όρθια πόα ύψους 10-50 cm, με διακλαδώσει, ιδιαίτερα στο ανώτερο τμήμα του βλαστού, σχεδόν λεία ή με καμπτόμενη τρίχωση. Φύλλα βάσης έμμισχα, δις τρισχιδή με αντωοειδείς λοβούς πλάτους έως 4,5 mm, φύλλα βλαστού βαθέως διαιρεμένα σε πολύ λεπτού, γραμμοειδεί -νηματοειδεί λοβούς πλάτους έως 0,5 mm. Ταξιανθία διακλαδισμένη, με αφιστάμενη τρίχωση, βράκτια βραχύτερα των ποδίσκων, άνθη γαλάζια έως βαθέως γαλάζια-ιώδη. Σέπαλα περίπου 6 mm, στενώς ελλειπτικά, πλήκτρο 7-10 mm, τριχωτό. Πέταλα (νεκταροφόρα τμήματα περιανθίου) τρίλοβα, συνήθως ελαφρώς βραχύτερα των σεπάλων με ένα πλατύ, ελαφρά δισχιδές μεσαίο λοβό και αμβλείς πλευρικούς λοβούς με δύο λευκές κηλίδε. Καρπός μονήρης θύλακας μήκους 5-8 mm, λείο, με δικτυωτές νευρώσεις και μήκος μικρότερο του διπλασίου του πλάτου. Σπέρματα μαύρα, φολιδωτά, περίπου 1,7 x 1,2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Strid 2002a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Το είδος ανθίζει από τα τέλη του Απριλίου μέχρι τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Consolida tenuissima είναι ένα στενότοπο ενδημικό είδος τεσσάρων ορεινών περιοχών της Αττική. Έχει μέχρι σήμερα συλλεχθεί από τα όρη Υμηττό, Πάρνηθα, Πεντέλη και Πατέρα, όλα πλησίον της Αθήνα. Παλαιά αναφορά από την Ν. Εύβοια δεν έχει επιβεβαιωθεί πρόσφατα, ενδέχεται όμως να είναι ακριβής (Strid 2002).</p><p>Βιότοποç: Πετρώδεις ή βραχώδεις πλαγιέ, χαλικώδη εδάφη σε άκρες δρόμων, σάρες και λιθώνε, παρυφές ελαιώνων, πετρώδη ανοίγματα σε δάσος Pinus και φρύγανα. Σε όλες τις καταγραφές το είδος φύεται ή αναφέρεται ότι εμφανίζεται σε ασβεστολιθικά πετρώματα. Σε αντίθεση με την Consolida regalis, τον ταξινομικώς πλησιέστερο συγγενή, η C. tenuissima δεν αποικίζει καλλιεργημένες εκτάσει, ιδιαίτερα με σιτηρά και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ζιζάνιο αγρών. Η μοναδική αναφορά από παρυφές ελαιώνων πιθανότατα σχετίζεται με υπολειμματικό πληθυσμό που υπήρχε στην περιοχή πριν εγκατασταθεί η καλλιέργεια. Το είδος εξαπλώνεται από τα 250 m έως τα 900 m περίπου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Tο γένος Consolida συγγενεύει στενά με το γένος Delphinium, από το οποίο ξεχωρίζει εξαιτίας του μονήρους θύλακα και της έλλειψης δύο πετάλων στο εσωτερικό κύκλο του περιανθίου. Η Consolida tenuissima ανήκει στη sectio Consolida (Constantinidis &amp; al. 2001) και συγγενεύει σαφώς με την C. regalis S. F. Gray. Η τελευταία, όμω, είναι συνήθως ευρωστότερo φυτό, με πλατύτερους λοβούς φύλλων βλαστού, μακρύτερο πλήκτρο (12-18 mm) και συνήθως μεγαλύτερα σέπαλα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Consolida tenuissima σχηματίζει αρκετούς υποπληθυσμούς στον Υμηττό, σε διαφορετικά τμήματά του και σε διαφορετικά υψόμετρα. Ορισμένοι υποπληθυσμοί ενδέχεται να είναι πλέον γνωστοί μόνο από παλαιά δείγματα ή αναφορέ, αφού σήμερα η αντίστοιχη περιοχή είναι δομημένη. Στην Πάρνηθα το είδος σχηματίζει τουλάχιστον δύο υποπληθυσμού. Η παρουσία του είδους στην Πεντέλη, με τουλάχιστον δύο υποπληθυσμού, αναφέρθηκε πρόσφατα (Μπαλιούση, προσωπ. επικοινωνία). Στο όρος Πατέρας έχουν εντοπισθεί 2 υποπληθυσμοί, από τους οποίου, όμω, ο ένας καταστράφηκε σε χρονικό διάστημα περίπου 10 ετών από την ανακάλυψή του. H C. tenuissima είναι μονοετές φυτό και ο αριθμός των ατόμων ενός υποπληθυσμού ποικίλει κάθε έτο, οπότε η εκτίμηση του συνολικού αριθμού ατόμων είναι δύσκολη. Ο πλουσιότερος υποπληθυσμός που είναι γνωστός στον συγγραφέα περιλαμβάνει περίπου 150 άτομα και ο μικρότερος λιγότερα των 10. Ο υποπληθυσμός του όρους Πατέρα, που τεκμηριωμένα εξαφανίστηκε,περιελάμβανε περίπου 20 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η πυκνή δόμηση των χαμηλότερων τμημάτων του Υμηττού έχει σαφώς οδηγήσει ορισμένους υποπληθυσμούς στην εξαφάνιση. Τα φυτά που φύονται στις άκρες των δρόμων κινδυνεύουν εξαιτίας πιθανών τεχνικών έργων, ενώ αυτά που βρίσκονται σε περιοχές συχνά επισκέψιμες από κατοίκους της Αθήνας κινδυνεύουν από τυχαία γεγονότα όπως το ποδοπάτημα, οι δραστηριότητες αναψυχής και η αξιοποίηση των βιοτόπων τους για διάφορους σκοπού. Η τεκμηριωμένη εξαφάνιση ενός υποπληθυσμού στο όρος Πατέρας φαίνεται ότι ήταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα ενός έτους χαμηλής βροχόπτωση, που ενδέχεται να οδήγησε σε περαιτέρω μείωση του ήδη μικρού υποπληθυσμού και της βελτίωσης ενός δασικού δρόμου που πρόσφερε άμεση πρόσβαση στον βιότοπο του είδου. Η βόσκηση δεν αναμένεται να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την Consolida tenuissima, ιδιαίτερα στα όρη που περιβάλλουν την Αθήνα (Υμηττό, Πάρνηθα).</p><p>Λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά στοιχεία από τη συλλογή δειγμάτων σε περιοχές που αποτελούν σήμερα την πόλη των Αθηνών, τις σημαντικές μεταβολές που μπορεί να εμφανίζονται στον αριθμό των ατόμων κάθε υποπληθυσμού σε διαφορετικά έτη, την εξαφάνιση ενός περιφερειακού υποπληθυσμού σε διάστημα περίπου 10 ετών, καθώς και τους κινδύνους που απειλούν ορισμένους υποπληθυσμούς που επηρεάζονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, προτείνουμε την ένταξη του είδους στην κατηγορία των Τρωτών (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001). Πληρούνται τα κριτήρια B1a,c(iv)+2a,c(iv).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Oρισμένοι από τους υποπληθυσμούς του είδους εμφανίζονται είτε σε περιοχές που νομικά προστατεύονται είτε σε απόκρημνους λιθώνες και σάρε, όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι περιορισμένη. Η πυκνή οικοδόμηση τμημάτων του όρους Υμηττού, που αποτελεί την σημαντικότερη περιοχή εξάπλωσης του είδου, φαίνεται πλέον να ελέγχεται. Εντούτοι, η αυστηρότερη ενεργοποίηση του καθεστώτος προστασίας ορεινών περιοχών τριγύρω από την Αθήνα αναμένεται ότι θα έχει θετικές επιπτώσεις στους υποπληθυσμούς του είδου.</p><p>Προτείνεται η πλήρης καταγραφή των υποπληθυσμών της Consolida tenuissima και η καταμέτρηση του αριθμού των ατόμων ανά έτο, σε συνδυασμό με περιβαλλοντικές παραμέτρου, ώστε να κατανοηθούν καλύτερα οι πιθανές ακραίες αυξομειώσεις των ατόμων του είδου.</p><p>Το είδος θα πρέπει να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ιδιαίτερα εντός της Αττική, σε μόνιμη βάση. Η ύπαρξή του και οι κίνδυνοι που το απειλούν θα πρέπει να γίνουν γνωστά σε πολλές περιβαλλοντικές οργανώσει, φορείς και πολίτε. Χρειάζεται επίσης η μελέτη της βιολογίας του είδους και ιδιαίτερα του τρόπου αναπαραγωγής του. Σπέρματα της Consolida tenuissima, κατά προτίμηση από καλλιεργημένους υποπληθυσμού, προτείνεται να αποθηκευθούν σε περισσότερες της μίας Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC40FEEDD9B2FE833CBDFB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC5EFEEFD9B2FE833CBDFBC8.text	0397C81BBC5EFEEFD9B2FE833CBDFBC8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Consolida tuntasiana (Halacsy) Soo	<div><p>Consolida tuntasiana (Halácsy) Soó</p><p>Ranunculaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Consolida tuntasiana (Halácsy) Soó in Österr. Bot. Z. 71: 239 (1922).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "in regione abietina mt. Gerania isthmi Corinthiaci", ann. 1910, Tuntas s.n. (WU-Hal).</p><p>Συνώνυμα: Delphinium tuntasianum Halácsy in Magyar Bot. Lapok 11: 117 (1912).</p><p>Περιγραφή: Μικρό, μονοετές είδο, ύψους 5-25 cm. Βλαστός όρθιο, απλός ή με λίγες διακλαδώσεις στη βάση του, αραιά τριχωτό. Φύλλα βάσης έμμισχα, έλασμα με περίγραμμα σχεδόν κυκλικό έως ωοειδέ, πλάτους 5-15 mm, διαιρεμένο σε σφηνοειδεί -αντωοειδεί λοβού, αμβλείς ή απολήγοντες σε μικρή ακίδα. Φύλλα βλαστού λίγα, με γραμμοειδεί -λογχοειδεί λοβού. Άνθη 2-6, με μικρούς ποδίσκου, σχηματίζοντα αραιό βότρυ, βράκτια διηρημένα, ενθυμίζοντα τα φύλλα. Σέπαλα πορφυρά-ιώδη, με βραχεία τρίχωση και μακρύ όνυχα, μήκους 8-11 mm, περιφέρεια ελλειπτική, πλήκτρο μήκους 2-3 mm. Πέταλα (νεκταροφόρα φύλλα) λευκωπά, τρίλοβα, με ένα πλατύ, ελαφρά δισχιδές μεσαίο λοβό και πλατεί, αμβλείς πλευρικούς λοβού. Ποδίσκος διογκούμενος στην καρποφορία, θύλακας μονήρη, ανορθωμένο, μήκους 15-21 mm, με πιεσμένη τρίχωση και μικρό ράμφο. Σπέρματα σχεδόν μαύρα, με κάθετες στον κύριο άξονα και επάλληλες σειρές από λέπια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Το είδος ανθίζει τον Μάιο έως και τις αρχές του Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Το είδος είναι ένα σπάνιο ενδημικό της Ν. Ελλάδα, που εμφανίζεται σε όρη μετρίου υψομέτρου. Στην Στερεά Ελλάδα είναι γνωστό από τα όρη Γεράνεια, Κιθαιρώνας (Κωνσταντινίδη 1997) και Ελικώνας (Kokmotos &amp; Georgiadis 2005) και στην Πελοπόννησο από το Αραχναίο και την Κουλοχέρα.</p><p>Βιότοποç: Πετρώδεις ή βραχώδεις πλαγιέ, διάκενα δάσους Abies cephalonica, σάρες και χαλικώδη μέρη, σε θέσεις χωρί, ή με λίγα ξυλώδη είδη, καθώς επίσης σε παρυφές δασών. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις έχει βρεθεί ή αναφέρεται να φύεται σε ασβεστόλιθο. Το είδος είναι πολύ εντοπισμένο και απόν σε περιοχές με παρεμφερείς βιοτόπους που γειτνιάζουν με τις γνωστές θέσεις εμφάνισής του. Δεν φύεται σε περιοχές που καλύπτονται με πυκνή βλάστηση. Εξαπλώνεται περίπου από τα 750 m έως τα 1.300 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Tο γένος Consolida συγγενεύει στενά με το γένος Delphinium, από το οποίο ξεχωρίζει εξαιτίας του μονήρους θύλακα καθώς και μορφολογικών διαφορών στα άνθη. Η Consolida tuntasiana είναι ο ευρωπαϊκός εκπρόσωπος μίας ομάδας ειδών, η οποία εξαπλώνεται κυρίως στην Ασία, με τους περισσότερους συγγενείς της να εμφανίζονται στην Ανατολία (Ασιατική Τουρκία). Ταξινομικά είναι συγγενέστερη με τα είδη C. raveyi (Boiss.) R. Schrädinger, C. axilliflora (DC.) R. Schrädinger και C. cruciata (P. H. Davis &amp; Hossein) P. H. Davis. Ορισμένα από τα είδη αυτά φύονται στην Τουρκία σε πετρώδεις θέσεις και σε παρυφές καλλιεργημένων αγρών. Σε βιοτόπους που σχετίζονται με καλλιέργειες δεν έχει ποτέ παρατηρηθεί να φύεται η C. tuntasiana .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Το είδος είναι μονοετές και πάντοτε ανευρίσκεται σε μικρούς αριθμούς ατόμων. Ο πληθυσμός του στα Γεράνεια όρη ήταν παλαιότερα περισσότερο εκτεταμένο, όμω, προσφάτως (2006) αριθμούσε λιγότερα των 200 ατόμων που φύονται κατά μήκος της κορυφογραμμή, δίπλα σε κεραίες τηλεπικοινωνίας ή άλλου τύπου υποδομέ. Ο πληθυσμός του όρους Κιθαιρώνα (με έναν πρόσφατο μικρό υποπληθυσμό στην Πάστρα) αριθμεί λιγότερα των 180 ατόμων. Τα φυτά του όρους Αραχναίου επίσης αριθμούν λιγότερα των 100 ατόμων, ενώ ο αριθμός τους στην Κουλοχέρα κυμαίνεται μεταξύ 100 και 150. Έχουμε παρατηρήσει σαφείς μεταβολές στον αριθμό των φυτών κάθε έτο, ενδεχομένως εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών, με περισσότερο σημαντική την βροχόπτωση. Όλοι οι πληθυσμοί δείχνουν σημάδια συνεχιζόμενης μείωσης του αριθμού των ατόμων του, εκτός του πληθυσμού του όρους Ελικώνα, για τον οποίο δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος απειλείται σχεδόν σε όλες τις γνωστές του θέσεις εξαιτίας διαφόρων λόγων. Στα Γεράνεια Όρη ένα σημαντικό τμήμα του βιοτόπου του έχει καταληφθεί από κεραίες τηλεπικοινωνίας και συναφή κτίσματα, τα οποία προβλέπεται να επεκταθούν στο μέλλον. Πολλά φυτά του ίδιου πληθυσμού έχουν συλλεχθεί στο παρελθόν από βοτανικού, με σκοπό τον εμπλουτισμό βοτανικών συλλογών. Ο βιότοπος του είδους στο όρος Κιθαιρώνας έχει επιλεγεί για την κατασκευή αιολικού πάρκου στο μέλλον. Σε όλες τις προηγούμενες θέσει, καθώς και στα όρη Αραχναίο και Κουλοχέρα, τα φυτά εμφανίζονται σε περιοχές που βόσκονται και κατά συνέπεια ποδοπατούνται από αιγοπρόβατα. Δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες για τον πληθυσμού του όρους Ελικώνα. Έχει παρατηρηθεί μείωση του πληθυσμού των Γερανείων Ορέων και του Κιθαιρώνα που αγγίζει το 40% ή ίσως ακόμη περισσότερο, με βάση επιτόπιες παρατηρήσεις στα έτη 1992, 1995, 2003 και 2006. Τα φυτά έχουν επίσης μειωθεί στην Κουλοχέρα, όμως εδώ οι παρατηρήσεις καλύπτουν μόνο τα έτη 2006 και 2007. Συνδυάζοντας τις επιτόπιες παρατηρήσει, τον αριθμό των ατόμων σε κάθε υποπληθυσμό, τις σαφείς τάσεις για μείωση του μεγέθους του, τον κατακερματισμό τους και την περιορισμένη έκταση που ο καθένας τους καταλαμβάνει, το είδος χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), αφού πληρούνται τα κριτήρια B2a,b(iii,v),c(iv), C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Αν και ορισμένες από τις θέσεις του είδους έχουν συμπεριληφθεί στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 των σημαντικών οικοτόπων, πρακτικά δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο προστασία. Προτείνεται να παραμείνουν όσο το δυνατόν περισσότερες ακάλυπτες θέσεις χωρίς κτίσματα, κεραίες τηλεπικοινωνία, αιολικά πάρκα ή άλλες υποδομές στους οικοτόπους του είδου. Οι βοτανικοί που έχουν συλλέξει πολλά δείγματα του είδους ενδεχομένως συνέβαλαν στην αλλαγή του χαρακτηρισμού του από Σπάνιο σε Κινδυνεύον μέσα σε 12 έτη. Καθώς το φυτό φύεται συνήθως σε πολύ περιορισμένες εκτάσει, αυτές θα μπορούσαν να κηρυχθούν ως μικροαποθέματα και να περιφραχθούν, αν αυτό δεν οδηγήσει σε σημαντική πύκνωση της υπάρχουσας ξυλώδους βλάστηση. Το είδος πρέπει να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, οι οποίοι πρέπει να προσφέρουν ex situ προστασία. Τα σπέρματα πρέπει να συλλεχθούν πολύ προσεκτικά, από περιοχές γνωστών πληθυσμών και σε μικρές ποσότητε, που δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το 1/20 της συνολικής διαθεσιμότητας σπερμάτων των αυτοφυών ειδών. Η φύτρωση των σπερμάτων επηρεάζεται από λήθαργο και θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω. H περίσσεια των σπερμάτων, από τα καλλιεργημένα φυτά, θα μπορούσε να επιστραφεί στους αυτοφυείς πληθυσμούς του είδους και να σπαρεί επιτόπου. Λεπτομερής παρακολούθηση θα ήταν δυνατόν να αξιολογήσει το κατά πόσο η συγκεκριμένη διαδικασία ενισχύει τον υπάρχοντα πληθυσμό. Τα καλλιεργημένα φυτά θα παράγουν επίσης σπέρματα, τα οποία συνίσταται να αποθηκευθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC5EFEEFD9B2FE833CBDFBC8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC5CFEE9D9B2FE833CBEFBC9.text	0397C81BBC5CFEE9D9B2FE833CBEFBC9.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Convolvulus mairei Maire & Petitm.	<div><p>Convolvulus mairei Maire &amp; Petitm.</p><p>Convolvulaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Convolvulus mairei Maire &amp; Petitm. in Bull. Soc. Sci. Nancy ser. 3(8): 176 (1907).</p><p>Tύποç: [Ελλά (StE), Νομός Βοιωτία] "Parnasse, grèves exondées du petit lac Zouvala, au pied de l'antre Corycien", 1120 m, 5 Aug. 1904, Maire 113 (NCY).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδος με υπόγειο ρίζωμα. Στελέχη λεπτά, τριχωτά, κατακείμενα, διακλαδισμένα στο κατώτερο τμήμα του, μήκους μέχρι 25 cm. Φύλλα έμμισχα, μίσχος βραχύτερος έως υπερδιπλάσιος του ελάσματο. Έλασμα φύλλου ακέραιο, με πιεσμένη τρίχωση, ωοειδέ - τριγωνικό (στα ανώτερα φύλλα) έως σχεδόν στρογγυλό (στα κατώτερα φύλλα), 5-15 x 3-10 mm, στα ανώτερα φύλλα οξύληκτο, με βάση ωτοειδή ή σε σχήμα βέλου. Άνθη μονήρη, κατά μήκος του βλαστού, κάλυκας με δύο μικρά βρακτίδια στη βάση του, σέπαλα άνισα, τριχωτά, το εξωτερικό επίμηκε, μήκους περίπου 2,5 mm, τα εσωτερικά μακρύτερα, με εμφανές μεμβρανώδες περιθώριο. Στεφάνη χοανοειδή, λευκή έως αχνορόδινη, 7-11 mm, εύπτωτη. Στήμονες άνισοι, ο μεγαλύτερος περίπου 6 mm, νήματα διευρυμένα στη βάση του, όπου φέρουν άμισχους αδένε. Ωοθήκη ημισφαιρική, πυκνώς τριχωτή, στύλος λείο, δισχιδή, καταλήγων σε μακρά στίγματα. Καρπός κάψα, ημισφαιρικό, τριχωτό, μήκους 5-6 mm, προεξέχων του κάλυκα. Σπέρματα μαύρα, με κοίλες επιφάνειες και ακανόνιστα φυμάτια.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει το καλοκαίρι, από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα. Σύμφωνα με παλαιές συλλογέ, το είδος ήταν γνωστό μόνο από την περιοχή του Φενεού (Πελοπόννησο) και το όρος Παρνασσός (Τan &amp; Iatroú 2001). Νεότερες έρευνες έχουν ανακαλύψει νέους πληθυσμούς του Convolvulus mairei στο όρος Ελικώνα, στην περιοχή της λίμνης Στυμφαλίας και στο όρος Αρτεμίσιο. Προσεκτικότερη εργασία πεδίου πιθανώς να οδηγήσει στην εύρεση περισσότερων πληθυσμών.</p><p>Βιότοποç: Ο Convolvulus mairei φύεται σε ηλιόλουστε, πετρώδεις θέσει, σε μικρά λιβάδια και σε άδενδρες πλαγιέ, σχεδόν πάντοτε σε περιοχές που διατηρούν κάποια υγρασία. Είναι ενδιαφέρον ότι παλαιές συλλογές του είδους έχουν γίνει κοντά στις μικρέ, εποχιακές λίμνες του όρους Παρνασσού, καθώς και στην λίμνη του Φενεού, η οποία σήμερα έχει αποξηρανθεί. Ο C. mairei δεν είναι υδρόβιο είδο, όμω, ανευρίσκεται συνηθέστερα σε λασπώδεις θέσεις που δεν είναι μόνιμα κατακλυσμένες με νερό, κοντά στις εκβολές πηγών με μικρή ροή, στις παρυφές λιμνών ή εποχιακών τελμάτων, σε μικρέ, φυσικές κοίτες αποστράγγισης χειμάρρων. Οι βιότοποί του δεν καλύπτονται από πυκνή βλάστηση και χαρακτηρίζονται από χαμηλά, ποώδη, μονοετή ή πολυετή είδη, που εναλλάσσονται με αραιά, διάσπαρτα φρύγανα ή μικρούς θάμνου. Οι περισσότεροι πληθυσμοί του φύονται σε ασβεστόλιθου. Το είδος έχει καταγραφεί σε υψόμετρο από 700 m έως περίπου 1.200 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Για σημαντικό χρονικό διάστημα ο Convolvulus mairei συγχεόταν με τον συγγενή, όμω, πολύ περισσότερο διαδεδομένο C. arvensis L. Τα δύο είδη ανήκουν στην sect. Convolvulus subsect. Convolvulus (Sa'ad 1967) και εμφανίζουν μορφολογικές ομοιότητε, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένο προσδιορισμό. Προσεκτική παρατήρηση, όμω, αποκαλύπτει ότι ο C. mairei είναι σημαντικώς μικρότερος στους περισσότερους χαρακτήρες του, έχει εμφανές τρίχωμα, που είναι πιεσμένο στις επιφάνειες των φύλλων και των βλαστών και τόσο η ωοθήκη όσο και ο καρπός είναι τριχωτοί. Σε αντίθεση, ο C. arvensis είναι συνήθως μεγαλύτερο και άτριχο είδο, ενώ στην περίπτωση που εμφανίσει τρίχωμα, αυτό σπανιότατα είναι πιεσμένο στις επιφάνειες των βλαστικών του τμημάτων. Η ωοθήκη του είναι λεία, σπανίως με λίγες αραιές τρίχε, ενώ ο καρπός του είναι λείο. Ο C. arvensis είναι ένα διαδεδομένο είδος σε ποικιλία βιοτόπων και συχνά συμπεριφέρεται ως ζιζάνιο. Η επιπόλαια ομοιότητα του C. mairei με τον C. arvensis ίσως είναι εν μέρει υπεύθυνη για τις λιγοστές συλλογές του πρώτου, τον οποίο οι βοτανικοί μπορεί να αγνοούν, εκλαμβάνοντάς τον ως το πολύ κοινό δεύτερο είδο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι πληθυσμοί του Convolvulus mairei, για τους οποίους έχουμε πληροφορίε, είναι αυτοί που φύονται στα όρη Αρτεμίσιο, Ελικώνα και Παρνασσό, καθώς και εκείνος κοντά στη λίμνη Στυμφαλία. Ο κάθε πληθυσμός είναι σχετικά μικρό. Ένας από τους μεγαλύτερος πληθυσμούς του όρους Παρνασσού δεν ξεπερνά τα 500 άτομα (αν και άτομα που δεν βρίσκονται σε ανθοφορία είναι δύσκολο να καταμετρηθούν). Τέσσερις πληθυσμοί περιλαμβάνουν λιγότερα από 200 άτομα. Όλοι οι πληθυσμοί καταλαμβάνουν περιορισμένες εκτάσει, οι οποίες καθορίζεται από τις ευνοϊκές οικολογικές συνθήκε, κυρίως όσον αφορά στην παροχή ύδατος τουλάχιστον για κάποιους μήνες του έτου.</p><p>Με βάση εκτιμήσεις των υπαρχόντων δεδομένων, ο συνολικός αριθμός ενηλίκων φυτών του Convolvulus mairei θα πρέπει να κυμαίνεται σε λιγότερα από 5.000 άτομα. Το είδος είναι πολυετές και το υπόγειο ρίζωμα παραμένει στην ίδια θέση για σειρά ετών, ο τρόπος αναπαραγωγής του, όμω, είναι άγνωστο. Εκτός της συμβολής των σπερμάτων στην δημιουργία νέων ατόμων, θα πρέπει να ερευνηθεί επίσης η πιθανότητα αγενούς πολλαπλασιασμού, κυρίως μέσω παραφυάδων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο Convolvulus mairei είναι ένα μικρό φυτό, με στελέχη εφαπτόμενα στην επιφάνεια του εδάφου. Ο συγκεκριμένος τρόπος ανάπτυξη, η διατήρηση του υπόγειου ριζώματος και η παρουσία αλκαλοειδών συμβάλλουν, ως ένα βαθμό, στην προστασία του από την υπερβόσκηση, που συχνά παρατηρείται στους βιοτόπους του. Η σημαντικότερη ανθρώπινη ενέργεια, που θα μπορούσε να προκαλέσει μείωση ή καταστροφή των πληθυσμών του, σχετίζεται με την διαχείριση του ύδατο. Μικρές πηγές σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές συχνά διευθετούνται έτσι ώστε να σχηματίζουν ποτίστρες για ζώα εκτροφή, ενώ λίμνε, δολίνε, μικρές πόλγες ή εκτάσει, που δέχονται την απορροή χειμάρρων ή συγκεντρώνουν το νερό της βροχή, τροποποιούνται και συχνά αποξηραίνονται ώστε να δοθούν για καλλιέργεια. Ιδιαιτέρως στην περιοχή Λιβάδι του Παρνασσού, οι οικιστικές δραστηριότητες και η ανάπτυξη θερέτρου χειμερινού τουρισμού δημιουργούν υψηλή ζήτηση γης και απειλούν άμεσα τους βιοτόπους του C. mairei .</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), εξαιτίας του μικρού αριθμού των γνωστών πληθυσμών του, για ορισμένους από τους οποίους δεν υπάρχουν παρά μόνο παλαιά δεδομένα που αναφέρονται στις αρχές του 1900, του μικρού συνολικού αριθμού των ατόμων που δεν ξεπερνούν τα 5.000, της πολύ μικρής έκτασης που καταλαμβάνουν οι πληθυσμοί του και της εκτίμησης ότι οι πληθυσμοί θα συρρικνωθούν περαιτέρω στο εγγύς μέλλον εξαιτίας δράσεων που σχετίζονται με την αξιοποίηση της γη, την αποταμίευση ή την διευθέτηση υδάτων και την ξηρασία που μπορεί να οφείλεται σε κλιματικές αλλαγέ.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η σωστή αξιοποίηση των υδάτων, ακόμη και στις περιπτώσεις πηγών ήσσονος σημασίας ή μικρής εποχιακής ροή, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η οποιαδήποτε διευθέτηση στους φυτικούς και ζωικούς πληθυσμούς και στο περιβάλλον γενικότερα. Εποχιακά τέλματα και δολίνες ή πόλγες που συγκρατούν το νερό της βροχής συχνά φιλοξενούν σπάνια είδη φυτών και οποιαδήποτε ανθρώπινη επέμβαση θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά πριν πραγματοποιηθεί.</p><p>Προτείνεται ακόμη η βοτανική έρευνα περιοχών της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδα, ώστε να αναζητηθούν περισσότεροι πληθυσμοί του Convolvulus mairei, ή να καταγραφούν τα νεότερα δεδομένα παλαιών πληθυσμών του. Η ήπια βόσκηση στις περιοχές που φύεται το είδος θα πρέπει να διατηρηθεί, αφού αποτελεί έναν τρόπο διαχείρισης της βλάστησης και αποτρέπει την υπέρμετρη ανάπτυξη ξυλωδών ειδών ή πυκνής κάλυψης της εδαφικής επιφάνειας με ποώδη είδη, που ενδεχομένως ανταγωνίζονται τον C. mairei .</p><p>Το είδος δεν φαίνεται να έχει ανθοκομικό ενδιαφέρον και η ομοιότητά του με το C. arvensis το καθιστά ενδεχομένως ανεπιθύμητο σε καλλιέργειες και Βοτανικούς Κήπου. Εν τούτοι, η ex situ διατήρησή του σε εξειδικευμένα Ινστιτούτα και Κήπους αποτελεί ένα ενδεικνυόμενο μέτρο προστασίας του, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ορισμένοι φυσικοί πληθυσμοί απειλούνται με συρρίκνωση ή εξαφάνιση.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç &amp; Ευάγγελοç Παρασκευόπουλοç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC5CFEE9D9B2FE833CBEFBC9	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC5AFEEBD9B2FE833CBDFBE5.text	0397C81BBC5AFEEBD9B2FE833CBDFBE5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Coriaria myrtifolia L.	<div><p>Coriaria myrtifolia L.</p><p>Coriariaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Coriaria myrtifolia L., Sp. Pl. 2: 1037 (1753).</p><p>Λεκτότυποç (Ohba in Jarvis &amp; al. 1993, Regnum Veg. 127: 37): [Γαλλία] "Habitat Monspelii" [Herb. Linn. no. 1192.1 (LINN)].</p><p>Περιγραφή: Θάμνος λείο. Κλάδοι 1-3 m, συνήθως τοξοειδεί, βλαστοί σχεδόν όρθιοι με ελαφρώς τετραγωνική διατομή. Φύλλα 3-6 cm, ωοειδώς λογχοειδή, οξέα ή ακιδωτά, άμισχα, αντίθετα ή σπανίως σε σπονδύλους των 3-4. Ταξιανθίες βότρει, μήκους 2-5 cm κατά την άνθηση, μακρύτερες κατά την καρποφορία, μασχαλιαίες ή στην απόληξη βραχέων οριζόντιων κλάδων. Άνθη πενταμερή, άρρενα, θήλεα και ερμαφρόδιτα, με αρκετά εμφανή αρχικά στοιχεία στημόνων στα θήλεα και καρποφύλλων στα άρρενα. Σέπαλα 5 ελεύθερα, ωοειδή, οξέα, παραμένοντα. Πέταλα 5 ελεύθερα, πράσινα, βραχύτερα των σεπάλων κατά την άνθηση, τα οποία μεγαλώνουν, γίνονται σαρκώδη και αποκτούν χρώμα βαθύ ερυθροκάστανο κατά την καρποφορία, ισχυρώς τροπιδωτά στην εσωτερική πλευρά, περικλείοντα τον καρπό μέχρι την ωρίμανση, τελικά αποχωριζόμενα για την αποκάλυψή του. Στήμονες 10, καρπόφυλλα 5 επιφυή, ελεύθερα, με μία σπερμοβλάστη. Γόνιμοι στήμονες εξέχοντε, κατανεύοντε, άγονοι στήμονες έγκλειστοι, όρθιοι. Στύλοι ελεύθεροι, νηματοειδεί, οι γόνιμοι εξέχοντες κατά πολύ. Καρπός συγκάρπιο από αχαίνια μήκους 4 mm με επιμήκεις προεξοχές (ράχει), στιλπνά, μαύρα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 80 (Oginuma &amp; al. 1991).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάρτιος - Απρίλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η οικογένεια Coriariaceae περιλαμβάνει είδη εξαπλωμένα στην Κ. και Ν. Αμερική, την Παραμεσόγειο περιοχή, τα Ιμαλάια και την Α. Ασία, τη Νέα Γουινέα και τη Νέα Ζηλανδία, εμφανίζοντας μία χαρακτηριστική διακεκομμένη περιοχή εξάπλωσης (Morley 1978). Η Coriaria myrtifolia είναι το μόνο παραμεσόγειο είδος της οικογένεια, με εξάπλωση στην Ισπανία (και τις Βαλεαρίδες νήσου), τη Γαλλία, την Ιταλία, το Μαρόκο, την Αλγερία και την Τυνησία, στην τελευταία όμως με αμφίβολη την ιθαγένειά του. Επίση, στην Πορτογαλία θεωρείται εγκλιματισμένο επιγενές (Greuter &amp; al. 1986). Στην Ελλάδα φύεται στους ΝΑ. πρόποδες του όρους Πάρνηθα, στην τοποθεσία Τατόι (Δεκέλεια), του νομού Αττική. Υπάρχει επίσης δείγμα βοτανικής συλλογής του έτους 1936 από τη Μεγαλόπολη του νομού Αρκαδία, στην Πελοπόννησο. Οι θέσεις αυτές στην Ελλάδα αποτελούν τα ανατολικότερα γνωστά όρια εξάπλωσης του είδου, το οποίο έχει την κύρια περιοχή εξάπλωσής του στο δυτικό παραμεσόγειο χώρο (Γιαννίτσαρος &amp; Βασιλειάδης 1994β). Μία ακόμη τοποθεσία για το είδος αυτό δίνεται από τον Borkowsky (1994), ο οποίος το αναφέρει από την Παλαιοκαστρίτσα της Κέρκυρα.</p><p>Βιότοποç: Η Coriaria myrtifolia στις ευρωπαϊκές χώρες της Δ. Μεσογείου φύεται σε ξηρά δάση, σε θαμνώνες μεταξύ αγρών και σε βραχώδεις θέσεις (Webb 1968b). Στην Αλγερία εμφανίζεται σε δάση, σε θαμνώνες μεταξύ αγρών και στα κράσπεδα εποχιακών ρεμάτων (Quézel &amp; Santa 1963). Στην Δεκέλεια της Πάρνηθας η C. myrtifolia αναπτύσσεται σε ένα σκιερό και σχετικά υγρό τμήμα δάσους Pinus halepensis, κοντά σε εποχιακό ρέμα και σε υψόμετρο περίπου 450 m. Τα φυτά φύονται στα κράσπεδα δασικού δρόμου, που βρίσκεται δίπλα στο ρέμα, αλλά και μέσα σε αυτό και την κοίτη του, όπου η υγρασία είναι μεγαλύτερη. Στην τοποθεσία αυτή, εκτός από υψηλά δέντρα της Pinus halepensis, άλλα είδη που συνυπάρχουν με την Coriaria myrtifolia είναι: Platanus orientalis, Myrtus communis, Quercus ilex, Hedera helix, Smilax aspera, Lonicera implexa, Bupleurum fruticosum, Styrax officinalis, Fraxinus ornus, Pistacia lentiscus, Arbutus unedo, Arbutus andrachne, Phillyrea latifolia, Cercis siliquastrum, Hippocrepis emerus subsp. emeroides, Olea europaea subsp. oleaster, Brachypodium sylvaticum, Asparagus acutifolius, Cistus creticus, C. salviifolius κ.ά. Η ευρύτερη περιοχή κυριαρχείται από το δάσος της Pinus halepensis με υπόροφο κυρίως από διάφορα είδη φρυγάνων. Ο Borkowsky (1994) αναφέρει ως βιότοπο του φυτού στην Παλαιοκαστρίτσα της Κέρκυρας τα κράσπεδα ενός θαμνώνα.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Coriaria είναι το μόνο γένος της οικογένειας Coriariaceae και περιλαμβάνει 5 έως 20 είδη, ανάλογα με την ταξινομική θεώρηση (Yokoyama &amp; al. 2000). Ωστόσο, η C. myrtifolia είναι ένα σαφώς διακριτό είδος από τα υπόλοιπα της οικογένεια. Πρόκειται για ένα παλαιομεσογειακό ξυλώδες φυτό με τοξικούς καρπού, του οποίου οι καταβολές ανάγονται στο Ολιγόκαινο (Palamarev 1989).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός της Δεκέλειας της Πάρνηθας είναι αρκετά μεγάλος αλλά δεν είναι εύκολος ο ακριβής υπολογισμός των ατόμων της Coriaria myrtifolia, επειδή σχηματίζει πυκνές συστάδες λόγω βλαστητικού πολλαπλασιασμού τη. Υπολογίζεται όμως ότι είναι σαφώς λιγότερα από 1000 άτομα. Η παρουσία του φυτού σε αυτή και σε γειτονική τοποθεσία της Πάρνηθα, με την ονομασία Χήνα, πιστοποιείται και από δείγματα ερμπαρίου των ετών 1930 καί 1932 του Λεωνίδα Πινάτση. Ένα άλλο δείγμα στο ερμπάριο του Χαράλαμπου Διαπούλη φέρει την ένδειξη "Μεγαλόπολι, Απρίλιος 1936". Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του είδους στην Πελοπόννησο, τουλάχιστον παλαιότερα. Η πρώτη ίσως αναφορά στο είδος από την Ελλάδα ανήκει στους Γάλλους Chaubard &amp; Bory de Saint Vincent (1838), που έγραψαν: "πολύ πυκνές συστάδες σε πολλά σημεία των χαμηλών περιοχών", χωρίς να δώσουν άλλες πληροφορίε. Δυστυχώς δε γνωρίζουμε αν το φυτό εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα και ποια είναι η κατάσταση του πληθυσμού του στην περιοχή της Μεγαλόπολη, όπως και του πληθυσμού της Παλαιοκαστρίτσας της Κέρκυρα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Σύμφωνα με το κριτήριο D2 των κατηγοριών επικινδυνότητας της IUCN (2001) το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης εμφάνισής του στον ελληνικό χώρο. Οι κυριότεροι κίνδυνοι που απειλούν τους πληθυσμούς της Coriaria myrtifolia στην Ελλάδα είναι οι δασικές πυρκαγιές και η καταστροφή του βιοτόπου όπου φύεται για διάφορους λόγους (εκχέρσωση, διάνοιξη και διαπλάτυνση δρόμων κ.ά.).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι πληθυσμοί του φυτού στην περιοχή της Μεγαλόπολης Αρκαδίας και της Παλαιοκαστρίτσας Κέρκυρας πρέπει να αναζητηθούν και να καταγραφούν, εφόσον ακόμα υπάρχουν. Επίση, πρέπει να ερευνηθεί η ευρύτερη περιοχή κοντά στη Δεκέλεια για τον πιθανό εντοπισμό και άλλων θέσεων του. Σπέρματα από τα φυτά της Πάρνηθας και των άλλων πληθυσμών πρέπει να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Ακόμη, προτείνεται το είδος να καλλιεργηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ώστε να μπορέσει να επανεισαχθεί στην περίπτωση που ο πληθυσμός του καταστραφεί από φωτιά ή άλλη αιτία.</p><p>Αρτέμιοç Γιαννίτσαροç &amp; Διονύσιοç Βασιλειάδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC5AFEEBD9B2FE833CBDFBE5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC58FEE5D9B2FF6A3CBEFE16.text	0397C81BBC58FEE5D9B2FF6A3CBEFE16.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Corydalis thasia (Stoj. & Kitan.) Stoj. & Kitan.	<div><p>Corydalis thasia (Stoj. &amp; Kitan.) Stoj. &amp; Kitan.</p><p>Fumariaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Corydalis thasia (Stoj.&amp;Kitan.)Stoj.&amp;Kitan. in God.Sofijsk.Univ.Fiz.-Mat.Fak.3(Estestv.Istorija)41:304 (1945).</p><p>Τύποç: [Ελλά (NAe), Νήσος Θάσο]: έχει περιγραφεί από την νήσο Θάσο (Ολότυπο: SOM).</p><p>Συνώνυμα: Corydalis tenella Ledeb. var. thasia Stoj. &amp; Kitan. in Izv. Bulg. Bot. DruZ. 9: 95 (1943).</p><p>C. solida (L.) Clairv. subsp. longicarpa Lidén in Willdenowia 26(1-2): 27 (1996), η οποία έχει περιγραφεί από φυτά της Άνδρου.</p><p>Περιγραφή: Πολυετή, λεία πόα με συμπαγή, πολυετή κόνδυλο. Στελέχη λεπτά, 10-15(-25) cm, με ένα λέπιο κοντά στη βάση του, συνήθως χωρίς διακλαδώσει. Φύλλα λεπτά, δισχιδή έως τρισχιδή με εμφανή έμμισχα φυλλάρια, τα οποία είναι ευρέως αντωοειδή, διηρημένα σε τρεις αμβλείς λοβού. Άνθη 3-12 σε ταξιανθία βότρυ, ο οποίος γίνεται επιμήκης και χαλαρός κατά την καρποφορία. Ποδίσκοι αφιστάμενοι έως καμπτόμενοι, μήκους 5-10(-15) mm ή κατά την αρχή της άνθησης βραχύτεροι. Βράκτια βαθέως διαχωριζόμενα με οξύληκτους λοβού, ενίοτε ασαφώς οδοντωτά. Άνθη πορφυροϊώδη, με πορφυρές απολήξεις στα εξωτερικά πέταλα, πλήκτρο του ανώτερου πετάλου μήκους 12-16 mm, το χαμηλότερο πέταλο 12- 15 mm, ευθύ, χωρίς σάκο (ύβωμα), με ακέραια κορυφή. Στήμονες 2. Κάψα 20-25 x 2-3 mm περιλαμβάνουσα ένα ευθύ ράμφος μήκους 4-8 mm, με 2-4 σπέρματα. Ώριμα σπέρματα δεν έχουν παρατηρηθεί μέχρι στιγμή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Μάρτιο έως τις αρχές του Απριλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Γνωστό μόνο από δύο νήσους του Αιγαίου: την Θάσο στο Β. Αιγαίο και την Άνδρο, στις ΒΔ. Κυκλάδε. Στη Θάσο έχει βρεθεί πρόσφατα σε δύο θέσεις στο όρος Υψάριο, περίπου 3 km ΒΑ. του χωριού Μαριέ.</p><p>Βιότοποç: Η Corydalis thasia αναπτύσσεται στο όρος Υψάριο της Θάσου σε μία σκιερή, ασβεστολιθική, απότομη πλαγιά, σε υψόμετρο 630 m, ενώ στη θέση κοντά στις Μαριές εμφανίζεται σε μία ρεματιά, επάνω σε σχιστόλιθο, σε υψόμετρο 450 m. Και στις δύο θέσεις τα φυτά βρίσκονται σε δάσος Pinus halepensis subsp. brutia και P. nigra . Ο Lidén (2002) αναφέρει για το είδος το υψόμετρο των 100-1.100 m.</p><p>Στην Άνδρο, η C. thasia βρίσκεται αποκλειστικά ανάμεσα σε διάσπαρτους θάμνου, σε υγρές περιοχές στις ανώτερες βόρειες πλαγιές του υψηλότερου όρους Κουβαρά, σε υψόμετρο 500-800 m. Το έδαφος είναι μαλακός σχιστόλιθος και η υγρή κατάσταση διατηρείται από την ομίχλη και τα σύννεφα, τα οποία δημιουργούνται από το ανερχόμενο ρεύμα του βόρειου ανέμου, ο οποίος επικρατεί για μία μεγάλη περίοδο του έτου.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Corydalis thasia δεν είχε αναγνωρισθεί ως ξεχωριστό taxon μέχρι το 1943, οπότε περιγράφηκαν τα φυτά της Θάσου. Τα φυτά της Άνδρου διαφέρουν από αυτά της Θάσου στο ότι έχουν περισσότερο ακέραια τα εξωτερικά πέταλα και λιγότερο διαχωριζόμενα βράκτια. Αρχικά θεωρήθηκαν από τον Lidén (l996) ως μία τοπική ταξινομική μονάδα της C. solida, αλλά κατόπιν περαιτέρω μελέτης από τον ίδιο συγγραφέα προσδιορίσθηκε (Lidén 2002) ως το ίδιο είδος με αυτό της Θάσου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην νήσο Άνδρο η Corydalis thasia είναι εξαπλωμένη σε έναν πληθυσμό που εκτείνεται σε τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες μέτρων και αποτελείται από μερικές εκατοντάδες και πιθανόν χιλιάδες ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος θεωρείται Τρωτό (VU) σύμφωνα με τον κατάλογο ερυθρών δεδομένων της IUCN (2001), επειδή εμφανίζεται σε δύο μόνο, μικρές περιοχέ. Η περαιτέρω ανάπτυξη ενός πυκνότερου δάσους στη μία ή και στις δύο περιοχές όπου το είδος απαντά, πιθανόν θα επηρεάσει αρνητικά την Corydalis thasia, όπως το ίδιο αρνητική μπορεί να είναι και μία καταστροφή των δένδρων και των θάμνων από μία πυρκαγιά σε τοπικό επίπεδο.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Δεν έχει ληφθεί κανένα ειδικό μέτρο προστασίας μέχρι σήμερα. Η βόρεια πλαγιά του όρους Κουβαρά στην Άνδρο φιλοξενεί μία λειμώνια βλάστηση πολύ σπάνια στην περιοχή, με π.χ. Paeonia mascula subsp. hellenica, Geocaryum macrocarpum, Equisetum telmateia και Doronicum orientale . Ολόκληρη η βόρεια πλαγιά προτείνεται ως υποψήφια για τον χαρακτηρισμό της ως 'απόθεμα της φύση ' από τους Snogerup &amp; al. (2006). Η κατάσταση του πληθυσμού στη Θάσο είναι λιγότερο γνωστή και θα πρέπει να μελετηθεί περαιτέρω.</p><p>Sven Snogerup &amp; Britt Snogerup</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC58FEE5D9B2FF6A3CBEFE16	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC56FEE6D9B2FE833CB6FA47.text	0397C81BBC56FEE6D9B2FE833CB6FA47.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crepis arcuata Kamari & Strid	<div><p>Crepis arcuata Kamari &amp; Strid</p><p>Compositae</p><p>Crepis arcuata Kamari &amp; Strid in Willdenowia 19: 79 (1989).</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΝC), Μακεδονία, Noμός Πέλλη] "Mt. Kajmakcalan, E of the summit, 2400 m, gravelly slope, micaceous schist", 22 Jul. 1985, Strid 24858 (Ολότυπο: C. Ισότυποι: B, G, LD, UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, με εύρωστη, ξυλώδη, βραχεία βάση, στην οποία στηρίζεται ρόδακας oλίγων φύλλων και 1-3 ανθοφόροι βλαστοί. Βλαστός εύρωστο, βραχύ, ύψους 15(-17) cm, χωρίς διακλαδώσεις ή σπανίως με 1-2 διακλαδώσει, έντονα καμπτόμενος προς τα άνω, καλυμμένος αραιώς με λευκές μη αδενώδεις ή με λίγες κιτρινοκάστανε, αδενώδεις τρίχε. Φύλλα βάσης ολιγάριθμα, (3-)5-10 x (0,5-)1-1,5(-2) cm, συνήθως παραμένοντα μετά την περίοδο της καρποφορία, πράσινα, ελαφρώς οδοντωτά με λίγες εγκολπώσεις και λοβού, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, τρίχωμα όμοιο με αυτό των βλαστών. Περίβλημα κεφαλίου 10-15 x 8-12(-14) mm, ευρέως κωδωνοειδέ, εξ ολοκλήρου καλυμμένο με επιμήκει, ελαφρώς καστανοκίτρινε, αδενώδεις και απλές τρίχε. Εσωτερικά βράκτια περιβλήματος 12-13, βαθυπράσινα, εξωτερικά με τρίχωση όπως αυτή των φύλλων και επιπλέον με μερικές μακρές βαθυκάστανες αδενώδεις ή μη τρίχες στο κεντρικό κυρίως νεύρο των βρακτίων, λεία εσωτερικά. Δίσκος ανθοδόχης τριχωτός με λαμπερέ, λευκές τρίχε. Στεφάνη μήκους 15-20 mm, με γλωσσίδια πλάτους μέχρι 3(-3,5) mm, εντόνως χρυσοκίτρινα έως ερυθροκίτρινα. Αχαίνια καστανά, μήκους 4,5-5,5(-6) mm με περίπου 15 ραβδώσει. Πάππος μήκους 5-6 mm, λευκωπό.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 10 (Kαμάρη, αδημοσίευτα στοιχεία).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος και Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Γνωστό μόνο από τον locus classicus, την κορυφή του όρους Βόρας (Καϊμάκ Τσαλάν = Kajmakcalan). Η Crepis arcuata θεωρείται μέχρι σήμερα ενδημικό της Ελλάδα, αλλά καθώς η κορυφή του όρους Βόρας εν μέρει ανήκει στην FYROM, πιθανά το είδος αυτό να φύεται και στην γειτονική χώρα. Πάντω, η εμφάνισή της εκεί χρειάζεται επιβεβαίωση.</p><p>Βιότοποç: Η Crepis arcuata αναπτύσσεται σε αδρό χαλικώδε -αμμώδε έδαφο, αποτελούμενο από μαρμαρυγιακούς σχιστολίθους και γνεύσιους (και τα δύο όξινα πετρώματα), σε υψόμετρο από 2.400 m μέχρι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στην κορυφή του όρους Βόρας (Καϊμάκ Τσαλάν 2.520 m), καθώς και στην κορυφή Κουτσούμπεη (2.440 m). Η περιοχή στην οποία απαντά η C. arcuata είναι συνήθως καλυμμένη με χιόνι από τα τέλη Οκτωβρίου έως τον Μάιο, ενώ τους υπόλοιπους μήνες παραμένει ξηρή, με έντονες κλιματικές διακυμάνσεις (θερμοκρασία, άνεμος κ.λπ.). Ως εκ τούτου, στην περιοχή η βλάστηση είναι μόνο ποώδη, σχηματίζουσα αλπικά λιβάδια, που αποτελούνται κυρίως από Nardus stricta και Festuca sp., ενώ το καλοκαίρι απαντούν ανθισμένα, εκτός της C. arcuata, λίγα ακόμη φυτά όπως είναι τα: Gentiana punctata, Geum montanum, Cyanus triumfetii, Scorzonera rosea subsp. peristerica, Senecio squalidus, Veratrum album s.l., Viola frondosa και διάφορα είδη Hieracium .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Crepis arcuata είναι συγγενής με την C. conyzifolia (Gouan) A. Kerner, ένα taxon με εξάπλωση από τα Πυρηναία μέχρι τα Καρπάθια και τα όρη της Κ. Βαλκανικής Χερσονήσου, το οποίο εμφανίζει τη νοτιότερη εξάπλωσή του στα ελληνικά όρη Μπέλες (Κερκίνη) και Ροδόπη. Η C. conyzifolia είναι ένα πολύμορφο είδος με σημαντική μορφολογική ποικιλομορφία στην Βαλκανική Χερσόνησο. Ορισμένες μορφές του έχουν περιγραφεί ως ιδιαίτερα taxa. Από όλα αυτά, η var. macedonica Stoj. &amp; Stefan. ομοιάζει περισσότερο με την C. arcuata, κυρίως στο μέγεθος των φυτών και την κοινή προτίμησή τους στο σχιστολιθικό έδαφο. Η μελέτη πολυάριθμου υλικού, κυρίως από τις βοτανικές συλλογές της Σόφιας (SO) και του Plovdiv, από ελληνικά και βουλγαρικά όρη (Μπέλλε, Ροδόπη, Stara Planina κ.ά.) έδειξε αφενός την μεγάλη ποικιλομορφία της C. conyzifolia και αφετέρου την σημαντική διαφοροποίησή της από την C. arcuata (Kamari &amp; Strid 1989, Kamari 1991).</p><p>Η Crepis arcuata ομοιάζει, επίση, με την C. schachtii Babcock, η οποία έχει περιγραφεί (Babcock 1947b) από την βουλγαρική πλευρά του όρους Όρβηλος (Alibotusch), και λιγότερο με την C. macedonica Kitan., η οποία έχει περιγραφεί από τα σύνορα Αλβανίας και FYROM (Kitanov 1950). Η τελευταία, όμω, ομοιάζει περισσότερο με την C. baldaccii Halácsy (Kamari &amp; Strid 1989, Kamari 1991). Η C. arcuata διαφέρει από όλα τα ανωτέρω taxa, κυρίω, από τους σχεδόν αδιακλάδωτου, άφυλλου, καμπτόμενους βλαστού, τα μεγάλα κεφάλια και τα άνθη με έντονο χρυσοκίτρινo έως ερυθροκίτρινο χρώμα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Crepis arcuata σχηματίζει, συνήθω, μικρές πυκνές ομάδες λίγων ατόμων, πιθανώς εξαιτίας της εντατικής βόσκησης από αιγοπρόβατα και αγελάδε, που βόσκουν ανεξέλεγκτα στην περιοχή. Από κάθε ομάδα ατόμων της C. arcuata ελάχιστα επιτυγχάνουν να ολοκληρώσουν τον βιολογικό τους κύκλο και να δημιουργήσουν ικανοποιητικόν αριθμό σπερμάτων. Η εμφάνιση αρκετού αριθμού νεαρών ατόμων με ρόδακε, αποδεικνύει ότι η αναπαραγωγή του είδους γίνεται κυρίως βλαστητικά. Τα περισσότερα φυτά αναπτύσσονται κοντά σε πετρώδεις θέσεις (σπάνιε στην περιοχή), με νότια έκθεση. Οι βόρειες πλαγιές του όρους Βόρα, είναι οι μόνες που δεν έχουν μελετηθεί από τους συγγραφεί, καθόσον βρίσκονται στην γειτονική χώρα FYROM.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Τα άνθη, και συχνά ολόκληρα τα φυτά των ειδών του γένους Crepis, καταστρέφονται από τη βόσκηση και επομένω, καθίσταται σχεδόν αδύνατη, κάθε αναπαραγωγή από αχαίνια. Ειδικότερα, στην περίπτωση της C. arcuata η εγγενής αναπαραγωγή του είδους είναι σχεδόν μηδενική, αφού στην περιοχή τον μεν χειμώνα υπάρχει ένα οργανωμένο κέντρο για σκι, το δε καλοκαίρι όλη η περιοχή βόσκεται εντατικά τόσο από κοπάδια αιγοπροβάτων (Ελλήνων και αλλοδαπών κτηνοτρόφων), όσο και από κοπάδια αγελάδων, τα οποία τρώγουν ή καταπατούν τα φυτά. Μετά από επανειλημμένες προσπάθειες εντοπισμού του είδου, κατά τα προηγούμενα έτη, καταφέραμε μόλις στις 27 Αυγούστου 2007 να εντοπίσουμε λίγους ρόδακες φύλλων (περίπου 50) και από αυτούς μόνο 2 άτομα ώριμα, το ένα σε καρποφορία και το δεύτερο με ανώριμο κεφάλιο. Τον Ιούλιο του 2008 παρατηρήθηκαν και φωτογραφήθηκαν πολυάριθμα φυτά (περίπου 1.000) σε ανθοφορία. Όμω, ένα μήνα αργότερα ελάχιστα φυτά (λιγότερα από 50) είχαν απομείνει ακέραια και με σχηματισμένα αχαίνια. Επιπλέον, ο πληθυσμός είναι υπό άμεση απειλή, καθώς αναμένεται να πραγματοποιηθεί προγραμματισμένη επέκταση των εγκαταστάσεων αθλητισμού και αναψυχή, η διάνοιξη νέων δρόμων κ.ά.</p><p>Προτείνεται το είδος να χαρακτηρισθεί ως Κινδυνεύον (ΕΝ), καθόσον πληροί τα κριτήρια Β1a,b,c+2a,b,c και C2a(i,ii),b της IUCN (2001), λόγω της πολύ περιορισμένης συνολικής περιοχής εμφάνισής του και του μικρού αριθμού ωρίμων ατόμων του, τα οποία καταγράφηκαν κατά την παρακολούθησή του για 3 συνεχή έτη.</p><p>Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995) το είδος αναφέρεται (Kamari 1995a) ως Τρωτό (Vulnerable), αφού δεν ήσαν τότε γνωστές οι έντονες απειλές που υφίσταται.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για την Crepis arcuata, παρότι η περιοχή εξάπλωσής της περιλαμβάνεται στην περιοχή του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (GR1240001), ως Περιοχή Κοινοτικού Ενδιαφέροντος (SCI) και Περιοχή Ειδικής Προστασίας (SPA). Γενικότερα, είναι δύσκολο να προστατευθούν τα είδη του γένους Crepis, τα οποία αποτελούν ιδανική τροφή των ζώων. Θα πρέπει λοιπόν να προστατευθεί τουλάχιστον μέρος του βιοτόπου της C. arcuata, κάτι πολύ δύσκολο για την συγκεκριμένη περιοχή. Προτείνεται, ως εκ τούτου, να οριοθετηθεί μια μικρή περιοχή προστασία, ως μικροαπόθεμα (micro-reserve), στην οποία θα γίνεται η παρακολούθηση του είδους αυτού μακροπρόθεσμα, κάτι που θα παρέχει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του. Είναι απολύτως αναγκαία η μελέτη της βιολογίας του είδους και η αναζήτηση περισσοτέρων υποπληθυσμών ή ευρύτερων περιοχών εξάπλωσής του, διότι είναι πιθανό να χρειασθεί η ένταξή του σε υψηλότερη κατηγορία κινδύνου (Κρισίμω Κινδυνεύον) στο εγγύς μέλλον. Τέλο, κρίνονται χρήσιμες οι προσπάθειες της e x situ προστασίας της Crepis arcuata, με την καλλιέργεια της σε Βοτανικούς Κήπους και Ερευνητικά Κέντρα, καθώς και με την διατήρηση αχαινίων της σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Αντώνιοç Καρύδαç &amp; Ιωάννηç Συλλιγνάκηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC56FEE6D9B2FE833CB6FA47	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC53FEE0D9ABFE833CB6FBC8.text	0397C81BBC53FEE0D9ABFE833CB6FBC8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crepis athoa Boiss.	<div><p>Crepis athoa Boiss. Τρωτό (VU)</p><p>Compositae</p><p>Crepis athoa Boiss., Diagn. Pl. Orient. 11: 57 (1849).</p><p>Λεκτότυποç (Kamari 1991: 591): [Ελλά (ΝΕ), Χερσόνησος Αγίου Όρου] "in rupibus montis Athonis", Aucher 3277 (G-BOIS. Ισολεκτότυποι: K, MPU).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο, με πασσαλώδη, ξυλώδη ρίζα, με πολλά νεκρά φύλλα παλαιοτέρων ετών στην βάση του βλαστού. Ανθοφόροι βλαστοί πολυάριθμοι, όρθιοι, ύψους μέχρι 35 cm, με λίγες μακρές και λεπτές διακλαδώσει. Φύλλα βάσης πολυάριθμα, διαστάσεων μέχρι 13 x 2 cm, αντιλογχοειδή, οδοντωτά έως πτεροειδή, οξύληκτα, λεία ή τριχωτά στην βάση. Φύλλα βλαστού λιγοστά, γραμμοειδή, ακέραια. Περίβλημα κεφαλίου διαστάσεων 8-10 x 6-8 mm, κωδωνοειδέ, καλυμμένο με πυκνό τρίχωμα. Εξωτερικά βράκτια 8-12, άνισα, μήκους μικροτέρου του 1/2 αυτού των εσωτερικών, γραμμοειδή, βαθυπράσινα. Εσωτερικά βράκτια 12-15, λογχοειδή, οξύληκτα, βαθυπράσινα έως σχεδόν μελανά, αραιώς τριχωτά στην εσωτερική επιφάνεια, σχηματίζοντα καρίνα και ελαφρώς παχυνόμενα κατά την ωρίμανση. Ανθοδόχη κυψελωτή, με λεπτές τρίχε. Στεφάνη (12-)16-20 mm, με γλωσσίδια πλάτους μέχρι 2 mm, κίτρινα. Αχαίνια 4-5 mm, χρυσοκάστανα, με περίπου 16 λεπτές γραμμώσει.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 10 (Kamari &amp; Greuter 2000).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη Ιουνίου έως τα μέσα Αυγούστου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Crepis athoa είναι τοπικό ενδημικό είδος του όρους Άθωνα, στη χερσόνησο του Αγίου Όρους της Χαλκιδική.</p><p>Βιότοποç: Η Crepis athoa φύεται σε πετρώδη θέσεις και σχισμές βράχων σε ασβεστολιθικά πετρώματα της υπαλπικής ζώνη, από τα 1.500 m μέχρι περίπου τα 1.900 m. Έχει ευρεία εξάπλωση στην ανωδασική ζώνη του όρου, αλλά απαντά κυρίως στη νότια πλευρά του βραχώδους κώνου του Άθωνα.</p><p>Σπανιότερα εμφανίζεται σχηματίζοντας μικρές ομάδε, σε πετρώδη διάκενα λίγο χαμηλότερα από το δασοόριο (1.350-1.500 m), ανάμεσα σε δενδρώδη είδη, όπως τα Abies borisii-regis και Pinus nigra subsp. nigra, αλλά και θαμνώδη είδη όπως τα Juniperus foetidissima, J. communis subsp. hemisphaerica .</p><p>Στην υπαλπική ζώνη απαντά ανάμεσα σε διαδεδομένα θαμνώδη είδη της βραχώδους κορυφής όπως τα Astragalus angustifolius subsp. pungens, Prunus prostrata και Pterocephalus perennis subsp. perennis . Φύεται μαζί με άλλα σημαντικά ποώδη φυτά, όπως τα βαλκανικά ενδημικά Dianthus petraeus subsp. οrbelicus, Erysimum pusillum, Linum elegans, Silene waldsteinii, τα ελληνικά ενδημικά Euphorbia deflexa, Centranthus longiflorus subsp. junceus και τα τοπικά ενδημικά Aubrieta erubescens, Linum olympicum subsp. athoum, Viola athois, Centaurea athoa subsp. athoa και Satureja athoa (Καρύδα 2007).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Crepis athoα, σύμφωνα με τον Babcock (1947b), ανήκει στην subsectio Strictae, η οποία περιελάμβανε 4 είδη, τα: C. turcomanica Krasch., το οποίο φύεται στο Τουρκμενιστάν, ο χρωμοσωματικός του αριθμός είναι άγνωστος και δεν έχει καμία φυτογεωγραφική σχέση με τα υπόλοιπα taxa της ομάδα, την αναφερόμενη ως C. crocifolia Boiss. &amp; Heldr., η οποία, όμω, όπως αποδείχθηκε (Κamari &amp; Greuter 2000) αποτελεί κυτταρολογικά (2 n = 18) και μορφολογικά ιδιαίτερο γένο, με το είδος Phitosia crocifolia Κamari &amp; Greuter και τέλος την C. guioliana Babc., η οποία φύεται στην Β. Πίνδο.</p><p>Η C. athoα (2 n = 2x = 10) είναι αντίστοιχο taxοn της C. guioliana Babc. (2 n = 2x = 10). Τα δύο taxa έχουν πολλές μορφολογικές ομοιότητες (όμω όλα τα μορφολογικά μεγέθη είναι μεγαλύτερα στην C. guioliana) και την ίδια μορφολογία καρυοτύπου (Κamari &amp; Greuter 2000). Επιπλέον, οι φυτογεωγραφικές εξαπλώσεις τους είναι διαφορετικές και η C. guioliana απαντά αποκλειστικώς σε σερπεντινικά πετρώματα, ενώ η C. athoα αποκλειστικώς σε ασβεστολίθου.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Crepis athoα σχηματίζει ένα μεγάλο και ενιαίο πληθυσμό στην ανώτερη ζώνη του όρους Άθωνα. Τα φυτά είναι διάσπαρτα και ο ακριβής αριθμός του, που εμφανίζεται στις βραχώδεις εξάρσει, είναι δύσκολο να υπολογισθεί. Συνολικώς παρατηρήθηκαν αρκετές εκατοντάδες άτομα, που ίσως υπερβαίνουν τα 1.000, τα οποία απαντούν κυρίως στην νότια πλευρά του Άθωνα (Καρύδα 2007).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: H Crepis athoα, σύμφωνα με τα κριτήρια Β1a,b και C2a(i,ii) της IUCN (2001), χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής της και του μικρού αριθμού των ωρίμων ατόμων του μοναδικού πληθυσμού τη. Το είδος αυτό δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιον άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης στο εγγύς μέλλον. Ο πληθυσμός του βρίσκεται μακριά από ανθρώπινες δραστηριότητε. Οι μοναδικές εξελίξει, που μπορεί να το επηρεάσουν αρνητικά, είναι η μικρής κλίμακας οικοδομική δραστηριότητα που παρατηρείται στην καρδιά του βιοτόπου του, στην περιοχή Παναγιά, για την κατασκευή ενός κτιρίου φιλοξενίας προσκυνητών. Η διαδικασία της κατασκευή, καθώς και η μεταφορά και απόθεση των οικοδομικών υλικών, είναι πιθανό να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον βιότοπο της Crepis athoα (Καρύδα 2007).</p><p>H περιοχή της υπαλπικής ζώνης του Άθωνα δεν υπόκειται σε βόσκηση από κοπάδια αιγοπροβάτων ή άλλων οικόσιτων χορτοφάγων ζώων, καθώς αυτό απαγορεύεται από την Μοναστική Κοινότητα. Παρόλα αυτά, έχουν παρατηρηθεί μερικές δεκάδες μουλάρια, τα οποία βόσκουν ελεύθερα σε διάφορα ανοίγματα δασών της ανώτερης ζώνη, καθώς και στην υπαλπική ζώνη του Άθωνα. Τα ζώα αυτά καταναλώνουν τα ανθοφόρα στελέχη, καθώς και τα ελκυστικά, για αυτά, τρυφερά και χυμώδη φύλλα της Crepis athoα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της εξάπλωσης του είδου, χωρί, όμω, αυτή η χαμηλής έντασης βόσκηση να θέτει σε υπερβολικό κίνδυνο την επιβίωση του πληθυσμού του (Καρύδα 2007).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η Crepis athoα περιλαμβάνεται στον Ερυθρό Κατάλογο της IUCN για την Ελλάδα και τον κόσμο, στον κατάλογο των σπανίων, απειλουμένων και ενδημικών φυτών του Συμβουλίου της Ευρώπη, στον Ευρωπαϊκό Ερυθρό Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλούμενων Ζώων και Φυτών, προστατεύεται από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ και το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.</p><p>Εντούτοι, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πρακτικά μέτρα προστασίας για την C. athoa . Θα πρέπει να αποφευχθούν οποιεσδήποτε ενέργειε, που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν τον βιότοπό τη. Έτσι, προτείνεται η κατάλληλη σήμανση των θέσεων, στις οποίες φύεται το εν λόγω είδος και η σύσταση να προστατεύεται από τους μοναχούς και τους επισκέπτε. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να εφαρμοσθεί και για τα υπόλοιπα, καθόλου λίγα, σπάνια είδη, τα οποία φύονται στο Άγιο Όρο. Ακόμη, η παρακολούθηση των φυτών μακροπρόθεσμα, θα παρείχε μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής του πληθυσμού του.</p><p>Τέλο, προτείνεται η e x situ προστασία του με την καλλιέργειά του σε Ερευνητικά Κέντρα, Πανεπιστήμια και Βοτανικούς Κήπου, καθώς και η διατήρηση αχαινίων του σε Τράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Γεωργία Καμάρη &amp; Αντώνιοç Καρύδαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC53FEE0D9ABFE833CB6FBC8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC51FEDDD9ABFE833CBEFCAA.text	0397C81BBC51FEDDD9ABFE833CBEFCAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crepis auriculifolia Spreng.	<div><p>Crepis auriculifolia Sieber ex Spreng.</p><p>Compositae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Crepis auriculifolia Sieber ex Spreng., Syst. Veg. 3: 634 (1826).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Λασιθίου] "Mt. Dhicti", Sieber 1817 (M, MO).</p><p>Συνώνυμα: Crepis raulinii Boiss., Diagn. Pl. Orient. 11: 58 (1849).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές με ξυλώδη, πασσαλώδη ρίζα και με πολλά νεκρά φύλλα παλαιοτέρων ετών στην βάση του βλαστού. Βλαστός συνήθως μονήρη, ανορθωμένο, ύψους μέχρι 20(-40) cm, διχοτομικά διακλαδιζόμενο. Φύλλα βάσεως σχηματίζοντα διακριτό ρόδακα, ποικίλα σε μέγεθο, 3-22 x 1,5-4(-6) cm, αντιλογχοειδή έως ελλειπτικά, αραιώς οδοντωτά ή ελαφρώς λοβωτά, με διάσπαρτες βραχείε, ισχυρέ, χωρίς αδένες τρίχες ή συχνά λεία, πράσινα. Φύλλα βλαστού ολιγάριθμα, συνήθως με την μορφή βρακτίων. Περίβλημα κεφαλίου διαστάσεων 9-14 x 6-12 mm, κυλινδρικό-κωδωνοειδέ. Εξωτερικά βράκτια περιβλήματος 0,3-0,7 φορές βραχύτερα των εσωτερικών, τα εσωτερικά πολυάριθμα (12-20), λογχοειδή, οξύληκτα, λευκωπά, χνοώδη με μερικές μακρύτερες αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες στο μεσαίο νεύρο και με πυκνέ, βραχείε, σχεδόν σκληρές τρίχες στην εσωτερική επιφάνεια. Ανθοδόχη πυκνώς τριχωτή με μακρές λαμπερές τρίχε. Στεφάνη μέχρι 17 mm μήκο, έντονα κίτρινη. Αχαίνια μήκους 5-6,5 mm, ατρακτοειδή, κιτρινοκάστανα, με 4-5 έντονες ραβδώσεις και 3-5 λεπτότερες γραμμώσεις μεταξύ αυτών.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 10 (Babcock 1947a,b, ως C. raulinii, Phitos &amp; Kamari 1974, Strid &amp; Franzén 1984, Baden 1984, Kamari 1984 και Tzanoudakis 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα μέσα Μαϊου μέχρι το τέλος Ιουλίου, αναλόγως του υψομέτρου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Crepis auriculifolia είναι ένα υπολειμματικό, ενδημικό είδος της Κρήτη. Αναπτύσσεται στις τρεις κύριες οροσειρές της νήσου και επίσης στα όρη Θρύπτης (Αφέντη Καβούσι), σε μικρούς διάσπαρτους υποπληθυσμού. Στο πρόσφατο παρελθόν πιθανόν να κατελάμβανε μία ευρύτερη περιοχή εξάπλωση, σε ολόκληρη την Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Η Crepis auriculifolia είναι ένα χασμόφυτο, που αναπτύσσεται σε ξηρέ, βραχώδεις πλαγιέ, κυρίως σε σχισμές και προεξοχές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο (200-)500-2.200 m, αλλά κυρίως συναντάται σε περιοχές υψηλών ορέων. Σε χαμηλότερα υψόμετρα τα φυτά αναπτύσσονται σε χαράδρες μαζί με άλλα ενδημικά, όπως τα Dianthus juniperinus s.l., Scorzonera cretica κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το είδος αυτό έχει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον, όπως και άλλα είδη του γένους Crepis, για τα, γενικότερου ενδιαφέροντο, φυτογεωγραφικά και κυτταροταξινομικά δεδομένα, τα οποία παρέχει για τον ελλαδικό χώρο. Η C. auriculifolia με 2 n = 10 χρωμοσώματα και συγχρόνως με πολλά αρχέγονα μορφολογικά γνωρίσματα, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα υπολειμματικό στοιχείο, περιορισμένο στην Κρήτη. Τo πιο στενά συγγενές της είδος είναι η, επίση, πολυποίκιλη C. baldaccii Halácsy s.l., η οποία φύεται στην Β. Ελλάδα και είναι ενδημικό της Βαλκανική. Έχουν αρκετές μορφολογικές ομοιότητες και τον ίδιο χρωμοσωματικό αριθμό, αλλά πολύ διαφορετική μορφολογία καρυοτύπου (Babcock 1947a,b, Phitos &amp; Kamari 1974, Kamari 1984).</p><p>Η C. auriculifolia είναι ένα ποικιλόμορφο είδο, ειδικά όσον αφορά στα χαρακτηριστικά των φύλλων και το ύψος των βλαστών και ενίοτε σχηματίζει μεγάλου, χλοώδει, προσκεφαλόμορφους σχηματισμού. Αυτά τα μεγαλύτερα φυτά είχαν αναγνωρισθεί από τον Boissier (1849) ως C. raulinii . Όμω, μελέτες που έγιναν σε πολυάριθμες συλλογέ, καθώς και η καλλιέργεια των φυτών, τα οποία συλλέχθηκαν από τις τρεις κύριες οροσειρές της Κρήτη, έδειξαν ότι οι δύο μορφές περιλαμβάνονται στα αποδεκτά όρια της ποικιλομορφίας της C. auriculifolia (Kamari 1991) .</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Καθώς τα φυτά αυτού του είδους Crepis βόσκονται εντατικά από τα ζώα, όπως συμβαίνει, επίση, με άλλα είδη του γένου, οι πληθυσμοί του μειώνονται κάθε χρόνο. Εξαιτίας της υπερβόσκηση, οι διασκορπισμένοι πολύ μικροί υποπληθυσμοί του είναι σήμερα περιορισμένοι και αποτελούνται από 10-20 άτομα ο καθένα, εκτός από έναν που έχει περισσότερα από 30 φυτά (Kυπριωτάκη, προσωπ. επικοινωνία) και ο οποίος απαντά, κυρίω, σε σχισμές καθέτων βράχων και επομένως προστατεύεται από την βόσκηση. Επιπλέον, διασκορπισμένα, απομονωμένα άτομα είναι γνωστό ότι αναπτύσσονται σε διάφορες τοποθεσίε, ωστόσο, απέτυχαν να δημιουργήσουν νέους υποπληθυσμούς σε χρονική περίοδο παρακολούθησης 10 ετών.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Πολύ λίγα φυτά με άνθη ή με ώριμα αχαίνια παρατηρήθηκαν στους περισσότερους από τους γνωστούς πληθυσμούς του είδου, εξαιτίας της υπερβόσκηση, η οποία πιθανόν να είναι υπεύθυνη για τη δυσκολία αυτού του είδους να επεκταθεί ή ακόμη και να επιβιώσει. Προτείνεται να ενταχθεί το είδο, προς το παρόν, στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων (ΝΤ), σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2001), εξαιτίας των μικρών διάσπαρτων πληθυσμών του, με την ελπίδα, στο εγγύς μέλλον, να μην αποκλίνει προς υψηλότερο βαθμό απειλή. Στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995) το είδος αναφέρεται ως Σπάνιο (Rare) (Kamari 1995b).</p><p>Mέτρα προστασίαç: Είναι δύσκολο να προστατευθούν όλοι οι μικροί και διασκορπισμένοι υποπληθυσμοί της Crepis auriculifolia . Ωστόσο, τα όρια του Εθνικού Πάρκου του φαραγγιού της Σαμαριάς θα μπορούσαν να επεκταθούν, προκειμένου να συμπεριλάβουν όχι μόνο κάποιον υποπληθυσμό της C. auriculifolia, αλλά και πολλών άλλων ενδημικών της εν λόγω ευρύτερης περιοχής (βλέπε Bupleurum kakiskalae). Σε μία προσπάθεια να διασφαλισθεί η επιβίωση της C. auriculifolia, το είδος καλλιεργείται (ex situ) στον πειραματικό κήπο του Εργαστηρίου Βοτανικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Όμω, μετά από τριάντα χρόνια ανθοφορία, δεν παρήχθησαν ώριμα σπέρματα και τα φυτά αναπαράγονται μόνο βλαστητικά.</p><p>Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC51FEDDD9ABFE833CBEFCAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC6EFEDFD9B2FE833CBEFE49.text	0397C81BBC6EFEDFD9B2FE833CBEFE49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crepis heldreichiana (Kuntze) Greuter	<div><p>Crepis heldreichiana (Kuntze) Greuter</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Crepis heldreichiana (Kuntze) Greuter in Candollea 30: 326 (1975).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία] "ad rupes regionis alpinae Mt. Taygeti Laconiae loco unico Kakochioni dicto", Heldreich 1453 (G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Hieracioides heldreichianum Kuntze, Revis. Gen. Pl. 1: 345 (1891).</p><p>Crepis divaricata Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. 7: 13 (1846) [non F. W. Schultz 1840].</p><p>C. taygetica Babc. in Univ. Calif. Publ. Bot. 19: 404 (1941), nom. illeg.</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο, με ξυλώδη βάση και με πολλά νεκρά φύλλα παλαιοτέρων ετών. Βλαστοί ύψους συνήθως μέχρι 20(-35) cm, με πολυάριθμε, επιμήκει, δύσκαμπτες διακλαδώσει. Φύλλα βάσης στενά αντιλογχοειδή, με βαθιές πτεροειδείς εγκολπώσει, με πλευρικά τμήματα στενά ΄ φύλλα βλαστού συνήθως μικρά, γραμμοειδή, χωρίς εγκολπώσει. Περίβλημα κεφαλίου διαστάσεων 10-12 x 4-8 mm, κυλινδρικό-κωδωνοειδέ, με λευκωπό, πυκνό τρίχωμα. Εξωτερικά βράκτια μήκους το 1/3 των εσωτερικών, τα οποία είναι βλεφαριδωτά στην κορυφή και με μερικές βραχείε, μαύρες τρίχες στην εξωτερική τους επιφάνεια, λεία στην εσωτερική. Ανθοδόχη κυψελωτή. Στεφάνη μήκους μέχρι 18 mm, κίτρινη στην επάνω επιφάνεια, πορφυρή-ερυθρή στην κάτω επιφάνεια κυρίως των εξωτερικών ανθέων. Αχαίνια μήκους 4-6 mm, καστανά, με 10 ραβδώσει.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 10x = 40 (Babcock 1947, Ιατρού 1986, Kamari 1992).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούνιο έως και τον Σεπτέμβριο (σπανίω έως το πρώτο ήμισυ του Οκτωβρίου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα. Εμφανίζεται περιορισμένο σε μερικούς διάσπαρτους υποπληθυσμούς στο όρος Ταΰγετος (Μεγάλα Ζωνάρια, Προφήτης Ηλία, Νεραϊδοβούνα, Ξεροβούνα, Κακοχιόνι) και στο όρος Πάρνωνας (Μεγάλη Τούρλα, Γαϊδαροράχη και πάνω από τον Άγιο Πέτρο) της Ν. Πελοποννήσου.</p><p>Βιότοποç: Φύεται κυρίως σε χαράδρες και σε καρστικά κοιλώματα, σε υψόμετρο 1.450-2.300 m. Προτιμά ανοικτέ, βραχώδεις και ηλιόλουστες θέσει. Έπειτα από εντατική βόσκηση από αιγοπρόβατα, τα φυτά δίνουν την εντύπωση ξηρών, δύσκαμπτων, προσκεφαλόμορφων σχηματισμών. Εμφανίζεται μαζί με άλλα ενδημικά του Ταϋγέτου και του Πάρνωνα, όπως τα: Phitosia crocifolia, Onosma leptantha, Crepis hellenica, Scutellaria rupestris subsp. rupestris, Minuartia juniperina subsp. glandulifera, Scabiosa taygetea subsp. taygetea, Silene taygetea κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Crepis heldreichiana, καθώς είναι ένα πολυπλοειδέ, αποενδημικό είδο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από φυτογεωγραφική και κυτταροταξινομική άποψη. Η συγκριτική καρυοσυστηματική μελέτη αυτού του taxon και των συγγενών του ειδών C. sibthorpiana Boiss. &amp; Heldr. και C. incana Sm. (Kamari 1992) έδειξε ότι είναι ένα δεκαπλοειδές (2 n = 10x = 40) είδο, το οποίο πιθανώς προέρχεται αμέσως ή εμμέσως από το πατροενδημικό, διπλοειδές είδος C. sibthorpiana με 2 n = 8 χρωμοσώματα. Η C. heldreichiana έχει πολλές μορφολογικές (Babcock 1947 a, b, Kamari 1991) και καρυολογικές (Kamari 1992) ομοιότητες με την C. sibthorpiana και λιγότερες με την C. incana, η οποία έχει μεγαλύτερες ταξιανθίες με ρόδιναιώδη άνθη (Kamari 1992).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Crepis heldreichiana σχηματίζει λίγου, αλλά μάλλον μεγάλους πληθυσμού,τόσο στο όρος Ταΰγετο, όσο και στο όρος Πάρνων, στους οποίου, όμω, εξαιτίας της εντατικής βόσκησης από αιγοπρόβατα τα φυτά είναι πολύ δύσκολο να αναπτυχθούν κανονικά. Σπανίως συναντώνται ανθισμένα φυτά, ύψους μεγαλυτέρου των 10 cm, ενώ η παραγωγή αχαινίων είναι πολύ περιορισμένη εξαιτίας της κατανάλωσης των ταξιανθιών από τα ζώα. Το γεγονός αυτό μειώνει την εγγενή αναπαραγωγή, την ποσότητα των αχαινίων που παράγονται κάθε έτος και, επομένω, την δημιουργία νέων ατόμων. Η C. heldreichiana αναπαράγεται, ως εκ τούτου, κυρίως βλαστητικά σχηματίζοντας χαμηλούς προσκεφαλόμορφους σχηματισμού. Είναι πιθανόν στο εγγύς μέλλον το είδος να καταταχθεί σε υψηλότερη κατηγορία απειλή.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Πολύ λίγα φυτά με άνθη ή με ώριμα αχαίνια παρατηρήθηκαν στους μεγάλους υποπληθυσμούς του είδους στο όρος Ταΰγετο, γεγονό, το οποίο σε συνδυασμό με τις θερινές πυρκαγιέ, οι οποίες μπορεί να συμβούν στην περιοχή, πιθανώς να είναι υπεύθυνο για τη δυσκολία του είδους να επεκταθεί ή ακόμα και να επιβιώσει μακροπρόθεσμα.</p><p>Προτείνεται η Crepis heldreichiana να καταταγεί, προς το παρόν, στην κατηγορία των Τρωτών (VU), όπως είχε προταθεί (Kamari 1995c) και στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Phitos &amp; al. 1995), καθώς πληροί τα κριτήρια B1a,b(v)+2a,b(v) της IUCN (2001), εξαιτίας της πολύ περιορισμένης συνολικής περιοχής εμφάνισής της και της διακεκομμένης εξάπλωσης των λιγοτέρων από 10 υποπληθυσμών τη, με την ελπίδα ότι η μελλοντική πορεία της δεν θα απαιτήσει την κατάταξή της σε υψηλότερη κατηγορία απειλή.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Προς το παρόν δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασία, τα οποία θα διασφαλίζουν την επιβίωση της Crepis heldreichiana στο μέλλον. Ως το πλέον αποφασιστικό βήμα για την προστασία, όχι μόνο του εν λόγω είδου, αλλά και ενός πλήθους άλλων εξαιρετικής επιστημονικής σημασίας σπανίων και ενδημικών ειδών του όρους Ταϋγέτου, προτείνουμε να ανακηρυχθεί η περιοχή, το ταχύτερο δυνατόν, ως Εθνικός Δρυμό. Το είδος θα μπορούσε να μεταφερθεί για καλλιέργεια σε Βοτανικούς Κήπους και να επανατοποθετηθεί σε μία προστατευμένη περιοχή στην φύση, αν αυτό χρειασθεί. Επιπλέον, αχαίνιά του θα μπορούσαν να διατηρηθούν, για την ex situ προστασία του, σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC6EFEDFD9B2FE833CBEFE49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC6CFED9D9B2FE833CBDFBC8.text	0397C81BBC6CFED9D9B2FE833CBDFBC8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crepis merxmuelleri Kamari & Hartvig	<div><p>Crepis merxmuelleri Kamari &amp; Hartvig</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Crepis merxmuelleri Kamari &amp; Hartvig in Willdenowia 18: 63 (1988).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΝPi), Μακεδονία, Νομός Γρεβενών] "Mt. Smolikas, great SE ravine, 3.5 km SW of Samarina by the forest road along the river, alt. 1250-1300 m, rocky and marshy slopes, roadsides and stony river beds in mixed forest ( Pinus nigra, Fagus, Acer obtusatum, Sorbus aucuparia, Fraxinus excelsior etc.), serpentine substr.", 1 Sept. 1975, Hartvig &amp; Seberg 5104 (Ολότυπο: C. Ισότυποι: G, UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα, με σχετικώς λεπτή, ξυλώδη, πασσαλώδη ρίζα. Βλαστός λεπτό, ύψους 20-30(-50) cm, με λίγες ελαφρώς όρθιες διακλαδώσεις συνήθως στο ανώτερο τμήμα του βλαστού, καλυμμένος με καστανόχρωμε, ως επί το πλείστον αδενώδεις τρίχε. Φύλλα βάσης πολυάριθμα, παραμένοντα ενίοτε έως την περίοδο της καρποφορία, 10-20 x 2-4,5 cm, αντιλογχοειδή, οδοντωτά, συνήθως με εγκολπώσεις και με μεγάλο τριγωνικό-ωοειδές τελικό τμήμα, καταλήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, πυκνά καλυμμένα με επιμήκει, καστανέ, αδενώδεις τρίχε. Περίβλημα κεφαλίου 10-15 x 7-9 mm, κυλινδρικό-κωδωνοειδέ, εξ ολοκλήρου καλυμμένο από επιμήκει, ελαφρώς καστανές και κιτρινωπές αδενώδεις τρίχες ελαφρώς παχυνόμενες στη βάση. Εσωτερικά βράκτια περιβλήματος 10-13 x 1,5-2 mm, λευκωπά χνοώδη, με πρασινωπά έως υαλώδη περιθώρια, περισσότερο ή λιγότερο λεία, καστανά στην κορυφή. Εξωτερικά βράκτια μήκους 2-4 mm, γραμμοειδή, μεγέθους το 1/5 έως το 1/3 του μήκους των εσωτερικών. Ανθοδόχη με κυψελίδες κροσσωτέ, διάσπαρτα βλεφαριδωτή. Στεφάνη μήκους μέχρι 15 mm, με γλωσσίδια πλάτους μέχρι 2 mm, κίτρινα. Αχαίνια καστανά, μήκους 4-4,5 mm, με 10-12 ραβδώσει. Πάππος μήκους 5-6 mm, λευκό.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 8 (Strid unpubl. in Kamari 1991 και Constantinidis &amp; al. 2002).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιος (σπανίω έως τα μέσα Αυγούστου).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της ΒΔ. Ελλάδα, περιορισμένο σε σχετικώς μικρούς υποπληθυσμούς στα ανατολικά, βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά τμήματα του όρους Σμόλικα. Φυτά που συλλέχθηκαν από τα ανώτερα, ανατολικά τμήματα του όρους Μπουχέτσι, σε ανάλογο πέτρωμα με αυτό του Σμόλικα, ομοιάζουν μορφολογικά με την Crepis merxmuelleri, απαιτείται όμως περαιτέρω μελέτη για την διευκρίνιση της ταξινομικής τους σχέση.</p><p>Βιότοποç: Η Crepis merxmuelleri αναπτύσσεται σε σερπεντινικό έδαφο, σε υψόμετρο 1.000-1.750 m. Οι βιότοποι των δύο μικρών υποπληθυσμών της κοντά στη Σαμαρίνα, από τους οποίους έγινε για πρώτη φορά γνωστή (Kamari &amp; Hartvig 1988), παρουσιάζουν ορισμένες μορφολογικές διαφορέ, κυρίως στην ποικιλομορφία των φύλλων. Οι θέσεις εμφάνισης της C. merxmuelleri είναι συνήθως τα πρανή δρόμων, οι πετρώδεις όχθες ποταμών με μικτά δάση ( Pinus nigra, Fagus sylvatica, Acer obtusatum, Sorbus aucuparia, Fraxinus excelsior κ.ά.) και οι βραχώδεις πλαγιές και χαράδρες δασικών εκτάσεων με Pinus nigra .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Crepis merxmuelleri έχει περιγραφεί σχετικώς προσφάτως (Kamari &amp; Hartvig 1988). Έχει ιδιαίτερο φυτογεωγραφικό ενδιαφέρον καθόσον είναι ένα αντίστοιχο taxon με το στενώς συγγενές του C. turcica Degen &amp; Bald. (Kamari 1984) και κυρίως με το subsp. murganica Kamari (και τα δύο απαντούν σε ασβεστολιθικά πετρώματα ή σπάνια σε φλύσχη, στα όρη της B. και N. Πίνδου), από το οποίο διαφέρει σε ορισμένα σημαντικά μορφολογικά γνωρίσματα (βλέπε Kamari 1984, 1991, Kamari &amp; Hartvig 1988).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Με βάση τα νεότερα δεδομένα της χλωριδικής έρευνας του ορεινού όγκου του Σμόλικα, έχουν καταγραφεί οι ακόλουθοι υποπληθυσμοί του είδου: δύο υποπληθυσμοί απαντούν στα ΒΑ. τμήματα του όρου, 3-3,5 km ΝΔ. της Σαμαρίνας (Kamari &amp; Hartvig 1988), ένας στις ΝΑ. πλαγιέ, σε χαμηλότερα υψόμετρα (1.050 m), κατά μήκος του δρόμου μεταξύ των χωριών Πάδες και Άρματα, επεκτείνοντας έτσι την μέχρι σήμερα γνωστή εξάπλωση του είδους (Constantinidis &amp; al. 2002), ένας στις χαμηλότερε, πετρώδεις πλαγιές της βαθειάς χαράδρας Bάλια Κίρνα στον Α. Σμόλικα και τουλάχιστον ένας ακόμη στα υψηλότερα τμήματα της ίδιας χαράδρας και στις διακλαδώσεις τη, ο οποίος είναι σημαντικός σε αριθμό ατόμων και ενδέχεται εν μέρει να συμπίπτει με τους υποπληθυσμούς των Kamari &amp; Hartvig (1988). Επίση, εμφανίζονται διάσπαρτα άτομα στις πετρώδεις πλαγιές του ρέματος Κουκουμανέρι, δημιουργώντας έναν ακόμη υποπληθυσμό.</p><p>Η C. merxmuelleri σχηματίζει έναν αρκετά μεγάλο, αλλά κατακερματισμένο πληθυσμό σε 5 υποπληθυσμού, με μικρόν έως σημαντικόν αριθμόν ατόμων. Τα περισσότερα φυτά έχουν βρεθεί στις βραχώδεις πλαγιές και στις μικρές κοιλάδε, που συνιστούν το σύμπλεγμα της Βάλια Κίρνα και ανέρχονται τουλάχιστον σε λίγες χιλιάδες ωρίμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι ταξιανθίες και συχνά ολόκληρα τα φυτά των ειδών του γένους Crepis είναι προσφιλής τροφή των φυτοφάγων ζώων. Έτσι, στις περιοχές όπου φύεται η Crepis merxmuelleri υπάρχει ο κίνδυνος βόσκησης των φυτών από αγελάδες και αιγοπρόβατα. Εντούτοι, ορισμένοι υποπληθυσμοί του είδους αναπτύσσονται σε αρκετά απομονωμένες περιοχές ή σε απόκρημνες θέσει, όπου προφυλάσσονται από τη βόσκηση, όπως π.χ. οι υποπληθυσμοί της Βάλια Κίρνα. Αντιθέτω, ο υποπληθυσμός που αναπτύσσεται κατά μήκος του δρόμου από το χωριό Πάδες προς τα Άρματα, ευρίσκεται υπό άμεση απειλή από ανθρώπινες δραστηριότητε, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις (π.χ. διαπλάτυνση και ασφαλτόστρωση του δρόμου, ανατίναξη ή εκβραχισμός των πετρωδών πλαγιών, κ.λπ).</p><p>Προτείνεται να χαρακτηρισθεί το είδος ως Τρωτό (VU), όπως είχε προταθεί και στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Kamari 1995d), καθόσον πληροί τα κριτήρια B1a,b(i,ii,iv)+2a,b(i,ii,iv) και κυρίως εξαιτίας του κριτηρίου D2. To κριτήριο D1 δεν ισχύει, αφού τουλάχιστον 3.000 άτομα απαρτίζουν τον συνολικό πληθυσμό της C. merxmuelleri . Αρκετά τμήματα του Α. Σμόλικα δεν έχουν επαρκώς ερευνηθεί βοτανικά και ενδέχεται οι υποπληθυσμοί του είδους να είναι πολυαριθμότεροι και να καταλαμβάνουν μεγαλύτερη έκταση από αυτή που είναι σήμερα γνωστή.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Είναι δύσκολο, από πρακτική άποψη, να προστατευθούν όλοι οι υποπληθυσμοί της Crepis merxmuelleri . Προτείνεται, εν τούτοι, η περιοχή της Βάλια Κίρνα, η οποία συνιστά ένα εντυπωσιακό τοπίο ιδιαίτερης ομορφιάς με σημαντικό αριθμό σπανίων φυτών (αν και η βοτανική μελέτη της δεν είναι, μέχρι σήμερα, ολοκληρωμένη) να τεθεί υπό καθεστώς προστασίας και να αποτραπεί εκεί οποιαδήποτε αλλαγή της δομής της βλάστησης και κάθε παράνομη ανθρώπινη ενέργεια.</p><p>Επιπλέον, το είδος προτείνεται να μεταφερθεί και να διατηρηθεί (ex situ) σε Βοτανικούς Κήπου, ώστε να μπορεί να μελετηθεί η βιολογία του και ο τρόπος αναπαραγωγής του. Ώριμα αχαίνια, επίση, προτείνεται να διατηρηθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού.</p><p>Γεωργία Καμάρη, Δημήτριοç Φοίτοç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC6CFED9D9B2FE833CBDFBC8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC6AFEDAD9B2FE833CB6FD72.text	0397C81BBC6AFEDAD9B2FE833CB6FD72.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crepis sibthorpiana Boiss. & Heldr.	<div><p>Crepis sibthorpiana Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Compositae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Crepis sibthorpiana Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient. 11: 56 (1849).</p><p>Tύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in saxosis montium Sphacioticorum Cretae in monte Stravopodia", Heldreich 1637 (ATHU, G-BOIS).</p><p>Συνώνυμα: Crepis divaricata Boiss. &amp; Heldr. subsp. sibthorpiana (Boiss. &amp; Heldr.) Hayek in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. Beih. 30(2): 854 (1931).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με ξυλώδη, πασσαλώδη ρίζα. Βλαστοί ύψους 2-12 cm (στην καλλιέργεια μέχρι 16 cm), απλοί ή μερικοί ισχυρώς διακλαδισμένοι. Φύλλα βάσης 1,5-10 x 0,5-1,5 cm, αντιλογχοειδή, πτερότμητα, με λοβούς οδοντωτού, καλυμμένα με λευκωπό τρίχωμα ή σχεδόν λεία, φύλλα βλαστού λίγα, μικρά, βρακτιοειδή. Περίβλημα κεφαλίου 8-11 x 4-8 mm, κυλινδρικό-κωδωνοειδέ, καλυμμένο με βραχύ, πυκνό, λευκωπό τρίχωμα, συνήθως χωρίς αδενώδεις τρίχε. Εξωτερικά βράκτια βραχύτερα από το ήμισυ των εσωτερικών, λογχοειδή, οξύληκτα, εσωτερικά βράκτια αμβλέα, ενίοτε με κεντρική ραχιαία γραμμή από βραχείε, μελανέ, ισχυρές τρίχες εξωτερικώ, λεία ή χνοώδη εσωτερικώ. Ανθοδόχη με μικρές κοιλότητες αραιώς βλεφαριδωτέ, με λεπτές τρίχες μήκους μέχρι 1 mm. Στεφάνη μήκους μέχρι 12-15 mm, κίτρινη στην επάνω επιφάνεια, πορφυρή-ερυθρή στην κάτω. Αχαίνια μήκους 3-5,5 mm, καστανά, με 10 προεξέχουσες ραβδώσει, συνήθως πριονωτές στο ανώτερο ήμισυ.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 2x = 8 [Phitos &amp; Kamari (1974), σε φυτά από τον Ψηλορείτη και Kamari (1992), σε φυτά από τα Λευκά Όρη].</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούνιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Kρήτη. Περιορίζεται στα ανώτερα υψόμετρα του όρους Ψηλορείτη (ένα μικρός πληθυσμό) και των Λευκών Ορέων (λίγοι διασκορπισμένοι υποπληθυσμοί). Λίγα άτομα υπάρχουν και στο όρος Kρυονερίτη, τα οποία, σημειωτέον, είναι ιδιαιτέρως ποικιλόμορφα.</p><p>Βιότοποç: H Crepis sibthorpiana αναπτύσσεται σε πετρώδεις και βραχώδεις θέσει, σε δολίνες με πετρώδες και αργιλώδες έδαφο, συχνά κάτω από ακανθωτούς θάμνους ή φρύγανα, σε ασβεστολιθικό έδαφο, σε υψόμετρο (1.000-)1.500-2.450 m.</p><p>Tαξινομικά σχόλια: Η Crepis sibthorpiana έχει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον από φυτογεωγραφική και κυτταροταξινομική άποψη, καθώς είναι ένα πατροενδημικό διπλοειδές είδο. Η κυτταροταξινομική μελέτη αυτού του taxon και των συγγενικών του ειδών C. heldreichiana (Kuntze) Greuter και C. incana Sm. έδειξε ότι είναι ένα σταθερό διπλοειδές με 2 n = 2x = 8 και πιθανώς ένας πρόγονος (πατροενδημικό) της πολυπλοειδούς C. heldreichiana (αποενδημικό)με 2 n =10x = 40χρωμοσώματα (Kamari 1992). Η C. sibthorpiana έχει πολλές μορφολογικές (Babcock 1947b, Kamari 1991) και κυτταρολογικές (Kamari 1992) ομοιότητες με την C. heldreichiana και λιγότερο με την C. incana, της οποίας η ταξιανθία είναι μεγαλύτερη και αποτελείται από πολλά, ελαφρώς ρόδιναιώδη άνθη. Η σχέση αυτή των δύο ειδών ( C. sibthorpiana - C. heldreichiana) υποδηλώνει την φυτογεωγραφική σχέση μεταξύ Κρήτης και Ν. Πελοποννήσου και είναι σε συμφωνία με παλαιότερα συμπεράσματα, τα οποία έχουν προκύψει από την μελέτη της μονοετούς Crepis cytherea Kamari (Kαμάρη 1976, Greuter 1979a).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Καθώς ολόκληρο το φυτό χρησιμοποιείται ως τροφή από τα ζώα, οι πληθυσμοί σταδιακά καταστρέφονται ή τουλάχιστον ελαττώνονται κάθε έτο. Εξ' αιτίας της έντονης βόσκηση, μόνο φυτά πού αναπτύσσονται προφυλαγμένα μέσα σε ακανθωτούς θάμνους (κυρίω Berberis) μπορούν να ωριμάσουν και να σχηματίσουν αχαίνια. Σήμερα, η Crepis sibthorpiana περιορίζεται μόνο σε ένα μικρό πληθυσμό στο όρος Ψηλορείτης και σε λίγους διασκορπισμένους υποπληθυσμούς στα Λευκά Όρη. Επιπροσθέτω, διασκορπισμένα άτομα είναι γνωστό ότι αναπτύσσονται σε τουλάχιστον δύο θέσεις του όρους Κρυονερίτη, τα οποία σχηματίζουν ολιγάριθμες ομάδες σε θέσεις προφυλαγμένες από την βόσκηση.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Λίγα ανθισμένα φυτά ή φυτά με ώριμα αχαίνια παρατηρήθηκαν στον μεγαλύτερο γνωστό πληθυσμό του είδους στα Λευκά Όρη, πάνω από την Ανώπολη, γεγονό, το οποίο πιθανώς εκφράζει την δυσκολία αυτού του taxon να εξαπλωθεί ή ακόμη να διατηρήσει τα άτομα του πληθυσμού του μέσω της αναπαραγωγής από σπέρματα. Προτείνεται να υπαχθεί το είδος στην κατηγορία του Τρωτού (VU), όπως είχε προταθεί και στο έργο The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (Kamari 1995e), διότι καταλαμβάνει μικρή συνολική έκταση, η οποία είναι διακεκομμένη σε 5 υποπληθυσμού, που βρίσκονται κάτω από πίεση, κυρίως λόγω της υπερβολικής βόσκηση. Ως εκ τούτου πληροί τα κριτήρια B1a,b(iv,v) και C2b της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Θα μπορούσε να περιφραχθεί μία μικρή περιοχή εξάπλωσης του είδου, μετά από συνεννόηση με τις τοπικές αρχέ. Έτσι, θα ήταν δυνατή η συνεχής παρακολούθηση των φυτών, η πιθανή επέκταση του υποπληθυσμού και η προσεκτική συλλογή αχαινίων, τα οποία θα μπορούσαν να διατηρηθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, ή να χρησιμοποιηθούν για καλλιέργεια και πιθανή μελλοντική ενίσχυση φυσικών υποπληθυσμών, οι οποίοι βαίνουν προς σημαντική ελάττωση του αριθμού των ατόμων του. Οποιαδήποτε πιθανή επανεισαγωγή φυτών του είδους σε έναν υποπληθυσμό θα πρέπει να γίνεται, κατά προτίμηση, από φυτά που έχουν προκύψει από καλλιέργεια αχαινίων του ίδιου υποπληθυσμού. Επίση, η C. sibthorpiana θα μπορούσε να μεταφερθεί προς καλλιέργεια (ex situ) σε Βοτανικούς Κήπου, καθόσον είναι κατάλληλη για βραχόκηπου.</p><p>Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC6AFEDAD9B2FE833CB6FD72	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC67FED4D9ABFE833CB6FCE0.text	0397C81BBC67FED4D9ABFE833CB6FCE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crocus robertianus C. Brickell	<div><p>Crocus robertianus C. Brickell</p><p>Iridaceae</p><p>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</p><p>Crocus robertianus C. Brickell in Jour. Roy. Hort. Soc. 98: 362 (1973).</p><p>Τύποç: [Ελλά (SPi/NPi), Ήπειρο, Νομός Ιωαννίνων] "mountains between Ioannina and Trikala", alt. 520 m, J. R. Marr 1583 (Ολότυπο: δείγμα κατατεθειμένο στην βοτανική συλλογή της Royal Horticultural Society, Wisley).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές βολβόρριζο φυτό, ύψους 4-18 cm κατά την περίοδο της ανθοφορία. Βολβός κονδυλόμορφο, σχεδόν σφαιρικό, διαμέτρου 10-15 mm, χιτώνες εντόνως δικτυωτοί-ινώδει. Κατάφυλλα 3-4, λευκά, μεμβρανώδη. Φύλλα 2-4, απόντα την περίοδο ανθοφορία, βαθυπράσινα, με εμφανή πλατιά, λευκή γραμμή στην άνω επιφάνεια, πλάτους 4-6 mm, ελαφρώς τραχέα στα κράσπεδα. Βράκτιο και βρακτίδιο ίσα ή σχεδόν ίσα, μεμβρανώδη, λευκά, ενίοτε στικτά πράσινα. Άνθη 1-2, με λαιμό υποκίτρινο ή μερικές φορές λευκό, λείο ή τριχωτό. Σωλήνας περιγονίου μήκους 7-18 cm, ρόδινο -ιώδη έως λευκό. Τέπαλα αντιλογχοειδή έως ελλειπτικά, συχνά στρογγυλεμένα, αμβλέα, λευκωπά έως ρόδινα. Ανθήρες μήκους 1,2-2 cm, κίτρινοι, νήματα μήκους 3-5(-7) mm, λευκού έως υποκίτρινου χρώματο, λεία ή με μικροσκοπικές θηλέ. Στύλος ίσος ή συνηθέστερα μακρύτερος των στημόνων, κίτρινος έως εντόνως πορτοκαλόχρωμο, διακλαδίζεται στο ανώτερο τμήμα του σε τρία τμήματα διαπλατυνόμενα στο άκρο του, φέροντα, ενίοτε, αβαθείς σχισμέ. Κάψα μήκους 1,5-2 cm, επιμήκη -ελλειψοειδή. Σπέρματα καστανά, ελλειψοειδή, περίπου 3-4 mm σε διάμετρο, με ανοιχτόχρωμη ραφή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2n = 20 (Brighton &amp; al. 1973).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα μέσα Οκτωβρίου έως και τον Νοέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Ο Crocus robertianus έχει βρεθεί στην βόρεια Πίνδο μεταξύ Ιωαννίνων και Τρικάλων, στην Ελάτη Τρικάλων και κοντά στο χωριό Στουρναρέικα, καθώς και στον Νομό Καρδίτσας (ΒΔ. της λίμνης Πλαστήρα). Νοτιότερα εμφανίζεται στα όρη Βάλτου (Γιαννάκο 2007) και στον Νομό Άρτα. Οι νοτιότερες γνωστές εντοπίσεις του βρίσκονται μεταξύ Ναυπάκτου και Λιδωρικίου καθώς και σε δύο θέσεις του όρους Αράκυνθο.</p><p>Βιότοποç: Ο Crocus robertianus προτιμά τοποθεσίες που συγκρατούν υγρασία, στον υπόροφο δασών με είδη των γενών Abies, Quercus, Platanus και Αrbutus. Εμφανίζεται σε γόνιμα, χουμώδη εδάφη, σε σκιερές θέσεις μεταξύ δένδρων και θάμνων, σε υψόμετρο 150- 1.100 m. Έχει συλλεχθεί τόσο σε ασβεστόλιθους όσο και σε φλύσχη ή ψαμμίτη. Περαιτέρω εμφανίσεις έχουν αναφερθεί σε πετρώδεις θέσει, μαζί με Quercus coccifera, Juniperus oxycedrus και Ostrya carpinifolia . Η εύρεση του C. robertianus στο χαμηλό υψόμετρο των 150 m είναι αξιοσημείωτη και υποδεικνύει ότι το είδος δεν έχει αποκλειστικά ορεινή ή ημιορεινή κατανομή. Σε χαμηλό υψόμετρο οι πληθυσμοί φύονται σε υγρά εδάφη, κοντά σε χείμαρρους και ρυάκια.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Οι εντόνως δικτυωτοί, ινώδεις χιτώνες του βολβοκονδύλου του Crocus robertianus υπενθυμίζουν τον C. cancellatus Herbert και ιδιαίτερα τον C. cancellatus subsp. mazziaricus (Herbert) B. Mathew, ο οποίος εμφανίζεται στην Βαλκανική Χερσόνησο και την Τουρκία. Ο τελευταίο, όμω, εύκολα διακρίνεται, μεταξύ άλλων, εξαιτίας του στύλου που είναι διαιρεμένος σε 6 ή περισσότερα τμήματα και του μεγαλύτερου αριθμού των φύλλων. Ο Mathew (1982) υποστηρίζει ότι ο C. robertianus συγγενεύει πολύ με τον C. sieberi Gay και ενδέχεται να έχει προκύψει από τον τελευταίο, μέσω μετάλλαξη. Ο C. sieberi, όμω, εμφανίζει αρκετές μορφολογικές διαφορές με τον C. robertianus, είναι ένα είδος εαρινής ανθοφορία, που έχει εκπτύξει τα φύλλα κατά την άνθιση και έχει τον διαφορετικό χρωμοσωματικό αριθμό 2n = 22.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο Crocus robertianus έχει περιγραφεί από την ΒΔ. Ελλάδα, πριν περίπου 35 έτη. Αρχικά συλλέχθηκε μεταξύ των Ιωαννίνων και των Τρικάλων, δυστυχώ, χωρίς περισσότερο ακριβή στοιχεία και πληθυσμιακά δεδομένα. Εντούτοι, ο Mathew (1982) υποστηρίζει ότι το είδος σχηματίζει μικρούς πληθυσμού, ο μεγαλύτερος των οποίων περιλαμβάνει περίπου 50 άτομα. Οι πληθυσμοί των Ορέων Βάλτου και του Νομού Άρτας δεν φαίνεται να ξεπερνούν, συνολικώ, τα 200 άτομα. Στο όρος Αράκυνθος της Αιτωλίας ο πληθυσμός είναι μικρότερος των 500 ατόμων συνολικά, ενώ πρόσφατα βρέθηκαν σημαντικοί υποπληθυσμοί στις ανατολικές ακρώρειες της Πίνδου, στους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσα, που κυμαίνονται μεταξύ 20 και 500 ατόμων. Πιθανολογούμε ότι το είδος εμφανίζεται σε περισσότερες τοποθεσίες που δεν έχουν ακόμη καταγραφεί.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο Crocus robertianus είχε παλαιότερα χαρακτηρισθεί (Mathew 1995) ως Τρωτό (VU). Η καλύτερη όμως γνώση της δομής και της διασποράς των πληθυσμών του επιβάλλει την μετακίνησή του στην κατηγορία των Σχεδόν Απειλουμένων της ΙUCN (2001).</p><p>Εξαιτίας των υπογείων αποταμιευτικών οργάνων τα είδη του γένους Crocus επηρεάζονται λίγο ή ελάχιστα από κινδύνους όπως η βόσκηση ή οι πυρκαγιέ. Ενδέχεται όμως να επηρεάζονται από συνολικές αλλαγές στο μικροκλίμα της περιοχής (μικρότερη υγρασία, υψηλότερη ηλιακή ακτινοβολία). Το είδος θεωρείται ιδιαίτερα επιθυμητό από καλλιεργητέ, ερασιτέχνες ή επαγγελματίες και ένας σημαντικός κίνδυνος πιθανώς προέρχεται από τη δράση οργανωμένων συλλεκτών, οι οποίοι εκριζώνουν άτομα του είδους με σκοπό την εμπορία ή την καλλιέργειά του σε χώρες του εξωτερικού.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ο Crocus robertianus εμφανίζεται σε σχετικώς μικρού, κατακερματισμένους υποπληθυσμού, οι οποίοι χρειάζονται προσεκτική καταγραφή, υπολογισμό του αριθμού των ατόμων και παρακολούθηση. Οι νόμοι που προστατεύουν τον αυτοφυή πλούτο των φυτικών ειδών της Ελλάδας θα πρέπει να ενεργοποιηθούν και να εφαρμοσθούν κάθε φορά που οργανωμένοι βοτανικοί ή συλλέκτες ενεργούν παράνομα και συλλέγουν ή εξάγουν βοτανικό υλικό. Οι καλλιεργητικές ανάγκες του είδους θα πρέπει να μελετηθούν ώστε να γίνει δυνατή η προσεκτική καλλιέργειά του (ex situ) σε Βοτανικούς Κήπους που θα μπορούν στη συνέχεια να διαθέτουν υλικό στους καλλιεργητέ, ώστε να μειωθεί η πίεση στους αυτοφυείς πληθυσμού.</p><p>Θεοφάνηç Καραμπλιάνηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC67FED4D9ABFE833CB6FCE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC65FED6D9ABFF6A3CB6FBE5.text	0397C81BBC65FED6D9ABFF6A3CB6FBE5.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Crocus speciosus subsp. speciosus M. Bieb.	<div><p>Crocus speciosus M. Bieb. subsp. speciosus</p><p>Iridaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Crocus speciosus M. Bieb. in Beschr. Länder Terek Casp.: 129 (1800) subsp. speciosus</p><p>Τύποç: [Κεντρικό Καύκασο]. Περιγράφηκε από την περιοχή μεταξύ των ποταμών Τέρεκ και Κούρα (Mathew 1982).</p><p>Συνώνυμα: Crocus speciosus M. Bieb. var. aitchisonii Bowles in Handb. Crocus ϱ Colch.: 43 (1924).</p><p>C. tauricus Stev. ex Nyman, Consp.: 706 (1882).</p><p>C. multifidus Rochel ex Ledeb., Fl. Ross. IV: 110 (1852).</p><p>C. speciosus var. laxior Herb. in Bot. Mag. 67: t. 3861 (1841).</p><p>C. nudiflorus Hohen. in Bull. Soc. Nat. Mosc. V: 212 (1833).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές βολβόρριζο φυτό, ύψους 5-20 cm κατά την περίοδο ανθοφορία. Βολβός κονδυλόμορφο, ημισφαιρικό, διαμέτρου 8-12 cm, με χιτώνες μεμβρανώδεις ή ελαφρώς δερματώδει, αποσπώμενους από την βάση τους σε οριζόντιους δακτυλίου, συνήθως με καστανό λαιμό από παλαιά κατάφυλλα. Κατάφυλλα 3-4 λευκά, τα ανώτερα ερυθρά-καστανά, διάστικτα και μερικές φορές με πράσινες νευρώσει. Φύλλα υστεράνθια (3-)4(-5), λεία, ενίοτε βλεφαριδωτά ή με τραχύ κράσπεδο και με δύο επιμήκεις γραμμές τριχών στην άνω επιφάνεια, σπανίως αραιώς τριχωτά, πράσινα με εμφανή λευκή κεντρική νεύρωση. Άνθη 1-(2), εύοσμα, ρόδινα-γαλάζια, με έντονες γραμμώσεις ή κηλίδες στο εξωτερικό των τεπάλων. Λαιμός περιανθίου λευκός ή υποκίτρινος και λείο. Πρόφυλλα απόντα, βράκτια μεγαλύτερα ή ίσα των βρακτιδίων, λευκά, περικλειόμενα ή ελαφρώς μακρύτερα των καταφύλλων. Σωλήνας περιανθίου μήκους 5-20 cm, λευκός έως ιώδη. Τέπαλα αντιλογχοειδή έως αντωοειδή, συνήθως ελαφρώς οξέα ή αμβλέα, ενίοτε οξύληκτα. Ανθήρες κίτρινοι μήκους 1,2-2,4 cm, νήματα μήκους 0,4-1,1 cm, λευκά ή ελαφρώς υποκίτρινα, λεία ή με μικρές θηλές ή τρίχε. Στύλος ελαφρώς μεγαλύτερος ή ίσος των στημόνων, κίτρινος έως εντόνως πορτοκαλόχρωμο, με πολλαπλές διακλαδώσει. Κάψα μήκους 1,2-2,5 cm, ελλειψοειδή, ανερχόμενη από το έδαφος με βραχύ ποδίσκο. Σπέρματα σχεδόν σφαιρικά, με διάμετρο περίπου 2-3 mm, καστανέρυθρα έως καστανά, ραφή ασαφή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2n = 8, 10, 12, 14 και 18 (Brighton &amp; al. 1983, Phitos &amp; Kamari 1983).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από το τέλος Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ο Crocus speciosus subsp. speciosus εξαπλώνεται ευρέως στην Κριμαία και τον Καύκασο, το Β. Ιράν, την Β. και Κ. Τουρκία και την Βαλκανική Χερσόνησο. Στην Ελλάδα το taxon αυτό είναι μέχρι σήμερα γνωστό από τρεις πληθυσμού. Έναν κοντά στο Μονοδένδρι Ηπείρου (Phitos &amp; Kamari 1983) έναν στα Ακαρνανικά Όρη (Καραμπλιάνη 2007) και έναν κοντά στη Μονή Βαρνακόβη, ΒΑ. της Ναυπάκτου (Mathew, προσωπ. επικοινωνία).</p><p>Βιότοποç: Ο Crocus speciosus subsp. speciosus, σε περιοχές εκτός της Ελλάδα, προτιμά ανοίγματα δασών που αποτελούνται από Pinus, Abies, Quercus, Fagus και Carpinus, ενώ επεκτείνεται μέχρι τα αλπικά λιβάδια. Παρατηρείται σε ασβεστολιθικά εδάφη ή μη, σε υψόμετρο μεταξύ 800-2.350 m (Mathew 1982). Στην Ελλάδα έχει βρεθεί σε θέσεις που διατηρούν υγρασία, στον υπόροφο δρυοδασών ( Quercus ilex) ή σε υγρές θέσεις με βόρεια έκθεση (Καραμπλιάνη 2007), σε υψόμετρο μεταξύ 800- 1.400 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Crocus speciosus είναι πολυποίκιλος και χωρίζεται σε τρία υποείδη: το τυπικό subsp. speciosus, το subsp. ilgazensis Mathew και το subsp. xantholaimos Mathew. Η εξάπλωση του subsp. ilgazensis περιορίζεται στις περιοχές Çankiri και Amasia και του subsp. xantholaimos στην περιοχή της Σινώπη, αμφότερα στην Β. Τουρκία, ενώ η εξάπλωση του subsp. speciosus είναι ευρύτερη. Το subsp. speciosus διακρίνεται ταξινομικά από τα υπόλοιπα εξαιτίας του λευκού έως υποκίτρινου χρώματος του λαιμού του περιανθίου (στο subsp. xantholaimos ο λαιμός του περιανθίου είναι κίτρινο) και στο μέγεθος των τμημάτων του περιανθίου (το subsp. ilgazensis είναι μικρότερο σε μέγεθος από το τυπικό υποείδο). Εξάλλου, το συγγενές C. pulchellus Herbert διακρίνεται εύκολα από το λευκό χρώμα των ανθήρων και το πυκνό τρίχωμα των νημάτων του (Mathew 1982).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα το είδος έχει βρεθεί σε μικρούς υποπληθυσμού. Ο πληθυσμός πάνω από το Μονοδένδρι Ιωαννίνων χαρακτηρίζεται ως μικρός (Καμάρη, προσωπ. επικοινωνία) χωρίς να είναι γνωστός ο αριθμός των ατόμων. Ο πληθυσμός στο δρυοδάσος κοντά στη μονή Ρόμβου (Ακαρνανικά Όρη) αποτελείται από 3-7 άτομα ανά m2 και εκτιμούμε το σύνολο των ενηλίκων ατόμων σε λιγότερα από 100. Εδώ, ο συνολικός πληθυσμός διακρίνεται σε μικρές ομάδες που φύονται σε σκιερές θέσεις στον υπόροφο του δάσους Quercus ilex . Ένας ακόμη μικρότερος υποπληθυσμός βρέθηκε περίπου 4 km δυτικά του προηγούμενου, κοντά σε ρυάκι, ανάμεσα σε θάμνους Quercus coccifera . Σε μία δεύτερη επίσκεψη στην περιοχή, δεν βρέθηκαν άτομα του υποπληθυσμού αυτού (Καραμπλιάνη 2007). Στην περιοχή της Μονής Βαρνακόβης ο πληθυσμός απαντάται σε βορεινής έκθεσης λιβάδια που συγκρατούν υγρασία μαζί με Crocus hadriaticus και C. robertianus . Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης εκεί το φθινόπωρο του 2008 βρέθηκε μόνο ένα άτομο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα στοιχεία οι ελληνικοί πληθυσμοί του Crocus speciosus subsp. speciosus μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία Τρωτό (VU) της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια D1+2. Εντούτοι, θεωρούμε ότι υπάρχουν περισσότεροι πληθυσμοί του υποείδους στην Ελλάδα, που αναμένουν την ανακάλυψή τους και ενδέχεται ο χαρακτηρισμός της κατηγορίας απειλής να χρειασθεί επανεξέταση στο μέλλον. Οι τρεις εμφανίσεις του taxon στην Ελλάδα αποτελούν τα δυτικότερα όρια της συνολικής εξάπλωσης του υποείδου. Οι κίνδυνοι που μπορεί να απειλούν τα φυτά δεν είναι ακόμη σαφεί. Το υποείδος έχει καλλωπιστική αξία εξαιτίας των ελκυστικών ανθέων του, όμως η συλλογή βολβών για μεταφύτευση και καλλιέργεια θα αποδυναμώσει τους φυσικούς πληθυσμούς και θα πρέπει να απαγορευθεί. Πολλά είδη του γένους Crocus δεν κινδυνεύουν από την βόσκηση, επηρεάζονται όμως από δραστικές αλλαγές στη χρήση της γης και άλλες μεταβολές στους βιοτόπους του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Αν και η εξάπλωση και τα πληθυσμιακά δεδομένα του υποείδους στην Ελλάδα χρειάζονται περισσότερη μελέτη, η παρακολούθηση των υπαρχόντων πληθυσμών θα δώσει πληροφορίες για την πορεία τους στον χρόνο. Θα πρέπει επίσης να ενταθεί η εργασία πεδίου για την εύρεση νέων πληθυσμών, ενώ η βιολογία του υποείδους στην Ελλάδα, οι οικολογικές του ανάγκες και ο τρόπος αναπαραγωγής του θα πρέπει να μελετηθούν. Η παράνομη συλλογή βολβών για καλλιέργεια από Έλληνες ή αλλοδαπούς θα πρέπει να απαγορευθεί. Σπέρματα του υποείδους ή πολύ μικρός αριθμός βολβών (μόνο στην περίπτωση που ένας μεγάλος φυσικός πληθυσμός το επιτρέπει) θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν και να πολλαπλασιασθούν σε Βοτανικούς Κήπου, προσφέροντας ταυτόχρονα ex situ προστασία.</p><p>Θεοφάνηç Καραμπλιάνηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC65FED6D9ABFF6A3CB6FBE5	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC63FED3D9ABFF6A3CBEFC3E.text	0397C81BBC63FED3D9ABFF6A3CBEFC3E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cruciata taurica subsp. euboea (Ehrend.) Ehrend.	<div><p>Cruciata taurica (Pallas ex Willd.) Ehrend. subsp. euboea (Ehrend.) Ehrend.</p><p>Rubiaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Cruciata taurica (Pallas ex Willd.) Ehrend. subsp. euboea (Ehrend.) Ehrend. in Pl. Syst. Evol.124: 178 (1975).</p><p>Τύποç: [Ελλά (WAe), Νήσος Εύβοια] "in monte Delphi", 13 Maji 1876, Heldreich 1. (Ολότυπο: WU).</p><p>Συνώνυμα: Galium coronatum Sm. var. euboeum Ehrend. in Ann. Naturhist. Mus. Wien 56: 240 (1948).</p><p>Cruciata coronata (Sm.) Ehrend. subsp. euboea (Ehrend.) Ehrend. in Bot. J. Linn. Soc. 68: 272 (1974).</p><p>Περιγραφή: Φυτό ημιθαμνώδες με ισχυρή, ξυλώδη βάση και ξυλώδη ρίζα. Βλαστοί 10-35 cm, κατακείμενοι στη βάση τους και στη συνέχεια ανερχόμενοι ή όρθιοι, τετραγωνικής διατομή, χόνδρινοι στις γωνίε, λείοι. Μεσογονάτια διαστήματα κατά τη διάρκεια της καρποφορίας μέχρι 3 cm. Φύλλα 10-25 x 6-20 mm, ελλειψοειδή έως υποκυκλικά, ελαφρώς δερματώδη, αμβλυκόρυφα, άτριχα, με ένα προεξέχων κεντρικό νεύρο στην κάτω επιφάνεια και με μικροσκοπικές τρίχες στα σημεία ένωσής του. Ταξιανθία με 5-9 άνθη. Ποδίσκοι μήκους μέχρι 3-4(-12) mm. Βράκτια 9-14 x 6-11 mm, ημικυκλικά, με 3 νεύρα, αποξηραινόμενα κατά την καρποφορία. Βρακτίδια ελλειψοειδή έως ημικυκλικά, 4-10 x 2,5-8 mm, άτριχα. Στεφάνη κίτρινη, διαμέτρου 2,5-5 mm, λοβοί ωοειδεί, επιμήκει -τριγωνικοί ή ελλειψοειδεί, οξυκόρυφοι. Σχιζοκάρπια συνήθως μονήρη, σφαιρικά, διαμέτρου (2,5-)3-4(-5) mm, λεία.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιο -Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος της Ελλάδα. Η εξάπλωσή του είναι περιορισμένη στην κορυφή Δέλφη του όρους Δίρφυ.</p><p>Βιότοποç: Αναπτύσσεται σε πετρώδεις πλαγιές με έντονη κλίση, σάρες και σχισμές βράχων, σε υψόμετρο 1.000- 1.700 m, κυρίως στις βόρειες κλιτύες της κορυφής Δέλφη, αποκλειστικά σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα (Τρίγκα 2003). Η περιοχή εξάπλωσης του υποείδους ανήκει στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ψυχρό και δριμύ. Μεταξύ των συνοδών ειδών της C. taurica subsp. euboea περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα: Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Cerastium candidissimum, Sideritis euboea, Nepeta argolica subsp. dirphya, Inula oxylepis κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Cruciata taurica s.l. σχηματίζει ένα ιδιαίτερα ποικιλόμορφο πολυπλοειδές σύμπλοκο με πολλές διπλοειδεί, τετραπλοειδεί, εξαπλοειδείς και οκταπλοειδείς μορφέ, που εξαπλώνονται στην Α. Ελλάδα, την Ανατολία και ανατολικότερα μέχρι τον Καύκασο, το Τουρκμενιστάν και το Ιράν. Η ποικιλότητα των μορφολογικών χαρακτήρων περιλαμβάνει την μορφή ανάπτυξη, την διαφοροποίηση των ανθοφόρων και μη ανθοφόρων βλαστών και των φύλλων του, το τρίχωμα των βλαστών, των φύλλων και των καρπών, τη μεταβολή των βρακτίων μετά την άνθηση κ.λπ. Η ποικιλομορφία αυτή ανταποκρίνεται στην μεγάλη ποικιλία των βιοτόπων, όπου αναπτύσσεται το είδο, από πεδινές έως αλπικές περιοχές και από βραχώδεις θέσεις και σάρες μέχρι στέπες και θαμνώνες (Ehrendorfer &amp; Schänbeck-Temesy 1982b).</p><p>Η υφιστάμενη ταξινομική διαίρεση της C. taurica s.l. σε υποείδη, στην εκτεταμένη περιοχή της γεωγραφικής της εξάπλωση, είναι σε γενικές γραμμές αποδεκτή. Στην Ελλάδα, εκτός από την C. taurica subsp. euboea, εξαπλώνεται και η C. taurica subsp. occidentalis (Ehrend.) Ehrend. &amp; Schänb.-Tem. με εμφάνιση στη ΝΔ. Τουρκία και τη Σάμο (Schänbeck-Temesy &amp; Ehrendorfer 1991b).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: H Cruciata taurica subsp. euboea είναι ένα σπάνιο φυτό και κατά τις επανειλημμένες επισκέψεις μας στο όρος Δίρφυ, καταφέραμε να εντοπίσουμε μόνο μερικές δεκάδες άτομα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το φυτό σχηματίζει μεγάλες συστάδες και εντοπίζεται σχετικά εύκολα. Ο βιότοπος του υποείδου, ωστόσο, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα της κορυφής Δέλφη και ο συνολικός αριθμός των ατόμων του αναμένεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερο. Τα άτομα της C. taurica subsp. euboea που παρατηρήσαμε αναπτύσσονται σε μικρές ομάδες (5-40 άτομα), διάσπαρτες στις πλαγιές του όρους Δίρφυς και σε αποστάσεις μεταξύ τους που επιτρέπουν την εύκολη ανταλλαγή γενετικού υλικού. Εκτιμάται ότι ο πληθυσμός της C. taurica subsp. euboea δεν υπερβαίνει τα 1.000 άτομα, ενώ ενδέχεται να είναι σημαντικά μικρότερο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: H περιοχή εξάπλωσης της Cruciata taurica subsp. euboea είναι δυσπρόσιτη και βρίσκεται μακριά από εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητε. Το στοιχείο αυτό δεν φαίνεται να αλλάζει στο μέλλον και ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο απώλειας σημαντικού τμήματος του πληθυσμού της από άμεσες ανθρώπινες επεμβάσει. Η υπερβολική συλλογή του υποείδους θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποια μείωση του πληθυσμού, το σχετικά μεγάλο μέγεθος των ατόμων, ωστόσο, διευκολύνει την εξαγωγή φυτικών δειγμάτων χωρίς καταστροφή των ατόμων. Αν και στην ευρύτερη περιοχή της κορυφής Δέλφη υπάρχει σημαντικός αριθμός βοοειδών και αιγοπροβάτων, δεν παρατηρήσαμε εμφανή σημάδια βόσκησης των ατόμων του υποείδου.</p><p>Η Cruciata taurica s.l. συγκροτεί ένα, κατά τα φαινόμενα, παλαιό πολυπλοειδές σύμπλοκο με γνωστούς μέχρι και οκταπλοειδείς πληθυσμούς και η εξάπλωση της C. taurica subsp. euboea στην Κ. Εύβοια, μακριά από το κέντρο εξάπλωσης του τυπικού είδου, φαίνεται να είναι υπολειμματική. Αν και η συσχέτιση των παλαιών πολυπλοειδικών, φυτικών ειδών με υψηλό κίνδυνο εξαφάνισης δεν είναι καλά τεκμηριωμένη, το υψηλότερο επίπεδο πολυπλοειδία, στο οποίο μπορεί να φθάσει ένα είδο, φαίνεται να είναι περιορισμένο (Bennett 2004). Κίνδυνοι, λοιπόν, για τον πληθυσμό της C. taurica subsp. euboea, οφειλόμενοι σε ενδογενείς παράγοντε, δε μπορούν να αποκλεισθούν. Σημαντικότερη, ωστόσο, απειλή για την επιβίωσή της εκτιμούμε ότι αποτελεί το μικρό μέγεθος του πληθυσμού τη.</p><p>Νεότερα δεδομένα αναιρούν προγενέστερη κατάταξη του υποείδους στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN) (Τρίγκα 2003). Προτείνεται η ένταξή του στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με το κριτήριο D1+2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η πλήρης καταγραφή, παρακολούθηση και συλλογή δημογραφικών δεδομένων για τις βιολογικές λειτουργίες αυτού του taxon είναι απαραίτητες ενέργειες για τη διερεύνηση της βιωσιμότητας του πληθυσμού της C. taurica subsp. euboea και τον εντοπισμό των καταλλήλων διαχειριστικών μέτρων για την προστασία του. Η προσπάθεια πολλαπλασιασμού και καλλιέργειας του υποείδους σε Βοτανικούς Κήπους και η διατήρηση σπερμάτων σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού θεωρούνται απαραίτητες ενέργειες για την προστασία του.</p><p>Παναγιώτηç Τρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC63FED3D9ABFF6A3CBEFC3E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC60FECDD9B2FE833CBEFB7E.text	0397C81BBC60FECDD9B2FE833CBEFB7E.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cuscuta atrans Feinbrun	<div><p>Cuscuta atrans Feinbrun</p><p>Convolvulaceae</p><p>Cuscuta atrans Feinbrun in Israel J. Bot. 19: 22 (1970).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "White Mts., Svourichti above Katsiveli, 2100 m, on Verbascum spinosum L. ", 4 Aug. 1950, P. H. Davis 18132 (Ολότυπο: E).</p><p>Περιγραφή: Παρασιτική μονοετής πόα. Βλαστός υπόλευκος έως βαθύς ερυθρό, χωρίς χλωροφύλλη, ιδιαιτέρως λεπτό. Φύλλα μεταμορφωμένα σε μικρά λέπια. Ταξιανθία αποτελούμενη από πυκνέ, σφαιρικές ομάδες ανθέων, διαμέτρου c. 5 mm. Άνθη άμισχα, 5-μερή, 2-2,5 mm. Κάλυκας περιβάλλων τον σωλήνα της στεφάνη, ημίλευκος έως βαθύς πορφυρό, αντιστρόφως κωνικός ως κωδωνοειδή, c. 2 mm, ελαφρώς σαρκώδη, με πυκνά φυμάτια, διηρημένος μέχρι το μέσον του ή περισσότερο. Λοβοί κάλυκα ευρέως τριγωνικοί ή αντωοειδεί, με προεκβολή στο χαμηλότερο τμήμα του, απόληξη ελαφρώς ακιδωτή. Στεφάνη υπόλευκη έως σχεδόν πορφυρόχρου, κωδωνοειδής έως χοανοειδή, ελαφρώς σαρκώδη, λέπια προσαρτημένα στο εσωτερικό του σωλήνα της στεφάνη, χαμηλότερα των στημόνων, διχαλωτά, με βραχείς κροσσού, εκτεινόμενα έως τους στήμονε. Λοβοί στεφάνης αποκλίνοντε, ωοειδεί, περίπου ίσου μήκους με τον σωλήνα. Στήμονες βραχύτεροι των λοβών της στεφάνη. Στύλος μαζί με το προεκτεινόμενο στίγμα βραχύτερος από την ωοθήκη. Ωοθήκη σφαιροειδή, περίπου 0,75 mm. Σπέρματα ωοειδή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος έως Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό των υψηλών ορέων της Κρήτης και έως σήμερα καταγεγραμμένο με βεβαιότητα στα Λευκά Όρη και την Δίκτη, στην Δ. και Α. Κρήτη, αντιστοίχω.</p><p>Βιότοποç: Ανοικτές ασβεστολιθικές πετρώδεις θέσει, όπου το είδος παρασιτεί στους ακανθώδεις νανώδεις θάμνους (*= ενδημικό της Κρήτη): * Astragalus creticus, Satureja spinosa και * Verbascum spinosum και στην πολυετή πόα * Sideritis syriaca subsp. syriaca, σε υψόμετρο 1.400-2.150 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Feinbrun (1970) σημειώνει ότι η Cuscuta atrans ομοιάζει με την C. palaestina Boiss. στο μέγεθος των κεφαλίων, αλλά διαφέρει από αυτή στα 5-μερή άνθη, στην ιδιαίτερη υφή του κάλυκα με τα πυκνά φυμάτια, στο σχήμα των λοβών του κάλυκα και στο γεγονός ότι διαθέτει αφιστάμενους λοβούς της στεφάνη. Η Feinbrun (1970) σημειώνει, επίση, ότι η C. atrans είναι ιδιόμορφη, δεδομένου ότι ολόκληρο το φυτό κατά την αποξήρανσή του μαυρίζει (για τον λόγο αυτό πιθανώς πήρε και το όνομά τη). Εντούτοι, ο Strid (1991a) παρατήρησε ότι το μαύρισμα δεν ήταν εμφανές στο δείγμα των Baden &amp; Franzén 595 (C) και πρότεινε ότι το φαινόμενο αυτό είναι πιθανώς μία ιδιαιτερότητα του τύπου, ο οποίος ήταν το μόνο δείγμα το οποίο μελέτησε η Feinbrun. Ο Strid (1991) σημειώνει επίσης ότι κάποιες παλαιότερες αναφορές της C. palaestina Boiss. ( C. globularis Bertol.) από τα όρη της Κρήτη, πιθανότατα να αντιστοιχούν στην C. atrans . Πράγματι, μία συλλογή της C. palaestina από το Άγιο Πνεύμα στα Λευκά Όρη (25 Ιουλίου 1893, Baldacci, Iter Creticum 1893 no. 234, BM), η οποία παρασιτούσε στην Satureja spinosa, ανήκει στην C. atrans και όχι στην C. palaestina . Άλλη μία συλλογή, επίσης της C. palaestina, αλλά από τον Ψηλορείτη (10 Αυγούστου 1893, Baldacci, Iter Creticum 1893 no. 188, BM), η οποία παρασιτούσε σε Acantholimon androsaceum (Jaub. &amp; Spach) Boiss. και στην Euphorbia acanthothamnos Heldr. &amp; Sart. ex Boiss., δεν ήταν δυνατό να προσδιορισθεί με βεβαιότητα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον πέντε υποπληθυσμοί της Cuscuta atrans είναι γνωστό ότι απαντούν στα Λευκά Όρη: στην κοιλάδα δυτικά από το Πετράδι (6 Ιουλίου 2007, Turland obs. &amp; photo), βόρεια της δολίνης του Λιβαδά (20 Αυγούστου 1971, Jermy &amp; Brownsey 9188, BM), στο όρος Σβουριχτή (locus classicus του taxon), στο όρος Άγιο Πνεύμα (1893 Baldacci, βλέπε ταξινομικά σχόλια ανωτέρω), και στην κοιλάδα της Αμμουτσαράς (7 Αυγούστου 1991, Turland 538, BM). Ένας ακόμα υποπληθυσμός του είδους εντοπίζεται 130 km ανατολικά, στη Δίκτη (Baden &amp; Franzén 595, C, αναφέρεται χωρίς ακριβή θέση από τον Strid 1991a).</p><p>Οι δύο υποπληθυσμοί που παρατηρήθηκαν από τον συγγραφέα αποτελούνται ο καθένας από μερικές δεκάδες ωρίμων ατόμων, τα οποία παρασιτούν στην Satureja spinosa (Αμμουτσαρά) και στα είδη Sideritis syriaca και Verbascum spinosum (κοιλάδα δυτικά από το Πετράδι). Δεν είναι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με το μέγεθος των υπόλοιπων γνωστών υποπληθυσμών. Η περιοχή που το είδος καταλαμβάνει μπορεί να είναι πολύ μικρή, ίσως μικρότερη από 10 km2. Είναι, εντούτοι, πιθανό το είδος να είναι πιο συχνό στα υψηλά όρη της Κρήτη, αλλά να μην έχει πλήρως καταγραφεί. Δεν είναι γνωστό το μέγεθος της διακύμανσης των υποπληθυσμών από έτος σε έτο, αλλά φαίνεται πιθανό ότι υφίστανται αυξομειώσεις δεδομένου ότι το είδος είναι μονοετέ.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι καταγεγραμμένοι ξενιστές είναι συχνά μέλη της βλάστησης των υψηλών ορέων που υπάρχουν σε αφθονία και καλύπτουν εκατοντάδες εκτάρια (αν και ο Astragalus creticus δεν είναι γνωστός στα Λευκά Όρη και το Verbascum spinosum δεν είναι γνωστό στους ορεινούς όγκους του Ψηλορείτη και της Δίκτη). Ωστόσο, το μικρό μέγεθος των υποπληθυσμών και ο ετήσιος κύκλος ζωής θα μπορούσε να θέσει την Cuscuta atrans σε κίνδυνο, ειδικά εάν συνδυάζεται με μη φυσικούς παράγοντε, όπως η υπερβόσκηση. Πολύ λίγα είναι γνωστά σχετικά με την βιολογία αυτού του είδους και για το πώς οι συνθήκες κατά την διάρκεια ενός έτους (π.χ. θερμοκρασία) είναι δυνατό να επηρεάσουν την εγκατάστασή του στα φυτά ξενιστέ. Μπορεί να είναι σημαντικό το γεγονός ότι το είδος δεν έχει μέχρι σήμερα καταγραφεί σε χαμηλά υψόμετρα, παρά το γεγονός ότι ένας από τους ξενιστές του, το V. spinosum, είναι τοπικά άφθονο έως το επίπεδο της θάλασσας στην ΝΔ. Κρήτη. Είναι, επίση, άγνωστο σε ποιό βαθμό το είδος επηρεάζεται από την βόσκηση. Με βάση τα μέχρι τώρα διαθέσιμα δεδομένα, προτείνεται για το είδος η κατηγορία Τρωτό (VU), σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), εφόσον πληροί τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ένας από τους υποπληθυσμούς βρίσκεται στο όρος Σβουριχτή. Το μικροαπόθεμα του προγράμματος CRETAPLANT, το οποίο εφαρμόσθηκε εκεί το 2006 για το είδος Nepeta sphaciotica, μπορεί επίσης να συμπεριλάβει την Cuscuta atrans . Θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί περίφραξη σε τμήμα αυτού του αποθέματο, προκειμένου να αποφευχθεί η βόσκηση, ενώ η αναγέννηση της βλάστησης θα πρέπει να παρακολουθηθεί για μία περίοδο 5-10 ετών, έχοντας την απερίφρακτη περιοχή ως έλεγχο. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, θα πρέπει να ερευνηθεί η σκοπιμότητα περαιτέρω περίφραξη, με κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γη, των τοπικών κτηνοτρόφων και των κατοίκων των χωριών.</p><p>Η συλλογή φυτών θα πρέπει να είναι ελεγχόμενη, εντούτοις ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί με την απαραίτητη άδεια (αν το γεγονός αυτό δεν αποτελεί από μόνο του μία απειλή) και να αναπτυχθεί σε καλλιέργεια, ώστε να προκύψουν ex situ υποπληθυσμοί (μεταξύ των γνωστών ξενιστών, το Verbascum spinosum καλλιεργείται εύκολα), από τους οποίους θα μπορούσε να πολλαπλασιασθεί υλικό και να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ενώ σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Η όλη διαδικασία θα επέτρεπε την δυνατότητα μελλοντικής επανεισαγωγής ή πειραματικής ενίσχυσης των πληθυσμών στην περίπτωση που οι φυσικοί υποπληθυσμοί μειωθούν πέραν ενός κρίσιμου ορίου.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC60FECDD9B2FE833CBEFB7E	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC7EFECFD9B2FE833CBEFE49.text	0397C81BBC7EFECFD9B2FE833CBEFE49.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cyanus baldaccii (Bald.) Holub	<div><p>Cyanus baldaccii (Bald.) Holub</p><p>Compositae</p><p>Cyanus baldaccii (Bald.) Holub in Preslia 46: 228 (1974).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Λεκτότυποç (Gamal-Eldin &amp; Wagenitz in Strid &amp; Tan 1991, Mount. Fl. Greece 2: 516): [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in summis m. Gigilos Volakià distr. Sphakia", Baldacci 76 (WU-Hal. Ισολεκτότυποι: W, WU).</p><p>Συνώνυμα: Centaurea baldaccii Bald. in Malpighia 9: 277 (1895).</p><p>Περιγραφή: Πολυετή, ριζωματώδης πόα. Ρίζωμα μακρύ, έρπον. Εναέρια στελέχη πολύ βραχέα, 3-4 cm, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλίου. Φύλλα πυκνώς χνοώδη, αργυρόχροα-τεφρά και στις δύο επιφάνειε. Φύλλα βάσεως με βραχύ μίσχο και έλασμα στενώς λογχοειδέ, 2,5-6,5 cm x 3-6 mm, περιθώριο ακέραιο. Ανώτερα φύλλα μικρότερα, πλάτους c. 2,5 mm. Κεφάλιο μονήρε, βραχύτερο από τα φύλλα της βάση. Περίβλημα κεφαλίου ωοειδές 10-15(- 18) x 6,5-8(-9) mm, βράκτια επιμήκη-ωοειδή, πλάτους 2,5-3 mm, καταλήγοντα σε βαθυκάστανα, τριγωνικά, 2,5- 4 x 1,5-2,5 mm εξαρτήματα με ευδιάκριτα κατερχόμενα περιθώρια πλάτους 0,4-0,7 mm και με 13-16 αργυρόχροες βλεφαρίδες μήκους (1,5-)2-3,5 mm σε κάθε πλευρά. Ανθίδια λευκά, σπανίως ωχρά-ιώδη, μακρύτερα του περιβλήματος κατά 9-10 mm, τα περιφερειακά αποκλίνοντα. Σωλήνας ανθήρων ωχρός ιώδη. Αχαίνια μήκους c. 4,5 mm. Πάππος 1,2-1,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος έως Αύγουστο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό του δυτικού τμήματος του ορεινού όγκου των Λευκών Όρεων στην Δ. Κρήτη. Μία αναφορά από τον Gandoger (Rechinger 1943a) από το Όρος Τροχάρη, στο ανατολικό τμήμα των Λευκών Όρεων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι γεωγραφικά λανθασμένη ή έχει στηριχθεί σε λάθος αναγνώριση του είδου.</p><p>Βιότοποç: Ο Cyanus baldaccii εμφανίζεται σε πετρώδεις πλαγιές και ασβεστολιθικούς ορεινούς βοσκότοπου, σε υψόμετρο 1.800-2.100 m. Συνοδεύεται στη φύση από taxa όπως τα (*= ενδημικό της Κρήτη): * Acantholimon androsaceum, * Anchusa cespitosa, * Asperula idaea, Astragalus angustifolius, Berberis cretica, * Centaurea idaea, Prunus prostrata, * Sideritis syriaca subsp. syriaca και * Verbascum spinosum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Cyanus Mill. διαχωρίσθηκε από το γένος Centaurea L. από τον Greuter (2003), στα πλαίσια της Euro+Med Plantbase. Ο Cyanus baldaccii ενδέχεται να συνδέεται ταξινομικά με τον C. epirotus (Halácsy) Holub (από την Αλβανία και την Ελλάδα), τον C. pichleri (Boiss.) Holub (από την Βουλγαρία, την Ελλάδα και την Τουρκία), τον C. pindicola (Griseb.) Soják (από την Αλβανία, τη FYROM και την Ελλάδα) και τον C. triumfettii (All.) Á. Läve &amp; D. Läve (με ευρεία εξάπλωση από το Μαρόκο μέχρι τον Καύκασο, μέσω της Ν. Ευρώπη).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο δύο υποπληθυσμοί είναι γνωστοί στα Λευκά Όρη, σε κάποιο βαθμό συνεχόμενοι: ο ένας στο όρος Γκίγκιλος και ο άλλος στο όρος Βολακιά, νοτιότερα. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων εκτιμήθηκε στα 1.000-5.000 από τον Jahn (1995b, ως Centaureua baldaccii), χωρίς όμως να υπάρχει αναφορά στο πόσα από αυτά τα άτομα ήταν ώριμα. Ο συγγραφέας κατόρθωσε να βρει μόνο λίγα ώριμα άτομα κοντά στην κορυφή του όρους Γκίγκιλου τον Ιούνιο του 1994, εντούτοις μόνο η περιοχή τριγύρω από την κορυφή ερευνήθηκε εξονυχιστικά. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις διακύμανσης ή μείωσης των ατόμων του πληθυσμού. Η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος στο σύνολό του είναι έως 3 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Εν δυνάμει απειλές για τον Cyanus baldaccii περιλαμβάνουν την υπερβόσκηση από πρόβατα, το ποδοπάτημα από τους πεζοπόρους και την υπερσυλλογή από βοτανικούς ή κηπουρού. Ενδεχόμενη κατασκευή δρόμου έως τις κορυφές των ορέων Γκίγκιλος και/ή Βολακιάς θα προκαλούσε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον βιότοπο του είδου. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για τον C. baldaccii, καθόσον πληροί τα κριτήρια D1+2 της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οι υποπληθυσμοί του Cyanus baldaccii εμφανίζονται στα όρια του Εθνικού Πάρκου του Φαραγγιού της Σαμαριά, εντός του οποίου η συλλογή φυτικού υλικού απαγορεύεται. Στην περίπτωση που θα σχεδιασθεί δρόμο, ο οποίος θα ανέρχεται στα όρη Γκίγκιλος και Βολακιά, η περιοχή όπου εμφανίζεται το είδος θα πρέπει να διατηρηθεί μακριά από την διαδρομή του οδικού άξονα. Θα ήταν επιθυμητή η επέκταση του ορίου του Εθνικού Πάρκου για να περιλάβει τις περιοχές των κορυφών (άνω των 1.800 m) αυτών των δύο ορέων. Στην πράξη, παρόμοια προστασία για το σύνολο του ορεινού όγκου των Λευκών Ορέων, ή τουλάχιστον της ζώνης πάνω από το φυσικό δασοόριο, θα ήταν ιδιαιτέρως επιθυμητή.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC7EFECFD9B2FE833CBEFE49	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC7CFEC8D9B2FE833CB6FB5D.text	0397C81BBC7CFEC8D9B2FE833CB6FB5D.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cynara cyrenaica Maire & Weiller	<div><p>Cynara cyrenaica Maire &amp; Weiller</p><p>Compositae</p><p>Kινδυνεύον (EN)</p><p>Cynara cyrenaica Maire &amp; Weiller in Bull. Soc. Hist. Nat. Afrique N. 30: 286 (1939).</p><p>Λεκτότυποç (Wiklund 1992: 94): [Λιβύη] "Cyrenaica in humosis supra Apolloniam, 200-300 m, solo calcareo", 22 April 1938, Maire &amp; Weiller, Iter Libycum 1938 no. 908 (MPU).</p><p>Συνώνυμα:? Cynara sibthorpiana Boiss. &amp; Heldr. var. mauginiana Pamp. in Agric. Colon. 15: 378 (1921).</p><p>? C. cardunculus f. mauginiana (Pamp.) Pamp. in Arch. Bot. (Forlì) 12: 49 (1936).</p><p>? C. cardunculus L. var. elata Cavara in Boll. Soc. Bot. Ital. 1923: 12 (1923).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με διογκωμένη, πασσαλώδη ρίζα. Βλαστός όρθιος με λίγες διακλαδώσει, ύψους έως 80 cm, πάχους 6-10 mm, με 14 έως 20 γραμμώσει, με βραχύ και πυκνό λευκό εριώδες τρίχωμα, αδενώδη. Φύλλα βάσης λίγα, σχηματίζοντα επίπεδο μεγάλο ρόδακα, μίσχος βραχύς ή απών, έλασμα με περίγραμμα ευρέως ελλειπτικό, βαθιά δις πτεροσχιδέ, διαστάσεων 30-40 x 20- 30 cm, ράχη πλάτους 4-9 mm, με βραχύ και πυκνό λευκό εριώδες τρίχωμα, κύριοι λοβοί με στενώς λογχοειδές περίγραμμα, δευτερεύοντες λοβοί εκτεινόμενοι οριζόντια και με εναλλασσόμενο τρόπο από την ράχη, ανορθούμενοι και σχηματίζοντες γωνία περίπου 45ª με αυτή, γραμμοειδεί - λογχοειδείς και πράσινοι στην άνω επιφάνεια, με βραχύ και πυκνό λευκό εριώδες τρίχωμα, ελαφρώς αδενώδεις στην κάτω επιφάνεια, κράσπεδα συνεστραμμένα, απόληξη σχηματίζουσα αιχμηρή, καστανωπή-κίτρινη άκανθα. Φύλλα βλαστού παρεμφερή με αυτά της βάση, αλλά μικρότερα και με λογχοειδές περίγραμμα, δις πτεροσχιδή στο κατώτερο ήμισυ, απλώς πτεροσχιδή στο ανώτερο ήμισυ, 10-30 x 5-10 cm, ανώτατα φύλλα σχεδόν άμισχα, στενώς λογχοειδή στο περίγραμμα, απλώς πτεροσχιδή σε όλο τους το μήκο. Κεφάλια μονήρη στις απολήξεις των βλαστών. Περίβλημα ευρέως ωοειδέ, 3-3,5 x (2-)2,5-3 cm. Βράκτια περιβλήματος 60-70, σε 5-7 σειρέ, δερματώδη, εξωτερικά βράκτια γλαυκοπράσινα, ελαφρώς έως εντόνως ιώδη, τριγωνικά έως ωοειδή, 6-8 x c. 3 mm, μετρίως τριχωτά, άκρο οξύληκτο καταλήγον σε άκανθα, μεσαία βράκτια γλαυκοπράσινα, συχνά με ισχυρές ιώδεις αποχρώσει, ενίοτε με βαθέως πορφυρά στίγματα, ευρέως επιμήκη, 10-13 x 8-11 mm, ελαφρώς τριχωτά έως άτριχα, άκρο στενούμενο απότομα σε εξάρτημα στενώς γραμμοειδέ, ευθύ, επίπεδο, μήκους 3-4 cm, καταλήγον σε μία οξεία, καστανοκίτρινη άκανθα· εσωτερικά βράκτια με αποχρώσεις του καστανού ή του ερυθρού, σχεδόν γραμμοειδή, c. 3 cm x 3-3,5 mm, με οξύ άκρο. Λέπια ανθοδόχης 2-3 cm. Ανθίδια 70-80, στεφάνη 3-4 cm x 1-1,5 mm, απόληξη πορφυρή ή κυανοϊώδη, 1-1,3 cm. Ανθήρες σχεδόν λευκοί, μήκους 6,5-7,5 mm. Στύλοι ιώδει, c. 4 cm, με λοβούς μήκους 6,5-8 mm. Ώριμα αχαίνια ωοειδή, διογκωμένα, μήκους 4-5 mm, λευκομέλανα. Πάππος αχυρόχρωμο, πτερόμορφο, αποτελούμενος από 100-150 σκληρέ, επίπεδες τρίχες 2-3 cm x 0,15-0,25 mm, σε 3-5 σειρέ.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 34 (Bareka &amp; al. in prep.).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα, η Cynara cyrenaica είναι γνωστή από μία πολύ μικρή περιοχή μεταξύ του Αγίου Νικολάου και της Ιεράπετρας στην Α. Κρήτη. Εκτός Ελλάδας το είδος είναι γνωστό από την ΒΑ. Λιβύη (Κυρηναϊκή). Προσφάτως έχει επίσης αναφερθεί από την Κύπρο (Robba &amp; al. 2005), με βάση ένα δείγμα βοτανικής συλλογής s. col. 3721 στο BM, το οποίο, όμω, ο συγγραφέας του άρθρου δεν κατάφερε να εντοπίσει. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η αναφορά του συγκεκριμένου είδους από την Κύπρο είναι λανθασμένη (Ηand &amp; Hadjikyriakou 2009).</p><p>Βιότοποç: Λίγο έως πολύ διαταραγμένο έδαφος σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Επίσης σε ανοικτέ, ηλιόλουστες θέσεις στις άκρες ελαιώνων ή καλλιεργουμένων αγρών, σε αναβαθμίδε, στη βάση των αναχωμάτων και των ξερολιθιών, μαζί με ασβεστολιθικούς βράχου, αραιά φρύγανα και χαμηλή βλάστηση κυρίως από μονοετείς πόε. Σε υψόμετρο 200-300 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Tο είδος συλλέχθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1974, όταν βρέθηκε ένας μοναδικός υποπληθυσμός στην Α. Κρήτη ''about 22 km from Ag Nick [Agios Nikolaos] near Meseleri on Kalamafka road / 1000' / not frequent'' (Sir C. Barclay 3208, K). Το όνομα της ετικέτας του δείγματος ήταν αρχικά? Centaurea και στη συνέχεια Cynara cardunculus L., μέχρι το 1988 οπότε η A. Wiklund το προσδιόρισε ως C. cyrenaica και στη συνέχεια το δημοσίευσε ως νέα αναφορά για την Κρήτη, την Ελλάδα και την Ευρώπη, στην αναθεώρηση του γένους (Wiklund 1992). Το δείγμα του Barclay ταιριάζει επακριβώς με υλικό της C. cyrenaica από την Λιβύη, π.χ. το δείγμα K. Guichard CYR/37/21 (BM), το οποίο επίσης προσδιορίσθηκε ως C. cyrenaica από την Wiklund το 1988. Tα συνώνυμα που παραθέτονται περιγράφηκαν από την Κυρηναϊκή της Λιβύης και τοποθετούνται με αμφιβολία κάτω από την Cynara cyrenaica από τη Wiklund (1992).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Toν Μάιο του 2008 η Γ. Καμάρη και ο συγγραφέας του άρθρου ερεύνησαν την περιοχή κατά μήκος του δρόμου από το χωριό Μεσελέροι μέχρι τη Καλαμαύκα. Βρήκαν ένα μόνο άτομο Cynara cyrenaica, σε καλή ανάπτυξη, αλλά με ανώριμα κεφάλια, να μεγαλώνει σε ένα μικρό, υπολειμματικό και αδιατάρακτο τμήμα εδάφους δίπλα στον δρόμο. Αυτή η θέση, 2 km από τους Μεσελέρους σε υψόμετρο 300 m, συνδυάζεται θαυμάσια με την περιγραφή του Barclay και το υψόμετρο των 1.000 ποδών. Η έρευνα της περιοχή, που άμεσα γειτνιάζει με το φυτό, δεν απέδωσε περισσότερα άτομα.</p><p>Τον Ιούνιο του 2008 ο Γ. Αφορδακός (Άγιο Νικόλαο), έχοντας δει φωτογραφίες του φυτού από τους Μεσελέρου, ανακάλυψε έναν δεύτερο υποπληθυσμό κοντά στην Κριτσά, 8 km ΒΔ. των Μεσελέρων. Σύμφωνα με τον Αφορδακό (προσωπ. επικοινωνία), βρέθηκαν 31 άτομα. Οι φωτογραφίες αρκετών φυτών που ελήφθηκαν από τον Αφορδακό επιβεβαιώνουν την ταυτότητα του είδου, χωρίς καμία αμφιβολία, ως Cynara cyrenaica .</p><p>Με βάση τα γνωστά δεδομένα, η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι 2 km2 και ο συνολικός πληθυσμός 32 (πιθανώ ενήλικα) άτομα. Υπάρχουν ενδείξεις μείωσης του αριθμού των ενηλίκων ατόμων στον υποπληθυσμό των Μεσελέρων, αφού από "όχι συχνό" που αναφερόταν το 1974 βρέθηκε ένα μόνο άτομο το 2008. Φαίνεται, όμω, πιθανό ότι περαιτέρω έρευνα αυτής της περιοχής της Κρήτης θα προσθέσει περισσότερους υποπληθυσμούς στους ήδη γνωστού. Οι βοτανικοί μπορεί να έχουν παραβλέψει τα φυτά στο παρελθόν επειδή εμφανίζουν μία απατηλή ομοιότητα με ορισμένα άλλα κοινά γαϊδουράγκαθα της Κρήτη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η διατάραξη ή η καταστροφή του βιοτόπου και η ανάπτυξη κλειστής θαμνώδους βλάστησης είναι οι κυριότεροι κίνδυνοι που απειλούν την Cynara cyrenaica στην Ελλάδα. Ο υποπληθυσμός στους Μεσελέρους έχει υποστεί μεγάλη διατάραξη μέσα στα 34 έτη που ακολούθησαν από την ανακάλυψή του. Ο κύριος δρόμος προς τους Μεσελέρους έχει διαπλατυνθεί, ενώ η πλαγιά του λόφου στην απέναντι πλευρά, όπου φύεται η Cynara, έχει υποστεί κατακρήμνιση, δημιουργώντας πολλές βαθιές σχισμές στο έδαφος με συνακόλουθη διάβρωση. Μεγάλες ποσότητες χώματος και λίθων έχουν καταπέσει στα κράσπεδα του δρόμου, μέχρι σχεδόν 2 m απόσταση από την Cynara . Tο μόνο αδιατάρακτο έδαφος στην κοντινή περιοχή καλύπτεται με πυκνούς θαμνώνε. Ως συνέπεια, αυτός ο υποπληθυσμός θα πρέπει να θεωρείται ως Κρισίμως Κινδυνεύων, εκτός αν υπάρχουν στην περιοχή περισσότερα φυτά. Η κατάσταση στην Κριτσά είναι λιγότερο απογοητευτική, αν και η χρήση ζιζανιοκτόνων στους ελαιώνες θα μπορούσε να είναι καταστροφική για το είδο. Άλλοι κίνδυνοι σχετίζονται με τις αλλαγές στη χρήση της γη, όπως η είσοδος βαρέων οχημάτων στις νέες αναβαθμίδε, οι κατασκευές κτηρίων, ή η εγκατάλειψη της γης που συνεπάγεται την ανάπτυξη κλειστής θαμνώδους βλάστηση. Με βάση την δομή και τους κινδύνους των γνωστών υποπληθυσμών και με την προϋπόθεση ότι πιθανόν να ευρεθούν επιπρόσθετοι υποπληθυσμοί, προτείνεται η κατηγορία Κινδυνεύον (EN) για το είδο, σύμφωνα με την IUCN (2001), εφόσον πληρούνται τα κριτήρια B1a,b(iii,v)+2ab(iii,v), C2a(i,ii) και D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Πρέπει να ερευνηθούν κατάλληλοι βιότοποι στις επαρχίες Μιραμπέλλου και Ιεράπετρα, σε μία προσπάθεια να ανακαλυφθούν περισσότεροι υποπληθυσμοί. Η άμεση παρέμβαση μπορεί να είναι η μόνη ελπίδα για επιβίωση του υποπληθυσμού κοντά στους Μεσελέρου. Πρέπει επίσης να συλλεχθούν αχαίνια, να δημιουργηθεί ένας ex situ υποπληθυσμό, να τοποθετηθούν αχαίνια σε Τράπεζα Σπερμάτων και νεαρά φυτά να επανεισαχθούν σε ασφαλείς θέσεις κοντά στους Μεσελέρου. Ο υποπληθυσμός της Κριτσάς θα πρέπει να παρακολουθείται για όποιους άμεσους κινδύνους μπορεί να εμφανισθούν. Αυτό πρέπει να γίνει σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες της γης και την τοπική κοινωνία. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή των φυτών με τη χρήση ζιζανιοκτόνων με βάση κάποιες προηγούμενες κατάλληλες συμβουλές και με την ευαισθητοποίηση των κατοίκων.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC7CFEC8D9B2FE833CB6FB5D	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC79FEC5D9ABFE833CBEFCE0.text	0397C81BBC79FEC5D9ABFE833CBEFCE0.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Cynoglossum sphacioticum Boiss. & Heldr.	<div><p>Cynoglossum sphacioticum Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Boraginaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Cynoglossum sphacioticum Boiss. &amp; Heldr. in Boissier, Diagn. Pl. Orient., ser. 1, 11: 125 (1849).</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "Rarο in summo vertice Stavropodia montium Sphacioticorum alt. 7000´", 10 Jul. 1846, Heldreich s.n. (Ολότυπο: GBOIS. Iσότυποι: BM, G).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο, νανώδε, θυσανωτό, με υπόλευκο τραχύ τρίχωμα και με εύρωστο ξυλώδες υπόγειο στέλεχο. Βλαστοί λίγοι, ανερχόμενοι έως όρθιοι, ισχνοί, ύψους 4-12 cm. Φύλλα κατ' εναλλαγή, άμισχα, απλά, με περιθώριο ακέραιο, αυτά της βάσης και κατώτερα φύλλα βλαστού αντιλογχοειδή έως στενώς σπατουλοειδή, 15-25 x 2,5-6 mm, μεσαία και ανώτερα φύλλα βλαστού λογχοειδή-επιμήκη έως στενώς ελλειπτικά, τα ανώτερα σχήματος βρακτίου. Ταξιανθία κυματώδη, στενώς συσπειρωμένη στην αρχή, φέρουσα έως 15 άνθη. Άνθη πενταμερή. Κάλυκας ±2,5 mm κατά την άνθηση, διαιρούμενος κατά τα 3/4 του μήκους του σε ευρέως επιμήκεις λοβού, οι οποίοι παραμένουν κατά την καρποφορία. Στεφάνη βραχέως χοανοειδή, διαμέτρου 3-5 mm, με ευρέως τριγωνικά τμήματα, συγκλίνοντα στον λαιμό, με λοβούς αφιστάμενου, εντόνως κυανούς έως κυανοϊώδει, ημικυκλικού. Καρπός μικρό κάρυο με έως 4 κάρυα σε κάθε ποδίσκο, ωοειδή, 7 x 5 mm, χωρίς παχύ περιθώριο, πυκνά και ομοιόμορφα καλυμμένα με στενώς τριγωνικέ, επίπεδες γλωχίνες έως 1,4 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 24 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Ιούλιο, καρποφορία από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό των Λευκών Ορέων στην Δ. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Αραιή, ακανθώδη, προσκεφαλόμορφη βλάστηση σε ανοικτές ασβεστολιθικές πετρώδεις πλαγιέ, βραχώδεις και πετρώδεις θέσει, σχισμές βράχων, σε υψόμετρο 1.700-2.400 m. Στα συνοδά είδη μπορεί να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα (*= ενδημικό της Κρήτη): * Acantholimon androsaceum, * Alyssum sphacioticum, * Anchusa cespitosa, * Asperula idaea, Berberis cretica, * Centaurea idaea, * Dianthus sphacioticus, Euphorbia herniariifolia, * E. rechingeri, * Lactuca alpestris, Lysimachia serpyllifolia, Minuartia attica, Paracaryum lithospermifolium subsp. cariense, * Pimpinella tragium subsp. depressa, Prunus prostrata, Ranunculus gracilis, Rhamnus saxatilis subsp. prunifolia, Satureja spinosa, * Scutellaria hirta, * Silene variegata, * Teucrium alpestre και * Viola fragrans .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Στο βλαστητικό στάδιο και κατά την ανθοφορία, το taxon αυτό ομοιάζει με το Paracaryum lithospermifolium subsp. cariense (Boiss.) R. R. Mill, το οποίο επίσης απαντά στα Λευκά Όρη της Κρήτη, αλλά τα δύο taxa μπορούν εύκολα να διακριθούν κατά την καρποφορία, γιατί το Cynoglossum sphacioticum έχει άπτερα κάρυα με πυκνέ, σκληρές γλωχίνε, ενώ το P. lithospermifolium subsp. cariense έχει κάρυα αραιώς τριχωτά με ημιδιαφανή πτερύγια. Κατά την συνένωση του Paracaryum (A. DC.) Boiss. και της Rindera Pall. με το Cynoglossum L., ο Greuter (1981) σημειώνει ότι τα C. sphacioticum, P. lithospermifolium και το κυπριακό ενδημικό C. troÖdi H. Lindb. ''είναι σχεδόν αδύνατο να διαχωρισθούν, εκτός αν βρίσκονται σε καρποφορία και μπορεί να μην είναι σαφώς διακριτά'' και παρατήρησε ότι ένα θεωρούμενο φυσικό υβρίδιο μεταξύ των C. sphacioticum και P. lithospermifolium subsp. cariense έχει κάρυα είτε χωρίς πτερύγια είτε χωρίς γλωχίνε, ''τα οποία μπορεί να υποδηλώνουν έναν έλεγχο ολίγων γονιδίων αυτών των χαρακτηριστικών του καρπού''.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τουλάχιστον επτά υποπληθυσμοί είναι γνωστοί στα Λευκά Όρη και τουλάχιστον τρεις επιπλέον έχουν καταγραφεί ιστορικά (πριν από το 1920). Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου έχει παρατηρήσει τέσσερις από τους υποπληθυσμού, όπου ο αριθμός των ωρίμων ατόμων είναι μικρό, ίσως μόνον μερικές δεκάδε, εκτός από το όρος Μαύρη, όπου τα άτομα είναι πολυαριθμότερα. Η περιοχή εξάπλωσης του είδους είναι c. 150 km2 και η συνολική έκταση που καταλαμβάνει μπορεί να είναι μόνον 10 km2. Δεν έχει διαπιστωθεί μετρήσιμη συνεχής μείωση ή σημαντικές διακυμάνσεις στον αριθμό των ωρίμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος κινδυνεύει κυρίως από την υπερβόσκηση από αιγοπρόβατα, η οποία συνεχίζεται κατά την διάρκεια του καλοκαιριού στα μεγάλα υψόμετρα των Λευκών Ορέων, άνω του δασοορίου. Το γεγονός αυτό βλάπτει τα φυτά, μειώνει την ποσότητα των σπερμάτων που παράγονται και εμποδίζει την εγκαθίδρυση των νέων ατόμων, παρόλο που το είδος προστατεύεται σε κάποιο βαθμό από το προσκεφαλόμορφο, νανώδες σχήμα του. Η εγγύτητα του νέου δρόμου από την Ανώπολη σε τρεις από τους πληθυσμούς (όρο Στέρνε, κοιλάδα Αμμουτσαρά, όρος Κακοβόλι) είναι πιθανό να επιφέρει περισσότερους κινδύνους εξαιτίας της διαπλάτυνσης του οδοστρώματο, της υπερβόσκηση, της αύξησης του τουρισμού ή της υπερβολικής συλλογής από βοτανικούς ή ερασιτέχνες καλλιεργητέ. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), δεδομένου ότι το είδος πληροί τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ένας από τους υποπληθυσμούς πρέπει να περιφραχθεί προκειμένου να προστατευθεί από την βόσκηση και η αναγέννηση της βλάστησης πρέπει να παρακολουθηθεί για μία περίοδο 5-10 ετών, έχοντας την απερίφρακτη περιοχή ως έλεγχο. Εάν τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, πρέπει να ερευνηθεί η σκοπιμότητα περαιτέρω περίφραξη, με κατάλληλη αποζημίωση των παραδοσιακών χρηστών της γη, των τοπικών κτηνοτρόφων και των κατοίκων των χωριών.</p><p>Η συλλογή φυτών θα πρέπει να είναι ελεγχόμενη, εντούτοις ένας περιορισμένος αριθμός σπερμάτων θα μπορούσε να συλλεχθεί με την απαραίτητη άδεια (αν το γεγονός αυτό δεν αποτελεί από μόνο του μία απειλή) και να αναπτυχθεί σε καλλιέργεια, ώστε να προκύψουν ex situ υποπληθυσμοί, από τους οποίους υλικό θα μπορεί να πολλαπλασιασθεί και να διανεμηθεί σε Βοτανικούς Κήπου, ενώ τα σπέρματα θα μπορούσαν να κατατεθούν σε Τράπεζες Σπερμάτων. Η όλη διαδικασία θα επέτρεπε την δυνατότητα μελλοντικής επανεισαγωγής ή πειραματικής ενίσχυσης των υποπληθυσμών, στην περίπτωση που οι φυσικοί υποπληθυσμοί μειωθούν πέραν ενός κρίσιμου ορίου.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC79FEC5D9ABFE833CBEFCE0	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC76FEC7D9B2FE833CBEFBB2.text	0397C81BBC76FEC7D9B2FE833CBEFBB2.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dactylorhiza incarnata (L.) Soo	<div><p>Dactylorhiza incarnata (L.) Soó</p><p>Orchidaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Dactylorhiza incarnata (L.) Soó, Nom. Nova Gen. Dactylorhiza: 3 (1962).</p><p>Λεκτότυποç (Vermeulen, Stud. Dactylorchids 89, 1947): [Σουηδία] "in pratis rarius", Herb. Linn. no 1054.33 ως Orchis incarnata L. (LINN.).</p><p>Συνώνυμα: Orchis incarnata L., Fl. Suec. ed. 2: 312 (1755).</p><p>Dactylorchis incarnata (L.) Verm., Stud. Dactylorchis 65: 101 (1947).</p><p>Orchis latifolia subsp. incarnata (L.) J. D. Hooker f., Student Fl. Brit. Isl.: 353 (1870).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό, ύψους 15-80 cm, με βλαστό εσωτερικώς κοίλο. Φύλλα 4-8, κιτρινωπά έως πράσινα, συνήθως χωρίς στίγματα, κολεόμορφα, όρθια, με τρόπιδα, στενώς λογχοειδή, πλατύτερα στη βάση, 8-20 x 1,5-4 cm. Τα μακρύτερα φύλλα προεξέχουν της βάσης ή της κορυφής της ταξιανθία, τα ανώτερα 1-2 βρακτιόμορφα. Βράκτια εμφανώς μακρύτερα των ανθέων. Ταξιανθία πυκνή, αρχικά ωοειδή, αργότερα σχεδόν κυλινδρική, ύψους 4-15 cm, με άνθη πολυάριθμα, έως 70(-220), μικρού μεγέθου. Άνθη αχνώς έως βαθέως ροδόχρωμα, ενίοτε ιώδη, πολύ σπάνια κιτρινωπά ή λευκωπά. Σέπαλα λογχοειδή, 7-9 x 2,5-4 mm, με στίγματα ή λεπτά κυκλικά σχήματα, πλευρικά σέπαλα αποκλίνοντα έως όρθια, με καμπτόμενη κορυφή. Πέταλα ωοειδή, στενά, σχηματίζοντα θόλο με το ραχιαίο σέπαλο, χείλος σχεδόν ρομβοειδέ, ακέραιο ή δυσδιάκριτα τρίλοβο, 4,5-8(-9) x 4,5-8(-9) mm, βάση ωχροκίτρινη, κέντρο ροδόχρωμο, κυρτό, με ευδιάκριτα στίγματα, κυκλικά σχήματα, ή γραμμώσει, παρυφές αποκλίνουσε, καμπτόμενε, μεσαίος λοβός ελαφρά ανεπτυγμένο. Πλήκτρο εύρωστο, κωνικό, ροδόχρωμο έως λευκό, ελαφρώς κυρτούμενο προς τα κάτω, 5-9 x 2-3,5 mm, βραχύτερο της ωοθήκη.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 40 (Sokolovskaya &amp; Strelkova 1940)</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλη Μαϊου έως τέλη Ιουνίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Είδος της Κ. και Β. Ευρώπης με τα νοτιότερα όρια εξάπλωσής του στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα έχει βρεθεί στην οροσειρά της Ροδόπης (περιοχή Σημύδα), στο Μενοίκιο όρος (σε δύο θέσει), στο Φαλακρό όρο, στα όρη Βροντούς και στη Β. Πίνδο (όρια Νομών Καστοριάς - Ιωαννίνων) σε δύο θέσεις (Willing 1990, Tsiftsis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοποç: Το είδος είναι άμεσα εξαρτημένο από ενδιαιτήματα που τροφοδοτούνται επαρκώς με νερό. Ως αποτέλεσμα, φύεται σε υγρά λιβάδια και τυρφώνε, σε υψόμετρο 740-1.450 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Dactylorhiza incarnata είναι μαζί με τη D. saccifera (Brong.) Soó και τη D. iberica (M. Bieb. ex Willd.) Soó τα τρία διπλοειδή είδη, που απαντoύν στην Ελλάδα. Όλα τα αλλοτετραπλοειδή είδη του γένου, που φύονται στην Ελλάδα (π.χ. D. cordigera Soó, D. kalopissii E. Nelson, D. pindica B. Willing &amp; E. Willing, D. graeca H. Baumann), είναι αποτέλεσμα εκτεταμένων υβριδισμών μεταξύ των D. incarnata s.l. και D. maculata (L.) Soó s.l. που συνέβησαν κατά το παρελθόν (Nordsträm 2004, Hedrén &amp; al. 2007).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Ελλάδα η Dactylorhiza incarnata σχηματίζει περίπου 5 πληθυσμούς στα όρη της Β. Ελλάδας με σχετικώς μικρό αριθμό ατόμων ο καθένα. Στο Μενοίκιο καταγράφηκαν περίπου 50 και 40 άτομα, αντίστοιχα, σε δύο θέσει, στο Φαλακρό περίπου 10-25 άτομα (το μέγεθος του πληθυσμού κυμαίνεται ανάλογα με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες του κάθε έτου), στη Ροδόπη περίπου 50 άτομα, ενώ στοιχεία για το μέγεθος των πληθυσμών στα όρη Βροντούς και την Πίνδο δεν υπάρχουν.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2 και με επιφύλαξη όσον αφορά στο κριτήριο D1. Το κριτήριο D2 έχει εφαρμογή επειδή η Dactylorhiza incarnata παρουσιάζει περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση στην Ελλάδα. Ο αριθμός των θέσεων που αναγράφονται στη βιβλιογραφία ή βρέθηκαν από εμά, είναι συνολικά επτά. Μεταξύ των επτά αυτών θέσεων περιλαμβάνονται δύο που βρίσκονται στη Β. Πίνδο, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους (πλησίον του χωριού Χρυσή, από όπου καταγράφηκε το είδο) και δύο στο όρος Μενοίκιο (επίση σε κοντινή απόσταση). Η συνολική επιφάνεια των περιοχών, στις οποίες καταγράφηκε η D. incarnata, είναι περιορισμένη, δεδομένης της μικρής έκτασης που καταλαμβάνει η κάθε μία από αυτές (περίπου 0,1-1,5 εκτάρια). Οι προϋποθέσεις του κριτηρίου D1 μπορούμε με επιφύλαξη να δεχθούμε ότι πληρούνται, διότι ο αριθμός των ατόμων που καταμετρήθηκαν στις θέσεις της Α. Μακεδονίας (με εξαίρεση τα όρη Βροντού) είναι περίπου 150-170. Δεδομένης της σπανιότητας του είδους στην Ελλάδα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο συνολικός αριθμός των ατόμων της είναι μικρότερος από το όριο που θέτει το κριτήριο D1 (&lt;1000 άτομα). Οι πιθανοί κίνδυνοι που διατρέχει το είδος σχετίζονται με τη διακοπή τροφοδότησης των ενδιαιτημάτων του με νερό και με την ανεξέλεγκτη βόσκηση. Επειδή τα ενδιαιτήματα, στα οποία απαντά το είδο, τροφοδοτούνται επαρκώς με νερό, οποιαδήποτε ενέργεια που θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή ή την αλλαγή της ροής του, θα επηρέαζε άμεσα τους πληθυσμούς του. Τέτοιες ενέργειες θα μπορούσε να είναι οι διανοίξεις δρόμων περιφερειακά των υγρών λιβαδιών, η υδρομάστευση, η εκτροπή του νερού των ρεμάτων κ.λπ. Κίνδυνος από τέτοιες ενέργειες υπάρχει για τον πληθυσμό του όρους Φαλακρού, ο οποίος βρίσκεται δίπλα στο δρόμο Κάτω Νευροκοπίου-Ποταμών. Οποιαδήποτε διαπλάτυνση του υπάρχοντος δρόμου θα οδηγούσε στην καταστροφή του συγκεκριμένου πληθυσμού. Δεύτερος παράγοντα, που μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση των ατόμων του είδου, είναι η υπερβόσκηση. Αν και μέχρι σήμερα οι επιδράσεις της βόσκησης κυρίως στην περιοχή της Α. Μακεδονίας δεν είναι πολύ έντονες (περιορίζονται μόνο σε μικρό αριθμό κομμένων ταξιανθιών και καταπατημένων ατόμων), οποιαδήποτε αύξηση της βόσκησης θα οδηγούσε σε καταστροφή του ενδιαιτήματο. Ένας τέτοιος κίνδυνος εμφανίζεται στους υποπληθυσμούς του Μενοικίου και στον πληθυσμό του Φαλακρού, όπου υπάρχει μεγάλη πίεση βόσκηση. Αντιθέτω, στις περιπτώσεις όπου η βόσκηση είναι ήπιας έντασης η επίδρασή της είναι ευνοϊκή, αντικαθιστώντας την ενδεικνυόμενη μηχανική κοπή των υψηλών ποωδών ειδών για την προστασία των φυτών του γένους Dactylorhiza (Janecková &amp; al. 2006).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Τα απαραίτητα διαχειριστικά μέτρα για την προστασία του είδους είναι αφενός η διασφάλιση της απρόσκοπτης ροής νερού σε κατάλληλες ποσότητες και αφετέρου η μηχανική κοπή των ποωδών ειδών ή η εφαρμογή ήπιας βόσκησης μετά τη βλαστητική περίοδο (φθινόπωρο). Ιδιαίτερα, προτείνεται η περίφραξη των θέσεων στα όρη Φαλακρό και Μενοίκιο, όπου οι πληθυσμοί κινδυνεύουν έντονα από το μεγάλο αριθμό των ζώων που βόσκουν εκεί.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσήç &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC76FEC7D9B2FE833CBEFBB2	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC74FEC0D9B2FE833CB6FA9B.text	0397C81BBC74FEC0D9B2FE833CB6FA9B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dactylorhiza macedonica J. Holz. & Kunkele	<div><p>Dactylorhiza macedonica J. Hölz. &amp; Künkele</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Orchidaceae</p><p>Dactylorhiza macedonica J. Hölz. &amp; Künkele in Mitt. Arbeitskr. Heim. Orch. Baden-Württemberg 20(1): 191 (1988).</p><p>Τύποç: [Eλλά (ΝΕ), Μακεδονία, Νομός Δράμα] "Mt. Menikion, alt. c. 980 m", 13 Jul. 1987, B. Baumann &amp; H. Baumann (Ολότυπο: STU).</p><p>Συνώνυμα: D. kalopissii E. Nelson subsp. macedonica (J. Hälz. &amp; Künkele) Kreutz, Kompend. Eur. Orchid.: 43 (2004).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό, ύψους 45-75 cm. Βλαστός όρθιο, με 8-10 ±ομοιομόρφω κατανεμημένα, άστικτα φύλλα, τα κατώτερα μήκους 18-26 x 2,5-4,5 cm, ωοειδή-λογχοειδή, πλατύτερα στο μέσο του, τα ανώτερα 3-4 cm, βρακτιόμορφα, μη φθάνοντα στο κατώτερο σημείο της ταξιανθία. Ταξιανθία κυλινδρική, μήκους 10-20 cm, πυκνανθής με 20-65 άνθη. Βράκτια γλωσσοειδή έως λογχοειδή, οξύληκτα, το κατώτερο 15-20 x 3-4 mm, 1,5-2 φορές μακρύτερο της ωοθήκη, τα ανώτερα μικρότερα. Άνθη μεσαίου μεγέθου, ροδόχρωμα έως ωχροϊώδη, στο κέντρο και το άνω τμήμα του πλήκτρου περισσότερο αχνά χρωματισμένα. Πλευρικά σέπαλα 8-9,2 x 3,3-3,6 mm, λοξώς ωοειδή, απότομα κατευθυνόμενα προς τα επάνω, σχηματίζοντα θόλο με το ραχιαίο σέπαλο. Πλευρικά πέταλα κυρτά, 6,2-7,2 x 2,6-3,1 mm, ωχροϊώδη, χείλος 6-7,5 x 8,3-9,8 mm, ρομβοειδέ, εμφανώς τρίλοβο, σχεδόν επίπεδο, χωρίς ή με μικρά στίγματα, μεσαίος λοβός 3-4 x 3,5-4,5 mm, τριγωνικό, πλευρικοί λοβοί 4,5-5 x 2,6-3,3 mm, σφηνοειδεί. Πλήκτρο 6,5-7,8 x 2,3-2,8 mm, πλατιά σακκοειδέ, κυρτό προς τα κάτω, βραχύτερο της ωοθήκης (περίπου τα 3/4 του μήκους τη).</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλη Μαϊου έως τέλη Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Βαλκανικό ενδημικό είδος που εξαπλώνεται στη Μακεδονία και τη FYROM. Στην Ελλάδα έχει βρεθεί στην οροσειρά της Ροδόπης του Νομού Δράμας (στην περιοχή της Σημύδας και πλησίον του οικισμού Οροπέδιο), στο όρος Μενοίκιο (ΝΔ. του οικισμού Μικρόπολη), και στο Μαύρο Βουνό (περιοχή οικισμού Περιθωρίου). Επίση, στα όρη Όλυμπος (Νομό Πιερία), Τίταρος (Νομό Κοζάνη) και Πάικο (Νομό Πέλλα) (Hälzinger &amp; Künkele 1988, Tsiftsis &amp; al. 2007).</p><p>Βιότοποç: Το είδος είναι άμεσα εξαρτημένο από ενδιαιτήματα που τροφοδοτούνται επαρκώς με νερό. Ως αποτέλεσμα, φύεται σε υγρά λιβάδια και τυρφώνε, σε υψόμετρο 600-1.750 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Dactylorhiza macedonica αναφέρεται άλλοτε ως ποικιλία (Delforge 2006) και άλλοτε ως υποείδος (Baumann &amp; al. 2006) της D. kalopissii E. Nelson. Πρόσφατες μελέτες (Hedrén &amp; al. 2007) έδειξαν ότι διαφέρει από όλα τα άλλα αλλοτετραπλοειδή είδη του γένους (π.χ. D. cordigera Soó και D. kalopissii) και θα πρέπει να αποτελεί ξεχωριστό είδο.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στον Όλυμπο καταγράφηκε μόνον ένα άτομο, στον Τίταρο 200 άτομα, στο Πάικο περίπου 150 άτομα, στο Μενοίκιο περίπου 500 άτομα και στη Ροδόπη περίπου 200 άτομα πλησίον του οικισμού Οροπέδιο και περίπου 30 άτομα στην περιοχή του δάσους Σημύδα. Τέλο, στο Μαύρο Βουνό το 1985 ο Buttler είχε καταγράψει 4 άτομα, ενώ το 1986 κανένα. Στην ίδια θέση δεν καταγράφηκε από εμάς κανένα άτομο, κατά τα έτη 2004-2007.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με το κριτήριο D2. Το κριτήριο D2 έχει εφαρμογή, επειδή η Dactylorhiza macedonica παρουσιάζει περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση. Με βάση τα μέχρι σήμερα γνωστά δεδομένα και τις προσωπικές παρατηρήσεις μας στο πεδίο, οι θέσεις της D. macedonica είναι επτά. Μεταξύ των επτά αυτών θέσεων περιλαμβάνεται η θέση του Ολύμπου, στην οποία βρέθηκε μόνο ένα άτομο, αλλά και η θέση του Μαύρου Βουνού, όπου ο πληθυσμός προφανώς έχει εξαφανισθεί. Ως αποτέλεσμα, διατηρούνται μόνο πέντε θέσεις οι οποίε, αν και αριθμούν αρκετά άτομα η κάθε μία, καταλαμβάνουν πολύ μικρή επιφάνεια (περίπου 0,5-1 εκτάριο).</p><p>Οι πιθανοί κίνδυνοι που διατρέχει το είδος σχετίζονται με τη διακοπή τροφοδότησης των ενδιαιτημάτων του με νερό και με την ανεξέλεγκτη βόσκηση. Επειδή τα ενδιαιτήματα, στα οποία απαντά το είδο, χρειάζεται να τροφοδοτούνται επαρκώς με νερό, οποιαδήποτε ενέργεια που θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της ροή, ή την αλλαγή της ροής του νερού θα επηρέαζε άμεσα τους πληθυσμούς του. Τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να είναι οι διανοίξεις δρόμων εντός των υγρών λιβαδιών, η υδρομάστευση, οι εκτροπές του νερού των ρεμάτων κ.λπ. Επιπλέον, επειδή τέτοια κατάλληλα ενδιαιτήματα δημιουργούνται κατά μήκος ρεμάτων σε σημεία όπου υπάρχουν πολύ ήπιες κλίσει, οποιαδήποτε κατασκευή χαμηλών φραγμάτων, η οποία θα οδηγούσε στην κατάκλυση των περιοχών αυτών με νερό, θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των πληθυσμών.</p><p>Ένας ακόμη παράγοντα, που μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση του είδου, είναι η υπερβόσκηση. Αν και μέχρι σήμερα οι επιδράσεις της βόσκηση, κυρίως στην περιοχή της Α. Μακεδονία, δεν είναι πολύ έντονες (περιορίζονται μόνο σε μικρό αριθμό κομμένων ταξιανθιών και καταπατημένων ατόμων), η υπερβόσκηση θα οδηγούσε σε καταστροφή του ενδιαιτήματο. Αντιθέτω, στις περιπτώσεις όπου η βόσκηση είναι ήπιας έντασης η επίδρασή της είναι ευνοϊκή, αντικαθιστώντας την ενδεικνυόμενη μηχανική κοπή των υψηλών ποωδών φυτών για την προστασία των ατόμων του γένους Dactylorhiza (Janecková &amp; al. 2006).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Τα απαραίτητα διαχειριστικά μέτρα για την προστασία του είδους είναι αφενός η διασφάλιση της απρόσκοπτης ροής του νερού σε κατάλληλες ποσότητες και αφετέρου η μηχανική κοπή των ποωδών φυτών ή η εφαρμογή ήπιας έντασης βόσκησης μετά τη βλαστητική περίοδο (φθινόπωρο).</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσήç &amp; Βασιλική Καραγιαννακίδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC74FEC0D9B2FE833CB6FA9B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC71FEC2D9ABFF683A3DFD51.text	0397C81BBC71FEC2D9ABFF683A3DFD51.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dactylorhiza pythagorae Golz & H. R. Reinhard	<div><p>Dactylorhiza pythagorae Gölz &amp; H. R. Reinhard</p><p>Orchidaceae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Dactylorhiza pythagorae Gölz &amp; H. R. Reinhard in Mitt. Arbeitskr. Heim. Orch. Baden-Württemberg 24(1): 58 (1992).</p><p>Tύποç: [Ελλά (EAe), Νήσος Σάμο] "Samos Ιsland, Mt. Karvouni, alt. 800-900 m", 15 Jun. 1991, P. GÖlz, HR 391012 (Ολότυπο: Z).</p><p>Περιγραφή: Φυτό πολυετέ, ύψους 20-55 cm. Βλαστός παχύ, με 4-7 άστικτα, λοξώς όρθια, στενώς λογχοειδή φύλλα διαστάσεων 3-20 x 1,4-5 cm, τα 1-2 ανώτερα βρακτιόμορφα. Ταξιανθία ±πυκνή, με 6-65 άνθη. Βράκτια πράσινα, μεγάλα, 20-40 x 3,5-5,5 mm, μακρύτερα των ανθέων. Άνθη σχετικώς μεγάλα, ωχρορόδινα, σπανιότερα έντονα ρόδινα έως ιώδη. Πλευρικά σέπαλα 11-15,5 × 3,2-5 mm. Πέταλα 9,8-12,7 x 2,7-4 mm, χείλος 8,8-15 x 10-14,5 mm, δυσδιάκριτα τρίλοβο, ελλειψοειδές έως σχεδόν ρομβοειδέ, με λευκωπή βάση και κατά μήκος ελαφρά πτύχωση, κράσπεδα επίπεδα έως αναδιπλωμένα, κέντρο κυρτό, χωρίς στίγματα ή με ελαφρώς ερυθρά στίγματα και κατά μήκος γραμμώσει, μεσαίος λοβός μικρό, μακρύτερος των πλευρικών. Πλήκτρο μακρύ και παχύ, διαστάσεων 9-14,5 x 3,8-5 mm, σακοειδέ, κωνικό, ευθύ, σχεδόν οριζόντιο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Τέλη Μαϊου έως αρχές Ιουλίου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο ενδημικό είδο, το οποίο απαντά αποκλειστικά στο όρος Άμπελος ή Καρβούνης της νήσου Σάμου (Gälz &amp; Reinhard 1992, Baumann &amp; al. 2006).</p><p>Βιότοποç: Απαντά σε υγρές θέσεις δρυοδασών και πλατάνου κατά μήκος ρεμάτων, σε υψόμετρο 800-900 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Σύμφωνα με τους Hedrén &amp; al. (2007) η Dactylorhiza pythagorae διαφέρει γενετικά από τα υπόλοιπα είδη του γένους που εξαπλώνονται στην Ελλάδα, ενώ το πιο κοντινό της taxon είναι η D. nieschalkiorum H. Baumann &amp; Künkele, η οποία εξαπλώνεται στη ΒΑ. Τουρκία.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στο όρος Καρβούνης βρέθηκαν περίπου 25 άτομα τα έτη 1989 και 1990 (Gälz &amp; Reinhard 1992), το 2006 καταμετρήθηκαν περίπου 100 άτομα (Πέτρου, προσωπ. επικοινωνία), ενώ το 2009 καταμετρήθηκαν περίπου 200 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Το είδος χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) με βάση την κατηγοριοποίηση της IUCN (2001), σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,c(iv)+2a,c(iv). Το συγκεκριμένο είδος χαρακτηρίζεται από την πολύ μικρή περιοχή εξάπλωσής του, το μικρό αριθμό ατόμων, καθώς και την έντονη διακύμανση στον αριθμό των ωρίμων ατόμων του.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Επειδή οι κίνδυνοι για την επιβίωση της Dactylorhiza pythagorae έχουν άμεση σχέση με τη διατήρηση του ενδιαιτήματός τη, η ύπαρξη του είδους θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλους τους σχεδιασμού, που αφορούν έργα υποδομής (κατασκευή δρόμων, υδρομαστεύσεις κ.λπ.), στη συγκεκριμένη περιοχή. Ιδιαίτερη πρόνοια θα πρέπει να ληφθεί στις περιπτώσεις υδρομαστεύσεων. Δεδομένου ότι το είδος απαντά σε υγρές θέσεις δασών, θα πρέπει να αποτραπούν όσες ενέργειες συνεπάγονται την καταστροφή αυτών των θέσεων.</p><p>Σπυρίδων Τσιφτσήç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC71FEC2D9ABFF683A3DFD51	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC8FFE3FD9ABFE833CBEFB23.text	0397C81BBC8FFE3FD9ABFE833CBEFB23.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Datisca cannabina L.	<div><p>Datisca cannabina L.</p><p>Datiscaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Datisca cannabina L., Sp. Pl. 2: 1037 (1753).</p><p>Λεκτότυποç (Turland 1995c: 153): ''Habitat in Creta'', Herb. Linn. no. 1196.1 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Datisca glabra Stokes in Bot. Mat. Med. 4: 568 (1812), nom. illeg. superfl.</p><p>D. nepalensis D. Don, Prodr. Fl. Nepal.: 203 (1825).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές εύρωστο, δίοικο, λείο φυτό. Βλαστοί όρθιοι, 1-3 m, διακλαδισμένοι, με φύλλα. Φύλλα κατ' εναλλαγή, χωρίς παράφυλλα, έμμισχα, μίσχος 2-10 cm, έλασμα 8-25 cm, με περιττό αριθμό φυλλαρίων, φυλλάρια στενώς λογχοειδή, 4-14 x 0,7-3 cm, με περιθώριο αδρώς οδοντωτό, οξύληκτα στην κορυφή, ανώτερα φύλλα εντός της ταξιανθίας μειούμενα σταδιακά σε μέγεθο, καταλήγοντα τελικώς σε έλασμα απλό και στενά γραμμοειδέ. Ταξιανθία μασχαλιαίος βότρυς με βράκτια, άνθη μονήρη ή σε ομάδες καθ' όλο το μήκος της ταξιανθία, ενίοτε ταξιανθία συμπυκνούμενη σε βραχείε, μασχαλιαίες ομάδες ανθέων. Βράκτια απλά, γραμμοειδή, μήκους 3-13 mm, με ακέραιο περιθώριο. Άρρενα άνθη αποτελούμενα από ένα μικροσκοπικό λοβωτό κάλυκα και μια ομάδα στημόνων, λοβοί του κάλυκα πράσινοι, λογχοειδεί, c. 1 x 0,4 mm, στήμονες κίτρινοι, επιμήκει, 2,5-3 x 0,7-1,2 mm. Θήλεα άνθη αποτελούμενα από μία ωοθήκη και λίγους στύλου, ωοθήκη πράσινη, στενά ωοειδή, 2-3,5 x 1-2 mm, στύλοι νηματοειδεί, συνήθως ελικοειδεί, μήκους 1,5-2,5 mm, καλυμμένοι με μικρότατο λευκό τρίχωμα. Καρπός κάψα, καστανωπή όταν ωριμάζει, στενά ωοειδή, 4,5-6 x 2,5-3 mm, διαρρηγνυόμενη στην κορυφή μεταξύ των διατηρούμενων στύλων. Σπέρματα μικροσκοπικά, πολυάριθμα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Ιούνιο έως και τον Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα η Datisca cannabina είναι γνωστή μόνο από τη Δ. Κρήτη και τις νήσους του Α. Αιγαίου Σάμο και Λέσβο. Καταγράφηκε πρώτη φορά στην Κρήτη στις αρχές του 17ου αιώνα (Alpini 1627), ενώ σήμερα είναι γνωστοί τρεις υποπληθυσμοί. Ανακαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα στη νήσο Σάμο (Christodoulakis 1984, Chilton προσωπ. επικοινωνία) και στην Λέσβο (Liston &amp; al. 1989, Hansen &amp; Nielsen 1993, Bazos &amp; Yannitsaros 2004). Στη Σάμο βρέθηκε στην περιοχή γύρω από το όρος Καρβούνης (Άμπελο) στο κέντρο του νησιού και στην βόρειο-κεντρική ακτή, μεταξύ των χωριών Άγιος Κωνσταντίνος και Κοκκάρι, ενώ ένας ακόμη υποπληθυσμός υπάρχει κοντά στο χωριό Πύργο. Στη Λέσβο έχει βρεθεί στην περιοχή των Παράκοιλων, στο ΒΔ. τμήμα του κόλπου της Καλλονή, καθώς και σε δύο υποπληθυσμούς στα νότια της νήσου, Α. του Ακρασίου και ΝΔ. του Σκόπελου. Εκτός Ευρώπης το είδος εξαπλώνεται από τη Δ. Τουρκία έως το Καζακστάν και το Κ. Νεπάλ.</p><p>Βιότοποç: Στην Κρήτη, η Datisca cannabina αναπτύσσεται σε υγρές όχθες ρεματιών, σε δάση αποτελούμενα κυρίως από Cupressus sempervirens με Platanus orientalis, κατά μήκος του ρου ποταμών και ρυακιών, σε ασβεστολιθικό έδαφος και σε υψόμετρο περίπου 1.000 m. Επίσης φύεται σε υγρές πλευρές δρόμων σε σχιστολιθικό έδαφος και σε υγρά, αμμώδη λιβάδια, σε υψόμετρο 300-350 m. Στη Σάμο, εμφανίζεται στις παρυφές των δρόμων και των μονοπατιών, καθώς και σε δάση με Platanus orientalis ή Pinus nigra subsp. pallasiana, όπου συνήθως υπάρχει άφθονη υγρασία, σε υψόμετρο 100-850 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: To γένος Datisca περιλαμβάνει δύο είδη και το δεύτερο είναι η D. glomerata (C. Presl) Baill., από τη Δ. Βόρεια Αμερική. Στο παρελθόν, τα τροπικά Ασιατικά δέντρα Octomeles Miq. και Tetrameles R. Br. είχαν ομαδοποιηθεί μαζί με το γένος Datisca, ώστε να αποτελέσουν την οικογένεια Datiscaceae . Ωστόσο, μία τέτοια ομάδα είναι παραφυλετική εκτός αν συμπεριλαμβάνει επίσης την οικογένεια Begoniaceae (την πιο στενά συγγενική της Datisca). Επομένω, είναι προτιμότερο να ορισθεί η οικογένεια Datiscaceae με στενότερο τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει μόνο το γένος Datisca (βλέπε Stevens 2001 και μετέπειτα).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Στην Κρήτη είναι γνωστοί τρεις υποπληθυσμοί: ο ένας βρίσκεται στα Λευκά Όρη, στον Εθνικό Δρυμό του Φαραγγιού της Σαμαριά, ενώ οι άλλοι δύο βρίσκονται δυτικά των Λευκών Ορέων, κοντά στον Ντερέ και στα Νέα Ρούματα. Ο υποπληθυσμός κοντά στα Νέα Ρούματα φαίνεται να αυξάνει, με περισσότερα φυτά να έχουν διαπιστωθεί το 2007 συγκριτικά με το 2006 (και στα δύο έτη οι παρατηρήσεις πραγματοποιήθηκαν τον Ιούλιο), ενώ ένα μοναδικό ώριμο άτομο παρατηρήθηκε το 2007 σε παρυφή δρόμου 350 m βόρεια του κύριου υποπληθυσμού. Τρεις υποπληθυσμοί είναι επίσης γνωστοί από την Σάμο και δύο από την Λέσβο. Στην Σάμο, τον Μάιο του 1993, ο πληθυσμός του όρους Καρβούνης ήταν σε αφθονία, όμω, μόλις ένα φυτό παρατηρήθηκε δυτικά του Κοκκαρίου (L. Chilton, προσωπ. επικοινωνία). Ο υποπληθυσμός του Πύργου είναι μικρός και περιλαμβάνει λιγότερα από 50 άτομα (Νοέμβριο 2009, Κωνσταντινίδη, προσωπ. επικοινωνία). Ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων των ελληνικών πληθυσμών δεν είναι γνωστό, αλλά είναι πιθανό ότι ανέρχεται τουλάχιστον σε μερικές εκατοντάδε. Η συνολική έκταση που καταλαμβάνουν είναι πιθανότατα μικρότερη των 20 km2.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η υπερβόσκηση από αιγοπρόβατα θα μπορούσε να βλάψει τα φυτά, να μειώσει την παραγωγή των σπερμάτων και να αποτρέψει την εγκατάσταση των αρτιβλάστων, αν και κάτι τέτοιο φαίνεται απίθανο να συμβεί στην Κρήτη, όπου τα φυτά αναπτύσσονται σε φαινομενικά αβόσκητες περιοχέ. Ορισμένοι από τους υποπληθυσμούς βρίσκονται στις παρυφές δρόμων, όπου εργασίες διαπλάτυνσης θα μπορούσαν να βλάψουν ή να καταστρέψουν το βιότοπο. Πράγματι, ένας υποπληθυσμός της Σάμου τραυματίστηκε από την κατασκευή δρόμου τα έτη 1986-1987 (Hansen &amp; Nielsen 1993). Η φωτιά μπορεί επίσης να δημιουργεί μία ακόμη απειλή και οι μεγάλες πυρκαγιές στη Σάμο το 2000 μπορεί να έχουν καταστρέψει τμήμα του υποπληθυσμού του όρους Καρβούνη. Για την Datisca cannabina στην Ελλάδα προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU), που ικανοποιεί το κριτήριο D2, επειδή η περιοχή που καταλαμβάνει το είδος είναι πιθανόν μικρότερη των 20 km2 και ορισμένοι υποπληθυσμοί υπόκεινται στα αποτελέσματα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Είναι επίσης πιθανό ότι ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός είναι μικρότερος των 1.000 ωρίμων ατόμων, οπότε στην περίπτωση αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί το κριτήριο D1, σύμφωνα με την IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Ένας υποπληθυσμός στην Κρήτη βρίσκεται εντός του Εθνικού Δρυμού του Φαραγγιού της Σαμαριά. Ευτυχώ, ο υποπληθυσμός αυτός δεν βρίσκεται κοντά στο κύριο μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι και η περιοχή στην οποία φύεται υπόκειται σε μικρή ή μηδενική ανθρώπινη δραστηριότητα. Στις υπόλοιπες περιπτώσει, οι βιότοποι του είδους που βρίσκονται σε παρυφές δρόμων, πρέπει να προστατευθούν από την ζημιά ή την καταστροφή που μπορεί να προκύψει από εργασίες διαπλάτυνσης του οδοστρώματο. Στη Σάμο, εάν η βόσκηση αναγνωρισθεί ως απειλή, θα μπορούσαν να περιφραχθούν τμήματα γης που περιλαμβάνουν τους υποπληθυσμού, ώστε να αποκλείσουν την πρόσβαση των αιγοπροβάτων και να δώσουν την δυνατότητα στα φυτά να αναπτυχθούν, να δημιουργήσουν σπέρματα και να φυτρώσουν αρτίβλαστα. Τέτοιες περιφραγμένες περιοχές θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ώστε να εκτιμηθεί η επιτυχία αυτής της διαχειριστικής πρακτική.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC8FFE3FD9ABFE833CBEFB23	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC8CFE39D9B2FE833BC4FC5B.text	0397C81BBC8CFE39D9B2FE833BC4FC5B.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dianthus arpadianus Ade & Bornm.	<div><p>Dianthus arpadianus Ade &amp; Bornm.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Dianthus arpadianus Ade &amp; Bornm. in Repert. Spec. Nov. Regni Veg. 36: 385 (1934).</p><p>Τύποç: [Ελλά (NAe), Νήσος Σαμοθράκη] "in cacumine Phengaridis, dicto Ajos Ilias in insula Samothrake, solo trachytico, 1600 m", 5 Jul. 1933, Ade (Ολότυπο: B†, πιθανότατα κατεστραμμένο).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές φυτό σε ±πυκνού, προσκεφαλόμορφους σχηματισμού. Φύλλα βάσεως διαστάσεων 3-10 x 0,6-1 mm, γραμμοειδή-λογχοειδή, συχνά δρεπανόμορφα, δύσκαμπτα, με ευδιάκριτη κεντρική νεύρωση στο κάτω μέρος και τραχέα περιθώρια. Βλαστοί ανερχόμενοι, ύψους 2-15 cm, σχετικά τραχεί, με 1-2 άνθη. Φύλλα βλαστού σε 1-3 ζεύγη, ανορθωμένα, το ανώτερο ζεύγος με μεμβρανώδη περιθώρια στο κατώτερο ήμισυ, κολεός μήκους συνήθως διπλάσιου έως τριπλάσιου της διαμέτρου του βλαστού. Επικάλυκας με 4-6 ελλειπτικά και βραχέως οξύληκτα τμήματα μήκους το 1/2-1/3 του μήκους του κάλυκα. Κάλυκας διαστάσεων 8-11 x 2-3 mm, λεπτυνόμενος στο κατώτερο ήμισυ, συχνά πορφυρόχρωμο, με στενά τριγωνικού, αιχμηρούς οδόντες περίπου 2 mm. Πέταλα με όνυχα, ανώτερο τμήμα 2-4 mm, αντωοειδέ, αβαθώς οδοντωτό, κιτρινωπό-ροδόχρωμο.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος και Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Σπάνιο είδο, γνωστό στην Ελλάδα μόνο από την κορυφή του όρους Φεγγάρι (Σάο) της νήσου Σαμοθράκης και από χαμηλότερα υψόμετρα στην περιοχή της Μάκρης κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Εκτός Ελλάδας είναι γνωστό από το όρος Ίδα (Kaz Dag, ΒΔ. Τουρκία).</p><p>Βιότοποι: Το είδος απαντά σε βραχώδεις περιοχέ. Προτιμά ηλιόλουστα, ανοιχτά ενδιαιτήματα με αραιή ξυλώδη βλάστηση και φύεται στην ίδια περιοχή με το τοπικό ενδημικό της Σαμοθράκης Drymocallis halacsyana, καθώς και με άλλα φυτά όπως τα: Prunus prostratα, Scilla bifolia, Corydalis solida subsp. incisa, Ornithogalum fimbriatum, Doronicum orientale, Arabis bryoides, Anthemis tenuiloba, Myosotis sylvatica subsp. cyanea, Viola reichenbachiana, Taraxacum sp. κ.ά. Στην περιοχή του Προφήτη Ηλία της Μάκρης (300-400 m) φύεται με άλλα κοινά είδη χαμηλών υψομέτρων.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Dianthus arpadianus μπορεί εύκολα να διακριθεί από άλλα είδη του γένου, κυρίως από τη σχετικά πυκνή προσκεφαλόμορφη όψη του, το ύψος των ανθοφόρων βλαστών και τις διαστάσεις του κάλυκα (Strid 1997b). Πιθανότατα είναι συγγενής με τον D. anatolicus Boiss., ο οποίος απαντά κυρίως στη Δ. και Κ. Ανατολία και στην Ελλάδα, στις νήσους Χίο και Λέσβο (Strid 1997b).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο Dianthus arpadianus σχηματίζει αραιούς πληθυσμούς με λιγοστά άτομα. Μέχρι τώρα μόνο δύο πληθυσμοί είναι γνωστοί από την Ελλάδα: ο ένας περιορίζεται αποκλειστικά στη Σαμοθράκη, σε πυριτικά πετρώματα και πετρώδεις περιοχές της κορυφής του όρους Φεγγάρι και ο δεύτερος απαντά σε ασβεστολιθικές λοφώδεις περιοχές της Μάκρης κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Πιθανότατα ο συνολικός πληθυσμός του στη φύση δεν ξεπερνά τα 5.000 άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι δύο γνωστοί πληθυσμοί του Dianthus arpadianus κινδυνεύουν,καθώς υφίστανται τις επιδράσεις της έντονης και ανεξέλεγκτης βόσκηση. Τα ανθοφόρα τμήματα των φυτών καταναλώνονται από τα ζώα, παρεμποδίζοντας τη δημιουργία σπερμάτων και την εγκατάσταση των αρτιβλάστων. Εντούτοι, πλήρης διακοπή της βόσκησης θα μετέβαλε τον αριθμό και την πυκνότητα των ξυλωδών φυτών στις περιοχές του είδου, με αποτέλεσμα μικρότερη διαθέσιμη επιφάνεια για τα φυτά. Αν και δεν σχεδιάζονται εκτεταμένα έργα στις περιοχές που απαντά ο D. arpadianus, οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως η εκτεταμένη τουριστική εκμετάλλευση, τα κατασκευαστικά έργα και η διάνοιξη δρόμων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μάκρης κοντά στην Αλεξανδρούπολη, θα απειλούσε ή θα κατέστρεφε τα υπάρχοντα ενδιαιτήματα αυτού του φυτικού είδου. Εξαιτίας της ιδιαίτερα περιορισμένης γεωγραφικής εξάπλωσης του είδου, των μικρών και διάσπαρτων πληθυσμών που σχηματίζει, των κινδύνων που απειλούν τους πληθυσμούς του και αφού πληρούνται τα κριτήρια Β1a,b(iii)+2a,b(iii) σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001), προτείνεται να συμπεριληφθεί ο D. arpadianus στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την διατήρηση και προστασία των πληθυσμών του Dianthus arpadianus . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των πληθυσμών του προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η διαχείριση της ξυλώδους βλάστησης της περιοχής με σκοπό τη διατήρηση ανοιγμάτων και ηλιόλουστων θέσεων. Η βόσκηση στην περιοχή προτείνεται να ελέγχεται στην περίοδο ανθοφορίας και καρποφορίας του είδου. Επιπλέον, προτείνεται η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών στους βιοτόπους που αναπτύσσονται οι πληθυσμοί του.</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση του είδου, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει μια καλύτερη εικόνα της δυναμικής των πληθυσμών του. Οι προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του D. arpadianus σε Bοτανικούς Kήπους θεωρούνται επιβεβλημένε, ως κύρια δράση για την εκτός τόπου (ex situ) διατήρηση και προστασία του.</p><p>Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC8CFE39D9B2FE833BC4FC5B	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC8AFE3AD9B2FF693CB6F9DB.text	0397C81BBC8AFE3AD9B2FF693CB6F9DB.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dianthus haematocalyx subsp. phitosianus Constantin.	<div><p>Dianthus haematocalyx Boiss. &amp; Heldr. subsp. phitosianus Constantin.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Dianthus haematocalyx Boiss. &amp; Heldr. subsp. phitosianus Constantin. in Phyton (Horn, Austria) 39(2): 279 (1999).</p><p>Τύποç: [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Nομός Βοιωτία] "Eparchia Thivon, c. 6.6 km S of Xironomi village along road to Aliki, an ophiolithic area W of the road, slopes with phrygana and low sparse shrubs, stony places, alt. c. 320-350 m", 38º 12³ N, 23º 02³ E, 22 May 1998, Constantinidis 7693 (Ολότυπο: UPA. Ισότυποι: Β, C, UPA).</p><p>Περιγραφή: Πολυετής πόα με αραιά στελέχη. Ανθοφόροι βλαστοί μήκους 6-22 cm, επικλινεί, τοξοειδεί. Φύλλα βάσης λογχοειδή έως ευρέως λογχοειδή, οξύληκτα, 12-65 x 2,0-4,5 mm, βαθυπράσινα, δύσκαμπτα, φύλλα βλαστού σε 4-7 ζεύγη, λογχοειδή έως ωοειδή, οξύληκτα, 12-30 x 3,0-7,5 mm, με 3-5 νεύρα, το μεσαίο και τα περιφερειακά ευδιάκριτα και υπερυψωμένα, κολεοί φύλλων μήκους περίπου όσο η διάμετρος του βλαστού. Άνθη μονήρη ή 2-5(-10), σε χαλαρή διάταξη. Βράκτια επικάλυκα 4(-6), μήκους 8-13 mm, συνήθως έως το 1/2-3/5 του κάλυκα, αποκλίνοντα ή όρθια-αποκλίνοντα, τα εξωτερικά παρεμφερή των φύλλων, τα εσωτερικά σχηματίζοντα βαθμιαία μία στενώς έως ευρέως τριγωνική άκανθα μήκους 1,5- 5,5 mm. Κάλυκας κυλινδρικό, διαστάσεων 16-22 x 4,5-8 mm, πράσινος ή με αποχρώσεις πορφυρού, γραμμωτό, με στενά τριγωνικού, βαθμιαία οξύληκτους οδόντες και μικρές βλεφαρίδες στα κράσπεδα. Πέταλα μήκους 22- 27 mm, αντωοειδή, με ακανόνιστη οδόντωση και αραιή τρίχωση, φωτεινά ρόδινα με νευρώσεις βαθύτερου χρώματος ή κίτρινα στην άνω επιφάνειά τους και κιτρινωπάτεφρά στην κάτω επιφάνειά του. Kάψα περίπου ισομήκης του κάλυκα, σπέρματα μαύρα, έντονα πεπλατυσμένα, μήκους περίπου 2,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 30 (Constantinidis 1999).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τον Μάιο έως τον Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ο Dianthus haematocalyx subsp. phitosianus είναι ένα σπάνιο ενδημικό υποείδος που φύεται σε οφιολιθικό (σερπεντινικό) έδαφο. Είναι γνωστός μόνο από δύο περιοχέ: από τους λόφους στα βορειοδυτικά της Αλυκής του Νομού Βοιωτίας και από τα Γεράνεια Όρη. Στην Βοιωτία, η σχεδόν κυκλική περιοχή εξάπλωσής του δεν ξεπερνά σε διάμετρο τα 5 km. Στα Γεράνεια Όρη φύεται τοπικά σε μία περιοχή περίπου 6-7 km2.</p><p>Βιότοποç: O Dianthus haematocalyx subsp. phitosianus περιορίζεται σε σερπεντινικά πετρώματα, σε υψόμετρο μεταξύ 10 και 550 m περίπου. Φύεται σποραδικά σε χαλικώδεις θέσει, σε πλαγιές χαμηλών λόφων, σε πετρώδεις χαράδρες και σε ξηρές κοίτες χειμάρρων. Ορισμένες από τις θέσεις του εμφανίζονται γυμνές και άγονε, με τον Dianthus να είναι το μόνο πολυετές είδος που φύεται σε αυτέ. Εκεί μπορεί να συνοδεύεται από μικρά, μονοετή είδη, όπως τα Biscutella didyma, Clypeola jonthlaspi, Rumex bucephalophorus subsp. aegaeus κ.ά. Όταν φύεται στις παρυφές της φρυγανώδους βλάστησης μπορεί να βρεθεί μαζί με Aethionema saxatile, Anthyllis hermanniae, Bituminaria bituminosa, Centaurea pelia, Helichrysum stoechas subsp. barrelieri κ.ά. Το συγκεκριμένο υποείδος δεν εισέρχεται σε κλειστές συστάδες βλάστηση, η οποία συνήθως αποτελείται από χαμηλά φρύγανα και θάμνου. Εντούτοι, αποικίζει εύκολα διαταραγμένες περιοχέ, όπως οι χαλικώδεις παρυφές ασφαλτοστρωμένων δρόμων και οι σωροί γυμνού χώματο, που δημιουργούνται από εργασίες κατασκευής δρόμων. Στα Γεράνεια Όρη έχει επίσης βρεθεί σε σταθεροποιημένες σάρες με χαλίκια μικρού μεγέθου.</p><p>Tο συγκεκριμένο υποείδος είναι φυτό που δεν εμφανίζεται σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 550 m, όπως οι περισσότεροι από τους συγγενείς του. Επιπλέον, δεν έχει ποτέ βρεθεί σε ασβεστολιθικά εδάφη, ακόμη και αν αυτά γειτνιάζουν με σερπεντινικές εκτάσει.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Dianthus haematocalyx subsp. phitosianus είναι ένα υποείδος του D. haematocalyx, ο οποίος είναι ενδημικός στη Ν. Βαλκανική και διακρίνεται σε πέντε υποείδη. Το subsp. phitosianus διαφέρει από όλα τα άλλα εξαιτίας των επικλινών και τοξοειδών στελεχών του, των λογχοειδών έως ωοειδών βαθυπράσινων και δύσκαμπτων φύλλων του βλαστού με πλάτος μεγαλύτερο των 3 mm, των ευρέων βρακτίων του επικάλυκα, τα οποία καταλήγουν σταδιακά σε τριγωνική άκανθα, των πρασίνων γραμμώσεων στο άνω τμήμα των βρακτίων του επικάλυκα και του πλατύτερου κάλυκα.</p><p>Οι πληθυσμοί του παρουσιάζουν το σπάνιο φαινόμενο του διμορφισμού στο χρώμα των πετάλων (Constantinidis 2004). Όλα τα φυτά που φύονται στην Αλυκή έχουν την άνω επιφάνεια των πετάλων ρόδινη, με νευρώσεις βαθύτερου χρώματο. Αντιθέτω, όλοι οι υποπληθυσμοί των Γερανείων Ορέων έχουν λεμονοκίτρινη άνω επιφάνεια πετάλων, ένα σπάνιο χρώμα για το γένος Dianthus στην Ελλάδα. Εκτός του χρώματος των πετάλων δεν παρατηρήθηκαν άλλες αξιοσημείωτες μορφολογικές διαφορές μεταξύ των πληθυσμών.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός που φύεται κοντά στην Αλυκή απαρτίζεται από μερικές εκατοντάδες έως περίπου 2.500 άτομα, τα οποία είναι διάσπαρτα σε όλη την οφιολιθική περιοχή έκτασης περίπου 11 km2. Στα Γεράνεια Όρη έχουν βρεθεί πέντε υποπληθυσμοί, ο καθένας από τους οποίους αποτελείται από 10-120 άτομα. Συνολικά καλύπτουν μία έκταση περίπου 6-7 km2. Εδώ, το taxon είναι σπανιότερο και οι υποπληθυσμοί του τοπικοί και κατακερματισμένοι.</p><p>Ο Dianthus haematocalyx subsp. phitosianus μπορεί να αποικίζει διαταραγμένα περιβάλλοντα, όπου η βλάστηση έχει απομακρυνθεί, ενώ απουσιάζει από περιοχές με πυκνή βλάστηση. Δεν είναι ανθεκτικός στον ανταγωνισμό με άλλα κοινά είδη. Οι υποπληθυσμοί του, τόσο στην Αλυκή όσο και στα Γεράνεια Όρη, βρίσκονται σε μία συνεχή ισορροπία: αποικίζουν ευκαιριακά διαθέσιμους βιοτόπους με αραιή βλάστηση, αλλά υποχωρούν κάθε φορά που η βλάστηση πυκνώνει.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι σερπεντινικές πλαγιέ, όπου φύεται το υποείδο, είναι πετρώδεις και άγονε, ακατάλληλες για καλλιέργεια ή άλλου είδους εκμετάλλευση. Η βόσκηση εμφανίζεται επίσης σε μέτρια επίπεδα και δεν φαίνεται να απειλεί το υποείδο. Όμω, η παραλιακή σερπεντινική περιοχή μεταξύ των οικισμών της Αλυκής και της Παραλίας Δόμβρενας είναι υποσχόμενη για τουριστική αξιοποίηση στο μέλλον, εξαιτίας των όμορφων παραθαλάσσιων εκτάσεων και της καθαρής θάλασσα. Επίση, η μελλοντική επέκταση των υπαρχόντων οικισμών συνιστά έναν σημαντικό κίνδυνο για τον μεγαλύτερο πληθυσμό του Dianthus haematocalyx subsp. phitosianus . Στα Γεράνεια Όρη, οι τέσσερις από τους πέντε υποπληθυσμούς φύονται σε μάλλον απομακρυσμένες περιοχές και δεν φαίνεται να υπόκεινται σε κάποιο άμεσο κίνδυνο προς το παρόν. Όμω, τα άτομα του κάθε υποπληθυσμού είναι πολύ λίγα και ενδεχομένως επιρρεπή σε τυχαίες ανθρώπινες δραστηριότητες (π.χ. διαπλάτυνση δρόμων, τεχνικά έργα) ή άλλα τυχαία γεγονότα που θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικά αποτελέσματα.</p><p>Προτείνουμε να υπαχθεί το υποείδος στην κατηγορία των Τρωτών (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληροί κυρίως το κριτήριο D2. Δεν έχουμε παρατηρήσει οποιαδήποτε δραστική μείωση ή κρίσιμη μεταβολή του πληθυσμού του κατά την διάρκεια πέντε ετών παρακολούθηση. Η βλάστηση της περιοχής επίσης παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. Το πετρώδες περιβάλλον, η επίδραση των σερπεντινικών πετρωμάτων στη βλάστηση και η ήπια βόσκηση διατηρούν αρκετές περιοχές με αραιή βλάστηση, κατάλληλες για την ανάπτυξη του D. haematocalyx subsp. phitosianus .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Το συγκεκριμένο υποείδος αποτελείται από δύο διακριτούς πληθυσμού, που διαχωρίζονται από τον Κορινθιακό κόλπο. Οι πληθυσμοί εμφανίζουν έναν ιδιαίτερο και σταθερό διμορφισμό στο χρώμα των ανθέων, προφανώς ως αποτέλεσμα μακράς απομόνωση. Είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα ώστε να προστατευθούν οι περισσότερε, αν όχι όλες οι θέσεις του φυτού. Στην περιοχή της Αλυκής η υπάρχουσα βλάστηση θα πρέπει να διατηρηθεί, ενώ ο χώρος απόθεσης απορριμμάτων στην περιοχή θα πρέπει να απομακρυνθεί. Στα Γεράνεια Όρη θα πρέπει να αναζητηθούν περισσότεροι υποπληθυσμοί και να καταμετρηθούν τα φυτά του καθενό. Δεν είναι ξεκάθαρο αν τουλάχιστον κάποιοι από τους υποπληθυσμούς υπάγονται σε προστατευμένη περιοχή, στα πλαίσια του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000. Οι φορείς που είναι υπεύθυνοι για την διεξαγωγή έργων στα όρη (π.χ. τα τοπικά δασαρχεία) θα πρέπει να πληροφορηθούν για τις θέσεις των γνωστών υποπληθυσμών του σπάνιου αυτού φυτού και να προσπαθήσουν να τις προστατεύσουν.</p><p>Αν και το φυτό προέρχεται από σερπεντινικά εδάφη, μπορεί να καλλιεργηθεί σε διαφορετικό τύπο εδάφου, με την προϋπόθεση ότι αυτό παρουσιάζει άριστη αποστράγγιση. Λόγω του μικρού του μεγέθους είναι επίσης κατάλληλο για βραχόκηπου. Συνιστάται ιδιαιτέρως η συλλογή και η διατήρηση των σπερμάτων του σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, καθώς και η καλλιέργεια του υποείδους σε Βοτανικούς Κήπους για την ex situ προστασία του.</p><p>Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC8AFE3AD9B2FF693CB6F9DB	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC87FE34D9ABFE833CB6FD73.text	0397C81BBC87FE34D9ABFE833CB6FD73.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dianthus ingoldbyi Turrill	<div><p>Dianthus ingoldbyi Turrill</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Dianthus ingoldbyi Turrill in Bull. Misc. Inform. 1924: 314 (1924).</p><p>Τύποç: [Eυρωπαϊκή Τουρκία] "Çanakkale, Anzac, Gallipoli", Aug. 1923, Ingoldby 588 (Ολότυπο: K).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές θυσανόμορφο φυτό με πολυάριθμους μη ανθοφόρους βλαστού, ισχυρά αποξυλωμένους στη βάση του, διαμέτρου έως 6 mm. Φύλλα δύσκαμπτα, γραμμοειδή, μήκους έως 2,6 cm και πλάτους 2 mm, κράσπεδα με εμφανή φύματα ή μικρές οδοντώσει, κολεοί φύλλων βλαστού ελαφρώς μακρύτεροι από τη διάμετρο του βλαστού. Ανθοφόρα στελέχη με εστραμμένες ανωφερείς ή κατωφερείς λεπτές τρίχες ή φύματα στο κάτω τμήμα του. Ταξιανθία χαλαρή με (1-)3-7 άνθη. Τμήματα επικαλυκίου (6-)8-10, τα εξωτερικά προοδευτικώς μικρότερα και στενότερα. Ποδίσκοι μήκους έως 1 cm. Κάλυκας πρασινωπό, λείο, μήκους 12-14 mm με λογχοειδεί -ακιδωτού οδόντες μήκους 5 mm και μεμβρανώδη κράσπεδα. Λοβός πετάλου επιμήκη, πλάτους έως 1,5 mm, ωχρόλευκος στην άνω επιφάνεια, υποκίτρινο - υποπράσινος στην κάτω επιφάνεια, με αβαθείς και ακανόνιστες οδοντώσει. Ανθήρες μήκους σχεδόν 2 mm. Ωοθήκη στενά κυλινδρική, λεία. Κάψα κυλινδρική, βραχύτερη του κάλυκα, με καρποφόριο μήκους περίπου 2 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη Ιουλίου έως τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ιδιαιτέρως σπάνιο είδος του Β. Αιγαίου, γνωστό στην Ελλάδα μόνο από την περιοχή της Μαρώνειας Θράκης (Μαρμαρίτσα). Εκτός Ελλάδας είναι γνωστό μόνο από τη χερσόνησο της Καλλίπολης στην Ευρωπαϊκή Τουρκία.</p><p>Βιότοποç: Το είδος απαντά σε χαλικώδη εδάφη και, ως προαιρετικό χασμόφυτο, σε ασβεστολιθικά βραχώδη υποστρώματα κοντά στον αιγιαλό,σε χαμηλά υψόμετρα (2- 50 m). Προτιμά ηλιόλουστα ανοιχτά ενδιαιτήματα με αραιή υπερβοσκημένη ξυλώδη βλάστηση και φύεται μαζί με άλλα φυτά όπως τα: Alkanna tinctoria, Anthyllis hermanniae, Coridothymus capitatus, Crithmum maritimum, Cynodon dactylon, Lagurus ovatus, Micromeria juliana, Phillyrea latifolia, Psilurus incurvus, Quercus coccifera, Rostraria cristata, Sarcopoterium spinosum, Silene flavescens subsp. thessalonica, Solanum elaeagnifolium, Teucrium capitatum, Tragus racemosus και Vitex agnus-castus .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Dianthus ingoldbyi μπορεί να διακριθεί με ευκολία από άλλα είδη του γένου, κυρίω, από τη χαλαρή μορφή ανάπτυξη, τη χαλαρή ταξιανθία με (1-)3-7 άνθη, τους κολεούς των φύλλων του βλαστού, οι οποίοι είναι ελαφρώς μακρύτεροι από τη διάμετρο του βλαστού, τη μορφολογία και το χρωματισμό των πετάλων καθώς και από τις διαστάσεις του κάλυκα (Turrill 1924, Strid 1997b). Πιθανότατα είναι στενά συγγενές είδος με τον D. anatolicus Boiss., ο οποίος απαντά κυρίως στη Δ. και Κ. Ανατολία της Τουρκίας και στις νήσους Χίο και Λέσβο της Ελλάδας (Turrill 1924, Strid 1997b).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο Dianthus ingoldbyi είναι ένα ιδιαίτερα σπάνιο είδο. Στην Ελλάδα είναι γνωστός μόνο από την Μαρμαρίτσα, κοντά στην Μαρώνεια της Θράκη. Οι εντατικές προσπάθειες ανεύρεσής του σε γειτονικές περιοχές μέχρι σήμερα απέβησαν άκαρπε. Ο ελληνικός πληθυσμός του είδους αποτελείται από διάσπαρτα άτομα (1-5 άτομα ανά m2) σε μια έκταση περίπου 2,5 km2. Ο συνολικός αριθμός στην περιοχή δεν φαίνεται να ξεπερνά τα 6.000 ώριμα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο μοναδικός ελληνικός πληθυσμός του Dianthus ingoldbyi κινδυνεύει, καθώς υφίσταται τις επιδράσεις της έντονης και ανεξέλεγκτης βόσκηση. Εντούτοι, πλήρης απαγόρευση ή διακοπή της βόσκησης πιθανότατα θα αυξήσει τον αριθμό και την πυκνότητα των ξυλωδών φυτών στην περιοχή, μειώνοντας τον διαθέσιμο χώρο για το είδο.</p><p>Αν και δεν σχεδιάζονται εκτεταμένα έργα στην περιοχή που απαντά ο D. ingoldbyi, η τουριστική εκμετάλλευση, τα κατασκευαστικά έργα και η διάνοιξη δρόμων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μαρμαρίτσας κοντά στη Μαρώνεια Θράκη, θα πρέπει να πραγματοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην απειληθούν ή καταστραφούν τα υπάρχοντα ενδιαιτήματα αυτού του φυτικού είδου. Οι ανθρωπογενείς επιδράσεις στην περιοχή έχουν ήδη καταστήσει το ενδιαίτημα του D. ingoldbyi ευπαθές στην εισβολή του Solanum elaeagnifolium . Αυτό το απειλητικό εισβολικό αλλόχθον (ορολογία σύμφωνα με Κρίγκας &amp; Δαρδιώτης 2008) είδος αναπτύσσει εκτεταμένους πληθυσμούς σε μικρά χρονικά διαστήματα (Κρίγκα 2004), έναντι των οποίων το D. ingoldbyi φαίνεται να είναι ασθενέστερος ανταγωνιστή.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσης του είδου, του μικρoύ πληθυσμού που σχηματίζει, της ελλιπούς γνώσης της βιολογίας του και της πιθανότητας ελάττωσης του αρχικού πληθυσμού εξαιτίας ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και ενός εισβολικού φυτικού είδου, προτείνεται ο Dianthus ingoldbyi να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), στηριζόμενοι στα κριτήρια Β1a,b(iii)+2a,b (iii) της IUCN (2001), τα οποία πληροί.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα για την απρόσκοπτη επιτόπια (in situ) διατήρηση και προστασία του ελληνικού πληθυσμού του Dianthus ingoldbyi . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του πληθυσμού στο φυσικό του περιβάλλον προτείνεται η αποφυγή μεταβολών στην βλάστηση της περιοχής και η διαχείριση των ξυλωδών ειδών με σκοπό τη διατήρηση ηλιόλουστων ανοιγμάτων. Επιπλέον, προτείνεται η αποφυγή καταστρεπτικών ενεργειών (όπω, κατασκευαστικά έργα, διάνοιξη-διαπλάτυνση οδικών αρτηριών, εκτεταμένη τουριστική εκμετάλλευση κ.ά.) στο βιότοπο που αναπτύσσεται το είδο.</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση των φυτικών ατόμων, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας καλύτερης εικόνας της δυναμικής του πληθυσμού του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση.</p><p>Στο πλαίσιο της εκτός τόπου (ex situ) διατήρησης και προστασίας του είδου, σπέρματα από 10 διαφορετικά άτομα συλλέχθηκαν από το φυσικό περιβάλλον και καλλιεργούνται στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνα.</p><p>Thomas Raus &amp; Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC87FE34D9ABFE833CB6FD73	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC85FE36D9ABFF693A3CFB91.text	0397C81BBC85FE36D9ABFF693A3CFB91.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dianthus juniperinus subsp. kavusicus Turland	<div><p>Dianthus juniperinus Sm. subsp. kavusicus Turland</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Κρισίμως Κινδυνεύον (CR)</p><p>Dianthus juniperinus Sm. subsp. kavusicus Turland in Bull. Brit. Mus. (Nat. Hist.), Bot. 22: 168 (1992).</p><p>Τύποç: [Ελλά (KK), Νήσος Kρήτη, Νομός Λασιθίου] "Skliros E. of Mt Kavusi, 3000 ft", Sep. 1938, Barneby &amp; Davis s.n. (Ολότυπο: K).</p><p>Περιγραφή: Προσκεφαλοειδής ημίθαμνο, αποτελούμενος από βλαστούς με πυκνό φύλλωμα, εξολοκλήρου λείου. Φύλλα γραμμοειδή, 17-26 x 1-1,3 mm, δερματώδη, με περιθώρια επίπεδα ή ελαφρώς συνεστραμμένα, κορυφή οξεία. Ανθοφόροι βλαστοί ποώδει, μήκους 8,5-10 cm, με 3 έως 4 ζεύγη φύλλων. Ταξιανθία με 2-10 άνθη, ανθίζοντα σχεδόν συγχρόνω. Βράκτια κάλυκα 4-8, αντωοειδή ή ενίοτε αντιστρόφως καρδιοειδή, περίπου το 1/3 του μήκους του κάλυκα, με κορυφή καταλήγουσα σε λεπτή ακίδα. Κάλυκας σχεδόν κυλινδρικό, μήκους περίπου 14 mm, οδόντες περίπου 4 mm, κορυφή οξεία. Λοβοί πετάλων ρόδινοι με μία εγκάρσια λωρίδα από σκουρότερες πορφυροϊώδεις κηλίδες κοντά στο μέσον του, αντιδελτοειδείς έως κυκλικοί-αντιδελτοειδεί, μήκους περίπου 6 mm, με κορυφή ακανόνιστη και οξύληκτα οδοντωτή.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από το τέλος Μαϊου έως τον Σεπτέμβριο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό υποείδος του όρους Κλήρος (Σκλήρο ή Μπέμπονα) και του όρους Ορνό, ΒΑ. του όρους Αφέντης Καβούσι, στην Α. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Το υποείδος είναι, κυρίω, χασμόφυτο ασβεστολιθικών απότομων κρημνών σε όρη και χαράδρε, ενώ αναφέρεται επίσης σε μία πλευρά δρόμου. Εμφανίζεται σε υψόμετρο 240-900 m. Συνοδά του taxa στους κρημνούς είναι τα (*= ενδημικό της Κρήτη): * Allium bourgeaui subsp. creticum, * Centaurea argentea subsp. chionantha, Erysimum candicum subsp. candicum, * Hypericum amblycalyx, Linum arboreum, Micromeria juliana, Ptilostemon chamaepeuce, * Staehelina petiolata και Teucrium divaricatum .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Turland (1992c) αναγνώρισε επτά υποείδη του Dianthus juniperinus Sm., όλα ενδημικά της Κρήτης και με ξεχωριστές εξαπλώσει. Ένα από αυτά είναι το subsp. kavusicus, το οποίο έχει την ανατολικότερη εμφάνιση.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Από τα επτά υποείδη του Dianthus juniperinus, τα subsp. idaeus και subsp. kavusicus έχουν τους λιγότερους υποπληθυσμούς (είναι γνωστοί μόνο δύο και τρει, αντιστοίχω) αλλά το subsp. kavusicus εμφανίζεται να έχει πολύ μικρότερο αριθμό ωρίμων ατόμων. Στον locus classicus του subsp. kavusicus, ο συγγραφέας παρατήρησε μόνο ένα ώριμο άτομο τον Ιούνιο του 1994. Ωστόσο, μόνο ένα μικρό τμήμα του βιοτόπου των κρημνών ερευνήθηκε και πιθανώς να υπάρχουν εκεί περισσότερα άτομα. Ο δεύτερος υποπληθυσμός αναφέρθηκε από τους Fielding &amp; al. (2005) από μία παρυφή δρόμου μεταξύ Σφάκας και Τουρλωτή, στους βόρειους πρόποδες του όρους Ορνό, ΒΑ. του όρους Κλήρο. Στην περιοχή αυτή, τον Αύγουστο του 2001, ο Fielding (προσωπ. επικοινωνία) παρατήρησε ένα μοναδικό ώριμο άτομο. Τον Μάιο του 2008 η Γ. Καμάρη και ο συγγραφέας παρατήρησαν το ίδιο άτομο μαζί με άλλο ένα ανώριμο φυτό. Αυτός ο υποπληθυσμός δημιουργήθηκε, ενδεχομένω, από τη μεταφορά σπερμάτων μέσω του ανέμου, από τη χαράδρα στα νότια. Την ίδια ημέρα η Γ. Καμάρη και ο συγγραφέας βρήκαν δύο ακόμη ανώριμα άτομα ενός τρίτου υποπληθυσμού, σε κρημνούς ανατολικής έκθεση, σε μία χαράδρα ΝΑ. της Τουρλωτή. Αν και ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερα φυτά στο όρος Κλήρος και στις δύο αναφερθείσες χαράδρε, προς το παρόν έχουν βρεθεί μόνο 5 φυτά του υποείδου, τα 4 ανώριμα. Αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι ο πληθυσμό, επί σειρά ετών, φθίνει. Η συνολική έκταση που καταλαμβάνει το υποείδος είναι περίπου 5 km2 και εδώ περιλαμβάνονται οι κρημνοί του όρους Κλήρο, η θέση στις παρυφές του δρόμου και οι κρημνοί στις δύο χαράδρε.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tα φυτά, λόγω του χασμοφυτικού τους χαρακτήρα, προστατεύονται αποτελεσματικά από τα ζώα που βόσκουν, εκτός από τον υποπληθυσμό που εμφανίζεται στην παρυφή του δρόμου και ο οποίος θα μπορούσε να καταστραφεί εύκολα από εργασίες διαπλάτυνσης του οδοστρώματο, κάποια φωτιά ή εξαιτίας του ανταγωνισμού με άλλα φυτά. Εάν πράγματι οι υποπληθυσμοί είναι τόσο μικροί όσο δείχνουν, τότε η συλλογή των φυτών ή των σπερμάτων τους από βοτανικούς ή κηπουρούς θα αποτελούσε μία σοβαρή απειλή, ενώ παρόμοια απειλή θα αποτελούσαν τυχαία φυσικά φαινόμενα. Επομένω, σύμφωνα με τα κριτήρια B1a,b(v)+2a,b(v), C2a(i) και D της IUCN (2001) η κατάταξη του Dianthus juniperinus subsp. kavusicus στην κατηγορία των Κρισίμως Κινδυνευόντων (CR) είναι η περισσότερο κατάλληλη.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο προστασία. Θα πρέπει να διεξαχθεί λεπτομερής έρευνα στους κρημνούς του όρους Κλήρο, όχι μόνο για την εξακρίβωση του μεγέθους του υποπληθυσμού του Dianthus juniperinus subsp. kavusicus, αλλά, επίση, για την αναζήτηση επιπροσθέτων υποπληθυσμών άλλων απειλουμένων ενδημικών taxa όπως των Campanula hierapetrae και Minuartia wettsteinii subsp. wettsteinii. Παρόμοια λεπτομερής έρευνα θα πρέπει να διεξαχθεί στις δύο χαράδρες ΝΔ. του χωριού Σφάκα, στη βόρεια πλευρά του όρους Ορνό.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC85FE36D9ABFF693A3CFB91	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC83FE30D9ABFE833CB6FCC7.text	0397C81BBC83FE30D9ABFE833CB6FCC7.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dianthus xylorrhizus Boiss. & Heldr.	<div><p>Dianthus xylorrhizus Boiss. &amp; Heldr.</p><p>Caryophyllaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Dianthus xylorrhizus Boiss.&amp;Heldr. in Boissier,Diagn.Pl.Orient.,ser.1,8:67(1840) [ως" xylorrizus ",αλλά διoρθωμένo στoν Index,l.c.13:87.1853].</p><p>Τύποç: [Ελλά (ΚΚ), Νήσος Κρήτη, Νομός Χανίων] "in rupibus ad Palaeocastro supra Kissamos Cretae", 16 Jun. 1846, Heldreich 1572 (Ολότυπο: G-BOIS. Ισότυποι: BM, G, K, WU-Hal).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, λείο είδο, αραιώς προσκεφαλόμορφο. Βλαστοί ξυλώδει, διακλαδιζόμενοι στην βάση, μη ανθοφόροι βλαστοί μετρίως βραχείς με φύλλα, ανθοφόροι βλαστοί έρποντες έως όρθιοι, συνήθως μη διακλαδιζόμενοι, ύψους έως 30 cm. Φύλλα αντίθετα, άμισχα, πράσινα, ενίοτε γλαυκοπράσινα ή με ερυθρωπή χροιά, συνήθως γραμμοειδή, βαθμιαίως στενούμενα προς την κορυφή, επίπεδα, 10-70 x 1-3 mm, μη ξηραινόμενα κατά την άνθιση, με περιθώριο τραχύ, κορυφή οξύληκτη, τα κατώτερα φύλλα στενώς αντιλογχοειδή, μικρότερα από τα υπόλοιπα, πλάτους έως 4 mm, με βάση στενούμενη καταλήγουσα σε βραχύ μίσχο, κορυφή αποστρογγυλωμένη και ακιδωτή, φύλλα ανθοφόρων βλαστών έως 8 ζεύγη, βαθμιαίως μικραινόμενα προς το ανώτερο τμήμα του βλαστού. Άνθη συνήθως μεμονωμένα, χωρίς άρωμα. Επικάλυκας συνήθως με 4 βράκτια, κατά ζεύγη τοποθετημένα χιαστί, σχεδόν κυκλικά, μήκους περίπου το 1/3 του κάλυκα συμπεριλαμβανομένων των απολήξεων, περιθώριο ωχρό, μεμβρανώδε, εξωτερικά λέπια μικρότερα από τα εσωτερικά, με ευρεία ακίδα στη κορυφή, εσωτερικά απότομα στενούμενα σε ακίδα, απολήξεις βρακτίων σχεδόν αποκλίνουσε. Κάλυκας πλατύτερος στο κατώτερο ήμισυ, 24-26 x 5-7 mm συμπεριλαμβανομένων των οδόντων, ωχρό, γραμμωτό, με oδόντες επιμήκει -λογχοειδεί, 3-6 mm, οξύληκτου. Λοβός πετάλων αποκλίνων, λευκός στην άνω επιφάνεια, με πράσινη χροιά στην κάτω, αντωοειδή -σφηνοειδή, 8-10 mm, το άνω περιθώριο οδοντωτό. Στύλοι συσπειρωμένοι. Στήμονες καμπτόμενοι προς τους λοβούς των πετάλων.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 30 (Montmollin 1986).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Απρίλιος έως Ιούνιο.</p><p>Εξάπλωση: Τοπικό ενδημικό της Επαρχίας Κισσάμου στην ΒΔ. Κρήτη.</p><p>Βιότοποç: Χασμόφυτο των ασβεστολιθικών κρημνών και σχισμών βράχων, το οποίο προτιμά σκιερές θέσεις σε υψόμετρο 250-700 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Ο Strid (1997b) θεώρησε ότι ο Dianthus xylorrhizus είναι συγγενής του D. elegans d'Urv., ο οποίος απαντά στις νήσους του Α. Αιγαίου και τη ΝΔ. και Ν. Τουρκία. Παλαιότερες αναφορές του D. xylorrhizus από τρείς θέσεις στην Κάσο, ανατολικά της Κρήτης ( Major &amp; Barbey 1894), είναι λανθασμένες και έχουν βασισθεί σε λανθασμένο προσδιορισμό του κάπως παρεμφερούς D. cinnamomeus Sm. (Greuter 1971). Το τελευταίο είδος διαφέρει, διότι έχει βραχύτερο βλαστό με αδενώδες τρίχωμα, φύλλα της βάσης ξηρά κατά την άνθιση και κατώτερη επιφάνεια πετάλων καστανέρυθρη ή λεμονοκίτρινη. Απαντά στην Κάσο και ιδιαιτέρως στην Νάξο και την Αστυπάλαια, αλλά όχι στην Κάρπαθο, όπως είχε αναφερθεί από τους Turland &amp; al. (1993) εξαιτίας της παρανόησης του χάρτη no. 1433 στους Jalas &amp; Suominen (1986).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο δύο υποπληθυσμοί του Dianthus xylorrhizus είναι γνωστοί. Ο ένας βρίσκεται στην περιοχή απ' όπου το είδος περιγράφηκε, στην αρχαία ακρόπολη της Πολυρρήνιας (στον λόφο αμέσως πάνω από το νέο χωριό με το ίδιο όνομα) νότια από το Καστέλι Κισσάμου. Ο συγγραφέας του άρθρου επισκέφθηκε την περιοχή στις 28 Απριλίου 1989 και παρατήρησε τουλάχιστον μερικές δεκάδες ωρίμων ατόμων, τα οποία αναπτύσσονταν σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων. Το 1982, ένας δεύτερος υποπληθυσμός εντοπίσθηκε 5,7 km στα δυτικά-νοτιοδυτικά, στους απομονωμένους κρημνούς με βόρεια έκθεση του όρους Μάννα (ή όρος Προφήτης Ηλία) νότια του Πλατάνου (Greuter &amp; al. 1984), όπου ο αριθμός των ωρίμων ατόμων δεν κατεγράφη. Η συνολική περιοχή που καταλαμβάνει το είδος δεν ξεπερνά τα 2 km2. Δεν έχει παρατηρηθεί συνεχής μείωση ή δραστική μεταβολή στον αριθμό των ώριμων ατόμων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η δημοτικότητα του γένους Dianthus για καλλιέργεια σε συνδυασμό με την ελκυστικότητα, την ιδιαίτερα περιορισμένη περιοχή εξάπλωσης και τον μικρό πληθυσμό του είδου, το θέτουν σε σημαντικό κίνδυνο από την υπερσυλλογή των καλλιεργητών και των κηπουρών. Αυτό επιτείνεται, κυρίω, διότι η μία από τις δύο θέσεις όπου απαντά (Πολυρρήνια) είναι περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και την επισκέπτεται σημαντικός αριθμός τουριστών. Ο βιότοπους του είδους μπορεί επίσης να κινδυνεύει λόγω μη φυσικών καταστροφών που προκαλούνται π.χ. από αρχαιολογικές ανασκαφέ, ψεκασμό με ζιζανιοκτόνα προκειμένου να διατηρηθούν οι περιοχές των ανασκαφών απαλλαγμένες από βλάστηση ή διαταραχές που οφείλονται σε δραστηριότητες εξαιτίας της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχή. Επιπλέον, σε τόσο μικρούς υποπληθυσμούς όπως αυτοί, όπου ο αριθμός των ατόμων μπορεί να μειωθεί σε κρίσιμα χαμηλό επίπεδο, υπάρχει πάντοτε η απειλή της ολοκληρωτικής καταστροφής από ξαφνικές φυσικές καταστροφές (π.χ. πυρκαγιά), ή αναπαραγωγική κατάρρευση λόγω έλλειψης γενετικής ποικιλότητα. Προτείνεται η κατηγορία Τρωτό (VU) για το είδο, σύμφωνα με την IUCN (2001), εφόσον πληρούνται τα κριτήρια D1+2. Η ένταξη αυτή είναι συντηρητική διότι το μέγεθος του πληθυσμού στο όρος Μάννα δεν είναι γνωστό. Αν ο συνολικός πληθυσμός αποτελείται από λιγότερα των 250 ατόμων, τότε ίσως πρέπει να ενταχθεί το είδος στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (EN), αφού πληρούται το κριτήριο D.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η περιοχή στην Πολυρρήνια θα πρέπει να προστατευθεί από μη φυσικές καταστροφέ. Τα υπάρχοντα καλλιεργημένα άτομα πρέπει να πολλαπλασιασθούν και οι απόγονοι θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι στο εμπόριο, ώστε να μειωθεί η ζήτηση υλικού από αυτοφυείς πληθυσμού. Ορισμένα φυτά θα μπορούσαν επίσης να διανεμηθούν σε Βοτανικούς Κήπου, ενώ τα σπέρματά τους να κατατεθούν σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Η δράση αυτή θα επιτρέψει την επανεισαγωγή του είδους ή την πειραματική ενίσχυση των φυσικών υποπληθυσμών, στην περίπτωση που αυτοί μειωθούν πέραν ενός κρίσιμου ορίου. Η περαιτέρω συλλογή του είδους στον φυσικό του βιότοπο θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC83FE30D9ABFE833CB6FCC7	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC81FE2DD9ABFE833CBEFBC8.text	0397C81BBC81FE2DD9ABFE833CBEFBC8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Draba laconica Stevanovic & Kit Tan	<div><p>Draba laconica Stevanovic&amp;Kit Tan</p><p>Cruciferae</p><p>ΚινδυνεύOν (EN)</p><p>Draba laconica Stevanovic&amp;Kit Tan in Strid &amp; Tan (eds), Fl. Hellen. 2: 239 (2002).</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Nομός Λακωνία] "Montes Taygetos, in declivibus orientalibus cacuminis Profitis Ilias, supra refugium EOS, in saxosis calcareis", 1600-1800 m, 21 Jul. 1978, Georgiadis &amp; Tzanoudakis 4320 (Ολότυπο:UPA. Παράτυποι:UPA-Phitos &amp; Kamari).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές είδο, με πυκνούς ρόδακες σε μικρού, προσκεφαλόμορφους σχηματισμού. Φύλλα ακέραια, 3-11 x 1-1,5(-2) mm, στενώς έως πλατέως γραμμοειδή, σχεδόν οξέα ή με κορυφή ελαφρώς απoστρογγυλωμένη, με βλεφαρίδες μήκους 1-2 mm στα περιθώρια, εκατέρωθεν λεία. Ανθοφόρα στελέχη όρθια ή ελαφρώς καμπτόμενα, λεία, ύψους (1,5-)2-5 cm. Ταξιανθία βότρυς με (2-)4-12(-14) άνθη πυκνώς τοποθετημένα, ποδίσκοι ελαφρώς καμπτόμενοι προς τον άξονα, μήκους 3-5 mm. Κάλυκας μήκους 2-3(-4) mm, σέπαλα ελλειπτικά έως ωοειδή, λεία, καστανοπράσινα. Στεφάνη με πέταλα φωτεινά κίτρινα, διαστάσεων 6-12 x (3-)5-7 mm, ενίοτε με ελαφρά εγκόλπωση στην απόληξή του. Στήμονες βραχύτεροι των πετάλων, μήκους 5-8 mm, συνενωμένοι στη βάση τους και περικλειόμενοι στη στεφάνη. Καρπός κέρας 5-12 x 1,8-2,5 mm στενώς ωοειδή, έως ελλειπτικό, ελαφρώς διογκωμένο, λείος έως αραιώς τριχωτό. Στύλος μήκους 3-4 mm, βραχύτερος του 1/2 του κερατίου. Σπέρματα ελλειπτικά, μεγέθους περίπου 1 mm, μέχρι 14 σε κάθε κέρα, ερυθροκάστανα.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τα μέσα Μαϊου.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στενότοπο ενδημικό είδος της Ελλάδα, γνωστό μόνο από λίγες θέσεις στα μεσαία έως ανώτερα υψόμετρα του ορεινού συγκροτήματος του Ταϋγέτου (Ν. Πελοπόννησο).</p><p>Βιότοποç: Η Draba laconica αναπτύσσεται αποκλειστικά σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε πετρώδεις πλαγιές ήπιας κλίση, σε υψόμετρο μεταξύ 1.500-2.300 m. Οι υποπληθυσμοί που εμφανίζονται σε μέσα υψόμετρα φύονται σε ημισκιερές έως σχετικά φωτεινές θέσεις στα διάκενα μακίας βλάστησης ή αραιού δάσους Abies cephalonica και Pinus nigra, πάντα σε ασβεστολιθικό πέτρωμα. Το είδος ήταν αρχικά γνωστό στην περιοχή επάνω από το ορειβατικό καταφύγιο του Ταϋγέτου, στη κατεύθυνση προς την κορυφή Προφήτης Ηλίας (Stevanοvic &amp; Tan 2002). Πρόσφατα ανευρέθηκαν νέες θέσεις όπου φύεται η D. laconica, τόσο στον Κ. Ταΰγετο, όσο και στο βόρειο τμήμα του, το οποίο διαχωρίζεται με την χαράδρα της Λαγκάδα. Οι υποπληθυσμοί που ανευρέθηκαν στον Κ. Ταΰγετο εντοπίζονται σε θέσεις επάνω από το δάσος της Βασιλικής προς την κατεύθυνση της υψηλότερης κορυφής του Προφήτη Ηλία, αρχικά σε αραιό δάσος Pinus nigra και στη συνέχεια σε ανοικτές θέσει, σε υψόμετρο 1.700-2.250 m. Οι υποπληθυσμοί του Β. Ταϋγέτου (Ξεροβούνα) εμφανίζονται στις κορυφές Πυργάκι και Γούβε, σε υψόμετρο 1.550-1.700 m. Στα χαμηλότερα υψόμετρα, τα φυτά προτιμούν βραχώδεις θέσεις στα διάκενα αραιού δάσους Pinus nigra, ενώ στα υψηλότερα απαντούν αποκλειστικά σε προστατευμένα σημεία, σε ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων και σε θέσεις όπου η υψηλή ξυλώδης βλάστηση απουσιάζει.</p><p>Εμφανίζεται μαζί με άλλα είδη, όπως τα: Euphorbia herniariifolia, Campanula versicolor, Daphne oleoides, Sideritis clandestina subsp. clandestina, Hieracium sp., Pimpinella tragium, Rhamnus sibthorpiana, Satureja parnassica subsp. parnassica, αλλά και τα επίσης τοπικά ενδημικά Jurinea taygetea και Micromeria taygetea, καθώς και το ενδημικό μονοτυπικό γένος Phitosia .</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Draba laconica, η οποία περιγράφηκε προσφάτως (Tan &amp; Stevanovic 2002), έχει πολλές μορφολογικές ομοιότητες με την D. lasiocarpa Rochel, ένα είδος με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Βαλκανική Χερσόνησο, από τα Ν. Καρπάθια μέχρι και τον Ταΰγετο, όπου τα δύο είδη συνυπάρχουν. Τα δύο είδη διαφέρουν κυρίως στο μέγεθος των βλεφαρίδων στα περιθώρια των φύλλων και στο μέγεθος και την αναλογία του στύλου ως προς το μέγεθος των καρπών του.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Οι μέχρι σήμερα γνωστοί υποπληθυσμοί της Draba laconica είναι σχετικά ολιγομελεί. Ο πρώτο, στον Κ. Ταΰγετο, παρουσιάζει μια διάσπαρτη κατανομή και εμφανίζεται νότια και δυτικά της υψηλότερης κορυφής του Προφήτη Ηλία. Ο υποπληθυσμός αυτός αποτελείται από λίγες ολιγομελείς ομάδε, μικρότερες των 10 ατόμων η καθε μία.</p><p>Ο δεύτερος υποπληθυσμός εμφανίζεται στο όρος Ξεροβούνα, στον Β. Ταΰγετο, στις παρυφές της κορυφής Γούβες και στην κορυφή Πυργάκι. Συνολικά, στον δεύτερο υποπληθυσμό έχουν εντοπισθεί 6 θέσει, όπου το είδος σχηματίζει ομάδες των 6 έως 30 ατόμων.</p><p>Τα άτομα που συνολικά έχουν καταμετρηθεί σε όλους τους υποπληθυσμού, μέχρι σήμερα, είναι πολύ λιγότερα των 1.000. Ο εντοπισμός νέων θέσεων, πάντοτε όμως ολιγομελών, ίσως υποδηλώνει μία ευρύτερη εξάπλωση του είδους και σε αλλά σημεία του Ταϋγέτου.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Draba laconica δεν φαίνεται να κινδυνεύει από την εντατική βόσκηση που υπάρχει σε ολόκληρο τον Ταΰγετο, αφού δεν αποτελεί τροφή των φυτοφάγων ζώων. Επίση, η σχετικά μεγάλη απόσταση των βιοτόπων της από σημεία εντόνων ανθρώπινων δραστηριοτήτων μειώνει τον κίνδυνο υποβάθμισης των γνωστών υποπληθυσμών τη. Εντούτοι, η D. laconica εμφανίζεται σε λίγου, μικρούς υποπληθυσμούς και ο συνολικός αριθμός των ωρίμων ατόμων που έχουν καταμετρηθεί είναι μικρότερος των 1.000. Η υπερσυλλογή από βοτανικούς ή συλλέκτες ενδέχεται να είναι μία πιθανή απειλή για το είδο. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν στοιχεία παρακολούθηση, ώστε να εξαχθούν ασφαλή δεδομένα για την δυναμική και τη βιωσιμότητα του είδου. Η D. laconica δεν εμφανίζει καλλωπιστικό ενδιαφέρον.</p><p>Λόγω των 9 μόνο γνωστών θέσεων, στις οποίες φύεται η D. laconica, του συνολικού αριθμού των καταμετρημένων ωρίμων ατόμων, που δεν υπερβαίνουν τις λίγες εκατοντάδες (λιγότερα των 1.000) και τις παρατηρήσεις μας στο πεδίο, το είδος προτείνεται να ενταχθεί στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ), σύμφωνα με την κατάταξη της ΙUCN (2001), καθόσον πληροί τα κριτήρια Β1a,b(i,ii,iv,v)+2a,b(i,ii,iv) και C2a(i).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την ουσιαστική προστασία της Draba laconica . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση των υποπληθυσμών της προτείνεται η προστασία από την υπερβολική συλλογή, η αποφυγή μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η αποφυγή καταστροφικών ενεργειών στους βιοτόπους τη. Η συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των ατόμων για ικανό αριθμό ετών, θα επιτρέψει μία καλύτερη εικόνα της δυναμικής των υποπληθυσμών τη.</p><p>Θα πρέπει, επίση, να διατηρηθούν σπέρματα του είδους σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού και να γίνουν προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού του σε Βοτανικούς Κήπους και Ερευνητικά Ινστιτούτα, ώστε να επιτευχθεί η ex situ διατήρηση του.</p><p>Χαράλαμποç Κυριακόπουλοç &amp; Γεωργία Καμάρη</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC81FE2DD9ABFE833CBEFBC8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC9EFE2FD9B2FE833CBEFC89.text	0397C81BBC9EFE2FD9B2FE833CBEFC89.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Draba nuda (Bel.) Al-Shehbaz & M. Koch	<div><p>Draba nuda (Bél.) Al-Shehbaz &amp; M. Koch</p><p>Cruciferae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Draba nuda (Bél.) Al-Shehbaz &amp; M. Koch in Novon 13: 173 (2003).</p><p>Tύποç: [icon] " Arabis nuda . Bel." in Bélanger, Voy. Indes Or., Bot.: t. 15A (1834) (Ολότυπο).</p><p>Συνώνυμα: Arabis nuda Bél. in Voy. Indes Or., Bot.: t. 15A (1834).</p><p>Arabidopsis nuda (Bél.) Bornm. in Beih. Bot. Centralbl. 28: 535 (1911).</p><p>A. verna (K. Koch) N. Busch in Kuznetsov &amp; al., Fl. Caucas. Crit. 3(4): 460 (1909).</p><p>Arabis scapigera Boiss. in Ann. Sci. Nat., Bot., sér. 2, 17: 54 (1842).</p><p>Drabopsis brevisiliqua Naqshi &amp; Javeid in J. Econ. Taxon. Bot. 5: 966 (1984).</p><p>D. nuda (Bél.) Stapf in Denkschr. Kaiserl. Akad. Wiss. Wien, Math.-Naturwiss. Kl. 51(2): 298 (1886).</p><p>D. verna K. Koch in Linnaea 15: 253 (1841).</p><p>Sisymbrium nudum (Bél.) Boiss., Fl. Orient. 1: 214 (1867).</p><p>Stenophragma nudum (Bél.) B. Fedtsch. in Rastit. Turkest.: 457 (1915).</p><p>Περιγραφή: Μικρό, μονοετές είδος με τρίχωμα αποτελούμενο κυρίως από βραχείε, δίλοβες έως τετράλοβες τρίχε. Βλαστός ένας ή λίγοι, όρθιοι, ύψους 0,7-2 cm, τριχωτοί. Φύλλα σχηματίζοντα ρόδακα, έως 5,5 x 2,1 mm, σπατουλοειδή έως επιμήκη-σπατουλοειδή, τριχωτά, με ακέραια κράσπεδα, καλυμμένα με τετράλοβες τρίχες εμφανιζόμενες ως αστεροειδεί. Ποδίσκοι έως 1 mm, ελαφρώς διογκωμένοι κατά την καρποφορία. Σέπαλα χωρίς ύβο στην βάση του, διαστάσεων 1,3-1,5 x 0,6-0,8 mm, με απλό και διακλαδισμένο τρίχωμα. Πέταλα αχνοκίτρινα (ή σχεδόν λευκά) διαστάσεων 1,8-2,2 x 0,5-0,7 mm, με εγκόλπωση στην απόληξή του. Νήματα χωρίς προσαρτήματα. Στύλος βραχύ, στίγμα κοκκιόμορφο. Καρπός κέρα, σχεδόν επίπεδο, έως 8 x 0,8 mm, με δίλοβο έως τρίλοβο τρίχωμα (συχνά άτριχος σε άλλες περιοχές εξάπλωσης του είδου). Σπέρματα 15-20, σε μία σειρά. Ριζίδιο τοποθετημένο στο σπέρμα ώστε να αντικρίζει το πρόσθιο τμήμα των κοτυληδόνων.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 16 (Maassoumi 1980).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Στην Ελλάδα η Draba nuda είναι γνωστή μόνο από τον ορεινό όγκο των Λευκών Ορέων στη Δ. Κρήτη. Εκτός Ελλάδας έχει μία μάλλον ευρεία εξάπλωση από την Κ. Τουρκία και ανατολικότερα, μέχρι την περιοχή των Δ. Ιμαλαϊων ( Cullen 1965, Zhou &amp; al. 2001).</p><p>Βιότοποç: Σχετικά υγρό, πετρώδες έδαφος κοντά σε συστάδες χιονιού, σε πλαγιά με βορειοδυτική έκθεση, μαζί με Crocus sieberi subsp. sieberi (ενδημικό της Κρήτη). Επίση, σε γυμνό έδαφος στην είσοδο πέτρινου κτίσματος κτηνοτρόφου. Και στις δύο περιπτώσεις σε υψόμετρο 1.800-1.850 m.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Το γένος Drabopsis K. Koch συνενώθηκε με την Draba L. από τους Al-Shehbaz &amp; Koch (2003). Ο Gustavsson (1977) περιέγραψε ότι η συλλογή του από την Κρήτη έχει σταθερά τριχωτούς καρπού, αν και στις συλλογές του συγγραφέα του άρθρου είναι λείοι ή σχεδόν άτριχοι. Ο Gustavsson, επίση, παρατήρησε σε δείγματα συλλογών που προέρχονται από όλη την περιοχή εξάπλωσης του είδους ότι τα φυτά με τριχωτά κέρατα είναι σπάνια, όμω, εμφανίζονται όντως μαζί με φυτά που έχουν άτριχους καρπού.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Μόνο δύο υποπληθυσμοί είναι γνωστοί στην Ελλάδα, εμφανιζόμενοι σε παρεμφερή υψόμετρα στα Λευκά Όρη της Κρήτη. Ο πρώτος υποπληθυσμός αναφέρθηκε από τον Gustavsson (1977) ''5.5 km SE-ESE of the village of Omalos ... on a NW-facing slope, at 1.800-1.850 m'', που θα πρέπει να σημαίνει μία περιοχή της βόρειας πλευράς της κορυφογραμμής που έχει κατεύθυνση ανατολική-βορειοανατολική μεταξύ των κορυφών Ψαρή και Μελινταού. Ο δεύτερος υποπληθυσμός βρίσκεται ακριβώς στην είσοδο ενός κτίσματος κτηνοτρόφου στην κοιλάδα της Αμμουτσαρά, Β. της Ανώπολης (25 Μαϊου 1998, Turland 941, BM, MO), όπου φύονταν έως λίγες δεκάδες ωρίμων ατόμων. Τα φυτά είναι τόσο μικρά και εφήμερα, ώστε είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν περισσότεροι υποπληθυσμοί που δεν έχουν ακόμη βρεθεί. Η συνολικά γνωστή περιοχή που καταλαμβάνει το είδος στην Ελλάδα είναι περίπου 2 km2. Το μέγεθος του πληθυσμού είναι άγνωστο αλλά μπορεί να είναι μικρότερο από 1.000 ενήλικα άτομα.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Οι, προφανώ, λίγοι και μικροί υποπληθυσμοί σε συνδυασμό με τον ετήσιο κύκλο ζωής του φυτού, θα μπορούσαν να θέσουν την Draba nuda σε κίνδυνο, ιδιαίτερα αν συνεργήσουν και άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντε, όπως η καταστροφή του βιοτόπου και η υπερβόσκηση. Η βιολογία του είδους στην Κρήτη είναι σχεδόν άγνωστη όπως και ο τρόπος που μπορεί να επηρεάσουν οι συνθήκες που επικρατούν κάθε έτος (π.χ. χιονόπτωση, βροχόπτωση, θερμοκρασία) την ανάπτυξη των φυτών και την ποσότητα των βιώσιμων σπερμάτων που παράγονται. Είναι πιθανό ότι τα σπέρματα παραμένουν βιώσιμα στο έδαφος και ότι περιοδικές διαταράξεις (π.χ. ποδοπάτημα, υδατική διάβρωση, καύση θάμνων Berberis) είναι απαραίτητες για την επίτευξη της φύτρωση. Προτείνεται για το είδος η κατηγορία του Τρωτού (VU) σύμφωνα με την IUCN (2001), αφού πληρούνται τα κριτήρια D1+2.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Απαιτείται η προσεκτική παρατήρηση των καταλλήλων βιοτόπων, ώστε να ευρεθούν επιπρόσθετοι υποπληθυσμοί του είδου. Χρειάζονται επίσης οικολογικές μελέτε, ώστε να κατανοηθεί καλύτερα η βιολογία του. Σπέρματα του είδους θα μπορούσαν να συλλεχθούν και να καλλιεργηθούν φυτά ex situ, τα οποία θα προμηθεύσουν την αναγκαία ποσότητα σπερμάτων που θα μπορούσε να κατατεθεί σε Τράπεζα Σπερμάτων. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την επιλογή της πιθανής μελλοντικής επανεισαγωγής του είδους στο φυσικό του περιβάλλον ή της ενδυνάμωσης των φυσικών υποπληθυσμών, σε περίπτωση που αυτοί ελαττωθούν κάτω από ένα κρίσιμο όριο.</p><p>Nicholas Turland</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC9EFE2FD9B2FE833CBEFC89	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC9CFE29D9B2FE833CBDFB07.text	0397C81BBC9CFE29D9B2FE833CBDFB07.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Draba strasseri Greuter	<div><p>Draba strasseri Greuter</p><p>Cruciferae</p><p>Draba strasseri Greuter in Willdenowia 15: 418 (1986).</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Τύποç: [Ελλά (Pe), Πελοπόννησο, Νομός Λακωνία] "Mt. Profitis Ilias, E of Molai", alt. 1070 m, 16 Apr. 1985, Strasser s.n. (Ολότυπο: B. Iσότυπο: Ηerbarium Strasser).</p><p>Περιγραφή: Χαμηλό, πολυετές είδος με ρόδακες φύλλων που σχηματίζουν συστάδε, ύψους 5-10 cm. Φύλλα ρόδακα διαστάσεων 10-20 x 1-3 mm, δύσκαμπτα, γραμμοειδή-σπατουλοειδή έως γραμμοειδή-ελλειπτικά, απολήγοντα βαθμιαίως σε μίσχο, με μακρές λευκέ, απλές ή διχοτομικές τρίχες κατά μήκος των περιθωρίων του. Βλαστοί απλοί, απολήγοντες σε βότρυ με 2-10 άνθη. Ποδίσκοι ανθέων 6-10 mm στην καρποφορία, ημιαφιστάμενοι, με τρίχες απλέ, δισχιδείς ή τρισχιδεί. Σέπαλα βραχύτερα των πετάλων, καλυμμένα με απλές τρίχε, πέταλα κίτρινα, ωοειδή-σπατουλοειδή, μήκους 4-7 mm. Κέρας διαστάσεων 12 x 2-3 mm, αχυροκάστανο κατά την ωρίμανση, καλυμμένο κυρίως με τρισχιδείς τρίχε, αλλά επίσης με δισχιδείς ή τετρασχιδείς τρίχε. Στύλος μήκους 4-6 mm, καλυμμένος με μαλακές τρίχες στη βάση του. Σπέρματα καστανά, μήκους περίπου 2,5 mm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ανθίζει κυρίως τον Μάρτιο και νωρίς τον Απρίλιο, ενώ οι καρποί του εμφανίζονται τον Απρίλιο και τον Μάιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό της Ελλάδα, γνωστό από μία σχετικά μικρή έκταση της ΝΑ. Πελοποννήσου. Για περίπου 20 χρόνια υπήρχε η εντύπωση ότι φύεται μόνο στην περιοχή του όρους Προφήτης Ηλία, μία από τις κορυφές της Κουλοχέρα, από όπου είχε περιγραφεί (Tan &amp; Stevanovic 2002), καθώς και σε μία δεύτερη θέση κοντά στο χωριό της Κρεμαστή. Πρόσφατα αναφέρθηκε από τα όρη Γαϊδουροβούνι, Χιονοβούνι και Μαδάρα (Kalpoutzakis &amp; Constantinidis 2006), τα οποία σχηματίζουν την συνέχεια του Πάρνωνα προς τα νοτιοανατολικά.</p><p>Βιότοποç: Η Draba strasseri είναι ένα μικρό φυτό, το οποίο εύκολα περνά απαρατήρητο, ιδιαίτερα όταν δεν είναι σε ανθοφορία ή καρποφορία. Φύεται σε ασβεστολιθικές πλαγιέ, καθώς επίσης σε μάργες και δολομίτε, σε υψόμετρο περίπου 700-1.150 m. Προτιμά τις πετρώδεις θέσεις με αργιλώδες χώμα ή περιοχές με χαλίκια. Ορισμένες φορές προστατεύεται από προεκβολές λίθων ή από χαμηλά φρύγανα όπως τα: Coridothymus capitatus, Genista acanthoclada και Erica manipuliflora . Ακόμη, τα συγκεκριμένα ξυλώδη και συχνά ακανθωτά είδη προσφέρουν στο φυτό κάποια προστασία από τη βόσκηση. Άλλα ξυλώδη είδη που εμφανίζονται στους βιοτόπους του είδους περιλαμβάνουν τα Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, Phillyrea latifolia, Phlomis cretica, Quercus coccifera, Thymelaea tartonraira κ.λπ. Κοντά στην Κρεμαστή και στα όρη Χιονοβούνι και Μαδάρα η D. strasseri βρίσκεται σε αραιό δάσος Abies cephalonica, μαζί με άλλα κοινά ή τοπικά είδη.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Η Draba strasseri είναι μέλος της D. sectio Aizopsis και συγγενεύει με το περισσότερο διαδεδομένο είδος D. lasiocarpa Rochel και με τις μορφολογικές του παραλλαγέ. Από την D. lasiocarpa subsp. dolichostyla (O. E. Schultz) Buttler διαφέρει στο ότι παρουσιάζει μακρύτερους καρπού, έχει ως επί το πλείστον τρισχιδείς τρίχες στις βαλβίδες των καρπών, ενώ η βάση του μίσχου είναι τριχωτή.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η επιτόπια εργασία στους βιότοπους του είδους έδειξε ότι είναι περισσότερο διαδεδομένο από ότι πιστευόταν παλαιοτέρα. Σχηματίζει τοπικούς και διακεκομμένους υποπληθυσμού, εκ των οποίων ο πολυπληθέστερος εμφανίζεται στο όρος Μαδάρα και περιλαμβάνει τουλάχιστον 500 άτομα. Στο όρος Κουλοχέρα μετρήθηκαν περίπου 150-200 φυτά, στο όρος Χιονοβούνι υπάρχουν τουλάχιστον 200 φυτά, ενώ στο Γαϊδουροβούνι ο αριθμός τους δεν φαίνεται να ξεπερνά τα 100 άτομα. Το είδος έχει μικρό μέγεθο, περνά απαρατήρητο και ενδεχομένως υπάρχουν περισσότεροι υποπληθυσμοί του στη φύση, ιδιαίτερα στα όρη Χιονοβούνι και Μαδάρα. Με βάση την παρούσα γνώση μας ο συνολικός αριθμών των ενηλίκων ατόμων της D. strasseri δεν πρέπει να ξεπερνά τα 2.000 φυτά.</p><p>Η Draba strasseri είναι περισσότερο εμφανής τον Μάρτιο, όταν βρίσκεται σε ανθοφορία στις ορεινές περιοχέ. Αργά το καλοκαίρι, τα περισσότερα φυτά έχουν ξηρά φύλλα στους ρόδακες και δύσκολα ξεχωρίζουν από την περιβάλλουσα βλάστηση. Όταν το είδος καλλιεργείται, νέα φύλλα και βλαστοί εμφανίζονται αργά το φθινόπωρο και τον χειμώνα, ενώ τα πρώτα άνθη παρουσιάζονται ήδη κατά τον Φεβρουάριο.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Tο είδος φύεται σε περιοχές που έχουν μικρή ανθρώπινη δραστηριότητα. Σε ορισμένες θέσεις υπάρχουν σημάδια πυρκαγιάς από παλαιότερα έτη, όμως δεν είναι βέβαιο εάν και σε ποιο βαθμό έχει επηρεάσει η φωτιά τους υποπληθυσμούς του είδου. Η βόσκηση φαίνεται να μην είναι σημαντικό πρόβλημα, όπως μαρτυρούν τα περισσότερα καρποφόρα στελέχη των φυτών που είναι άθικτα σε περιοχές που βόσκονται. Ο συνολικός γνωστός πληθυσμός της Draba strasseri, σύμφωνα με τις τωρινές γνώσεις μα, διασπείρεται σε, τουλάχιστον, πέντε περιοχέ. Τυχαία καταστροφικά γεγονότα μπορεί να επηρεάσουν ορισμένους υποπληθυσμού, ιδιαίτερα επειδή ο καθένας τους καταλαμβάνει μία σχετικά μικρή έκταση.</p><p>Προκαταρκτικά πειράματα καλλιέργειας του είδους δείχνουν ότι δεν είναι αυτογονιμοποιούμενο. Ως αποτέλεσμα, η επιτυχημένη επικονίαση και η παραγωγή σπερμάτων επιτυγχάνεται καλύτερα σε πληθυσμούς με αρκετά μέλη. Απομονωμένα άτομα ή πολύ μικροί πληθυσμοί έχουν αυξημένες πιθανότητες να εξαφανισθούν στο μέλλον.</p><p>Χαρακτηρίζουμε την D. strasseri ως Τρωτό (VU), σύμφωνα με τα δεδομένα της IUCN (2001), ακολουθώντας το κριτήριο D2. Το είδος χρειάζεται περισσότερη μελέτη στον βιότοπό του και παρακολούθηση του συνολικού πληθυσμού του, ώστε να διαπιστωθεί αν ο αριθμός των φυτών, η έκταση που καταλαμβάνουν και ο αριθμός των ενηλίκων ατόμων ανά υποπληθυσμό παραμένουν σταθερά ή εμφανίζουν μεταβολέ.</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η βιολογία του είδους πρέπει να μελετηθεί λεπτομερώς στο πεδίο. Φαίνεται ότι ένας επαρκής αριθμός ατόμων είναι απαραίτητος ώστε να επιτευχθεί διασταυρούμενη επικονίαση και παραγωγή σπερμάτων. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η μείωση ορισμένων τοπικών υποπληθυσμών κάτω από ένα όριο ατόμων ενδέχεται να αυξάνει τις πιθανότητες εξαφάνισης του.</p><p>Οι πληθυσμοί στα όρη Χιονοβούνι, Γαϊδουροβούνι και Κουλοχέρα, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 των σημαντικών οικοτόπων, θα πρέπει να τύχουν επαρκούς προστασίας με αποτελεσματικό τρόπο. Η σημαντική ποικιλία των βιοτόπων που εμφανίζεται στα συγκεκριμένα όρη δεν πρέπει να υποβαθμισθεί. Επίση, η βόσκηση που ήδη υπάρχει στα όρη αυτά δεν πρέπει να αυξηθεί. Αν τα οικοσυστήματα που φιλοξενούν την Draba strasseri διατηρηθούν στην παρούσα κατάστασή του, με σχετικά χαμηλά επίπεδα ανθρώπινης επίδραση, νομίζουμε ότι το μέλλον του είδους μπορεί να εξασφαλισθεί.</p><p>Όπως σε πολλές άλλες περιπτώσει, συνιστάται η καλλιέργεια και η ex situ διατήρηση της D. strasseri σε Βοτανικούς Κήπου. Στην περίπτωση που ένας μικρός αριθμός φυτών καλλιεργηθεί, η δημιουργία καρπών και η παραγωγή σπερμάτων παρέχουν τη δυνατότητα περαιτέρω πολλαπλασιασμού των φυτών και αποθήκευσης των σπερμάτων τους σε Tράπεζες Σπερμάτων.</p><p>Ελευθέριοç Καλπουτζάκηç &amp; Θεοφάνηç Κωνσταντινίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC9CFE29D9B2FE833CBDFB07	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC9AFE2AD9B2FE833CB6FCAA.text	0397C81BBC9AFE2AD9B2FE833CB6FCAA.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Drosera rotundifolia L.	<div><p>Drosera rotundifolia L.</p><p>Droseraceae</p><p>Κινδυνεύον (ΕΝ)</p><p>Drosera rotundifolia L., Sp. Pl. 1: 281 (1753).</p><p>Λεκτότυποç (Cheek in Javris &amp; al. 1993, Regnum Veg. 127: 44): Herb. Linn. no 398.2 (LINN).</p><p>Συνώνυμα: Drosera corsica (Maire) A. W. Hill, Index Kew. Suppl. 6: 71 (1926).</p><p>Περιγραφή: Πολυετές ποώδες φυτό με λεπτό κατακόρυφο βλαστό, περίπου 3 cm σε πλήρως ηλιαζόμενα φυτά και μέχρι 5 cm σε φυτά φυόμενα σε σκιά. Ρίζα νηματώδη, λεπτή, φαιή με δύο ή τρεις διακλαδώσεις μήκους 1,3-2,5 cm, μη επιμηκυνόμενη αλλά διογκούμενη σε σφαιρική μάζα, καλυπτόμενη με τριχοειδή. Επιγενείς ρίζες εκπτυσσόμενες από παραφυάδε, δημιουργούν δευτερογενείς ρόδακε, οι οποίοι μετά την σήψη του στελέχους καθίστανται αυτόνομοι και λειτουργούν ως πολλαπλασιαστικό υλικό (βλαστητική αναπαραγωγή). Φύλλα παράρριζα, σε ρόδακα, μίσχος γραμμοειδή, πράσινο, τριχωτό, ενίοτε γυμνό, μήκους μέχρι 3 cm, έλασμα αντωοειδές έως κυκλικό πλάτους μέχρι 2 cm, τροποποιημένο σε μηχανισμό σύλληψη, φέρον στην άνω επιφάνεια δύο τύπους ερυθρών εκκριτικών αδένων με ποδίσκο κάθετο στην επιφάνεια (περίπου 200 ανά έλασμα), εκκρίνοντες κολλώδη ουσία, οι μακρύτεροι ποδίσκοι τοποθετημένοι στην περιφέρεια του ελάσματο, λειτουργούν στην παγίδευση της λεία, ενώ οι βραχύτεροι εκκρίνουν πεπτικά υγρά. Ταξιανθία απλό, μονόπλευρος κυματοειδής βότρυς καταλήγων σε γυμνό στέλεχος ύψους 5 έως 12 cm. Άνθη λευκά, διαμέτρου 10-12 mm, ακτινόμορφα, 15-25 σε κάθε ανθοφόρο βλαστό, αρρενοθήλεα, αυτογονιμοποιούμενα. Κάλυκας με 5 ενωμένα, επιμήκη, αμβλέα και επικαλυπτόμενα σέπαλα μήκους 4-5 mm. Στεφάνη με 5 ελεύθερα, επικαλυπτόμενα, σπατουλοειδή πέταλα, ελαφρώς μεγαλύτερα των σεπάλων. Στήμονες 5, με νήματα ελεύθερα, τριχοειδή, ανθήρες εξωστρεφεί. Ωοθήκη επιφυή, μονόχωρη, αποτελούμενη από 3 ενωμένα καρπόφυλλα και 3 ελεύθερους στύλου. Καρπός κάψα, συχνά παραμένουσα ακέραιη, ελευθερώνοντας τα σπέρματα όταν σήπεται. Σπέρματα πολυάριθμα, μαύρα, ατρακτοειδή, μήκους 1,0-1,5 mm, με λεπτέ, στιλπνέ, επιμήκεις αυλακώσει.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 20 (Wolf &amp; al. 2006).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούλιος - Αύγουστο. Η έκπτυξη των ανθέων πραγματοποιείται μόνο σε ηλιόλουστες ημέρες και για λίγες ώρες (Αθανασιάδη &amp; Γερασιμίδης 1978).</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Η Drosera rotundifolia είναι από τα ευρύτερα εξαπλωμένα είδη του γένους Drosera, απαντώμενο σχεδόν σε όλη την Ολαρκτική περιοχή, φθάνοντας προς νότο μέχρι την Ισπανία, την Κορσική, την Ιταλία και τη Βαλκανική Χερσόνησο. Επίση, απαντά απομονωμένη στον Λίβανο και τον Καύκασο (Hulten 1968, Crowder &amp; al. 1990, Schnell 2002). Στην Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά στην οροσειρά της Ροδόπη, στο δασικό σύμπλεγμα Δρυμού Ξάνθη, στην περιοχή Ερύμανθο, σε ένα επίπεδο έλος δίπλα στο παλαιό δασικό εργοτάξιο, σε υψόμετρο 1.290 m. Aπό εκεί, όμω, εξαφανίσθηκε μετά τη διάνοιξη μικρού αποστραγγιστικού αυλακιού που οδήγησε στην αποξήρανση του έλους (Αθανασιάδη &amp; Γερασιμίδης 1978, Ελευθεριάδου κ.ά. 1994). Σήμερα απαντά στις θέσεις Ερύμανθο, Καλύβια Κουτόλια και Λιβαδότοπος του ίδιου δασικού συμπλέγματος (Ελευθεριάδου κ.ά. 1994).</p><p>Βιότοποç: Η Drosera rotundifolia είναι εξαιρετικά προσαρμοσμένη στο κάθυγρο και πτωχό σε θρεπτικά στοιχεία περιβάλλον των τυρφοελών. Αποκομίζει ένα σημαντικό ποσοστό των θρεπτικών της στοιχείων από τη σαρκοφαγία (εντομοφαγία). Στην Ελλάδα εμφανίζεται σε επίπεδα έλη με σφάγνα, σε όξινο έδαφος πτωχό σε άζωτο, σε υψόμετρο 1.140-1.500 m (Αθανασιάδη &amp; Γερασιμίδης 1978, Ελευθεριάδου κ.ά. 1994). Σύμφωνα με τους Papazisimou &amp; al. (2002), οι εξειδικευμένοι αυτοί βιότοποι χαρακτηρίζονται ως μεταβατικοί βάλτοι.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Eξαιτίας του αντωοειδούς έως κυκλικού ελάσματος με τις ερυθρωπές αδενώδεις τρίχε, το είδος διακρίνεται εύκολα και δεν συγχέεται με άλλα εντομοφάγα είδη που φύονται στην Ελλάδα.</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Τόσο η περιοχή εξάπλωσης της Drosera rotundifolia στην Ελλάδα, όσο και η έκταση που καταλαμβάνουν οι υποπληθυσμοί της είναι πολύ περιορισμένε, εξαιτίας κυρίως του εξειδικευμένου βιοτόπου, στον οποίο φύεται το είδο. Ο πληθυσμός της βρίσκεται μέσα στα όρια της περιοχής Όρος Χαϊντού-Κούλα και γύρω κορυφέ, με κωδικό GR 1120003 του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000 και εμφανίζεται αρκετά κατακερματισμένο. Ο μεγαλύτερος υποπληθυσμός εντοπίζεται στη θέση Καλύβια Κουτόλια, σε υψόμετρο 1.320 m, όπου η Drosera rotundifolia αριθμεί περίπου 300 άτομα. Στην περιοχή αυτή έχει διανοιχθεί αποστραγγιστικό κανάλι, με αρνητικά αποτελέσματα για την κατάσταση του συγκεκριμένου υποπληθυσμού. Οι άλλοι δύο υποπληθυσμοί στις θέσεις Λιβαδότοπος (1.140 m) και Ερύμανθος (1.500 m) αριθμούν μερικές δεκάδες ατόμων. Επισημαίνεται ότι η εξαφάνιση του είδους από την περιοχή, απ' όπου πρωτοαναφέρθηκε στην Ελλάδα, είναι αποτέλεσμα ανθρωπογενών επιδράσεων.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Η Drosera rotundifolia χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ) με βάση το κριτήριο D2 της IUCN (2001, 2006), κυρίως εξαιτίας της πολύ περιορισμένης περιοχής εμφάνισής της στην Ελλάδα, της τεκμηριωμένης εξαφάνισης ενός από τους τέσσερις υποπληθυσμούς τη, των κινδύνων που παρουσιάζονται στον μεγαλύτερο υποπληθυσμό εξαιτίας των αποστραγγιστικών έργων και του συνολικά πολύ μικρού αριθμού των καταγεγραμμένων ατόμων της (λιγότερα από 500). Πληρούνται επίσης τα κριτήρια Β1a,b(ii,i ii,iv)+2a,b(ii,iii,iv), ενώ απαιτείται εργασία πεδίου προκειμένου να αξιολογηθεί αν πληρούνται οι παράμετροι του κριτηρίου C. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει το είδος είναι η μεταβολή της υδρολογικής λειτουργίας και επάρκειας των βιοτόπων τη. Ενέργειες που διασπούν, εκτρέπουν, αυξάνουν ή αναδιανέμουν το υπόγειο νερό ή την επιφανειακή ροή του, μεταβάλλουν τη λειτουργία του οικοσυστήματος και τη χλωριδική του σύνθεση. Διαφόρων ειδών επιδράσεις σε όλη την έκταση του βιοτόπου (π.χ. διάνοιξη χαντακιών ή άντληση υπόγειου νερού) μπορεί να επηρεάσουν άμεσα την επιβίωση του είδου. Άλλες επιδράσεις μπορεί να προέρχονται από δραστηριότητες σε παρακείμενα οικοσυστήματα, π.χ. υλοτομία, πυρκαγιέ, διάνοιξη δρόμων, εκτροπή επιφανειακής ροής και άντληση υπόγειου νερού. Αποτελεί, επίση, αρνητική επίδραση η βόσκηση μικρών, αλλά κυρίως μεγάλων ζώων (βοοειδή), τα οποία με το ποδοπάτημά τους διασπούν την βλάστηση και καταστρέφουν τον βιότοπο.Επίση, αλλαγές στο ισοζύγιο θρεπτικών στοιχείων του βιοτόπου (λίπανση, περιττώματα ζώων, αύξηση της συγκέντρωσης θρεπτικών στοιχείων του νερού), μπορεί να μεταβάλλουν σημαντικά την καταλληλότητά του για την ανάπτυξη της D. rotundifolia .</p><p>Μέτρα προστασίαç: Οποιεσδήποτε αλλαγέ, οι οποίες θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά ή να υποβαθμίσουν την ποιότητα του φυσικού ενδιαιτήματος της Drosera rotundifolia, θα πρέπει να αποφευχθούν. Οι περισσότεροι κίνδυνοι, που απειλούν το είδο, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην άγνοια για την εμφάνισή του και τη σημαντικότητα του οικοσυστήματός του. Ως κύριο μέτρο προστασίας προτείνεται η ενημέρωση τόσο των αρμόδιων διαχειριστικών αρχών, όσο και του ευρύτερου κοινού που διαβιεί ή δραστηριοποιείται μέσα στην περιοχή εξάπλωσης του είδου. Επίση, θα πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή του πληθυσμού και τακτική παρακολούθησή του. Επιπλέον, κρίνεται απαραίτητη η μελέτη των οικολογικών συνθηκών του βιοτόπου της D. rotundifolia, ειδικά στις θέσεις όπου έχουν παρατηρηθεί έντονες αρνητικές επιδράσει, ούτως ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις για τη βελτίωση των συνθηκών και την εξασφάλιση της επιβίωσης του είδους. Τέλο, η σήμανση των θέσεων εμφάνισής τη, καθώς και η τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων, με σκοπό την ευαισθητοποίηση τόσο των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή, όσο και των επισκεπτών, θα συμβάλλουν ουσιαστικά στην προστασία της D. rotundifolia .</p><p>Κωνσταντίνοç Θεοδωρόπουλοç &amp; Ελένη Ελευθεριάδου</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC9AFE2AD9B2FE833CB6FCAA	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC97FE24D9ABFE833CB6FBC8.text	0397C81BBC97FE24D9ABFE833CB6FBC8.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Dryas octopetala L.	<div><p>Dryas octopetala L.</p><p>Rosaceae</p><p>Τρωτό (VU)</p><p>Dryas octopetala L., Sp. Pl. 1: 501 (1753).</p><p>Λεκτότυποç (Barrie in Jarvis &amp; al. 1993, Regnum Veg. 127: 44): [Eυρώπη]: "Habitat in Alpibus Lapponicis, Helveticis, Austriacis, Sabaudicis, Hibernicis, Sibiricis". Herb. Linn. no. 658.3 (LINN).</p><p>Περιγραφή: Χαμηλό, προσκεφαλόμορφο, έρπων, αειθαλή, νανώδης ημίθαμνο. Βλαστοί με ύψος συνήθως μικρότερο των 30 cm, ενίοτε έως 50 cm, διακλαδιζόμενοι, ριζοβολούντε. Φύλλα απλά, έμμισχα, έλασμα 1-2 x 0,7-1 cm, επίμηκες έως ωοειδέ, ελαφρά καρδιοειδές στη βάση του, με παρυφές αδρά οδοντωτές και γυρτές προς την κάτω επιφάνεια,άνω επιφάνεια λεία έως σχεδόν λεία, βαθυπράσινη, ρυτιδωμένη, με εμφανή βυθισμένα νεύρα, κάτω επιφάνεια πυκνά τριχωτή με λευκές απλές τρίχε. Μίσχος και νεύρα στο κάτω μέρος του φύλλου συχνά με επιπλέον μακρέ, υποκάστανε, διακλαδισμένες τρίχε. Ποδίσκος άνθους μήκους 3-8 cm, τριχωτό, συνήθως με πορφυρούς ποδισκοφόρους αδένε. Άνθη μονήρη, λευκά με διάμετρο 2 έως 4 cm. Κάλυκας τριχωτός με παραμένοντες πορφυρού - μελανού, ποδισκοφόρους αδένε, λοβοί 7-9, μεγέθους 5-10 x 1-2 mm, στενά επιμήκει -λογχοειδεί. Επικάλυκας απών. Πέταλα συνήθως 7-9, μήκους 8-15 mm, λευκά. Στήμονες και καρπόφυλλα πολυάριθμα. Αχαίνια μήκους 2,5-4 mm, με παραμένοντα πτεροειδή στύλο στην κορυφή του. Στύλος επιμηκυνόμενος κατά την ωρίμανση, στα ώριμα αχαίνια μήκους 2-3 cm.</p><p>Χρωμοσωματικόç αριθμόç: 2 n = 18, 36 (Elkington 1968, Persson 1986a).</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιος έως Ιούλιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Αρκτικό-αλπικό είδος που εξαπλώνεται στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπη. Τα νότια όρια εξάπλωσής του βρίσκονται στη Β. Ισπανία, Κ. Ιταλία και Β. Ελλάδα (Elkington 1968). Εξαπλώνεται επιπλέον στη Β. Αμερική και τη Σιβηρία (Persson 1986a). Στην Ελλάδα έχει βρεθεί στη βορειοανατολική και βόρειο-κεντρική χλωριδική περιοχή. Εμφανίζεται στο όρος Φαλακρό (περιοχή Χιονότρυπα), στο όρος Όρβηλος (στην κορυφή του) και στο όρος Τζένα (στην κορυφή και σε βραχώδη πρανή ανατολικά της κορυφή) (Persson 1986 a, Quézel 1989, Schreiber 1998, Schuler 2004).</p><p>Βιότοποç: Η Dryas octopetala εμφανίζεται κυρίως σε πρωτοπόρες φυτοκοινωνίες των υπαλπικών λιβαδιών και πολύ σπάνια σε πρόδρομα στάδια υπαλπικών ερεικώνων (όρο Τζένα). Οι παραπάνω φυτοκοινωνίες ανήκουν στις κλάσεις Sesleritea albicantis (αλπικά λιβάδια) και Vaccinio-Piceetea (ερεικώνε). Συχνά συνεμφανιζόμενα taxa είναι τα: Anthyllis vulneraria subsp. scardica, Helianthemum oelandicum subsp. canum, Thymus praecox subsp. jankae και Saxifraga sempervivum . Αναπτύσσεται σε ασβεστολιθικoύς βράχου, καθώς και σε αβαθέ, πετρώδες έδαφο, συνήθως σε βόρειες και προσήνεμες πλαγιέ, κορυφές ή πρανή και σε μέρη όπου το χιόνι δεν συσσωρεύεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Φύεται, συνήθω, σε επίπεδο ή ελαφρά επικλινές έδαφο, όπου ο χούμο, από τα νεκρά φύλλα του είδου, μπορεί να συσσωρευθεί. Εμφανίζεται σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 1.900 m και μόνο σε ασβεστολιθικό έδαφο. Οι ρίζες του διαπερνούν βαθιά τις ρωγμές των βράχων ή διακλαδίζονται ανάμεσα στο πετρώδες έδαφο. Σχηματίζει πυκνό δίκτυο κλάδων, που καλύπτει το έδαφος με τη μορφή τάπητα, έκτασης μερικών τετραγωνικών μέτρων (π.χ. από 5 έως 50 m2) (Persson 1986 a, Ellenberg 1988, Schuler 2004).</p><p>Ταξινομικά σχόλια: Είναι ποικιλόμορφο είδο, με μορφολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των πληθυσμών του, που έχουν οδηγήσει στην αναγνώριση διαφόρων υποειδών και ποικιλιών (Elkington 1968, Persson 1986a, Skrede &amp; al. 2006). Οι υποπληθυσμοί του είδους σε περιοχές μικρού γεωγραφικού πλάτους θεωρούνται ως υπολείμματα αλπική -αρκτική χλωρίδας που ήταν ευρύτερα εξαπλωμένη κατά το Πλειστόκαινο (Skrede &amp; al. 2006).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Ο πληθυσμός του είδους στο όρος Φαλακρό αριθμεί μερικές εκατοντάδες ή και χιλιάδες άτομα, τα οποία, όμω, εντοπίζονται σε λίγους (περίπου 10), κοντινούς μεταξύ του, υποπληθυσμού. Σε αυτού, η Dryas octopetala κυριαρχεί και σχηματίζει χαρακτηριστικούς τάπητε. Οι πληθυσμοί του είδους στα όρη Τζένα και Όρβηλος είναι αρκετά μικρότεροι και αριθμούν λίγες εκατοντάδες ατόμων. Τα άτομα αυτά εμφανίζονται σε λίγες μικρές ομάδες (λιγότερε από πέντε).</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο πληθυσμός του είδους στο όρος Φαλακρό είναι απομονωμένος από τους δύο άλλους πληθυσμούς στην Ελλάδα, καθώς και από τους πληθυσμούς της Βουλγαρίας και της FYROM. Οι πληθυσμοί του Ορβήλου και της Τζένας πιθανώς ανταλλάσουν γενετικό υλικό με τους γειτονικούς πληθυσμούς της Βουλγαρίας και της FYROM, αντιστοίχω. Παρόλα αυτά, οι πληθυσμοί της Dryas octopetala μπορούν να θεωρηθούν ως απομονωμένοι μεταξύ του, διότι αναπτύσσονται μόνο σε αλπικά και υπαλπικά υψόμετρα και μόνο σε ασβεστολιθικά εδάφη. Δεδομένης της εμφάνισης του είδους υπό μορφή νησίδων, θεωρείται ότι η υποβάθμιση του κινδύνου εξαφάνισής του, σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN (2003), δεν είναι επιτρεπτή.</p><p>Το είδος χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), βάσει του κριτηρίου D2 (IUCN 2001), καθώς η περιοχή που καταλαμβάνει είναι μικρότερη από 20 km2 και οι θέσεις εμφάνισης των υποπληθυσμών του είναι λιγότερες από πέντε.</p><p>Το είδος απειλείται από ανθρώπινες δραστηριότητες και από τη φυσική διαδοχή της βλάστηση, η οποία λαμβάνει χώρα εξαιτίας της μείωσης της βόσκηση. Ιδιαίτερα στο όρος Φαλακρό, η κατασκευή ενός νέου αναβατήρα, καθώς και άλλες κατασκευές του χιονοδρομικού κέντρου, απειλούν τους υποπληθυσμούς του είδους στο συγκεκριμένο όρο. Επιπλέον, το τεχνητό στρώσιμο του χιονιού κατά τον χειμώνα είναι δυνατόν να επηρεάσει τα υπάρχοντα ή δυνητικά ενδιαιτήματα του είδους στο όρος Φαλακρό. Εξάλλου, η μείωση της έντασης βόσκησης με συνέπεια την ιδιαίτερη ανάπτυξη άλλων, ανταγωνιστικών ειδών, είναι δυνατόν να επιφέρει μείωση των υποπληθυσμών του είδου, καθώς και των κατάλληλων ενδιαιτημάτων του. Σε αυτήν την περίπτωση οι υποπληθυσμοί του είδους θα αναγκασθούν να παραμείνουν μόνο σε ακραία ενδιαιτήματα, στα οποία η Dryas octopetala θα μπορεί να ανταγωνισθεί επιτυχώς τα υπόλοιπα πολυετή ποώδη είδη των αλπικών λιβαδιών (Ellenberg 1988).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Η παρακολούθηση των υποπληθυσμών της Dryas octopetala θεωρείται απαραίτητη για τον εντοπισμό πιθανών αλλαγών σε αυτού. Επιπροσθέτω, η παρακολούθηση του είδους ενδείκνυται και για τον εντοπισμό των επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής στην αλπική χλωρίδα (π.χ. Welker &amp; al. 1997, Beck &amp; al. 2005), καθώς το συγκεκριμένο είδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στα αλπικά οικοσυστήματα. Ακόμη, η παρακολούθηση του είδους είναι σημαντική για τη διερεύνηση των επιδράσεων της μείωσης της έντασης της βόσκησης στους υποπληθυσμούς του. Τέλο, απαιτείται η ενημέρωση των διαχειριστικών αρχών του χιονοδρομικού κέντρου του όρους Φαλακρού, καθώς και των τοπικών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διατήρηση της φύσης (π.χ. το τοπικό Δασαρχείο), προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή τμήματος του πληθυσμού του είδους στο συγκεκριμένο όρο.</p><p>Andreas Schuler &amp; Ιωάννηç Τσιριπίδηç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC97FE24D9ABFE833CB6FBC8	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
0397C81BBC95FE26D9ABFF693CB6FD72.text	0397C81BBC95FE26D9ABFF693CB6FD72.taxon	http://purl.org/dc/dcmitype/Text	http://rs.tdwg.org/ontology/voc/SPMInfoItems#GeneralDescription	text/html	en	Drymocallis halacsyana (Degen) Kurtto & Strid	<div><p>Drymocallis halacsyana (Degen) Kurtto &amp; Strid</p><p>Rosaceae</p><p>Κινδυνεύον (EN)</p><p>Drymocallis halacsyana (Degen) Kurtto &amp; Strid in Ann. Bot. Fennici 40(2): 137 (2003).</p><p>Τύποç: [Ελλά, (ΝΑe), Νήσος Σαμοθράκη] "in Felsspalten der letzten Erhebungen des Gipfels Hagia Sophia", 1600 m, Á. v. Degen (δείγματα πιθανότατα στο BP &amp; W).</p><p>Συνώνυμα: Potentilla halacsyana Degen in Öesterr. Bot. Z. 41: 293 (1891).</p><p>P. rupestris L. var. halacsyana (Degen) Wolf, Monogr. Potentilla: 125 (1908).</p><p>P. geoides m. Bieb. subsp. halacsyana (Degen) Strid, Mount. Fl. Greece, 1: 407 (1986).</p><p>Περιγραφή: Πολυετέ, νανώδες είδος με βραχύ, κάθετο, αραιά διακλαδιζόμενο, ξυλώδες ρίζωμα. Βλαστοί ανερχόμενοι, λεπτοί, συνήθως με μονήρη άνθη. Βλαστό, μίσχοι φύλλων και ποδίσκοι ανθέων καλυπτόμενοι από ευθυτενεί, μη αδενώδεις τρίχες με αιχμηρή απόληξη, ενώ βραχείες αδενώδεις τρίχες εντοπίζονται στην κορυφή του ποδίσκου όπου οι μακρέ, εύκαμπτες τρίχες είναι απούσε. Φύλλα βάσης σύνθετα, συνήθως με 5-7 φυλλάρια, επάκριο φυλλάριο μακρύτερο από τα πλευρικά, κατώτερα φυλλάρια αρκετά μικρότερα, φύλλα βλαστού λίγα, ομοιάζοντα με τα φύλλα της βάση, αλλά βαθμιαίως ελαττούμενα σε μέγεθο. Άνθη μονήρη, πέταλα χιονώδη-λευκά, αντικαρδιοειδή ή ευρέως ωοειδή, εμφανώς μακρύτερα των σεπάλων. Σέπαλα μήκους 4-6 mm, ωοειδή, σχεδόν αιχμηρά. Τμήματα επικαλυκίου με μήκος τα 2/3 του μήκους των σεπάλων, στενώς ελλειπτικά, ακέραια ή με 1-2 λοβούς ή οδόντε. Στήμονες κίτρινοι. Στύλος ατρακτοειδή. Αχαίνια άτριχα, συχνά με ελαφρές ρυτιδώσει.</p><p>Χρωματοσωμικόç αριθμόç: Άγνωστο.</p><p>Περίοδοç ανθοφορίαç: Ιούνιο.</p><p>Γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικό είδος της Ελλάδα. Μέχρι σήμερα είναι γνωστό μόνο από την κορυφή του όρους Σάος (Φεγγάρι) της νήσου Σαμοθράκη.</p><p>Βιότοποι: Το είδος απαντά αποκλειστικά σε σχισμές απόκρημνων βράχων και σε πετρώδεις περιοχές με αραιή βλάστηση, σε πυριτικά πετρώματα της κορυφής (1.400- 1.600 m) του όρους Φεγγάρι της νήσου Σαμοθράκη. Φύεται μαζί με άλλα είδη όπως τα: Prunus prostrata, Dianthus arpadianus, Scilla bifolia s.l., Corydalis solida subsp. incisa, Ornithogalum fimbriatum, Doronicum orientale, Arabis bryoides, Anthemis tenuiloba, Myosotis sylvatica subsp. cyanea κ.ά.</p><p>Ταξινομικά σχόλια: H Drymocallis halacsyana είχε ταξινομηθεί παλαιότερα είτε ως ποικιλία της Potentilla rupestris L. (Wolf 1908), είτε ως υποείδος της P. geoides Μ. Bieb. (Strid 1986e).</p><p>Εντούτοι, τα ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά τη, όπως η νανώδης μορφή, τα μονήρη άνθη με τα ευμεγέθη χιονώδη-λευκά πέταλα που είναι εμφανώς μεγαλύτερα από τα σέπαλα και η ιδιαίτερη μορφολογία του τριχώματος συνέβαλαν στην αναγνώρισή της ως ανεξάρτητου, διακριτού είδους (Strid &amp; Tan 1998), το οποίο σήμερα περιλαμβάνεται στο γένος Drymocallis Fourr. ex Ridb. (Kurtto &amp; Eriksson 2003). Ο διαχωρισμός του γένους Drymocallis από τα συγγενικά του γένη και ιδίως από το γένος Potentilla έχει τεκμηριωθεί με μοριακές μελέτες (Eriksson &amp; al. 2003).</p><p>Κατάσταση πληθυσμών: Η Drymocallis halacsyana είναι ένα σπάνιο, τοπικό ενδημικό που σχηματίζει έναν μόνο αραιό πληθυσμό με λιγοστά, διάσπαρτα άτομα (πιθανότατα λιγότερα από 5.000), ο οποίος περιορίζεται αποκλειστικά στα ανώτερα υψόμετρα (1.400-1.600 m) της κορυφής του όρους Σάος (Φεγγάρι), που δεσπόζει στη νήσο Σαμοθράκη.</p><p>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç: Ο μόνος γνωστός πληθυσμός της Drymocallis halacsyana κινδυνεύει, καθώς υφίστανται τις επιδράσεις της έντονης και ανεξέλεγκτης βόσκηση. Η κατανάλωση των φυτών και ιδιαιτέρως των ανθισμένων τμημάτων τους από τα ζώα παρεμποδίζει την δημιουργία καρπών και τον πολλαπλασιασμό του είδου. Η βόσκηση, εντούτοι, συμβάλλει στη διατήρηση των πετρωδών ανοιγμάτων που είναι τα κατάλληλα ενδιαιτήματα του είδου. Πιθανή απαγόρευση ή διακοπή της ενδέχεται να αυξήσει τον αριθμό και την πυκνότητα των ξυλωδών φυτών στην περιοχή.</p><p>Εξαιτίας της πολύ μικρής περιοχής εξάπλωσης της Drymocallis halacsyana, του μικρού μεγέθους πληθυσμού που σχηματίζει, των σημαντικών κινδύνων που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός της εξαιτίας της εντατικής βόσκηση, καθώς και της αυξανόμενης πιθανότητας να επηρεασθεί η οικολογική ποιότητα των ενδιαιτημάτων της εξαιτίας κλιματικών αλλαγών, προτείνεται να ενταχθεί το είδος στην κατηγορία των Κινδυνευόντων (ΕΝ). Πληρούνται τα κριτήρια Β1a,b(iii)+2a,b(iii), σύμφωνα με την κατάταξη της IUCN (2001).</p><p>Μέτρα προστασίαç: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί συγκεκριμένα, πρακτικά μέτρα για την απρόσκοπτη διατήρηση και προστασία της Drymocallis halacsyana . Ως αποτελεσματική δράση για τη διατήρηση του πληθυσμού της προτείνεται η αποφυγή δραστικών μεταβολών στη δομή της βλάστησης και η διαχείριση της ξυλώδους βλάστησης της περιοχής με σκοπό τη διατήρηση ανοιγμάτων και φωτεινών θέσεων. Η βόσκηση στην περιοχή προτείνεται να ελέγχεται, κατά το δυνατόν στην περίοδο ανθοφορίας και καρποφορίας του είδου. Επιπλέον, προτείνεται η αποφυγή οποιωνδήποτε καταστρεπτικών ενεργειών στους βιοτόπους που αναπτύσσονται τα φυτά (π.χ. αιολικά πάρκα, διάνοιξη δασικών δρόμων, παράνομη συλλογή).</p><p>Η ετήσια καταγραφή και παρακολούθηση του είδου, ιδιαίτερα κατά την εποχή της ανθοφορία, θα επιτρέψει την καλύτερη γνώση της δομής του πληθυσμού του. Οι προσπάθειες καλλιέργειας και πολλαπλασιασμού της D. halacsyana σε Βοτανικούς Κήπους θεωρείται επιβεβλημένη ως κύρια δράση για την εκτός τόπου (ex situ) διατήρηση και προστασία τη.</p><p>Νικόλαοç Κρίγκαç</p></div>	https://treatment.plazi.org/id/0397C81BBC95FE26D9ABFF693CB6FD72	Public Domain	No known copyright restrictions apply. See Agosti, D., Egloff, W., 2009. Taxonomic information exchange and copyright: the Plazi approach. BMC Research Notes 2009, 2:53 for further explanation.		Plazi	Dimitrios Phitos;Theophanis Constantinidis;Georgia Kamari	Dimitrios Phitos, Theophanis Constantinidis, Georgia Kamari (2009): The Red Data Book of Rare and Threatened Plants of Greece (A-D). Patras: Hellenic Botanical Society, DOI: 10.5281/zenodo.18855160
